Σάββατο 24 Αυγούστου 2019

Ένα Βυζάντιο στο κέρας της Αφρικής : Η χριστιανική αυτοκρατορία της Αιθιοπίας

Η πόλη Αξούμ (Αξώμη) βρίσκεται στη βόρεια Αιθιοπία. Ήταν το ναυτικό εμπορικό κέντρο του Βασιλείου Αξούμ, το οποίο έφτασε στην ακμή του κατά την εποχή της γέννησης του Ιησού, υπήρξε εν μέρει σύμμαχος του Βυζαντίου εναντίον της τότε Περσικής Αυτοκρατορίας και παρήκμασε μετά τον 7ο αιώνα, πιθανότατα λόγω της εξάπλωσης του Ισλάμ, η οποία εμπόδισε το εμπόριο με την Άπω Ανατολή, καθώς και τις μεγάλες αγορές στην Αλεξάνδρεια, το Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τη νότια Ευρώπη. Το βασίλειο του Αξούμ είχε τη δική του γραπτή γλώσσα, την Ge'ez, και ανέπτυξε αρχιτεκτονική χαρακτηριστική για τους τεράστιους οβελίσκους της, ο παλαιότερος από τους οποίους χρονολογείται από το 5.000-2.000 π.Χ. Τον 4ο αιώνα μ.Χ., το Βασίλειο ασπάστηκε το Χριστιανισμό. Η Εκκλησία της Αιθιοπίας ισχυρίζεται ότι φυλάσσει στο ναό της Παναγίας της Σιών στο Αξούμ την Κιβωτό της Διαθήκης, στην οποία περιέχονται οι Δέκα Εντολές που παρέδωσε ο Θεός στο Μωυσή. Το Αξούμ θεωρείται η ιερότερη πόλη στην Αιθιοπία και αποτελεί τόπο προσκυνήματος. Σημαντικές θρησκευτικές γιορτές είναι το T'imk'et, τα Θεοφάνια, στις 7 Ιανουαρίου, και η γιορτή της Μαριάμ της Σιών στα τέλη Νοεμβρίου. Λόγω της ιστορικής της αξίας, η πόλη το 1980 ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Το Βασίλειο του Αξούμ ή της Αξώμης, επίσης γνωστό ως η Αξουμιτική Αυτοκρατορία, ήταν εμπορικό έθνος των Αιθιοπων που περιλάμβανε εδάφη στη σημερινή περιοχή της Ερυθραίας, στη περιοχή Τιγκράι της Αιθιοπίας και στη Νουβική έρημο. Υπήρχε περίπου από το 100 μ.Χ. έως το 940 μ.Χ. Αναπτυσσόταν από την πρωτοαξουμιτικη εποχή του σιδήρου, τον 4ο αιώνα π.Χ, για να εμφανιστεί στο προσκήνιο τον 1ο αιώνα μ.Χ.. Έγινε σημαντικός παράγοντας στην εμπορική διαδρομή μεταξύ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Αρχαίας Ινδίας. Οι κυβερνήτες της Αξώμης διευκόλυναν το εμπόριο κόβοντας το δικό τους νόμισμα, το κράτος καθιέρωσε την ηγεμονία του επί του παρακμάζοντος Βασιλείου του Κους ενώ επενέβαινε τακτικά στα ζητήματα των βασιλείων στην Αραβική Χερσόνησο, επεκτείνοντας τελικά την κυριαρχία του στην περιοχή με την κατάκτηση του βασιλιά των Χιμιαριτών (Υεμένη). Ο Πέρσης προφήτης Μάνης θεωρούσε την Αξούμ ως μία από τις τέσσερις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του, παράλληλα με την Περσία, τη Ρώμη και την Κίνα. Η αρχαία πρωτεύουσα, που ονομάζεται επίσης Αξούμ, ήταν στη βόρεια Αιθιοπία. Το Βασίλειο χρησιμοποίησε το όνομα "Αιθιοπία" ήδη από τον 4ο αιώνα. Η παράδοση ισχυρίζεται ότι ο Αξούμ είναι ο υποτιθέμενος τόπος ανάπαυσης της Κιβωτού της Διαθήκης και της κατοικίας της βασίλισσας της Σαβά.
Τα πρώτα νομίσματα της Αιθιοπίας κόπηκαν με ελληνικές επιγραφές, αφού η ελληνική γλώσσα ήταν μια σημαντική γλώσσα της αιθιοπική αυλής για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Έλληνας ήταν ο Άγιος Φρουμέντιος, ο οποίος έγινε ο πρώτος επίσκοπος της Αιθιοπίας και η κοινή μας πίστη αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της σχέσης μας. Κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων, οι δύο αυτοκρατορίες, Βυζάντιο και Αιθιοπία ήταν σε συνεχή συμμαχία και θεωρούνταν οι βόρειοι και νότιοι πόλοι του ίδιου του πολιτισμού. Μεταξύ αυτών, σφυρηλάτησαν πολιτικές συλλογικής ασφάλειας τόσο εξειδικευμένες, όσο εκείνες που βλέπουμε να δημιουργούνται στον σύγχρονο κόσμο. Και οι δύο πολιτισμοί ήταν απομονωμένοι και έπρεπε να αγωνιστούν για να επιβιώσουν.
Αρχαία Χριστιανική Αυτοκρατορία, η Αιθιοπία αποτελεί το πιο ιδιόρρυθμο και ανεξερεύνητο κομμάτι της χριστιανοσύνης. Διαφέρει ριζικά από άλλες αφρικανικές χώρες, έχοντας να επιδείξει καταγεγραμμένη ιστορία χιλιετιών, ιδιαίτερο αλφάβητο και ημερολόγιο και εντυπωσιακή τέχνη. Εδώ η Μαύρη Αφρική αγκάλιασε τον αρχαίο κόσμο. Πολλοί ταυτίζουν την Αιθιοπία με τη μυθική Χώρα του Πουντ, που οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν γενέτειρά τους και από την οποία προμηθεύονταν χρυσό, ελεφαντοστό και δούλους. Στον αιθιοπικό βορρά άνθησε, την πρώτη χιλιετία π.Χ., λαμπρός πολιτισμός με κέντρο την πόλη Αξούμ, αποτέλεσμα συνεύρεσης των Αιθιόπων με τους κατοίκους της νότιας Αραβίας. Από εδώ πιστεύεται πως ξεκίνησε η βασίλισσα του Σαββά, που -κατά τον μύθο- επισκέφθηκε το βασιλιά Σολομώντα, με τον οποίο απέκτησε γιο, το Μενελίκ. Ο τελευταίος θεωρείται μυθικός γεννήτορας των Αιθιόπων. Η βασίλισσα και ο Μενελίκ, όπως και πολλοί Αιθίοπες, ασπάσθηκαν τον ιουδαϊσμό. Τη βάση του μύθου σε πραγματικά γεγονότα πιστοποιεί η επιβίωση πληθώρας εβραϊκών εθίμων μεταξύ των χριστιανών Αιθιόπων, και η μέχρι πρότινος παρουσία πολλών Εβραίων (Φαλάσα). Τον τέταρτο αιώνα μ.Χ. ένας Ελληνας μοναχός από την Τύρο, ο Φρουμέντιος, έφερε τον χριστιανισμό στην Αιθιοπία, προσηλυτίζοντας τον βασιλιά της Αξούμ Αϊζάνα. Ο χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας γύρω στο 340 μ.Χ, ενώ ο Φρουμέντιος ανακηρύχθηκε Αμπούνα (αρχιεπίσκοπος) της Αξούμ, που παραμένει η ιερή πόλη των Αιθιόπων. Τον Φρουμέντιο είχε χειροτονήσει επίσκοπο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αθανάσιος. Ο αιθιοπικός χριστιανισμός ξεκίνησε και παρέμεινε στενά συνδεδεμένος με την Κοπτική Εκκλησία της Αιγύπτου. Ωστόσο, οι ίδιοι οι Αιθίοπες, καίτοι Μονοφυσίτες, αποκαλούν την Εκκλησία τους Ορθόδοξη. Η Ορθοδοξία τους διαφέρει από εκείνη της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Η επέλαση του Ισλάμ της στέρησε κάθε δυνατότητα επικοινωνίας με την υπόλοιπη χριστιανοσύνη. Σε καθεστώς απομόνωσης, υπό το βάρος συνεχών αγώνων επιβίωσης κατά των μουσουλμάνων, η αιθιοπική Ορθοδοξία εξελίχθηκε σε ιδιόμορφο κράμα εβραϊκών, χριστιανικών και αφρικανικών εθίμων. Οι Αιθίοπες ορθόδοξοι τηρούν παραδοσιακά τόσο την αργία της Κυριακής, όσο και την Εβραϊκή του Σαββάτου, ενώ τα αγόρια περιτέμνονται την έβδομη ημέρα μετά τη γέννηση. Οπως οι Εβραίοι, τηρούν διαιτητικούς κανόνες για τη σφαγή των ζώων, ενώ δεν τρώνε χοιρινό κρέας. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, μέρες νηστείας, δεν καταναλώνουν ζωικά προϊόντα.
Οι αιθιοπικές εκκλησίες είναι είτε κυκλικές με στέγη από άχυρο, σαν τεράστιες καλύβες είτε μονόκλιτες βασιλικές, είτε συνδυάζουν μια από τις προηγούμενες μορφές με τη διάρθρωση σε επάλληλα επίπεδα, μοιάζοντας με παγόδες. Καθεμία χωρίζεται σε τρία μέρη, εκ των οποίων το ιερότερο, τα Αγια των Αγίων, είναι άβατο για τους μη κληρικούς. Εκεί φυλάσσεται πάντα ένα αντίγραφο της Κιβωτού της Διαθήκης (των πλακών με τις Δέκα Εντολές που έδωσε ο Θεός στοΝ Μωυσή) που ονομάζεται ταμπότ. Το ταμπότ καθαγιάζει τοΝ ναό, και αντιστοιχεί στη δική μας Αγία Τράπεζα. Τόσο η τριμερής διάρθρωση όσο και το αντίγραφο της Κιβωτού θυμίζουν τοΝ Ναό του Σολομώντα. Το μεγαλύτερο καλλιτεχικό επίτευγμα του αιθιοπικού χριστιανισμού είναι οι εκκλησίες οι λαξευμένες σε γιγάντιους μονόλιθους. Πάνω από τριακόσιες λαξευμένες εκκλησίες στολίζουν τα αιθιοπικά υψίπεδα. Οι εντυπωσιακού μεγέθους μονολιθικές εκκλησίες της Λαλιμπέλα θεωρούνται το όγδοο θαύμα του κόσμου, ενώ η περιοχή Τιγκράι, με τις αναρίθμητες εκκλησίες τις λαξευμένες σε απόμακρους βράχους, είναι η Καππαδοκία της Αφρικής. Η εικονογραφία τους μοναδική. Αν και εδράζεται στη βυζαντινή παράδοση, περιλαμβάνει θέματα άγνωστα στον λοιπό χριστιανισμό. Προστάτης της χώρας ο γνωστός μας Αγιος Γεώργιος, που οι Αιθίοπες θεωρούν μισό Ελληνα και μισό Λιβανέζο. Η παρακολούθηση μιας αιθιοπικής λειτουργίας αποτελεί αλησμόνητη εμπειρία. Το τελετουργικό είναι ασυναγώνιστα υποβλητικό και η όλη μυσταγωγία μοιάζει βγαλμένη από τη Βίβλο. Οι Αιθίοπες προσέρχονται στην εκκλησία, τυλιγμένοι σε λευκούς μανδύες, στις πέντε το πρωί. Η τρίωρη λειτουργία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, ιερείς και διάκονοι συγκεντρώνονται σε κύκλο και ψέλνουν ύμνους. Στα χέρια τους φέρουν σείστρα, τα οποία σείουν συνοδεύοντας τις μελωδίες, ενώ κάποιοι χτυπούν ταμπούρλα. Σε τακτά διαστήματα, συνοδεύουν τους ύμνους με αργές χορευτικές κινήσεις. Το δεύτερο μέρος της ακολουθίας μοιάζει περισσότερο στο ορθόδοξο τυπικό, όπως το ξέρουμε. Οι πιστοί, καθόλη τη διάρκεια της τρίωρης λειτουργίας, στηρίζονται σε μπαστούνια, καθώς απαγορεύεται να καθήσουν. Σε αυτήν την παράδοση, τόσο για τα εξαίρετα έργα τέχνης όσο και για τα μοναδικά έθιμα και τελετουργίες που κατέλιπε, εδράζεται η εθνική υπερηφάνεια των Αιθιόπων, κατοίκων μιας χώρας μοναδικής, που θα μπορούσαμε δικαιολογημένα να θεωρήσουμε το Βυζάντιο της Αφρικής.
Πηγή : https://www.kathimerini.gr/242640/article/epikairothta/kosmos/ai8iopia-to-agnwsto-vyzantio-ths-mayrhs-hpeiroy
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BE%CE%BF%CF%8D%CE%BC
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%91%CE%BE%CE%BF%CF%8D%CE%BC
https://neoskosmos.com/el/56883/%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1-%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE/





Ένα δεύτερο Βυζάντιο στις όχθες του Νείλου : Τα χριστιανικά βασίλεια της Νουβίας

Η πρώτη μεθοδική προσπάθεια για τον εκχριστιανισμό της Νουβίας έγινε επί Ιουστινιανού. Περί το 540, με διαταγή του έφυγε από την Κωνσταντινούπολη μία Αποστολή, για να προσελκύσει στην πίστη τα μικρά βασίλεια της Νουβίας. Πριν όμως φθάσουν οι Ορθόδοξοι Ιερείς στον προορισμό τους, μια άλλη αντίζηλη μονοφυσιτική αποστολή βρισκόταν καθ’ οδόν, υποστηριζόμενη από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα που, ως γνωστόν, συμπαθούσε τους Μονοφυσίτες. Αρχηγός της τελευταίας ήταν ο Ιερέας Ιουλιανός, ο οποίος βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον κρατούμενο μονοφυσίτη αρχιεπίσκοπο Αλεξάνδρειάς Θεοδόσιο. Όταν ο Ιουλιανός έφθασε στη χώρα των Νοβαταίων, που κατοικούσαν στην περιοχή του Άνω Νείλου με πρωτεύουσα την Ντογκόλα, παρουσιάσθηκε στον ηγεμόνα Σίλκω και, εφοδιασμένος με δώρα και γράμματα της αυτοκράτειρας του Βυζαντίου, κατόρθωσε να τον πείσει να δεχθεί τον Χριστιανισμό. Παρά τις φοβερές δυσκολίες, που συνάντησε από τον αφόρητο καύσωνα, παρέμεινε εκεί επί δύο χρόνια κατηχώντας τους νεοφύτους. Κατόπιν γύρισε πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Η μονοφυσιτική αυτή ιστορία είναι γραμμένη στα εύρισκα. Εν τω μεταξύ έφθασαν στη Νουβία και οι Ορθόδοξοι Ιεραπόστολοι, τους οποίους είχε στείλει ο Ιουστιανιανός, αλλά οι Νοβαταίοι, υπό την επίδραση των Μονοφυσιτών, τους δέχθηκαν πολύ ψυχρά. Χωρίς να χάσουν τον ενθουσιασμό τους οι Ορθόδοξοι Ιερείς κατευθύνθηκαν προς άλλο λαό της Νουβίας, τους Μακορίτες, και είλκυσαν πολλούς στην πίστη. Δεν είναι εξακριβωμένο ποια από τις δύο εκείνες αποστολές είχε μεγαλύτερη επιτυχία. Το γεγονός πάντως είναι ότι και οι δύο συνέβαλαν ώστε, μέσα σε μία γενιά, να εκχριστιανισθεί ολόκληρη η Νουβία. Για να συνεχισθεί το έργο του μονοφυσίτη Ιουλιανού χειροτονήθηκε Επίσκοπος Φίλων ο Θεόδωρος. Η καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών των Φίλων από τον στρατηγό Ναρσή διευκόλυνε το έργο του. Ο Θεόδωρος οικοδόμησε επάνω στα ερείπια του παλαιού ναού της Ίσιδος τον Ναό του Αγίου Στεφάνου, όπως δε μας πληροφορούν πολλές επιγραφές, ανέπτυξε μεγάλη ιεραποστολική δράση και ο Χριστιανισμός έφθασε σύντομα σε μεγάλη ακμή στη Νουβία. Για την ανάπτυξη της Ιεραποστολής πέραν της χώρας στην οποία εργαζόταν ο Θεόδωρος, το 567 χειροτονήθηκε Επίσκοπος, από τον κρατούμενο στην Κωνσταντινούπολη μονοφυσίτη αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας, ο Λογγίνος. Επί τρία χρόνια οι Ορθόδοξοι παράγοντες της πρωτεύουσας εμπόδιζαν την αναχώρησή του. Τελικά όμως το 569 κατόρθωσε να διαφύγει και να φθάσει στη Νουβία, όπου ανέπτυξε μεγάλη Ιεραποστολική δράση. Προσείλκυσε πολλούς στον Χριστιανισμό και οργάνωσε την Εκκλησία με ιθαγενή κλήρο. Με τον Λογγίνο διαδόθηκε το ευαγγέλιο και στη φυλή των Αλοδαίων, που κατοικούσαν κοντά στα σύνορα της Αιθιοπίας, στη δεξιά όχθη του κυανού Νείλου. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ίδιοι οι Αλοδαίοι ζήτησαν από τον ηγεμόνα των Νοβαταίων να πάει σ’ αυτούς ο Λογγίνος για να τους διδάξει τον Χριστιανισμό. Και όταν μετά από πολλές περιπέτειες, περνώντας μέσα από το εχθρικό προς τους Νοβαταίους βασίλειο των Μακοριτών, κατόρθωσε να φθάσει στα σύνορα των Αλοδαίων, τον υποδέχθηκαν με πολλές τιμές. Ο βάρβαρος ηγεμόνας με ενθουσιασμό αποδέχθηκε τον Χριστιανισμό και βαπτίσθηκε, ενώ τον ακολούθησε και το μεγαλύτερο μέρος του λαού του.
Με την επίδραση των Νοβαταίων ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό και οι Βλέμμυες, οι οποίοι κατοικούσαν μεταξύ Αιγύπτου και Νουβίας, νότια της Συήνης, και οι οποίοι, όπως ήδη αναφέρθηκε, μέχρι εκείνη την εποχή θυσίαζαν ακόμη και ανθρώπους. Σε μια από τις πολυάριθμες ελληνικές επιγραφές που ανακαλύφθηκαν στα ερείπια της πόλεως Τάλμεως της Νουβίας, αναφέρονται τα κατορθώματα του πρώτου Χριστιανού ηγεμόνα των Νοβαταίων Σίλκω κατά των ειδωλολατρών ακόμη Βλεμμύων. Ο Ιουστιανιανός ενίσχυσε ποικιλοτρόπως τους Βυζαντινούς Ιεραποστόλους διότι, συγχρόνως με το γνωστό ιεραποστολικό του ενδιαφέρον, ήλπιζε ότι με την εξημέρωση των βαρβάρων αυτών λαών θα βελτιωνόταν η συνοριακή κατάσταση στον νότο. Και όπως φαίνεται, κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας του η Ορθόδοξη Ιεραποστολή είχε μεγαλύτερη ανάπτυξη από τη μονοφυσιτική. Τα ερείπια εξήντα ναών, τα οποία υπάρχουν στο Σουδάν και εκτείνονται από τα σύνορα της Αίγυπτου μέχρι το Χαρτούμ, και το πλήθος των Χριστιανικών επιγραφών που ανακαλύφθηκαν σε διάφορα σημεία της Νουβίας από τον 7ο και 8ο αιώνα, αποδεικνύουν την ακμή του Χριστιανισμού στη χώρα. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι στην περιοχή αυτή η Εκκλησία, παρά την προσχώρησή της στον Μονοφυσιτισμό, διακρινόταν για τον ελληνικό της χαρακτήρα. Ελάχιστες κοπτικές επιγραφές ανακαλύφθηκαν. Οι περισσότερες είναι ελληνικές. Την μεγάλη επίδραση της Βυζαντινής Εκκλησίας υπογραμμίζει μία ανακάλυψη (1963) από τον Πολωνό καθηγητή Μιχαλόφσκυ. Η πολωνική αρχαιολογική Αποστολή που εργαζόταν για τη διάσωση αρχαίων θησαυρών στην περιοχή που επρόκειτο να κατακλυσθεί από τα νερά, λόγω του φράγματος του Ασσουάν, ανακάλυψε στην περιφέρεια των Φαρών, στην άμμο της ερήμου της Νουβίας, ωραιότατη βυζαντινή Εκκλησία του 8ου έως 10ου αιώνα, με εκατό άθικτες σχεδόν τοιχογραφίες. Η τεχνοτροπία και οι χρωματισμοί έχουν σαφή τη σφραγίδα της βυζαντινής επαρχιακής τέχνης. Υπάρχουν δε παραδείγματα (ασυμπλήρωτη τοιχογραφία του Πάθους και της αναστάσεως) που δείχνουν ανάπτυξη εντόπιας νουβιακής τέχνης. Τα μελαψά πρόσωπα ορισμένων από τους εικονιζόμενους επισκόπους φανερώνουν την επικράτηση του Χριστιανισμού και την ανάπτυξη τοπικής ιεραρχίας. Παρά την εισβολή των Μουσουλμάνων κατά τα έτη 641-642, η Εκκλησία διατηρήθηκε επί μακράν. Σύμφωνα δε με πληροφορία του πατριάρχη Ευτυχίου (933-940), όσο και χρονογράφων του 14ου αιώνα, η Εκκλησία της Νουβίας είχε ως επίσημη λειτουργική της γλώσσα την Ελληνική. Η Χριστιανική πίστη διατηρήθηκε σε διάφορες περιοχές τής Νουβίας μέχρι τον 18ο αιώνα.
Οι Νούβιοι τοξότες ήσαν διάσημοι για τις ικανότητές τους και αποτελούσαν το φόβητρο όλων των γνωστών στρατών της εποχής και ειδικότερα όσων τους είχαν δει εν δράσει. Η Νουβία ήταν γνωστή στους Αιγυπτίους ως η «χώρα του τόξου» και συγχρόνως διάσημη στην αρχαία ιστορία, ως χώρα έμπειρων και φοβερών τοξοτών, με παραστάσεις χρονολογούμενες το 3200 π.Χ. οι οποίες απεικονίζουν Νούβιους τοξότες. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν το τόξο ως ιερογλυφική γραφή για το όνομα «Νουβία». Σε όλα τα αρχαιολογικά ευρήματα της Νουβίας απεικονίζονται θεοί βασιλείς πολεμιστές να φέρουν τόξα. Η γεωγραφική θέση της αρχαίας Νουβίας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την μετέπειτα ιστορική πολιτιστική εξέλιξη της αρχαίας Αιγύπτου. Μέχρι την απώλεια του τελευταίου τους βασιλείου (Χριστιανική Νουβία) οι Νούβιοι παρέμειναν οι κύριοι αντίπαλοι του έτερου μεγάλου αφρικανικού πολιτισμού της Αιγύπτου. Τον 6ο αιώνα, η Νουβία ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Οι τοξότες ήσαν αυτοί που καθυστέρησαν την Ισλαμοποίηση της Νουβίας μέχρι τον 14ο αιώνα.
Η Νοβαδία ήταν βασίλειο της ύστερης αρχαιότητας στη Κάτω Νουβία, και στη συνέχεια μια περιοχή ενός μεγαλύτερου Βασιλείου, της Μακουριας. Το βασίλειο της Νοβαδίας ιδρύθηκε την πρώην Μεροϊτική επαρχία Akine, η οποία περιελάμβανε μεγάλα τμήματα της Κάτω Νουβίας και τα οποία πιθανολογείται να έχουν αυτονομηθεί ήδη πριν από την τελική πτώση του Μεροϊτικού βασιλείου στα μέσα του 4ου αιώνα. Ενώ η Νοβαδία είχε προσκληθεί σε μια περιοχή από την Δυτική Έρημο από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Διοκλητιανό από το 297 μ.Χ το βασίλειο τους γίνεται απτό μόνο γύρω στο 400 μ.Χ. Μέχρι το 701, η Νοβαδία είχε προσαρτηθεί από τον νότιο γείτονα, τη Μακουρια. Οι συνθήκες αυτής της συγχώνευσης είναι άγνωστες. Είναι πιο πιθανό να είχε συμβεί πριν από τη Μουσουλμανική κατάκτηση σε 652, το οποίο προκύπτει από τις Αραβικές ιστορίες οι οποίες μιλούν μόνο ένα Χριστιανικό κράτος στη Νουβία το οποίο να φθάσει τουλάχιστον όσο η Παλιά Δονγκόλα. Η Νοβαδία φαίνεται να έχει διατηρήσει κάποια αυτονομία στο νέο κράτος. Κυβερνώνταν από έναν έπαρχο της Νοβαδίας που ήταν επίσης γνωστός, με τον τίτλο Δομέστικο των Πακχόρας. Αυτοί είχαν αρχικά διοριστεί αλλά φαίνεται να είναι ηγεμόνες σε μεταγενέστερη περίοδο. Μερικά από τα αρχεία τους έχουν βρεθεί στο Fort Ibrim, παρουσιάζοντας μια προσωπικότητα με μεγάλη δύναμη. Ωστόσο, ορισμένοι Άραβες συγγραφείς αναφέρονται στο συγχωνευμένο κράτος ως το "Βασίλειο της Μακουριας και της Νοβαδίας", το οποίο θα μπορούσε να σημαίνει μια διπλή μοναρχία , τουλάχιστον για ορισμένες περιόδους. Το όνομα της Νοβαδίας συχνά δίνεται ως al-Maris στην αραβική ιστορία. Η Νοβαδία ήταν το πιο κοντινό μέρος της Νουβίας στην Αίγυπτο και κατά συνέπεια δέχτηκε τη μεγαλύτερη Αραβοποίηση και Εξισλαμισμό. Με την πάροδο του χρόνου οι άνθρωποι της Νοβαδίας σταδιακά εξισλαμίστηκαν και αναμείχτηκαν με Αραβικές φυλές όπως η Μπανού Kanz, αν και μερικοί παρέμειναν ανεξάρτητοι στο Χριστιανικό βασίλειο της Ντοτάουο μέχρι την κατάκτησή της από τους Σεμνάρ το 1504.
Η Μακουρια ήταν ένα βασίλειο της Νουβιας που βρίσκεται στο σημερινό Βόρειο Σουδάν και τη Νότια Αίγυπτο. Η Μακουρια καλύπτει αρχικά την περιοχή κατά μήκος του ποταμού Νείλου από τον Τρίτο Καταρράκτη σε κάπου νότια του Αμπού Χαμάντ, καθώς και τμήματα του βόρειου Κορδοφάν. Η πρωτεύουσά του ήταν Dongola και το βασίλειο είναι μερικές φορές γνωστό με το όνομα της πρωτεύουσάς του. Μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα, είχε μετατραπεί σε χριστιανικό, αλλά τον 7ο αιώνα, η Αίγυπτος κατακτήθηκε από τους αραβικούς στρατούς. Το 651 ένας αραβικός στρατός εισέβαλε, αλλά απωθήθηκε και μια συνθήκη γνωστή ως baqt υπογράφηκε δημιουργώντας μια σχετική ειρήνη μεταξύ των δύο πλευρών που κράτησε μέχρι τον 13ο αιώνα. Η Μακουρια επεκτάθηκε προσαρτώντας τον βόρειο γείτονά της Νοβατια σε κάποιο σημείο του έβδομου αιώνα, διατηρώντας επίσης στενούς δεσμούς με το βασίλειο της Αλόδιας προς τα νότια. Η περίοδος από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα ήταν το αποκορύφωμα της πολιτιστικής ανάπτυξης της Μακουριας: ανέγερσαν νέα μνημειώδη κτήρια, καλλιτεχνικές τέχνες όπως τοιχογραφίες και άκρως επεξεργασμένη και διακοσμημένη αγγειοπλαστική και η Νουβιακη αναπτύχθηκε για να γίνει η κυρίαρχη γραπτή γλώσσα. Η αυξημένη επιθετικότητα από την αραβική Αίγυπτο, οι εσωτερικές έριδες, οι εισβολές των Βεδουινων και ενδεχομένως η πανουκλα και η μετατόπιση των εμπορικών οδών οδήγησαν στην παρακμή του κράτους τον 13ο και 14ο αιώνα. Λόγω εμφύλιου πολέμου το 1365, το βασίλειο περιορίστηκε σε κατάσταση υποτέλειας και έχασε μεγάλο μέρος των νότιων εδαφών της, συμπεριλαμβανομένης της Dongola. Είχε εξαφανιστεί από τη δεκαετία του 1560, όταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Κάτω Νουβία. Στη συνέχεια, η Νουβια εξισλαμίστηκε, ενώ οι Νουβιοι που ζούσαν πρίν από το Al Dabbah και στο Kordofan επίσης αραβοποιήθηκαν.
Η Αλόδια, γνωστή και ως Alwa, ήταν ένα μεσαιωνικό βασίλειο της Νουβίας στο κεντρικό και το νότιο Σουδάν. Η πρωτεύουσά του ήταν η πόλη Soba, που βρίσκεται κοντά στο σύγχρονο Χαρτούμ, στη συμβολή των ποταμών του Γαλάζιου και του Λευκού Νείλου. Ιδρύθηκε λίγο μετά την κατάρρευση του αρχαίου βασιλείου του Kush, περίπου το 350 μ.Χ. Η Αλόδια αναφέρεται αρχικά σε ιστορικά αρχεία το 569. Ήταν το τελευταίο από τα τρία Νουβιακα βασίλεια που μετατράπηκε στον Χριστιανισμό το 580, ακολουθώντας την Νοβατια και την Μακουρια. Πέτυχε να φτάσει στο αποκορύφωμά της κατά τον 9ο-12ο αιώνα, όταν τα αρχεία δείχνουν ότι ξεπέρασε τον βόρειο γείτονά της, το Μακουρια, με το οποίο διατήρησε στενούς δυναστικούς δεσμούς, μεγάλη σε μέγεθος, στρατιωτική δύναμη και οικονομική ευημερία. Όντας μια μεγάλη, πολυπολιτισμική κατάσταση, η Αλόδια διαχειριζόταν από έναν ισχυρό βασιλιά και διοικητές επαρχίας που διορίστηκαν από αυτόν. Η πρωτεύουσα Soba, η οποία περιγράφεται ως πόλη "εκτεταμένων κατοικιών και εκκλησιών γεμάτων χρυσό και κήποι", αναπτύχθηκε ως εμπορικός κόμβος. Τα εμπορεύματα έφθασαν από την Μακουρια, τη Μέση Ανατολή, τη Δυτική Αφρική, την Ινδία και ακόμη και την Κίνα. Η εξάπλωση της γνώσης γραφής Νουβιακών και ελληνικών αναπτύχθηκε. Από τον 12ο και ιδιαίτερα τον 13ο αιώνα, η Αλόδια παρακμάσε, πιθανώς λόγω εισβολών από το νότο, ξηρασίας και μετατόπισης εμπορικών οδών. Τον 14ο αιώνα, η χώρα μπορεί να είχε καταστραφεί από την πανώλη, ενώ οι αραβικές φυλές άρχισαν να μεταναστεύουν στην κοιλάδα του Άνω Νείλου. Μέχρι περίπου το 1500 η πόλη Soba είχε πέσει είτε στους Άραβες, είτε στο Funj. Αυτό πιθανότατα σηματοδότησε το τέλος της Αλοδιας, αν και ορισμένες προφορικές παραδόσεις του Σουδάν ισχυρίστηκαν ότι επέζησε με τη μορφή του βασιλείου του Φαζούλι στα σύνορα Αιθιοπίας-Σουδάν. Μετά την καταστροφή της Soba, οι Funj δημιούργησε το σουλτανάτο του Sennar, εισάγοντας μια περίοδο εξισλαμισμού και αραβοποίησης.
Από το 2009 δύο αρχαιολόγοι εργάζονται (2011) στο νησί του Νείλου Σάι, στο Βόρειο Σουδάν, με σκοπό να αναδείξουν το μεσαιωνικό παρελθόν του χώρου. Ένα παρελθόν όπου το πολύμορφο αφρικανικό πολιτισμικό υπόβαθρο του πληθυσμού της περιοχής που κάποτε ονομαζόταν Νουβία, ήδη επηρεασμένο και από τους βορειότερους γείτονες Αιγυπτίους, καθορίστηκε από την παρουσία των Ελλήνων Πτολεμαίων και κλασικά μορφωμένων πολιτικών και θρησκευτικών αρχών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της χριστιανικής (Βυζαντινής) συνέχειάς της. Τα τρία ανεξάρτητα βασίλεια Νοβατία, Μακουρία και Άλωα (Αλοδια) που άκμασαν στο Σουδάν κατά τον Μεσαίωνά του παρόμοιο παραδόξως με τον δικό μας Βυζαντινό Μεσαίωνα, ήταν χριστιανικά από πλευράς θρησκείας και νουβιακά στον πολιτισμό τους. Η ελληνική ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν, αρχικά τουλάχιστον, στις μνημειακές επιγραφές τους, παράλληλα με την αιγυπτιακή κοπτική, ενώ η ντόπια λεγόμενη «Παλαιά Νουβιακή» γλώσσα, που εμφανίζεται κυρίως σε χειρόγραφα και γκράφιτι, γράφεται με το ελληνικό αλφάβητο, εμπλουτισμένο με τα επιπλέον γράμματα που εμφανίζονται στις αιγυπτιακές κοπτικές επιγραφές και ορισμένα άλλα, ίσως προερχόμενα από την παλαιότερη, ντόπια, Μεροϊτική γραφή. Η τέχνη, αν και φανερά συγγενής με την κοπτική της χριστιανικής Αιγύπτου, διαθέτει στην πραγματικότητα έναν δικό της, ανεξάρτητο χαρακτήρα. Ωστόσο, αυτό το ανεξάρτητο πνεύμα που μετουσίωνε το ξένο σε κάτι απόλυτα εναρμονισμένο με τη γη και το περιβάλλον της Νουβίας προσπάθησαν να ελέγξουν οι βόρειοι δυνατοί: οι μονοφυσίτες χριστιανοί της Αλεξάνδρειας από τη μία και οι «δυοφυσίτες» Κωνσταντινουπολίτες οπαδοί του δόγματος της Συνόδου της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ). Την εποχή του Ιουστινιανού, το τι συμβαίνει στα τρία βασίλεια ερμηνεύεται συνήθως ως ένδειξη των θρησκευτικών αντιθέσεων μεταξύ του αυτοκράτορα και της συζύγου του, Θεοδώρας. Όταν ο Ιουστινιανός στέλνει ιεραποστόλους να κηρύξουν την «ορθή» πίστη, η Θεοδώρα καταφέρνει να καθυστερήσει την αποστολή για να φτάσουν πρώτοι δικοί της, μονοφυσίτες, ιεραπόστολοι που προσηλυτίζουν τα βασίλεια της Νοβατίας και της Άλωας (Αλοδια). Μια μεταγενέστερη αποστολή του Ιουστινιανού προσηλυτίζει τη Μακουρία, που ακολουθεί για το διάστημα εκείνο το δόγμα της Κωνσταντινούπολης! Στη συνέχεια όμως φαίνεται ότι συνάφεια υπάρχει με το κοπτικό δόγμα, των γειτονικών Αιγυπτίων. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τοποθετήθηκε από τους δύο αρχαιολόγους και ο Καθεδρικός Ναός του Σάι που ερευνήθηκε συστηματικά τα δύο τελευταία χρόνια 2009 και 2010.
Πηγή : https://www.archaiologia.gr/blog/2011/10/13/%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%AF-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CE%B1%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC-%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF/
http://www.oodegr.com/oode/ierapostoli/istoria/evagelismos_noubias_1.htm
https://chilonas.com/2013/08/05/httpwp-mep1op6y-12t/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%BF%CE%B2%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%B1
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Makuria
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Alodia





Ιούλιος Ασκληπιόδοτος : Ο Έλληνας τρομερός πολέμαρχος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Το πρώτο διάστημα της δημιουργίας της, η Ρώμη ήταν μία ακόμα μικρή πόλη-κράτος και ένα μεγάλο μέρος είχε καταληφθεί από Έλληνες αποίκους. Οι Ρωμαίοι επηρεάστηκαν σε κάποια πράγματα από τους Έλληνες. Υιοθέτησαν την στρατιωτική τους τακτική να φτιάχνουν φάλαγγες με καλά εξοπλισμένους οπλίτες. Προστατεύονταν με τις ασπίδες τους και μάχονταν με δόρατα. Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε σε μεγάλες μάχες. Ευεργετική για τους υποτελείς, άτομα και πολιτείες, ήταν η απαλλαγή τους από τη φορολογία, ενώ ύψιστη επιβράβευση για όσους αποδείκνυαν έμπρακτα την αφοσίωσή τους στη Ρώμη ήταν να τους απονεμηθεί ο τίτλος και να τους αναγνωριστούν τα δικαιώματα του ρωμαίου πολίτη. Το τελευταίο γινόταν όλο και συχνότερα όσο προχωρούσαν τα χρόνια, ώσπου το 212 μ.Χ. να ονομαστούν, με διάταγμα του Καρακάλλα, ρωμαίοι πολίτες όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της αυτοκρατορίας και φυσικά και τα εκατομμύρια των Ελλήνων που ζούσαν στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η ρωμαϊκή λεγεώνα (από τη λατινική λέξη legio που σημαίνει "επιστράτευση", "στρατολόγηση", από το legere "επιλέγω") ήταν μία μεγάλη μονάδα του ρωμαϊκού στρατού. Επανδρώνονταν αποκλειστικά από Ρωμαίους πολίτες, καθώς, μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ., κάθε Ρωμαίος πολίτης ήταν υποχρεωμένος να υπηρετεί στο ρωμαϊκό στρατό και λάμβανε μισθό για τις υπηρεσίες του. Για να στρατολογηθεί έπρεπε να περάσει το 17ο έτος και υπηρετούσε μέχρι το 46ο έτος. Πάντως η διάρκεια της θητείας διέφερε από εποχή σε εποχή. Τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας των λεγεώνων ο λεγεωνάριος ήταν απλός πολίτης που υπηρετούσε όσο χρειαζόταν και μετά επέστρεφε στις πολιτικές ασχολίες του. Από τον 1ο αιώνα και μετά, η στρατιωτική υπηρεσία γίνεται επαγγελματική. Η θητεία ήταν αρχικά 12 χρόνια, αργότερα γίνεται 20 και κάποτε έφτασε τα 25 χρόνια. Η λεγεώνα στελεχωνόταν ειδικά από Ρωμαίους πολίτες.
Ο Ιούλιος Ασκληπιόδοτος (λατ.: Iulius Asclepiodotus) ήταν Ρωμαίος πραιτοριανός έπαρχος επί Αυρηλιανού, Πρόβου και Διοκλητιανού και ύπατος το έτος 292. Ένας από τους πολλούς Έλληνες που υπηρέτησαν στις Ρωμαϊκές Λεγεώνες, και μάλιστα σε υψηλότατα αξιώματα, είναι ο επικεφαλής της Πραιτωριανης Φρουράς, Έπαρχος του Πραιτωριου (Praetoria Praefecti) Ιουλιος Ασκληπιοδοτος. Γεννημένος στην Ήπειρο το 251, κατατάχτηκε στις Λεγεώνες κάποια στιγμή την εποχή του Αυρηλιανου (270-75) πιθανότατα την εποχή που ο Αυτοκράτορας βρισκόταν στα Βαλκάνια (271/2) και ζητούσε συνεχώς νεοσύλλεκτους για τις Λεγεώνες, αφού ετοιμαζόταν για εκστρατεία εναντίον της Παλμύρας, στη Συρία. Η εξέλιξη του υπήρξε ραγδαία, και όπως λέει και η Historia Augusta: «Πολεμησε παντου». Στο Ιράκ με τον Αυτοκράτορα Κάρο και την θρυλική εκπόρθηση της Κτησιφωντος (Μεσοποταμία) για 4η(!) φορα, το 282, εναντίον των Γερμανικών φυλών των Αλαμανων και Βουργουνδων στον ποταμό Ρήνο το 288, των Γερμανών Γότθων και Ταιφαλων στον Κάτω Δούναβη το 290, και των ατίθασων Βλεμμυων (Νουβία) και Αξουμιτων (Αιθιοπία) στον 3ο καταρράκτη του Νείλου, στα σύνορα του Σουδαν, το 292. Κάπου το 285 μεταπήδησε απο τις Λεγεώνες στην Πραιτωριανη Φρουρά και εκεί η εξέλιξη του έφτασε στο αποκορύφωμα της: Το 293 ήταν επικεφαλής πια, και λίγο αργότερα, το 296, του δόθηκε η μεγάλη ευκαιρία συμμετέχοντας με 20.000 άνδρες στο πλευρό του «Καισαρα» της Δυσεως, Κωνσταντίου του Χλωρου (πατέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου) για την κατάπνιξη της εξέγερσης στη Βρετανία του στασιαστη στρατηγού Allectus, που ήδη απο το 286 ηταν αποσπασμένη από την Αυτοκρατορία. Πράγματι, ένα βράδυ τέλους Σεπτεμβρίου του 296, κάτω απο εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, τρείς μεγάλοι Ρωμαϊκοί στόλοι έφυγαν ταυτόχρονα απο Γαλατικους και Γερμανικούς λιμένες (Κωνστάντιος απο Vononia (Βουλώνη) με 100 σκάφη και 15.000 άνδρες, ο Ασκληπιοδοτος με 130 σκάφη και 20.000 ανδρες απο την Grannona, κοντα στο Σηκουάνα, και 120 σκάφη, κυρίως μεταγωγικά υπο άγνωστο αξιωματικό απο το στόμιο του Ρήνου με 25.000 ανδρες). Ο Κωνστάντιος επιζητούσε τον κακό καιρό, για να μην γίνει αντιληπτός απο τους στασιαστές λόγω της συνηθισμένης Βρετανικής ομίχλης. Ο Allectus όμως τους περίμενε με τις Ρωμαϊκές ναυτικές μοίρες της Βρετανίας (110 σκαφη- Classis Britannica) και 30.000 άνδρες (οι 3 Βρετανικές Λεγεώνες και γύρω στις 10.000 Φράγκοι μισθοφόροι). Τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως ανώμαλα, αλλά όχι αρνητικά τελικά: Ο Ασκληπιοδοτος κατάφερε να μην γίνει αντιληπτός και πλέοντας «ταχεως» να αποβιβάσει τους 20.000 άνδρες του στο Chichester, κοντα στο Southampton. Τα μεταγωγικά, έχασαν τον δρόμο τους και αποβιβάστηκαν πιο βόρεια, ενω ο Κωνστάντιος, δεν τα βρήκε στο Kent που ηταν προκαθορισμένο να βρεθούνε και έξω φρενών, επέστρεψε στη Γαλατία. Ο Ασκληπιοδοτος όμως απτόητος, βάδιζε ολοταχώς για το κέντρο των στασιαστών, το Λονδίνο (Londinium). Ο Allectus, που περίμενε πρώτα τον Κωνστάντιο στο Kent, αιφνιδιάστηκε από την θυελλώδη προέλαση του Έλληνα Επάρχου και επέστρεψε οσο γρηγορότερα γινόταν πίσω στη βάση του. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν 15 χλμ ΝΔ του Λονδίνου, σε μια τρομερή μάχη, οπου ο Allectus σκοτώθηκε με τους περισσότερους άνδρες του. Τα υπολείμματα του στρατού του (κυρίως Φράγκοι) υποχώρησαν μέσα στο Λονδίνο οπου άρχισαν να το λεηλατούν. Σύντομα όμως εισχώρησαν στα προάστια τα στρατεύματα του Ασκληπιοδοτου, μαζί με τους 25.000 άνδρες των μεταγωγικών, που είχαν βρεί τον δρόμο τους μέσα στην ομιχλη, αγνοώντας που ήταν ο Κωνστάντιος, ο οποίος τους έψαχνε στη…Μάγχη. Στις σφοδρές οδομαχίες που έγιναν μέσα στο Λονδίνο οι Φράγκοι κατακρεουργηθηκαν, ενω οι κάτοικοι ξεσπούσαν σε ζητωκραυγές. Ο Κωνστάντιος αποβιβάστηκε και αυτός τελικά στο Dover, εκκαθαριζοντας κάθε εστία αντίστασης. Η επανάκτηση της Βρετανίας για την Αυτοκρατορία ηταν μια λαμπρή επιτυχία, και δίκαια ο Κωνστάντιος ο Χλωρός πήρε τον τίτλο του «Redditor Lucis Aeternae» (Αναμορφωτής του Αιωνίου Φωτός), ο δε εκπληκτικός Ασκληπιοδοτος, εκτός οτι τιμήθηκε πολύ απο τη Ρώμη, πέρασε και στην Βρετανική(!) παράδοση σαν «Δουκας της Κορνουαλλης» στο έργο «Historia Regum Britanniae» (1136) του Geoffrey of Monmourth. Ηταν μια μεγαλη «δικη μας» μορφη. Ο Ασκληπιόδοτος εμφανίζεται και σε ένα θρύλο της μεσαιωνικής Αγγλίας ως Δούκας της Κορνουάλλης που ζει στα χρόνια του Ρωμαίου κατακτητή Αλλέκτου που καταπιέζει το λαό της Βρετανίας στο έργο του Τζέφρι του Μόνμαουθ Ιστορία των Βασιλέων της Βρετανίας (1136). Ο θρύλος λέει ότι ο Ασκληπιόδοτος σκότωσε και νίκησε τον Αλλέκτο και κατόπιν άφησε τους Ρωμαίους, που είχαν παραδοθεί, να εγκαταλείψουν ασφαλείς το νησί. Ωστόσο δέχτηκαν επίθεση από ένα κελτικό φύλο, τους Venedoti που ήταν σύμμαχοι του Ασκληπιοδότου. Τους έκοψαν τα κεφάλια τα οποία και έριξαν σε ένα ποτάμι. Ύστερα, ο Ασκληπιόδοτος ανήλθε στο θρόνο και βασίλεψε δίκαια για δέκα χρόνια. Όμως η βασιλεία του συμπίπτει χρονικά με τους διωγμούς του Διοκλητιανού και ο Τζέφρι χρονολογεί τη μαρτυρία του Αγίου Αλβανού (St. Alban) εκείνη την περίοδο. Ο Κόουλ, δούκας του Κόλτσεστερ αντιδρώντας στις κτηνωδίες προς τους Χριστιανούς ηγήθηκε μιας εξέγερσης, σκότωσε τον Ασκληπιόδοτο και του πήρε τον θρόνο.
Πηγή :  https://cognoscoteam.gr/%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%80%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CE%B7%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%BF/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%80%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%82
https://www.mixanitouxronou.gr/o-romekos-stratos-antegrapse-tous-archeous-%CE%84ellines-ke-egine-anikitos-gia-pollous-eones-o-ipnos-en-ora-ipiresias-timorountan-me-thanato/
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/grammatologia/page_072.html?prev=true
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CF%8E%CE%BD%CE%B1