Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

Ο πόλεμος των Ουρανίων αλόγων - Η κινεζική αυτοκρατορία των Χαν εναντίον των Μεγάλων Ιώνων Ελλήνων (Dayuan) της Σογδιανής : Μέρος Β - Ο πόλεμος που οδήγησε στο άνοιγμα του δρόμου του μεταξιού

Ο Μέγας Αλέξανδρος είχε μεταφέρει τον ελληνικό πολιτισμό στις εσχατιές της Ασίας. Στην κοιλάδα της Φεργκάνα, στο Τατζικιστάν, είχε ιδρύσει την Αλεξάνδρεια Εσχάτη, στον ποταμό Ιαξάρτη (Σιρ Νταριά) την οποία αποίκησε με Έλληνες. Οι εκεί Έλληνες και ντόπιοι τελούσαν υπό το ελληνιστικό βασίλειο της Βακτρίας μέχρι το 140 π.Χ. περίπου, όταν βαρβαρικά φυλές κατέκτησαν τη γύρω περιοχή και τους απομόνωσαν. Το 125 π.Χ., οι νομάδες Τόχαροι επεκτάθηκαν ακόμα περισσότερο προς τα νότια και τη Βακτριανή, αργότερα και στην Ινδία όπου και τον 1ο αιώνα μ.Χ. ίδρυσαν την αυτοκρατορία των Κουσάν, η οποία είχε πολλά γνωρίσματα του ελληνικού πολιτισμού. Οι Έλληνες τον 3ο αι. π.Χ. είχαν εκστρατεύσει μέχρι το κινεζικό Τουρκμενιστάν. Το βασίλειο των Ελλήνων και των απογόνων τους στη Φεργκάνα ήταν γνωστό στους Κινέζους ως Νταγιουάν που σε ελεύθερη απόδοση σημαίνει «μεγάλοι Ίωνες», δηλαδή Έλληνες. Φαίνεται πως η ονομασία Γιουάν, ήταν απλώς μεταγραφή της ινδικής λέξης Γιόνα ή Γιαβάνα, η οποία χρησιμοποιούνταν σε όλη την Ασία για να περιγράψει τους Έλληνες (Ίωνες), έτσι το Τα-γιουάν αποδίδεται ως Μεγάλοι Ίωνες. Οι Έλληνες της Αλεξάνδρειας Εσχάτης (Χουζάντ) διατηρούσαν σχέσεις με την Κίνα και στην περίοδο της αυτοκρατορίας των Χαν. Σύμφωνα με Κινέζο περιηγητή που είχε μεταβεί στο βασίλειο περί το 130 π.Χ. η χώρα των Νταγιουάν είχε πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια Εσχάτη, υψηλό πολιτισμό και στρατό 60.000 ανδρών.



Η ανατολικότερη κτήση του Μεγάλου Αλεξάνδρου ήταν στο Τατζικιστάν η Αλεξάνδρεια η Εσχάτη. Γύρω στο 140 π.χ. ένας σπουδαίος Κινέζος διπλωμάτης (της δυναστείας των Haz) ο Ζhang Qian, βρέθηκε κατά λάθος στην Εσχάτη Αλεξάνδρεια. Βέβαια οι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου δεν ήταν και στα καλύτερά τους, 200 χρόνια μετά από την εγκαθίδρυσή τους στα βάθη της Ασίας, διότι ήταν υπόδουλοι σε μια νομαδική φυλή της περιοχής, τους Yuezhi (Τόχαρους) και όπως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις, τους πλήρωναν και το πατροπαράδοτο φόρο υποτέλειας, χαράτσι. Τέλος πάντων, ο Zhang Qian, διπλωμάτης ήταν ο άνθρωπος, εστίασε σε κάτι που του άρεσε περισσότερο και πίστευε ότι θα ενδιέφερε και τον αυτοκράτορα του: ήταν τα άλογά των εκεί Ελλήνων. Γύρισε λοιπόν πίσω ο Zhang στο αφεντικό του τον αυτοκράτορα και τον ενημέρωσε για τους Έλληνες που γνώρισε στα δυτικά σύνορα της Κίνας αλλά και για τα θεϊκά τους άλογα. Οι Κινέζοι ήταν εντυπωσιασμένοι από τα ψηλά και δυνατά άλογα (ουράνια άλογα) που είχαν στην κατοχή τους οι Νταγιουάν, η χρήση των οποίων από τους Κινέζους θα ήταν κρίσιμης σημασίας στη διαμάχη τους με τα τουρκο-μογγολικά φύλα των Ούννων Χιονγκ-νου.


Τα έθιμα των Νταγιουάν (Έλληνες Σογδιανης) αναφέρονται πως είναι πανομοιότυπα με αυτά των Ελληνο-βακτριανών στο νότο, οι οποίοι είχαν ιδρύσει το ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής. “Τα έθιμα τους [των Βακτρίων] είναι τα ίδια με αυτά των Νταγιουάν. Οι άνθρωποι έχουν σταθερές κατοικίες και ζουν μέσα σε οχυρωμένες πόλεις και κανονικά σπίτια όπως οι Νταγιουάν. Δεν έχουν μεγάλους βασιλείς ή αυτοκράτορες, αλλά παντού μέσα στις οχυρωμένες πόλεις τους έχει η κάθε μια τον δικό της μικρό βασιλιά.” Περιγράφονται ως αστικοί πληθυσμοί, σε αντίθεση με τους πληθυσμούς των Τόχαρων, Γουσούν (Σκύθες) ή τους Χιονγκ-νου (Ούννοι) οι οποίοι ήταν όλοι νομάδες. “Έχουν οχυρωμένες πόλεις και σπίτια, οι μεγάλες και οι μικρές πόλεις τους ανήκουν, εβδομήντα στον αριθμό, περιέχουν συνολικό πληθυσμό μερικών εκατοντάδων χιλιάδων…Υπάρχουν πάνω από εβδομήντα άλλες πόλεις στη χώρα.”





«Συνεχώς οι (Έλληνες) Νταγιουάν φτιάχνουν κρασί από τα σταφύλια. Οι πλούσιοι ανάμεσα τους αποθηκεύουν ως και 10.000 πέτρες [63.5 τόνους] και παραπάνω στα κελάρια τους, και το κρατάνε για αρκετές δεκάδες χρόνια χωρίς να χαλάει. Στους άνθρωπους αυτούς αρέσει το κρασί.» Τα σταφύλια και η αλφάλφα εισήχθησαν στη Κίνα από τους Έλληνες Νταγιουάν μετά το ταξίδι του Ζανγκ Κιουάν: "Οι περιοχές γύρω από το Νταγιουάν φτιάχνουν κρασί από σταφύλια, και οι πιο οικονομικά επιφανείς κρατάν ως και 10.000 ή περισσότερα πίκουλ αποθηκευμένο. Μπορεί να κρατηθεί για ως είκοσι με τριάντα χρόνια χωρίς να χαλάσει. Οι άνθρωποι αγαπούν το κρασί και τα άλογα το αλφάλφα. Οι αντιπρόσωποι του Χαν επέστρεψαν φέρνοντας σταφύλια και αλφάλφα σπόρους στην Κίνα και ο αυτοκράτορας για πρώτη φορά δοκίμασε να φυτέψει τα φυτά αυτά σε γόνιμο έδαφος. Αργότερα, όταν ο Χαν απέκτησε μεγάλο αριθμό των "ουράνιων αλόγων" και οι αντιπρόσωποι από άλλες χώρες άρχισαν να καταφθάνουν με τις συνοδείες τους, η γη σε όλες τις πλευρές των καλοκαιρινών παλατιών και πύργων αναψυχής του αυτοκράτορα ήταν φυτεμένη με σταφύλια και αλφάλφα τόσο μακριά όσο μπορεί να δεί το μάτι."




Μετά τις αναφορές του Ζανγκ Κιουάν ο οποίος αρχικά είχε σταλθεί για να συνάψει συμμαχία με τους λευκούς νομάδες Τόχαρους εναντίον των Ούννων Χιονγκ-νου -χωρίς αποτέλεσμα-, ο Κινέζος αυτοκράτορας Χαν Γουντί ενδιαφέρθηκε για την ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων με τους ανεπτυγμένους αστικούς πολιτισμούς της Φεργκάνα (Σογδιανης), Βακτριανής και Παρθίας. “Ο Γιός του Ουρανού στο άκουσμα όλων αυτών αποφάσισε έτσι λοιπόν: Η Φεργκάνα [Νταγιουάν] και οι κατοχές της Βακτριανής και της Παρθίας είναι μεγάλες χώρες, γεμάτες με σπάνια αγαθά, και με πληθυσμούς που ζουν σε μόνιμες κατοικίες και με επαγγέλματα τα οποία μοιάζουν αρκετά με αυτά των Κινέζων, αλλά με αδύναμους στρατούς, και με μεγάλη εκτίμηση στην πλούσια παραγωγή της Κίνας”. Οι κινέζοι στη συνέχεια έστειλαν πολυάριθμες αποστολές, γύρω στις δέκα ανά έτος, σε αυτές τις χώρες και τόσο μακριά όσο η ελληνιστική Συρία των Σελευκιδών. “Έτσι περισσότερες αποστολές απεστάλησαν στο Αν-σι [Παρθία], Αν-τσάι [Αλανοί? Σαρματες ρωσικού Καυκάσου], Λι-καν [Συρία των Σελευκιδών], Τιαου-τσι [Χαλδαία Μεσοποταμία], και Σον-του [Ινδία]... Ως γενική εκτίμηση, μάλλον πάνω από δέκα τέτοιες αποστολές στάλθηκαν κατά τη διάρκεια ενός έτους, και το λιγότερο πέντε ή έξι.”




Η σύγκρουση μεταξύ της Κίνας των Χαν (202 π.Χ. – 9 μ.Χ. & 25 μ.Χ. – 220 μ.Χ.) και του ελληνιστικού βασιλείου, σύμφωνα με την κινεζική παράδοση, προκλήθηκε από τη άρνηση των Ελλήνων να πουλήσουν στους Κινέζους πολεμικούς ίππους που διέθεταν για τις ανάγκες του στρατού του Κινέζου αυτοκράτορα. Αυτόθεωρήθηκε μεγάλη προσβολή και ο αυτοκράτορας Γου διέταξε τον στρατηγό του Λι Γκουάνγκ Λι να εκστρατεύσει κατά των αλαζόνων Νταγιουάν, διαθέτοντάς του 6.000 ιππείς και 20.000 πεζούς. Το 104 π.Χ. η κινεζική στρατιά ξεκίνησε. Οι Κινέζοι ήταν υποχρεωμένοι να διασχίσουν το Σινγιάνγκ (δυτική Κίνα) και την έρημο Τακλαμακάν υπολογίζοντας ότι θα προμηθεύονταν τα αναγκαία από τους τοπικούς φυλάρχους στις εκεί οάσεις. Ωστόσο οι τελευταίοι αποδείχθηκαν απρόθυμοι και οι Κινέζοι χρειάστηκε αρκετές φορές να πολεμήσουν. Συνεχίζοντας την επίπονη πορεία τους οι Κινέζοι έφτασαν στα σύνορα των Νταγιουάν αλλά μέχρι τότε ο στρατός τους είχε υποστεί τρομακτική φθορά. Σαν να μην έφτανε αυτό οι Κινέζοι ηττήθηκαν κατά κράτος στη μάχη του Γιουκτσένγκ και κακήν – κακώς υποχώρησαν. Η κινεζική στρατιά καταστράφηκε ολοσχερώς.




Παρόλα αυτά ο αυτοκράτορας δεν απογοητεύτηκε. Το 102 π.Χ. συγκρότησε μια τεράστια στρατιά 60.000 πεζών και 30.000 ιππέων την οποία ακολουθούσαν 100.000 βοοειδή και 20.000 υποζύγια. Οι Κινέζοι, υπό τον στρατηγό Λι και πάλι, ακολούθησαν το ίδιο δρομολόγιο, αλλά αυτή τη φορά η ισχύς των δυνάμεών τους δεν άφηνε περιθώρια στους φυλάρχους. Έτσι πέρασαν χωρίς σοβαρά προβλήματα από το Σινγιάνγκ (δυτική Κίνα) και την έρημο. Η τεράστια κινεζική στρατιά έφτασε στην Αλεξάνδρεια Εσχάτη που οι Κινέζοι αποκαλούσαν Ερσί και την πολιόρκησαν. Οι αμυνόμενοι επιχείρησαν έξοδο αλλά αποκρούστηκαν. Η πολιορκία δεν εξελισσόταν ευχάριστα για τους Κινέζους, μέχρι που κατάφεραν να κόψουν την τροφοδοσία της πόλης με νερό. Παρόλα αυτά μόνο ύστερα από 40 ημέρες άγριων τειχομαχιών οι Κινέζοι κατάφεραν να προκαλέσουν ρήγμα στο εξωτερικό τείχος και να εισέλθουν σε τμήμα της πόλης. Υποχωρώντας στο εσωτερικό τείχος μερίδα ευγενών ζήτησε συνθηκολόγηση υπό όρους.

Οι Κινέζοι, εξαντλημένοι και οι ίδιοι δέχτηκαν ζητώντας όμως το κεφάλι του βασιλιά της πόλης που στα κινεζικά κείμενα αναφέρεται ως Γουγκουά το οποίο οι προδότες ευγενείς του το παρέδωσαν. Επίσης ζήτησε την παράδοση 3.000 πολεμικών ίππων. Αποχωρώντας, χωρίς να έχει εκπορθήσει την πόλη, ο Κινέζος στρατηγός Λι Γκουάνγκ Λι ενθρόνισε έναν εκ των ευγενών τους βασιλείου, τον αποκαλούμενο στα κινεζικά κείμενα Μικάι και αποχώρησε. Από τους 90.000 άνδρες τους όμως μόνο 11.000 επέστρεψαν λόγω της φθοράς κατά την πολιορκία κυρίως, αφού στη δεύτερη εκστρατεία τους οι Κινέζοι είχαν μαζί τους τρόφιμα, τρόφιμα τους δόθηκαν και από τους Νταγιουάν, μετά την συνθήκη και δεν παρενοχλήθηκαν από τοπικούς φυλάρχους παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις. Ωστόσο η κινεζική εκστρατεία απέτυχε ουσιαστικά. Το 101 π.Χ. οι ευγενείς Νταγιουάν σκότωσαν τον βασιλιά Μικάι που θεωρήθηκε μαριονέτα των Κινέζων και ανέβασαν στο θρόνο τον αδερφό του νεκρού βασιλιά Γουγκουά. Οι Κινέζοι δεν αντέδρασαν και περιοριστήκαν να αποκαταστήσουν τις εμπορικές και διπλωματικές τους σχέσεις με το βασίλειο του Νταγιουάν. 





Κατά την επιστροφή του Λι Γκουανγκλί, όλα τα μικρά βασίλεια και φυλές αποδέχτηκαν την κινεζική κυριαρχία και την υποτέλεια σε αυτήν. Έφτασε στην πύλη του Νεφρίτη -πέρασμα Γιουέν προς την κύρια Κίνα- το 100 π.Χ. με 10.000 άντρες και 1.000 άλογα. Η επικοινωνία με τη Δύση αποκαταστάθηκε μετά τη σύναψη ειρηνευτικής συμφωνίας με τους Νταγιουάν και οι απεσταλμένοι αναχώρησαν ακόμα μια φορά από την Κίνα για τη Δύση, με τα καραβάνια να ταξιδεύουν προς τις αγορές της Βακτριανής. Ήδη από τον 3ο αιώνα π.Χ. θεωρείται πως υπήρχε επικοινωνία μεταξύ των ελληνικών βασιλείων στην κεντρική Ασία και την Κίνα, και είναι πιθανό πως τα αγάλματα των πολεμιστών του πήλινου στρατού εμπνεύστηκαν από την ελληνική τεχνοτροπία, ή πως σχεδιάστηκαν από Έλληνες γλύπτες, με τους οποίους οι Κινέζοι ήρθαν σε επαφή στα δυτικά της χώρας κατά την περίοδο της διακυβέρνησης από τον αυτοκράτορα Τσιν Σι Χουάνγκ κατά τον 3ο αιώνα π.Χ.. Επίσης έχουν ανακαλυφθεί κοντά στα 300 νομίσματα σε διάφορες επαρχίες της Κίνας τα οποία φέρουν ελληνικούς χαρακτήρες και χρονολογούνται στην περίοδο 1ου με 2ου αιώνα μ.Χ., τα οποία πιθανώς είναι ινδοσκυθικής ή Τοχαρικης κοσσανικής προέλευσης.




Ο δρόμος του Μεταξιού ουσιαστικά ξεκίνησε από τον 1ο αιώνα π.Χ., μετά τις προσπάθειες της Κίνας να σταθεροποιήσει μια διαδρομή προς τον δυτικό κόσμο, μέσω απευθείας διακανονισμών στο λεκανοπέδιο του Ταρίμ (δυτική Κίνα) καθώς και με τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων με τις χώρες των Ελλήνων Νταγιουάν, Παρθών και Βακτριανών Ελλήνων προς τα δυτικά. Σύντομα ακολούθησε έντονη εμπορική δραστηριότητα, η οποία επιβεβαιώνεται και απο τον ρωμαϊκό παροξυσμό για κινεζικό μετάξι που επικράτησε από τον 1ο αιώνα π.Χ. -το οποίο προμηθεύονταν μέσω των Παρθών Αρσακιδών-, στο σημείο όπου η ρωμαϊκή γερουσία εξέδωσε -χωρίς αποτέλεσμα- αρκετά διατάγματα για να απαγορεύσει το φόρεμα του μεταξιού, βάσει οικονομικών και ηθικών λόγων -αντιπαλότητα και εμπόλεμη δραστηριότητα με Πάρθους. Την ίδια περίοδο η βουδιστική θρησκεία και ο ελληνοβουδισμός ξεκίνησαν τη διαδρομή τους ακολουθώντας το δρόμο του Μεταξιού, και εισχωρώντας στην Κίνα από τον 1ο αιώνα π.Χ..




Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και έναν καιρό... ήταν ο Δρόμος του Μεταξιού. Πρόκειται για τον πιο αρχαίο εμπορικό «δρόμο» του κόσμου και παράλληλα τον μεγαλύτερο στην ιστορία του Ανθρώπου, που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για απειράριθμα παραμύθια και αφηγήσεις αλλά για σύγχρονες εμπορικές διασυνδέσεις κρατών και ηπείρων. Πρόκειται για ένα εμπορικό δίκτυο που άνθισε κυριολεκτικά για χιλιετίες. Ιδρύθηκε από την κινεζική δυναστεία των Χαν, περίπου το 130 π.Χ. (στα χνάρια παλαιότερων εμπορικών δρόμων, που χρησιμοποιούνταν ήδη από το 500 π.Χ.), αναπτύχθηκε στην αρχαιότητα και την ύστερη αρχαιότητα και δεν εγκαταλείφθηκε παρά στα μέσα του 15ου αιώνα μ.Χ., μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Αναφορές στο Δρόμο του Μεταξιού κάνει ακόμη και ο Ηρόδοτος. Εκτός από την τεράστια εμπορική του σημασία, ο Δρόμος του Μεταξιού είχε και μεγάλη πολιτισμική αλλά και πολιτική σημασία. Εκτός από το μετάξι, μέσω του Δρόμου διακινούνταν μπαχαρικά, γυαλί, πορσελάνη, πολύτιμοι λίθοι. Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε, ο Δρόμος του Μεταξιού ήταν και δρόμος (των ειδών) πολυτελείας: ακριβά προϊόντα που πωλούνταν και αγοράζονταν από τις ανώτερες οικονομικές τάξεις των διαφόρων κρατών της Ασίας και όχι μόνο. Ο Δρόμος του Μεταξιού περισσότερο από οικονομική οδός ήταν ένα κανάλι μέσα από το οποίο πέρασαν από κάθε χώρα σε άλλες η τέχνη, η θρησκεία, η φιλοσοφία, η τεχνολογία, η γλώσσα, η επιστήμη, η αρχιτεκτονική και ό,τι άλλο κουβαλούσαν οι έμποροι πέρα από τα εμπορεύματά τους.
Πηγή :
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%85%CE%AC%CE%BD
https://www.tromaktiko.gr/114678/o-polemos-ton-ouranion-alogon/
https://www.flash.gr/apopseis/1572100/o-agnwstos-polemos-metaxy-ellinwn-kinezwn-gia-ta-paradeisenia-aloga
http://greekworldhistory.blogspot.com/2016/07/blog-post_5.html
https://www.news.gr/kosmos/article/686385/ti-itan-o-dromos-tou-metaxiou-diakinisi-proionton-ideon-ke-panouklas.html
http://www.polemosnet.com/index.php/2019/02/28/o-ellinokinezikos-polemos-gia-ta-oyrania-yper-aloga-104-p-ch/
https://periergaa.blogspot.com/2020/02/blog-post_585.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%8D

Ο πόλεμος των Ουρανίων αλόγων - Η κινεζική αυτοκρατορία των Χαν εναντίον των Μεγάλων Ιώνων Ελλήνων (Dayuan) της Σογδιανής : Μέρος Α - Το υπόβαθρο της σύγκρουσης

Η δυναστεία Χαν (206 π.Χ. - 220 μ.Χ.) ήταν αυτοκρατορική δυναστεία της Κίνας, μετά τη δυναστεία Τσιν (221-207 π.Χ.) και πριν τα Τρία Βασιλεία (220-265). Ιδρύθηκε από τον επαναστατικό ηγέτη Λιόου Μπανγκ, γνωστό μετά θάνατον ως αυτοκράτορα Γκαοτζού. Αφού ανέβηκε στο θρόνο, όρισε νέα πρωτεύουσα το Τσανγκ-αν. Η δυναστεία των Χαν διεκόπη για λίγο από τη Δυναστεία Σιν (9 έως 23 μ.Χ.) του πρώην αντιβασιλέα Oυάνγκ Μανγκ. Η λανθασμένη πολιτική του πάνω σε οικονομικά θέματα, κάποιες φυσικές καταστροφές και η απέχθεια λόγω των κομφουκιανικών αντιλήψεων λόγιων της εποχής για τον τρόπο με τον οποίο ανήλθε στην εξουσία, οδήγησαν σε μια περίοδο αναταραχών, από την οποία τελικά στην εξουσία της Κίνας ανήλθε ο Λιόου Σιόου (25 μ.Χ.) ο οποίος βασίλευσε με το όνομα Γκουανγκγού. Ο Γκουανγκγού μετέφερε την πρωτεύουσα ανατολικότερα, από το Τσανγκ-αν στο Λο-γιανγκ. Αυτό το μεσοδιάστημα χωρίζει τους Χαν σε δύο περιόδους: τους Δυτικούς Χαν (206 π.Χ. - 9 μ.Χ.) και τους Ανατολικούς Χαν (25-220 μ.Χ.). Με διάρκεια πάνω από τέσσερις αιώνες, η περίοδος της δυναστείας των Χαν, θεωρείται ως μια χρυσή εποχή στην ιστορία της Κίνας. Μέχρι σήμερα, η κυρίαρχη εθνοτική ομάδα της Κίνας αναφέρεται στον εαυτό της ως "άνθρωποι Χαν".


Η αυτοκρατορία των Χαν χωρίστηκε σε περιοχές που ελέγχονται άμεσα από την κεντρική κυβέρνηση και μια σειρά από ημι-αυτόνομα βασίλεια. Αυτά τα βασίλεια έχασαν σταδιακά όλα τα απομεινάρια της ανεξαρτησίας τους, ιδιαίτερα μετά την εξέγερση των επτά κρατών. Οι Σιονγκνού, μια νομαδική συνομοσπονδία που κυριάρχησε στην ανατολική ευρασιατική στέπα, νίκησε τον στρατό των Χαν σε μάχη το 200 π.Χ.. Μετά την ήττα, ένας γάμος με πολιτική συμμαχία αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης κατά την οποία οι Χαν έγιναν οι ντε φάκτο κατώτεροι εταίροι. Όταν, παρά τη συνθήκη, η Ξιονγκνού συνέχισε την επιδρομή στα σύνορα των Χαν, ο αυτοκράτορας Γου (141 π.Χ. - 87 π.Χ.) δρομολόγησε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες εναντίον της. Η τελική νίκη των Han σε αυτούς τους πολέμους ανάγκασε τελικά την Ξιονγκνού να δεχτεί να γίνει υποτελής των Χαν. Οι εκστρατείες αυτές θα επεκτείνουν την κυριαρχία των Χαν στη Λεκάνη Ταρίμ της Κεντρικής Ασίας και βοήθησε να καθορίσει το τεράστιο δίκτυο του εμπορίου είναι γνωστή ως Δρόμος του Μεταξιού, που έφτανε ως τον κόσμο της Μεσογείου. Οι δυνάμεις των Χαν κατάφεραν να χωρίσουν τους Σιονγκνού σε δύο ανταγωνιστικά κράτη, τους Βόρειους και Νότιους Σιονγκνού. Παρά αυτές τις νίκες, τα εδάφη βορείως των συνόρων Χαν κατακτήθηκαν γρήγορα από τη νομαδική φυλή των Σιανμπέι.



Στο νότο, οι Χαν αντιμετώπισαν τον Τζάο Τουό, έναν Κινέζο τυχοδιώκτη, πρώην μέλος μιας εκστρατευτικής δύναμης των Τσιν στην περιοχή που είχε καταφέρει να αποκτήσει τον έλεγχο της περιοχής συμμαχώντας με τους αρχηγούς των Γιουυέ, ιδρύοντας το κράτος των Νανγιουέ (Νότιοι Γιουέ, πρόδρομος του Βιετνάμ). Ο Τζάο Τουό πέθανε σε προχωρημένη ηλικία, 103 ετών. Αν και αρχικά δέχθηκε να καταγραφεί ως υποτελής βασιλιάς των Χαν, στη συνέχεια άρχισε να λειτουργεί ανεξάρτητα, κατακτώντας νοτιότερα εδάφη, μέχρι το σημερινό Βιετνάμ. Την περίοδο που στην εξουσία ανήλθε η αυτοκράτειρα Λιου Τζι ήρθε σε σύγκρουση με τον Τζάο Τουό, ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας του Νανγιουέ. Ο αυτοκράτορας Γουέν των Χαν κατάφερε να συμφιλιωθεί ξανά μαζί του και ο Τζάο Τουό εγκατέλειψε τον τίτλο του αυτοκράτορα. Τελικά ο αυτοκράτορας Γου μπόρεσε να αποκτήσει τον έλεγχο της περιοχής, μετά τον θάνατο του Τζάο Τουό, ελέγχοντας τους διαδόχους του. Παράλληλα ο Γου επιτέθηκε στο κράτος των Ντιάν (περιοχή Γιουνάν) και ενσωμάτωσε το βασίλειο τους ως υποτελές κράτος στην αυτοκρατορία.

Εκτός από την επεκτατική πολιτική των Χαν, άλλα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου υπήρξαν η ανάπτυξη μιας οικονομίας που βασιζόταν στην αγροτική παραγωγή και η επικράτηση του Κομφουκιανισμού έναντι των άλλων φιλοσοφικών σχολών που είχαν αναπτυχθεί στην περίοδο των Ανατολικών Τσόου (Ταοϊσμού, Νομικισμού), που όμως συνέχισαν να συνυπάρχουν με αυτόν. Η επικράτηση του Κομφουκιανισμού προσδιόρισε τους δεσμούς ανάμεσα στην μορφωμένη ελίτ, στην κοινωνία και το κράτος. Παράλληλα, στην εποχή των Χαν αναπτύχθηκε μια σειρά από αντιλήψεις για πνεύματα, οιωνούς, μύθους και άλλα μαγικά ή υπερφυσικά στοιχεία. Οι αντιλήψεις αυτές είχαν πηγή τον πολιτισμό των Τσου, περιοχή από την οποία προέρχονταν οι πρώτοι Χαν αυτοκράτορες.


Οι Σιονγκ-νου ήταν συνομοσπονδία φυλών νομάδων της Κεντρικής Ασίας στην αρχαία εποχή, που εξελίχθηκε σε γιγαντιαία αυτοκρατορία (209 π.Χ.-93 μ.Χ.). Οι περισσότερες των πληροφοριών για τους Σιονγκ-νου προέρχονται από κινεζικές πηγές. Τα λιγοστά που είναι γνωστά για τους τίτλους των ηγετών τους και τα ονόματά τους είναι αποτέλεσμα της μεταγραφής τους στην κινεζική γλώσσα. Το όνομα Σιονγκ-νου (που αποτελεί μεταγραφή του ονόματός τους στα κινέζικα) μπορεί να ταυτοπoιηθεί με τους Ούννους. Η αυτοκρατορία αυτή εκτεινόταν και πέρα από τα σύνορα του κράτους της Μογγολίας. Αφού κατανίκησαν τους πρώην αφέντες στην περιοχή, Γιουέ-τζι (οι Τόχαροι των αρχαίων συγγραφέων), τον 2ο αιώνα π.Χ., οι Σιονγκ-νου έγιναν κυρίαρχη δύναμη στις στέπες της Κεντρικής και Ανατολικής Ασίας. Η εξουσία τους περιελάμβανε περιοχές της νότιας Σιβηρίας, Μογγολίας, δυτικής Μαντζουρίας καθώς και τις κινεζικές επαρχίες της Εσωτερικής Μογγολίας, Γκανσού και Σιντζιάνγκ. Οι σχέσεις μεταξύ των πρώιμων κινεζικών δυναστειών και των Σιονγκ-νου ήταν πολύπλοκες, με επαναλαμβανόμενες περιόδους στρατιωτικών συγκρούσεων και πολιτικής ίντριγκας και περιόδους εμπορικών συναλλαγών, τιμητικών εκδηλώσεων και γαμήλιων συμφωνιών.


Οι Τόχαροι ήταν ένας ευρωπαϊκός λαός, εγκατεστημένος στην κοιλάδα του Ταρίμ, όπως ονομάζεται σήμερα η δυτική περιοχή της Κίνας που βρίσκεται στα σύγχρονα σύνορα της Κίνας με την Ινδία, το Θιβέτ, το Κυργιζιστάν, το Τατζικιστάν και το Πακιστάν. Οι επιστήμονες αναζητώντας μαρτυρίες στους αρχαίους συγγραφείς για την  ύπαρξη Ευρωπαίων τόσο βαθιά στην Ασία, στα σύνορα της Κίνας, βρέθηκαν μπροστά στο όνομα «Τόχαροι». Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει μία περιγραφή για τους Σηρες, (λαός Βορειοδυτικής Κίνας από τους Αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους) που έγινε στον Αυτοκράτορα Κλαύδιο από μία πρεσβεία από την Ταυροφάνη - Ταπροβανη (Κεϋλάνη - Σρι Λάνκα, Νησί νότια της Ινδίας). Σύμφωνα με τα λεγόμενα των Κεϋλανών πρέσβεων, οι άνθρωποι στη Βορειοδυτική Κίνα ήταν πολύ ψηλοί, είχαν πυρόξανθα μαλλιά και γαλάζια μάτια. Αλλά και κινεζικές μαρτυρίες, που αναφέρονται στους κατοίκους της συγκεκριμένης περιοχής σε μία περίοδο ιστορικής καταγραφής 1.000 χρόνων, περιγράφουν ψηλούς σωματότυπους με μπλε ή πράσινα μάτια, μακριές μύτες, πολλά γένια και κόκκινα ή ξανθά μαλλιά.   Οι Αρχαίοι Έλληνες ανέφεραν ως Τόχαρους, τους κατοίκους της Βακτριανής που κατέλυσαν τα ελληνιστικά βασίλεια της Ινδικής Χερσονήσου. Αυτοί ονομάζονταν από τους Έλληνες «Τόχαροι» και από τους Ινδο- Αρίους «Τουσάρα» και εισήλθαν, σύμφωνα με την αρχαία ιστοριογραφία, στη περιοχή της Βακτρίας από την κοιλάδα του Ταρίμ της Κίνας καταδιωκόμενοι από την επέλαση των Ούννων και κάποιων πρωτο-τουρκικών λαών στην περιοχή τους. Οι δε Τούρκοι της Μογγολίας αναφέρονταν στους κατοίκους της περιοχής του Ταρίμ, λέγοντας ότι αυτοί μιλάνε την «τόξρι» γλώσσα.


Το εθνονύμιο «Τόχαροι», χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Μύλερ, το 1907 και μετέπειτα από τους επιστήμονες που αποκρυπτογράφησαν τα «τοχαρικά» κείμενα. Σήμερα αμφισβητείται  αν οι Τόχαροι χρησιμοποιούσαν το εθνονύμιο αυτό για τον εαυτό τους. Σύμφωνα με τον Μάλλορυ τον 6ο και 8ο αι. μ.Χ. οι Τόχαροι της περιοχής του  Κιούτσι,  αυτοαποκαλούνταν Κούζινε και οι δε κάτοικοι του Αγνιντέσα, Αάρσι (αργυροί ή λευκοί στη γλώσσα τους). Σύμφωνα δε με τον Ντάγκλας Ανταμς, οι Τόχαροι αυτοαποκαλούνταν Άκνι, (ακρίτες στη γλώσσα τους). Και ενώ όλοι περίμεναν ότι οι Τόχαροι θα ήταν ιρανογενείς, καθώς οι Πέρσες ήταν οι μόνοι Λευκοί Ευρωπαίοι που έφθασαν τόσο βαθιά στην Ανατολή ως το Τατζικιστάν, τη Σογδιανή και τη Χωρασμία, τελικά αποκαλύφθηκε ότι κάποιοι άλλοι Λευκοί Ευρωπαίοι και μάλιστα δυτικοευρωπαίοι εγκαταστάθηκαν στα σύνορα με τη Κίνα.


Το Ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής ιδρύθηκε το 250 π.Χ. από τον Έλληνα σατράπη της Βακτριανής Διόδοτο Α' το Σωτήρα, ο οποίος αποσχίστηκε από τους Σελευκιδείς. Αποτέλεσε -μαζί με το μετέπειτα Ινδοελληνικό βασίλειο- το ανατολικότερο άκρο του ελληνιστικού κόσμου, καλύπτοντας μία περιοχή μεταξύ της Βακτριανής και της Σογδιανής της κεντρικής Ασίας - βόρειο Αφγανιστάν- από το 250 π.Χ. έως το 125 π.Χ. Η επέκταση του Ελληνοβακτριανού βασιλείου στη βόρεια Ινδία από το 180 π.Χ. εγκαθίδρυσε το Ινδοελληνικό βασίλειο που άντεξε μέχρι το 10 μ.Χ., και ήταν το κέντρο του Ελληνοβουδισμού. Το βασίλειο επί δύο περίπου αιώνες ανέπτυξε εμπόριο με την Ινδία και την Κίνα και απλώθηκε στην κοιλάδα του Γάγγη. Στην Κίνα δε, οι κάτοικοι ήταν γνωστοί ως Νταγιουάν. Στο τέλος το βόρειο μέρος του καταλύθηκε από σκυθικές φυλές. Τα ελληνιστικά αυτά βασίλεια θεωρούνταν ένα από τα πλουσιότερα βασίλεια της Ανατολής, και για ένα διάστημα ήταν ιδιαίτερα ισχυρό- ωστόσο οι θύελλες των συγκρούσεων της Ελληνιστικής Περιόδου είχαν ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωσή του και εν τέλει το βασίλειο κάποια στιγμή κατέρρευσε λόγω των επιδρομών νομαδικών φύλων. Ο Ηλιοκλής ήταν γιoς του Ευκρατίδη Α΄ και ανέβηκε στον θρόνο δολοφoνώντας τον αδελφό του Πλάτωνα, ο οποίος είχε δολοφονήσει τον πατέρα τους. Βασίλεψε στο θρόνο της Βακτρίας και της Ινδίας από το 159 π.Χ. ως το 130 π.Χ. Ο Ηλιοκλής ήταν και ο τελευταίος Έλληνας βασιλιάς της Βακτρίας, αφού μετά το θανατό του εισέβαλαν Σκυθικές φυλές καταλαμβάνοντας πολλά εδάφη και χωρίζοντας τη χώρα σε δύο ή και περισσότερα βασίλεια.

Μοιραίος κίνδυνος θα αποδειχθεί αυτός των νομαδικών ιρανικών φυλών στα βόρεια και βορειοανατολικά του ελληνιστικού βασιλείου της Βακτριανής. Καθοριστικό θα αποβεί ένα «ντόμινο» μετακινήσεων νομαδικών λαών τις οποίες θα πυροδοτήσει η εξάπλωση, τόσο προς τα δυτικά όσο και προς τα ανατολικά, ενός πρωτοτουρκικού λαού, τον οποίο τα κινεζικά χρονικά ονομάζουν Χιόνγκ-Νου και πρόγονο των Ούννων. Οι Χιόνγκ-Νου θα απωθήσουν προς τα δυτικά μια ομάδα ιρανόφωνων νομαδικών λαών, τους Τόχαρους ή, σύμφωνα με τις κινεζικές πηγές, Γουέ-Τζι, οι οποίοι ζούσαν στην κοιλάδα του ποταμού Ταρίμ στο κινεζικό Τουρκεστάν. Με τη σειρά τους, οι Τοχάροι θα κινηθούν δυτικά-νοτιοδυτικά και θα αναγκάσουν σε αντίστοιχη μετακίνηση τους σκυθικούς λαούς (Σάκες, Δάχες κ.λπ.) που κινούνταν στη βόρεια μεθόριο της Βακτριανής. Έτσι, το ελληνιστικό κράτος θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει δύο διαδοχικά κύματα εισβολών. Η πρώτη εισβολή (από τους Σάκες;) θα πρέπει να ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια του Ευκρατίδη Β΄, ο οποίος στα τελευταία νομίσματά του ονομάζεται πλέον «Σωτήρ». Ό,τι και να συνέβη, είναι βέβαιο ότι όταν ο Ηλιοκλής αναλαμβάνει τα ηνία της Βακτριανής η κατάσταση είναι πλέον εξαιρετικά κρίσιμη. Ήδη, εξαιτίας και των παρθικών εισβολών, έχουν απωλεσθεί όλα τα εδάφη στα δυτικά και έχουν απομείνει μόνον η καθαυτό Βακτριανή και η Σογδιανή, ή μάλλον ένα τμήμα τους: οι επιθέσεις των νομάδων έχουν καταστρέψει όλες τις πόλεις του Βορρά (ανάμεσα τους και η «Ευκρατίδεια» του Άι Χανούμ). Προφανώς ο Ηλιοκλής θα προσπαθήσει, αλλά το πανταχόθεν βαλλόμενο βασίλειό του δεν έχει πια τις δυνάμεις να αντισταθεί. Γύρω στα 135 (κατ’ άλλους στα 130 π.Χ.) γράφεται η τελευταία σελίδα της ιστορίας της ελληνικής Βακτριανής: ο Ηλιοκλής πιθανότατα σκοτώθηκε μαχόμενος κατά των Τοχάρων νομάδων. Το βέβαιο είναι ότι μετά το 130 π.Χ. δεν υπάρχουν ουσιαστικά περιοχές υπό ελληνική κυριαρχία βορείως του Ινδικού Καυκάσου.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1_%CE%A7%CE%B1%CE%BD
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%B3%CE%BA-%CE%BD%CE%BF%CF%85
http://stopsachno1.blogspot.com/
https://www.huffingtonpost.gr/2017/06/19/eidhseis-culture-arxaiologia-agnwsth-istoria-anodos-ptwsh-grecobactrian-indogreeks_n_17204078.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CE%91%CE%84_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%92%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82
https://rogerios.wordpress.com/tag/%CE%B5%CF%85%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%84/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%92%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82
https://ereunitiko.blogspot.com/2018/08/blog-post_19.html