Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Νεστοριανοί μοναχοί : Η διάδοση του ανατολικού χριστιανισμού στην μεσαιωνική Κίνα και Ινδία

Ο όρος νεστοριανισμός περιγράφει το δόγμα σύμφωνα με το οποίο ο Ιησούς Χριστός υπήρξε ως δύο πρόσωπα, ο άνθρωπος Ιησούς και ο θεϊκός Γιος του Θεού ή Λόγος, και όχι ως ενιαίο πρόσωπο. Αυτό το δόγμα έχει ταυτιστεί με τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Νεστόριο (περ. 386–περ. 451), ο οποίος υπήρξε μαθητής του Θεόδωρου Μοψουεστίας. Αυτή η θεολογική θέση αναφορικά με τον Χριστό καταδικάστηκε στη Σύνοδο της Εφέσου το 431 και η σφοδρή αντιπαράθεση σχετικά με το ζήτημα αυτό οδήγησε στο Νεστοριανικό σχίσμα, κατά το οποίο διασπάστηκε η Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής από τη Βυζαντινή Εκκλησία. Όμως, ούτε η Σύνοδος της Εφέσου δεν διευθέτησε το ζήτημα καθώς σύντομα υπήρξε και πάλι διάσπαση όσον αφορά το αν ο Χριστός είχε μία ή δύο φύσεις, γεγονός που οδήγησε στο Χαλκηδόνειο σχίσμα. Η Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής αρνήθηκε να διακόψει την υποστήριξή της προς τον Νεστόριο και να τον αποκηρύξει ως αιρετικό, και συνεχίζει να αποκαλείται «Νεστοριανή» στη Δύση ώστε να διακρίνεται από τις υπόλοιπες Ανατολικές εκκλησίες. H θρησκευτική πολιτική του Θεοδοσίου Β' δημιούργησε σημαντικές θεολογικές έριδες που προκάλεσαν ταραχές στον κλήρο. Μια από αυτές αποτελούσε η σχέση θείας και ανθρώπινης φύσης του Ιησού. Μια ομάδα υποστήριζε την άποψη των δύο χωριστών φύσεων του Ιησού και μια άλλη την άρρηκτη σχέση των δύο φύσεων, θεϊκής και ανθρώπινης. Υπέρμαχοι των δύο απόψεων υπήρξαν ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος, εκπρόσωπος της σχολής της Αντιόχειας, και ο πατριάρχης Αλεξάνδρειας Κύριλλος. Αν και ο αυτοκράτορας υποστήριξε τη θέση του Νεστόριου στη Σύνοδο της Εφέσου το 431, το σχετικό δόγμα καταδικάστηκε ως αίρεση από τη σύνοδο αυτή, η οποία διακήρυξε τον Ιησού «Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον». Οι Νεστοριανοί καταδιωκόμενοι από τους Ορθόδοξους, κατέφυγαν στην Περσία, όπου ίδρυσαν Εκκλησία. Το 498 αποσχίστηκε η νεστοριανή Περσική Εκκλησία από την ορθόδοξη και επεκτάθηκε στην Συρία, την Αραβία, την Αίγυπτο, τις Ινδίες και την Κίνα. Οι Νεστοριανοί διακρίθηκαν σε όλους τους τομείς της επιστήμης και δημιούργησαν αξιόλογα πνευματικά κέντρα σε διάφορες πόλεις. Οι Τόχαροι ήταν ένας ευρωπαϊκός λαός, εγκατεστημένος στην κοιλάδα του Ταρίμ, όπως ονομάζεται σήμερα η περιοχή της Κίνας που βρίσκεται στα σύγχρονα σύνορα της Κίνας με την Ινδία, το Θιβέτ, το Κυργιζιστάν, το Τατζικιστάν και το Πακιστάν. Στην κοιλάδα αυτή ανακαλύφθηκε τον προηγούμενο αιώνα, ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της σύγχρονης ανθρωπογεωγραφίας, αρχαία σώματα. Ή έκπληξη των επιστημόνων που ανακάλυψαν πτώματα Ευρωπαίων ανάμεσα σε μογγολικούς και κινεζικούς πληθυσμούς που ζουν στην περιοχή, ήταν μεγάλη, καθώς δεν γνώριζαν σε ποιο έθνος  άνηκαν αυτές οι μούμιες. Ένα έθνος, του οποίου το όνομα είχε ξεχαστεί, καθώς είχαν εξαφανιστεί χίλια χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια των μογγολικών και τουρκικών μετακινήσεων στη περιοχή. Οι επιστήμονες αναζητώντας μαρτυρίες στους αρχαίους συγγραφείς για την  ύπαρξη Ευρωπαίων τόσο βαθιά στην Ασία, στα σύνορα της Κίνας, βρέθηκαν μπροστά στο όνομα «Τόχαροι».Οι Τόχαροι δεν ήταν μόνο βουδιστές αλλά και νεστοριανοί χριστιανοί. Οι τοιχογραφίες στις σπηλιές του σημερινού Μπεζεκλίκ, απεικονίζουν νεστοριανούς χριστιανούς. Οι πρώτοι Χριστιανοί έφθασαν στα τοχαρικά βασίλεια από την Περσία, που ήταν σαφώς ενάντια στο χριστιανισμό, καθώς τον θεωρούσε βυζαντινή θρησκεία και τους χριστιανούς υπηκόους του εκ προοιμίου φιλοβυζαντινούς και εν δυνάμει προδότες. Οι Πέρσες χριστιανοί, άλλοτε διωκόμενοι και άλλοτε μεταφερόμενοι από το ίδιο το Περσικό κράτος, προκειμένου να απομακρυνθούν από τα περσο-βυζαντινά σύνορα, έφθαναν στις εσχατιές της περσικής αυτοκρατορίας, στη Χωρασμία, στη Σογδιανή και στη κοιλάδα του Ταρίμ. Εξ άλλου οι έμποροι Πέρσες χριστιανοί που ταξίδευαν κατά μήκος του δρόμου του μεταξιού στα τοχαρικά βασίλεια, έφεραν μαζί τους χριστιανικά κείμενα, όπως το ιερό ευαγγέλιο γραμμένο στη συριακή γραφή που χρησιμοποιούσε η Νεστοριανή Εκκλησία και βοήθησαν στη διάδοση του χριστιανισμού στις περιοχές αυτές. Οι δε Τούρκοι υιοθέτησαν το συριακό αλφάβητο όταν ήρθαν σε επαφή με το νεστοριανούς ιεραπόστολους, ενώ με την βοήθεια ενός Αρμένιου στη καταγωγή επισκόπου, εφευρέθηκε αλφάβητο για την γλώσσα των Ούννων και τους διδάχτηκε τρόπος καλλιέργειας της γης. Για ένα διάστημα φαινόταν ότι η χριστιανική θρησκεία θα επικρατούσε σε όλη την κεντρική Ασία από την Κασπία ως την κοιλάδα του Ταρίμ. Στη Βακτριανή ο χριστιανισμός είχε φθάσει ήδη από το 196 μ.Χ. όπως παραδίδεται από τον επίσκοπο Μπαρ Ντιζαν. Η παράδοση της εν λόγω εκκλησίας λέει ότι στον Θωμά ανατέθηκε ο ευαγγελισμός της Ινδίας και της Ανατολής. Λέγεται ότι ο Απόστολος Θωμάς αναγκάστηκε είτε ως σκλάβος είτε για άλλους λόγους να ακολουθήσει τον Πέρση έμπορο Αμπάνη στην Β. Ινδία, δηλ. στη Βακτριανή. Εκεί προσηλύτισε όχι μόνο το βασιλιά Γονδοφάρη αλλά και τον αδερφό του. Θεωρούταν ότι το πρόσωπο του Γονδοφάρη ήταν φανταστικό, ώσπου αρχαιολογικές ανακαλύψεις αποκάλυψαν ότι ο εν λόγω βασιλιάς είχε τυπώσει νομίσματα με τη μορφή του και το όνομά του στα ελληνικά, τα οποία και βρέθηκαν σε όλη τη Βακτριανή. Ο Απόστολος Θωμάς από εκεί ευαγγέλισε τους Κουσάνους και το βασιλιά τους, τον Βασουβέντα Α΄. Το 653 μ.Χ. μέσω των Τόχαρων, ο χριστιανισμός έφθασε στη Κίνα ίσως και στην Κορέα και στην Ιαπωνία σύμφωνα με μία ιαπωνική καταγραφή της ιστορίας του 797 μ.Χ. που αναφέρει ότι μαζί με έναν Πέρση ιατρό επισκέφθηκε την Ιαπωνία και ένας αξιωματούχος της θρησκείας του φωτός. Στη Κίνα ως θρησκεία του φωτός εννοούσαν μόνο τον χριστιανισμό, όπως αναφέρεται και από τη Νεστοριανή Στήλη που ανεγέρθη το 781 μ.Χ. στη Κίνα προς τιμήν του προσηλυτισμού της Κίνας στην θρησκεία του Φωτός του Ντακίν (Ντακίν ονόμαζαν οι Κινέζοι τους Βυζαντινούς). Αναφέρεται ότι ο χριστιανισμός είχε διαδοθεί σε 100 κινέζικες πόλεις. Η νεστοριανή στήλη είχε ανεγερθεί μπροστά στην σημερινή Ντακίν(=Βυζαντινή) Παγόδα, που ήταν χριστιανικό μοναστήρι εκείνη την εποχή. Ερείπια ενός μοναστηρίου αφιερωμένου στον Σταύρωση του Κυρίου, κοντά στο Πεκίνο βρίσκονται ως σήμερα. Το 781 μ.Χ. ένα μνημείο ανεγέρθη στην πρωτεύουσα Τσανγκάν που μνημόνευε τις πράξεις φιλανθρωπίας ενός Βακτριανού χριστιανού με το όνομα Αδάμ. Μοναχοί  μόνασαν στις σπηλιές του ΝτουΧουάγκ που  χρησιμοποιήθηκαν το 366 μ.Χ. ως λατρευτικό κέντρο του βουδισμού και αργότερα του χριστιανισμό. Ήταν βουδιστικές σκήτες που αργότερα χρησιμοποιήθηκαν και από τους χριστιανούς μοναχούς. Οι βουδιστές μοναχοί όπως και οι χριστιανοί μοναχοί θεωρούσαν απαραίτητη την άσκηση σε αντίξοες συνθήκες και την εγκράτεια. Οι σπηλιές χρησιμοποιήθηκαν ως σκήτες, ως βιβλιοθήκες λατρευτικών κειμένων, ως ξενώνες επισκεπτών πιστών. Οι τοιχογραφίες απεικονίζουν χριστιανικά θέματα, όπως την απεικόνιση ενός χριστιανού ιερέα με το θυμιατό στα χέρια. Η τοιχογραφία ονομάζεται Ο παπάς με το Λιβάνι και βρίσκεται στις σπηλιές του σημερινού Μπεζεκλίκ (σημερινό τούρκικο όνομα της περιοχής). Άλλα ασκηταριά ήταν οι 236 σπηλιές στο σημερινό Κιτζίλ (σημερινή τουρκική ονομασία της περιοχής). Στο Ντουνχουάνγκ, στις σπηλιές του Μογκάο ή σπηλιές των 100 Βούδα ανακαλύφθηκαν από την ίδια περίοδο χειρόγραφα που περιλαμβάνουν έναν Ύμνο στην Αγία Τριάδα και άλλα 30 χριστιανικά βιβλία. Πρόκειται για τις σούτρας του Ιησού, χριστιανικά κείμενα γραμμένα στα κινεζικά από τον επίσκοπο Αλοπέν. Ο Αλοπέν σύμφωνα με την Νεστοριανή Στήλη ήρθε στην Κίνα από το Ντακίν, όπως ονόμαζαν οι Κινέζοι το Βυζάντιο κατά τη δυναστεία των Τανγκ (γύρω στο 635 μ.Χ.) φέρνοντας μαζί του ιερά κείμενα και εικόνες. Στην πραγματικότητα όμως ο Αλοπέν ήταν χριστιανός από τη Βακτρία. Εκτός από τον Αλοπέν, παραδίδεται ότι νέος ιεραπόστολος έφτασε από το Βυζάντιο, ο Κίχο. Αναφέρεται επίσης ότι οι Γραφές που έφερε μαζί του είχαν μεταφραστεί από την Αυτοκρατορική Βιβλιοθήκη. Επρόκειτο για 4 δογματικές και 3 λειτουργικές σούτρες. (Σούτρα σημαίνει δεσμευτικό απόφθεγμα). Στα τοχαρικά βασίλεια ο Χριστιανισμός σταμάτησε ολοσχερώς να υφίσταται με την έλευση του Ισλάμ, ενώ το 840 μ.Χ. υπέστη διωγμό στη Κίνα και σιγά σιγά έσβησε. Κατά τη διάρκεια του διωγμού του 840 μ.Χ. οι χριστιανοί μοναχοί και μοναχές υποχρεώθηκαν να ζήσουν κοσμική ζωή και η περιουσία των μοναστηριών δημεύθηκε. Οι ιεραπόστολοι που ήταν αλλοδαποί όπως Πέρσες ή Ασσύριοι απελάθηκαν ή διώχθηκαν. Τα ιερά κείμενα κάηκαν. Στα κινεζικά είχαν μεταφραστεί η Γένεση, οι Ψαλμοί, οι Πράξεις των Αποστόλων, οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, τα Ευαγγέλια. Το 986 μ.Χ. ένας μοναχός έγραφε στον Ασσύριο Πατριάρχη: «Δεν υπάρχει πια ούτε ένας χριστιανός στη Κίνα». Το τελευταίο μνημείο του χριστιανισμού στη Κίνα χρονολογείται γύρω στο 1365 μ. Χ. Επί Ταμερλάνου, ηγέτη των μουσουλμάνων Μογγόλων της Κεντρικής Ασίας, διώχτηκαν και περιορίστηκαν στο Κουρδιστάν. Το 1898 αποπειράθηκε επανένωση μεταξύ Νεστοριανών και Ορθόδοξων. Μετά τους δυο παγκόσμιους πολέμους οι Νεστοριανοί περιορίστηκαν στο ελάχιστο. Οι σύγχρονοι Νεστοριανοί προτιμούν να αποκαλούνται Ασσύριοι, ενώ το επίσημο όνομα της εκκλησίας τους είναι Αγία Αποστολική Καθολική Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής, ή, εν συντομία, Εκκλησία της Ανατολής ή Ασσυριακή Εκκλησία.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Νεστοριανισμός
http://stopsachno1.blogspot.gr

Η ίδρυση της πόλης των Παρισίων από τον φιλέλληνα αυτοκράτορα Ιουλιανό

Η πόλη του Παρισιού εξελίχθηκε από έναν κέλτικο οικισμό, στα μέσα του 3ου αιώνα προ Χριστού πάνω στο νησί που βρίσκεται το σημερινό κέντρο της μεγαλούπολης, στον ποταμό Σηκουάνα. Το 52 π.Χ ο οικισμός κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Τότε το Παρίσι ονομαζόταν 'Lutetia'. Κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ο οικισμός μεγάλωσε σημαντικά και επεκτάθηκε και στην αριστερή όχθη του ποταμού Σηκουάνα. Εκεί δημιουργήθηκαν αμφιθέατρο, λουτρά και ένας χώρος συγκέντρωσης (Forum). Η πρώτη φορά που αναφέρεται στην ιστορία η πόλη των Παρισίων είναι από τον Ιούλιο Καίσαρα, στο έργο του "Ιστορία". Εκεί την αναφέρει ως Λουτετία και την φυλή που κατοικεί εκεί, ως Παρίσιους. Τον 3ο αιώνα μ.Χ μερικοί ιεραπόστολοι έφεραν τον χριστιανισμό για πρώτη φορά στο Παρίσι. Ο άγιος Διόνυσος (Σαιν Ντενί) του Παρισιού έγινε, το 250 μ.Χ, ο πρώτος επίσκοπος του Παρισιού. Αργότερα, όμως, κατά την διάρκεια των διωγμών του αυτοκράτορα Δεκίου, αποκεφαλίστηκε στον λόφο της Μονμάρτρης. Στο μέρος όπου ετάφη ιδρύθηκε, τον 7ο αιώνα, η Βασιλική του Αγίου Διονυσίου (Saint Denis), η οποία χρησίμευε από τότε ως χώρος ταφής των Γάλλων βασιλέων.
Ο Ιουλιανός τα πρώτα γράμματα τα έμαθε από τον σκύθη ευνούχο Μαρδόνιο, ο οποίος εμφύσησε στον νεαρό Ιουλιανό την αγάπη για την Αρχαία Ελλάδα. Το 348 και για μια τριετία ο Ιουλιανός επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρακολούθησε μαθήματα με τους ρήτορες Νικοκλή και Εκήβολο. Προσπάθησε να παρακολουθήσει μαθήματα του εθνικού σοφιστή Λιβάνιου, που αναγνωριζόταν ως κύριος εκφραστής της ελληνικής θρησκείας, αλλά ο αυτοκράτωρ του το απαγόρευσε. Ο Ιουλιανός φρόντισε, όμως, να προμηθευτεί αντίγραφα των μαθημάτων του και να μυηθεί στην αρχαία ελληνική διανόηση. Την τριετία 351-354, που παρέμεινε στη Νικομήδεια, έδειξε ενδιαφέρον για τον νεοπλατωνισμό του Ιάμβλιχου, γνωρίζοντας τον μαθητή του Αιδέσιο. "Ημίν ανήκουσιν η ευγλωττία και αι τέχναι της Ελλάδος και η των Θεών αυτής λατρεία. Υμέτερος δε κλήρος εστί η αμάθεια και η αγροικία και ουδέν πλέον. Αύτη εστίν η σοφία υμών» έλεγε. Επισκέφθηκε την Αθήνα και παρακολούθησε μαθήματα με τους φιλοσόφους Προαιρέσιο και Ίμερο. Στην Αθήνα συνάντησε και δύο παλιούς του γνώριμους από τη Νικομήδεια, τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, ενώ μυήθηκε στα Ελευσίνια Μυστήρια, που είχαν απαγορευτεί. Το 355 η Ευσέβεια πείθει τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο να διορίσει τον Ιουλιανό Καίσαρα της Δύσης με έδρα το Μιλάνο. Την ίδια χρονιά, νυμφεύεται τη αδελφή του αυτοκράτορα Ελένη. Αμέσως, αναλαμβάνει την αρχηγία των στρατευμάτων της Γαλατίας με σκοπό να εξουδετερώσει τις καταστρεπτικές επιδρομές των διαφόρων γερμανικών φύλων. Παρότι χωρίς στρατιωτική εκπαίδευση, ο Ιουλιανός επιδεικνύει αξιοσημείωτες ηγετικές ικανότητες. Με νέα έδρα το Παρίσι, κατορθώνει να περιορίσει τους Φράγκους και τους Αλαμανούς πέραν του Ρήνου. Παράλληλα, προβαίνει σε αναδιοργάνωση της Γαλατίας, προωθώντας διοικητικές και φορολογικές μεταρρυθμίσεις, φορολογικές μεταρρυθμίσεις, ενώ οι κοινωνικές παροχές προκαλούν την αποδοχή του λαού και το φθόνο του αυτοκράτορα και της αυλής του. Στον ελεύθερο χρόνο του, ο Ιουλιανός συνεχίζει τη μελέτη φιλοσοφικών έργων και γράφει τα πρώτα του κείμενα. Ο θάνατος της αυτοκράτειρας Ευσεβίας το 359 αύξησε την καχυποψία του Κωνστάντιου για τον Ιουλιανό. Οι σχέσεις των δύο ανδρών έφθασαν σε οριστική ρήξη, όταν ο αυτοκράτορας ζήτησε από τον νεαρό Καίσαρα την αποστολή στρατιωτικών τμημάτων από τη Γαλατία για να ενισχύσουν την κατά των Περσών εκστρατεία του. Κάποιες από τις μονάδες του Ιουλιανού αρνήθηκαν και τον ανακήρυξαν Αύγουστο. Ο Ιουλιανός, έχοντας εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, ζήτησε από τον Κωνστάντιο την αναγνώριση του τίτλου του. Η άρνηση του αυτοκράτορα έθεσε σε εφαρμογή τα φιλόδοξα σχέδιά του. Το 360 η πόλη του ποταμού Σηκουάνα μετονομάστηκε οριστικά σε Παρίσι. Το 361, με την προτροπή συμβούλων και φίλων του, διέσχισε τον Ρήνο με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Στρατοπέδευσε στη Ναϊσό, γενέτειρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, έχοντας την υποστήριξη του Δυτικού τμήματος της Αυτοκρατορίας. Στις 9 Νοεμβρίου 361 ο αυτοκράτωρ Κωνστάντιος πέθανε ξαφνικά, με αποτέλεσμα ο επικείμενος Εμφύλιος Πόλεμος να αποφευχθεί. Στις 11 Δεκεμβρίου 361 ο Ιουλιανός εισέρχεται θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη και αναγορεύεται αυτοκράτωρ. Μια άποψη είναι ότι ονομάστηκε το Παρίσι έτσι απο την ελληνική λεξη παρρησία που σημαίνει Α. η ελεύθερη έκφραση γνώμης, το να εκφράζει κανείς την άποψή του με θάρρος και ειλικρίνεια, η παρρησία |η δοτ. ως επίρρημα παρρησία =με θάρρος έκφρασης, απροκάλυπτα, ανοιχτά Β. αθυροστομία, απρόσεκτη και αναιδής έκφραση γνώμης. Το 486 η ρωμαϊκή κυριαρχία έλαβε τέλος στο Παρίσι και στη Βόρεια Γαλλία, καθώς τα στρατεύματα των Μεροβιγγείων κατέλαβαν την πόλη. Ο βασιλιάς Χλωδοβίκος (Chlodwig) έγινε, το 486, ο πρώτος βασιλιάς της Γαλλίας. Το 508 το Παρίσι έγινε πρωτεύουσα του κράτους των Φράγκων. Το 586 μια μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε την πόλη ολοσχερώς. Ο πολύ σκληρός χειμώνας 763/764 - ο ποταμός Σηκουάνας πάγωσε ως τον πυθμένα - ήταν η αιτία του λιμού στο Παρίσι, ενώ πολλοί άνθρωποι πέθαναν από το κρύο. Η πόλη έχασε την σημασία της και, το 794, ο Κάρολος ο Μέγας έκανε το Άαχεν στην γερμανική Ρηνανία πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας.
Πηγή: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/lemma.html?id=154
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Παρίσι#.CE.99.CF.83.CF.84.CE.BF.CF.81.CE.AF.CE.B1
http://www.sansimera.gr/biographies/176

Βασίλειο των Σελευκιδών : Ο ελληνιστικός πολιτισμός στην Μέση Ανατολή και την Ασία

H Αυτοκρατορία των Σελευκιδών ήταν ένα από τα Ελληνιστικά κράτη που προήλθαν ύστερα από την κατάτμηση της αυτοκρατορίας των κτήσεων του Αλεξάνδρου του Μέγα, από τους Επιγόνους. Το κράτος που περιήλθε στον Σέλευκο τον Α΄ εκ του οποίου και έλαβε το όνομα αναπτύχθηκε τελικά σε ολόκληρη αυτοκρατορία που περιλάμβανε την Μικρά Ασία, την Αρμενία, την  Μεσοποταμία, την Παλαιστίνη, την Περσία, το Τουρκμενιστάν, το Αφγανιστάν, το Παμίρ και την Κοιλάδα του Ινδού ποταμού. Διήρκεσε από το 312 μέχρι και το 64 π.Χ.. Αρχικά ο Σέλευκος ένας από τους κυριότερους στρατηγούς του Αλέξανδρου το 321 π.Χ., (δύο χρόνια πριν τον θάνατο του Αλέξανδρου), ανέλαβε σατράπης της Βαβυλώνας. Όμως το 316 αναγκάσθηκε να την εγκαταλείψει, όταν ο Αντίγονος Α΄ του έκανε έλεγχο επί των προσόδων της περιοχής. Τότε αντιδρώντας ο Σέλευκος συμμάχησε με τους Κάσσανδρο Λυσίμαχο και Πτολεμαίο κατά του Αντιγόνου. Οι δε κάτοικοι της περιοχής ενθυμούμενοι την άριστη συμπεριφορά του, από την περίοδο της σατραπείας του, έσπευσαν και συστρατεύθηκαν μαζί με τον Σέλευκο όπου και το 312 π.Χ. ανακατέλαβε την Βαβυλώνα. Από τότε αρχίζει και ουσιαστικά ν΄ αναπτύσσεται το Βασίλειο των Σελευκιδών που έφθασε στη πλήρη ακμή του να είναι ολόκληρη αυτοκρατορία. Ο Σέλευκος Α' Νικάτωρ (358 π.Χ. ή 353 π.Χ. – 281 π.Χ.) ήταν ένας από τους διαδόχους του Αλέξανδρου του Μέγα, ιδρυτής της δυναστείας των Σελευκιδών, που βασίλεψε στο Ασιατικό τμήμα της πρώην Περσικής Αυτοκρατορίας. Ο Σέλευκος ήταν γιος του Αντίοχου, στρατηγού του Φίλιππου Β'. Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου το 323 π.Χ., πήρε το μέρος του Περδίκκα, αλλά αργότερα οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του και το 321 π.Χ. ανέλαβε την σατραπεία της Βαβυλώνας. Στους πολέμους των Διαδόχων που ακολούθησαν, πολεμώντας κατά καιρούς είτε τους μεν είτε τους δε, πέτυχε να επικρατήσει έναντι των υπολοίπων, και έγινε κύριος της πρώην Περσικής Αυτοκρατορίας, από την Σογδιανή και την Βακτριανή στην ανατολή, μέχρι και το μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας στην δύση. Το 281 π.Χ. νίκησε σε μάχη τον Λυσίμαχο. Ακολούθως πέρασε τον Ελλήσποντο και αναγορεύτηκε βασιλιάς της Μακεδονίας. Σύντομα όμως δολοφονήθηκε από τον Πτολεμαίο Κεραυνό τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Οι αρχαίοι συγγραφείς της ελληνιστικής και αυτοκρατορικής εποχής εκθειάζουν τη «φιλανθρωπία», το προσωπικό του θάρρος και την ιπποτική του συμπεριφορά αλλά και τη σωματική του ρώμη. Από τις μη στρατιωτικές του δραστηριότητες αναφέρονται οι εξερευνητικές αποστολές που έγιναν με εντολή του στην Ινδία και την Κασπία Θάλασσα και προπάντων η ίδρυση πολλών ελληνικών πόλεων ανέρχονται περίπου σε 30 στο κέντρο του κράτους του, δηλ. τη Βόρεια Συρία αλλά και στη Μικρά Αία και στις Ανατολικές επαρχίες.
Κύριο χαρακτηριστικό του σελευκιδικού βασιλείου, το οποίο περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου στην Ασία ήταν η διαρκής αυξομείωση των εδαφών του. Σε αντίθεση με τον αμιγή πληθυσμό της Μακεδονίας -ή ακόμα και με αυτόν της Αιγύπτου όπου εκτός από τους Έλληνες ο εντόπιος πληθυσμός ήταν ενιαίος- στο βασίλειο των Σελευκιδών εντάσσονταν φυλετικά ανομοιογενείς λαοί με ποικίλες πολιτισμικές παραδόσεις και διαφορετικές κοινωνικές νοοτροπίες. Ελάχιστα κοινά στοιχεία υπήρχαν ανάμεσα στους Έλληνες της Μικράς Ασίας, τους Ιουδαίους της Παλαιστίνης, τους Πέρσες των ανατολικών σατραπειών και τους ’ραβες της Συρίας. Μόνιμη μέριμνα των Σελευκιδών υπήρξε η προσπάθειά τους να επιβάλουν την κυριαρχία τους στο εκτενές κράτος που κάλυπτε τη γεωγραφική περιοχή από τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας ως την Ινδία και να διατηρήσουν μία έστω και υποτυπώδη πολιτική συνοχή. Εκτός από τη γραφειοκρατία και τη στρατιωτική επιβολή -επειδή η λατρεία του μονάρχη θεωρήθηκε ένα από τα ουσιαστικότερα συνεκτικά στοιχεία του κράτους- έγινε προσπάθεια να καλλιεργηθεί με κάθε τρόπο, αν και ποτέ δεν μπόρεσε να συστηματοποιηθεί τόσο πολύ όσο στο πτολεμαϊκό βασίλειο. Σε γενικές γραμμές οι Σελευκίδες προσπάθησαν να ενισχύσουν το ελληνικό στοιχείο, κυρίως με την ίδρυση πόλεων στις οποίες παραχωρούσαν σχετική αυτονομία. Η Αντιόχεια στον ποταμό Ορόντη στη βόρεια Συρία υπήρξε τυπικά η πρωτεύουσα του κράτους, ενώ σημαντικά επίσης διοικητικά κέντρα αποτέλεσαν οι Σάρδεις στη Λυδία και η Σελεύκεια στον ποταμό Τίγρη. Οι Σελευκίδες -όπως εξάλλου και όλοι οι άλλοι ελληνιστικοί ηγεμόνες- διόριζαν στα ανώτατα κρατικά αξιώματα τους μακεδόνες φίλους τους, οι οποίοι συνιστούσαν την ελληνική άρχουσα τάξη. Παράλληλα όμως αντιμετώπισαν τους υπόλοιπους λαούς που διαβίωναν στο βασίλειο με ανεκτικότητα και σεβάστηκαν τις γλώσσες και τις θρησκείες τους, ενώ κυρίως από τον 3ο αιώνα π.Χ.ανέδειξαν και αρκετούς εντόπιους σε σημαντικά πολιτικά αξιώματα του κράτους. Επιπλέον, παραχώρησαν σε τοπικούς ηγεμόνες δικαιώματα ανάλογα με εκείνα που είχαν οι σατράπες στην παλαιότερη περσική αυτοκρατορία διορίζοντάς τους επικεφαλής μεγάλων διοικητικών περιοχών, που περιελάμβαναν τα περιφερειακά κυρίως τμήματα του κράτους, τα οποία δεν μπορούσαν να τα διατηρήσουν με άλλο τρόπο υπό τον άμεσο έλεγχό τους. Η Αντιόχεια η επί Δάφνη ή επί Ορόντου, γνωστή και ως Αντιόχεια η Μεγάλη ή απλά Αντιόχεια (Antakya) είναι η έδρα της επαρχίας Χατάι στη νότια Τουρκία. Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του ποταμού Ορόντη και ιδρύθηκε στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. από τον Σέλευκο Α' το Νικάτορα, στρατηγό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, προς τιμή και μνήμη του πατρός του Αντίοχου. Η Αντιόχεια αναμφιβόλως υπήρξε το λίκνο του ελληνικού πολιτισμού στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, πόλη που αποτέλεσε το σταυροδρόμι των μεγάλων φιλοσοφικών ρευμάτων, με μεγάλη ανάπτυξη των γραμμάτων και των επιστημών. Υπήρξε η πόλη των εθνικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών αντιθέσεων, αλλά και των θεαμάτων, του κοσμοπολιτισμού, και των ακραίων εκφραστικών εκδηλώσεων. Η παρά τον Ορόντη ποταμό Αντιόχεια, πρωτεύουσα της αρχαίας Συρίας, υπήρξε μία από τις πλέον μεγάλες και ενδοξότερες ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας. Η συμβολή της στο παγκόσμιο πολιτισμό κρίθηκε ουσιώδης, από την ημέρα της κτήσεώς της, από τον ιδρυτή της μεγάλης ελληνικής Δυναστείας των Σελευκιδών, Σέλευκο τον Α', δηλαδή από το 300 π.Χ.μέχρι που η οριστική ηγεμονία του ελληνικού κόσμου πέρασε στην Κωνσταντινούπολη, κατά τον 6ο αιώνα. Επί 8 αιώνες, υπήρξε μαζί με την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου η μεγάλη ελληνική μητρόπολη των τεχνών, των γραμμάτων, του ωραίου αλλά και του θορυβώδους κοινωνικού βίου. Αν και λίγο μικρότερη της Αλεξάνδρειας, συνέβαλε το ίδιο στη λάμψη του ελληνιστικού πολιτισμού των ελληνιστικών χρόνων, στην κομψότητα και την ευμάρεια. Τα χαρακτηριστικά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της ακμής της, ήταν εκείνα που διακήρυξαν την αξία της πόλης αυτής, έτσι ώστε οι χαρακτηρισμοί της ως «Αντιόχεια η Μεγάλη», η «Καλή», η «Θεούπολη», να το καταδεικνύουν και συνάμα να επιδεικνύουν το μέγεθος της συμβολής της στην παγκόσμια ιστορία. Η μεγαλοπρέπεια και η ανάπτυξή της δεν έπαψαν και στις τρεις περιόδους της ιστορίας της, δηλαδή κατά την ελληνιστική περίοδο (300 - 64 π.Χ.), τη Ρωμαιοκρατία (64 π.Χ. - 325) και την βυζαντινή εποχή 325 - 637), με αποτέλεσμα να διατηρούν τη λαμπρότητά της, σε περίοπτη μέχρι την πτώση της στην αραβική κυριαρχία. Ελληνιστική Κοινή  είναι η λαϊκή μορφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που εμφανίστηκε στη μετακλασσική αρχαιότητα (περ. 300 π.Χ. - 300 μ.Χ.) και αποτελεί την τέταρτη περίοδο στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Άλλες ονομασίες της είναι Αλεξανδρινή, Ελληνιστική, Κοινή . Η Κοινή είναι σημαντική όχι μόνο για τους Έλληνες, καθώς αποτέλεσε την πρώτη τους κοινή διάλεκτο και προπομπό της δημοτικής, αλλά και για τον Δυτικό πολιτισμό, για τον οποίο αποτέλεσε την lingua franca στην περιοχή της Μεσογείου. Η Κοινή ήταν επίσης η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα Ευαγγέλια καθώς και η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για την διδασκαλία και εξάπλωση του Χριστιανισμού στα πρώτα χρόνια μετά Χριστόν. Η Κοινή ήταν επίσης ανεπίσημα πρώτη ή δεύτερη γλώσσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ενώ στη Δύση σταδιακά εκτοπίστηκε από τα μεσαιωνικά λατινικά (τη Λαϊκή Λατινική γλώσσα), στην Ανατολή παρέμεινε για αιώνες η καθομιλουμένη. Η Κοινή Ελληνιστική ξεπήδησε ως κοινή διάλεκτος μέσα στα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Υπό την ηγεσία των Μακεδόνων που κατέκτησαν τον γνωστό τότε κόσμο, η νεοσχηματισθείσα κοινή διάλεκτος ομιλούνταν τότε από την Αίγυπτο ώς τη λεκάνη τηςΙνδίας. Αν και τα επιμέρους στοιχεία της Κοινής διαμορφώθηκαν κατά την ύστερη Κλασική εποχή, στην μετά-Κλασική περίοδο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.χ., όταν οι ασιατικοί πολιτισμοί υπό την επιρροή της Ελληνιστικής περιόδου άρχισαν με την σειρά τους να επηρεάζουν την γλώσσα.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αυτοκρατορία_των_Σελευκιδών
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σέλευκος_Α΄_Νικάτωρ
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αντιόχεια
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ελληνιστική_Κοινή
http://www.ime.gr/chronos/06/gr/politics/index304.html