Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Οι δέκα (10) νεότερες πόλεις της Αρχαίας Ελλάδας και η πλούσια ιστορία τους

H πόλη ήταν μια μορφή συμβιωτικής κοινότητας, στην οποία ζούσαν οι άνθρωποι για να επιδιώξουν κυρίως το ύψιστο αγαθό, που είναι η ικανοποίηση των πνευματικών αναγκών τους. Εκεί τα παιδιά είχαν φυσική υποχρέωση να υποτάσσονται στους γονείς και οι γυναίκες στους άνδρες, όσο και αν στο σπίτι οι γυναίκες ήταν αφέντρες. Οι άντρες ήταν αυτοί που συγκροτούσαν την πολιτική κοινότητα. Οι πολιτικές πράξεις ήταν προνόμιο και υποχρέωση των ανδρών. Και ήταν πολύ σοβαρή υπόθεση, επειδή οι δραστηριότητες των ανδρών εκτείνονταν σε διάφορα πεδία και απαιτούσαν πολλές γενικές και ειδικές γνώσεις. H δημοκρατία στην αρχαία Ελλάδα ήταν άμεση, δηλαδή κάθε πολίτης ήταν κατά κάποιον τρόπο υποχρεωμένος να κάνει προτάσεις στο βουλευτικό σώμα για ετερόκλητα θέματα που αφορούσαν την πόλη ή να κληθεί ακόμη και να δικάσει. Επρεπε ο κάθε πολίτης να είναι κατατοπισμένος σε πολλά πράγματα και να έχει μια ευρύτερη μόρφωση, για να μπορεί να ανταποκρίνεται στα καθήκοντα του ως πολίτης, ως μέλος της πόλης. Μια συμβιωτική κοινότητα να είναι ανάξια να λέγεται «πόλις», αν οι πολίτες της δεν είναι ικανοί να παίρνουν μέρος σε δημόσιες συζητήσεις, όπου οι απόψεις συνήθως είναι αλληλοσυγκρουόμενες. Διότι από τις συζητήσεις αυτές ανυψώνεται το πνευματικό επίπεδο των πολιτών και γίνονται, κατά κάποιον τρόπο, πνευματικά αυτάρκεις. Για να εξυψωθεί κάποιος πνευματικά, πρέπει να υπάρχουν εξωτερικά ερεθίσματα, τα οποία ο άνθρωπος βρίσκει μέσα στην κοινωνική συμβίωση, μέσα στην πόλη. Η «πόλις» είναι ιδανική περίπτωση συμβίωσης, για να επιτύχει ο άνθρωπος την ευδαιμονία, το περιπόθητο «ευ ζην», δηλαδή μια ζωή που να είναι αυτάρκης όχι μόνο σε υλικά αλλά και σε πνευματικά αγαθά. Οι πολύ μικρές πόλεις δεν μπορούν να ικανοποιήσουν όλες τις ανάγκες των πολιτών τους. Επίσης, απαραίτητη προϋπόθεση για την καλή απόδοση του θεσμού της πόλης είναι η ύπαρξη μιας αρχής που να οργανώνει, να διαρθρώνει και να ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών φορέων που συμβιώνουν στην πόλη. Δηλαδή, η δημιουργία της πόλης είναι φυσική αναγκαιότητα για τον άνθρωπο, διότι από τη φύση του ο άνθρωπος είναι “πολιτικό ζώον”, του ταιριάζει η συμβίωση σε κοινωνίες. Μήπως θα ήταν πιο ευτυχισμένος ο άνθρωπος αν ζούσε μεμονωμένα και ανεξάρτητα, ελεύθερος μέσα στη φύση και όχι κάτω από την αναγκαστική πειθαρχία που επιβάλλουν οι νόμοι σε όσους συμβιώνουν στις πόλεις; Όχι, γιατί ο άνθρωπος είναι «φύσει συνδυαστικόν ον». Δεν μπορεί να ζήσει μόνος του. H ένωση του άνδρα και της γυναίκας, που είναι επιτακτική ανάγκη της φύσης, θα μπορούσα να σου πω ότι αποτελείτο πρώτο κύτταρο της δημιουργίας της κοινωνίας, που είναι η οικογένεια. Ο κάθε νόμος, ακόμη και ο πιο άρτιος, έχει το μειονέκτημα ότι πάσχει από υπερβολική γενικότητα. Είναι ψυχρός, αυστηρός και δεν υπεισέρχεται στις ειδικές συνθήκες που έγινε το αδίκημα. Γι’ αυτό, η μια άποψη είναι η απονομή της δικαιοσύνης να γίνεται από άξιους και έμπειρους δικαστές, οι οποίοι να μπορούν να αντιλαμβάνονται την ιδιορρυθμία της κάθε περίπτωσης. H άλλη άποψη είναι να απονέμεται η δικαιοσύνη από συλλογικά όργανα μέσα από διάλογο. Κάτω από διαρκή αμφισβήτηση, τα μέλη των συλλογικών οργάνων μορφοποιούν αυτό που λέμε δικαιοσύνη. Κάθε μέλος του συλλογικού οργάνου παρόμοιο με το σώμα των ενόρκων έχει τις δικές του εμπειρίες από τη ζωή, έτσι μπορεί να αντιληφθεί τις λεπτομέρειες της διάπραξης της αδικίας και η κρίση θα είναι πιο σωστή. Στα συλλογικά όργανα οι ακραίες καταστάσεις, ο πολύς συναισθηματισμός και η μεγάλη απάθεια μετριάζονται από τη γνώμη των πολλών. O καταλληλότερος χώρος για τις διαβουλεύσεις αυτές ήταν για την αρχαία πόλη η «εκκλησία του δήμου», δηλαδή η συνέλευση του λαού, όπου αναπτύσσονται ο λόγος και ο αντίλογος και μέσα από αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις προκύπτει η σωστή γνώμη. Μέχρι το τέλος του 2ου αιώνα π.Χ είχαν καταγραφεί από τους γεωγράφους της αρχαιότητας πάνω από 1500 Ελληνικές πόλεις και αποικίες στις περιοχές της Μεσογείου, Ελληνικής Χερσονήσου (Βαλκάνια), Ευξείνου Πόντου, και Βόρειας Αφρικής! Μάλιστα οι πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις αναφέρουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν φτάσει συνολικά τον 3ο αιώνα π.Χ κοντά στα 20.000.000! Η Αθήνα στο απόγειό της είχε πληθυσμό κοντά στις 500.000 κατοίκους ενώ μόνο η Σικελία έφτασε μέχρι και τους 1.000.000 Έλληνες! Γι αυτό άλλωστε και εκείνη η περιοχή ονομαζόταν ''Μεγάλη Ελλάδα'', επειδή έφτασε να έχει πληθυσμό Ελλήνων μεγαλύτερο από την κυρίως Ελλάδα! Μπορεί σήμερα η Ελλάδα να έχει περιοριστεί στα σημερινά της σύνορα, όμως η αρχαία κλασσική Ελλάδα αδιαμφισβήτητα ήταν η κοσμοκράτειρα δύναμη του τότε κόσμου. Οι θαλασσοπόροι και ποντοπόροι Έλληνες είχαν καταφέρει να αποικίσουν σε παρθένες τότε περιοχές περισσότερες από 1500 πόλεις σε κάθε γωνία του τότε γνωστού κόσμου! Ποτέ δεν επέλεγαν τυχαία τα σημεία οπού θα έκτιζαν τις νέες αποικίες...Πάντοτε είχαν συγκεκριμένες οδηγίες από τα ιερατεία των μητροπολιτικών πόλεων για το πού και πως θα κτίσουν τη νέα πόλη. Κάθε καινούρια Ελληνική πόλη έπρεπε οπωσδήποτε να είχε τείχη, στρατώνες, ναό στον πολιούχο θεό, αγορά, σχολεία ή ακαδημίες, θέατρα, ωδεία, γυμνάσια, αποθήκες, εργαστήρια, υδραγωγεία, λουτρά, αποχετευτικό σύστημα αλλά και να είναι οπωσδήποτε χτισμένη με καλαισθησία και αρμονια με το περιβάλλον! Αυτοί ήταν οι αρχαίοι Έλληνες! Ανήσυχα πνεύματα, δημιουργικοί, εφευρετικοί, λεπτολόγοι με υψηλό το αίσθημα της φιλοπατρίας,και φυσικά πραγματικά προοδευτικοί! Από αυτούς σήμερα πρέπει να αποκτήσει όραμα και η νέα γενιά για να ξαναποκτήσει και πάλι η Ελλάδα την θέση που της αξίζει στο παγκόσμιο στερέωμα! Ακολουθεί κατάλογος των δέκα (10) νεότερων πόλεων της Αρχαίας Ελλάδας.
1) ΠΑΤΡΑ : Η Πάτρα είναι το μεγαλύτερο οικονομικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της Πελοποννήσου και της δυτικής Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων χιλιετιών της ιστορίας της και ειδικότερα στη Ρωμαϊκή περίοδο, η Πάτρα αποτέλεσε κοσμοπολίτικο κέντρο της Μεσογείου. Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, είναι ο τόπος του μαρτυρίου του Αγίου Ανδρέα, ο οποίος είναι και ο πολιούχος της πόλης. Η Πάτρα (Πάτραι) είναι η μεγαλύτερη πόλη της Πελοποννήσου με 168.034 κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011. Το πολεοδομικό συγκρότημα της Πάτρας είναι το τρίτο μεγαλύτερο στην Ελλάδα με πληθυσμό 213.984 κατοίκους (2011). Η Πάτρα είναι πρωτεύουσα του νομού Αχαΐας, της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και έδρα του ομώνυμου δήμου. Η πόλης της Πάτρας διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της χώρας. Η Πάτρα βρίσκεται στα βόρεια παράλια της Πελοποννήσου. Εκτείνεται από τις δυτικές απολήξεις του Παναχαϊκού όρους μέχρι και τις ακτές του Πατραϊκού κόλπου, ο οποίος στην ουσία είναι μια εγκόλπωση του Ιονίου πελάγους. Η πιο κοινή εξήγηση για το όνομα στην μυθολογία προέρχεται από τον Πατρέα, το μυθικό οικιστή της πόλης, έναν Αχαιό από τη Σπάρτη. Ο Πατρέας, αφού ήρθε επικεφαλής αποίκων στην περιοχή της Αρόης, έδιωξε τους Ίωνες κατοίκους της και μεγάλωσε την πόλη μέσω της συνένωσης των προϊστορικών οικισμών της Αρόης, της Άνθειας και της Μεσσάτιδος και έδωσε στο συνοικισμό το όνομα Πάτραι (πληθυντικός αριθμός). Χτισμένη σε στρατηγική θέση, παραθαλάσσια με καλυμμένα τα νώτα της από το Παναχαϊκό όρος και κοντά στην Αιτωλοακαρνανία, κοντά στα Ιόνια νησιά και στο δρόμο προς την Ιταλία, η Πάτρα ήταν προικισμένη για να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην ιστορία. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο τη βρίσκουμε άλλοτε με το μέρος των Αθηναίων και άλλοτε των Πελοποννησίων. Το τέλος του πολέμου τη βρίσκει με το μέρος των νικητών. Σημαντική ήταν η συμβολή της Πάτρας στη συγκρότηση της Αχαϊκής Συμπολιτείας (280 π.Χ.). Πρόκειται για την αναβίωση της ομοσπονδίας των Αχαιών, "Το κοινό των Αχαιών". Οι πόλεις Πάτραι, Δύμη, Αίγιο, Βούρα, Φαραί, Τριταία, Πελλήνη, Αιγείρα, Λεόντιο και Κερύνεια ιδρύουν την Συμπολιτεία. Η λειτουργία της βασιζόταν σε θεσμούς ισότητας και δημοκρατίας. Η Πάτρα υποτάχθηκε στην Ρώμη το 146 π.Χ.. Ο Αύγουστος είχε διακρίνει (31 π.Χ.) την θέση της Πάτρας και φρόντισε να εγκατασταθούν εδώ ως άποικοι παλαίμαχοι Ρωμαίοι. Από τότε παραχωρήθηκαν μόνο στους Πατρινούς, η ελευθερία και η αυτοδιοίκηση που μπορούσαν ν' απολαμβάνουν οι Ρωμαίοι ως άποικοι. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες Τιβέριος, Νέρων και Αδριανός αλλά και άλλοι έδωσαν κατά καιρούς προνόμια στην Πάτρα, η οποία γρήγορα μεταβλήθηκε σε λαμπρή και πασίγνωστη πόλη. Κατά το 2ο αιώνα μ.Χ. η Πάτρα βρίσκεται στη μεγαλύτερη ακμή της, τότε την επισκέπτεται ο περιηγητής Παυσανίας. Την εποχή αυτή εκτεινόταν στα νότια και νοτιοδυτικά της ακρόπολης και ήταν στολισμένη με πολλά ιερά και άλλα οικοδομήματα. Μερικά από αυτά περιγράφει ο περιηγητής στα Αχαϊκά του.
2) ΜΕΣΣΗΝΗ: Η Μεσσήνη ήταν αρχαία πόλη της Μεσσηνίας, στο νοτιοδυτικό τμήμα της Πελοποννήσου. Βρίσκεται δίπλα στο χωριό Μαυρομμάτι. Η πόλη ιδρύθηκε το χειμώνα του 370 π.Χ. - 369 π.Χ. από το Θηβαίο στρατηγό Επαμεινώνδα, μετά τη νίκη του επί των Σπαρτιατών στη μάχη των Λεύκτρων και την εισβολή του στη Λακωνία. Ο Επαμεινώνδας απελευθέρωσε τη Μεσσηνία από τη σπαρτιατική επιρροή και επέλεξε τους πρόποδες του όρους Ιθώμη για να χτίσει την πρωτεύουσα των ελεύθερων Μεσσηνίων. Χτίστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την αρκαδική Μεγαλόπολη, ώστε να αποκλειστεί η Σπάρτη από εχθρικά κράτη και να εκλείψει η επιρροή της έξω από τη Λακωνική. Ο περιηγητής Παυσανίας έχει διασώσει πληροφορίες για την ίδρυση της. Κήρυκες σταλμένοι από τους Θηβαίους έφτασαν στην Ιταλία, τη Σικελία, τη Λιβυκή πόλη Ευεσπερίδες και όπου αλλού ζούσαν φυγάδες Μεσσήνιοι, και τους κάλεσαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Οι απελευθερωμένοι είλωτες και περίοικοι της Μεσσηνίας θα συμμετείχαν κι αυτοί αλλά το ζωτικότερο στοιχείο της ξενιτιάς θεωρήθηκε απαραίτητο και ανταποκρίθηκε στον κάλεσμα. Η επιλογή της θέσης της πόλης έγινε μετά από θαυματουργή αποκάλυψη της θέσης της διαθήκης του Μεσσήνιου ήρωα Αριστομένη και με τη βοήθεια ιερέων και μάντεων. Η πόλη ονομάστηκε από τη μυθική βασίλισσα Μεσσήνη, κόρη του βασιλιά του Άργους Τριόπα. Έτσι ξεκίνησε το χτίσιμο του τείχους, μετά από θυσίες των συμμάχων προς τους τοπικούς θεούς και ήρωες, και υπό τη συνοδεία βοιωτικών και αργείτικων αυλών. Η πόλη παρέμεινε το πολιτιστικό κέντρο της Μεσσηνίας μέχρι το 395 μ.χ., όταν η επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου έδωσε το αποφασιστικό πλήγμα στην πόλη. Τότε οι κάτοικοί της θα άρχισαν να εγκαθίστανται σε ασφαλέστερους οικισμούς και η θέση να ερημώνεται. Το τείχος που περιέβαλλε τη Μεσσήνη είναι εξαιρετικά μεγάλου μήκους (περίμετρος 9 χλμ.) και στην εποχή του Παυσανία ήταν ήδη εξ' ολοκλήρου λίθινο, πράγμα που του προκάλεσε μεγάλη έκπληξη καθώς συνηθιζόταν η πλίθινη ανωδομή. Είχε δύο μνημειακές πύλες, την Αρκαδική (ή πύλη της Μεγαλόπολης) και τη Λακωνική. Σε τακτά διαστήματα ήταν ενισχυμένο με διώροφους λίθινους τετράγωνους και στρογγυλούς πύργους. Σήμερα διατηρείται καλύτερα στη βόρεια πλευρά του, εκατέρωθεν της Αρκαδικής πύλης. Από τα διατηρημένα μέρη και τα θεμέλια μπορεί κανείς να προσδιορίσει όλη σχεδόν τη γραμμή που ακολουθεί το τείχος. Όλα τα οικοδομήματα της Μεσσήνης έχουν τον ίδιο προσανατολισμό και εντάσσονται στον πολεοδομικό κάνναβο που δημιουργείται από οριζόντιους (με κατεύθυνση Ανατολή-Δύση) και κάθετους (με κατεύθυνση Βορρά-Νότο) δρόμους. Το πολεοδομικό αυτό σύστημα είναι γνωστό ως ιπποδάμειο , από τον αρχικό εμπνευστή και δημιουργό του αρχιτέκτονα, πολεοδόμο, γεωμέτρη και αστρονόμο του 5ου αιώνα π.Χ., τον Ιππόδαμο από τη Μίλητο.
3) ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗ: Η Μεγαλόπολη είναι πόλη της Αρκαδίας, έδρα του ομώνυμου δήμου και πρωτεύουσα της τέως επαρχίας Μεγαλόπολης. Είναι χτισμένη στο ομώνυμο οροπέδιο σε υψόμετρο 430 μέτρων. Ο πληθυσμός της είναι 5.779 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2011, περιλαμβάνοντας και το Ορέστειον. Στην περιοχή βρίσκονται μεγάλα αποθέματα λιγνίτη, τα μεγαλύτερα στην Ελλάδα μετά της Πτολεμαΐδας. Η Μεγαλόπολη χτίστηκε με προτροπή του Επαμεινώνδα το 370 π.Χ., με σκοπό να αποτελέσει ένα κέντρο για όλους τους Αρκάδες και έναν αντίπαλο πόλο δύναμης στη γειτονική της Σπάρτη. Για να κατοικηθεί η πόλη μετακινήθηκαν κάτοικοι από 40 αρκαδικά χωριά και αρκετοί είλωτες που είχαν δραπετεύσει, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι ποτέ αυτή η πόλη δε θα φερόταν φιλικά στη Σπάρτη. Μετά το 337 π.Χ. η πόλη συντάχθηκε με τους Μακεδόνες. Το 331 π.Χ. πολιορκήθηκε από τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Τον ίδιο χρόνο, συγκρούστηκαν οι Σπαρτιάτες και οι Μακεδόνες που είχαν φτάσει για να βοηθήσουν τη Μεγαλόπολη. Οι Μακεδόνες κατάφεραν να νικήσουν, σβήνοντας έτσι κάθε ελπίδα των Σπαρτιατών για ανασύσταση της ηγεμονίας τους. Στη μάχη σκοτώθηκε ο βασιλιάς της Σπάρτης, Άγις Γ΄. Τους Μακεδόνες διοικούσε ο στρατηγός Αντίπατρος. Το 223 π.Χ. ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Κλεομένης Γ΄ την κατέλαβε και την έκαψε, αλλά οι κάτοικοί της σώθηκαν ακολουθώντας τον Φιλοποίμενα στην Μεσσηνία. Το 208 π.Χ., ο Φιλοποίμην ως στρατηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας την ανοικοδόμησε. Αργότερα, η πόλη καταστράφηκε οριστικά.
4) ΝΙΚΟΠΟΛΗ: Η Αρχαία Νικόπολη ήταν πόλη της Ηπείρου που ιδρύθηκε από τους Ρωμαίους στη νοτιοδυτική Ήπειρο κοντά στην σημερινή Πρέβεζα. Ο αρχαιολογικός της χώρος αποτελεί σήμερα την μεγαλύτερη σε έκταση αρχαία πόλη της Ελλάδας. Η Αρχαία Νικόπολη βρίσκεται στην κοινότητα Νικόπολη στο πιο στενό σημείο του ισθμού της χερσονήσου της Πρέβεζας, επαρκώς προστατευμένη νομοθετικά από τη δόμηση, με αρχαιολογικό νόμο, και είναι επισκέψιμη. Εργασίες αναστήλωσης και ανάδειξης είναι συνεχώς σε εξέλιξη σε διάφορα σημεία του αρχαιολογικού χώρου. Την τελευταία δεκαετία καθαρίστηκαν και αναδείχθηκαν τα Τείχη, το Στάδιο και οι δύο Βασιλικές Αλκίσωνος και Δουμετίου. Το 2006 - 2009 ανασκάφηκε και αναδείχθηκε το Μνημείο Αυγούστου. Το έτος 2012 - 2013 ανακατασκευάζεται η δυτική Κεντρική Πύλη των παλαιοχριστιανικών Τειχών και καθαρίζεται το Θέατρο Οκταβιανού, με πρωτοβουλία του συλλόγου "ΔΙΑΖΩΜΑ" κλπ. Η Νικόπολη πληθυσμιακά σύμφωνα με νεότερες μελέτες του Κωνσταντίνου Ζάχου είχε πληθυσμό περί τις 150.000 άτομα, και προήλθε από την βίαιη πληθυσμιακή μετοίκηση άλλων Ηπειρωτικών πόλεων της Θεσπρωτίας, της Πρέβεζας, της Άρτας και της Ακαρνανίας. Η Νικόπολη (πόλη της νίκης), χτίστηκε κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα Αύγουστου Οκταβιανού (ή Οκτάβιου), πρώτου αυτοκράτορα της Ρώμης, για να τιμήσει τους θεούς, τον «Άκτιο Απόλλωνα» ή, τον Ποσειδώνα (θεός της θάλασσας) και τον Άρη (θεός του πολέμου) για τη νίκη που του έδωσαν κατά του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας στη μεγάλη Ναυμαχία του Ακτίου, το 31 π.Χ. Η θέση όπου ιδρύθηκε η Νικόπολη συγκέντρωσε αξιόλογα πλεονεκτήματα ως προς την οικονομία το εμπόριο και τη στρατηγική σημασία της. Η Νικόπολη, άκμασε πολύ σύντομα και σύμφωνα με κάποιες απόψεις ιστορικών έφθασε να έχει πληθυσμό 300.000 κατοίκους, στο έτος 293 μ.Χ., όταν ήταν πρωτεύουσα της Ηπείρου “Πόλις ευανδρούσα, λαμβάνουσα καθ ημέραν επίδοσιν”, γράφει ο Στράβων αναφερόμενος στην Νικόπολη. Λόγω της ιστορικής της σημασίας, η Νικόπολη ήταν μια «πόλις αίγλη» για τους Ρωμαίους. Γι αυτό και κατασκεύασαν εκεί σημαντικότατα δημόσια έργα. Ρωμαϊκά τείχη με αμυντικούς πύργους, Βουλευτήριο, Εμπορικά Κτίρια, Αμφιθέατρο, Λουτρά (Θέρμες), Μνημείο Αυγούστου Οκταβιανού με ενσωματωμένα 36 έμβολα πλοίων της Κλεοπάτρας, Θέατρο Αυγούστου Οκταβιανού (2.000 θέσεων), Ρωμαϊκό Στάδιο (10.000 θέσεων), Ρωμαϊκό Ωδείο (800 θέσεων), αλλά το κυριότερο τεχνικό έργο είναι το Ρωμαϊκό υδραγωγείο μήκους 50 Km με το οποίο έφερναν πόσιμο νερό από τις πηγές του Αγίου Γεωργίου, πάνω από τη Φιλιππιάδα στη Νικόπολη. Το έτος 22 π.Χ. ο Οκταβιανός Αύγουστος δείχνων το μεγάλο του ενδιαφέρον για το κτίσμα του, υπογράφει διάταγμα με το οποίο εισάγει νέο σύστημα επαρχιακής διοίκησης και «καθιστά την Νικόπολη οιονεί πρωτεύουσαν και μητρόπολιν της Νοτίου Ηπείρου και Ακαρνανίας». Κατά την παλαιοχριστιανική εποχή (300 μ.Χ. – 400 μ.Χ.), η «Νικόπολις» δέχθηκε Βαρβαρικές επιδρομές, περιορίστηκαν οι εμπορικές της δραστηριότητες και οι κάτοικοι στράφηκαν στον αγροτικό τομέα και κατασκεύασαν ένα νέο τείχος που περιόρισε την πόλη. Εξακολούθησε όμως να είναι πρωτεύουσα επαρχίας που ονομάστηκε επί Διοκλητιανού «Παλαιά Ήπειρος». Είναι βέβαιο ότι το έτος 395 μ.Χ. η Νικόπολη κατελήφθη από τους «Βησιγότθους» υπό τον βασιλιά «Αλάριχο Α΄». Το έτος 475 μ.Χ., κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Ζήνωνα η Νικόπολη κατελήφθη από τους Βανδάλους. Οι Βάνδαλοι είχαν κράτος στην Αφρική και, πειρατικό στόλο, έκαναν επιδρομές μέχρι και την Ελλάδα. Ο Οστρογότθος βασιλιάς της Ιταλίας Τωτίλας (541-552 μ.Χ.), αφού εξασφάλισε την επικράτησή του στη Ρώμη, επάνδρωσε τριακόσια πλοία με Γότθους πολεμιστές και τα έστειλε κατά της Ελλάδας. Η λεηλασία και καταστροφή της Νικοπόλεως από τα στρατεύματα του Τωτίλα ήταν τρομακτική ισοδυναμώντας με παντελή αφανισμό της πόλης.
5) ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΑ: Η αρχαία πόλη της Δημητριάδας, κτισμένη σε στρατηγική θέση του Παγασητικού κόλπου, πήρε το όνομά της από τον ιδρυτή της, Δημήτριο Πολιορκητή. Ο Μακεδόνας βασιλιάς κατά το έτος 294 π.Χ. συνοίκησε τις μικρές κώμες της περιοχής, για να δημιουργήσει ένα ισχυρό οικονομικό και πολιτικό κέντρο, χρησιμοποιώντας ως πυρήνα την κλασσική πόλη των Παγασών. Η περιοχή κάλυπτε την Μαγνησία και έχει να παρουσιάσει μακραίωνη ιστορία, η οποία ξεκινά από τη νεολιθική εποχή και φθάνει μέχρι και τα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Η ελληνιστική πόλη ιδρύθηκε το 293 π.Χ. για να αποτελέσει τη μια από τις τρεις «κλείδες» ή «πέδες» της Eλλάδας μαζί με τη Χαλκίδα και την Kόρινθο. Ο Δημήτριος και οι άλλοι βασιλείς της Δυναστείας των Αντιγονιδών τη χρησιμοποίησαν ως ορμητήριο για πολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις στη Θεσσαλία και στη νότια Ελλάδα. Με την υποστήριξη των Mακεδόνων βασιλέων η Δημητριάδα εξελίχθηκε σε μεγάλο διεθνές εμπορικό λιμάνι, όπου συνέρρεαν και είχαν εγκατασταθεί μόνιμα πολλοί Έλληνες και ξένοι, από την Ιλλυρία, την Ήπειρο και από χώρες της Μεσογείου ως τη Μέση Ανατολή. Η μεγάλη ακμή της πόλης ως οικονομικό, εμπορικό και πολιτικό κέντρο σημειώθηκε από το 217 π.Χ. έως το 168 π.Χ., όταν μετά τη μάχη της Πύδνας το μακεδονικό βασίλειο καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους. Από τον 1ο αι. π.X. η Δημητριάδα έχασε την πολιτική της δύναμη και άρχισε να συρρικνώνεται εδαφικά. Εγκαταλείφθηκε το μεγαλύτερο μέρος της και ο οικισμός περιορίσθηκε στο βόρειο τμήμα της, προς τη θάλασσα, και ακόμη λιγότερο στο νότιο τμήμα της αρχαίας πόλης. Κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους έχασε μεγάλο μέρος της σημασίας της, εξακολούθησε όμως να παραμένει η πρωτεύουσα του Kοινού των Mαγνήτων, που ήταν περιορισμένο στα όρια της Mαγνησίας. Τo Kοινό των Mαγνήτων επιβίωσε, όπως μαρτυρούν επιγραφές και νομίσματα, έως τα τέλη του 3ου αι. μ.X. Στα τέλη του 3ου - αρχές 4ου αι. μ.X., ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός κατέλυσε τα Kοινά των Θεσσαλών και Mαγνήτων και ανέδειξε τη Θεσσαλία σε ξεχωριστή επαρχία με πρωτεύουσα τη Λάρισα. H ρωμαϊκή περίοδος της θεσσαλικής ιστορίας έκλεισε οριστικά με την ίδρυση της Eπισκοπής της Δημητριάδος επί Mεγάλου Kωνσταντίνου. Η πόλη ξαναγνώρισε σχετική ακμή κατά τον 4ο και 5ο αι. μ.Χ., αλλά εγκαταλείφθηκε οριστικά τον 6ο αι. μ.Χ. Στους τελευταίους αιώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας τη Δημητριάδα διαδέχθηκε ο Βόλος. Έχουμε μαρτυρίες ότι στα 896 μ.Χ. πειρατικός στόλος Σαρακηνών, με επικεφαλης κάποιον κουρσάρο Δαμιανό, ήρθε στον Παγασητικό και μπήκε στην Δημητριάδα, όπου έσφαξε όλους τους αρσενικούς που μπορούσαν να φέρουν όπλα και άδειασε την πόλη από κάθε πολύτιμο πράγμα… Άλλη μιά τέτοια μεγάλη επιδρομή των Σαρακηνών αναφέρεται λίγο πρίν του 1070. Λέει μάλιστα η παλιά παράδοση, πως μπήκαν στην Δημητριάδα και την κούρσεψαν, γιατί έβρεχε δυνατά και οι κάτοικοι της Δημητριάδας μπήκαν στα σπίτια τους. Τότε βρήκαν ευκαιρία οι πειρατές, βγήκαν από τα καράβια τους και μπήκαν στην πόλη και την πλιατσικολόγησαν. Αν θέλουμε την πιστεύουμε αυτή την παράδοση. Είναι μια δικαιολογία των Δημητριέων, που φάινεται τόσο πολύ φοβούντανε τους πειρατές (γιατί ήταν ζωντανές οι αναμνήσεις για τις σφαγές και το κούρσεμα του 896), ώστε μόλις είδαν τον πειρατικό στόλο, παράλυσαν”.
6) ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: Η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη σε πληθυσμό και έκταση πόλη της Ελλάδας. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου, της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης. Από την ίδρυσή της από τον Κάσσανδρο η Θεσσαλονίκη ως μια ακμάζουσα ελληνιστική πόλη μέχρι την οθωμανική κυριαρχία αξιοποιεί την στρατηγική της θέση και αναπτύσσεται σε μια πολυπολιτισμική πόλη. Από το 1912, με τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων και την ενσωμάτωση της περιοχής στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, η Θεσσαλονίκη αποτελεί τη δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της Ελλάδας. Συχνά αναφέρεται ως η συμπρωτεύουσα της Ελλάδας. Η Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε από τον Κάσσανδρο και έλαβε το όνομά της της συζύγου του, Θεσσαλονίκης, ετεροθαλής αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κόρη του Φιλίππου Β΄ και της πέμπτης συζύγου του, της Θεσσαλής Νικησιπόλης. Το όνομά της προέρχεται από τη σύνθεση των λέξεων Θεσσαλων και Νίκη, σε ανάμνηση της νίκης των Μακεδόνων και του Κοινού των Θεσσαλών έναντι του τυραννικού καθεστώτος των Φερών και των συμμάχων της, Φωκέων, στο πλαίσιο του Γ’ Ιερού Πολέμου. Με βασικό άξονα την αρχαία πόλη της Θέρμης, ο Κάσσανδρος ανάγκασε σε μετοίκηση τους πληθυσμούς 26 τοπικών, παράκτιων πολισμάτων και χωριών δημιουργώντας τη νέα πολιτεία, της Θεσσαλονίκης. Λόγω της θέσης της, που συνέδεε τη Μακεδονία με το Αιγαίο Πέλαγος, η Θεσσαλονίκη έγινε η σημαντικότερη πόλη στην Μακεδονία. Διατηρούσε εμπορικές επαφές με λιμάνια της Ανατολής. Η κατάλυση του βασιλείου των Αντιγονιδών από τα ρωμαϊκά στρατεύματα το 168 π.Χ. έφερε τη Θεσσαλονίκη στα όρια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Δύο ημέρες μετά την ήττα του Περσέα στη Μάχη της Πύδνας, η Θεσσαλονίκη παραδόθηκε στους Ρωμαίους (168 π.Χ.). Το 148 π.Χ. πραγματοποιήθηκε διοικητική αναδιάρθρωση και η Μακεδονία, με όρια εκτενέστερα του βασιλείου των Αντιγονιδών, ανακηρύχθηκε ρωμαϊκή επαρχία διοικούμενη από ανθύπατο με πρωτεύουσα και έδρα του πραίτορα τη Θεσσαλονίκη. Η κατασκευή της Εγνατίας οδού από τους Ρωμαίους μεταξύ 146 π.Χ. - 120 π.Χ., του βασικού στρατιωτικού και εμπορικού διαύλου της ανατολικής διοίκησης, η οποία ένωνε την Αδριατική θάλασσα με τον Ελλήσποντο και τη Μικρά Ασία, προώθησε την αξιολογική σημασία της πόλης και εμπέδωσε την πρωταγωνιστική της παρέμφαση μέσα στο μεγεθούμενο κράτος. Έτσι, μέχρι το δεύτερο μισό του 2ου π.Χ. αιώνα, η Θεσσαλονίκη είχε αναδειχτεί στο κυρίαρχο σταυροδρόμι και βάση της εμπορικής και στρατιωτικής δραστηριότητας. Η μεταφορά της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας ανατολικά, στην παλαιά αποικία των Μεγαρέων, το Βυζάντιο, την από τούδε Κωνσταντινούπολη ή Νέα Ρώμη, θα συντελέσει στην περαιτέρω ανάδειξη της Θεσσαλονίκης. Το 904 η πόλη δέχθηκε επίθεση από τους Σαρακηνούς με αρχηγό τον εξισλαμισθέντα Λέοντα τον Τριπολίτη. Η σφοδρότητα της επίθεσης και η απροετοιμασία πολιορκίας οδήγησαν στην άλωση και τη λεηλασία της Χιλιάδες κάτοικοι σφαγιάστηκαν, ενώ περισσότεροι αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Το 1185 νορμανδικός στόλος μεταφέροντας 80.000 στρατό κατέπλευσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και άρχισε την πολιορκία από ξηρά και θάλασσα. Ο ανεφοδιασμός ανεπαρκής, ο διοικητής της Δαυίδ Κομνηνός ανίκανος, εγκατέλειψε τους αμυνόμενους και οι ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη έφτασαν πολύ αργά. Έτσι οι Νορμανδοί, αφού έχασαν 3.000 στρατιώτες, κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, παρά την ηρωϊκή άμυνα των κατοίκων και τη λεηλάτησαν, θανατώνοντας 7.000 από τους κατοίκους της. Αιώνες αργότερα, η «συμβασιλεύουσα πόλις» καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το1430 έπειτα από ισχυρή πολιορκία τριών ημερών. Ακολούθησε άγρια λαφυραγωγία και αιχμαλωσία των κατοίκων. Οι αιχμάλωτοι υπολογίζονται σε επτά χιλιάδες. Από αυτούς άλλοι ελευθερώθηκαν αφού εξαγοράστηκαν από συγγενείς και φίλους, άλλοι δε πουλήθηκαν, ενώ μέρος του πληθυσμού είχε ήδη φύγει πριν την άλωση και δεν επανήλθε.
7) ΦΙΛΙΠΠΟΙ: Οι Φίλιπποι ήταν αρχαία πόλη της ανατολικής Μακεδονίας με αρχικό όνομα Κρηνίδες, που βρίσκεται στο σημερινό νομό Καβάλας. Ο Απόστολος Παύλος ίδρυσε στους Φιλίππους την πρώτη χριστιανική Εκκλησία επί ευρωπαϊκού εδάφους. Η περιοχή των Φιλίππων κατοικείται από αυτόχθονες από την νεολιθική εποχή αδιαλείπτως. Η ιστορία του οικισμού των Φιλίππων αρχίζει στα 360/359 π.Χ. όταν άποικοι από τη Θάσο ιδρύουν την πρώτη πόλη, τις Κρηνίδες. Όταν στα 356 π.Χ. απειλούνται από τους Θράκες, ζητούν τη βοήθεια του Φιλίππου Β΄, του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Εκείνος, διαβλέποντας την οικονομική και στρατηγική σημασία της πόλης, την καταλαμβάνει, την οχυρώνει και τη μετονομάζει σε Φιλίππους. Στα ρωμαϊκά χρόνια οι Φίλιπποι ήταν η σπουδαιότερη πόλη της ανατολικής Μακεδονίας, χτισμένη σε πολύ στρατηγική θέση και στο μέσο μιας πλούσιας σε αγαθά περιοχής. Μετά τη μάχη των Φιλίππων (το 42 π.Χ) μετατράπηκε σε ρωμαϊκή αποικία και αποικίστηκε από τους Ρωμαίους δυο φορές. Ο πρώτος αποικισμός (deductio) έγινε, αμέσως μετά, με εντολή του Αντώνιου με απόμαχους του ρωμαϊκού στρατού. Ο δεύτερος αποικισμός, με Ιταλους πολίτες, έγινε μετά τη ναυμαχία του Άκτιου (31 π.Χ.) με εντολή του Οκταβιανού Αυγούστου, ο οποίος θεωρείτο δεύτερος οικιστής της πόλης, μετά τον Φίλιππο Β’ και για το λόγο αυτό η αποικία έφερε στο εξής το όνομα γένους του: colonia Iulia Augusta Philippensis. Από τους Φιλίππους περνούσε η κύρια οδική αρτηρία της Εγνατίας οδού, η οποία μετά από πορεία 10-12 ρωμαϊκών μιλίων έφερνε στη Νεάπολη κι από κει στη Θράκη, όπως μαρτυρούν τα ρωμαϊκά Οδοιπορικά και τα μιλιάρια που βρέθηκαν ως τώρα. Στην πόλη εισερχόταν η Εγνατία από την πύλη της Αμφίπολης, περνούσε από το forum, όπου σώζεται και ένα πλακόστρωτο τμήμα της, εξερχόταν από την πύλη της Νεάπολης και αφού διέσχιζε ένα εκτεταμένο προάστιο, συνέχιζε την πορεία της προς νότο.
8) ΑΝΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ: Η Αδριανούπολη είναι ιστορική πόλη της Τουρκίας, στην Ανατολική Θράκη, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (6.276 τ. χλμ, 402.606 κάτ.), στα σύνορα με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Η Αδριανούπολη υπήρξε η τρίτη πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το 1363 ως το 1453, πριν η Κωνσταντινούπολη γίνει η τέταρτη και οριστική πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Σήμερα η Αδριανούπολη είναι πρωτεύουσα της επαρχίας. Ο πληθυσμός της πόλης είναι 165.979 κάτοικοι (2014). Σημειώνεται το όνομα «Edirne» αποτελεί παραφθορά του Αδριανού (πόλη) > Αντρινού, που φερόταν τον 14ο αιώνα > Εντρινού > Εντιρνού καταλήγοντας στο Εντιρνέ όπου και επικράτησε. Ο Ορέστης, γιος του βασιλιά Αγαμέμνονα ίδρυσε την πόλη ως Ορεστιάδα, στη συμβολή των ποταμών Τόνζου (Τούντσα) και Αρδίσκου (Αρδα) με τον Εβρο. Η πόλη (επαν)ιδρύθηκε παίρνοντας το όνομά του από το Ρωμαίο Αυτοκράτορα Αδριανό (117-138) το 125 στη θέση Θρακικού οικισμού, που ονομαζόταν Ουσκουδάμα. Ηταν πρωτεύουσα των Βήσσων ή των Οδρυσών. Ο Αδριανός την έκανε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Θράκης, την ανέπτυξε και την εξωράισε (υδραγωγεία, λουτρά, αγορά κλπ.) και η πόλη διατήρησε κατά την κατοπινή εποχή το όνομά του. Βρίσκεται σε καίριο κόμβο του δρόμου ο οποίος ενώνει την κεντρική Ευρώπη με την Κωνσταντινούπολη και στο σημείο όπου κατέληγαν οι δρόμοι από τα παράλια του Αιγαίου, της Προποντίδας και του Εύξεινου Πόντου. Ήδη από τα χρόνια της ίδρυσής της εξελίχτηκε σε σπουδαίο συγκοινωνιακό, εμπορικό και στρατιωτικό κέντρο.
9) ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΗ : Η Φιλιππούπολη είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Βουλγαρίας με πληθυσμό 341.567 κατοίκων το 2015, ενώ 544.628 ζουν στην αστική της περιοχή. Είναι σημαντικό οικονομικό, συγκοινωνιακό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό κέντρο. Η Φιλιππούπολη βρίσκεται στη νοτιοκεντρική Βουλγαρία στις δύο όχθες του Ποταμού Έβρου. Η πόλη έχει αναπτυχθεί ιστορικά σε επτά λόφους, μερικοί από τους οποίους έχουν ύψος 250 μέτρα. Λόγω των λόφων αυτών η Φιλιππούπολη συχνά αναφέρεται στη Βουλγαρία ως "Επτάλοφος". Η πόλη ονομάστηκε Φιλιππόπολις, προς τιμήν του Φίλιππου Β΄ της Μακεδονίας, ίσως μετά το θάνατό του ή προς τιμή του Φίλιππου Ε΄ , όπως το πρώτον μαρτυρείται από τον Πολύβιο σε συνδυασμό με την εκστρατεία του. Η Φιλιππόπολις ταυτοποιήθηκε από τον Πλούταρχο και τον Πλίνιο ως η πρώην Πονηρόπολις. Το 46 μ.Χ. η πόλη ενσωματώθηκε τελικά στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον αυτοκράτορα Κλαύδιο, κατέστη μητρόπολις (πρωτεύουσα) της επαρχίας της Θράκης και απέκτησε καθεστώς πόλης στα τέλη του 1ου αιώνα. Την εποχή αυτή περνούσε από την πόλη η Βία Μιλιτάρις (ή Βία Ντιαγκονάλις), ο σημαντικότερος στρατιωτικός δρόμος στα Βαλκάνια. H Ρωμαϊκή εποχή ήταν περίοδος ανάπτυξης και πολιτιστικής υπεροχής. Τα αρχαία μνημεία διηγούνται την ιστορία μιας σφύζουσας αναπτυσσόμενης πόλης, με πολυάριθμα δημόσια κτίρια, ιερά, λουτρά, θέατρα, στάδιο και το μόνο ανεπτυγμένο αρχαίο σύστημα υδροδότησης στη Βουλγαρία. Η πόλη είχε προηγμένα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης. Την υπεράσπιζαν διπλά τείχη, πολλά από τα οποία διατηρούνται ακόμη και είναι ορατά από τους τουρίστες.
10) ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ : Η Κωνσταντινούπολη  είναι η μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας, αποτελώντας το οικονομικό, πολιτιστικό και ιστορικό κέντρο της χώρας. Η Κωνσταντινούπολη είναι διηπειρωτική πόλη στην Ευρασία, με το ιστορικό και εμπορικό κέντρο να βρίσκεται στην ευρωπαϊκή πλευρά και το ένα τρίτο του πληθυσμού να ζει στην ασιατική πλευρά. Με πληθυσμό 14,38 εκατομμύρια κατοίκους, η πόλη αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους αστικούς οικισμούς στην Ευρώπη και ο μεγαλύτερος στη Μέση Ανατολή καθώς και μία από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου. Ο Μέγας Κωνσταντίνος επέλεξε το Βυζάντιο, ως πρωτεύουσα, για τη ν στρατηγική θέση του. Η θεμελίωση της Κωνσταντινούπολης ταυτίστηκε με την έναρξη ενός πολύ μεγάλου πολεοδομικού εγχειρήματος, μεγάλης εμβέλειας. Η πόλη επεκτάθηκε, εντάσσοντας στο Βυζάντιο έκταση περίπου 5.000 στρεμμάτων, σε μεγάλο βαθμό μη οικοδομημένη. Τα νέα τείχη που ξεκίνησαν να κτίζονται επί Κωνσταντίνου και αποπερατώθηκαν επί Κωνστάντιου Α' (337-361), προεκτείνονταν κατά δεκαπέντε στάδια σε σύγκριση με τα παλαιότερα τείχη του Σεβήρου. Τα εγκαίνια της πόλης τελέστηκαν με λαμπρότητα στις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ και ονομάστηκαν γενέθλια. Επιθυμώντας να πυκνώσουν οι οικισμοί της πόλης, μέχρι το 361 ήταν εξασφαλισμένη η δωρεάν παροχή άρτου στους πολίτες που έχτιζαν την κατοικία τους εκεί, ενώ επιπλέον μέτρα πειθαναγκαστικού χαρακτήρα εφαρμόζονταν προκειμένου να υποχρεώνονται οι ανάδοχοι εδαφών αυτοκρατορικής ιδιοκτησίας στη Μικρά Ασία να οικοδομήσουν στην Κωνσταντινούπολη. Αρκετοί οίκοι παραχωρήθηκαν σε ανώτερους αξιωματούχους της αυλής και χρηματοδοτήθηκαν απευθείας από το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο. Περιτριγυρισμένη από επτά λόφους, η Κωνσταντινούπολη, όπως και η Ρώμη, διαιρέθηκε σε δεκατέσσερις συνοικίες. Στολισμένη με μεγαλοπρέπεια, η Κωνσταντινούπολη διέθετε όλα τα στοιχεία της αστικής ευημερίας, ευνοώντας σε πολιτισμικό επίπεδο τη συγχώνευση των εθίμων, της αρχιτεκτονικής και της τέχνης Δύσης και Ανατολής. Αποτέλεσε εκκλησιαστικό κέντρο, καθώς από το 381 αποτελούσε έδρα του πατριάρχη. Κατά την αυτοκρατορία του Ιουστινιανού Α' (527-565), η μεσαιωνική Κωνσταντινούπολη έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή της, με πληθυσμό που έφτανε περίπου τους 500.000 κατοίκους.
Πηγή: https://volosmagnisia.wordpress.com/2013/09/16/πευκάκια-και-σαρακηνός-1950/
https://sciencearchives.wordpress.com/2016/02/02/η-πόλη-κράτος-στην-αρχαία-ελλάδα/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πάτρα

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αρχαία_Μεσσήνη

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μεγαλόπολη

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αρχαία_Νικόπολη

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δημητριάδα_Μαγνησίας_(αρχαία_πόλη)

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θεσσαλονίκη

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Φίλιπποι

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αδριανούπολη

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Φιλιππούπολη

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντινούπολη



Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Storia della Grecia : La civiltà Minoica e l'espansione della cultura greca in Mediterraneo ed Est

Civiltà minoica è il nome dato alla cultura cretese dell' età del bronzo fiorita approssimativamente dal 2000 a.C. al 1450 a.C. (successivamente, la cultura micenea greca divenne dominante nei siti minoici dell'isola di Creta), questa civiltà, chiamata minoica in riferimento al mitologico re cretese Minosse, fu riscoperta tra il 1901 e il 1905, principalmente attraverso il lavoro dell'archeologo britannico Arthur Evans. La Creta minoica prese il suo posto storico, come disse Will Durant nel 1939, come "il primo collegamento nella catena europea". La vantaggiosa posizione geografica dell'isola favorì il sorgere della prima civiltà mediterranea e di un fiorente impero marittimo che dal Mare Egeo controllava una rete commerciale che raggiungeva l' Egitto, la Fenicia (Libano), le regioni a nord del Mar Nero e l'Occidente tanto da esercitare una vera e propria talassocrazia. Come i minoici chiamavano effettivamente loro stessi è del tutto sconosciuto. Il termine, derivato dal leggendario re Minosse, fu coniato dall'archeologo britannico Arthur Evans. Nella mitologia greca Minosse venne associato al labirinto, che Evans identificò con il sito di Cnosso. Forse con il termine di Minosse gli antichi cretesi indicavano tutti i sovrani dell'isola. Si è talvolta argomentato che alcuni toponimi come l' egiziano Keftiu (*kaftāw) e il semitico Kaftor o Caphtor e Kaptara nei documenti d'archivio della città siriaca di Mari apparentemente si riferiscano all'isola di Creta. John Strange ha osservato d'altra parte che alcuni fatti rilevati in relazione a Caphtor/Keftiu faticano a essere ricondotti a Creta. Nell'Odissea, composta secoli dopo la distruzione della civiltà minoica, Omero chiama i nativi di Creta eteocretesi ("veri cretesi"), presumibilmente discendenti dei minoici. I palazzi minoici (anaktora) sono i tipi di costruzione più noti scavati sull'isola: erano edifici monumentali adibiti a scopi amministrativi, come viene evidenziato dai vasti archivi portati alla luce dal lavoro degli archeologi. Ognuno dei palazzi scavati in base alla datazione ha una propria fisionomia peculiare, condividendo però anche caratteristiche che li distinguono da altre strutture. Erano spesso a più piani, con scalinate interne ed esterne, pozzi, colonne massicce, magazzini e cortili. Il sistema cronologico egeo è considerato tripartito fin dal lavoro di Arthur Evans, considerato il "padre" dell'archeologia minoica. All'epoca infatti si credeva che le varie civiltà antiche si fossero tutte evolute in 3 stadi distinti: nascita, sviluppo, decadenza. È importante ricordare che la cronologia minoica è una cronologia relativa e non assoluta, essendo basata sulle sequenze stratigrafiche e sulle variazioni tecnologiche e degli stili della ceramica. Piuttosto che fornire date di calendario per il periodo minoico, gli archeologi usano due sistemi di cronologia relativa. La prima, come accennato, ideata da Evans e modificata successivamente dagli archeologi, è basata sugli stili della ceramica. Il periodo minoico viene dunque diviso in tre fasi principali Minoico Antico o protominoico o fase prepalaziale (MA), Minoico Medio o fase protopalaziale (MM), e Minoico Tardo O fase neopalaziale (MT). Queste fasi vengono ulteriormente suddivise, per es. Antico Minoico I, II, III (AMI, AMII, AMIII). Per l'isola di Creta esiste anche una cronologia che tiene conto delle fasi evolutive dei palazzi, considerando le variazioni architettoniche e ceramiche all'interno di essi. Questo sistema di datazione, proposto dall'archeologo Nicolas Platon, è basato, come si è detto, sullo sviluppo di complessi architettonici noti come "palazzi" a Cnosso, Festo, Malia e Kato Zakros, dividendo così il periodo minoico in Prepalaziale, Protopalaziale, Neopalaziale e Post palaziale.
Creta è un'isola montuosa con porti naturali. Ci sono segni di danni dovuti al terremoto in molti siti minoici e chiari segni sia di sollevamento di terra che sommersione di siti costieri causati da processi tettonici lungo tutto le coste. Omero documentò una tradizione, ovvero che Creta avesse novanta città. L'isola fu probabilmente divisa in almeno otto unità politiche durante il culmine del periodo minoico e in differenti stadi nell'età del bronzo. Il nord si pensava fosse stato governato da Cnosso, il sud da Festo, la parte centro-orientale da Malia, mentre la punta orientale da Kato Zakros e l'ovest da Canea. Palazzi più piccoli sono stati trovati in altri luoghi. I minoici furono commercianti, e i loro contatti culturali toccavano punti lontani dall'isola di Creta come l' antico regno egiziano, le miniere di rame di Cipro e le coste siriache e anatoliche. Gli stili e le tecniche minoiche nella ceramica forniscono modelli, di influenza fluttuante, alla Grecia elladica. Oltre all'esempio familiare di Thera, le "colonie" minoiche termine sostanzialmente anacronistico possono essere trovate soprattutto a Kastri nell'isola di Citera, dai greci considerata il luogo dove nacque Afrodite, un'isola vicino alla Grecia continentale che entrò nel campo di influenza minoica nella metà del III millennio (AMII) e rimase minoica nella cultura per migliaia di anni, fino all'occupazione dei micenei nel XIII secolo. L'uso del termine "colonia", tuttavia, come quello di "talassocrazia", è stato soggetto ad una crescente critica in anni recenti. Gli strati minoici vennero a rimpiazzare una cultura derivata dal continente nella prima età del bronzo, il più antico insediamento minoico fuori Creta. Le Cicladi si trovavano nell'orbita culturale minoica, e, più vicino a Creta, le isole di Karpathos, Saros e Kasos, avevano anche colonie minoiche, o insediamenti di commercianti minoici, dell'età del medio bronzo (MMI-II); La maggior parte di esse venne abbandonata nel TMI, ma le Karpathos si ristabilirono continuando la loro cultura minoica fino alla fine dell'età del bronzo. Altre supposte colonie minoiche, come quella ipotizzata da Adolf Furtwängler per Aegina, è stata rigettata da successivi studi archeologici. Ci fu una colonia minoica a Triandra nell'isola di Rodi. Alcune località dell'isola enfatizzano Creta come una società 'che guarda verso l'esterno'. Il sito neopalaziale di Kato Zakro, per esempio, è localizzato a 100 metri dalla linea costiera, situato dentro una baia. Il suo grande numero di officine e la ricchezza dei suoi materiali trovati nel sito indicano un potenziale 'magazzino' per l'importazione e l'esportazione. Tali attività sono elaborate in rappresentazioni artistiche del mare, incluso l'affresco della 'Flottiglia' della stanza 5, nella casa occidentale ad Akrotiri. L'influenza della cultura minoica indica un'orbita che non si estende solo attraverso le Cicladi (la cosiddetta Minoicizzazione ), ma anche in località dell'Egitto e a Cipro. Opere in muratura del tardo minoico I (TMI) sono state osservate ad Amman. Inoltre, nelle pitture delle tombe del XV secolo a Tebe un numero di individui sono stati distinti all'apparenza come minoici, in relazione ai doni. Iscrizioni documentano questo popolo come proveniente da Keftiu, o dalle "isole nel mezzo del mare", e possono riferirsi ai mercanti che portano doni o a funzionari di Creta.
I minoici furono principalmente un popolo di commercianti impegnato nel commercio marittimo. La loro cultura, dal 1700 a.C. in poi, mostra un alto grado di organizzazione.
Molti storici ed archeologi credono che i minoici fossero coinvolti nell'importante commercio dello stagno, nell'età del bronzo, dato che, lo stagno legato al rame apparentemente proveniente da Cipro, veniva usato per fabbricare il bronzo. Il declino della civiltà minoica e la conseguente cessazione dell'utilizzo di strumenti in bronzo a favore di quelli in ferro sembra essere correlato. Già Omero nell'Odissea (racconta di 3 gruppi etnici distinti a Creta, oltre agli Achei, i Kydoni o Cidoni, i Pelasgi e gli Eteocretesi. Indice di una possibile mancanza di uniformità etnico-linguistica che permane anche in età classica (Dori , Achei, Eteocretesi). Attraverso l'interazione con altre civiltà del medio-oriente, i minoici erano consapevoli di utilizzare l'arte della metallurgia. La loro abilità si manifestava nella creazione di gioielli che andavano ad adornare le collezioni dei nobili del palazzo, e esportati anche intorno al Mediterraneo.
I musei archeologici di Creta presentano un numero di manufatti d'oro, insieme a un assortimento di strumenti in rame che risalgono al 2300 a.C. Il rame era molto ricercato come materia prima in questo tempo, e poiché esso non si trova naturalmente a Creta, è molto probabile che i minoici lo importassero da Cipro.
L'abilità dei fabbri minoici era rinomata nel mondo antico, e molti artigiani lavoravano all'estero nella Grecia continentale e nelle isole egee. I micenei impararono l'arte di intarsiare il bronzo con l'oro dai Minoici. La religione cretese era basata su una dea o un gruppo di dee, probabilmente venerate sotto diversi aspetti, fra cui quello della Grande Madre e della Potnia theron. Attributi della dea erano il serpente, simbolo legato alla terra, la colomba, simbolo della fecondità, ed il leone. Altri simboli sacri cretesi erano la labrys (doppia ascia) ed il toro (con le sue corna di consacrazione), protagonista della leggenda del Minotauro e dellatauromachia. Ci sono inoltre la colonna, il disco solare e l'albero.
Πηγή: https://it.m.wikipedia.org/wiki/Civiltà_minoica



История Греции : Доисторическая Греция, Минойская цивилизация

Минойская, или крито-минойская цивилизация относящаяся к эгейской цивилизации бронзового века острова Крит (2700 -1400 гг. до н. э.). Основными очагами культуры и цивилизации были так называемые дворцы сложные экономико-политические комплексы, крупнейшие из которых существовали в Кноссе, Фесте, Закросе и Тилиссе. Культура названа в честь мифического царя Крита Миноса - владельца лабиринта, построенного, по легенде, Дедалом . Минойскую цивилизацию открыл в последние годы XIX в. британский археолог Артур Эванс. Минойцы вели активную морскую торговлю (остров располагался на пересечении главных морских торговых путей), занимались пиратством, поддерживали дружественные отношения с Древним Египтом. Ни один из дворцов не имел укреплений: очевидно, жители острова чувствовали себя в полной безопасности.В среднеминойский период влияние культуры распространилось на материковую Грецию, и в этот же период кикладская культура была ассимилирована минойцами. Вторжение на Крит греков- ахейцев привело не к упадку культуры, а к новому этапу в её развитии возникновению смешанной микенской культуры, влияние которой распространялось на материковую Грецию, Крит, острова Эгейского моря и ряд территорий восточного Средиземноморья. Коренные критяне продолжали играть, по крайней мере, важную культурную роль в микенской Греции. После
дорийского вторжения минойская культура полностью исчезла, а коренное население Крита было ассимилировано греками не позднее IV-III вв. до н. э. Существенный прорыв в изучении минойской цивилизации произошёл после того, как в 1950-е гг. М. Вентрис при участии Дж. Чедвика дешифровал позднейший вариант критского письма линейное письмо Б. В результате были получены сведения о позднейшем периоде минойской цивилизации микенской цивилизации, в которой доминирующую роль играли греки-ахейцы, однако культурная роль минойцев всё ещё была сильной. До настоящего времени остаётся спорным вопрос о том, с какого времени ахейцы и пеласги заняли доминирующее положение в минойской цивилизации; и легендарная традиция, и археологические свидетельства указывают на то, что это произошло ещё на Крите, до перемещения центра власти в Микены. У. Риджуэй оспаривал корректность созданного Эвансом термина «минойская цивилизация», указывая, что легендарный царь Минос был не «минойцем», а пришельцем с материковой Греции; у точки зрения Риджуэя есть и современные сторонники.
В 1700 г. на острове происходят, по-видимому, внутренние беспорядки, которые приводят к разрушению старых и возведению новых дворцов. На юге острова (Фест) возникает Линейное письмо А , однако лишь столетие-полтора спустя оно вытесняет критские иероглифы, продолжавшие существовать на севере и востоке. Линейное письмо А также распространяется на северо-запад острова, не затронутый раннедворцовой культурой. После исчезновения иероглифов резные печати не исчезают, однако с этого времени на них отсутствуют тексты, в то время как иконография становится весьма сложной и вычурной.
Минойская цивилизация сильно пострадала в результате природной катастрофы вулканического взрыва (между 1628 и 1500 г. до н. э.) на острове Фира, породившего сильнейшее землетрясение и катастрофическое цунами. Это извержение вулкана, возможно, послужило основой мифа о гибели Атлантиды. Ранее предполагалось, что извержение вулкана уничтожило минойскую цивилизацию, однако археологические раскопки на Крите показали, что минойская цивилизация существовала по крайней мере около 100 лет после извержения (обнаружен слой вулканического пепла под сооружениями минойской культуры). Центральная власть на Крите, по-видимому, в этот период отсутствует, каждый из городов является самостоятельным политическим центром. Египетские источники, говоря о «кефтиу» (критянах), не упоминают правителей острова, в отличие от других регионов.
В древнейший период (3 тыс. до н. э.) минойцы, по-видимому, поддерживали контакты с культурой Оциери на Сардинии. Античная традиция считала жителей Сардинии выходцами с Крита, что, однако, даёт историкам мало информации, поскольку на Сардинии сменилось несколько различных по происхождению культур. По свидетельству Гомера, помимо собственно минойцев (автохтонных критян, этеокритян), на Крите проживали также пеласги (согласно Геродоту и др., прибывшие из Малой Азии или Греции), а также кидоны (малочисленный народ, возможно, родственный минойцам от них происходит название города Кидония). Ещё в первой половине XX в. многие известные исследователи Крита, несмотря на столь ясное указание, путали пеласгов с собственно критянами. Позднее на остров проникли ахейцы (греки). Принадлежность минойского (этеокритского) языка не установлена. Частичная дешифровка критского письма позволила выявить некоторые морфологические показатели. Не поддаётся расшифровке Фестский диск, а также всё, что написано линейным письмом «А». Древний Египет в течение многих лет был союзником Крита. Напротив, контакты Крита с соперниками Египта (цивилизации Междуречья, Хеттское царство) не засвидетельствованы. Часть минойцев переселилась на Кипр и Угарит, где были основаны их колонии. Позднее минойцы на Кипре были подчинены тевкрами (один из « народов моря»), а в Угарите ассимилированы семитами. В хетто-лувийских надписях Малой Азии Крит не упоминается; по-видимому, Крит контактировал не с хеттами, а с малыми государствами, расположенными вдоль западного побережья Анатолии. Надписи предположительно критского происхождения обнаружены в Трое. Критяне колонизировали ряд островов Эгейского моря (в частности, Киклады ), однако их экспансия, по-видимому, столкнулась с соперничеством пеласгов. Контакты с материковой Грецией, по-видимому, были малочисленными и развились уже после захвата Крита ахейцами. Минойская цивилизация представляла собой государство. Наличие единого правителя (царя или царицы) не доказано, что резко выделяет его среди других средиземноморских государств бронзового века. Минойцы вели торговлю с Древним Египтом, вывозили медь с Кипра. Для архитектуры характерны переосмысленные египетские заимствования (например, использование колонн). Армия минойцев была вооружена пращами и луками. Характерным вооружением у минойцев был также двухсторонний топор лабрис. Как и у других народов Старой Европы, у минойцев был распространён культ быка en (см. таврокатапсия). Минойцы плавили бронзу, производили керамику и строили многоэтажные, до 5 этажей, дворцовые комплексы с середины XX века до н. э. (Кносс, Фест, Маллия). Данные археологии говорят о том, что в минойской религии (и в других сферах жизни) главенствующие роли играли женщины. В частности, почиталась Богиня со змеями. Минойцы строили во дворцах водопроводы, канализацию. Пользовались ванными и бассейнами. Живопись. Одним из самых популярных мотивов позднего минойского искусства было изображение осьминога. Религия. Храм в религиозной традиции минойцев отсутствовал. Религиозные обряды совершались на природе, или во дворце. Широко распространено жертвоприношение быков. Все попытки воссоздания минойской религии и пантеона божеств достаточно спекулятивны. Согласно одной из гипотез ( М. Гимбутас), бык представлял собой олицетворение мужской силы, царица женское божество наподобие великой богини.
Πηγή: https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Минойская_цивилизация

Persian Wars : The heroic battles of Marathon, Thermopylae, Artemisium, Salamis and Plataea

The Greco-Persian Wars were a series of conflicts between the Achaemenid Empire of Persia and Greek city-states that started in 499 BC and lasted until 449 BC. The collision between the fractious political world of the Greeks and the enormous empire of the Persians began when Cyrus the Great conquered the Greek-inhabited region of Ionia in 547 BC. Struggling to rule the independent-minded cities of Ionia, the Persians appointed tyrants to rule each of them. This would prove to be the source of much trouble for the Greeks and Persians alike. In 499 BC, the tyrant of Miletus, Aristagoras, embarked on an expedition to conquer the island of Naxos, with Persian support; however, the expedition was a debacle and, pre-empting his dismissal, Aristagoras incited all of Hellenic Asia Minor into rebellion against the Persians. This was the beginning of the Ionian Revolt, which would last until 493 BC, progressively drawing more regions of Asia Minor into the conflict. Aristagoras secured military support from Athens and Eretria, and in 498 BC these forces helped to capture and burn the Persian regional capital of Sardis. The Persian king Darius the Great vowed to have revenge on Athens and Eretria for this act. The revolt continued, with the two sides effectively stalemated throughout 497-495 BC. In 494 BC, the Persians regrouped, and attacked the epicentre of the revolt in Miletus. At the Battle of Lade, the Ionians suffered a decisive defeat, and the rebellion collapsed, with the final members being stamped out the following year. Seeking to secure his empire from further revolts and from the interference of the mainland Greeks, Darius embarked on a scheme to conquer Greece and to punish Athens and Eretria for the burning of Sardis. The first Persian invasion of Greece began in 492 BC, with the Persian general Mardonius successfully re-subjugating Thrace and conquering Macedon before several mishaps forced an early end to the rest of the campaign. In 490 BC a second force was sent to Greece, this time across the Aegean Sea, under the command of Datis and Artaphernes. This expedition subjugated the Cyclades, before besieging, capturing and razing Eretria. However, while en route to attack Athens, the Persian force was decisively defeated by the Athenians at the Battle of Marathon  ending Persian efforts for the time being. Darius then began to plan to completely conquer Greece, but died in 486 BC and responsibility for the conquest passed to his son Xerxes. In 480 BC, Xerxes personally led the second Persian invasion of Greece with one of the largest ancient armies ever assembled. Victory over the allied Greek states at the famous Battle of Thermopylae allowed the Persians to torch an evacuated Athens and overrun most of Greece. However, while seeking to destroy the combined Greek fleet, the Persians suffered a severe defeat at the Battle of Salamis. The following year, the confederated Greeks went on the offensive, defeating the Persian army at the Battle of Plataea, and ending the invasion of Greece. The allied Greeks followed up their success by destroying the rest of the Persian fleet at the Battle of Mycale , before expelling Persian garrisons from Sestos (479 BC) and Byzantium (478 BC). The actions of the general Pausanias at the siege of Byzantium alienated many of the Greek states from the Spartans, and the anti-Persian alliance was therefore reconstituted around Athenian leadership, called the Delian League . The Delian League continued to campaign against Persia for the next three decades, beginning with the expulsion of the remaining Persian garrisons from Europe . At the Battle of the Eurymedon in 466 BC, the League won a double victory that finally secured freedom for the cities of Ionia. However, the League's involvement in an Egyptian revolt (from 460–454 BC) resulted in a disastrous defeat, and further campaigning was suspended. A Greek fleet was sent to Cyprus in 451 BC, but achieved little, and when it withdrew the Greco-Persian Wars drew to a quiet end. Some historical sources suggest the end of hostilities was marked by a peace treaty between Athens and Persia, the Peace of Callias.
The Battle of Marathon took place in 490 BC, during the first Persian invasion of Greece. It was fought between the citizens of Athens, aided by Plataea, and a Persian force commanded by Datis and Artaphernes. The battle was the culmination of the first attempt by Persia, under King Darius I, to subjugate Greece. The Greek army decisively defeated the more numerous Persians, marking a turning point in the Greco-Persian Wars. The first Persian invasion was a response to Greek involvement in the Ionian Revolt, when Athens and Eretria had sent a force to support the cities of Ionia in their attempt to overthrow Persian rule. The Athenians and Eretrians had succeeded in capturing and burning Sardis, but they were then forced to retreat with heavy losses. In response to this raid, Darius swore to burn down Athens and Eretria. According to Herodotus, Darius asked for his bow, he placed an arrow upon the string and he discharged it upwards towards heaven, and as he shot into the air he said: "Zeus, grant me to take vengeance upon the Athenians!". Also he charged one of his servants, to say "Master, remember the Athenians." three times before dinner each day. At the time of the battle, Sparta and Athens were the two largest city states. Once the Ionian revolt was finally crushed by the Persian victory at the Battle of Lade in 494 BC, Darius began plans to subjugate Greece. In 490 BC, he sent a naval task force under Datis and Artaphernes across the Aegean, to subjugate the Cyclades, and then to make punitive attacks on Athens and Eretria. Reaching Euboea in mid-summer after a successful campaign in the Aegean, the Persians proceeded to besiege and capture Eretria. The Persian force then sailed for Attica, landing in the bay near the town of Marathon. The Athenians, joined by a small force from Plataea, marched to Marathon, and succeeded in blocking the two exits from the plain of Marathon. The Athenians also sent a message asking for support to the Spartans. When the messenger arrived in Sparta, the Spartans were involved in a religious festival and gave this as a reason for not coming to aid of the Athenians. The Athenians and their allies chose a location for the battle, with marshes and mountainous terrain, that prevented the Persian cavalry from joining the main Persian army. Miltiades, the Athenian general, ordered a general attack against the Persians. He reinforced his flanks, luring the Persians' best fighters into his center. The inward wheeling flanks enveloped the Persians, routing them. The Persian army broke in panic towards their ships, and large numbers were slaughtered. The defeat at Marathon marked the end of the first Persian invasion of Greece, and the Persian force retreated to Asia. Darius then began raising a huge new army with which he meant to completely subjugate Greece; however, in 486 BC, his Egyptian subjects revolted, indefinitely postponing any Greek expedition. After Darius died, his son Xerxes I restarted the preparations for a second invasion of Greece, which finally began in 480 BC. The Battle of Marathon was a watershed in the Greco-Persian wars, showing the Greeks that the Persians could be beaten; the eventual Greek triumph in these wars can be seen to begin at Marathon. The battle also showed the Greeks that they were able to win battles without the Spartans, as they had heavily relied on Sparta previously. This win was largely due to the Athenians, and Marathon raised Greek esteem of them. Since the following two hundred years saw the rise of the Classical Greek civilization, which has been enduringly influential in western society, the Battle of Marathon is a pivotal moment in Mediterranean and European history.
The Battle of Thermopylae was fought between an alliance of Greek
city-states, led by King Leonidas of Sparta, and the Persian Empire of Xerxes I over the course of three days, during the second Persian invasion of Greece. It took place simultaneously with the naval battle at Artemisium, in August or September 480 BC, at the narrow coastal pass of Thermopylae ("The Hot Gates"). The Persian invasion was a delayed response to the defeat of the first Persian invasion of Greece, which had been ended by the Athenian victory at the Battle of Marathon in 490 BC. Xerxes had amassed a huge army and navy, and set out to conquer all of Greece. The Athenian general Themistocles had proposed that the allied Greeks block the advance of the Persian army at the pass of Thermopylae, and simultaneously block the Persian navy at the Straits of Artemisium. A Greek force of approximately 7,000 men marched north to block the pass in the middle of 480 BC. The Persian army, alleged by the ancient sources to have numbered over one million,) arrived at the pass in late August or early September. The vastly outnumbered Greeks held off the Persians for seven days (including three of battle) before the rear-guard was annihilated in one of history's most famous last stands. During two full days of battle, the small force led by Leonidas blocked the only road by which the massive Persian army could pass. After the second day, a local resident named Ephialtes betrayed the Greeks by revealing that a small path led behind the Greek lines. Leonidas, aware that his force was being outflanked, dismissed the bulk of the Greek army and remained to guard their retreat with 300 Spartans, 700 Thespians, 400 Thebans, fighting to the death. At Artemisium, the Greek navy, under the command of the Athenian politician Themistocles, received news of the defeat. Since the Greek strategy required both Thermopylae and Artemisium to be held, and given their losses, it was decided to withdraw to Salamis. The Persians overran Boeotia and then captured the evacuated Athens. The Greek fleet seeking a decisive victory over the Persian armada attacked and defeated the invaders at the Battle of Salamis in late 480 BC. Fearful of being trapped in Europe, Xerxes withdrew with much of his army to Asia (losing most to starvation and disease), leaving Mardonius to attempt to complete the conquest of Greece. However, the following year saw a Greek army decisively defeat the Persians at the Battle of Plataea, thereby ending the Persian invasion. Both ancient and modern writers have used the Battle of Thermopylae as an example of the power of a patriotic army defending its native soil. The performance of the defenders is also used as an example of the advantages of training, equipment, and good use of terrain as force multipliers and has become a symbol of courage against overwhelming odds.
The Battle of Artemisium, or Battle of Artemision, was a series of naval engagements over three days during the second Persian invasion of Greece. The battle took place simultaneously with the more famous land battle at Thermopylae, in August or September 480 BC, off the coast of Euboea and was fought between an alliance of Greek city-states, including Sparta, Athens, Corinth and others, and the Persian Empire of Xerxes I. The Persian invasion was a delayed response to the defeat of the first Persian invasion of Greece, which had been ended by the Athenian victory at the Battle of Marathon. King Xerxes had amassed a huge army and navy, and set out to conquer all of Greece. The Athenian general Themistocles proposed that the Allied Greeks block the advance of the Persian army at the pass of Thermopylae and simultaneously block the Persian navy at the Straits of Artemisium. An Allied naval force of 271 triremes was thus dispatched to await the arrival of the Persians. Approaching Artemisium towards the end of summer, the Persian navy was caught in a gale off the coast of Magnesia and lost around a third of their 1200 ships. After arriving at Artemisium, the Persians sent a detachment of 200 ships around the coast of Euboea in an attempt to trap the Greeks, but these were caught in another storm and shipwrecked. The main action of the battle took place after two days of smaller engagements. The two sides fought all day, with roughly equal losses; however, the smaller Allied fleet could not afford the losses. After the engagement, the Allies received news of the defeat of the Allied army at Thermopylae. Since their strategy required both Thermopylae and Artemisium to be held, and given their losses, the Allies decided to withdraw to Salamis. The Persians overran Boeotia and captured the now-evacuated Athens. However, seeking a decisive victory over the Allied fleet, the Persians were later defeated at the Battle of Salamis in late 480 BC. Fearing being trapped in Europe, Xerxes withdrew with much of his army to Asia, leaving Mardonius to complete the conquest of Greece. The following year, however, saw an Allied army decisively defeat the Persians at the Battle of Plataea, thereby ending the Persian invasion.
The Battle of Salamis was a naval battle fought between an alliance of Greek city-states under Themistocles and the Persian Empire under King Xerxes in 480 BC which resulted in a decisive victory for the outnumbered Greeks. The battle was fought in the straits between the mainland and Salamis, an island in the Saronic Gulf near Athens, and marked the high-point of the second Persian invasion of Greece. To block the Persian advance, a small force of Greeks blocked the pass of Thermopylae, while an Athenian-dominated Allied navy engaged the Persian fleet in the nearby straits of Artemisium. In the resulting Battle of Thermopylae, the rearguard of the Greek force was annihilated, whilst in the Battle of Artemisium the Greeks had heavy losses and retreated after the loss at Thermopylae. This allowed the Persians to conquer Boeotia and Attica. The Allies prepared to defend the Isthmus of Corinth whilst the fleet was withdrawn to nearby Salamis Island. Although heavily outnumbered, the Greek Allies were persuaded by the Athenian general Themistocles to bring the Persian fleet to battle again, in the hope that a victory would prevent naval operations against the Peloponnese. The Persian king Xerxes was also eager for a decisive battle. As a result of subterfuge on the part of Themistocles, the Persian navy rowed into the Straits of Salamis and tried to block both entrances. In the cramped conditions of the Straits, the great Persian numbers were an active hindrance, as ships struggled to maneuver and became disorganized. Seizing the opportunity, the Greek fleet formed in line and scored a decisive victory. Xerxes then retreated to Asia with much of his army, leaving Mardonius to complete the conquest of Greece. However, the following year, the remainder of the Persian army was decisively beaten at the Battle of Plataea and the Persian navy at the Battle of Mycale. Afterwards, the Persians made no more attempts to conquer the Greek mainland. These battles of Salamis and Plataea thus mark a turning point in the course of the Greco-Persian wars as a whole; from then onward, the Greek poleis would take the offensive. A number of historians believe that a Persian victory would have hamstrung the development of Ancient Greece, and by extension western civilization, and this has led them to argue that Salamis is one of the most significant battles in human history.
The Battle of Plataea was the final land battle during the second Persian invasion of Greece. It took place in 479 BC near the city of Plataea in Boeotia, and was fought between an alliance of the Greek city-states (including Sparta, Athens, Corinth and Megara), and the Persian Empire of Xerxes I. The previous year the Persian invasion force, led by the Persian king in person, had scored victories at the battles of Thermopylae and Artemisium and conquered Thessaly, Boeotia, Euboea and Attica . However, at the ensuing Battle of Salamis, the Allied Greek navy had won an unlikely but decisive victory, preventing the conquest of the Peloponnesus. Xerxes then retreated with much of his army, leaving his general Mardonius to finish off the Greeks the following year. In the summer of 479 BC the Greeks assembled a huge (by ancient standards) army and marched out of the Peloponnesus. The Persians retreated to Boeotia and built a fortified camp near Plataea. The Greeks, however, refused to be drawn into the prime cavalry terrain around the Persian camp, resulting in a stalemate that lasted 11 days. While attempting a retreat after their supply lines were disrupted, the Greek battle line fragmented. Thinking the Greeks in full retreat, Mardonius ordered his forces to pursue them, but the Greeks (particularly the Spartans, Tegeans and Athenians) halted and gave battle, routing the lightly armed Persian infantry and killing Mardonius. A large portion of the Persian army was trapped in its camp and slaughtered. The destruction of this army, and the remnants of the Persian navy allegedly on the same day at the Battle of Mycale, decisively ended the invasion. After Plataea and Mycale the Greek allies would take the offensive against the Persians, marking a new phase of the Greco-Persian Wars. Although Plataea was in every sense a resounding victory, it does not seem to have been attributed the same significance (even at the time) as, for example, the Athenian victory at the Battle of Marathon or the Spartan defeat at Thermopylae.
Πηγή: https://en.m.wikipedia.org/wiki/Greco-Persian_Wars

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Marathon

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Thermopylae

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Artemisium

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Salamis

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Plataea


Η επική μάχη και νίκη των Πλαταιών σύμφωνα με τις Ιστορίες του Ηροδοτου

Αυτή λοιπόν ήταν η καταγωγή του Αλεξάνδρου, του γιου του Αμύντα· όταν λοιπόν έφτασε στην Αθήνα, απεσταλμένος του Μαρδονίου, έλεγε τα εξής: «Άνδρες Αθηναίοι, ο Μαρδόνιος σας λέγει τα εξής: Ο βασιλιάς μού έστειλε το ακόλουθο μήνυμα: “Συγχωρώ τους Αθηναίους για όλα τα σφάλματα που διέπραξαν εναντίον μου·και τώρα, Μαρδόνιε, κάνε τα εξής· πρώτο, δώσε τους πίσω τη γη τους· δεύτερο, ας διαλέξουν οι ίδιοι τους κι άλλη γη, όποια θα τους αρέσει, να την ορίζουν ζώντας αυτόνομοι· τρίτο, αν βέβαια θελήσουν να κάνουν συνθήκες μ᾽ εμένα, να ξαναχτίσεις όλους τους ναούς τους, όσους εγώ πυρπόλησα”. Έχοντας πάρει αυτό το μήνυμα, είμαι υποχρεωμένος να εκτελέσω τις εντολές του, φτάνει να μη τα χαλάσει η αντίθεσή σας. Κι απ᾽ τη μεριά μου σας λέγω τα εξής: “Tώρα, τί μανία σας έπιασε και σηκώνετε χέρι εχθρικό στο βασιλιά; Γιατί ακόμα και στην περίπτωση που θα νικήσετε, δε θα μπορέσετε μια ζωή ν᾽ αντιμετωπίζετε τη δύναμή του. Γιατί είδατε βέβαια το μέγεθος του εκστρατευτικού σώματος του Ξέρξη και τα κατορθώματά του, κι έχετε τις πληροφορίες σας για τη δύναμη που έχω τώρα εγώ, ώστε ακόμη κι αν αναδειχτείτε ανώτεροι και μας νικήσετε (αν και δεν μπορείτε να ᾽χετε καμιά τέτοια ελπίδα, εφόσον βέβαια δεν παραλογίζεστε), θα εμφανιστεί μπροστά σας άλλη, πολλαπλάσια δύναμη. Λοιπόν μη θέλετε, παραβγαίνοντας με τον βασιλιά, να χάσετε τη χώρα σας κι ακατάπαυστα να δίνετε αγώνα για τη ζωή σας, αλλά βάλτε τέλος στις εχθροπραξίες. Και σας δίνεται η ευκαιρία να συμβιβαστείτε με τους καλύτερους όρους, καθώς ο βασιλιάς έκανε το πρώτο βήμα. Ζήστε ελεύθεροι, συνομολογώντας μ᾽ εμάς στρατιωτική συμμαχία χωρίς δόλο και απάτη”. Αυτά, Αθηναίοι, μου έδωσε εντολή να σας πω ο Μαρδόνιος απ᾽ το μέρος του.... Έτσι μίλησε ο Αλέξανδρος· κι οι Λακεδαιμόνιοι παίρνοντας την πληροφορία πως έφτασε ο Αλέξανδρος στην Αθήνα, για να επιδιώξει να κάνουν συνθήκες οι Αθηναίοι με τον βάρβαρο, θυμήθηκαν τους χρησμούς, ότι τους μέλλεται, μαζί με τους άλλους Δωριείς, να εκδιωχθούν απ᾽ την Πελοπόννησο από τους Μήδους και τους Αθηναίους, και τους έζωσε μεγάλος φόβος μήπως οι Αθηναίοι συνομολογήσουν συνθήκες με τον Πέρση κι αποφάσισαν να στείλουν αμέσως αγγελιοφόρους. Λοιπόν, έτσι ήρθαν τα πράγματα, ώστε να εμφανιστούν στην εκκλησία του δήμου ταυτόχρονα με τον Αλέξανδρο· γιατί οι Αθηναίοι περίμεναν κάπως περισσότερο χρονοτριβώντας, καθώς ήξεραν καλά πως δε γινόταν να μη μάθουν οι Λακεδαιμόνιοι ότι ήρθε στην πόλη τους αγγελιοφόρος από τους βαρβάρους για συνθήκες· και πως, μαθαίνοντάς το, θα στείλουν εσπευσμένα αγγελιοφόρους. Λοιπόν καθυστερούσαν σκόπιμα κι η πρόθεσή τους ήταν να δείξουν στους Λακεδαιμονίους το φρόνημά τους. Όταν λοιπόν τελείωσε την ομιλία του ο Αλέξανδρος, οι αγγελιοφόροι των Σπαρτιατών τον διαδέχτηκαν στο βήμα κι είπαν: «Κι εμάς μας έστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι, για να σας παρακαλέσουμε να μην κάνετε καμιά κίνηση απειλητική για την Ελλάδα, και να μη δεχτείτε τις προτάσεις των βαρβάρων. Γιατί από καμιά άποψη δεν είναι δίκιο κι ούτε κολακευτικό για οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη, και λιγότερο απ᾽ τον καθένα για σας, και για πολλούς λόγους· επειδή εσείς είστε που ξεσηκώσατε αυτό τον πόλεμο, την ώρα που εμείς καθόλου δεν τον επιθυμούσαμε, κι ο αγώνας στην αρχή έγινε για τη δική σας πόλη, τώρα όμως απειλεί ολόκληρη την Ελλάδα. Κι εξάλλου, και πάνω απ᾽ όλα, να γίνουν οι Αθηναίοι αίτιοι να υποδουλωθούν οι Έλληνες, ε! αυτό δεν το αποδεχόμαστε με κανέναν τρόπο εσείς που αποδειχθήκατε στο παρελθόν ελευθερωτές πολλών λαών. Συμμεριζόμαστε βέβαια την αγανάκτησή σας για τις ταλαιπωρίες, μια που κιόλας έχετε χάσει σοδειές δυο χρόνων και ρημάζουν τα σπιτικά σας εδώ και πολύ καιρό. Ως αποζημίωση γι᾽ αυτά οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους σας δίνουν την υπόσχεση ότι τις γυναίκες σας κι όσο απ᾽ το ψυχομέτρι του σπιτιού σας μόνο βάρος σας δίνει στον πόλεμο, όλους θα τους συντηρήσουμε, όσο καιρό κρατήσει αυτός ο πόλεμος. Κι ούτε να σας γυρίσει τα μυαλά ο Αλέξανδρος ο Μακεδών κάνοντας ελκυστικές τις προτάσεις του Μαρδονίου·  γιατί αυτός δεν μπορεί να κάνει αλλιώς: τύραννος είναι κι έρχεται συνεργός στις επιχειρήσεις τυράννου. Εσείς όμως, όσο στοχάζεστε ορθά, δεν πρέπει να τις δεχθείτε, μια και ξέρετε καλά πως απ᾽ τους βαρβάρους δεν μπορεί να περιμένει κανείς ούτε πίστη ούτε ειλικρίνεια». Έτσι μίλησαν οι αγγελιοφόροι. Κι οι Αθηναίοι στον Αλέξανδρο έδωσαν την εξής απάντηση: «Πως ο Μήδος έχει δύναμη πολλαπλάσια απ᾽ τη δική μας, αυτό το ξέρουμε κι από μόνοι μας και δεν υπάρχει λόγος να μας κατακρίνεις. Αλλά όμως η λαχτάρα της λευτεριάς μάς παρακινεί να τον αντιμετωπίσουμε μ᾽ όση δύναμη έχουμε. Κι ούτε εσύ να επιχειρήσεις να μας πείσεις κι ούτε εμείς θα πειστούμε να κάνουμε συνθήκες με τον βάρβαρο. Και τώρα πήγαινε ν᾽ αναγγείλεις στον Μαρδόνιο ότι οι Αθηναίοι λένε: όσο ο ήλιος θ᾽ ακολουθεί τον ίδιο δρόμο που και σήμερα πορεύεται, αποκλείεται να κάνουμε συνθήκες με τον Ξέρξη, αλλά θα βγούμε αντίμαχοί του έχοντας τα θάρρη μας στους θεούς που πολεμούν στο πλευρό μας και στους ημιθέους, που εκείνος, αθεόφοβος πέρα για πέρα, πυρπόλησε τους ναούς και τ᾽ αγάλματά τους. Κι εσύ αποδώ και μπρος μην εμφανιστείς μπροστά στους Αθηναίους μεταφέροντας παρόμοιες προτάσεις, κι ούτε, έχοντας την ιδέα πως προσφέρεις καλές υπηρεσίες, να μας παρακινείς να κάνουμε παλιανθρωπιές. Γιατί δε θέλουμε να σε βρει καμιά συμφορά απ᾽ τους Αθηναίους, ενώ είσαι πρόξενος και φίλος μας». Λοιπόν, αυτή την απάντηση έδωσαν στον Αλέξανδρο, ενώ στους απεσταλμένους της Σπάρτης την ακόλουθη: «Βέβαια, η ανησυχία των Λακεδαιμονίων μήπως κάνουμε συνθήκες με τους βαρβάρους ήταν απόλυτα ανθρώπινη· όμως σχεδόν πρέπει να ντρέπεστε γι᾽ αυτό το φόβο σας, την ώρα που ξέρετε καλά το φρόνημα των Αθηναίων, ότι σε κανένα μέρος τη γης δε βρίσκεται τόσο χρυσάφι, ούτε χώρα υπέροχη σε ομορφιά και γονιμότητα, που θα τα δεχόμασταν ως αντάλλαγμα του μηδισμού μας και της υποδούλωσης της Ελλάδας. Γιατί είναι πολλά και μεγάλα αυτά που μας εμποδίζουν να το κάνουμε αυτό, έστω κι αν το θέλαμε, πρώτα πρώτα και πάνω απ᾽ όλα τα αγάλματα και οι ναοί των θεών που πυρπολήθηκαν κι έγιναν ερείπια, που μας υποχρεώνουν να πάρουμε τη μεγαλύτερη εκδίκηση που μπορούμε, και πολύ λιγότερο να συνομολογήσουμε συνθήκες μ᾽ αυτόν που τα έπραξε· και κατόπιν ο ελληνισμός, ένας κόσμος που στις φλέβες του κυλά το ίδιο αίμα και που μιλά την ίδια γλώσσα κι έχει κοινά τα λατρευτικά κέντρα των θεών και θυσίες και συνήθειες ίδιες κι απαράλλαχτες η προδοσία όλων αυτών θα ήταν αίσχος για τους Αθηναίους. Και να ξέρετε καλά τούτο, αν τυχαίνει να μη το ξέρετε ώς τώρα, όσο θα μένει ζωντανός έστω και ένας Αθηναίος, δε θα κάνουμε συνθήκες με τον Ξέρξη ποτέ. Βέβαια ήταν ευχάριστη έκπληξη για μας η έγνοια σας για την κατάστασή μας, η πρόνοιά σας για μας που ρήμαξαν τα σπιτικά μας, αφού θέλετε να συντηρήσετε τους ανθρώπους των σπιτιών μας. Η ευεργεσία σας είναι σαν να γίνηκε, όμως εμείς θα κάνουμε πέτρα την καρδιά μας στην κατάσταση που βρισκόμαστε και δε θα σας δώσουμε κανένα βάρος. Μόνο, μια κι έτσι έχουν τα πράματα, να στείλετε το γρηγορότερο το εκστρατευτικό σώμα. Γιατί, κατά τους υπολογισμούς μας, δε θα περάσει πολύς καιρός κι ο βάρβαρος θα εμφανιστεί εδώ κάνοντας εισβολή στη χώρα μας, αλλά αμέσως μόλις πάρει την είδηση ότι δε θα κάνουμε τίποτε απ᾽ όσα εκείνος μας ζητούσε. Λοιπόν, προτού εκείνος εμφανιστεί στην Αττική, έχει ζωτική σημασία να σπεύσετε έγκαιρα σε βοήθεια στη Βοιωτία». Κι οι άλλοι, ύστερ᾽ απ᾽ αυτή την απάντηση των Αθηναίων, πήραν το δρόμο του γυρισμού για τη Σπάρτη..... Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά νά πώς παρατάχτηκαν οι Έλληνες, τόσο αυτοί που έφταναν εκείνη την ώρα όσο κι αυτοί που ήρθαν απ᾽ την αρχή: τη δεξιά πτέρυγα την κρατούσαν δέκα χιλιάδες Λακεδαιμόνιοι· τους πέντε χιλιάδες απ᾽ αυτούς ήταν οι Σπαρτιάτες τους πλαισίωναν τριάντα πέντε χιλιάδες είλωτες ελαφρά οπλισμένοι, αφού σε κάθε πολεμιστή αναλογούσαν εφτά παραστάτες. Και τη θέση μάχης στο πλευρό τους οι Σπαρτιάτες προτίμησαν να τη δώσουν στους Τεγεάτες, και ως τιμητική διάκριση και για την πολεμική αρετή τους· κι απ᾽ αυτούς ήταν χίλιοι πεντακόσιοι βαριά οπλισμένοι. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς παρατάχτηκαν πέντε χιλιάδες Κορίνθιοι, και δίπλα τους παρατάχτηκαν (τους έκανε αυτή τη χάρη ο Παυσανίας) οι τριακόσιοι Ποτιδαιάτες που βρέθηκαν εκεί απ᾽ την Παλλήνη. Αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς παρατάχτηκαν οι Ορχομένιοι της Αρκαδίας, εξακόσιοι, κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς τρεις χιλιάδες Σικυώνιοι. Αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς παρατάχτηκαν οχτακόσιοι Επιδαύριοι. Στο πλευρό τους παρατάχτηκαν χίλιοι Τροιζήνιοι, κι αμέσως ύστερ᾽ από τους Τροιζηνίους διακόσιοι Λεπρεάτες, κι αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς τετρακόσιοι απ᾽ τις Μυκήνες και την Τίρυνθα, κι αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς χίλιοι Φλιάσιοι· στο πλευρό τους παρατάχτηκαν τριακόσιοι Ερμιονείς. Αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ τους Ερμιονείς πήραν θέση εξακόσιοι απ᾽ την Ερέτρια και τα Στύρα, αμέσως μετά απ᾽ αυτούς τετρακόσιοι Χαλκιδείς κι αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς πεντακόσιοι Αμπρακιώτες. Μετά απ᾽ αυτούς πήραν θέση οχτακόσιοι Λευκάδιοι και Ανακτόριοι, κι αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς διακόσιοι απ᾽ την Πάλη της Κεφαλληνίας. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς παρατάχτηκαν πεντακόσιοι Αιγινήτες· στο πλευρό τους παρατάχτηκαν τρεις χιλιάδες Μεγαρείς. Αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς παρατάχτηκαν εξακόσιοι Πλαταιείς. Στο τέλος και στην αρχή της παράταξης παρατάχτηκαν οι Αθηναίοι, οχτώ χιλιάδες, κρατώντας την αριστερή πτέρυγα· στρατηγός τους ήταν ο Αριστείδης, ο γιος του Λυσιμάχου. Όλοι αυτοί, με εξαίρεση τους παραστάτες των Σπαρτιατών, εφτά στον καθένα τους, ήταν βαριά οπλισμένοι, και το σύνολό τους ανερχόταν σε τριάντα οχτώ χιλιάδες εφτακόσιους. Λοιπόν το σύνολο των βαριά οπλισμένων που συγκεντρώθηκαν εναντίον των βαρβάρων ήταν αυτό, ενώ ο αριθμός των ελαφρά οπλισμένων ο εξής: στην παράταξη των Σπαρτιατών τριάντα πέντε χιλιάδες άντρες, μια και αναλογούσαν εφτά παραστάτες σε κάθε οπλίτη, που κι αυτοί όλοι τους ήταν αρματωμένοι, έτοιμοι για μάχη· κι οι ελαφρά οπλισμένοι στις παρατάξεις των υπολοίπων Λακεδαιμονίων και των άλλων Ελλήνων, έτσι που ο κάθε οπλίτης είχε έναν παραστάτη, ήταν τριάντα τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιοι. Άρα το σύνολο των ελαφρά οπλισμένων κι όλοι τους ήταν μάχιμοι ήταν εξήντα εννέα χιλιάδες πεντακόσιοι. Από το γενικό τώρα σύνολο του ελληνικού στρατού που συγκεντρώθηκε στις Πλαταιές (βαριά οπλισμένων κι ελαφρά οπλισμένων μαχίμων) έλειπαν χίλιοι οχτακόσιοι πολεμιστές, για να φτάσει τις εκατόν δέκα χιλιάδες. Αλλά με τους Θεσπιείς που βρέθηκαν εκεί έφτασε στον στρογγυλό αριθμό, εκατόν δέκα χιλιάδες· γιατί στο στρατόπεδο ήταν παρόντες κι όσοι Θεσπιείς είχαν σωθεί, περίπου χίλιοι οχτακόσιοι· αλλά ούτε κι αυτοί είχαν βαρύ οπλισμό. Λοιπόν αυτοί, αφού τακτοποιήθηκε η παράταξή τους, στρατοπέδευσαν στις όχθες του Ασωπού· κι ο βαρβαρικός στρατός του Μαρδονίου, μόλις κήδεψαν μ᾽ όλες τις τιμές τον Μασίστιο, παίρνοντας την πληροφορία πως οι Έλληνες βρίσκονται στις Πλαταιές, πήγε κι έπιασε θέσεις κι αυτός στις όχθες του Ασωπού που κυλούσε κατά τη μεριά τους. Αυτός λοιπόν ο Τισαμενός, που συνόδευε τους Σπαρτιάτες, εκτελούσε χρέη μάντη για τους Έλληνες στο στρατόπεδο των Πλαταιών. Και οι θυσίες έδιναν καλά προγνωστικά στους Έλληνες, αν κρατούσαν άμυνα, όχι όμως αν διάβαιναν τον Ασωπό κι έκαναν αυτοί την αρχή στις εχθροπραξίες. Επίσης για τον Μαρδόνιο οι θυσίες δεν έδιναν καλά προγνωστικά, αν έσπευδε ν᾽ αρχίσει αυτός τη μάχη, αν όμως κρατούσε άμυνα, και γι᾽ αυτόν καλά. Γιατί κι αυτός θυσίαζε με τον τρόπο των Ελλήνων, έχοντας στην ακολουθία του τον μάντη Ηγησίστρατο, που καταγόταν από την Ηλεία κι ήταν ο πιο αξιόλογος ανάμεσα στους Τελλιάδες, αυτόν που πριν απ᾽ αυτά τα γεγονότα οι Σπαρτιάτες τον συνέλαβαν και τον έριξαν στα δεσμά με σκοπό να τον θανατώσουν, γιατί είχαν πάθει πολλά κι ανυπόφορα απ᾽ αυτόν.... Κι εκεί που τύχαινε να βρίσκεται ο ίδιος ο Μαρδόνιος, που πολεμούσε καβάλα σ᾽ άσπρο άλογο και περιστοιχιζόταν από τα πρώτα παλικάρια, τους χίλιους επίλεκτους Πέρσες, εκεί οι Σπαρτιάτες δέχτηκαν τη μεγαλύτερη πίεση. Λοιπόν, για όση ώρα ο Μαρδόνιος ήταν ζωντανός, οι δικοί του κρατούσαν τις θέσεις τους και κρατώντας μέτωπο στον εχθρό σκότωναν πολλούς Λακεδαιμονίους· απ᾽ τη στιγμή όμως που σκοτώθηκε ο Μαρδόνιος και το τάγμα που τον περιστοίχιζε, κι ήταν το πιο δυνατό, γονάτισε, τότε λοιπόν το ᾽βαλαν στα πόδια και οι άλλοι και υποχώρησαν μπροστά στους Λακεδαιμονίους· γιατί το μεγαλύτερο μειονέκτημά τους ήταν η σκευή, καθώς ήταν χωρίς θωράκιση· δηλαδή αγωνίζονταν, απροστάτευτοι αυτοί, με εχθρούς βαριά οπλισμένους. Τότε ήρθε η ώρα να δώσει ο Μαρδόνιος δίκαιη πληρωμή για τον φόνο του Λεωνίδα, σύμφωνα με τον χρησμό που δόθηκε στους Λακεδαιμονίους· κι απ᾽ όλες τις νίκες που είδαμε στον καιρό μας την πιο λαμπρή την κερδίζει ο Παυσανίας, ο γιος του Κλεομβρότου, γιου του Αναξανδρίδα(τα ονόματα των προγόνων του απ᾽ τον Αναξανδρίδα και πάνω έχουν αναφερθεί στη γενεαλογία του Λεωνίδα· γιατί συμβαίνει να είναι οι ίδιοι). Λοιπόν, βρίσκει το θάνατο ο Μαρδόνιος απ᾽ το χέρι του Αριμνήστου, φημισμένου παλικαριού της Σπάρτης, που πολύ καιρό ύστερ᾽ απ᾽ τα Μηδικά, επικεφαλής τριακοσίων πολεμιστών στη μάχη στη Στενύκλαρο μ᾽ όλο το στρατό των Μεσσηνίων, σκοτώθηκε κι ο ίδιος κι οι τριακόσιοι του. Κι οι Πέρσες, όταν οι Λακεδαιμόνιοι τους έτρεψαν σε φυγή στις Πλαταιές, το ᾽βαλαν στα πόδια με απόλυτη σύγχυση προς το στρατόπεδό τους και το ξύλινο τείχος που έστησαν στο έδαφος των Θηβών. Και νά κάτι που κατά τη γνώμη μου είναι θαύμα· ενώ η μάχη δόθηκε δίπλα στο άλσος της Δήμητρας, δεν είδαν κανένα Πέρση ούτε να μπαίνει στο τέμενος ούτε να πεθαίνει μέσα σ᾽ αυτό, κι οι περισσότεροι έπεσαν γύρω απ᾽ το λατρευτικό κέντρο της, έξω απ᾽ την ιερή γη της. Η άποψή μου είναι, αν δικαιούμαστε να έχουμε κάποια άποψη για ό,τι έχει να κάνει με τη θρησκεία, ότι η ίδια η θεά δεν τους δεχόταν, επειδή πυρπόλησαν το ναό της στην Ελευσίνα.... Και βλέπω ξεκάθαρα πως η έκβαση της επιχείρησης των βαρβάρων κρεμόταν απόλυτα από τους Πέρσες, αφού τότε οι βάρβαροι, προτού καν έρθουν στα χέρια με τον εχθρό, τράπηκαν σε φυγή, επειδή έβλεπαν και τους Πέρσες να υποχωρούν. Κι έτσι όλοι το ᾽βαλαν στα πόδια εκτός από το ιππικό στο σύνολό του, προπάντων όμως το βοιωτικό· και νά ποιά βοήθεια έδινε στο στρατό που υποχωρούσε: βρισκόταν συνεχώς σε απόσταση αναπνοής απ᾽ τους εχθρούς και σχημάτιζε προστατευτικό φράγμα για τους δικούς τους που έφευγαν να σωθούν απ᾽ τους Έλληνες. Κι αυτοί, νικητές, πήραν στο καταπόδι τους στρατιώτες του Ξέρξη καταδιώκοντας και σκοτώνοντάς τους. Μες σ᾽ αυτό το χαμό φτάνει αγγελία στους υπόλοιπους Έλληνες που ήταν παραταγμένοι γύρω απ᾽ το ναό της Ήρας και δεν πήραν μέρος στη μάχη, ότι έχει γίνει μάχη και νικούσαν οι άντρες του Παυσανία· κι εκείνοι, όταν τ᾽ άκουσαν αυτά, χωρίς καμιά πειθαρχία και τάξη, όσοι ήταν στο σώμα των Κορινθίων πήραν να πορεύονται στους πρόποδες του βουνού και τη λοφοσειρά, το δρόμο που ανηφορίζει κατευθείαν στο ναό της Δήμητρας, ενώ όσοι ήταν στο σώμα των Μεγαρέων και των Φλιασίων τον πιο ομαλό δρόμο, αυτόν που διασχίζει την πεδιάδα. Λοιπόν, οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι πλησίασαν πολύ τον εχθρό, όταν τους αντίκρισαν οι Θηβαίοι ιππείς, που αρχηγός τους ήταν ο Ασωπόδωρος, ο γιος του Τιμάνδρου, να προχωρούν βιαστικά με απερίγραπτη σύγχυση, κι έκαναν επέλαση με τ᾽ άλογα εναντίον τους. Ρίχτηκαν επάνω τους κι έστρωσαν καταγής εξακόσιους απ᾽ αυτούς και καταδιώκοντας τους υπόλοιπους τους σάρωσαν κατά τον Κιθαιρώνα. Αυτοί λοιπόν αφανίστηκαν εντελώς άδοξα. Απ᾽ τη μεριά τους οι Πέρσες και το υπόλοιπο στράτευμα, αφού κατέφυγαν στο ξύλινο τείχος, πρόλαβαν κι ανέβηκαν στους πύργους πριν φτάσουν οι Λακεδαιμόνιοι· ανέβηκαν κι ενίσχυσαν όσο μπορούσαν καλύτερα το τείχος. Κι όταν πλησίασαν οι Λακεδαιμόνιοι, η τειχομαχία πήρε μεγαλύτερη σφοδρότητα. Γιατί, όση ώρα οι Αθηναίοι απουσίαζαν, οι Πέρσες κρατούσαν άμυνα κι η υπεροχή τους απέναντι στους Λακεδαιμονίους, που αγνοούσαν την τέχνη της τειχομαχίας, ήταν μεγάλη· όταν όμως ήρθαν σ᾽ ενίσχυσή τους οι Αθηναίοι, τότε λοιπόν έγινε φοβερή τειχομαχία που κράτησε πολύ. Στο τέλος λοιπόν με την παλικαριά και το κουράγιο τους οι Αθηναίοι πάτησαν το τείχος κι άνοιξαν ρήγμα· και μέσ᾽ απ᾽ αυτό ξεχύθηκαν στο εσωτερικό του οι Έλληνες. Κι οι πρώτοι που μπήκαν στο τείχος ήταν οι Τεγεάτες κι ήταν αυτοί που άρπαξαν τη σκηνή του Μαρδονίου κι ό,τι είχε μέσα, ανάμεσα σ᾽ αυτά και τις φάτνες των αλόγων που ήταν όλες από χαλκό κι αξιοθέατες. Λοιπόν οι Τεγεάτες αυτές τις φάτνες του Μαρδονίου τις αφιέρωσαν στο ναό της Αλέας Αθηνάς, ενώ τα άλλα, όσα έπεσαν στα χέρια τους, τα έφεραν στον κοινό σωρό που έκαναν οι Έλληνες. Κι οι βάρβαροι, απ᾽ τη στιγμή που έπεσε το τείχος, δε σχημάτισαν πια πυκνή φάλαγγα, κι όλοι τους ξαστόχησαν την πολεμική αρετή τους, κι ήταν να τους κλαις, καθώς, πανικόβλητοι και πολλές χιλιάδες κόσμος, στριμώχτηκαν σε στενό χώρο. Κι είχαν τόση άνεση οι Έλληνες να σκοτώνουν, ώστε από τριακόσιες χιλιάδες στρατό, αν απ᾽ τον αριθμό αυτό βγάλουμε τις σαράντα χιλιάδες που πήρε μαζί του ο Αρτάβαζος στη φυγή του, απ᾽ τους υπόλοιπους ούτε τρεις χιλιάδες σώθηκαν, ενώ απ᾽ τους Λακεδαιμονίους, σ᾽ αυτή τη σύγκρουση, σκοτώθηκαν συνολικά ενενήντα ένας Σπαρτιάτες, απ᾽ τους Τεγεάτες δεκαέξι, κι απ᾽ τους Αθηναίους πενήντα δύο.
Πηγή: http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=225
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=224
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=223
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=222
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=221
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=220
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=219
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=215