Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Σάββατο 27 Μαΐου 2017

Η γεωργία, η κτηνοτροφία, η διατροφή από την προϊστορική εποχή έως την Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η γεωργία εισήχθη στην Ευρώπη πριν από περίπου 8.500 χρόνια από τα Βαλκάνια και εξαπλώθηκε σταδιακά φθάνοντας στην Κεντρική Ευρώπη πριν από 7.500 χρόνια και έως τη Βρετανία πριν από 6.100 χρόνια περίπου. Αντικείμενο έντονης επιστημονικής διαμάχης, εδώ και 100 χρόνια, αποτελεί το κατά πόσο η μεταφορά της γεωργίας έγινε μέσω φυσικής μετανάστευσης των γεωργών που έφεραν μαζί τους τις αγροτικές γνώσεις τους ή αν «μετανάστευσαν» μόνο οι γνώσεις τους μέσω της διαδικασίας της πολιτισμικής διάχυσης στους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες, οι οποίοι έως τότε, επί 45.000 χρόνια, ήδη από την τελευταία εποχή των πάγων, κατοικούσαν αποκλειστικά την Ευρώπη. Η παλαιότερη αρχαιολογική έρευνα έχει φέρει στο φως αγροτικές κοινότητες τόσο την Ελλάδα όσο και στη ΒΔ Μικρά Ασία, οι οποίες χρονολογούνται στο 6.000 - 6.500 π.Χ., ενώ έχουν εντοπισθεί ίχνη ανταλλαγών ανάμεσα στις δύο πλευρές του Αιγαίου ήδη από την Μεσολιθική εποχή. Το DNA από την Ελλάδα και την Ανατολία συνεισέφερε σε όλους τους σημερινούς ευρωπαϊκούς πληθυσμούς και εμφανίζει γενετικές ομοιότητες με τους σύγχρονους Μεσογειακούς πληθυσμούς. Οι μετανάστες έφεραν μαζί τους φυτά προς καλλιέργεια, εξημερωμένα ζώα και την αντίστοιχη «τεχνογνωσία», που χαρακτηρίζει έκτοτε τη ζωή των γεωργών-κτηνοτρόφων. Οι μετανάστες αγρότες και οι ντόπιοι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες «αρχικά αντάλλαξαν κυρίως γνώσεις, αλλά σπάνια συζύγους. Μετά όμως το πέρασμα αιώνων, ο αριθμός των επιμειξιών αυξήθηκε». «Οι Αιγαιακοί νεολιθικοί πληθυσμοί μπορούν να θεωρηθούν η ρίζα όλων των πρώιμων Ευρωπαίων γεωργών».
Από την 5η χιλιετία π.Χ. η βάση της διατροφής ήταν όσπρια, δημητριακά, ελαιόλαδο, ενώ κυνηγούσαν αγριοκούνελα, λαγούς, πέρδικες και ασβούς. Η περίφημη κρητική διατροφή μοιάζει να ανάγεται σε αρχαιότατο βάθος χρόνου. Δεν έχουμε γραπτά για το τι έτρωγαν -και πολύ περισσότερο για το πώς το έτρωγαν- οι Μινωΐτες, όμως οι αρχαιολόγοι μπορούν με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών να ανασυνθέτουν στοιχεία των τροφών που συνήθιζαν να παρασκευάζουν και να καταναλώνουν. Όπως σημείωσε ο κ. Βασιλάκης, τα κατάλοιπα αυτά είναι δύο κατηγοριών:«Τα άμεσα κατάλοιπα (σπόροι, καρποί, ιζήματα, φύλλα φυτών, απολιθώματα και κόκαλα ζώων) που βρίσκονται στις ανασκαφές. Τα σκεύη και άλλα τεχνικά κατάλοιπα που χρησιμοποιούσαν στην παρασκευή και την κατανάλωση της τροφής: παραστιές και φούρνους, καζάνια χάλκινα και πήλινα, πήλινες χύτρες και τηγάνια, πήλινα χωνιά, κουτάλες και τρίφτες, μυλόπετρες και τριβεία, γουδιά και πέτρινες λεκάνες, και μία ποικιλία πήλινων σκευών σερβιρίσματος». Κύρια τροφή τους ήταν τα δημητριακά και τα όσπρια, από τα οποία έχουν ταυτιστεί αρκετές ποικιλίες. Δημητριακά: σιτάρι 2 ποικιλίες, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη. Παρασκεύαζαν ψωμί, ένα είδος πίτες, παξιμάδι, ενώ τα χρησιμοποιούσαν και στο μαγείρεμα διαφόρων φαγητών. Όσπρια: έχουν αναγνωριστεί τα είδη: κουκιά, λαθούρι (φάβα), ρόβι, φασόλια, ρεβίθια, βίκος. Λαχανικά όπως σέλινο, άγρια κρεμμύδια κ.ά. Άλλες φυτικές τροφές ήταν τα διάφορα φρούτα: άγρια αχλάδια και σύκα (που ξέραιναν,) σταφύλια, και ξηροί καρποί, όπως τα αμύγδαλα. Από τις υγρές τροφές ο κ. Βασιλάκης ανέφερε το ελαιόλαδο, «που ήταν πάντοτε η βάση της διατροφής τουλάχιστον από την 5η χιλιετία π.Χ., ενώ υπήρχαν και άλλα φυτικά έλαια. Χρησιμοποιούσαν και το ζωικό λίπος στη μαγειρική». Το κρασί ήταν, επίσης, γνωστό εδώ και 7 χιλιάδες χρόνια στην Κρήτη. «Μάλιστα έχει διαπιστωθεί ότι συντηρούσαν το κρασί, αναμειγνύοντάς το με ρετσίνι πεύκου, ενώ φαίνεται ότι έφτιαχναν και μπίρα». Και βέβαια, υπήρχε το γάλα των γαλακτοφόρων ζώων, από το οποίο έφτιαχναν και ένα είδος λευκό τυρί. Από τη ζωική παραγωγή έτρωγαν όλα τα ζώα που γνώριζαν, είτε άγρια είτε εξημερωμένα. Λαγός, αγριοκούνελο, αίγαγροι, κόκκινο ελάφι πλατόνι, γουρούνια, αγριογούρουνα, άγρια βοοειδή και ασβοί ήταν αυτά που κυνηγούσαν. Ακόμη διάφορα άγρια πουλερικά (πέρδικες, νηκτικά πτηνάκ.ά.). Για την τροφή ζωικής προέλευσης, «πρέπει να πούμε ότι αντίθετα με όσα πίστευαν οι ερευνητές παλιότερα, σήμερα πιστεύουμε ότι το κρέας το έτρωγαν αρκετά συχνά, είτε απλά ψημένο μόνο, οπτό ή ψητό, ή βραστό, είτε μαγειρεμένο με όσπρια, λαχανικά και λάδι.» Για ευνόητους λόγους τα ζώα σφάζονταν μεγάλα στην ηλικία, 6 χρονών και πάνω, και μόνο κάποια αδύναμα τα έσφαζαν σε μικρότερη ηλικία. Τη διατροφή συμπλήρωναν σε ικανοποιητικό ποσοστό τα ψάρια και τα θαλασσινά, από τα οποία έχουν αναγνωριστεί είδη όπως πεταλίδες, πορφύρες, δίθυρα τρίτωνες κ.ά. 
Βάση της διατροφής κατά τη Μυκηναϊκή εποχή ήταν η διαχρονική μεσογειακή τριάδα, το σιτάρι, η ελιά και το αμπέλι. Σε αυτά προστίθενται τα λαχανικά και τα όσπρια. Επίσης, οι ζωικές πρωτεΐνες και τα γαλακτοκομικά προϊόντα δεν έλειπαν από το τραπέζι του Μυκηναίου. Από τα δημητριακά, εκτός από το σιτάρι, κοινή τροφή ήταν και το κριθάρι. Στα όσπρια περιλαμβάνονται οι φακές, τα ρεβίθια, η φάβα, τα μπιζέλια, τα κουκιά. Αγαπητή τροφή ήταν τα σύκα, που συχνά βρίσκονται στα ερείπια των μυκηναϊκών οικισμών. Κουκούτσια από σταφύλια έχουν επίσης εντοπιστεί. Χαρακτηριστική είναι η συχνή αναφορά των ξερών σύκων στις πινακίδες της Γραμμικής Β, παράλληλα με τα σιτηρά, ως συμπλήρωμα της διατροφής του προσωπικού των ανακτόρων της Πύλου. Οι πινακίδες των Μυκηνών καταγράφουν ποσότητες καρυκευμάτων που νοστίμιζαν τα φαγητά, όπως το κάρδαμο, το σέλινο, ο κορίανδρος, το κύμινο, το μάραθο, το σουσάμι. Σε πινακίδες με ανάλογο περιεχόμενο καταγράφονται βότανα τα οποία έχουν και ιαματικές ιδιότητες όπως, ο ιβίσκος ή η μολόχα. Ενδείξεις υπάρχουν κυρίως από απεικονίσεις στην τέχνη, και για τη χρήση του οπίου, το οποίο είναι ισχυρό αναλγητικό και καταπραϋντικό. Το βοδινό και το χοιρινό κρέας ανήκαν στα σημαντικά είδη της διατροφής. Οστά προβάτου, κατσίκας, αγριόχοιρου, ελαφιού και λαγού βρίσκονται επίσης κατά τις ανασκαφές. Παράλληλα, μια άλλη πηγή ζωής ήταν και η θάλασσα, η οποία παρείχε τα ψάρια και τα θαλασσινά όστρακα. Το μαγείρεμα των φαγητών γινόταν σε πήλινες χύτρες από χονδροειδή πηλό, με αντοχή στη φωτιά. Οι χύτρες είχαν σφαιρικό σώμα με μία ή δύο λαβές και συχνά ήταν τριποδικές. Πρόσφατα, η πρωτοποριακή επιστημονική μέθοδος ανάλυσης των οργανικών υπολειμμάτων στα τοιχώματα των μαγειρικών σκευών, μας επέτρεψε να ρίξουμε μια πραγματική ματιά στην κουζίνα των Μυκηναίων. Γεύματα σύνθετα με δημητριακά ή όσπρια, κρέας και ελαιόλαδο παρασκευάζονταν στη Θήβα ή στη Μιδέα της Αργολίδας. Στον χώρο του Θρησκευτικού Κέντρου των Μυκηνών είχε παρασκευαστεί κρέας με φακές και ελαιόλαδο μέσα σε χύτρα, ενώ σε μικρή λεκάνη εντοπίστηκαν ίχνη μελιού. Ίσως το πιο απίστευτο αποτέλεσμα της έρευνας ήταν η απόδειξη της ύπαρξης κρασιού με ρητίνη πεύκου, όπως η γνωστή ρετσίνα. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις γα την ύπαρξη μπύρας από ζύμωση κριθαριού και για τη χρήση ενός μείγματος από νερό και μέλι, το υδρόμελι, σε σύνθετα ποτά. Η χημική ανάλυση των ανθρώπινων οστών που βρίσκονται σε τάφους, είναι δυνατόν επίσης να δώσει πληροφορίες για τη διατροφή του πληθυσμού. Σύμφωνα με τα πρώτα συμπεράσματα της έρευνας αυτής, οι φυτικές και οι ζωικές τροφές αποτελούσαν τη βάση της διατροφής και οι Μυκηναίοι κατανάλωναν σε μικρότερο ποσοστό θαλάσσιες τροφές.
Ο Ησίοδος υπήρξε ο δεύτερος σε σπουδαιότητα αρχαίος ποιητής μετά τον Όμηρο.
Γεννήθηκε στην Άσκρη της Βοιωτίας, όπου κατέφυγε ο πατέρας του από την
αιολική Κύμη της Μικράς Ασίας, αλλά η ημερομηνία της γέννησής του δεν είναι γνωστή. Υπολογίζεται ότι έζησε γύρω στο 700 ή 800 π.Χ. Επισκεπτόμενος συχνά το όρος Ελικώνα, όπου οι μύθοι έλεγαν ότι κατοικούσαν οι Μούσες, έλεγε ο ίδιος ότι εκείνες του έδωσαν το χάρισμα της ποίησης. Επειδή μεγάλωσε σε αυτό το ιερό και αγροτικό περιβάλλον τα ποιήματα του έχουν διδακτικό και θρησκευτικό περιεχόμενο, ενώ με τον Ησίοδο η Ελλάδα βγαίνει από το πεδίο του μύθου αποκλειστικά, αφού ο ίδιος αντλεί τα θέματα του όχι μόνο από τη φαντασία, αλλά και από την ζωή φέρνοντας έτσι την ποίηση πιο κοντά στον άνθρωπο. Μία παράδοση θέλει τον τάφο του Ησίοδου στον Ορχομενό Βοιωτίας, ενώ σύμφωνα με μια άλλη, το μαντείο των Δελφών έβγαλε χρησμό ότι ο Ησίοδος θα πέθαινε στη Νεμέα, οπότε εκείνος κατέφυγε στη Λοκρίδα, όπου όμως σκοτώθηκε στον τοπικό ναό του Νεμαίου Δία και ετάφη εκεί. Στους αρχαίους χρόνους αν και πολλά ποιήματα έφεραν το όνομά του, τρία ποιήματα σώθηκαν από τον χρόνο. Τα ποιήματα του Ησίοδου περιείχαν τις πρώτες προσπάθειες για λυρική γραφή, ιαμβική και ελεγειακή.
Τα Έργα και Ημέραι, όπου ο Ησίοδος κάνει λόγο για τα ηθικά διδάγματα που πρέπει να ακολουθούν οι άνθρωποι. Επίσης δίνει συμβουλές στους αγρότες για την καλλιέργεια της γης και αναφέρει πως η εργασία είναι ο μόνος δρόμος που εξασφαλίζει την επιτυχία. «Έργον δ' ουδέν όνειδος, αεργίη δέ τ' όνειδος» δηλαδή «καμία εργασία δεν είναι ντροπή, ντροπή είναι να μην εργάζεται κανείς». Στο ίδιο έργο δίνει ακόμα συμβουλές για ναυτιλιακά,εμπορικά και γεωργικά έργα, καθώς και για τον γάμο, την ανατροφή των παιδιών, προσπαθώντας να προτρέψει τον άνθρωπο να γίνει πιο καλός και πιο ενάρετος. To Έργα και Ημέραι είναι ένα από τα πιο γνωστά διδακτικά επικά ποιήματα του Ησιόδου. Αποτελείται από 828 εξάμετρους στίχους και γράφτηκε με αφορμή τη δικαστική διαμάχη του Ησιόδου με τον αδελφό του Πέρση για την πατρική κληρονομιά και εκφράζει όλη την πικρία του συγγραφέα για την αδελφική διχόνοια. Αυτή ως Έριδα βρίσκεται στο επίκεντρο του πρώτου μέρους του έργου. Το έπος αρχίζει με επίκληση στις Μούσες της Πιερίας κατά το τυπικό, για να δώσουν έμπνευση στον ποιητή να γράψει αλλά και για να δώσουν ιερότητα και αξιοπιστία στα γεγονότα που θα αναφερθούν στη συνέχεια. Ύστερα ο ποιητής υμνεί τον ύψιστο θεό Δία και αρχίζει ουσιαστικά το έπος, που χωρίζεται σε δύο μέρη. Ο ποιητής απευθύνεται στον αδελφό του Πέρση και αναλύει την δομή της ανθρώπινης κοινωνίας, τις ηθικές υποχρεώσεις κάθε ανθρώπου και την προέλευση του κακού στον κόσμο. Τονίζει έντονα τις χρήσιμες για τον αγώνα της ζωής αρετές της οικονομίας, της προνοητικότητας, του μέτρου, της τάξης και τις κοινωνικότητας. Μετά τις παραβολές και τις περιγραφές, ο Ησίοδος περνά ξανά με σαφήνεια στο ζήτημα με τον αδελφό του, και του ζητά να μην είναι βίαιος και άδικος, να μην συνεχίσει να ζητά όλο και περισσότερα αφού ήδη πήρε παραπάνω από όσα του ανήκαν, επειδή θυμώνουν και οι Θεοί, μια που "όλα τα βλέπει το μάτι του Δία". Φτάνει στο σημείο να λέει ότι καλύτερα να μην ήταν δίκαιος ούτε ο ίδιος ούτε ο γιος του, αφού η ζωή επιβραβεύει τους άδικους για να καταλήξει όμως ότι "Ο Δίας μάλλον δεν θα το αφήσει αυτό να περάσει έτσι", δηλαδή να μείνει ατιμώρητο. Ζητά από τον αδελφό του να μην ορκίζεται στα ψέματα και να διαλέξει όχι το δρόμο της κακίας που είναι δίπλα στον κάθε άνθρωπο, αλλά της αρετής, που μόνο στην αρχή μοιάζει δύσκολος. Του λέει ότι ο πλούτος δεν είναι αγαθός όταν αρπάζεται και ότι μόνο η δουλειά είναι τίμιος τρόπος να πλουτίσεις. Στη συνέχεια ο Ησίοδος προχωρεί σε διάφορες συμβουλές για το πώς πρέπει να ζει ένας καλός άνδρας, να εργάζεται, να φροντίζει τη γη του, να θυσιάζει στους θεούς, και ο λόγος αρχίζει να γίνεται λιγότερο προσωπικός -σαν ο Ησίοδος να μην απευθύνεται πια στον αδελφό του, αλλά να μιλά γενικά για το σωστό τρόπο ζωής. Λέει να καλούμε το γείτονά μας στις γιορτές, γιατί ο κακός γείτονας είναι κατάρα και ο καλός γείτονας ευλογία, και μας προστρέχει συχνά περισσότερο από τους συγγενείς. Συνιστά να μιλάμε με μάρτυρες και να κάνουμε όρκους για σιγουριά στις συμφωνίες και μετά λέει στους άνδρες να προσέχουν τις γυναίκες, επειδή όποιος εμπιστεύεται γυναίκα, εμπιστεύεται απατεώνα. Από τους στίχους 380 και μετά ο Ησίοδος αρχίζει να δίνει εντελώς πρακτικές συμβουλές, για το πότε πρέπει να σπέρνεις, να θερίζεις, να ταξιδεύεις με πλοίο κ.λπ. Ο ποιητής δίνει συμβουλές για τις ανθρώπινες σχέσεις καθώς και για θέματα, όπως η γεωργία, η ναυτιλία, το εμπόριο και οι αίσιες και θεάρεστες ημέρες του μηνός.
Κατά τους κλασικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδας, το κρέας παρουσίαζε μεγαλύτερη κατανάλωση στις τάξεις των εύπορων γαιοκτημόνων, που είχαν ως βασική ενασχόληση τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στα εύφορα λιβάδια και στις πεδιάδες της Θεσσαλίας, καθώς και στα ορεινά ακραία σημεία, έτρεφαν πρόβατα, κατσίκες, χοιρινά και βοοειδή σε αγέλες. Στην Αττική, όπου η κτηνοτροφία δεν ήταν διαδεδομένη, το κρέας (με εξαίρεση το χοιρινό) ήταν σε γενικές γραμμές, ακριβό. Οι φτωχοί πολίτες σπάνια έτρωγαν κρέας, παρά μόνο  μετά την τέλεση των θυσιών, που κατέληγαν σε "ευωχία".  Η διαδικασία κατά την διάρκεια των θυσιών που τις περισσότερες φορές τα θυσιαζόμενα ζώα ήταν βοοειδή και λιγότερο αιγοπρόβατα ή χοίροι, ήταν  ως εξής:  Το κεφάλι του ζώου ανασηκώνονταν, για να του κόψουν τον λαιμό και να τρέξει το αίμα πάνω στον βωμό. Ακολουθούσε ο τεμαχισμός του ζώου στην τράπεζα, κατ' αρχήν με βάση τις αρθρώσεις του ζώου. Στη συνέχεια αφαιρούνταν τα σπλάγχνα και τα μηριαία οστά και εκτός απ' αυτά, ρίχνονται στον βωμό παραδοσιακά η χολή, η οσφυϊκή χώρα μαζί με την ουρά. Ένα μέρος από τα σπλάχνα αφιερώνονταν στους θεούς. Τα υπόλοιπα  τα πέρναγαν σε "οβελούς", και ψήνονταν στις φλόγες του βωμού. Η κατανάλωση τους γίνονταν  όσο ήταν ακόμη ζεστά από ένα στενό κύκλο προσώπων που εμπλέκονταν άμεσα στη θυσία, τους συσπλαγχνεύοντες.  Το υπόλοιπο κρέας τεμαχίζονταν κατά τρόπο γεωμετρικό σε ίσες μερίδες διαφορετικής αξίας ανάλογα με το μέρος του ζώου από το οποίο προέρχονταν. Το δέρμα του ζώου το προσέφεραν  ως γέρας στον ιερέα του ναού. Στη δημόσια θυσία ο τρόπος διανομής του κρέατος αποτυπώνει τόσο σχέσεις ισότητας όσο και τις εκάστοτε τιμητικές διακρίσεις των πολιτών. Το κοινό γεύμα ελάμβανε χώρα επί τόπου και πολλές φορές απαγορεύεται   ρητά η μεταφορά του κρέατος εκτός του ιερού. Άλλοτε πάλι το κρέας μεταφέρεται ή και διατίθεται σε κρεοπωλεία για μεταπώληση. Απ' ό,τι φαίνεται  το κρέας που καταναλωνόταν από τους αρχαίους Έλληνες είχε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο περάσει από  τελετουργικούς μηχανισμούς. Το κρέας που με μεγαλύτερη ευχαρίστηση έτρωγαν οι Αθηναίοι ήταν το χοιρινό. Έδειχναν σε αυτό ιδιαίτερη προτίμηση γιατί ήταν αρκετά φθηνό και προσιτό στις λαϊκές μάζες (λόγω της διαδεδομένης χοιροτροφίας), αλλά και πολύ νόστιμο. Επίσης περιορίζονταν στα λιγοστά κατοικίδια και πτηνά που κυνηγούσαν στις γειτονικές περιοχές της Αττικής γης. Από όλα τα μέρη του χοίρου εκτιμούσαν ιδιαίτερα για την γεύση τους τον μαστό και την μήτρα. Επίσης νόστιμο ήταν το λίπος που καλύπτει το υπογάστριο και τα «ακροκώλια» δηλ. τα μπούτια. Τα έκοβαν κατά μήκος των μηρών και τα έτρωγαν ψητά ή παστά. Επίσης τους άρεσαν τα σπλάχνα του χοίρου, ιδιαίτερα το συκώτι ψητό στη σχάρα, αλειμμένο με λίπος ή λάδι και καρυκευμένο με αλάτι ή κολίανδρο. Εκτός από τα νωπά κρέατα, ήταν σε χρήση και τα διατηρημένα μέσα στη σαλαμούρα ή καπνιστά. Αυτά τα πωλούσαν οι έμποροι παστών, τα έκαναν εισαγωγές κατά κανόνα από τον Εύξεινο Πόντο. Μια αγαπητή ενασχόληση των αρχαίων ήταν και το κυνήγι. Τα θηράματα ήταν άφθονα στα βουνά και στα δάση της Ελλάδας κατά την αρχαϊκή εποχή. Κατά την κλασική κυνηγούσαν κυρίως αγριόχοιρους, ελάφια, λαγούς που ήταν σε αφθονία και πουλιά. Ο περίφημος Αρχέστρατος αναφέρει ότι, ο καλύτερος τρόπος μαγειρέματος του λαγού είναι στην σούβλα και ελαφρά αλατισμένος. Πέρα από τα οικόσιτα πτηνά, όπως κότες και χήνες, προτιμούσαν ιδιαίτερα αυτά που ζούσαν ελεύθερα στους αγρούς και σε ελώδεις περιοχές, καθώς και τα αγριοπούλια όπως ορτύκια, τσίχλες, κοτσύφια, πέρδικες, περιστέρια, τρυγόνια, φασιανούς, που αποτελούσαν εκλεκτούς μεζέδες, κυρίως για τους πλούσιους, ψημένα στην σούβλα ή με διάφορες σάλτσες με καρυκεύματα όπως σέλινο, δυόσμο, πιπέρι, σταφίδες, μέλι, κρασί.
"Πασών των επιστημών μήτηρ τε καί τροφός Γεωργία εστί". Μελετώντας το έργο του Ξενοφώντος "Οικονομικός" σήμερα, μας εντυπωσιάζει η επικαιρότης του, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα έργα των Αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Το ιδιαίτερο που έχει το συγκεκριμένο έργο είναι ότι αποτελεί το πρώτο παγκοσμίως κείμενο που ασχολείται επιστημονικά με την γεωργία. Ο Ξενοφών, Αθηναίος ιστορικός, στρατιωτικός και πολιτειολόγος, γενήθηκε στις αρχές του Πελοποννησιακού πολέμου γύρω στα 427 π.Χ. και πέθανε περί το 355 π.Χ. και πέραν της συμμετοχής του στα πολιτικά και στρατιωτικά δρώμενα της εποχής του, αφήνει και λίαν σημαντικό συγγραφικό έργο. Όπως λοιπόν ορίζει ο Σωκράτης μέσα από τον διάλογό του με τον Κριτόβουλο στον "Οικονομικό", ο όρος "οικονομία" είναι όνομα επιστήμης όπως η ιατρική η σιδιρουργική ή η τεκτονική, θέτοντας έτσι τις βάσεις της σημερινής οικονομικής επιστήμης! Και "οικονόμος" είναι αυτός που γνωρίζει να κυβερνά τον οίκον του και να αυξάνει τα αγαθά του. Σήμερα αυτόν τον ονομάζουμε οικονομολόγο. Δεν θα επεκταθούμε όμως στον σχολιασμό όλης της πραγματείας του Ξενοφώντος, αλλά μόνον στο κομμάτι εκείνο που έχει να κάνει με την γεωργική επιστήμη. Αφού διεξέρχεται πολύ ενδιαφέροντα αλλά και διαχρονικά θέματα όπως: σχέσεις ανδρογύνου και εργασίες του καθενός εντός του οίκου, πρέπουσα συμπεριφορά προς το υπηρετικό προσωπικό και εκπαίδευση αυτού ώστε ο οίκος να ευτυχεί και να ευημερεί, ο Ξενοφών συνεχίζει με τον διάλογο Σωκράτους - Ισχομάχου (ενός πλουσίου Αθηναίου) να αναλύει την "γεωργικήν επιστήμη" όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται η γεωργία.  Ξεκινώντας ο διάλογος περί των γεωργικών βλέπουμε ότι το πρώτο πράγμα που αναφέρεται και που και σήμερα διδάσκεται σε όλες τις γεωργικές σχολές του κόσμου, είναι να γνωρίζει κανείς την φύση του εδάφους που πρόκειται να καλλιεργήσει "φύσιν χρήναι πρώτον της γης ειδέναι". Συνεχίζει με το όργωμα, πότε πρέπει αυτό να γίνεται και τις ωφέλειες που προσφέρει, την σπορά, τα σκαλίσματα που χρειάζονται ενδιάμεσα, το θέρισμα - αλώνισμα - λίχνισμα. Τελικώς, αναφέρεται στις δενδροφυτείες, ιδιαίτερα της αμπέλου και της ελαίας δίδοντας οδηγίες περί βάθους σκαψίματος και διανοίξεως λάκων, αποστάσεων μεταξύ των φυτών και τυχόν ιδιαίτερες φροντίδες. Είναι εντυπωσιακό ότι αν και επήλθε μηχανοποίηση αρκετών εκ των ανωτέρω εργασιών, αυτό δεν αλλάζει τον αναλλοίωτο χαρακτήρα της γεωργίας διαμέσου των αιώνων. Δεν ξεχνά ο Ξενοφών να αναφέρει επίσης την χλωρά λίπανση και την σπουδαιότητά της για την βελτίωση της παραγωγικής ικανότητος των εδαφών θέτοντας λοιπόν με την πραγματεία του αυτή τις βάσεις της σημερινής γεωπονίας. Ο Ξενοφών έτσι μπορεί δικαίως να θεωρηθεί ο πατέρας της γεωργικής επιστήμης.  Όμως, πέραν των τεχνικών λεπτομερειών που αναφέρονται στο κείμενο, είναι πολύ σημαντικότερο να τονιστεί η αξία που δίδεται στην "γεωργικήν τέχνη" από το στόμα ενός Σωκράτους. Στην εποχή μας, που η καταβαράθρωση και η αντιστροφή-διαστροφή των ηθικών, πνευματικών και πολιτικών ιδεών και αξιών έχει φθάσει σε μέγιστο βαθμό, η γεωργία υποτιμάται. Δεν γνωρίζουμε ή δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι χάρη στους γεωργούς και κτηνοτρόφους που μας εξασφαλίζουν την τροφή μας, μπορούμε εμείς οι υπόλοιποι να καθόμαστε αυτάρεσκα πίσω από τα γραφεία μας και να θεωρούμε την γεωργία ως ένα επάγγελμα που δεν είναι για εμάς. Ίσως θα πρέπει να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας και να μας βάλει σε σκέψη ο Σωκράτης ο οποίος λέγει ότι καμία τέχνη στον κόσμο δεν παρέχει στον τεχνίτη τόσο πολλά και τόσο καλά αγαθά στο σώμα και την ψυχή όσο η γεωργία, ότι για τους καλούς κ’αγαθούς ανθρώπους η καλλίτερη εργασία και επιστήμη είναι η γεωργία, ότι το πλέον καλό, το πλέον αγαθό, το πλέον ευχάριστο είναι να δημιουργεί κανείς το βιός του από την γεωργία "κάλλιστόν  τε καί άριστον και  ήδιστον από γεωργίας τον βίον ποιείσθαι", και τέλος, ότι η γεωργία παρέχει στη πόλη πολίτες άριστους και μυαλωμένους  "πολίτας αρίστους καί ευνουστάτους παρέχεσθαι τω κοινώ" . Και ο μεγάλος Αριστοτέλης, εις επίρρωσιν των τελευταίων, λέει στα Πολιτικά του: η καλλίτερη πολιτεία είναι η γεωργική, εκεί δηλαδή που οι περισσότεροι ζουν από την γεωργία και την κτηνοτροφία  "βέλτιστος γάρ δήμος ο γεωργικός εστιν, όπου ζει  το πλήθος από γεωργίας ή νομής" . Και καταλήγουμε με μία διάσημη φράση, και πάλιν του Αριστοτέλους, η οποία θα έπρεπε να υπάρχει ως προμετωπίδα σε όλες τις ανώτατες και ανώτερες  γεωπονικές  ή γεωργικές σχολές τις Χώρας: "Πασών των επιστημών μήτηρ τε καί τροφός Γεωργία εστί."
Στις πρώτες αρχές της, η ρωμαϊκή κοινωνία ήταν καθαρά αγροτική και στηριζόταν στη συνοχή της οικογένειας, που ήταν πατριαρχική. Οι πάντες όφειλαν τυφλή υπακοή στον πατέρα-αφέντη, κι αυτός είχε κάτω από την αυστηρή επίβλεψή του τους πάντες και τα πάντα: τη σύζυγο, τα παιδιά, τους υπηρέτες, τα ζωντανά και τα σπαρτά. Καλός άνθρωπος για τους Ρωμαίους σήμαινε καλός νοικοκύρης· και ο καλός νοικοκύρης έπρεπε πάνω απ᾽ όλα να διακρίνεται από πνεύμα οικονομίας. Στην καλύτερη περίπτωση αυτό σήμαινε ότι τα έξοδα δεν ήταν περισσότερα από τα έσοδα και όλοι είχαν ακριβώς ό,τι χρειάζονταν για να ζουν με αξιοπρέπεια· στη χειρότερη περίπτωση σήμαινε απλώς τσιγκουνιά. Απόδειξη γι᾽ αυτό στο βιβλίο που έγραψε ένας πολύ σημαντικός Ρωμαίος. Έζησε από το 234 μέχρι το 149 π.Χ., τον λέγανε Κάτωνα, κουρευόταν και χαμογελούσε σπάνια, αλλά ήταν έντιμος και τον εμπιστεύονταν όλοι οι συμπολίτες του. Το βιβλίο του είχε για θέμα τη διαχείριση του νοικοκυριού και κυρίως τα καθήκοντα του γεωργού στη διάρκεια του χρόνου. Γράφει, λοιπόν, ο γερο-Κάτωνας ότι ένας καλός νοικοκύρης πρέπει να φροντίζει έγκαιρα τις εποχιακές γεωργικές εργασίες, να κάνει τακτική συντήρηση στα γεωργικά του εργαλεία για να τα διατηρεί σε καλή κατάσταση και να μην κάνει περιττά έξοδα για πράγματα, αλλά και για πρόσωπα, που είναι άχρηστα: Αν οι δούλοι αρρωστήσουν, αυτό σημαίνει ότι έτρωγαν περισσότερο από όσο έπρεπε. Τα γερασμένα βόδια, το παλιό αλέτρι, τα παλιά εργαλεία, ο γερασμένος και ο άρρωστος δούλος πρέπει να πουλιούνται. Ο αφέντης του σπιτιού πρέπει γενικά να πουλάει και όχι να αγοράζει. Δεν ξέρουμε αν το βιβλίο του Κάτωνα έγινε «μπεστ σέλερ»· αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οι παλιοί Ρωμαίοι θα συμφωνούσαν λίγο πολύ με αυτές τις απόψεις, όχι τόσο επειδή ήταν σκληροί και απάνθρωποι αλλά μάλλον επειδή αγαπούσαν τις πρακτικές λύσεις. Αυτό το πρακτικό πνεύμα το καλλιεργούσαν από τα πρώτα κιόλας μαθητικά τους χρόνια. Ο Οράτιος, ένας πολύ σημαντικός ρωμαίος ποιητής, αφηγείται το ακόλουθο στιγμιότυπο: σε μια τάξη του δημοτικού τα παιδιά μαθαίνουν πρόσθεση και αφαίρεση· ο δάσκαλος βάζει ασκήσεις και ενθουσιάζεται όταν ακούει τις σωστές απαντήσεις. «Μπράβο, παιδιά!» λέει. «Μεθαύριο που θα μεγαλώσετε θα γίνετε σωστοί νοικοκύρηδες.» Ο Κάτωνας θα συμφωνούσε απόλυτα: Οι πρόγονοί μας δεν είχαν σε καμιά εκτίμηση την ποίηση, και όποιον ασχολούνταν μ᾽ αυτήν τον χαρακτήριζαν τσαρλατάνο και αγύρτη. Τάδε έφη ο γερο-Κάτωνας. Οι Ρωμαίοι τηρούσαν ευλαβικά τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων τους. Βαθμιαία η κοινωνία τους διαμόρφωσε ένα σύνολο αξιών και αρχών που, όπως ήθελαν να πιστεύουν οι ίδιοι, χαρακτήριζε το ρωμαϊκό έθνος από παλιά. Τέτοιες αρετές ήταν, για παράδειγμα, η σοβαρότητα της συμπεριφοράς, η κοινωνική ευπρέπεια, ο λιτός τρόπος ζωής και ο σεβασμός τόσο για την οικογένεια όσο και για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Οι Ρωμαίοι είναι οι μόνοι που διαφημίζουν τόσο επίμονα τα εθνικά τους προσόντα και οι μόνοι που χρησιμοποιούν τόσο συστηματικά τα προγονικά «ήθη και έθιμα» ως το σημαντικότερο παιδαγωγικό μέσο. Ένα καλό παράδειγμα τέτοιας αυτοδιαφήμισης μας δίνει ο Κικέρωνας, μεγάλος ρήτορας και πολιτικός: Ποιος άλλος λαός έδειξε τέτοια σοβαρότητα συμπεριφοράς, τέτοια σταθερότητα χαρακτήρα, τέτοιο ηρωισμό, τέτοια χρηστότητα ήθους, τέτοια εντιμότητα; Ποιοι διέπρεψαν τόσο σε κάθε είδος αρετής ώστε να μπορούν να συγκριθούν με τους πατεράδες μας; Φυσικά ο Κικέρωνας δεν περιμένει απάντηση ή, μάλλον, η μόνη απάντηση που περιμένει είναι: «κανείς άλλος». Αξίζει τόσο παίνεμα το σπίτι που παινεύει ο Κικέρωνας; Η αλήθεια είναι ότι ανάμεσα στις διάφορες εθνικές ομάδες που κατοικούσαν στην ιταλική χερσόνησο οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που κατάφεραν να επιβάλουν σταδιακά τη στρατιωτική και πολιτική κυριαρχία τους, να ενώσουν όλη την Ιταλία κάτω από την ηγεμονία τους και στη συνέχεια να επεκταθούν όχι μόνο σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου αλλά και σε πολλές βορειότερες περιοχές της Ευρώπης. Πώς και γιατί απέκτησε τέτοια δύναμη η μικρή και κλειστή γεωργική κοινωνία που αρχικά ήταν περιορισμένη στο Λάτιο, μια περιοχή της κεντρικής Ιταλίας που είχε για πρωτεύουσα της τη Ρώμη; Η απάντηση που θα έδιναν ο γερο-Κάτωνας, ο Κικέρωνας, αλλά και οι περισσότεροι απλοί Ρωμαίοι είναι: επειδή το ρωμαϊκό έθνος διατήρησε τις αρχές και τις αξίες των παλιών Ρωμαίων. Την ίδια απάντηση φαίνεται να δίνουν και πολλοί σύγχρονοί μας μελετητές της ρωμαϊκής ιστορίας. Και αν τόσοι πολλοί συμφωνούν, τότε ένα μέρος τουλάχιστο της αλήθειας πρέπει να βρίσκεται πράγματι σ᾽ αυτή την απάντηση.
Ο Πόπλιος Βεργίλιος Μάρων (Publius Vergilius Maro, 70 π.Χ. - 19 π.Χ.), ο οποίος αποκαλείται συνήθως Βεργίλιος, ήταν αρχαίος Ρωμαίος ποιητής της περιόδου του Οκταβιανού Αύγουστου. Το σημαντικότερο ίσως έργο του, η Αινειάδα, θεωρείται το σπουδαιότερο έπος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Βεργίλιος γεννήθηκε στο χωριό Andes (Βιρτζίλιο (Virgilio)), κοντά στην πόλη Μάντοβα της βόρειας Ιταλίας. Οι γονείς του ήταν ταπεινής καταγωγής, χωρικοί, ωστόσο φρόντισαν να λάβει την καλύτερη δυνατή μόρφωση. Μέχρι την ηλικία των δεκαέξι ετών εκπαιδεύεται στην Κρεμόνα και αργότερα στέλνεται στο Μιλάνο για ευρύτερες σπουδές. Την εποχή αυτή δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική και λατινική φιλολογία. Σε ηλικία 18 ετών βρίσκεται στη Ρώμη όπου σκόπευε αρχικά να σπουδάσει ρητορική, ιατρική και αστρονομία. Σύντομα το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στη φιλοσοφία και για τον λόγο αυτό επισκέπτεται τη Νάπολη όπου γίνεται μαθητής του επικούρειου φιλοσόφου Σείρωνα. Παράλληλα διδάσκεται και ελληνικά. Την ίδια εποχή ο Βιργίλιος ξεκινά να γράφει τα πρώτα του ποιήματα και σταδιακά αφοσιώνεται ολοένα και περισσότερο στην ποίηση. Κατά τον Μεσαίωνα ο Βιργίλιος απέκτησε στην Ευρώπη τη φήμη μάντη και το όνομα του συνδέθηκε με μαγικές πρακτικές. Από την άλλη η Αινειάδα διδασκόταν στα σχολεία ως βασικό λατινικό κείμενο και ο ίδιος ο Βιργίλιος θεωρούνταν προφήτης του χριστιανισμού , με βάση μία αναφορά του έργου του σε ένα αναμενόμενο παιδί που θα αλλάξει τον κόσμο.
Τα Γεωργικά είναι διδακτικό ποίημα του Βιργιλίου γραμμένο μεταξύ 37 π.Χ. και
30 π.Χ. στην Καμπανία της Ιταλίας σε τέσσερα βιβλία εξάμετρων . Το πρώτο βιβλίο ασχολείται με την καλλιέργεια και τον καιρό, το δεύτερο με τη δενδροκομία, κυρίως τη φροντίδα με τις ελιές και τ΄ αμπέλια, το τρίτο με την κτηνοτροφία και το τέταρτο με τη μελισσοκομία. Για την συγγραφή αυτού του ποιήματος τον είχε προτρέψει ο Μαικήνας που του φέρθηκε με πολλή γενναιότητα εξασφαλίζοντας ακόμα και την αγρέπαυλη που του παραχώρησε ο Οκταβιανός Αύγουστος. Ο ίδιος ο Οκταβιανός είχε δείξει ενδιαφέρον γιατί αντιμετώπιζε το πρόβλημα της εγκατάστασης των παλαιμάχων στη γη ώστε να τους καθησυχάσει, να διαθρέψει τις πόλεις και να διασώσει το κράτος με το αγροτικό μόχθο. Ο Βιργίλιος προσδίδει στο διδακτικό περιεχόμενο των Γεωργικών του μεγάλη ποιητική χάρη, τονίζοντας το θέμα της μάχης του ανθρώπου με τα στοιχεία της φύσης, παρέχοντας ένα είδος προσωπικής ζωής στις φυσικές διαδικασίες, δείχνοντας αγάπη στα και προσθέτοντας μυθολογικές και άλλες παραπομπές.Ομιλεί για τις ασθένειες τω ζώων και της θεραπείας τους. Περιγράφει τα κοινά κατοικίδιοι ζώα με κατανόηση και συμπάθεια. Δεν παύει να θαυμάζει την απλότητα των ενστίκτων τους, τη δύναμη των παθών τους, την τελειότητα της μορφής τους. Εξιδανικεύει την αγροτική ζωή, αλλά δεν αγνοεί τις κακουχίες και τις περιπέτειες, το καταπονητικό μόχθο, την αδιάκοπη πάλη εναντίον των εντόμων, την τυραννική αγωνία της ξηρασίας και των καταιγίδων. Παρά ταύτα, labor omnia vincit (ο μόχθος νικά τα πάντα). Ο Βιργίλιος δανείζεται από τον Ησίοδο (Έργα και Ημέραι), τον Άρατο τον Κώο, τον Κάτωνα τον πρεσβύτερo (De Agricultura), τον Ουάρρωνα (Marcus Terentius), αλλά μεταμορφώνει την τραχεία τους πεζογραφία και τις ασταθείς τους γραμμές σε λεπτότατους σμιλευμένους στίχους. Καλύπτει τους διάφορους κλάδους της γεωργίας, την ποικιλία και την περιποίηση των εδαφών, τις εποχές για την σπορά και την ωρίμανση, την καλλιέργεια της ελιάς και της αμπέλου, την κτηνοτροφία και τη μελισσοκομία. Ο Τζον Ντράιντεν που μετέφρασε μεταξύ των άλλων και τα «Γεωργικά» το θεωρεί μαζί με το De rerum natura του Λουκρητίου «το καλύτερο ποίημα του καλύτερου ποιητή».
Πηγή: http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/rome/page_002.html?prev=true
http://www.arcadians.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=87:aq&catid=84
http://gastronomion.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html
http://oxigon.blogspot.gr/2014/10/blog-post_16.html
https://ellas2.wordpress.com/2012/08/13/η-διατροφή-στη-mινωϊκή-εποχή/
http://www.econews.gr/2016/06/17/georgia-europi-ellada-130865/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Βιργίλιος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γεωργικά

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ησίοδος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Έργα_και_Ημέραι

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Storia della Grecia : La Odissea è uno dei due grandi poemi epici greci attribuiti all'opera del poeta Omero. 

Ulisse (dal latino Ulyssēs, ma anche Ulixēs) od Odisseo latinizzato in Odysseus, ma anche alla base del più comune Ulisse) è un personaggio della mitologia greca. Originario di Itaca detta la terra del sole, è uno degli eroi achei descritti e narrati da Omero nell' Iliade e nell'Odissea, l'opera letteraria che lo ha come protagonista e che da lui prende il nome. Il vero nome di Ulisse era Odisseo , nome dal significato formidabile che gli fu assegnato dal nonno Autolico , motivandolo come "odiato dai nemici" che il nonno si era procurato, da coloro che lui farà per il primato della sua mente, "futura cagione di molte invidie". Ὀδυσσεύς Odysséus deriverebbe dal verbo greco ὀδύσσομαι odýssomai, "odiare", "essere odiato", quindi significherebbe "Colui che è odiato", ma fra i possibili significati dobbiamo citare "collerico" o addirittura "il piccolo", quest'ultima definizione si adatterebbe alla sua statura, non altissima. Ulisse, epiteto datogli dai Romani e reso celebre da Livio Andronico (che significa "Ferito ad un'anca"), epiteto formato da due parole in riferimento a una ferita riportata alla coscia in una battuta di caccia al cinghiale (nelle foreste di Castalia), è la "personificazione" dell'astuzia, del coraggio, della curiosità e dell'abilità manuale. Figlio di Anticlea moglie di Laerte dal quale ereditò il regno e di Sisifo, da parte materna Ulisse è pronipote di Ermes. Sposo di Penelope e padre di Telemaco e secondo molte tradizioni di Telegono, avuto con la maga Circe. Odisseo aveva consultato un oracolo dal quale era stato ammonito che, se fosse andato a Troia, sarebbe tornato in patria solo dopo vent'anni e in condizioni di miseria. In seguito quando Agamennone, accompagnato da Menelao e Palamede, fece visita all'eroe per convocarlo in onore del solenne giuramento che aveva pronunciato sulle carni di cavallo, Odisseo architettò di giustificare la sua riluttanza alla guerra comportandosi come un pazzo. I tre uomini lo sorpresero con un cappello da contadino a forma di mezzo uovo mentre arava un campo pungolando un asino e un bue aggiogati insieme e lanciandosi alle spalle manciate di sale. Palamede, per verificare la sanità dell'uomo, strappò Telemaco bambino dalle braccia della madre e lo posò per terra davanti alle zampe delle bestie aggiogate all'aratro; Odisseo subito arretrò tirando le redini per risparmiare il figlio smascherando la sua macchinazione, e cedette ad arruolarsi nella spedizione. Re di Itaca, figlio di Laerte (anche se una tradizione lo vuole figlio di Sisifo) e di Anticlea, sposo di Penelope, padre di Telemaco, Ulisse (Odisseo) vorrebbe ritornare agli affetti familiari e alla nativa Itaca dopo dieci anni passati a Troia a causa della guerra (suo è l'espediente del cavallo di legno che permette di sbloccare la situazione), ma l'odio di un dio avverso, Poseidone, glielo impedisce. Costretto da continui incidenti e incredibili peripezie, dopo altri dieci anni, grazie anche all'aiuto della dea Atena, riuscirà a portare a compimento il proprio ritorno a casa. Nell' Iliade Ulisse non ha un ruolo molto importante, anche se il poeta non manca di sottolineare il suo valore bellico. Nel quinto libro, dopo aver assistito alla morte di Tlepolemo per mano di Sarpedonte, egli decide di non inseguire l'assassino del suo compagno, ma di attaccare gli altri guerrieri lici, uccidendo Cerano, Alastore, Cromio, Alcandro, Alio, Noemone e Pritani. In seguito Ulisse lo si vede per lo più a fianco di Diomede, ed è con lui che compie le imprese più note: nel decimo libro, i due assaltano il campo dei Traci, con Diomede che sgozza i nemici addormentati e Ulisse che gli copre le spalle: nell' undicesimo, Ulisse colpisce a morte il giovane Molione, valletto e auriga del re asiatico Timbreo, ucciso poco prima da Diomede. Egli è anche, insieme ad Agamennone, Diomede, Aiace Telamonio, Aiace Oileo, Idomeneo, Merione, Euripilo e Toante, tra coloro che si offrono di affrontare Ettore in duello. In seguito durante i giochi funebri in onore di Patroclo, Odisseo partecipa alla gara di lotta affrontando Aiace Telamonio. Ulisse riesce a tenere testa ad Aiace grazie alla sua astuzia, ma Achille ferma la gara assegnando la vittoria ad entrambi. Inoltre partecipa anche alla gara di corsa insieme ad Aiace Oileo e Antiloco ; ottiene la vittoria grazie all'aiuto di Atena.
L' Odissea è uno dei due grandi poemi epici greci attribuiti all'opera del poeta Omero. Narra delle vicende riguardanti l'eroe Odisseo (o Ulisse, con il nome latino), dopo la fine della Guerra di Troia, narrata nell'Iliade. L'Odissea è un poema diviso in 24 libri, ognuno dei quali indicato con una lettera dell'alfabeto greco minuscolo, per un totale di 12.110 esametri. Il poema è uno dei testi fondamentali della cultura classica occidentale, e viene tuttora comunemente letto in tutto il mondo sia nella versione originale che attraverso le numerose traduzioni. L'Odissea si presenta attualmente in forma scritta, mentre in origine il poema era tramandato oralmente da abili ed esperti aedi e rapsodi. Questi ultimi recitavano i versi a memoria, mentre gli Aedi, nella narrazione, si servivano di un metro regolare chiamato "esametro dattilico " o "esametro epico". Ciascuno dei 12.110 esametri del testo originale è composto da 6 piedi; ciascun piede è alternativamente un dattilo, uno spondeo ad eccezione dell'ultimo che può anche essere un trocheo. L'opera, così come l' Iliade, viene presumibilmente composta nella Ionia d'Asia intorno al IX secolo a.C., anche se alcuni autori pensano che sia nata intorno al 720 a.C. L'originale più antico dell'opera risale alla fine dell'VIII secolo a.C., ed è questo che il tiranno ateniese Pisistrato usa quando, nel VI secolo a.C., decide di uniformare e dare forma scritta ad un poema che fino ad allora si era tramandato quasi esclusivamente per forma orale. Quest'ultima forma, però, continuerà fino al III secolo d.C. in Egitto, con tutti i cambiamenti e le mutazioni inevitabili nella forma orale. L'Odissea appartiene al ciclo dei cosiddetti "poemi del ritorno", in greco nòstoi (da νόστος, ritorno). La lingua dell'Odissea mescola forme appartenenti a diversi dialetti greci. Le forme attiche sono decisamente minoritarie e si possono probabilmente spiegare come modificazioni effettuate nella redazione di Pisistrato, le forme eoliche e ioniche, invece, sono entrambe molto presenti, anche se con una predominanza delle seconde. Il dialetto ionico è tradizionalmente la lingua dell'epica, quindi le molte proposte avanzate hanno tentato di spiegare soprattutto la consistente presenza dell'eolico: quella con più seguito accademico sostiene che le forme eoliche possano essere spiegate da ragioni quasi esclusivamente metriche e poetiche. L'Odissea è ricca di formule, ovvero espressioni usate in sedi metriche fisse per esprimere un'idea essenziale, secondo la definizione di Milman Parry (gli esempi tipici potrebbero essere l'astuto Odisseo o Aurora dalle dita rosate ). Queste formule, oltre ad essere poetiche, ci mostrano l'originaria natura orale dei poemi: sembra infatti che aiutassero gli aedi a comporre i loro canti improvvisandoli su richiesta dell'uditorio. L'Odissea è anche stata vista come l'archetipo del romanzo , in quanto racconta dall'inizio alla fine la vicenda scelta, senza lasciarsi troppo distrarre, per così dire, da eventi secondari e non strettamente correlati alle avventure di Odisseo. È da segnalare, infine, che la suddivisione in 24 libri non risale alla redazione di Pisistrato. Furono infatti i filologi alessandrini a suddividere i due poemi omerici in 24 capitoli e ad assegnare ad ogni capitolo una lettera dell'alfabeto greco (composto da 24 lettere, appunto) maiuscole per l' Iliade e minuscole per l'Odissea.
L'edizione pisistratea non rappresentava un canone fisso. In seguito, infatti, essa convisse con successive edizioni scritte, redatte nelle città greche di Massalia (odierna Marsiglia), Creta, Cipro, Argo, Sinope e probabilmente altre ancora. Queste edizioni erano dette "politiche" (dal greco κατά πόλεις, katà póleis) nel senso di appartenenti alle poleis, alle città, ma sono oggi andate perdute. Esisteva anche un'edizione pre-ellenistica di origine ignota, chiamata πολύστιχος (polýstichos, letteralmente "con molte linee"), e che presentava un maggior numero di versi rispetto alla versione pisistratea: gli studiosi tendono oggi a considerarla una versione "annacquata" da interventi operati da chi la tramandava oralmente. Esistevano inoltre edizioni dette "personali", nel senso che appartenevano a uomini illustri, come Antimaco di Colofone o Euripide (l'omonimo figlio del famoso drammaturgo). Sembra che anche il filosofo Aristotele avesse un'edizione personale delle opere di Omero. Di tali versioni tuttavia si sa molto poco, né è possibile ipotizzare in cosa differissero dal testo oggi noto.
Ulisse (o Odisseo, Odysseús), originario di Itaca, è uno degli eroi achei descritti e narrati da Omero nell'Iliade. Al contrario di Achille, personaggio principale dell'Iliade, che agisce secondo istinti primordiali (l'Ira in particolare), Ulisse invece (uomo dal multiforme ingegno) ricorre sovente a stratagemmi e ai suoi molteplici talenti (idea il cavallo di Troia con l'aiuto della dea Atena, è in grado di costruirsi una zattera sull'isola di Calipso e si finge mendicante a Itaca per verificare chi gli sia fedele o no, ad esempio). Quindi, mentre Achille rappresenta l'uomo che eccelle per forza fisica, dominato dall'impulsività, Ulisse rappresenta l'uomo che eccelle in astuzia e intelligenza,che agisce consciamente, riuscendo tramite le sue abilità a dominare l'ambiente circostante.
L'Odissea si svolge principalmente nel Peloponneso, nelle isole ioniche e nel
mediterraneo occidentale, ma identificare esattamente i luoghi visitati da Ulisse appare quasi impossibile, anche perché il testo offre in genere assai pochi spunti per identificare geograficamente i luoghi. Gli studiosi non sono nemmeno unanimemente concordi nell'identificare l'Itaca di Odisseo con la moderna Itaca, poiché le descrizioni geografiche e il numero di isole dell'arcipelago non corrispondono. Tradizionalmente si identifica nella Sicilia la terra dei Ciclopi e dei Lestrigoni, in una delle isole Eolie l'isola in cui Ulisse incontrò il dio Eolo, e in Corfù la terra dei Feaci, Scheria. Secondo uno studioso tedesco, il professor Armin Wolf, i Feaci erano invece ubicati in Calabria, più precisamente nei pressi di Catanzaro. Successivamente sono stati proposti molti altri luoghi, la maggior parte di questi situati nell'area mediterranea, ma alcuni studiosi sono anche arrivati ad ipotizzare che Ulisse abbia raggiunto l' Oceano Atlantico, oltre i confini rappresentati dalle cosiddette colonne d'Ercole (lo stretto di Gibilterra ), o addirittura che tutta la sua vicenda si sia svolta nel Mar Baltico. La cosiddetta "teoria dell' Omero nel Baltico ", avanzata da Felice Vinci nel 1995, farebbe riferimento a somiglianze geografiche tra i luoghi descritti da Omero e le terre del Nord Europa, come Itaca e l'isola danese di Lyø, oppure a descrizioni insensate, come per esempio gli eroi che in un clima mediterraneo non vengono mai descritti mentre sudano.
L'Odissea è lo specchio di una nuova epoca nella storia del mondo greco, un periodo di transizione dal regime monarchico, ormai privo di prestigio e potere, a quello oligarchico della polis, la città-stato in formazione. La presenza violenta ed invadente dei Proci segna il contrasto fra il potere assoluto del re e l'aristocrazia. D'altronde nella polis i nobili rivendicano il proprio ruolo politico-militare ed economico e mirano a limitare il potere del monarca. Questo poema omerico è anche testimonianza di una più stratificata e complessa struttura sociale rispetto a quella dell'Iliade: oltre agli aristocratici sono ricordati anche aedi (Femio e Demodoco), indovini (Tiresia), servi (la nutrice Euriclea e il fedele servo Eumeo), artigiani, mercanti, predoni. Il viaggio di Odisseo rappresenta inoltre la nuova epoca in cui i Greci si spingono in terre lontane e poco conosciute per avviare attività commerciali.
Lo spazio è differente rispetto all'Iliade in quanto nell'Iliade è circoscritto alla città di Troia e dintorni, mentre nell'Odissea è ambientato nell'area mediterranea in luoghi reali e fantastici. Lo spazio domestico sede degli affetti famigliari è ben presente nell' Odissea a differenza dell'Iliade. Motivo conduttore del poema è il ritorno al quale è connesso quello del viaggio in cui sono inseriti elementi meravigliosi e fantastici : esseri prodigiosi, giganti cannibali e mostri, bacchette magiche, erbe miracolose, riti per evocare i morti. Questi aspetti appartengono al patrimonio delle credenze popolari e dei saperi magici delle antiche civiltà. Il finale eroico, cioè la vendetta di Odisseo sui Proci, riafferma, come nell'Iliade, la concezione di vita dell'aristocrazia guerriera. Gli dei invece sono presentati diversamente nei due poemi omerici. Gli dei dell'Odissea infatti sono meno capricciosi di quelli dell'Iliade e più consapevoli del loro ruolo di difensori della giustizia e dei valori posti alla base del vivere civile.
Πηγή: https://it.m.wikipedia.org/wiki/Ulisse

https://it.m.wikipedia.org/wiki/Odissea

История Греции : Доисторическая Греция, «Одиссе́я» вторая после «Илиады » классическая поэма, приписываемая древнегреческому поэту Гомеру

Одиссе́й в древнегреческой мифологии царь Итаки, сын Лаэрта и Антиклеи, супруг Пенелопы, внук Автолика и отец Телемаха, прославившийся как участник Троянской войны, был умным и изворотливым оратором. Один из ключевых персонажей «Илиады », главный герой поэмы «Одиссея », повествующей о долгих годах скитаний и возвращении Одиссея на родину. Одиссей отличался не только отвагой, но и хитрым, изворотливым умом (отсюда и его прозвище «хитроумный»). Приключения Одиссея и его возвращение к верной жене Пенелопе нашли отражение в ряде произведений литературы (у Гомера, Софокла, Еврипида и др.) и искусства (рисунки на вазах, фрески в Помпеях и др.). Образ Одиссея отражает эпоху, когда ахеяне начали путешествовать по морю, корабли уходили в долгое плавание и люди теряли связь с родными. История, подобная истории Одиссея, есть и в кельтской литературе. Позднее имя Одиссея стало нарицательным, и словом «одиссея» стало обозначаться любое долгое странствие (книга « Одиссея капитана Блада», фильм «Космическая Одиссея »). Изображался зрелым бородатым мужчиной в овальной шапочке греческих моряков. Положение небесных светил, о которых упоминается в «Одиссее», дало ученым возможность назвать день, когда царь Итаки вернулся на родину после Троянской войны и десятилетних странствий. Это произошло 16 апреля 1178 г. до н.э.
«Одиссе́я» вторая после «Илиады » классическая поэма , приписываемая древнегреческому поэту Гомеру. Создана, вероятно, в VIII веке до н. э. или несколько позже. Рассказывает о приключениях мифического героя по имени Одиссей во время его возвращения на родину по окончании Троянской войны, а также о приключениях его жены Пенелопы, ожидавшей Одиссея на Итаке. Как и другое знаменитое произведение Гомера, «Илиада», «Одиссея» изобилует мифическими элементами, которых здесь даже больше (встречи с циклопом Полифемом, волшебницей Киркой, богом Эолом и т. п.). Большинство приключений в поэме описывает сам Одиссей во время пира у царя Алкиноя. Поэма, написанная гекзаметром (шестистопным дактилем), состоит из 12 110 стихов. Нынешний вид разделение на 24 песни, она приобрела в III в. до н. э., когда один из первых библиотекарей Александрийской библиотеки Зенодот Эфесский , изучив поэмы Гомера «Илиада» и «Одиссея», разделил каждую на 24 песни (рапсодии) по числу букв греческого алфавита и обозначил каждую песнь буквами греческого алфавита (заглавными «Илиаду», строчными «Одиссею»).
Несмотря на то, что сама одиссея (то есть странствия) главного героя заняли 10 лет, все события в «Одиссее» происходят в течение 40 суток. Причем главными событиями наполнено всего 9 дней. Временные рамки произведения расширяются за счет многочисленных вставных новелл. Высказывалось предположение, что в Одиссеи упоминается солнечное затмение, и это затмение 1178 года до н. э. Эта версия получила широкое распространение в прессе после того, как математик Марчело Маньяско и астроном Константино Байкузис опубликовали статью, в которой утверждали, что упоминания положений небесных тел (Меркурий, Луна, Венера, созвездия Волопас и Плеяды) указывают на ту же дату. Однако большинство учёных оспаривают даже факт того, что в Одиссеи вообще упоминается солнечное затмение. Слова «солнце небесное, вижу я, всходит страшная тень, и под ней вся земля покрывается мраком» (Песнь двадцатая, 356-357), которые интерпретируются, как сообщение о затмении, были сказаны Феоклименом в качестве предсказания скорой смерти. Никто другой из присутствующих «затмения» не видел, Феоклимен был осмеян, более того сказано, что на улице было светлее, чем в помещении, где происходил этот разговор. Питер Гайнсфорд заметил, что некоторые места из Одиссеи, которые были проинтерпретированы Маньяско и Байкузисом, как описания положения небесных светил, либо были вообще не являются таковыми, либо проинтерпретированы неверно. Кроме того нет никакого правдоподобного объяснения, как такие детали, могли сохранится в устной традиции на протяжении нескольких столетий и дойти до Гомера.
Так же, как и в «Илиаде», композиция поэмы симметрична. Начало и конец поэмы посвящены эпизодам на Итаке, а композиционный центр отдан рассказу Одиссея о его странствиях, в которых главное место занимает спуск в Аид, непосредственно перекликающийся с «Илиадой» (беседа Одиссея с душами Ахилла и Агамемнона). «Одиссея» построена на достаточно архаическом материале. Главный герой Одиссей, у этрусков Uthsta, лат. Ulixes старинная, по-видимому ещё догреческая фигура с несколько эллинизованным народной этимологией именем. В поэме использованы широко распространенные фольклорные сюжеты: сюжет о муже, который после долгих странствий возвращается на родину неузнанным и попадает на свадьбу жены. Его опознают троекратным признакам (шрам, лук, конструкция кровати). сюжет о сыне, отправляющемся на поиски отца. Почти все эпизоды странствий Одиссея имеют многочисленные сказочные параллели. Их сопоставление с родственными сказками показывает, что в поэме сказочный материал подвергся значительной переработке в рационалистическом направлении. Многие сказочные моменты сохранены лишь в рудиментарном виде. Сказка получает тенденцию превратиться в бытовую новеллу. Многие моменты, принадлежавшие в прежних вариантах развития сюжета к сверхъестественному миру, получают реалистически-описательную трактовку. Форма рассказа от первого лица, которая используется для повествований о странствиях Одиссея традиционна для этого жанра (ср. фольклор мореплавателей) и известна из египетской литературы начала 2-го тысячелетия (рассказ «потерпевшего кораблекрушение»). В рассказах, вложенных в уста Одиссея («апологах»), могли отложиться географические наблюдения ионийских мореплавателей. Но многочисленные попытки географической локализации странствий Одиссея не привели к однозначным и удовлетворительным результатам. Одиссей как персонаж и приписываемые ему странствия могли быть придуманы не одновременно: многое в «Одиссее» может являться заимствованием из сказаний о других героях, например из цикла аргонавтов, на популярность которого указывается в самой «Одиссее». Во всяком случае, в тексте поэмы остались несглаженными многочисленные следы предшествующих разработок сюжета. У исследователей распространена гипотеза Кирхгофа , что «Одиссея» является переработкой нескольких «малых эпосов» («Телемахия», «странствия», «возвращение Одиссея» и т. п.). Также правдоподобна гипотеза существования одной или нескольких «праодиссей», то есть поэм, которые содержали в себе сюжет полностью и легли в основу канонической «Одиссеи». «Унитарная» теория рассматривает поэму как целостное произведение единого автора, использовавшего различные источники. Некоторые из «унитариев» поддерживают и традиционное представление о едином авторе «Илиады» и «Одиссеи» (Гомере), считая «Одиссею» лишь более поздним произведением Гомера.
Хотя поэма героическая, в образе главного героя героические черты не главное. Они отступают на задний план по сравнению с такими качествами, как ум, хитрость, изобретательность и расчётливость. Основная черта Одиссея непреодолимое желание вернуться домой, к семье. Судя по обеим гомеровским поэмам, Одиссей подлинно эпический герой и вместе с тем то, что называют «всесторонне развитой личностью»: храбрый воин и умный военачальник, опытный разведчик, первый в кулачном бою и беге атлет, отважный мореход, искусный плотник, охотник, торговец, рачительный хозяин, сказитель. Он любящий сын, супруг и отец, но он же и любовник коварно-прекрасных нимф Кирки и Калипсо. Образ Одиссея соткан из противоречий, гипербол и гротеска. В нём на первый план выделена текучесть человеческой природы, её способность к метаморфозам в вечном поиске все новых сторон бытия. Одиссею покровительствует мудрая и воинственная Афина, а сам он подчас напоминает морского бога Протея своей способностью легко менять свой облик. На протяжении десяти лет возвращения домой он предстаёт мореплавателем, разбойником, шаманом, вызывающим души мёртвых (сцены в Аиде), жертвой кораблекрушения, нищим стариком и т. д. Чувствуется, что герой при этом как бы «раздваивается»: он искренне переживает гибель друзей, страдания, жаждет вернуться домой, но он и наслаждается игрою жизни, легко и искусно играет роли, предлагаемые ему обстоятельствами (человека по имени «Никто» в пещере Полифема, жителя Крита, обитателя острова Сира и пр.). В его личности и судьбе сплетаются неразрывно трагическое и комическое, высокие чувства (патриотизм, почтение к богам) и житейские прозаическое. Одиссей и ведет себя подчас не лучшим образом: он жадничает, откладывает себе лучший кусок на пиру, ждёт подарков даже от Полифема, проявляет жестокость к рабам, лжёт и изворачивается ради какой-нибудь выгоды. И все же общий баланс и симпатия в пользу Одиссея страдальца, патриота и неутомимого путешественника, воина, мудреца, первооткрывателя новых пространств и новых возможностей человека. Мирча Элиаде придавал мифу об Одиссее исключительное значение, что видно из его следующих слов: «Одиссей для меня первообраз не только человека современной эпохи, но и человека грядущего, поскольку он представляет собой тип гонимого странника. Его скитания это путь к Центру, в Итаку, то есть путь к себе. Он опытный мореплаватель, но судьба, а другими словами, инициатические испытания, из которых он должен выйти победителем, все время вынуждают его оттягивать возвращение к своим пенатам. Миф об Одиссее, я думаю, для нас очень важен. В каждом из нас есть что-то от Одиссея, когда мы ищем самих себя, надеемся дойти до цели и тогда уж точно вновь обрести родину, свой очаг, снова найти себя. Но, как в лабиринте, в каждых скитаниях существует риск заблудиться. Если же тебе удается выйти из лабиринта, добраться до своего очага, тогда ты становишься другим».
Поэма написана гекзаметром традиционным размером героической поэзии. Состоит из 12110 стихов. Разделена на 24 песни (позднейшими античными издателями). По-видимому, она была сложена на малоазийском побережье Греции, заселенном ионийскими племенами (нынешняя Турция ), или на одном из прилегающих островов. Вероятно, её автор был уже знаком с алфавитом, и создавал её в письменном, а не в устном виде (считают исследователи, ссылаясь на сложность её структуры). Но в ней встречаются значительные отпечатки традиционной манеры устного стихосложения, например, повторы и т. н. формульный эпический стиль, который требует употребления сложных эпитетов («быстроногий», «розовоперстая»), употребленных для метрической гладкости. Эти формулы повсеместно были в употреблении у аэдов и первых творцов письменной поэзии. Факт все же в том, что впервые гомеровские поэмы в письменном виде были опубликованы в IV в. до н. э., передаваясь до этого в устном виде. Поздние источники (Цицерон, Павсаний, Элиан и др.) упоминают, что для записи поэм при Писистрате в Афинах была создана специальная комиссия. Это было событием государственного значения. Считается, что пра-Илиады или пра-Одиссеи не было, однако перед созданием поэм существовал некий набор мифологических и героических сюжетов, песен, которые стали материалом для создателей гомеровских поэм. Кроме ранней греческой поэзии у Гомера встречаются отголоски минойской культуры, и даже связь с хеттской мифологией. Но главный материал для него микенский период. Язык «Илиады» и «Одиссеи» не соответствует ни одному региональному диалекту или какому-либо этапу развития греческого языка. По фонетическому облику язык Гомера ближе всего стоит к ионийскому диалекту, но демонстрирует множество архаических форм, которые напоминают о греческом языке микенской эпохи (известном благодаря табличкам с линеарным письмом В). Также часто встречаются флективные формы, никогда не употреблявшиеся одновременно в живом языке. Много элементов, свойственных эолийскому диалекту, происхождение которых не выяснено.
Πηγή: https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Одиссея

https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Одиссей

The Ottoman-Egyptian invasion during the Greek revolution and the greek prisoners in the white slaves markets of Egypt 1825-28

Ibrahim Pasha (1789 -1848) was the eldest son of Muhammad Ali, the Wāli and unrecognised Khedive of Egypt and Sudan. He served as a general in the Egyptian army that his father established during his reign, taking his first command of Egyptian forces when he was merely a teenager. In the final year of his life, he succeeded his still living father as ruler of Egypt and Sudan, due to the latter's ill health. His rule also extended over the other dominions that his father had brought under Egyptian rule, namely Syria, Hejaz, Morea, Thasos, and Crete. Ibrahim pre-deceased his father, dying 10 November 1848, only four months after acceding to the throne. Upon his father's death the following year, the Egyptian throne passed to Ibrahim's nephew (son of Muhammad Ali's second oldest son), Abbas. Ibrahim remains one of the most celebrated members of the Muhammad Ali dynasty, particularly for his impressive military victories, including several crushing defeats of the Ottoman Empire. Among Egyptian historians, Ibrahim, his father Muhammad Ali, and his son Ismail the Magnificent are held in far higher esteem than other rulers from the dynasty, who were largely viewed as indolent and corrupt; this is largely the result of efforts by his grandson Fuad I of Egypt to ensure the positive portrayal of his paternal ancestors in the Royal Archives that he created, which were the primary source for Egyptian history from the 1920s until the 1970s. Today, a statue of Ibrahim occupies a prominent position in Egypt's capital, Cairo.
On December 11, 1819 he made a triumphal entry into Cairo. After his return Ibrahim gave effective support to the Frenchman, Colonel Sève (Suleiman Pasha), who was employed to drill the army on the European model. Ibrahim set an example by submitting to be drilled as a recruit. In 1824, Muhammad Ali was appointed governor of the Morea (Peloponnese in Greece) by Ottoman Sultan Mahmud II. Mahmud actually required the assistance of the well-trained Egyptian army against the contemporary Greek Revolution, which his forces had been unable to quell: in 1822, the Greeks had decisively defeated an army of 30,000 men under Ibrahim's cousin, Mahmud Dramali Pasha. Ibrahim was sent to the Peloponnese with a squadron and an army of 17,000 men. The expedition sailed on July 4, 1824, but was for some months unable to do more than come and go between Rhodes and Crete. The fear of the Greek fire ships stopped his way to the Morea. When the Greek sailors mutinied from want of pay, Ibrahim was able to land at Modon on February 26, 1825. He remained in the Morea until the capitulation of October 1, 1828 was forced on him by the intervention of the Western powers. He defeated the Greeks in the open field, and though the siege of Missolonghi proved costly to his own troops and to the Ottoman forces who operated with him, he brought it to a successful termination on April 24, 1826. But he was defeated in Mani three times in a row. The Ottoman-Egyptian Invasion of Mani was a campaign during the Greek War of Independence that consisted of three battles. The Maniots fought against a combined Egyptian and Ottoman army under the command of Ibrahim Pasha of Egypt. On March 17, 1821, the Maniots declared war on the Ottoman Empire, preceding the rest of Greece in joining the revolution by about a week. The various Greek forces won a quick string of victories. However, disputes broke out amongst the leaders and anarchy ensued. The Ottomans seized this chance and called for reinforcements from Egypt. The reinforcements came under the command of Ibrahim Pasha, the son of the leader of Egypt, Muhammad Ali. With the Greeks in disarray, Ibrahim ravaged the Peloponnese and after a four months siege he captured the city of Missolonghi in April. He then went back to the Peloponnese and turned his attention in June to Mani. Ibrahim tried to enter Mani from the north-east near Almiro on June 21, 1826, but he was forced to stop at the fortifications at Vergas. His army of 7,000 men was held off by an army of 2,000 Maniots and 500 refugees from other parts of Greece. Despite Egyptian and Ottoman artillery, the outnumbered Maniots managed to hold off the Ottomans. Ibrahim sent 1,500 men to attempt a landing near Areopolis and go north to threaten the Maniot rear. This force was initially successful; however the women and old men of the area fought back and repelled them with heavy losses. When the Egyptians at Vergas heard that Theodoros Kolokotronis was advancing on their rear they retreated. In August, Ibrahim renewed the offensive and he sent a group of regular soldiers down the coast and they reached Kariopoli before they retreated. Ibrahim sent a force of 8,000 men down to Polytsaravo and on the way they destroyed a tower that was opposing them. When they reached Polytsaravo, they were faced by the Maniots in their forts. The Egyptians and the Ottomans were forced to retreat with significant losses. This was the last time Mani was invaded during the War for Independence, as Greece was liberated in 1828.
The Battle of Lerna Mills was fought on June 24, 1825 in Lerna, Greece between the Egyptian forces and Greek forces led by Captain Ioannis Makrygiannis, Demetrios Ypsilantis and Konstantinos Mavromichalis. After the Greek army fled to Karitena, Arcadia, Ibrahim's forces captured Tripolitsa, which was completely abandoned. Immediately afterwards, Ibrahim sent 5.000 soldiers to the plains of Argos in order to seize the capital Nafplion. When Ibrahim's forces reached the mills of Lerna on June 24, Captain Makrygiannis and Mavromichalis organized a resistance force containing 350 Greek soldiers. Prince Demetrios Ypsilantis and several philhellenes volunteered in the defense of the garrison. Protecting Lerna was vital since the mills contained large quantities of grain that supplied food to Nafplion. The mills of Lerna were surrounded by a stone wall that was flanked by a deep pond and a marsh. Moreover, the garrison was supported by two gunboats that were anchored a short distance from the shore. Unfortunately, the Greeks did not repair a small break in the stone wall. As a result, a small contingent of Arabs exploited this weakness in the defensive structure and attempted to create an entrance by increasing the size of the break. When the Arabs forced themselves through the break, they were prevented from regrouping once they entered the courtyard. Thirteen Arabs were killed by a charge of Greeks and philhellenes led by Makrygiannis. Ultimately, the remaining Arabs in the overall contingent were forced to flee. The Greeks, afterwards, attempted to fill in the gap in the stone wall. Despite the constant reinforcements he received, Ibrahim was aware of the fact that the Greeks were prepared to staunchly defend the Lerna Mills and he eventually retreated to the plains of Argos. From there, Ibrahim took his army to Tripolitsa, Arcadia, on June 29, 1825. The Greek guerrilla bands harassed his army, and in revenge he desolated the country and sent thousands of the inhabitants into slavery in Egypt. These measures of repression aroused great indignation in Europe and led to the intervention of the naval squadrons of the United Kingdom, the Restored Kingdom of France and Imperial Russia in the Battle of Navarino (October 20, 1827). Their victory was followed by the landing of a French expeditionary force in the so-called Morea expedition. By the terms of the capitulation of October 1, 1828, Ibrahim evacuated the country.
The Morea expedition is the name given in France to the land intervention of the French Army in the Peloponnese (medieval name, Morea) between 1828 and 1833, at the time of the Greek War of Independence. After the fall of Messolonghi, Western Europe decided to intervene in favour of revolutionary Greece. Their attitude toward the Ottoman Empire's Egyptian ally, Ibrahim Pasha, was especially critical; their primary objective was to elicit the evacuation of the occupied regions, the Peloponnese in particular. The intervention began when a Franco -Russo -British fleet was sent to the region, winning the Battle of Navarino in October 1827. In August 1828, a French expeditionary corps disembarked at Koroni in the southern Peloponnese. The soldiers were stationed on the peninsula until the evacuation of Egyptian troops in October, then taking control of the principal strongholds still held by Turkish troops. Although the bulk of the troops returned to France from the end of 1828, there was a French presence in the area until 1833.
Ibrahim Pasha used a number of pretexts to delay the evacuation: problems with food supply or transport, or unforeseen difficulties in the strongholds’ handover. The French officers had difficulties in maintaining the fighting zeal of their soldiers, who for example had become excited at the false news that an imminent march on Athens would take place. This impatience on the part of the French troops was perhaps decisive in convincing the Egyptian commander to respect his obligations. Moreover, French soldiers were beginning to suffer from autumn rains which drenched their tent camp, increasing the likelihood of fever and especially of dysentery . On September 24, Louis-Eugène Cavaignac wrote that thirty men of 400 in his company of military engineers were affected by fever. General Maison wished to be able to set up his men in the fortresses’ barracks. On September 7, Ibrahim Pasha accepted to evacuate his troops as of September 9. The agreement reached with General Maison provided that the Egyptians would leave with their arms, baggage and horses, but without any Greek slave or prisoner. As the Egyptian fleet could not evacuate the entire army in one go, supplies were authorised for the troops who remained on land; these men had just undergone a lengthy blockade. A first Egyptian division, 5,500 men and 27 ships, set sail on September 16, escorted by three ships from the joint fleet.The last Egyptian transport sailed away on October 5, taking Ibrahim Pasha. Of the 40,000 men he had brought from Egypt, he was taking back barely 20,000. A few Ottoman soldiers remained in order to hold the different strongholds of the Peloponnese. The next mission of the French troops was to “give security” to these and hand them back to independent Greece. On November 5, 1828, the last “non-Greeks” (Muslims generally) left the Morea. 2,500 Turks and their families were placed aboard French vessels headed for Smyrna.
During the Greek War of Independence, Ottoman Egyptian troops under the leadership of Ibrahim Pasha of Egypt ravaged the island of Crete and the Greek countryside of the Morea where the Muslim Egyptian soldiers enslaved vast numbers of Christian Greek children and women. Ibrahim arranged for the enslaved Greek children to be forcefully converted to Islam en masse.The enslaved Greeks were subsequently transferred to Egypt where they were sold as slaves. Several decades later in 1843, the English traveler and writer Sir John Gardner Wilkinson described the state of enslaved Greeks who had converted to Islam in Egypt: White Slaves In Egypt there are white slaves and slaves of colour. [...] There are [for example] some Greeks who were taken in the War of Independence. […] In Egypt, the officers of rank are for the most part enfranchised slaves. I have seen in the bazars of Cairo Greek slaves who had been torn from their country, at the time it was about to obtain its liberty; I have seen them afterwards holding nearly all the most important civil and military grades; and one might be almost tempted to think that their servitude was not a misfortune, if one could forget the grief of their parents on seeing them carried off, at a time when they hoped to bequeath to them a religion free from persecution, and a regenerated country. (Sir John Gardner Wilkinson, 1843).
Much attention and condemnation has been directed towards the tragedy of the African slave trade, which took place between the 16th and the 19 th centuries. However, another equally despicable trade in humans was taking place around the same time in the Mediterranean. It is estimated that up to 1.25 million Europeans were enslaved by the so-called Barbary corsairs, and their lives were just as pitiful as their African counterparts. They have come to be known as the white slaves of Barbary. Slavery is one of the oldest trades known to man. We can first find records of the slave trade dating back to The Code of Hammurabi in Babylon in the 18th century BCE. People from virtually every major culture, civilization, and religious background have made slaves of their own and enslaved other peoples. However, comparatively little attention has been given to the prolific slave trade that was carried out by pirates, or corsairs, along the Barbary coast, in Morocco, Algeria, Tunisia, and Libya, beginning around 1600 AD. Anyone travelling in the Mediterranean at the time faced the real prospect of being captured by the Corsairs and taken to Barbary Coast cities and being sold as slaves. However, not content with attacking ships and sailors, the corsairs also sometimes raided coastal settlements in Italy, France, Spain, Portugal, England, Ireland, and even as far away as the Netherlands and Iceland. They landed on unguarded beaches, and crept up on villages in the dark to capture their victims. Almost all the inhabitants of the village of Baltimore, in Ireland, were taken in this way in 1631. As a result of this threat, numerous coastal towns in the Mediterranean were almost completely abandoned by their inhabitants until the 19 th century. Around 1600 AD, European pirates brought advanced sailing and shipbuilding techniques to the Barbary Coast, which enabled the corsairs to extend their activities into the Atlantic Ocean, and the impact of Barbary raids peaked in the early to mid-17th century. In comments which may stoke controversy, Davis claims that white slavery had been minimised or ignored because academics preferred to treat Europeans as evil colonialists rather than as victims. The slaves captured by the Barbary pirates faced a grim future. Many died on the ships during the long voyage back to North Africa due to disease or lack of food and water. Those who survived were taken to slave markets where they would stand for hours while buyers inspected them before they were sold at auction. After purchase, slaves would be put to work in various ways. Men were usually assigned to hard manual labour, such as working in quarries or heavy construction, while women were used for housework or in sexual servitude. At night the slaves were put into prisons called 'bagnios' that were often hot and overcrowded. However, by far the worst fate for a Barbary slave was being assigned to man the oars of galleys. Rowers were shackled where they sat, and never allowed to leave. Sleeping, eating, defecation and urination took place at the seat. Overseers would crack the whip over the bare backs of any slaves considered not to be working hard enough.
Ibrahim Pasha of Egypt (1789 -1848), a 19th-century general of Egypt . He is better known as the (adopted) son of the Albanian Muhammad Ali of Egypt. Ibrahim was born in the town of Drama, in the Ottoman province of Rumelia currently located in greek Macedonia to a Greek Christian woman and a man named Tourmatzis.
Raghib Pasha (1819-1884), was Prime Minister of Egypt. He was of Greek ancestry and was born in Greece on 18 August 1819 on either the island of Chios following the great Massacre or Candia Crete. After being kidnapped to Anatolia he was brought to Egypt as a slave by Ibrahim Pasha in 1830 and converted to Islam. Raghib Pasha ultimately rose to levels of importance serving as Minister of Finance (1858-1860), then Minister of War (1860-1861). He became Inspector for the Maritime Provinces in 1862, and later Assistant to viceroy Isma'il Pasha (1863-1865). He was granted the title of beylerbey and then appointed President of the Privy council in 1868. He was appointed President of the Chamber of Deputies (1866-1867), then Minister of Interior in 1867, then Minister of Agriculture and Trade in 1875. Isma'il Ragheb became Prime Minister of Egypt in 1882.
Πηγή: https://en.m.wikipedia.org/wiki/Morea_expedition

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Ibrahim_Pasha_of_Egypt

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Ottoman–Egyptian_invasion_of_Mani

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Battle_of_the_Lerna_Mills

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Greek_Muslims

http://www.ancient-origins.net/ancient-places-africa/white-slaves-barbary-002171


Σάββατο 20 Μαΐου 2017

Το αρβανίτικο λεξιλόγιο των Ελλήνων της Νεότερης Ελλάδος, η ετυμολογία των λέξεων και τα παραδοσιακά τραγούδια

Οι Αρβανίτες είναι δίγλωσσοι. Εκτός από ελληνικά μιλούν και αρβανίτικα. Τα αρβανίτικα της περιοχής, όπως και της υπόλοιπης Ελλάδας, είναι παρακλάδι αρχαϊκής αλβανικής τόσκικης εμπλουτισμένο με μεγάλο αριθμό ελληνικών λέξεων. Για ένα γλωσσάρι της αρβανίτικης βλ. το βοηθητικό κατάλογο του λήμματος. Γενικά, παρ’ όλη τη γλωσσική απαξίωση, την περιορισμένη ιδεολογική αυτοεκτίμηση για τη γλώσσα και την ελάχιστη πίεση από το κράτος, τα αρβανίτικα αλλού έχουν εξαφανισθεί, αλλού έχουν επιβιώσει. Πάντως στη Βοιωτία σήμερα όλοι θεωρούν καλό να γνωρίζουν μια γλώσσα την οποία δε μιλούν άλλοι, έστω και ελάχιστα χρήσιμη. Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι στα ορεινά αρβανιτοχώρια η αρβανίτικη γλώσσα, σε αντίθεση με άλλες περιοχές, είναι πολύ ζωντανή και κατανοητή και από τα μικρά παιδιά, ενώ χρησιμοποιείται συχνά στο δρόμο και στα καφενεία. Μέχρι σήμερα πολλοί γύρω στα 40 συνεννοούνται άνετα στα αρβανίτικα, ενώ και νεότεροι, 20-30 ετών, την κατανοούν. Αυτό εξηγείται γιατί τα ορεινά αρβανιτοχώρια του Ελικώνα είναι απομονωμένα και απόλυτα ενδογαμικά. Έτσι οι γλωσσικές απώλειες είναι πολύ μικρές. Αυτό δε σημαίνει ότι οι Αρβανίτες των χωριών αυτών δεν κάνουν άνετη χρήση της ελληνικής. Για παράδειγμα, πέρα από την καθομιλουμένη ελληνική, εκτός από τα αρβανίτικα, τραγουδούν και ελληνικά τραγούδια. Τα αρβανίτικα τραγούδια όμως χαρακτηρίζονται από την ιδιομορφία του επτασύλλαβου στίχου που εναλλάσσεται με οκτασύλλαβο, ενώ τα ελληνικά είναι σε δεκαπεντασύλλαβο. Η ταυτότητα των Αρβανιτών είναι ισχυρή ακόμα και σήμερα στα ορεινά χωριά αλλά και στα πεδινά, έστω κι αν οι Αρβανίτες αυτοί δεν έχουν πλέον καλή ή ικανοποιητική γνώση της αρβανίτικης γλώσσας. Το φαινόμενο αυτό έχει παρατηρηθεί και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας με αυτή την ομάδα (π.χ. πεδινή Αττική, Κερατέα, Καλύβια, Σπάτα). Επίσης σε επίπεδο συμπεριφορών οι Αρβανίτες ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους κατοίκους της Βοιωτίας. Και αν δεν μπορούμε να μιλάμε για στερεότυπα, αξίζει τον κόπο να παρουσιάσουμε πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιοι τους εαυτούς τους σε μια ανθρωπολογική emic προσέγγιση (αυτοαναφορά). Συσχετίζοντας πάντα την εθνοτική ομάδα τους με τους αρχαίους Δωριείς, στο βαθμό που έχουν επηρεαστεί από τα δημοσιεύματα του Μπίρη, αναφέρουν ως χαρακτηριστικά της ομάδας τους: τη σκληρότητα, τον αγέλαστο χαρακτήρα (δωρικό ύφος), τον πατριωτισμό, τη συντηρητική ψυχοσύνθεση (πίστη στα πατροπαράδοτα), ότι είναι μισόξενοι, το σεβασμό προς τους γέροντες, τη λιτότητα κ.λπ. Από άποψη ιδιαίτερων συμπεριφορών: την μπέσα (λόγος), την εκδίκηση του αίματος, την πίστη στη βλαμιά (αδελφοποιία), τη ζωοκλοπή και τις απαγωγές γυναικών.
Τα αρβανίτικα έχουν δεχτεί επιρροές σε όλα τα γλωσσικά επίπεδα από διαφορετικές ιστορικές γλώσσες, νεκρές και ζώσες, όπως τα ελληνικά και τα λατινικά, αλλά κυρίως από ποικίλες ελληνικές διαλέκτους διαφόρων περιοχών και εποχών. Αρχαϊκά στοιχεία που έχουν εκλείψει σε άλλες γλώσσες διατηρούνται στα Αρβανίτικα, γεγονός που τα καθιστά μια πολύτιμη πηγή για τους γλωσσολόγους. Αυτές οι επιρροές αποδεικνύουν επίσης τα κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία διαβίωσαν οι ομιλητές τους, οι Αρβανίτες, στο πέρασμα των αιώνων. Η ονομασία είναι προσαρμογή του παλαιότερου arbërisht στα ελληνικά. Η ονομασία της γλώσσας ως "αρβανίτικα" έχει πλέον καθιερωθεί και στις ίδιες τις γλωσσικές κοινότητες ως arvanite, όχι όμως σε όλες, καθώς σε αρκετές αρβανιτόφωνες κοινότητες, ειδικά μάλιστα στη Βορειοανατολική Πελοπόννησο, χρησιμοποιείται ο όρος arbërisht. Στο Κυριάκι Βοιωτίας χρησιμοποιείται ο όρος arvanite από τους σύγχρονους ομιλητές της γλώσσας, αναφέρεται όμως ότι οι παλιότερες γενιές χρησιμοποιούσαν τον παλιότερο όρο arbërisht. Στην Άνδρο χρησιμοποιείτο και ο όρος arbërishtiqë. Αντίθετα, οι αλβανόφωνοι ομιλητές της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκηςπου προαναφέραμε προσδιορίζουν τη γλώσσα τους με τον νεότερο όρο shqip, ο οποίος χρονολογείται από τον 16ο αιώνα και είναι άγνωστος στους αρβανιτόφωνους της νότιας Ελλάδας. Συστηματική κατάταξη των διαλέκτων της αρβανίτικης γλώσσας έκανε ο Γερμανός γλωσσολόγος Καθηγ. Hans-Jürgen Sasse στη μονογραφία Arvanitika. Die albanischen Sprachreste in Griechenland. Όσο αφορά στην δυνατότητα κατανόησης των Αρβανιτών με τους Αλβανούς της Αλβανίας, οι εκτιμήσεις διαφέρουν. Σύμφωνα με τον Peter Trudgill η συνεννόηση είναι εύκολη, ενώ σύμφωνα με το Ethnologue η συνεννόηση με ομιλητές της τόσκικης διαλέκτου είναι εν μέρει δυνατή, ενώ με ομιλητές της γκέκικης διαλέκτου η συνεννόηση είναι πολύ δύσκολη. Η εκτίμηση αυτή φαίνεται να είναι και η ορθότερη. Σύμφωνα με το Ethnologue πάλι, τα αρβανίτικα ομιλούνται από 150.000 ομιλητές (εκτίμηση του 2005). Σήμερα τα αρβανίτικα συγκαταλέγονται στις απειλούμενες από εξαφάνιση γλώσσες της Ευρώπης. Η συρρίκνωσή τους επιταχύνθηκε μετά τη δεκαετία του 1970 από κοινωνικοοικονομικούς και ιδεολογικούς παράγοντες. Την συρρίκνωση της αρβανίτικης γλώσσας ευνόησε έμμεσα η πολιτική του ελληνικού κράτους, η οποία ευνοούσε τη μονογλωσσία. Παράλληλα όμως υπήρξε και υπάρχει σημαντική απροθυμία των ίδιων των αρβανιτόφωνων να μεταδώσουν τη μητρική τους γλώσσα στους απογόνους τους. Στην Αττική, ο σημαντικότερος πυρήνας αρβανιτοφωνίας σήμερα, από την άποψη του μέσου όρου ηλικίας των ομιλητών ή όσων έχουν παθητική γνώση της γλώσσας, εντοπίζεται στη Φυλή (Χασιά) και δευτερευόντως σε άλλες πόλεις και οικισμούς της δυτικής κυρίως Αττικής, όπως η Μάνδρα, τα Βίλια και ο Ασπρόπυργος. Εντούτοις, οι παθητικοί γνώστες της αρβανίτικης γλώσσας είναι πολυάριθμοι σε ολόκληρο σχεδόν τον νομό Αττικής, ακόμα και σε περιοχές που είναι πλέον τμήμα του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας, όπως τα Άνω Λιόσια, οι Αχαρνές (Μενίδι), η Βάρη, ίσως μάλιστα και η Μεταμόρφωση (Κουκουβάουνες). Τα Άνω Λιόσια πήραν το όνομά τους από τον πρώτο Ηπειρώτη (Αρβανίτη) που ήρθε και ονομαζόταν Λιόσια Πέτρου.
Η γλώσσα των ομηρικών επών χαρακτηρίζεται από σπάνια  ποικιλομορφία, η  οποία  προκύπτει  από  την  συνύπαρξη  αρχαίων  και  νεοτέρων  γλωσσικών  στοιχείων σε μια σχέση  πολύπλοκη, με  την ανάμειξη διαλεκτικών  τύπων, την  χρήση  του  δίγαμμα(F)(όχι  παντού), την  παρουσία  συνηρημένων  και  ασυναίρετων  τύπων. «Σε  καμία  άλλη   λογοτεχνική  γλώσσα  δεν  διακρίνουμε  πράγματι  τόσο  σαφώς  την  σύνδεση  ανόμοιων  στοιχείων . Σ’ αυτή  διατηρήθηκαν  όχι  μόνο  τύποι  διαφόρων  εποχών  αλλά  και  διαφόρων  διαλέκτων» παρατηρούν στην ομηρική γλωσσα. "Επί των οροπεδίων της Αλβανίας απαντώνται πλείστοι νομάδες καί ποιμένες λαοί, παρ' οίς ανευρίσκονται Ομηρικά έθη καί ήθη καί έθιμα.Εν τη Αλβανία πολλαί σκηναί της Ιλιάδος καί της Οδυσσείας αλλά καί της Αινειάδος διαδραματίζονται πολλά ολίγον αυταίς παραλάσσουσαι" (ελληνική εφημερίς της Ρουμανίας «Δεκέβαλος» 1874, αρ.2 καί 7).
Ο Μάρκος Μπότσαρης (1790 - 1823) ήταν Έλληνας στρατηγός, ήρωας της επανάστασης του 1821 και καπετάνιος των Σουλιωτών. Γεννήθηκε στο Σούλικαι ήταν ο δεύτερος γιος του Κίτσου Μπότσαρη, που ήταν μια από τις επιφανέστερες μορφές του Σουλίου. Ύστερα από την πτώση του Σουλίου, πήγε στην Κέρκυρα μαζί με άλλους Σουλιώτες όπου κατατάχτηκε ως υπαξιωματικός στο σώμα των Ηπειρωτών και Σουλιωτών που συγκρότησαν οι Γάλλοι. Το 1819ανταμώθηκε από τον Καραϊσκάκη, ο οποίος τον μύησε στη Φιλική Εταιρία. Ο Μάρκος Μπότσαρης έμεινε στην ιστορία για την ανδρεία του και τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και δίκαια θεωρείται εθνικός ήρωας. Σύμφωνα με την μελέτη, ο Πουκεβίλ γνώρισε τον Μάρκο Μπότσαρη όταν ήταν σε ηλικία 19 χρονών και ζούσε στη Κέρκυρα. Εκεί, προέτρεψε τον 19χρονο Μπότσαρη να συντάξει το Ελληνοαλβανικό λεξικό (Λεξικόν της Ρωμαικής και Αρβανιτικης Απλής). Τον νεαρό Μάρκο βοήθησαν, ο πατέρας του Κίτσος Μπότσαρης, ο θείος του Νότης Μπότσαρης και ο πεθερός του Χρηστάκης Καλογήρου. Στο χειρόγραφο του Μπότσαρη συμπεριλαμβάνεται και ένα είδος ελληνο-αλβανικής μεθόδου άνευ διδασκάλου με ελληνο-αλβανικούς διαλόγους. Είναι γραμμένο με ελληνικά γράμματα μερικά των οποίων είναι ιδιόμορφα και δυσανάγνωστα. Ο ίδιος γνώριζε λίγα γράμματα που πιθανώς είχε διδαχθεί ή από τον καλόγηρο Σαμουήλ ή στη Μονή του Προφήτου Ηλιού.
Αρβανίτικες λέξεις στα Ρωμαίικα ή αλβανικά δάνεια στη δημοτική γλώσσα του Δημήτρη Λιθοξόου. Στον πίνακα που παρουσιάζω στη συνέχεια, συγκεντρώνω 89 λέξεις που έχουν θεωρηθεί αλβανικά δάνεια στη δημοτική γλώσσα. Αρχίζω με τη συλλογή (των 64 λέξεων) του κορυφαίου γερμανού γλωσσολόγου του 19ου αιώνα Gustav Meyer, από το έργο του Neugriechische Studien (Akademie der Wissenschaften in Wien Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895). Μετά δίνω, σε χωριστές στήλες δίπλα, τις λέξεις που ετυμολογεί σαν αλβανικές ο Νικόλαος Ανδριώτης  στο Ετυμολογικό Λεξικό της κοινής νεοελληνικής (τρίτη έκδοση, Αθήνα 1983), τις αντίστοιχες  του Εμμανουήλ Κριαρά, στο Λεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας (Αθήνα 1995) και τέλος εκείνες του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής, του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1998 και ηλεκτρονική έκδοση: Πύλη για την ελληνική γλώσσα). Θεώρησα καλό να προσθέσω, μέσα σε παρένθεση, την ερμηνεία των  λέξεων και την επίσημη αλβανική γραφή, σύμφωνα με το Αλβανο-Ελληνικό λεξικό του Νίκου Γκίνη (Τίρανα 1971). Να σημειώσω, πως πρόκειται μόνο για λέξεις που βρίσκονται στα βασικά αυτά λεξικά και έχουν χαρακτηριστεί ως δάνεια από την αλβανική. Λείπουν όμως αρκετές λέξεις που υπάρχουν σε διαλέκτους της ρομέικης γλώσσας και δεν έχουν καταγραφεί, όπως: καστραβέτσι (αγγούρι), μελιγκόνι (μυρμήγκι), καναπίτσα (λυγαριά), καλικούτσα (καβάλα στην πλάτη), τάτας (πατέρας), τσουράπι (κάλτσα) και άλλες.
αλητάμπουρας: αλήτης + αλβ. berrü μπουρι, μπουρας «άντρας»;
αμπάριζα: αλβαν. ambarezë, παιδικό παιχνίδι
βάλτος: alb. bal’tε < alt. slov. blato (Γκίνης: balt/ë, λάσπη)
βάρκος: alb. vl’akε (Γκίνης: vlag/ë, -a, η υγρασία της γης)
βλάμης: αλβαν. vlam (Γκίνης: vëllam, -i, αδελφοποιτός), βλα ιμ : αδερφός μου
γερόπλιακος: alb. pl’ak (Γκίνης: plak, παλιός, γέρος) Πλιακ : Αρχαίος, γέρος, παλιός
γκιόνης: αλβαν. gjon (Γκίνης: gjon, -i)
γκιόσα: αλβαν. gjosë, η γριά γίδα
γκοριτσιά: αλβαν. goritsë (Γκίνης: gorric/ë, αγριαχλαδιά), Γκορυτσα δένδρο.
γκουντουλώ: alb. gudulis (Γκίνης: gudulis, γαργαλάω)
γούβα: αλβ. guvë «κοίλωμα», πρβ. βλάχ. guva (Γκίνης: guv/ë, -a, η σπηλιά, η κουφάλα, το βαθούλωμ
δούσκος: alb. dušk (Γκίνης: dush/k, -ku, η βελανιδιά)
ζουλάπι: αλβαν. zullap (Γκίνης: zullap, -i, το αγρίμι)
ζουπώ: žup
ζούτσα: alb. zutsε, κατακάθι υγρού
καλαμπόκι: αλβαν. kalambok (Γκίνης: kallamboq, -i) Αραβόσιτος.
καλέσσα: alb. kal’šε, ξανθιά προβατίνα
καρκαλέτσος: αλβ. karkalec (Γκίνης: karkalec, -i, η ακρίδα) Καρκαλετσι.
κατσίκι: αλβαν. kec (Γκίνης: kec, -i, το κατσίκι)
κατσούπι: alb. katšup (Γκίνης: kaçup, -i, το ασκί)
κοκορέτσι: αλβαν. kokoreci (Γκίνης: kukurec, -i, το κοκορέτσι)
κοπέλα: πιθ. αλβαν. copile, κοπιλιε
κοπέλι: αλβ. kopil (Γκίνης: kopil, -i, ο υπηρέτης για βαριές δουλειές, το κοπέλι)
κριτσανίζω: alb. krεtsas
κρούτα: alb. kεrutε, προβατίνα με κέρατα
λάιου: alb: l’aj, λάγιος, ψαρός, στάχτης, γκρί.
λιάρος: alb. l’arε, παρδαλός, πολύχρωμος
λιαχούρι: alb. l’akuri, είδος υφάσματος από την Λαχωρη (Γκίνης: lahur, -i, το λαχούρι)
λουλούδι: αλβ. lule ή λατ. lilium «κρίνο» (Γκίνης: lul/e, το λουλούδι)
λούμπα: αλβ. luba «λάκκος»
λούτσα: alb. l’utsε, μούσκεμα (Γκίνης: lucë-a, μούσκεμα)
μάγκας: αλβ. mangë < τουρκ. manga (Γκίνης: mang/ë , -a, ο μάγκας)
μαγούλα: alb. magul’ε, ο λόφος
μαρκαλίζω: αλβαν. marrkal, βατεύω, ζευγαρώνω, αναπαραγω, ερωτοτροπω
μαρμάγκα: αλβ. merimangë (Γκίνης: merimang/ë, η αράχνη)
μελίγκρα: αρχ. μελίκηρα, πρβ. αλβ. milingre, έντομο που πίνει το ζουμί φυτών.
μούρσια: alb. mor (Γκίνης: morr, -i, n ψείρα)
μπάκα: αλβ. baka «η κοιλιά» (Γκίνης: bar/k, -u, η κοιλιά)
μπάλιος: alb. bal’oš, άσπρος, αλλά και παρδαλός
μπαμπέσης: αλβαν. pabesë, άπιστος (Γκίνης: pabës/ë), πακ μπέσα : λίγη πίστη.
μπας: alb. mbase, μήπως (Γκίνης: mbase, ίσως, πιθανόν)
μπάστο: alb. bašto, μπάσταρδος
μπέσα: αλβαν. besa (Γκίνης: bes/ë, -a, ο λόγος τιμής), μπέσα : πίστη, τιμή.
μπλετσώνω: alb. blεndzε, χορταίνω
μπλιούρι: alb. mbl’on, γεμάτο
μποκρίλες: alb. bokεri, άγονοι τόποι
μπομπότα: αλβ. bobot ; αλεύρι από αραβόσιτο.
μπουλούκι: αλβ. buluk < τουρκ. bölük «στρατιωτικό απόσπασμα»
μπούμπα: alb. bubε, μπούμπουρας, μπούρμπουλας (Γκίνης: bubë  -a , το ζωύφιο)
μπουσουλώ: αλβ. bishulla «με τα τέσσερα» ή βλάχ. bušulunda «αρκουδίζοντας»
μπουχαρί: alb. buhar, καμινάδα
ντρόμιζες: alb. dromtsε, είδος ζυμαρικού
πάι: alb. pal’e (Γκίνης: pal/ë, -a, η δίπλα, η πιέτα,)
παραδάγγαλο: alb. dange, βουβώνας
πέτα: alb. petε, είδος ζυμαρικού
πίπιζα: αλβαν. pipëza (Γκίνης: pipëz -a, τσαμπούνα)
πλιάτσικο: αλβαν. plaçkë (Γκίνης: plaçkit, λαφυραγωγώ)
προυτσαλίζω: pertsel’is (Γκίνης: përcëlloj, καψαλίζω)
ρέπιτα: alb. rεpitε, απόκρημνα μέρη (Γκίνης: rreptë, τραχύς)
σβέρκος: αλβαν. zverk (Γκίνης: zver/k, -ku, ο σβέρκος)
σέγκι: alb. šeng (Γκίνης: shenj/ë, -a, το σημάδι, ο στόχος)
σελίπα: alb. sεlibε, βραχνάς
σιάρκα: alb. šarkε, (Γκίνης: shar/k, -u, η φλοκάτα, η κάπα των βοσκών)
σιγκούνι: αλβαν. shegun (Γκίνης: shegun/e, -ja, η σεγκούνα, το σιγκούνι, γυναικείο πανωφόρι)
σιουμαλίζω: alb. šumε (Γκίνης: shum/ë, -a, το άθροισμα)
σιούτους: alb. šut, χωρίς κέρατα
σκόπι: alb. škop (Γκίνης: shkop, -i, το ραβδί, η μαγκούρα)
σκούμπα: alb. škumbε, το πρωτοράκι
σκουρτίζω: alb. škurtε
σκραπατώ: alb. škrep (Γκίνης: shkrep, ανάβω, σπινθηρίζω)
σκρούμος: alb. škrump, λειχήνας ή καμένο μαλλί
σόκος: alb. šok, παλληκαράς
σπέρα: alb. špetε, μεγάλη τρύπα (Γκίνης: shpell/ë, η σπηλιά)
σπρούζα: alb. špuzε (Γκίνης: prush, -i, η αθρακιά, η θράκα)
στόκη: alb. štok, άνθη κουφοξυλιάς
τάτσι μίτσι κότσι: ίσως < αλβ. αντίστοιχα των Tάσος, Mήτσος, Kώτσος
τρίλιζα: ιταλ. triglia, μέσω της αλβανικής, παιδικό παιχνίδι
τσιάπος: alb. tsjap (Γκίνης: cjap, -i, ο τράγος)
τσιούμα: alb. tšumε, πέτρινο γουδί
τσίφτης: αλβ. qift «γεράκι» (Γκίνης: qift, -i, τσίφτης, ψαλιδάρης)
τσόρα: alb. džore, γκλίτσα
τσουνί: αλβαν. tşuni, το τσουτσούνι, από «το αγόρι» (Γκίνης: çun, -i, το αγόρι)
τσούπρα & τσούπα: αλβαν. çupëri  (Γκίνης: çup/ë, -a, η κοπέλλα, το κορίτσι)
φάρα: αλβαν. fara, η γενιά (Γκίνης: farë far/ë, -a, ο σπόρος), φατρία : οικογένεια.
φέρμελη: αλβ. fermelé, κεντητό γιλέκο
φλετουράω: alb. fluturon (flutur/oj, πετώ)
φλογέρα: αλβαν. flojerë
φρουμανίζω: alb. frümε, ρουθουνίζω (Γκίνης: frym/ë, η ανάσα)
χουμπώνω: alb. hump, χώνω
Τα αρβανίτικα τραγούδια έχουν ομοιότητες με την Αλβανική και την Ηπειρώτικη μουσική. Ένα από αυτά με την απόδοσή του είναι και αυτό το οποίο είναι γραμμένο για μια νεαρή κοπέλα με μακριά μαλλιά:
Μωρ κοτσίδε δρακολέ : Μωρή, κοτσίδα που μοιάζεις με δρακολιά,
βετ'μ στρώ, βετ'μ φλιέ : μόνη σου στρώνεις, μόνη σου κοιμάσαι
Μωρ κοτσίδε ντρέδουρ' : Μωρή στριφτοκοτσίδω
σουμ' τ' καμ μπλιέδουρ' : πολλά σου έχω μαζεμένα
Ντο τα πρες κοτσίδε τ' : Θα στις κόψω τις κοτσίδες
ντο τα βερβιτ ντε σκιντετ : και στα σκίνα θα της ρίξω
Ντο τα πρες κοτσίδε τ' γκλιάτ' : Θα στις κόψω τις κοτσίδες τις μακριές,
πω τσε τ'ρμπεμ γκα ιτ τατ' : μόνο φοβάμαι τον πατέρα σου.
Τα αρβανίτικα Κάλαντα Πρωτοχρονιας (οι Αρβανίτες ήταν πιστοί χριστιανοί ορθόδοξοι) όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες της περιοχής τους.
Σίν Βασίλη βγιέν, : Ο Άγιος Βασίλης έρχεται,
μπόρα η πιλκιέν. : το χιόνι του αρέσει.
Βγιέν μ΄ντα νε μές ε νάτες, : Έρχεται μέσα στη μέση της νύχτας,
δεμάτ τε κα γιάπιν. : δώρα να μας δώσει.
Σίν Βασίλη βγιέν, : Ο Άγιος Βασίλης έρχεται,
Γενάρη ντίχετ. : ο Γενάρης προβάλει.
Ζόνιεν περιμένιμ, : Την κυρά περιμένουμε,
τσί βγιέν σίπερ πάρ, : που έρχεται από τον επάνω δρόμο,
δίπλιετ γκαρκούαρ νε γκομάρ. : δίπλιες( γλυκά) φορτωμένες στο γαϊδούρι.
Παραδοσιακό αρβανίτικο τραγούδι Λιανότράγουδο της Νότιας Ελλάδας. Η Γεωργία Μητσάκη το έχει τραγουδήσει με ελληνικά λόγια με τίτλο "Σγουρέ βασιλικέ μου".
Νιε βάιζε,νιε κοπίλιε   (Ένα κορίτσι, μια κοπέλα)
-ι ντάρι ου-                     (ο δόλιος εγώ)
κετού νε γκιτόνι           (εδώ στη γειτονιά)
Αγιό μ'α μούαρ μέντιν  (Αχ Αυτή μου πήρε το μυαλό)
δε σ'βέτε νε σστεπί     (και δεν πάω σπίτι μου)
Τρεγκόβα νιε μενάτε   (Έστειλα ένα πρωινό)
νιε πλάκε νε σστεπί     (μια γριά σπίτι της)
Ι θα: "μόι βάιζα ίμε.       (Της είπε: "Γιατί βρε κορίτσι μου)
ψε νουκ μαρτόνε τι"     (δεν τον παντρεύεσαι)
Αρβανίτικο παραδοσιακό τραγούδι "Χτυπά η καμπάνα της Υπαπαντής" (Μιχαλης Μενιδιατης).
Ρά καμπα – ρα καμπάνα Υπαπαντήσα : Χτύπησε η καμπάνα της Υπαπαντής.
Μωρέ ρα καμπάνα Υπαπαντήσα : Μωρέ χτύπησε η καμπάνα της Υπαπαντής
γκρέου μόι βάιζν τ’ βέτς ν’ κλίσα. : σήκω κόρη πήγαινε στην εκκλησία.
Ρα καμπα – ρα καμπάνα ντι τρι χέρα : Χτύπησε η καμπάνα δυο τρεις φορές.
Μωρέ ρα καμπάνα ντι τρι χέρα : Μωρέ χτύπησε η καμπάνα δυο τρεις φορές
γκρεου μόι βάιζν τ’ βούρ τσεμπέρα. : σήκω κόρη βάλε το τσεμπέρι.)
Πηγή: http://kassiani.fhw.gr/boeotia/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaId=12803
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αρβανίτικη_γλώσσα
http://ellines-albanoi.blogspot.gr/2010/03/blog-post_9453.html
http://omiriki-ereuna.blogspot.gr/p/blog-page_6469.html
http://arvanitis.eu/?p=471
http://kithara.to/ss.php?id=MjE5MzY3NDQz
http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=22331
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μάρκος_Μπότσαρης
http://www.lithoksou.net/p/arbanitikes-lekseis-sta-romaiika-i-albanika-daneia-sti-dimotiki-glossa-2011
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αρβανίτες