Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2023

Έλληνας, Γραικός Ρωμαίος, Χριστιανός Ορθόδοξος : Η εθνική συνείδηση και ελληνική ταυτότητα στην Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (Βυζάντιο)

Είναι γνωστό, βέβαια, ότι αυτοί που σε σχολικά εγχειρίδια άκριτα ονομάζονται «Βυζαντινοί» αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι, δηλαδή πολίτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Και τούτο γιατί γι' αυτούς η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν καταστράφηκε με την πτώση της Ρώμης. Το διάταγμα του Καρακάλλα το 212, δια του οποίου όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας πολιτογραφήθηκαν ως Ρωμαίοι πολίτες, είχε αποφασιστική σημασία για τη «ρωμανοποίηση» του Ελληνισμού. Αλλά, ενώ οι πολίτες της νέας αυτοκρατορίας θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους, γι' αυτό και Ρωμιοί και Ρωμιοσύνη, επειδή το κράτος τους ήταν μια συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι γειτονικοί και άλλοι λαοί [Λατίνοι, Φράγκοι, Ρώσοι, Αρμένιοι, Γεωργιανοί, Χάζαροι, Εβραίοι] τους ονόμαζαν Γραικούς [Έλληνες] και Γιουνάνι, Γιαβάνι [Ίωνες]. Ενώ οι «Βυζαντινοί» καλούσαν το κράτος τους «Βασίλειον των Ρωμαίων» οι ξένοι λαοί το ονόμαζαν Γραικία ή Γιουνανιστάν ή Γιοβάν [Ιωνία].

Το όνομα «Γραικός», το οποίο κατά τον Αριστοτέλη, Απολλόδωρο, το χρονικό της Πάρου και άλλες αρχαίες πηγές είναι αρχαιότερο του «Έλληνας»,(3) χρησιμοποιούνταν περιστασιακά και από τους Βυζαντινούς για λόγους αυτογνωσίας. Τις περισσότερες όμως φορές χρησιμοποιούνταν για να δηλωθεί η παιδεία, η γλώσσα, η πολιτισμένη παράδοση. Με μερικές μόνο εξαιρέσεις, όλοι οι ξένοι λαοί χρησιμοποιούσαν τις λέξεις «Γραικοί» και «Γραικία» για να δηλώσουν τον Έλληνα και την Ελλάδα, η οποία κατ' αυτούς ταυτιζόταν με την Βαλκανική χερσόνησο και την Μικρασία. Κατά κανόνα οι μη ελληνικές πηγές αναφερόμενες στον εθνικό ελληνικό χαρακτήρα δεν κάνουν διάκριση μεταξύ αρχαίων, μη χριστιανών, και χριστιανών Ελλήνων. Η μέγιστη πλειονότητα αυτών των ίδιων των Βυζαντινών είχαν συνείδηση της αδιάσπαστης ενότητάς τους με τους αρχαίους Έλληνες, ειδωλολάτρες μεν, όπως προείπαμε, πλην όμως προγόνους. Αν και μετά τον τέταρτο αιώνα το εθνικό όνομα «Έλλην» είχε χάσει το αρχικό νόημά του και ταυτίστηκε με το «ειδωλολάτρες», το «Γραικός» και το «Ίωνας» επεβίωσαν ως εθνικά και συνώνυμα ονόματα και χρησιμοποιούνταν από τους γειτονικούς λαούς, της Δύσεως και της Ανατολής του Βορρά και του Νότου. Ο Πρίσκος, ιστορικός του 5ου μ.Χ. αιώνα, γράφει ότι καθ' ον χρόνον ήτο απεσταλμένος πρέσβυς στην Αυλή του Αττίλα συνήντησε κάποιον ενδεδυμένον Σκυθικά που μιλούσε Ελληνικά. Όταν ο Πρίσκος τον ρώτησε που είχε μάθει την ελληνική, εκείνος χαμογέλασε και είπεν: «Είμαι Γραικός εκ γενετής».

Επί του προκειμένου, το ερώτημα είναι: πώς είναι δυνατόν να ερμηνεύσει κανείς την αδιάκοπη πολιτισμική συνέχεια που διαπιστώνεται στην ιστορία του βυζαντινού πολιτισμού; Είναι η επιβίωση του λαϊκού πολιτισμού, της πολιτισμικής παραδόσεως, μία ένδειξη της αμυντικής που ενσυνειδήτως ή ασυνειδήτως υιοθέτησε ο λαός έναντι καινοτομιών καί ξενόφερτων διδαχών, μία εσκεμμένη φροντίδα για να επιζήσει η πατρογονική κληρονομιά για λόγους ταυτότητας, ή αποτέλεσμα μιας παράλογης συνήθειας; Στην ιστορία του Χριστιανισμού είναι γνωστό ότι η επαρχία ήταν μία από τις συντηρητικές κοινωνίες που αντέδρασε στη διάδοση του Χριστιανισμού που ξεκίνησε ως αστική θρησκεία. Δεν είναι διόλου παράδοξο γιατί ο ελληνικός χώρος ήταν ένας από τους πρώτους κι ένας από τους τελευταίους να δεχθεί το Χριστιανισμό. Οι απαγορευτικοί κανόνες δεν υιοθετήθηκαν για τους Κωνσταντινοπολίτες αλλά για τους Αρκάδες και τους Λάκωνες στη χώρα των οποίων τιμόταν ο Παν και εορτάζονταν τα Βοτά. Οι 10 κανόνες που αναφέρονται σε πανηγύρεις, και εορτές προχριστιανικής ελληνικής προελεύσεως έχουν αποκαλυπτική σημασία για το πολιτισμικό.κλίμα της εποχής. Η προσήλωση σε πατρογονικά ήθη και έθιμα δήλωνε την αυτογνωσία και ενίσχυε την εθνική ταυτότητα και ιδιαιτερότητα του γηγενούς πληθυσμού που συνειδητά ή ασυνείδητα διατηρούσε κληρονομικές εθνικές παραδόσεις. Η αντιπαράθεση μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού προήγε αλληλοεξάρτηση, συμβιβασμούς και αλληλοεπιδράσεις. Πολύ σωστά λοιπόν έχει λεχθεί ότι «ο Ελληνισμός καταβληθείς από το Χριστιανισμό με την σειρά του κατέκτησε τον Χριστιανισμό». Χριστιανική πίστη και ελληνική πολιτισμική κληρονομιά είχαν επιτύχει μία αρμονική διαχρονική άλληλοπεριχώρηση.
Το συμπέρασμα που συνάγεται από την προσκόλληση των βυζαντινών Ελλήνων στην πολιτισμική και πνευματική τους κληρονομιά είναι ότι το ασφαλέστερο μέσο για τη συγκράτηση και διάσωση της φυλετικής τους υποστάσεως ήταν όχι μόνο η διατήρηση της γλώσσας αλλά και η παράδοση, τα βιώματα, οι πανηγύρεις, τα ήθη και τα έθιμα του λάου. Παρά την ύπαρξη διαφόρων μειονοτήτων, ο πληθυσμός της αυτοκρατορίας ήταν ελληνικός ή εξελληνισμένος με εναργή συνείδηση της συνέχειάς του με τους αρχαίους Έλληνες της ρωμαϊκής ελληνιστικής κλασσικής και αρχαϊκής εποχής. Από τον 4ο ακόμη αιώνα ο Ελληνισμός, ως λαός και πολιτισμική παράδοση, ευρέθηκε σε κρίσιμες ιστορικές περιόδους. Χωριστά από τις συνεχείς επιδρομές βαρβαρικών φύλων, ο Ελληνισμός κινδύνευσε και από φανατισμένους χριστιανούς, συμπεριλαμβανομένων και πολλών μοναχών που βάλθηκαν να καταστρέψουν οτιδήποτε θύμιζε αρχαίο πολιτισμό.

Επικράτησαν όμως οι απόψεις του Μ. Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου, του Γρηγορίου Νύσσης, του Σωκράτη του Σχολαστικού, του Φωτίου, Ιωάννη Μαυρόπου και η εχθρότητα εναντίον των «Ελλήνων» δεν απέβη καταστρεπτική. Για δέκα περίπου αιώνες η ελληνοχριστιανική αυτοκρατορία του Βυζαντίου ευρισκόταν σε συνεχή συναγερμό και ιδιαίτερα κατά τον έβδομο αιώνα. Έθνος που αντιμετωπίζει κίνδυνο φυλετικής και πνευματικής αφομοιώσεως από άλλους λαούς, όταν υποτιμά τη γλώσσα του και την κληρονομιά του θεληματικά ή άθελά του υποσκάπτει και .καταστρέφει τις ισχυρότερες βάσεις της επιβιώσεώς του. Μήπως, λοιπόν, ενόψει των απαγορεύσεων της Πενθέκτης είναι δυνατόν να δούμε μία εσκεμμένη προσπάθεια διατηρήσεως της ελληνικής ταυτότητας και κληρονομιάς; Η πεισματική εμμονή στα αρχαία ήθη και έθιμα, σε θρησκευτικές και λατρευτικές κληρονομιές από το γεωργικό πληθυσμό της προχριστιανικής εποχής ήταν και μία ενσυνείδητη αυτοάμυνα εναντίον καινοτομιών που συν τω χρόνω εισήγαγε ο Χριστιανισμός και καλλιέργησε η Χριστιανική Εκκλησία. Η κοινωνία του Βυζαντινού κράτους ήταν κατά κανόνα συντηρητική και έβλεπε τους νεωτερισμούς ως απειλή της καθιερωμένης από αιώνων παραδόσεως. Επιπλέον δε, όπως υπαινιχθήκαμε στην αρχή, οι εν λόγω κανόνες που αναφέρονται σε πρακτικές και προσκολλήσεις σε αρχαίες κληρονομιές, επιβεβαιώνουν το γεωργικό χαρακτήρα της Βυζαντινής κοινωνίας του εβδόμου αιώνα. Είναι βέβαιο ότι όλες οι απαγορευτικές εντολές της Εκκλησίας, οι κανόνες που καταδικάζουν αρχαία ελληνικά ήθη και έθιμα δεν είχαν άμεσα αποτελέσματα.
Ώστε η επιβίωση της ελληνικής ονοματολογίας αλλά και γενικότερα της πολιτισμικής κληρονομιάς επιτεύχθηκε όχι μόνο μέσω της αυτοσυνειδησίας των Χριστιανών Ελλήνων, της μελέτης και διδασκαλίας της ελληνικής γραμματείας κατά τους μέσους αιώνες αλλά και από την επίδραση που εξάσκησε στους έξω -Λατίνους, Εβραίους, Συρίους και Άραβες. Από τους Χριστιανούς, Έλληνες και Λατίνους, διασώθηκε η αρχαία ελληνική γραμματεία και λαϊκή παράδοση διότι ο Χριστιανισμός δεν απέρριψε αλλά υιοθέτησε ό,τι καλό είχε ο αρχαίος Ελληνισμός.
Πηγή : https://pheidias.antibaro.gr/Hellas_names/Konstantelos2.html#a4
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CF%85%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%AF_%CE%88%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CF%82

Σκυλίας και Ύδνα : Οι πρώτοι βατραχάνθρωποι του αρχαίου ελληνικού πολεμικού Ναυτικού (πατέρας και κόρη)

Οι καταδρομικές επιχειρήσεις είναι το ίδιο παλιές όσο ο ίδιος ο πόλεμος- αρκεί να σκεφτεί κανείς πως στην Ιλιάδα και στον Τρωικό Κύκλο γενικότερα, Οδυσσέας και Διομήδης εμφανίζονται να αναλαμβάνουν διάφορες επικίνδυνες, παράτολμες αποστολές στα μετόπισθεν των εχθρικών γραμμών, ενώ οι Σπαρτιάτες είχαν τους επίλεκτους Σκιρίτες για «διαφορετικές» δουλειές. Παρόλα αυτά, ο τομέας που θα χαρακτηρίζαμε σήμερα ως «υποβρύχιες καταστροφές» (το αντικείμενο επίλεκτων μονάδων όπως τα ελληνικά ΟΥΚ και οι SEALs των ΗΠΑ) θεωρείται από πολλούς ως αρκετά μεταγενέστερος, και γενικότερα «σύγχρονος», καθώς στα μυαλά των «κοινών θνητών» του σήμερα φαντάζει αδιανόητο να παραμείνει κανείς για πολλή ώρα (πάνω από λίγα λεπτά κάθε φορά, για την ακρίβεια) κάτω από την επιφάνεια του νερού- πόσο μάλλον να πραγματοποιήσει κάποια αποστολή δολιοφθοράς σε ελεγχόμενη από τον εχθρό ζώνη. Οπότε και εγχειρήματα όπως αυτά του Σκυλλία και της κόρης του, Ύδνας, σε μια εποχή όπου αντί για υποβρύχια και πλοία από ατσάλι τα κύματα του Αιγαίου έσκιζαν τριήρεις, φαντάζουν σχεδόν εξωπραγματικά- και ως εκ τούτου η αναβίωσή τους, στο πλαίσιο του Αυθεντικού Μαραθωνίου Κολύμβησης, που πρόκειται να λάβει χώρα στις 4-6 Σεπτεμβρίου στο Αρτεμίσιο έχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου πως η ναυμαχία του Αρτεμισίου, τρόπον τινά, «άνοιξε τον δρόμο» για την αποφασιστική ναυμαχία της Σαλαμίνας, καθώς έδειξε στους Έλληνες πως ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τους Πέρσες στη θάλασσα.
Οι πηγές για τον Σκυλλία είναι ο Ηρόδοτος και ο Παυσανίας (ο οποίος αναφέρεται και στην κόρη του, Ύδνα). Σύμφωνα με τον «πατέρα της ιστορίας», ο Σκυλλίας από τη Σκιώνη της Χαλκιδικής ήταν ο καλύτερος δύτης της εποχής του- και κατά την εισβολή του Ξέρξη στρατολογήθηκε από τους Πέρσες, καθώς, όπως γράφει ο Ηρόδοτος, σε ναυάγιο που έγινε στα νερά του Πηλίου διέσωσε πολλά πράγματα από αυτό- αλλά, όπως φροντίζει να επισημάνει ο μεγάλος ιστορικός, κράτησε και πολλά για τον εαυτό του. Γενικότερα, ο Ηρόδοτος αφήνει να εννοηθεί πως επρόκειτο για μια κάπως «περίεργη» προσωπικότητα, καθώς, όπως σημειώνει, «διηγούνται για αυτόν τον άνθρωπο κι άλλα απίθανα, αρκετά όμως είναι αληθοφανή».

Η δράση του Σκυλλία, που του έδωσε μια θέση στην ιστορία, εντοπίζεται στο τέλος του καλοκαιριού του 479 πΧ, κατά την απόπειρα των ελληνικών συμμαχικών στρατευμάτων να σταματήσουν τον στρατό του Ξέρξη στις Θερμοπύλες, με τον ελληνικό στόλο να καλύπτει από τη θάλασσα, στα νερά της Εύβοιας. Σε ένα εγχείρημα με σκοπό την καταστροφή των ελληνικών πλοίων, που βρίσκονταν στο Αρτεμίσιο, οι Πέρσες, που είχαν ως βάση τους Αφέτες, έστειλαν μια δύναμη 200 καραβιών να κάνει τον γύρο της Εύβοιας, ώστε να φράξει τον δρόμο υποχώρησης των Ελλήνων. Εάν η κυκλωτική αυτή κίνηση πετύχαινε, τα ελληνικά πλοία θα βρίσκονταν αποκλεισμένα, και θα δέχονταν την επίθεση του αριθμητικά πολύ μεγαλύτερου περσικού στόλου, με καταστροφικά αποτελέσματα.Τα 200 περσικά πλοία ξεκίνησαν από τους Αφέτες- ωστόσο το στοιχείο του αιφνιδιασμού θα χανόταν χάρη στον Σκυλλία: Όπως γράφει ο Ηρόδοτος, ο ξακουστός δύτης φαίνεται να σχεδίαζε εδώ και καιρό να λιποτακτήσει- και βρήκε τότε την ευκαιρία να το κάνει.

Ο «πατέρας της ιστορίας» παρουσιάζει (χωρίς να κρύβει κάποιες αμφιβολίες του) αυτό που εκλαμβάνει ως κοινώς αποδεκτή άποψη: Το ότι ο Σκυλλίας βούτηξε στη θάλασσα από τους Αφέτες και «δεν βγήκε μέχρι που έφρασε στο Αρτεμίσιο, σε μια απόσταση δηλαδή σχεδόν ογδόντα στάδια». Να σημειωθεί πως το στάδιο ήταν μονάδα μέτρησης μήκους στην αρχαία Ελλάδα η οποία σε γενικές γραμμές αντιστοιχούσε στο μήκος ενός αθλητικού σταδίου - κάτι λιγότερο από 200 μέτρα (στον Ηρόδοτο το στάδιο υπολογίζεται περίπου στα 186). Αυτό σημαίνει πως, με βάση αυτή την αναφορά, ο Σκυλλίας βούτηξε και κολύμπησε 80x186= 14.880 μέτρα=περίπου 14,9 χιλιόμετρα, αναδυόμενος και καταδυόμενος, για να μη γίνει αντιληπτός- ένα ασύλληπτο εγχείρημα, για το οποίο ο Ηρόδοτος εκφράζει την έκπληξή του.

Ο Παυσανίας αναφέρεται και αυτός στον Σκυλλία στο «Ελλάδος Περιήγησις» (Φωκικά, Λοκρών Οζόλων). Όπως γράφει, στους Δελφούς υπήρχε μνημείο (ανδριάντας) στον Σκυλλία και την κόρη του, Ύδνα, το οποίο είχε στηθεί με διάταγμα της Αμφικτυονίας. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Σκυλλίας ο Σκιωναίος «είχε τη φήμη ότι καταδύεται σε μεγάλα βάθη», και είχε διδάξει και την Ύδνα, την κόρη του, να καταδύεται.
Ο Παυσανίας πάει παραπέρα από τον Ηρόδοτο - ενδεχομένως περιγράφοντας κάποια από εκείνα τα «άλλα» που ο «πατέρας της ιστορίας» χαρακτήριζε ως «απίθανα». Όπως γράφει, ο Σκυλλίας και η Ύδνα, όταν έπιασε βαρύς χειμώνας το ναυτικό του Ξέρξη κοντά στο Πήλιο, σχεδίασαν και εκτέλεσαν δολιοφθορά στον περσικό στόλο, κόβοντας άγκυρες και άλλα στηρίγματα για τα περσικά πλοία, με καταστροφικές συνέπειες για αυτά. Για αυτό το εγχείρημα, οι Αμφικτύονες τους έστησαν μνημείο- και σήμερα, 2.500 χρόνια μετά- και είναι ακριβώς αυτοί οι άθλοι που πρόκειται να αναβιώσουν οι κολυμβητές του Αυθεντικού Μαραθωνίου Κολύμβησης στις 4-6 Σεπτεμβρίου στο Αρτεμίσιο, κολυμπώντας στα νερά όπου έλαβε χώρα 2.500 χρόνια πριν η ναυμαχία και «ακολουθώντας» τον φημισμένο αρχαίο κολυμβητή.
Σε κάθε περίπτωση, ο Σκυλλίας έφτασε στο Αρτεμίσιο, όπου έδωσε τις πολύτιμες πληροφορίες στην ελληνική συμμαχική διοίκηση: Την αναχώρηση των 200 πλοίων, συν την απώλεια άλλων 400 προηγουμένως σε τρικυμία. Με βάση αυτές τις πληροφορίες οι Έλληνες αρχηγοί αποφάσισαν σε πρώτη φάση να παραμείνουν προσωρινά στη θέση τους και να αποπλεύσουν τη νύχτα, ώστε να μην τους αντιληφθούν οι Πέρσες των Αφετών, κατευθυνόμενοι προς το νότο για να χτυπήσουν τα 200 περσικά πλοία. Ωστόσο τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι, καθώς ο Θεμιστοκλής (ο μετέπειτα νικητής της Σαλαμίνας, και επικεφαλής του αθηναϊκού στόλου) κατάφερε να πείσει τους άλλους διοικητές, αξιοποιώντας τις πληροφορίες του Σκυλλία για μείωση της περσικής δύναμης κατά 600 πλοία, να επιτεθούν δοκιμαστικά κατά των Περσών προκειμένου να μετρηθούν και εκτιμηθούν οι δυνατότητες των εισβολέων στη θάλασσα και η αποδοτικότητα των ελληνικών τακτικών απέναντί τους.

Ως αποτέλεσμα, ακολούθησαν τρεις αναμετρήσεις, σε ισάριθμες ημέρες: Την πρώτη ημέρα ο ελληνικός στόλος εξήλθε και επιτέθηκε εναντίον του περσικού, εκπλήσσοντας τους εισβολείς με τον παράτολμο χαρακτήρα της επίθεσης. Η ναυμαχία κράτησε μέχρι το βράδυ: Αν και το αποτέλεσμά της δεν ήταν αποφασιστικό (χαρακτηρίζεται μάλλον αμφίρροπο), θεωρείται μάλλον τακτική επιτυχία των Ελλήνων, καθώς επέφεραν απώλειες και φάνηκε πως ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τον περσικό στόλο. Το ίδιο βράδυ, η τύχη χαμογέλασε στους Έλληνες, καθώς τα 200 περσικά πλοία που εκτελούσαν κυκλωτική κίνηση καταστράφηκαν από τρικυμία (σημειώνεται πως επρόκειτο για έναν επικίνδυνο περίπλου εν μέσω περιόδου ισχυρών ανέμων, αλλά οι Πέρσες μάλλον δεν το γνώριζαν αυτό).
Την επόμενη ημέρα οι ελληνικές δυνάμεις ενισχύθηκαν από άλλα 53 αθηναϊκά πλοία, και ανοίχτηκαν ξανά στη θάλασσα για ναυμαχία, χωρίς όμως οι Πέρσες να ανταποκρίνονται- οπότε και τα ελληνικά πολεμικά έφτασαν στους Αφέτες και πραγματοποίησαν επιδρομή, καταστρέφοντας δύναμη κιλικιακών πλοίων, χωρίς ο υπόλοιπος περσικός στόλος να προλαβαίνει να αντιδράσει. Τη νύχτα επέστρεψαν στο Αρτεμίσιο.
Ακολούθησε η τρίτη και τελευταία ημέρα της αναμέτρησης, με τους Πέρσες να αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία και να αποπλέουν με το σύνολο του στόλου τους. Ο ελληνικός στόλος ανέμενε σε διάταξη μάχης στο Αρτεμίσιο, και ακολούθησε φονική σύγκρουση, με σοβαρές απώλειες και στις δύο πλευρές, αν και θεωρείται ότι οι περσικές ήταν μεγαλύτερες. Εν τέλει η σύγκρουση ήταν αμφίρροπη, με τους δύο στόλους να επιστρέφουν στις βάσεις τους.

Από τακτικής και στρατηγικής πλευράς ο ελληνικός στόλος φαινόταν να εκπληρώνει την αμυντική αποστολή του, σταματώντας τις περσικές προσπάθειες- ωστόσο η σύγκρουση θα λάμβανε απότομα τέλος, καθώς μετά την τρίτη και τελευταία ναυμαχία έφτασε στην ελληνική δύναμη η είδηση της πτώσης των Θερμοπυλών και του θανάτου του Σπαρτιάτη βασιλιά Λεωνίδα. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε λόγος παραμονής στην περιοχή- και τα ελληνικά πλοία αποχώρησαν από το Αρτεμίσιο. Κατά τον Πλούταρχο, το μεγαλύτερο όφελος για τους Έλληνες από τη ναυμαχία ήταν η πείρα που αποκτήθηκε όσον αφορά στην αντιμετώπιση των Περσών στη θάλασσα – και θα μπορούσε να ειπωθεί πως αποτέλεσε μια «πρόβα τζενεράλε» - ένα προοίμιο για την αποφασιστική ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Μπορεί ο Ηρόδοτος, όπως προαναφέρθηκε, να κρατά κάπως σκεπτικιστική στάση απέναντι στον Σκυλλία, ωστόσο αυτό δεν αναιρεί πως τα προαναφερθέντα εγχειρήματα ήταν μοναδική περίπτωση στην αρχαία ελληνική ιστορία- ειδικά δεδομένου ότι οι καταδυτικές δραστηριότητες από τολμηρούς δύτες φαίνεται πως πάνε πολύ πίσω στην ιστορία. Σε εκτενή σχετική μελέτη (Diving in Ancient Greece During the Late Archaic and Classical Period-6th and 4th Century BC- δείτε σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Ναυτική Ελλάς» εδώ) που έχει πραγματοποιήσει η Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου, συγγραφέας και ερευνήτρια ναυτικής ιστορίας, σημειώνεται πως οι λέξεις κατάδυση και δύτης προέρχονται από το αρχαίο ρήμα «δύω», που απαντάται από τα ομηρικά έπη (ωστόσο ο ίδιος ο όρος δύτης είναι μεταγενέστερος). Οι δύτες είχαν διάφορες ονομασίες: Υπήρχαν οι «κολυμβητές ύφαλοι», ή «κολυμβητές ύφυδροι», οι «βύθιοι» και οι «υπονηχόμενοι» που εργάζονταν κάτω από την επιφάνεια, ενώ οι «επιπολάζοντες» κινούνταν πιο κοντά στην επιφάνεια. Επίσης, υπήρχαν και οι «αρνευτήρες», οι βουτηχτές, που καταδύονταν από ψηλά σημεία με το κεφάλι προς τα κάτω.

Ως επί το πλείστον, οι δύτες ήταν αλιείς και σφουγγαράδες (σπογγοθήρες), ενώ υπήρχαν και αυτοί που απασχολούνταν στη ναυτιλία, για τον έλεγχο πλοίων. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, ο Σκυλλίας και η Ύδνα μπορεί να ήταν οι πρώτοι γνωστοί, μα δεν ήταν οι μόνοι υποβρύχιοι καταστροφείς της αρχαίας ελληνικής ιστορίας: Αποσπασματικές αναφορές υπάρχουν στις εξιστορήσεις διαφόρων γεγονότων, όπως στη μάχη της Σφακτηρίας κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, όπου κολυμβητές μετέφεραν υποβρυχίως, με τη βοήθεια σκοινιών, τρόφιμα, αλλά και κατά τη μοιραία αθηναϊκή εκστρατεία στη Σικελία, όπου δύτες χρησιμοποιήθηκαν και από τους Συρακούσιους, για τοποθέτηση πασσάλων προς πρόκληση ζημιών στα αθηναϊκά πλοία, αλλά και από τους Αθηναίους, για την καταστροφή των πασσάλων. Δύτες έδρασαν και κατά κατά την πολιορκία της Τύρου από τον Μέγα Αλέξανδρο- ένα ούτως ή άλλως εξαιρετικά πολύπλοκο από τεχνολογικής και μηχανικής πλευράς εγχείρημα, που είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της εξαιρετικά καλά προστατευμένης πόλης.
Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, τα μέσα που χρησιμοποιούσαν οι δύτες του αρχαίου ελληνικού κόσμου απείχαν πάρα πολύ από οτιδήποτε μπορύμε να φανταστούμε σήμερα. Όπως αναφέρει στη μελέτη της η κ. Ιωαννίδου, τα εργαλεία δένονταν σε ειδική ζώνη ή τοποθετούνταν σε σάκο, για να είναι ελεύθερα τα χέρια, ενώ σε κάποια κείμενα αναφέρεται πως χρησιμοποιούσαν σπόγγους για να προστατέψουν τα αυτιά τους. Όσον αφορά στην παραμονή στον βυθό, ο καθοριστικός παράγοντας για αυτήν δεν ήταν άλλος από τη διάρκεια της «απνευστίας» - το πόσο μπορούσε ο δύτης να κρατά την αναπνοή του. Ο μέσος όρος της θεωρείται πως δεν υπερβαίνει τα δύο με δυόμισι λεπτά, οπότε κάπου εκεί γύρω πρέπει να ήταν και οι δυνατότητες των αρχαίων δυτών- ωστόσο υπάρχουν στην ιστορία αναφορές για επιβεβαιωμένες μεν, ασύλληπτες δε, υπερβάσεις των ορίων αυτών, όπως από τον Στάθη Χατζή, θρυλικό σφουγγαρά από τη Σύμη ο οποίος έγινε θρύλος για τις απίστευτες επιδόσεις του στα Δωδεκάνησα της Ιταλοκρατίας. Επίσης, όπως σημειώνει η κ. Ιωαννίδου, ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε κάποια «αναπνευστική συσκευή» με την οποία κάποιοι δύτες έπαιρναν αέρα ενώ ήταν σε κατάδυση.
Πηγή : https://www.google.com/amp/s/www.huffingtonpost.gr/amp/entry/skellias-kai-edna-oi-protoi-kolemvetes-eperapostaseon-tes-istorias-kai-e-paratolme-apostole-toes-enantion-ton-person_gr_5f475a23c5b697186e31190a/

Οι Αρμένιοι στο Βυζάντιο : Η αρχαία ελληνική καταγωγή της αριστοκρατίας της Αρμενίας και ο επαναπατρισμός στα ελληνικά εδάφη της βυζαντινής Μικράς Ασίας

Οι όροι Αρμένιοι και Αρμενία ήσαν σε χρήση στους γειτονικούς λαούς, ενώ οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονται με τις ονομασίες Χαΐ = Αρμένιος (Hay) – πληθ. Χαΐκ (Hayk) και Χαϊαστάν (Hayastan) =Αρμενία. Οι Αρμένιοι θα πάρουν μέρος το 480 π.Χ. στην εκστρατεία του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδος και με αυτήν την αφορμή αναφέρονται (Ζ΄ 73) και πάλι, με την πρόσθετη πληροφορία ότι είχαν την ίδια στρατιωτική εξάρτηση με τους Φρύγες, διότι ήσαν άποικοί τους: «…εόντες Φρυγών άποικοι…». Ένας άλλος αρχαίος γεωγράφος και μαθηματικός ο Εύδοξος ο Κνίδιος, στο έργο του «Γης περίοδος», αναφέρεται (μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.) στην σχέση μεταξύ Φρυγών και Αρμενίων, σύμφωνα με απόσπασμά του που παραθέτει ο Στέφανος Βυζάντιος στο σχετικό λήμμα: «…Αρμένιοι δε το μεν γένος εκ Φρυγίας και τη φωνή πολλά φρυγίζουσι…». Αξιοπερίεργη είναι η αναφορά του στην «Αρχαιολογία» (=αρχαία ιστορία), της Αρμενίας όπου καταγράφονται οι ισχυρισμοί κάποιων Θεσσαλών (Μήδιος από την Λάρισα και Κυρσίλος από τα Φάρσαλα), που συμμετείχαν στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ότι η ονομασία της προήλθε από κάποιον Θεσσαλό (ή Ρόδιο, όπως αναφέρει ο Στεφ. Βυζ.) Άρμενο, ο οποίος «…συνεστράτευσεν Ιάσονι εις την Αρμενίαν…» και από αυτόν πήρε το όνομά της η χώρα. Οι ίδιες διηγήσεις υποστηρίζουν ότι από τους συντρόφους του Άρμενου, άλλοι κατοίκησαν στην Ακιλισηνή, που μέχρι τότε κατείχαν οι Σωφηνοί και άλλοι την Συσπιρίτιδα (ή Σασπειρίτιδα) χώρα (που κατοικούσαν οι Σάσπειρες του Ηροδότου), έως την Καλαχηνή και την Αδιαβηνή, έξω από τα όρια της Αρμενίας. Επί πλέον αναφέρει και τον ισχυρισμό ότι τα ρούχα των Αρμενίων θεωρούνται επίσης Θεσσαλικής προέλευσης. Τέλος, μια άλλη αξιοπερίεργη αναφορά, είναι και η καταγραφή της παράδοσης που θέλει το όνομα του ποταμού Αράξη να προέρχεται από το παλαιότερο όνομα του Πηνειού της Θεσσαλίας, ο οποίος κατά τον Στράβωνα ονομαζόταν αρχικά Αράξης, που σημαίνει «σχίστης», επειδή διαχώρισε «…απαράξαι…» την Όσσα από τον Όλυμπο και το ρήγμα ονομάσθηκε Τέμπη. 
Επανερχόμενοι στο ζήτημα της εθνογένεσης των Αρμενίων, θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι απόψεις των ερευνητών δεν είναι ξεκαθαρισμένες, όπως ήδη τονίσαμε. Όλοι όμως συμφωνούν ότι η εμφάνιση των Πρωτο-Αρμενίων στις περιοχές δυτικά από την λίμνη Βαν, συνδέεται με την μεγάλη Φρυγική μετανάστευση από την ΝΑ Ευρώπη στην Μικρά Ασία, η οποία χρονολογείται στα τέλη περίπου του 13ου αιώνα π.Χ.. Τα φρυγικά και θρακικά φύλα που πήραν μέρος στην εισβολή, φαίνεται ότι εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Τρωάδα και στις γύρω περιοχές. Σύντομα όμως, ο κύριος όγκος των Φρυγών θα συνεχίσει προς τα ανατολικά, προκαλώντας (κατά την επικρατέστερη άποψη) ή απλώς επωφελούμενοι (κατά μία άλλη εκδοχή), από την κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Χετταίων. Ένα μεγάλο μέρος των Φρυγών θα εγκατασταθεί στην περιοχή του ποταμού Σαγγάριου, όπου αργότερα η πόλη Γόρδιον θα αναδειχθεί σε πρωτεύουσα του Φρυγικού Βασιλείου. Η περιοχή θα ονομασθεί Φρυγία.
Φαίνεται όμως ότι ένα τμήμα των εισβολέων θα συνεχίσει την πορεία προς τα ανατολικά και στα μέσα περίπου του 12ου αιώνα π.Χ. θα φθάσει στα σύνορα της Ασσυριακής επικράτειας. Αυτό προκύπτει από τα ασσυριακά Αρχεία της εποχής, από τα οποία πληροφορούμαστε ότι (γύρω στο 1160 π.Χ.) ένας μεγάλος στρατός των Μούσκι (Mushki), προερχόμενος από την κατεύθυνση της Μ. Ασίας, αφού διασχίσει τα βουνά του Ταύρου, θα καταλάβει περιοχές της Ασσυριακής επικράτειας, όπου θα εγκατασταθούν.
Οι ασσυριακές πηγές αναφέρουν συγκεκριμένα ότι οι εισβολείς κατέλαβαν τα υποτελή στους Ασσύριους βασίλεια του Άλζι (Alzi/Alshe) και Πουρουλούμζι (Purulumzi/Purukuzi), στα οποία εγκαταστάθηκαν. Το βασίλειο του Άλζι γνωρίζουμε σήμερα ότι περιελάμβανε τις εκτάσεις δυτικά της λίμνης Βαν, στην συμβολή του άνω ρου του Ευφράτη με τον παραπόταμό του Αρσανία (σημερ. Murat Su).
Πενήντα χρόνια περίπου αργότερα, το έτος 1115 π.Χ. τα ασσυριακά στρατεύματα κάτω από την διοίκηση του νέου αυτοκράτορά τους, Τιγλάθ-Φαλασάρ Ι (Tiglath-pileser 1115-1077 π.Χ.), θα νικήσουν αποφασιστικά και θα ανακόψουν την επιδρομή μιας μεγάλης στρατιάς («20.000 άνδρες», αναφέρουν τα Αρχεία) Μούσκι σε μια θέση στην κοιλάδα του άνω ρου του ποταμού Τίγρη, ΒΔ της τότε ασσυριακής πρωτεύουσας Νινευΐ και θα συλληφθούν 6.000 αιχμάλωτοι, οι οποίοι θα μεταφερθούν πιθανόν στην ΒΑ Συρία. Εικάζεται ότι η αρχαία Αρμενική ανήκε σε έναν κλάδο της Θρακικής ομάδας, αλλά λόγω των περιορισμένων γνώσεών μας για τις αρχαίες θρακικές διαλέκτους, είναι αδύνατον να καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα. Ορισμένοι ερευνητές πίστευαν μέχρι σχετικώς πρόσφατα, ότι οι «Πρωτο-Αρμένιοι» συμμετείχαν μεν στην μεγάλη ομάδα των φρυγικών και θρακικών φύλων που εισέβαλαν στα τέλη του 13ου αιώνα στην Μικρά Ασία, αλλά παρέμειναν αρχικά κάπου στην δυτική ή κεντρική Μ. Ασία και από εκεί μετακινήθηκαν προς τις ανατολικές περιοχές της Μ. Ασίας, μόνον μετά την κατάρρευση του Φρυγικού Βασιλείου που προκλήθηκε από τις επιδρομές των Κιμμερίων, το πρώτο μισό του 7ου αιώνα π.Χ.
Σήμερα, οι απόψεις για την πρώϊμη εγκατάσταση πρωτο-αρμενικών φύλων στις βορειοανατολικές περιοχές της Μ. Ασίας είναι οι επικρατέστερες και όλα τα νεώτερα στοιχεία τείνουν να ενισχύσουν αυτήν την θεωρία. Τα Πρωτο-Αρμενικά φύλα έχουν πλέον εγκατασταθεί μόνιμα στην κοιλάδα του άνω ρου του ποταμού Τίγρη, μια περιοχή που μνημονεύεται με το όνομα Σουμπρία (Shubria). Στα ΒΑ αυτού του βασιλείου τοποθετείται η χώρα της Άρμε ή Ούρμε (Arme/Urme), ενώ στα ΒΔ η χώρα Άλζι (Alzi/Alshe) και το ομώνυμο βασίλειο. Νεώτερα όμως στοιχεία και πληροφορίες, υποδεικνύουν ότι η περιοχή όπου επίσης είχαν εγκατασταθεί ήδη Πρωτο-Αρμενικά φύλα, ήσαν και οι εκτάσεις στα δυτικά αυτών των χωρών, πέρα από τις δυτικές όχθες του άνω Ευφράτη και γύρω από την πόλη Μελίντ (Melid = Μελιτηνή, σημερ. Μαλατυά-Malatya) της Καππαδοκίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου Νεο-χιττιτικού κρατιδίου. Οι κάτοικοι της περιοχής ήσαν Λούβιοι και θα συγχωνευθούν βαθμιαία με τα Πρωτο-Αρμενικά φύλα τους επόμενους αιώνες, στην διάρκεια των οποίων αυτές οι περιοχές θα αποτελέσουν τμήμα του περίφημου Βασιλείου της Ουραρτού.
Ουσιαστικά ο Αρμενικός λαός διαμορφώθηκε από την συγχώνευση των Πρωτο-Αρμενικών φύλων με τους Χουρριτο-Ουράρτιους που ήσαν εγκατεστημένοι στις περιοχές γύρω από την λίμνη Βαν. Αν προσθέσουμε σε αυτούς και τα Χιττιτο-Λουβικά φύλα των γειτονικών περιοχών (π.χ. Μελιτηνή), που απορροφήθηκαν κατά καιρούς στην περίοδο των αρχικών εγκαταστάσεων, καθώς και κάποια φρυγικά στοιχεία ακόμη παλαιότερα, τότε θα έχουμε μια πλήρη εικόνα του ανθρωπολογικού μωσαϊκού από το οποίο προέκυψε ο Αρμενικός λαός.
Μερικές φρυγικές φυλές, χρησιμοποιώντας τη Φρυγία σαν ορμητήριο, κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Καππαδοκίας εμφυτεύοντας σε αυτήν τη φρυγική γλώσσα τους. Ανάμεσα τους βρίσκονταν και οι Μούσκοι (Mushki) των Ασσυριακών πηγών. Οι Πρωτο-Αρμένιοι ήταν άλλος φρυγικός κλάδος ο οποίος εγκαταστάθηκε πέρα από την Καππαδοκία, στα ανατολικά του Ευφράτη, και αποτέλεσε τη βάση του σύγχρονου αρμενικού έθνους. Οι Πέρσες και οι άλλοι Ιρανοί αποκαλούσαν «Αρμίνα» την Αρμενία και τους Αρμένιους, το οποίο όνομα θεωρείται ότι ανήκε στους εισβάλλοντες Φρύγες (μερικοί μελετητές θεωρούν ότι οι εν λόγω Φρύγες ήταν οι Μούσκοι). Ωστόσο οι σύγχρονοι Αρμένιοι χρησιμοποιούν το εθνωνύμιο «Χαγέρ» (Hayer) του προαρμενικού πληθυσμού, δηλαδή των Ουραρντού και Χουρριτών κατοίκων της χώρας Άζζι-Χαγιάσα (Azzi-Hayassa) των χιττιτικών αρχείων. Το σύγχρονο εθνωνύμιο τους υποδεικνύει ότι ο προφρυγικός πληθυσμός διατήρησε σημαντικό ρόλο στο νέο έθνος που δημιουργήθηκε και δεν υποτάχθηκε στους νεοφερμένους Φρύγες αλλά πιθανώς ενώθηκε μαζί τους μετά από συμβιβασμό. Παρότι οι παλαϊκές, χιττιτικές, ουραρτικές και χουρριτικές διάλεκτοι των προ-φρυγικών γηγενών της Καππαδοκίας και της Αρμενίας επιβίωσαν για αρκετούς αιώνες, η νεοφερμένη φρυγική επικράτησε στις δύο χώρες – δείγμα της ζωτικότητας των μάλλον ολιγάριθμων Φρυγών. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν η στενή συγγένεια των γλωσσών των καθαυτό Φρυγών (της Μεγάλης Φρυγίας), των Καππαδόκων και των Αρμενίων της Ρωμαϊκής Περιόδου. Λόγω της ιρανικής επίδρασης, η καππαδοκική και η αρμενική γλώσσα διαχωριστήκαν σε σημαντικό βαθμό από τη «γνήσια» φρυγική της Φρυγίας, Πισιδίας και Λυκαονίας. Εντούτοις διατήρησαν τη στενή σχέση μεταξύ τους αποτελώντας ενδεχομένως απλές διαλέκτους μιας κοινής καππαδοκικής-αρμενικής γλώσσας. Η βάση της τελευταίας ήταν η αρχαία φρυγική αλλά τα ιρανικά στοιχεία ήταν πολλά, κυρίως στο λεξιλόγιο.
Κατά τον 4ο αι. π.Χ., πριν τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Μικρά Ασία ήταν μία πολυφυλετική περιοχή κατοικημένη από αρκετούς λαούς με διαφορετική καταγωγή. Η Ιωνία, η Αιολίδα, η Δωρίδα, η Τρωάδα και οι ακτές της Παμφυλίας και της Κιλικίας είχαν ελληνικό πληθυσμό. Οι Καππαδόκες της καθαυτό Καππαδοκίας και του δυτικού Πόντου μιλούσαν διάφορες «υβριδικές» φρυγικές, ιρανικές, λουβικές, χουρριτικές-ουραρτικές και παλαιοκαυκάσιες διαλέκτους, όπως και οι γειτονικοί τους Αρμένιοι, αλλά ο μικτός ιρανοφρυγικός χαρακτήρας με ένα προβάδισμα του φρυγικού στοιχείου, έτεινε να επικρατήσει και στους δύο αναφερόμενους λαούς. Έως τον 11ο αι., η μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων της Μικράς Ασίας μιλούσε την ελληνική γλώσσα ενώ οι περισσότεροι ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα και θεωρούσαν εαυτούς Έλληνες. Ωστόσο η ανατολική μικρασιατική ενδοχώρα, κυρίως η καθαυτό Καππαδοκία, η Ισαυρία και η εσωτερική Τραχεία Κιλικία, εξελληνίσθηκαν μόνο μερικώς κατά την Υστερορωμαϊκή και την Πρωτοβυζαντινή περίοδο. Κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο, σε αυτή την περιοχή η ελληνική γλώσσα ήταν πιθανώς η πιο διαδεδομένη, αλλά συνυπήρχε με άλλες. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι πως μόνο ένα μέρος του πληθυσμού της είχε ελληνική συνείδηση και ακολουθούσε την ορθόδοξη πίστη. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες και πολλοί ακολουθούσαν αιρετικά δόγματα.
Θα ήταν όμως σοβαρή παράλειψη εάν δεν προσθέταμε και τις σημαντικότατες επιδράσεις του Ιρανικού στοιχείου (Μήδοι, Πέρσες, Σκύθες, Πάρθοι κ.λ.π.) στην οριστική διαμόρφωση του Αρμενικού έθνους, όχι τόσο στο ανθρωπολογικό όσο στο πολιτιστικό και γλωσσικό επίπεδο, οι οποίες έλαβαν χώρα στην διάρκεια των αιώνων της Μηδικής και Περσικής κυριαρχίας στην Αρμενία, καθώς και της Παρθικής Δυναστείας (Αρσακίδες).
Μετά τις πρώτες μεγάλες ήττες των Βυζαντινών και τις κατακτήσεις των ανατολικών επαρχιών (Συρία, Παλαιστίνη, Μεσοποταμία, Αρμενία) από τους Άραβες από το 634 ως το 640, τα στρατεύματα των περιοχών αυτών υποχώρησαν στη Μικρά Ασία. Ο magister militum per Orientem αποσύρθηκε με τις δυνάμεις του από της περιοχές της Συρίας και της Παλαιστίνης στα εδάφη που θα αποτελούσαν αργότερα το θέμα Ανατολικών, ενώ ο magister militum per Armeniam στις περιοχές του μετέπειτα θέματος Αρμενιακών. Μετά την κατάκτηση και της Αιγύπτου από τους Άραβες το 642, μειώθηκαν αισθητά οι δυνατότητες των Βυζαντινών για αντεπίθεση και ανακατάληψη των χαμένων εδαφών και η στάθμευση των στρατευμάτων στη Μικρά Ασία άρχισε να παίρνει μόνιμη μορφή. Η εμφανής αδυναμία του βυζαντινού στρατού να επιβληθεί των Αράβων στο ανοιχτό πεδίο μάχης και να εμποδίσει την εισβολή των επιδρομέων στα μικρασιατικά εδάφη οδήγησε στο διαμερισμό των στρατιωτών μέσα στις επαρχίες όπου είχαν σταθμεύσει και στη διεξαγωγή μιας αμυντικής μορφής πολέμου που είχε ως προτεραιότητα την απόκρουση των επιδρομών και την αποτροπή απωλειών σε ανθρώπινες δυνάμεις και εδάφη. Η αναδιοργάνωση και μόνιμη εγκατάσταση των βυζαντινών δυνάμεων στα μικρασιατικά εδάφη πρέπει ως τα μέσα της δεκαετίας του 650 να έλαβε οργανωμένη μορφή. Από αυτήν προέκυψαν αρχικά τέσσερις περιοχές στρατιωτικής ευθύνης, που στη συνέχεια ονομάστηκαν θέμα Ανατολικών, θέμα Αρμενιακών, θέμα Οψικίου και θέμα Θρακησίων. Οι δυνάμεις του magister militum per Orientem αποτέλεσαν το θέμα Ανατολικών, ενώ τα στρατεύματα του magister militum per Armeniam το θέμα Αρμενιακών. Στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας στάθμευαν οι δυνάμεις των δύο magister militum Praesentalis, που αποτέλεσαν το θέμα Οψικίου, και του magister militum per Thraciem, που αποτέλεσαν το θέμα Θρακησίων. Οι μονάδες αυτές λειτουργούσαν ως ενίσχυση των δύο συνοριακών μονάδων, ενώ είχαν αναλάβει την άμυνα της Κωνσταντινούπολης και της δυτικής Μικράς Ασίας αντίστοιχα. Αρχικά ο όρος θέμα αναφερόταν στη στρατιωτική μονάδα η οποία είχε ως επικεφαλής ένα στρατηγό και είχε αναλάβει την άμυνα της περιοχής εγκατάστασής της. 
Με το πέρασμα του χρόνου, πιθανότατα προς τα τέλη του 7ου ή το αργότερο στις αρχές του 8ου αιώνα, η ονομασία αυτή πέρασε και στη στρατιωτική περιφέρεια.
Το Θέμα των Αρμενιακών ή Αρμενιάκων ήταν θέμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το οποίο βρισκόταν στα βορειοανατολικά της Μικράς Ασίας (σημερινή Τουρκία). Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα θέματα, δημιουργήθηκε με βάση στα υπολείμματα ενός από τα στρατεύματα που είχαν ηττηθεί κατά την διάρκεια των αραβικών κατακτήσεων, μια διαδικασία που πιθανολογείται ότι ολοκληρώθηκε προς τα τέλη της δεκαετίας του 640. Ο στρατός του magister militum per Armeniae, ως εκ τούτου, αποσύρθηκε από την περιοχή αυτή, η οποία έδωσε το όνομά της στο νέο αυτό θέμα, ενώ μετεγκαταστάθηκε στις περιοχές του Πόντου, της Παφλαγονίας και της Καππαδοκίας. Πρωτεύουσα του θέματος ήταν η Αμάσεια, ενώ ο στρατηγός του μοιραζόταν την πρωτοκαθεδρία των τάξεων που προέρχονταν από αυτό το αξίωμα μαζί με τους στρατηγούς των Ανατολικών και των Θρακησίων. Κατά τον 9ο αιώνα, το θέμα στρατολόγησε ένα στράτευμα 9.000 ανδρών, ενώ διέθετε αριθμό 17 φρουρίων. Το μέγεθός του και η στρατηγική του σημασία πλησίον των συνόρων με τους Άραβες, στα βορειοανατολικά της αυτοκρατορίας, κατέστησαν τον διοικητή του μια σημαντική προσωπικότητα, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις του θέματος συμμετείχαν σε αριθμό εξεγέρσεων κατά την διάρκεια του 8ου αιώνα. Ως αποτέλεσμα, διαιρέθηκε κατά τον 9ο αιώνα: οι περιοχές του Χαρσιανού και της Καππαδοκίας αποσχίστηκαν, αρχικά υπό την μορφή περιοχών κι έπειτα υπό την μορφή πλήρως αυτόνομων θεμάτων, ενώ τα θέματα της Παφλαγονίας και της Χαλδίας δημιουργήθηκαν προς το 819, με την περιοχή της Κολωνείας να τα ακολουθεί αργότερα (αρχικά υπό την ηγεσία ενός δούκα, κι έπειτα το 863 υπό αυτήν ενός στρατηγού). Το θέμα των Αρμενιακών, ως αποτέλεσμα, περιορίστηκε μονάχα στην περιοχή του Δυτικού Πόντου.
Το πρώτο σημαντικό κύμα Αρμενίων που εισήλθαν στο βυζαντινό έδαφος εξωθήθηκε εκεί από την ήττα του μεγάλου στρατιωτικού αρχηγού Βαρτάν Μαμικονιάν στη μάχη του Avarayr (γνωστή και ως μάχη του Vartanantz) το 451 και την κατοπινή υποταγή της Αρμενίας στους Σασσανίδες. Η Αρμενία στράφηκε για βοήθεια και υποστήριξη στο γείτονα προς δυσμάς, κι έτσι μέρος της αρμενικής αριστοκρατίας μετέβη στο Βυζάντιο. Μέλη της οικογένειας Μαμικονιάν, όπως και πολλοί άλλοι που ήρθαν την ίδια περίοδο, ενσωματώθηκαν στο διοικητικό και στρατιωτικό μηχανισμό, προλειαίνοντας το έδαφος για τη μεταγενέστερη λαμπρή παρουσία των Αρμενίων στην αυτοκρατορία.
Από τον 6ο αιώνα και εξής, το αρμενικό στοιχείο έγινε ιδιαίτερα ισχυρό στο Βυζάντιο. Οι Αρμένιοι, μαζί με τους Ιταλούς και τους Εβραίους, υπήρξαν η μία από τις τρεις πιο πλούσιες εμπορικές ομάδες. Κατείχαν επίσης εξέχουσα θέση στα στρατεύματα του Ιουστινιανού Α΄ και στη φρουρά των ανακτόρων του. Αυτό ίσχυε ακόμα περισσότερο την περίοδο που ακολούθησε τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Πέρση ηγεμόνα Χοσρόη Β΄ και το Βυζαντινό αυτοκράτορα Μαυρίκιο το 591, όταν σημαντικά εδάφη με αρμενικό πληθυσμό περιήλθαν υπό βυζαντινό έλεγχο. Το γεγονός αυτό ενδυνάμωσε τις προηγούμενες πολιτικές και πολιτιστικές ανταλλαγές και οδήγησε στην εισροή Αρμενίων σε βυζαντινά εδάφη, αυξάνοντας την αρμενική παρουσία στην πρωτεύουσα· εκεί ορισμένοι από τους νεοφερμένους δραστηριοποιήθηκαν στο διοικητικό μηχανισμό και στο στρατό. Επιπλέον ο Καύκασος, και συγκεκριμένα τα αρμενικά εδάφη, αποτέλεσαν την κύρια πηγή προέλευσης νέων στρατολογούμενων για το Βυζάντιο, αφότου η επαρχία του Ιλλυρικού γνώρισε την εισβολή των Αβάρων και των Σλάβων και αποκόπηκε.
Τον 7ο αιώνα το κύμα εποικισμού έγινε ακόμα μεγαλύτερο, αφότου η Αρμενία κατακτήθηκε από τους Άραβες, μεταξύ των ετών 639-642. Ένα άλλο στοιχείο που συνέβαλε στον εποικισμό ήταν η διάδοση της παυλικιανής αίρεσης στην Αρμενία, οι οπαδοί της οποίας είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους κάποια στιγμή πριν από το 662 και είχαν εγκατασταθεί στα βυζαντινά τμήματα της Μικράς Ασίας.
Ακόμα περισσότεροι εγκαταστάθηκαν περί το 790. Από όσους κατέφυγαν στο Βυζάντιο, πολλοί ανήκαν στην αριστοκρατία, έτυχαν ευνοϊκής υποδοχής από τον αυτοκράτορα και τους δόθηκε γη. Η ακριβής τοποθεσία των εδαφών που τους παραχωρήθηκαν δεν είναι γνωστή, αλλά θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα, καταλαμβάνοντας αξιώματα στην κρατική διοίκηση και το στρατό.
Οι μαζικές εγκαταστάσεις που σημάδεψαν την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο μειώθηκαν τον 9ο αιώνα, αλλά η αρμενική παρουσία στην πρωτεύουσα ήταν εντονότερη από ποτέ άλλοτε. Ο αριθμός των Βυζαντινών αυτοκρατόρων αρμενικής καταγωγής είναι εντυπωσιακά μεγάλος, κάτι που απαντάται ήδη τους Πρώιμους Βυζαντινούς χρόνους. Ωστόσο, με την ανάρρηση του Βασιλείου Α΄ και την εγκαθίδρυση της λεγόμενης Μακεδονικής δυναστείας, ένας βασιλικός οίκος αρμενικής καταγωγής κατέλαβε πρώτη φορά το θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Από το 867 έως το 1056 δεν υπήρξε ηγεμόνας στο βυζαντινό θρόνο που να μην έχει έστω εν μέρει αρμενική καταγωγή.
Αφότου ο Βασίλειος Α΄ ανέβηκε στο θρόνο, το ποσοστό των Αρμενίων στην αυτοκρατορία αυξήθηκε σημαντικά. Ο Βασίλειος κατέλαβε εδάφη στο ανατολικό τμήμα της Μικράς Ασίας, που κατοικούνταν κατά μεγάλο μέρος από Αρμενίους. Με τη βυζαντινή επίθεση κατά μήκος του ανατολικού μετώπου το έτος 927 και με την προσάρτηση των εδαφών γύρω από τη Μελιτηνή, αυτό το ποσοστό αυξήθηκε ακόμη περισσότερο. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τον 11ο αιώνα, 10-15% της βυζαντινής αριστοκρατίας ήταν αρμενικής καταγωγής. Η μάχη στο Μαντζικέρτ το 1071 και η επακόλουθη απώλεια των ανατολικών και κεντρικών τμημάτων της Μικράς Ασίας από τα σελτζουκικά στρατεύματα τερμάτισαν τον αρμενικό εποικισμό και τον κυρίαρχο ρόλο τους στα βυζαντινά πράγματα. Κατά την Κομνήνεια περίοδο (1081-1185) στις τάξεις της βυζαντινής αριστοκρατίας παρουσιάζονται λιγότεροι Αρμένιοι ευγενείς, ίσως εξαιτίας του γεγονότος ότι η αρμενική αριστοκρατία έτεινε να εγκαθιδρύσει ανεξάρτητα βασίλεια στην Κιλικία.
Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα εμφανίζονται αρμενικές περιγραφές της Κωνσταντινούπολης, γεγονός που καταδεικνύει την παρουσία Αρμενίων, έστω μόνο περιηγητών, στη βυζαντινή πρωτεύουσα. Κατά την τελευταία περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Αρμένιοι εξακολουθούσαν να ζουν στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και σε άλλα τμήματα της αυτοκρατορίας, μέχρι το τέλος της Βυζαντινής περιόδου, ακόμη και τους Οθωμανικούς χρόνους. Ωστόσο, ήταν κατά κύριο λόγο έμποροι και δε φαίνεται να διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στη διοίκηση.
Από τον 9ο αιώνα μέχρι τις σταυροφορίες, αρκετοί στρατιωτικοί διοικητές και διοικητικοί υπάλληλοι αρμενικής καταγωγής επηρέασαν την ιστορία του Βυζαντίου. Ο δρουγγάριος του πλωίμου Αλέξιος Μωσηλέ ήταν επικεφαλής του βυζαντινού στόλου στη μάχη των Πηγών εναντίον των Βουλγάρων, το έτος 922. Ο πιο γνωστός από τους Αρμένιους ευγενείς ήταν ο Mleh ή Μελιάς (θάν. 934), του οποίου τα πολεμικά κατορθώματα αποδόθηκαν αργότερα στο Διγενή Ακρίτα, τον ήρωα του ομώνυμου βυζαντινού έπους. Ο στρατηγός Ιωάννης Κουρκούας ήταν επικεφαλής των νικηφόρων βυζαντινών στρατευμάτων στη μάχη της Μελιτηνής το 934. Ο στρατηγός Βάρδας Φωκάς (καίσαρ Βάρδας) έπαιξε σημαντικό ρόλο στις μάχες για τον αυτοκρατορικό θρόνο, στα χρόνια της βασιλείας του Νικηφόρου Β΄ Φωκά, του Ιωάννη Τσιμισκή και του Βασιλείου Β΄, και αυτοαναγορεύτηκε αυτοκράτορας με την υποστήριξη των στρατευμάτων του. Ο Βάρδας Σκληρός, γόνος μιας άλλης επιφανούς αρμενικής οικογένειας, ήταν στρατηγός υπό τις διαταγές του Ιωάννη Τσιμισκή. Συνέβαλε σημαντικά στην υπεράσπιση της Κωνσταντινούπολης ενάντια στις στρατιωτικές δυνάμεις του Σβιατοσλάβου Α΄ του Κιέβου, το έτος 970, κατέπνιξε τη στάση του Βάρδα Φωκά και έφτασε κοντά στην κατάληψη του θρόνου. 
Άλλα μέλη της αρμενικής αριστοκρατίας που άφησαν το στίγμα τους στον πολιτικό και στρατιωτικό βίο του Βυζαντίου ανήκαν σε μεγάλες οικογένειες, όπως οι Βούρτζηδες, Θεοδωροκάνοι, Δαλασσηνοί, Ταρωνίτες, Τορνίκιοι, Βραχάμιοι και Κεκαυμένοι, και όλοι τους καταλάμβαναν σημαντικές θέσεις στο βυζαντινό κράτος το διάστημα ανάμεσα στον 9ο και τον 11ο αιώνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ανάμεσα στις τάξεις των στρατευμάτων του Ρωμανού Δ΄ καταγράφεται η παρουσία Αρμενίων.
Οι Αρμένιοι έπαιξαν εξέχοντα ρόλο στο θρησκευτικό βίο του Βυζαντίου. Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, αδελφή του Βάρδα Φωκά και σύζυγος του αυτοκράτορα Θεοφίλου (828-842), ήταν υπέρμαχος των εικόνων την εποχή της Εικονομαχίας και ανακηρύχθηκε στη συνέχεια αγία από την ορθόδοξη Εκκλησία. Οι Αρμένιοι είχαν τόσο καλά ενσωματωθεί στη βυζαντινή κοινωνία, ώστε πολλοί από αυτούς προσχώρησαν στην Ορθοδοξία και κατέλαβαν υψηλότατες θέσεις στην ιεραρχία της Εκκλησίας. Ο Αττικός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (406-425), ήταν αρμενικής καταγωγής, όπως εξάλλου και οι διάδοχοί του Ιωάννης Ζ΄ Γραμματικός (837-843), Φώτιος Α΄ (858-867 και 877-886), Θεοφύλακτος Λεκαπηνός (933-956), Μιχαήλ Β΄ Κουρκούας (1143-1146) και Θεοδόσιος Α΄ Βορραδιώτης (1179-1183), που εναντιώθηκε αποφασιστικά στην ένωση με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και υπήρξε ένας από τους δριμύτερους επικριτές του Ισλάμ.
Οι Αρμένιοι κυριάρχησαν τόσο στον πολιτιστικό όσο και στον πνευματικό βίο της πρωτεύουσας. Το 848 ο στρατηγός Βάρδας Φωκάς αναδιοργάνωσε το Πανδιδακτήριον, τη γνωστή σχολή ανώτερης εκπαίδευσης, η οποία λειτουργούσε στη Μαγναύρα, στο συγκρότημα του Μεγάλου Παλατιού. Οι περίφημοι λόγιοι που δίδαξαν στη σχολή τον 9ο αιώνα ήταν επίσης αρμενικής καταγωγής, όπως για παράδειγμα οι πατριάρχες Ιωάννης Ζ΄ Γραμματικός, που διακρίθηκε για το θεολογικό του έργο κατά την αναβίωση της Εικονομαχίας το 815, καθώς και ο Φώτιος Α΄, ο υπέρμαχος των εικόνων και περίφημος λόγιος. Στη σχολή αυτή δίδαξε και ο Λέων ο Μαθηματικός (περ. 790-869), ένας σπουδαίος επιστήμονας που, εκτός από τη συγγραφή σημαντικών φιλοσοφικών και λογοτεχνικών πραγματειών, ασχολήθηκε και με τη μεταγραφή αρχαίων ελληνικών κειμένων, ενώ ανακάλυψε και το σύστημα των φρυκτωριών, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για να σημαίνει συναγερμός στην πόλη για επιθέσεις από θαλάσσης.
Μετά το σεισμό του 989 ο μεγάλος τρούλος του πατριαρχικού ναού της Κωνσταντινούπολης, της Αγίας Σοφίας, κατέρρευσε. Ένας Αρμένιος, ο Τιριδάτης, ένας από τους πλέον φημισμένους αρχιτέκτονες της εποχής του, επελέγη από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β΄ για να αναλάβει αυτή τη δύσκολη επισκευή, την οποία και ολοκλήρωσε με επιτυχία.
Σε πολύ μεγάλο βαθμό, το αρμενικό στοιχείο που εξετάσαμε παραπάνω εμφανίζεται πλήρως αφομοιωμένο στο βυζαντινό κράτος, κοινωνικά και ιδεολογικά. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι οι αρμενικής προέλευσης αριστοκρατικές οικογένειες στα βυζαντινά εδάφη και ειδικότερα στην πρωτεύουσα ήταν ορθόδοξοι· και στην περίπτωση που ήταν χαλκηδόνιοι φαίνεται ότι μεταστρέφονταν στην Ορθοδοξία ήδη από την πρώτη γενιά που δημιουργούσε μόνιμη εγκατάσταση σε βυζαντινά εδάφη. Από την άλλη πλευρά, στις πηγές μαρτυρείται ταυτόχρονα και μια δυσπιστία ή και προκατάληψη των Βυζαντινών απέναντι στους Αρμενίους, ενώ συχνά οι Βυζαντινοί συγγραφείς φροντίζουν να αναφέρουν ότι κάποιο σημαντικό πρόσωπο είναι Αρμένιος ή αρμενικής καταγωγής. Ωστόσο είναι αμφίβολο κατά πόσο η γενικότερα μάλλον αρνητική βυζαντινή στάση απέναντι στους Αρμενίους, που υπαγορευόταν εξάλλου από τις μεταξύ τους πολιτικοθρησκευτικές σχέσεις, αφορούσε την αφομοιωμένη στη βυζαντινή κοινωνία αρμενική αριστοκρατία. Οι αρμενικές πηγές από την πλευρά τους εμφανίζουν κι αυτές μια σταθερά αρνητική εικόνα των Βυζαντινών, αλλά είναι αμφίβολο κατά πόσο η εκατέρωθεν αρνητική προκατάληψη, που διαπιστώνεται στις πηγές, είναι αξιόπιστη ένδειξη για τις αρμενοβυζαντινές σχέσεις.
Εικάζεται ότι οι Αρμένιοι της Κωνσταντινούπολης ήταν εγκατεστημένοι κοντά στο λιμάνι, σε δική τους ξεχωριστή συνοικία, στην περιοχή του Μαρμαρά, που εκτείνεται ανάμεσα στις γειτονιές της σύγχρονης Samatya και του Kumkapi, είτε επίσης στην περιοχή όπου εκτείνονται σήμερα οι συνοικίες Beşiktaş, Kuruçeşme και Üsküdar. Στην πραγματικότητα ωστόσο οι πηγές για την αρμενική παρουσία στην Κωνσταντινούπολη είναι πολύ φειδωλές και δεν αφήνουν να διαφανεί αν υπήρχε κάποια συμπαγής αρμενική παροικία στην πόλη –αν και είναι αδιαμφισβήτητη η παρουσία Αρμενίων στην πρωτεύουσα– και πού ήταν αυτή εγκατεστημένη. Σε κάθε περίπτωση, η αρμενική αυτή παρουσία ήταν διακριτή από την αρμενικής καταγωγής βυζαντινή αριστοκρατία. Στους Αρμένιους είχε επιτραπεί να χτίζουν τις δικές τους εκκλησίες, όπως διακρίνεται από αποσπασματικές αναφορές στις πηγές. Αρμενικά νεκροταφεία, που ωστόσο ανάγονται πλέον στην Οθωμανική περίοδο, βρίσκονταν ανάμεσα στις σημερινές συνοικίες Taksim και Harbiye, αλλά χάθηκαν από την ανοικοδόμηση υψηλών πολυκατοικιών μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.
Πηγή : http://ethnologic.blogspot.com/2009/11/blog-post_28.html?m=1
http://constantinople.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=12209
https://armenika.gr/epistimi/116-ereuna/704-2016-02-19-11-14-30
http://asiaminor.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=4478
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%AD%CE%BC%CE%B1_%CE%91%CF%81%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8E%CE%BD

Τα άγνωστα χριστιανικά έθνη της μεσαιωνικής Περσίας των Σασσανιδών

Η Αυτοκρατορία των Σασσανιδών, γνωστή ως Ερανσάρ (Βασίλειο των Αρίων) και Εράν (Αρειανη) στα περσικά των Μέσων Χρόνων, Ιρανσάρ και Ιράν στα νέα περσικά, ήταν η τελευταία προϊσλαμική ιρανική αυτοκρατορία, η οποία κυβερνήθηκε από τη δυναστεία των Σασσανιδών από το 224 μ.Χ. έως το 651. Η Αυτοκρατορία των Σασσανιδών, η οποία διαδέχθηκε την Παρθική Αυτοκρατορία, υπήρξε από τις μεγαλύτερες δυνάμεις στη Δυτική και Κεντρική Ασία, μαζί με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και μετέπειτα τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, για μια περίοδο μεγαλύτερη των 400 ετών. Έχει υποτεθεί ότι η μετάβαση στην Αυτοκρατορία των Σασσανιδών αντανακλά το τέλος της διαμάχης των εθνικιστών πρωτο-Περσών με τους στενούς εθνικούς συγγενείς τους, τους Πάρθους, των οποίων η κοιτίδα ήταν στην Κεντρική Ασία, προτού μεταναστεύσουν δυτικότερα. Η εποχή των Σασσανιδών θεωρείται μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία της Περσίας/Ιράν και με μεγάλη επιρροή, κατά τη διάρκεια της οποίας υπήρξε η τελευταία μεγάλη αυτοκρατορία των Ιρανών πριν την εισβολή των στρατών του Ισλάμ και την υιοθέτηση της νεόφερτης θρησκείας. Την περίοδο των Σασσανιδών έφτασε στην ακμή του ο αρχαίος περσικός πολιτισμός. Εκείνη την εποχή, η Περσία επηρέασε σε αξιοσημείωτο βαθμό και το ρωμαϊκό πολιτισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πολιτιστική επιρροή των Σασσανιδών εκτεινόταν πολύ πέρα από τα γεωγραφικά σύνορα της αυτοκρατορίας, μέχρι και τη Δυτική Ευρώπη, την Αφρική, την Κίνα και την Ινδία και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό τόσο της ασιατικής όσο και της ευρωπαϊκής πολιτιστικής παραγωγής του Μεσαίωνα.
ΛΑΖΟΊ : Οι Λαζοί (Τζάνοι) είναι φυλή που ζει κυρίως στις παράλιες περιοχές του Ευξείνου Πόντου οι οποίες ανήκουν στην Τουρκία και Γεωργία. Ήταν μια από τις κυριότερες φυλές του αρχαίου βασιλείου της Κολχίδας. Κατά την εποχή που η Οθωμανική αυτοκρατορία άρχισε να ελέγχει τον Καύκασο (16ος αιώνας), οι Λαζοί έγιναν, από ορθόδοξοι χριστιανοί, σουνίτες μουσουλμάνοι. Το 522 μ.χ. στα χρόνια του Ιουστινιανού ασπάζονται τον χριστιανισμό και μπαίνουν κάτω από την προστασία του Βυζαντίου κατά της Περσικής κυριαρχίας. Στα χρόνια των Μεγαλοκομνηνών της Τραπεζούντας βρήκαν καταφύγιο στην αυτοκρατορία του Πόντου, καθώς υπέστησαν πολλά δεινά ως υπήκοοι των Γεωργιανών. Από τότε μέχρι και το 1461 υπάγονταν στην αυτοκρατορία, μετά την πτώση της οποίας εξισλαμίστηκαν και έγιναν υπήκοοι Οθωμανοί. Στην 6η Οικουμενική σύνοδο το 680 μ.Χ. αναφέρεται ότι έλαβε μέρος και ο επίσκοπος των Λαζών και ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας έφερε τον τίτλο «έξαρχος πάσης Λαζικής».
ΙΒΗΡΕΣ (ΓΕΩΡΓΙΑΝΟΊ) : Με τον όρο Ίβηρες του Καυκάσου ονομάζονται από τους Έλληνες, Λατίνους και Βυζαντινούς συγγραφείς οι πληθυσμοί της Καυκασιακής Ιβηρίας, που μιλούσαν μια γεωργιανή-καρτβελιανή γλώσσα. Επεκτείνονταν στην σημερινή ανατολική Γεωργία, έχοντας ως σύνορα στα δυτικά την έταιρη καρτεβελιανή χώρα της Κολχίδας-Λαζικής, στα ανατολικά την Αλβανία του Καυκάσου, στα νότια την Αρμενία και στα βόρεια τις διάφορες φυλές του Καυκάσου όπως τους Οσέτιους. Ο ίβηρας βασιλιάς Μιριανός Γ΄ υιοθέτησε το χριστιανισμό ως κρατική θρησκεία το 327 μ.Χ. και το βασίλειο συμμάχησε με τον Κωνσταντίνο τον Μέγα. Ο χριστιανισμός δημιούργησε στενά δεσμά μεταξύ της Ρωμαϊκής-Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Ιβηρίας και επηρέασε βαθύτατα την ιβηρική κουλτούρα και κοινωνία. Εν τούτοις, μετά την αποτυχημένη εκστρατεία του αυτοκράτορα Ιουλιανού στην Περσία το 363, η αυτοκρατορία παραχώρησε τον έλεγχο της Ιβηρίας στην Περσία. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Βαχτάνγκ Γκοργκασάλι (447-522) υπήρξαν περίοδος ανασυγκρότησης της Ιβηρίας.  Έθεσε υπό τον έλεγχό του τις ορεινές φυλές του Καυκάσου και τις παρακείμενες περιοχές της νότιας και δυτικής Γεωργίας, ίδρυσε το αυτοκέφαλο πατριαρχείο στη Μτσχέτα και έκανε την Τιφλίδα την πρωτεύουσά του. Από το 482 και μέχρι τον θάνατό του το 502, πολέμησε για την ανεξαρτησία του βασιλείου του εναντίον των Περσών χωρίς αποτέλεσμα. Από το 570 η Ιβηρία έπαψε να θεωρείται βασίλειο και ενσωματώθηκε, μαζί με την Αρμενία και την Αλβανία του Καυκάσου, στην παραμεθόριο της Περσικής Αυτοκρατορίας. Λίγα χρόνια αργότερα, το Ιβηρικό βασίλειο αναγεννήθηκε με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Μαυρίκιου. Εκατό χρόνια αργότερα έπεσε στα χέρια του Χαλιφάτου της Βαγδάτης· έζησε μεγάλες καταστροφές κατά τη διάρκεια των αραβικών πολέμων με τους Χαζάρους και τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.
ΑΡΜΕΝΙΟΙ : Στις αρχές του 4ου αιώνα η Αρμενία έγινε το πρώτο κράτος στην ιστορία που υιοθέτησε τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία, ενώ χριστιανικές κοινότητες είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από το 40 μ.Χ. Υπήρχαν επίσης και παγανιστικές κοινότητες, όμως προσηλυτίστηκαν στο χριστιανισμό από τους πολυάριθμους ιεραπόστολους που έδρασαν στην Αρμενία. Ο Τιριδάτης Γ΄ έγινε ο πρώτος μονάρχης που εκχριστιάνισε επίσημα τους υπηκόους του. Μετά την κατάρρευση του Βασιλείου της Αρμενίας στα 428, το μεγαλύτερο μέρος του ενσωματώθηκε στην Περσική Αυτοκρατορία των Σασσανιδών. Μετά την αρμενική εξέγερση που κορυφώθηκε στη Μάχη του Βαρτανάντζ το 451, οι Χριστιανοί Αρμένιοι διατήρησαν τη θρησκευτική τους ελευθερία, ενώ στην περιοχή παραχωρήθηκε καθεστώς αυτονομίας. Το δυτικό τμήμα του βασιλείου της Αρμενίας ενσωματώθηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και οργανώθηκε σε τέσσερα θέματα από τον Ιουστινιανό, οι Αρμένιοι στο τμήμα αυτό έγιναν Βυζαντινοί πολίτες. 
ΑΛΒΑΝΟΙ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ : Η Αλβανία του Καυκάσου είναι εξώνυμο της ιστορικής περιοχής στην ανατολική Καυκασία, η οποία εκτεινόταν στη σημερινή επικράτεια του Αζερμπαϊτζάν (όπου βρίσκονταν και οι δύο πρωτεύουσές της) και εν μέρει στο νότιο Νταγκεστάν. Τους πρώτους αιώνες π.Χ. και μ.Χ. η έκταση ανάμεσα νότια του Μεγάλου Καυκάσου και του Ελάσσονα Καυκάσου χωριζόταν στη Κολχίδα στα δυτικά, την Ιβηρία του Καυκάσου στο κέντρο και την Αλβανία του Καυκάσου στα ανατολικά. Στα νοτιοδυτικά βρισκόταν η Αρμενία και στα νοτιοανατολικά η Ατροπατηνή. Μετά την άνοδο της Παρθικής Αυτοκρατορίας, οι βασιλείς της Αλβανίας του Καυκάσου αντικαταστάθηκαν από τους Αρσακίδες και αργότερα, τον 5ο αιώνα μ.Χ., τους διαδέχθηκε μια άλλη Ιρανική βασιλική οικογένεια, οι Μιχρανίδες. Με την εγκαθίδρυση των Σασσανιδών, τα Μεσαία Περσικά, τα οποία συγγενεύουν με τα Παρθικά, έγιναν η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας και γνώρισαν ευρεία διάδοση στην Αλβανία του Καυκάσου. Η παρουσία της περσικής γλώσσας και του ιρανικού πολιτισμού συνέχισε και μετά την ισλαμική εποχή. Μετά τον εκχριστιανισμό των Αλβανών τον 4ο αιώνα, τμήματα του πληθυσμού ενσωματώθηκαν από τους Αρμένιους και τους Γεωργιανούς, ενώ τα ανατολικά τμήμα της Αλβανίας του Καυκάσου εξισλαμίστηκαν και απορροφήθηκαν από τους Ιρανούς και αργότερα από τους τουρκικούς πληθυσμούς (σημερινοί Αζέροι).
ΑΣΣΎΡΙΟΙ : Το Ασο(υ)ριστάν ήταν το όνομα της σασσανιδικής επαρχίας της Ασσυρίας και της Βαβυλωνίας από το 226 έως το 637. Το όνομα Asōristān είναι μια ένωση του Asōr ("Ασσυρίζ") και του ιρανικού επιθήματος -istān ("γη του/των"). Το όνομα Ασσυρία, με τη μορφή Ασοριστάν, μεταβλήθηκε από τους Πάρθους για να συμπεριλάβει την αρχαία Βαβυλωνία και αυτό συνεχίστηκε υπό τους Σασσανίδες. Η ιστορική χώρα της Ασσυρίας (Αθούρα), ωστόσο, βρισκόταν στα βόρεια του Βαβυλωνιακού Ασοριστάν, στην ανεξάρτητη μεθοριακή επαρχία της Οσροηνής στην βόρεια Μεσοποταμία. Η πόλη Κτησιφών χρησίμευσε ως η πρωτεύουσα και της Παρθικής και της Σασανιδικής Αυτοκρατορίας και ήταν για κάποιο διάστημα η μεγαλύτερη πόλη στον κόσμο. Η κύρια γλώσσα, που ομιλούσαν οι Ασσυριανοί, ήταν η ανατολική αραμαϊκή, με την τοπική συριακή γλώσσα να αποτελεί σημαντικό όχημα για τον Συριακό Χριστιανισμό. Η Εκκλησία της Ανατολής ιδρύθηκε στο Ασοριστάν. Μεταξύ 633-8, η περιοχή κυριεύτηκε από τους Άραβες κατά τη διάρκεια της μουσουλμανικής κατάκτησης της Περσίας. Μαζί με το Μεσάν, έγινε η επαρχία του αλ-Ιράκ. Το Ασοριστάν μεταβιβάστηκε το 639, τερματίζοντας πάνω από 3000 χρόνια της Ασσυρίας ως γεωπολιτική οντότητα. Έναν αιώνα αργότερα, η περιοχή έγινε η πρωτεύουσα του Χαλιφάτου των Αββασιδών και το κέντρο της Χρυσής Εποχής του Ισλάμ για πεντακόσια χρόνια, από τον 8ο έως τον 13ο αιώνα. Μετά την μουσουλμανική κατάκτηση, το Ασοριστάν είδε μια σταδιακή, αλλά μεγάλη εισροή μουσουλμάνων: στην αρχή Αράβων, αλλά αργότερα και ιρανικών και τουρκικών φύλων. Οι ασσυριακοί λαοί συνέχισαν να υπομένουν, απορρίπτοντας τον αραβικοποίηση και τον εξισλαμισμό, και συνέχισαν να αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού του Βορρά μέχρι το 14ο αιώνα, έως ότου οι θρησκευτικά υποκινούμενες σφαγές του Ταμερλάνου μείωσαν δραστικά τον αριθμό τους και οδήγησαν τελικά στην εγκατάλειψη της πόλης Ασούρ. Μετά από αυτήν την περίοδο, οι Ασσύριοι έγιναν η εθνοτική, γλωσσική και θρησκευτική μειονότητα στην πατρίδα τους.
ΝΕΣΤΟΡΙΑΝΟΙ : Ο όρος Νεστοριανισμός περιγράφει το δόγμα σύμφωνα με το οποίο ο Ιησούς Χριστός υπήρξε ως δύο πρόσωπα, ο άνθρωπος Ιησούς και ο θεϊκός Γιος του Θεού ή Λόγος, και όχι ως ενιαίο πρόσωπο. Αυτό το δόγμα έχει ταυτιστεί με τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Νεστόριο (περ. 386–περ. 451), ο οποίος υπήρξε μαθητής του Θεόδωρου Μοψουεστίας. Αυτή η θεολογική θέση αναφορικά με τον Χριστό καταδικάστηκε στη Σύνοδο της Εφέσου το 431 και η σφοδρή αντιπαράθεση σχετικά με το ζήτημα αυτό οδήγησε στο Νεστοριανικό σχίσμα, κατά το οποίο διασπάστηκε η Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής από τη Βυζαντινή Εκκλησία. Οι Νεστοριανοί καταδιωκόμενοι από τους Ορθόδοξους, κατέφυγαν στην Περσία, όπου ίδρυσαν Εκκλησία. Το 498 αποσχίστηκε η νεστοριανή Περσική Εκκλησία από την ορθόδοξη και επεκτάθηκε στη Συρία, την Αραβία, την Αίγυπτο, τις Ινδίες και την Κίνα. Οι Νεστοριανοί διακρίθηκαν σε όλους τους τομείς της επιστήμης και δημιούργησαν αξιόλογα πνευματικά κέντρα σε διάφορες πόλεις. Επί Ταμερλάνου, διώχτηκαν και περιορίστηκαν στο Κουρδιστάν. Το 1898 αποπειράθηκε επανένωση μεταξύ Νεστοριανών και Ορθόδοξων. Μετά τους δυο παγκόσμιους πολέμους οι Νεστοριανοί περιορίστηκαν στο ελάχιστο. Οι σύγχρονοι Νεστοριανοί προτιμούν να αποκαλούνται Ασσύριοι, ενώ το επίσημο όνομα της εκκλησίας τους είναι Αγία Αποστολική Καθολική Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής, ή, εν συντομία, Εκκλησία της Ανατολής ή Ασσυριακή Εκκλησία.
ΛΑΧΜΙΔΕΣ ΑΡΑΒΕΣ : Το βασίλειο των Λαχμιδών ιδρύθηκε και κυβερνήθηκε από τη φυλή Μπανού Λάκμ, που μετανάστευσε από την Υεμένη τον 2ο αι. Η δυναστεία των Λαχμιδών ήταν ένα αραβικό βασίλειο στο Νότιο Ιράκ και την Ανατολική Αραβία, με πρωτεύουσα την αλ-Χιράχ, από τα τέλη του 3ου αι. μ.Χ. έως το 602 . Ήταν γενικά -αλλά κατά διαστήματα- σύμμαχοι και πελάτες της Σασανιδικής αυτοκρατορίας και συμμετείχαν στους Ρωμαιο-Περσικούς Πολέμους. Ενώ ο όρος "Λαχμίδες" έχει επίσης εφαρμοστεί στην κυρίαρχη δυναστεία, οι πιο πρόσφατες επιστήμες προτιμούν να αναφέρονται σε αυτούς ως Νασρίδες. Το βασίλειο των Λαχμιδών θα μπορούσε να ήταν ένα σημαντικό κέντρο της Εκκλησίας της Ανατολής, που γαλουχήθηκε από τους Σασανίδες, καθώς αντιτάχθηκε στον Χαλκηδονικό Χριστιανισμό (στα δόγματα της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου) των Ρωμαίων. Οι Λαχμίδες παρέμειναν με επιρροή καθ' όλη τη διάρκεια του 6ου αι. Παρ' όλα αυτά, το 602, ο τελευταίος βασιλιάς των Λαχμιδών, ο αλ-Νουμάν Γ' ιμπν αλ-Μουνχίρ, θανατώθηκε από τον αυτοκράτορα των Σασανιδών Χοσρόη Β' λόγω ψευδούς υποψίας για προδοσία, και το βασίλειο των Λαχμιδών προσαρτήθηκε. Η προσάρτηση του βασιλείου των Λαχμίδων ήταν ένας από τους κύριους παράγοντες πίσω από την πτώση της αυτοκρατορίας των Σασανιδών και τη Αραβική κατάκτηση της Περσίας, όταν οι Σασανίδες Πέρσες ηττήθηκαν στη μάχη της Χίρα από τον Άραβα στρατηγό Χαλίντ ιμπν αλ-Ουαλίντ. 
ΠΈΡΣΕΣ : Ο Χριστιανισμός είχε διαδοθεί επαρκώς στην Περσία ήδη από τους πρώτους αιώνες. Πολλοί αιχμάλωτοι που είχαν μεταφερθεί από την Κοίλη Συρία στην Περσία ίδρυσαν εκεί Χριστιανικές κοινότητες και μεταξύ αυτών αναφέρεται ο Επίσκοπος Αντιοχείας Δημητριανός. Στον κατάλογο των Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου περιλαμβάνεται και Επίσκοπος Περσίας. Το 330 περίπου ο Μ. Κωνσταντίνος, σε επιστολή του προς τον Πέρση βασιλιά Σαπώρ, εκφράζει τη χαρά του για την άνθηση της Περσικής Εκκλησίας. Κατά τα μέσα όμως του 4ου αιώνα κηρύχθηκε σκληρότατος διωγμός εναντίον των Χριστιανών, υποκινούμενος από τους πιστούς στην αρχαία περσική θρησκεία, κυρίως όμως εξαιτίας των μεταξύ Περσών και Βυζαντινών πολέμων, οι οποίοι άρχισαν αμέσως μετά τον Μ. Κωνσταντίνο. Οι Πέρσες ηγεμόνες υπέβλεπαν πάντοτε τους Χριστιανούς, ιδίως όμως μετά την αναγνώριση του Χριστιανισμού από το ρωμαϊκό κράτος, που ήταν ο μεγάλος τους αντίπαλος, τους θεωρούσαν ξενοκίνητους. Στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου αιώνα, εποχή διακοπής των διωγμών, η Χριστιανική αλήθεια διαδόθηκε ευρύτατα, και μάλιστα στις ανώτερες τάξεις, η δε Εκκλησία οργανώθηκε. Κατά τις αρχές του 5ου αιώνα η Εκκλησία της Περσίας αριθμούσε 5 μητροπόλεις και 30 επισκοπές, είχε αξιοσημείωτη Χριστιανική φιλολογία στην τοπική γλώσσα και μοναχισμό σε άνθηση. Οι ασκητές ονομάζονταν «Υιοί της Διαθήκης». Το 410 συγκλήθηκε στην από δύο πόλεις αποτελούμενη πρωτεύουσα Σελεύκεια-Κτησιφώντα, σύνοδος, η οποία όρισε τον Επίσκοπο της πόλεως αυτής αρχηγό της Εκκλησίας της Περσίας. Η εξάπλωση όμως του Χριστιανισμού στην Περσία αντιμετώπισε φοβερά εμπόδια. 
Κατά το 420, ο βασιλιάς Ισδιγέρδης εξαπέλυσε αμείλικτο διωγμό πρωτοφανούς σκληρότητας. Οι διωγμοί κόπασαν όταν στην Περσία επικράτησε ο Νεστοριανισμός. Στην εξέλιξη αυτή συνετέλεσε ασφαλώς και η ανυπομονησία των Περσών Χριστιανών να δείξουν ότι είναι ανεξάρτητοι από την Εκκλησία του Βυζαντίου, αλλά ακόμη και το γεγονός ότι πολλοί κληρικοί της Περσίας σπούδασαν στη Θεολογική Σχολή της Εδέσσης (Συρία), στην οποία δέσποζε ο Νεστοριανισμός. Στη διάδοση του Χριστιανισμού στην Κεντρική Ασία, τουλάχιστον κατά μήκος των εμπορικών αρτηριών Βυζαντίου - Περσίας - Άπω ανατολής, συνετέλεσαν επίσης διάφοροι Χριστιανοί έμποροι. Από τις αρχές του 4ου αιώνα έχουμε πληροφορίες ότι υπήρχαν Χριστιανοί στην περιοχή της Βακτριανής (Βόρειο Αφγανιστάν). Το 478 ο Πέρσης αυτοκράτορας Kawad βρήκε Χριστιανούς μεταξύ των θύννων της Βακτρίας και των Τούρκων που ήσαν εγκατεστημένοι στις όχθες του ποταμού Όξου. Κατά τις παραμονές της μουσουλμανικής εισβολής (7ος αιώνας), η Εκκλησία της Περσίας είχε 80 επισκοπές, που εκτείνονταν από τα όρη της Αρμενίας έως τη Νότια Ινδία. Ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης, Βυζαντινός γεωγράφος και μετέπειτα μοναχός στο Σινά (6ος αιώνας), χαρακτηριστικά βεβαιώνει: «και επί Βάκτροις και Ούννοις και Πέρσαις και λοιποίς Ινδοίς και Περσαρμενίοις και Μήδοις και Ελαμίταις και πάση τη χώρα Περσίδος και Εκκλησίαι άπειροι και Επίσκοποι και Χριστιανοί λαοί πάμπολλοι και μάρτυρες πολλοί και μονάζοντες ησυχασταί».
Πηγή : https://www.schooltime.gr/2019/05/02/lazoi-katagogi-kai-istoria/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%B1%CE%B6%CE%BF%CE%AF
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%8A%CE%B2%CE%B7%CF%81%CE%B5%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CE%B1%CF%85%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%85
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CE%B1
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CE%B1%CF%85%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%85
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%83%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82
https://www.oodegr.com/oode/ierapostoli/istoria/evagelismos_perswn_1.htm
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A3%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B4%CF%8E%CE%BD

Βάρδας Σκληρός και Βάρδας Φωκάς : Οι υποψήφιοι διάδοχοι της μακεδονικής δυναστείας στην Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (Βυζάντιο)

ΒΑΡΔΑΣ ΣΚΛΗΡΌΣ : Ο Βάρδας Σκληρός ήταν Βυζαντινός στρατηγός που ηγήθηκε μιας ευρείας Ασιατικής επανάστασης κατά του Αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ το 976–979.Ο Βάρδας ανήκε στη μεγάλη οικογένεια των Σκληρών, οι οποίοι ήταν ιδιοκτήτες τεράστιων εκτάσεων στις ανατολικές παρυφές της Μικράς Ασίας. Η μητέρα του Γρηγορία καταγόταν από τον αδελφό του Βασιλείου Α΄ τον Βάρδα. Αφότου έδειξε ότι ο ίδιος ήταν ικανός να αντιμετωπίσει τους φοβερότερους εχθρούς του Βυζαντίου, ο Βάρδας έγινε έμπιστος σύμβουλος του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή που ήταν κουνιάδος του. Με τον θάνατο του Ιωάννη, ο Σκληρός επιδίωξε να τον αντικαταστήσει ως ενεργών αυτοκράτορας. Ο ευνούχος Βασίλειος Λεκαπηνός όμως, που στην πραγματικότητα ηγούνταν της αυτοκρατορικής κυβέρνησης είχε άλλα σχέδια, καθαιρώντας τον Βάρδα από τη θέση κλειδί που είχε ως στρατηγός στην Ανατολή το 975. Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Ψελλό, ο Βάρδας ήταν «άνθρωπος που δεν ήταν μόνο ικανός στο σχεδιασμό, αλλά εξαιρετικά έξυπνος κατά την εκτέλεση των σχεδίων του, κατείχε τεράστιο πλούτο, με το κύρος του βασιλικού αίματος και της επιτυχίας σε μεγάλους πολέμους, με όλη τη στρατιωτική κάστα στο πλευρό για να βοηθήσει το σκοπό του.»
ΒΑΡΔΑΣ ΦΩΚΆΣ : Ο Βάρδας Φωκάς (πέθανε στις 13 Απριλίου του 989) ήταν διαπρεπής Βυζαντινός στρατηγός που πήρε μέρος σε τρεις εξεγέρσεις υπέρ και κατά της κυβερνούσας μακεδονικής δυναστείας. Ήταν γιος του Λέοντα Φωκά του Νεότερου. Ήταν μέλος της ισχυρής αριστοκρατικής οικογένειας των Φωκάδων, κατόχων μεγάλων εκτάσεων γης στη Μικρά Ασία, με κοιτίδα την περιοχή της Καππαδοκίας. Οι Φωκάδες διέπρεψαν στην ιεραρχία του στρατεύματος σχεδόν σε όλο το α΄ ήμισυ του 10ου αιώνα. Ο Βάρδας ήταν γιος του κουροπαλάτη Λέοντος Φωκά και ανιψιός του αυτοκράτορα Νικηφόρου Β' Φωκά. Ήδη από νέος ο Βάρδας απέκτησε φήμη για τη μεγάλη εμπειρία του στην επιστήμη του πολέμου. Πρέπει να έλαβε φροντισμένη στρατιωτική εκπαίδευση, με στόχο να σταδιοδρομήσει στα υψηλόβαθμα στρατιωτικά αξιώματα, ακολουθώντας την παράδοση της οικογένειας. Αν και η στρατιωτική του σταδιοδρομία ήταν γρήγορη σε άνοδο σε ανώτατα αξιώματα, ακόμα πιο γρήγορα κατέρρευσε. Ο θάνατός του –και ο θάνατος του γιου του, Νικηφόρου, υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, τέσσερις δεκαετίες αργότερα– ουσιαστικά σήμανε το τέλος της μακροχρόνιας πρωταγωνιστικής παρουσίας της οικογένειας των Φωκάδων στα πολιτικά δρώμενα της αυτοκρατορίας.
ΒΑΣΊΛΕΙΟΣ Β' ΒΟΥΛΓΑΡΟΚΤΌΝΟΣ : Γιός του αυτοκράτορα Ρωμανού Β' και της Θεοφανώς. Ικανότατος στρατιωτικός, ξεκαθάρισε πρώτα την επικράτειά του από τις εμφύλιες διαμάχες με τις εξεγέρσεις του Βάρδα Σκληρού και του Βάρδα Φωκά. Διαχειρίστηκε με σύνεση τα οικονομικά, αφήνοντας γεμάτα τα κρατικά θησαυροφυλάκια, όταν πέθανε. Ανέπτυξε ιδιαίτερες σχέσεις με τους Ρώσους. Πάντρεψε την πορφυρογέννητη αδελφή του Άννα με τον πρίγκιπα του Κιέβου Βλαδίμηρο, που βαφτίστηκε χριστιανός. Η ενέργεια αυτή είχε ως συνέπεια τον μαζικό εκχριστιανισμό του ρωσικού λαού. Η μεγάλη προσφορά του Βασιλείου στο Βυζάντιο, όπως μαρτυρά το προσωνύμιό του, υπήρξε η κατάλυση του βουλγαρικού κράτους. Υπήρξε ισχυρή και αντιφατική προσωπικότητα, ένας αφοσιωμένος στο καθήκον του μονάρχης, που σημάδεψε τη Βυζαντινή ιστορία. Πέθανε στις 15 Δεκεμβρίου 1025, σε ηλικία 67 ετών, έχοντας περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του πάνω σ' ένα άλογο, πολεμώντας διαρκώς.  Ο Βασίλειος Β΄ ποτέ δεν νυμφεύτηκε, ούτε απέκτησε παιδιά. Όταν ήταν νέος φλέρταρε με τις γυναίκες, αλλά όταν έγινε αυτοκράτορας επέλεξε να αφοσιωθεί στα καθήκοντα του κράτους. Ο ασκητισμός του Βασίλειου είχε ως αποτέλεσμα να αφήσει ως διάδοχο τον αδελφό του και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, που αποδείχθηκαν αναποτελεσματικοί ως ηγέτες. Μετά το θάνατο του Βασιλείου Β' αρχίζει μια περίοδος  από τη συνέχιση της οικονομικής ανάπτυξης και συγχρόνως από πολιτική αστάθεια. Στο επίπεδο της κοινωνικής πολιτικής, οι διάδοχοι του Βασιλείου Β' πήραν μια σειρά μέτρων που υπονόμευαν μακροπρόθεσμα τη συνοχή της βυζαντινής κοινωνίας. Δημιουργήθηκαν οι προύποθέσεις και εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα μιας κρίσης, που έμελλε να εκδηλωθεί με ιδιαίτερη ένταση κατά τις επόμενες δεκαετίες. Οι συχνές εναλλαγές αυτοκρατόρων, οι δολοπλοκίες και οι έριδες χαρακτηρίζουν την περίοδο αυτή. Οι διαμάχες ξεσπούσαν κυρίως ανάμεσα στους δυνατούς, οι οποίοι είχαν αποκτήσει αίγλη από τους πολέμους, και στην πολιτική αριστοκρατία της πρωτεύουσας, που είχε ενισχυθεί από την πολιτική του Βασιλείου Β'. Δείγμα αλαζονείας υπήρξε και η καθιέρωση του θεσμού του εξαργυρισμού (δηλαδή εξαγορά της θητείας), και η βαθμιαία επάνδρωση του βυζαντινού στρατού από ξένους μισθοφόρους, τη στιγμή που νέοι, άκρως επικίνδυνοι εχθροί, απειλούσαν τα δυτικά, τα βόρεια και τα ανατολικά σύνορα του κράτους.
ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΑΛΕΙΑΣ (978 Μ.Χ) : Ο στρατηγός Βάρδας Σκληρός ανήκε στην πλούσια οικογένεια των Σκληρών, που είχαν στην ιδιοκτησία τους τεράστιες εκτάσεις στην ανατολική Μικρά Ασία. Ήταν απόγονος εκ μητρός του αυτοκράτορα Βασιλείου Α’ και είχε αποκτήσει εξαιρετική φήμη μετά τη μεγάλη νίκη στη μάχη της Αρκαδιούπολης, όταν απέκρουσε έναν στρατό από Ρως και Πετσενέγους επιφέροντας βαρύτατες απώλειες στον εχθρό, ενώ οι απώλειες των Βυζαντινών ήταν ελάχιστες. Την ίδια χρονιά, το 970, είχε κληθεί να αντιμετωπίσει τη στάση του Βάρδα Φωκά στη Μ.Ασία, και το έκανε με επιτυχία, ενώ ο Βάρδας Φωκάς (ανιψιός του Νικηφόρου Α΄Φωκά) εξορίστηκε στην Αμάσεια του Πόντου. Μετά από αυτές τις επιτυχίες, ο Σκληρός έγινε έμπιστος του αυτοκράτορα Ιωάννη Α’ Τσιμισκή, του οποίου μάλιστα ήταν συμπατριώτης και κουνιάδος. Μετά το θάνατο του Τσιμισκή, θεωρήθηκε επικίνδυνος από τον ισχυρό άντρα του Βυζαντίου, τον ευνούχο Βασίλειο Λεκαπηνό (κηδεμόνα του Βασιλείου Β’) και καθαιρέθηκε από το κορυφαίο αξίωμα του Δομέστικου των Σχολών. Μετά από αυτό, και με πρόφαση την απόδοση δικαιοσύνης για τον ύποπτο θάνατο του Τσιμισκή (που ίσως δηλητηριάστηκε από τον Λεκαπηνό), ο Βάρδας Σκληρός στασίασε και ήγειρε αξιώσεις για τον θρόνο.
Βρήκε πολλούς υποστηρικτές στις διεκδικήσεις του, ιδιαίτερα στη Μ. Ασία κερδίζοντας συμμάχους ανάμεσα σε Αρμένιους, Γεωργιανούς, ακόμα και Μουσουλμάνους. Μέσα στο 976, χωρίς να συναντήσει μεγάλη αντίσταση, έγινε κύριος της Αντιόχειας, της Καισάρειας και μεγάλου μέρους της Μ.Ασίας, ενώ την επόμενη χρονιά πολιόρκησε τη Νίκαια πλησιάζοντας επικίνδυνα στη Βασιλεύουσα.
Μετά από αυτές τις σοβαρές εξελίξεις, ο Λεκαπηνός επανέφερε στην ενεργό δράση τον παλιό αντίπαλο του Βάρδα Σκληρού, τον Βάρδα Φωκά που ήταν τα προηγούμενα 7 χρόνια έγκλειστος σε μοναστήρι. Ο Βάρδας Φωκάς, προφανώς για αντιπερισπασμό, προήλασε προς την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Ο στασιαστής Βάρδας Σκληρός όταν πληροφορήθηκε τις κινήσεις του, παράτησε την προσπάθειά του για κατάληψη της Νίκαιας και κινήθηκε νότια. Οι δύο αντίπαλοι συναντήθηκαν στην Παγκάλεια(1), κοντά στο Αμόριο. Οι αυτοκρατορικές δυνάμεις του Βάρδα Φωκά νικήθηκαν, αλλά η ήττα δεν ήταν αποφασιστική, καθώς οι δυνάμεις του Φωκά ανασυντάχθηκαν και συνέχισαν την πορεία τους ανατολικά προς την περιοχή που ήταν υπό τον έλεγχο του Βάρδα Σκληρού. Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Ψελλό, ο Βάρδας Σκληρός τα είχε όλα: ήταν πολύ ικανός στον σχεδιασμό, εξαιρετικά έξυπνος στην τακτική, είχε τεράστιο πλούτο, είχε το κύρος του βασιλικού αίματος, είχε δοξαστεί από νίκες σε μεγάλες μάχες και είχε την υποστήριξη ολόκληρου του στρατιωτικού κατεστημένου.
Ο Βάρδας Σκληρός κέρδισε μία ακόμα μάχη εναντίον των αυτοκρατορικών πιο ανατολικά, αλλά στη συνέχεια ηττήθηκε στα Βασιλικά Θερμά και η ανταρσία έλαβε άδοξο τέλος. Για πολλά χρόνια κατέφυγε στο Χαλιφάτο. Επανήλθε 10 χρόνια αργότερα και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη στάση του Βάρδα Φωκά (!) εναντίον του Βασιλείου Β’.
ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΆ ΘΕΡΜΑ (279 Μ.Χ) : Ο δοξασμένος στρατηγός Βάρδας Σκληρός –ο νικητής στην Αρκαδιούπολη– στασίασε μετά τον παραμερισμό του από τον παρακοιμώμενο ευνούχο Βασίλειο Λεκαπηνό (κηδεμόνα του Βασιλείου Β’) και ήγειρε αξιώσεις για τον θρόνο. Μέσα στο 976, χωρίς να βρει μεγάλη αντίσταση, έγινε κύριος της Αντιόχειας, της Καισάρειας και μεγάλου μέρους της Μ.Ασίας, ενώ πλησίασε επικίνδυνα στη Βασιλεύουσα. Μετά από αυτές τις σοβαρές εξελίξεις, ο Λεκαπηνός επανέφερε στην ενεργό δράση τον παλιό αντίπαλο τού Βάρδα Σκληρού, τον Βάρδα Φωκά, που ήταν τα προηγούμενα 7 χρόνια έγκλειστος σε μοναστήρι. Οι δύο παλιοί εχθροί συγκρούστηκαν κοντά στο Αμόριο, στη μάχη της Παγκάλειας, όπου ο Σκληρός νίκησε μεν, αλλά όχι κατά τρόπο αποφασιστικό, που να δώσει οριστικό τέλος στη δραστηριότητα του Φωκά. Ο Βάρδας Σκληρός καταγόταν από την ανατολική Μ.Ασία και η οικογένειά του είχε τεράστια κτήματα εκεί, ενώ είχε την υποστήριξη από γειτονικές ηγεμονίες Αρμενίων, Γεωργιανών και Αράβων. Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα όμως τα είχε και ο Βάρδας Φωκάς, που είχε το επιπλέον προσόν ότι εκπροσωπούσε το επίσημο Βυζαντινό κράτος. Μετά την ήττα του στην περιοχή του Αμορίου, ο Βάρδας Φωκάς δεν πτοήθηκε, ανασυντάχθηκε και κινήθηκε προς τις ανατολικές επαρχίες. Εκεί, ήρθε σε συνεννόηση με τον ηγεμόνα της Γεωργίας Δαβίδ Γ´ Κουροπαλάτη του Ταώ, ο οποίος του παραχώρησε ένα στρατό από 12.000 Γεωργιανούς ιππείς, επικεφαλής των οποίων ήταν ο μοναχός και μετέπειτα άγιος Ιωάννης Τορνίκης. Ο Σκληρός είχε αποτύχει να αξιοποιήσει την μέχρι τότε υπεροχή του και αναγκάσθηκε να περάσει τον χειμώνα εκείνο στην Ανατολία, μακριά από τους στόχους του – την Κωνσταντινούπολη – κι έτσι η θέση του ήταν μειονεκτική. Από την άλλη, οι αυτοκρατορικές δυνάμεις, είχαν ενισχυθεί με τους Γεωργιανούς και άλλους πρώην συμμάχους του Σκληρού. Στις 24 Μαρτίου 979, ο Ιβηρο–Βυζαντινός στρατός, ο οποίος ως τότε απέφευγε να αντιπαρατεθεί με τις δυνάμεις του Σκληρού, με μια αιφνιδιαστική επίθεση, προκάλεσε συντριπτική ήττα στους στασιαστές, στις Βασιλικές Θέρμες(1) (ή Aquae Saravenae ή, κάποτε, «Ιουστινιανούπολις»).
Ο Σκληρός δέχτηκε ένα σοβαρό πλήγμα στο κεφάλι, σε μια προσωπική μονομαχία με τον Φωκά και η φήμη ότι πέθανε ήταν η αιτία που έτρεψε τον στρατό του σε φυγή. Ο ίδιος ο Σκληρός, τελικά, επέζησε και κατάφερε να διαφύγει. Ο Ιωάννης Τορνίκης, επικεφαλής του σώματος των Γεωργιανών ιππέων (που ήταν το μεγαλύτερο τμήμα του Βυζαντινού στρατού), αργότερα ίδρυσε τη Μονή Ιβήρων στο Άγιο Όρος καλύπτοντας το κόστος χάρη στα λάφυρα από τις εκστρατείες που συμμετείχε. Είναι Άγιος της Γεωργιανής Ορθόδοξης εκκλησίας. Ο Σκληρός κατέφυγε στους συμμάχους του Άραβες και βρέθηκε για 6 χρόνια στη Βαγδάτη με την οικογένειά του, «φιλοξενούμενος» του Χαλιφάτου. Το 987 ο Βάρδας Φωκά στασίασε με τη σειρά του και ζήτησε τη συνεργασία του Σκληρού, ο οποίος συμφώνησε και επέστρεψε.
Μετά το θάνατο του Φωκά, ο Σκληρός ανέλαβε την αρχηγία των στασιαστών, αλλά απέτυχε. Συνελήφθη, τυφλώθηκε και εξορίστηκε. Λίγο πριν πεθάνει ο Βουλγαροκτόνος ζήτησε τις συμβουλές του, τον συγχώρεσε και τον έκανε Κουροπαλάτη.
ΜΆΧΗ ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΤΡΑΪΑΝΟΎ : Το 971, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής ανακήρυξε την προσάρτηση της Βουλγαρίας. Οι Βυζαντινοί είχαν καταλάβει τις ανατολικές περιοχές της Βουλγαρίας, όμως στη δύση, οι τέσσερις γιοι του κόμη του Σρέντετς (Σόφια) ο Δαυίδ, ο Μωυσής, ο Σαμουήλ και ο Ααρών συνέχιζαν να αντιστέκονται. Οι Βυζαντινοί είχαν δώσει στην οικογένεια αυτή το όνομα Κομητόπουλοι. Το 976 (χρονιά που πέθανε ο Τσιμισκής), οι Κομητόπουλοι άρχισαν να επιτίθενται σε Βυζαντινές περιοχές. Για μια δεκαετία μετά το 976 συνέχισαν τις επιθέσεις και οι Βούλγαροι είχαν μεγάλες επιτυχίες, οπότε ο Σαμουήλ κατάφερε να καταλάβει την βορειο-ανατολική Βουλγαρία και πολλά εδάφη στα νότια φτάνοντας μέχρι τη Λάρισα. Οι συνεχείς Βουλγαρικές επιθέσεις ανάγκασαν τον νεαρό αυτοκράτορα Βασίλειο Β’ να αναλάβει δράση. Το 986, ο Βασίλειος Β’ ηγήθηκε μιας εκστρατείας με 30.000 άνδρες κατά των Βουλγάρων, με στόχο να καταλάβει το φρούριο της Σερδικής ή Σρέντετς (Σόφια) που ήταν η έδρα του Σαμουήλ.
Βαδίζοντας προς τη Σερδική, ο Βασίλειος Β’ άφησε πίσω για οπισθοφυλακή ένα ενισχυμένο απόσπασμα υπό τον Λέοντα Μελισσηνό. Η πολιορκία της πόλης διήρκεσε 20 ημέρες, με συνεχείς ανεπιτυχείς επιθέσεις, μέχρι που σημειώθηκε έλλειψη τροφίμων στο Βυζαντινό στράτευμα. Οι προσπάθειες να βρεθούν προμήθειες στις γύρω περιοχές ήταν άκαρπες επειδή οι Βούλγαροι είχαν ακολουθήσει τακτική καμμένης γης, ενώ κατόρθωσαν να κλέψουν και τα βοοειδή του Βυζαντινού στρατού. Τέλος, οι Βούλγαροι της πόλης έκαναν μια τολμηρή και αιφνιδιαστική έξοδο από τα τείχη, προκαλώντας πολλές απώλειες και καίγοντας όλες τις πολιορκητικές μηχανές, τις οποίες οι άπειροι Βυζαντινοί στρατηγοί είχαν τοποθετήσει πολύ κοντά στα τείχη. Ήταν πλέον προφανές ότι οι Βυζαντινοί δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν τη Σερδική. Ούτε ήταν εφικτό να εξαντλήσουν τους πολιορκημένους με πείνα, γιατί, αφού η ροή των προμηθειών τους είχε διακοπεί, οι ίδιοι οι Βυζαντινοί είχαν πρόβλημα. Επιπλέον, ένα στράτευμα υπό τον Σαμουήλ είχε φθάσει μέσα από τα βουνά στα μετόπισθεν των Βυζαντινών. Και το χειρότερο, αντί να προστατέψει τη δίοδο οπισθοχώρησης, ο Λέων Μελισσηνός αποσύρθηκε στην Φιλιππούπολη. Το Βυζαντινό στράτευμα υποχώρησε από την κοιλάδα της Σόφιας προς το νότο, μέσω μιας διάβασης γνωστής ως «Πύλες του Τραϊανού», όπου και στρατοπέδευσε για τη νύχτα. Οι φήμες ότι οι Βούλγαροι είχαν φράξει τα ορεινά μονοπάτια εκεί γύρω προκάλεσε αναστάτωση ανάμεσα στους στρατιώτες και την επομένη ημέρα η υποχώρηση συνεχίσθηκε εσπευσμένα και ανοργάνωτα. Οι Βούλγαροι του Σαμουήλ το είδαν αυτό και εξαπέλυσαν επίθεση, οπότε η οπισθοχώρηση μετατράπηκε σε άτακτη φυγή. Η Βυζαντινή εμπροσθοφυλακή κατάφερε να ξεφύγει περνώντας από πλαγιές που δεν είχαν καταληφθεί από Βούλγαρους. Το υπόλοιπο του στρατεύματος περικυκλώθηκε από τους Βουλγάρους. Μόνο η επίλεκτη Βαράγγεια Φρουρά κατάφερε να διασπάσει τις γραμμές με βαριές απώλειες και να οδηγήσει τον Αυτοκράτορα σε ασφαλές μέρος μέσα από μικρά μονοπάτια. Πολλοί Βυζαντινοί στρατιώτες χάθηκαν στην μάχη. Οι υπόλοιποι αιχμαλωτίσθηκαν μαζί με τα αυτοκρατορικά λάβαρα. Η ήττα αποτέλεσε ισχυρό πλήγμα στο κύρος και στην εδραίωση της μοναρχίας του Βασιλείου Β’. Αμέσως μετά τη μάχη, οι δυνατοί της Μικράς Ασίας υπό την ηγεσία του Βάρδα Φωκά, εξεγέρθηκαν κατά του αυτοκράτορα προκαλώντας έναν εμφύλιο που κράτησε τρία έτη. Από τη άλλη, ο Σαμουήλ μετά τη νίκη, είχε υπό τον έλεγχό του πλέον σχεδόν όλα τα Βαλκάνια.
ΜΆΧΗ ΤΗΣ ΑΒΎΔΟΥ : Μετά τη νίκη του επί του σφετεριστή Βάρδα Σκληρού το 979, ο Βάρδας Φωκάς εξελίχθηκε σε έναν από τους ισχυρότερους άνδρες στην αυτοκρατορία. Όμως, ο νεαρός αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ άρχισε να παίρνει πρωτοβουλίες και να δίνει δείγματα ότι είχε πρόθεση να αναλάβει ο ίδιος τα ηνία της διακυβέρνησης. Η αυξανόμενη αυτονομία του θορύβησε τόσο τον ευνούχο παραδυναστεύοντα Βασίλειο Λεκαπηνό (που ως τότε ήταν αυτός που πραγματικά είχε την εξουσία), όσο και τον Φωκά. Αυτοί οι δύο ξεκίνησαν μυστικές συνομιλίες με τον πρώην κοινό εχθρό τους, τον Βάρδα Σκληρό, με σκοπό να ξεφορτωθούν τον αυτοκράτορα. Ο Βάρδας Φωκάς θυμήθηκε τις παλιές βλέψεις που είχε για τον θρόνο (δεδομένου ότι ήταν και απόγονος –ανιψιός– του Νικηφόρου Φωκά) πιστεύοντας ότι η συγκυρία με την κρίση που είχε προκαλέσει ο πόλεμος με τους Βουλγάρους τον ευνοούσε. Το 987 ο Σκληρός προσκλήθηκε να γυρίσει στην πατρίδα από την Βαγδάτη (όπου είχε καταφύγει από το 980), από τον Φωκά. Σύντομα, ο Σκληρός, ο οποίος ήταν εξαιρετικός στρατιωτικός ηγέτης, οργάνωσε έναν στρατό με σκοπό την υποστήριξη των στόχων του Φωκά. Με μια επιχείρηση, η οποία περιέργως αντέγραφε την επανάσταση του Σκληρού πριν από μια δεκαετία, ο Βάρδας Φωκάς ανεκήρυξε εαυτόν αυτοκράτορα και κατέλαβε σχεδόν ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Ο αυτοκράτορας Βασίλειος, μη έχοντας πια μεγάλο στρατό στη διάθεσή του, ζήτησε βοήθεια από τον πρίγκηπα Βλαδίμηρο Α΄ του Κιέβου, ο οποίος το 988 είχε καταλάβει την Χερσόνησο, την κυριότερη Βυζαντινή πόλη στην Κριμαία. Ο Βλαδίμηρος προθυμοποιήθηκε να εγκαταλείψει τη Χερσόνησο και να διαθέσει 6.000 από τους άνδρες του στον Βασίλειο. Για αντάλλαγμα, ζήτησε να παντρευτεί τη μικρότερη αδερφή του Βασιλείου, την Άννα. Στην αρχή ο Βασίλειος δίστασε. Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν όλους τους ξένους βαρβάρους, και επιπλέον ο Βλαδίμηρος είχε εκαντοντάδες άλλες συζύγους. Όταν ο Βλαδίμηρος υποσχέθηκε να βαπτισθεί, τόσο ο ίδιος όσο και οι υπήκοοί του Χριστιανοί, τελικά ο Βασίλειος συμφώνησε. Σχετικά με το προξενιό της Άννας, υπάρχει και ένα χαριτωμένο επεισόδιο όπου οι Βυζαντινοί έκαναν μια απόπειρα να στείλουν μια άλλη και όχι την πραγματική Άννα για να παντρευτεί τον Ρώσο, αλλά δεν τους βγήκε. Έτσι, μετά τον γάμο, ο Βλαδίμηρος έστειλε τους φοβερούς Βάραγγους προς βοήθεια του Βασιλείου. Στο μεταξύ ο Βάρδας Φωκάς μη εμπιστευόμενος πολύ τον Βάρδα Σκληρό (μάλλον επειδή είχε αυτοανακηρυχθεί και αυτός αυτοκράτωρ), τον φυλάκισε και βάδισε προς την Κωνσταντινούπολη ως ο μοναδικός αρχηγός του επαναστατημένου στρατού. Αυτό μάλλον ήταν λάθος. Επίσης είναι πιθανόν ο Φωκάς είτε να αγνοούσε είτε να υποτιμούσε τη σημαντική βοήθεια που πήρε ο αυτοκράτορας από τους Ρώσους (και ίσως γι’αυτό όταν τους είδε έπαθε εγκεφαλικό). Οι ενισχύσεις του Βλαδίμηρου αποβιβάστηκαν στη Χρυσούπολη, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, και εξουδετέρωσαν ένα στράτευμα των στασιαστών που είχε σταλεί εκεί με επικεφαλής τον τέως κατεπάνω Ιταλίας Καλόκυρο Δελφινά. Ο Δελφινάς θανατώθηκε με φρικιαστικό τρόπο δια ανασκολοπισμού.
Η εξέλιξη αυτή ματαίωσε τα σχέδια του Φωκά να πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη. Αντί αυτού, επέλεξε να κινηθεί προς νότον και πολιόρκησε την Άβυδο με στόχο τον αποκλεισμό των Δαρδανελίων. Ο Βασίλειος, που ως τότε απέφευγε να δώσει μάχη, τον ακολούθησε. Τα δύο στρατεύματα βρέθηκαν αντιμέτωπα σε παράταξη μάχης έξω από τα τείχη της Αβύδου. Ενώ ο αυτοκράτορας έκανε την συνήθη έφιππη επιθεώρηση μπροστά από τον στρατό του, ο Φωκάς κάλπασε προς το μέρος του και τον κάλεσε σε προσωπική μονομαχία. Όμως, ο Φωκάς καθώς ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει τον Βασίλειο, υπέστη εγκεφαλικό (ήταν σχεδόν 60 χρονών), έπεσε από το άλογό του και κατέληξε νεκρός! Ευθύς τον αποκεφάλισαν και το κεφάλι του προσφέρθηκε στον Βασίλειο. Μετά από αυτό, ο στρατός του Φωκά έχασε κάθε διάθεση για μάχη και άρχισε να υποχωρεί. Η υποχώρηση έγινε άτακτη φυγή και στη συνέχεια σφαγή, καθώς οι Βάραγγοι τους καταδίωξαν λυσσαλέα. Ήταν πρωτόγνωρη η αγριότητα των Βαράγγων, οι οποίοι καταδίωκαν τους πολεμιστές του Φωκά και διασκέδαζαν κόβοντάς τους κομματάκια.
Η μάχη της Αβύδου υπήρξε ορόσημο για τρία πολύ σημαντικά γεγονότα στην ιστορία του Βυζαντίου:
1) τον εκχριστιανισμό των Ρώσων,
2) την είσοδο των Βαράγγων στην στρατιωτική ιστορία
3) την αφύπνιση και ωρίμανση του μέχρι τότε αδιάφορου Βασιλείου, καθώς η κρίση τον ώθησε να αναλάβει δράση παραμερίζοντας τους διάφορους παραδυναστεύοντες και να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο μεγάλους αυτοκράτορες του Βυζαντίου.
Με τον θάνατο του Φωκά στην Άβυδο,την ηγεσία των επαναστατών ανέλαβε ο Βάρδας Σκληρός. Όμως η στιγμή είχε χαθεί. Κανένας από τους υποστηρικτές του Φωκά δεν είχε όρεξη να συνεχίσει και ο Βάρδας Σκληρός έμεινε με ελάχιστο στρατό. Σύντομα συνελήφθη, τυφλώθηκε (;) και εξορίστηκε. Η στάση έλαβε τέλος οριστικά.
Το 991 ο Βασίλειος συνάντησε τον Σκληρό, ζήτησε τις συμβουλές του και τον συγχώρεσε. Λίγες μέρες μετά ο Σκληρός πέθανε. Μετά την ήττα και το θάνατο του Βάρδα Φωκά (Απρίλιος 989) οι Σκληροί επανήλθαν στο προσκήνιο, συνεχίζοντας για μικρό χρονικό διάστημα την αντίστασή τους στη δυναστεία μέχρι τον Οκτώβριο του 989, οπότε και συνθηκολόγησαν. Ο Βάρδας Σκληρός έλαβε τον ανώτατο τιμητικό τίτλο του κουροπαλάτη και μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο αποσύρθηκαν στο Διδυμότειχο. Ο Ρωμανός Σκληρός παρέμεινε το μόνο ενεργό μέλος της οικογένειας, χωρίς ωστόσο οι πηγές να αναφέρονται στη δράση του μετά το 990. Η παρουσία του Ρωμανού Σκληρού στο πλευρό του Βασιλείου Β΄, καθώς και το προχωρημένο της ηλικίας των στασιαστών Βάρδα και Κωνσταντίνου Σκληρού, οι οποίοι δεν μπορούσαν πλέον να αποτελέσουν απειλή για τη μακεδονική δυναστεία, ήταν οι κύριες αιτίες για την επιεική μεταχείριση των Σκληρών από το Βασίλειο Β΄, η οποία είχε ως αποτέλεσμα η οικογένεια να μην εξαφανιστεί από το προσκήνιο, όπως συνέβη με τους Φωκάδες, αλλά να διατηρήσει τη θέση της και να επανέλθει κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα με πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας.
Πηγή : https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c10_18
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c10_17
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c10_19
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c10_20
http://constantinople.ehw.gr/Forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=6151
http://constantinople.ehw.gr/Forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=6151
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%AC%CF%81%CE%B4%CE%B1%CF%82_%CE%A3%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%AC%CF%81%CE%B4%CE%B1%CF%82_%CE%A6%CF%89%CE%BA%CE%AC%CF%82_%CE%BF_%CE%BD%CE%B5%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82
http://constantinople.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=3904
https://www.sansimera.gr/biographies/209
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%92%C2%B4
http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2698/Istoria_B-Lykeiou_html-empl/index2_6.html