Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Η Αραβία πρίν το Ισλάµ (Μέρος Β') : Ο πολιτισμός των Σαββαιων της Ευδαίμονος Αραβίας, των Ναβαταίων, των Γασσανιδων και η εμφάνιση του Ισλάµ

Στην Υεμένη απολιθώματα ερπετού δείχνουν ζωή 165 εκατομμυρίων ετών, ενώ οι πρώτοι κάτοικοι έφτασαν εδώ 40.000 χρόνια πριν. Ο γιος του Νώε, ο Σημ, μετά τον Κατακλυσμό, σε υψόμετρο 2.200 μέτρα, ίδρυσε την πρωτεύουσα Σανά. Γι αυτό και επονομάζεται «η πόλη του Σημ». Είναι το «μαργαριτάρι» της Αραβίας και για την UNESCO η «πολιτισμική κληρονομιά της ανθρωπότητας». Η Βίβλος και το Κοράνι μιλάνε για μια χώρα ονειρεμένη, το βασίλειο της βασίλισσας του Σαβά, των Κατσαμπάν, Χιμιάρ και Χαντραμούτ.  Τον 1ο αι. π.Χ. ένας Έλληνας την ονόμασε «Ευδαίμονα Αραβία», όταν αντίκρισε τις πράσινες κοιλάδες της και το φυσικό της πλούτο. Ή Σανά, η πρωτεύουσα της χώρας είναι από τα μεγαλύτερα ανοιχτά μουσεία του κόσμου. Η πόλη κάποτε ήταν περιτριγυρισμένη με τείχη και πύργους. Χτισμένα προς τα τέλη του 2ου αι. μ.Χ. κάποια από αυτά στέκουν ακόμη. Μύρρα και λιβάνι προέρχονται από το ρετσίνι των δέντρων Commiphora και Boswellia genera, τα οποία φύονται μόνο στη νότια ακτή της Αραβικής χερσονήσου και στη βόρεια ακτή της Σομαλίας. Η σημαντικότητα των αρωματικών αυτών οφειλόταν στη χρησιμοποίησή τους από Αιγύπτιους, Έλληνες και Ρωμαίους για τελετουργικούς σκοπούς, λόγω της ευχάριστης μυρωδιάς που αναδύουν κατά την καύση τους. Η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία χρησιμοποίησης μύρρας από τους Αιγύπτιους για τις ταριχεύσεις σε βασιλικές μούμιες ανέρχεται στον 15ο αι. π.Χ. Καραβάνια με καμήλες ξεκινούσαν από την πόλη στη νότια ακτή της Υεμένης, διέσχιζαν την Υεμένη και τη χερσόνησο της Αραβίας για να καταλήξουν στη Γάζα της Αιγύπτου από όπου άρχιζε η διανομή στις χώρες γύρω από τη Μεσόγειο. Παράλληλα υπήρχε και ο θαλάσσιος τρόπος μεταφοράς, όπου μέσω του λιμανιού Άντεν στη νότια Υεμένη και της Ερυθράς Θάλασσας τα φορτία κατέληγαν στις ακτές της Μεσογείου. Τα τεράστια καραβάνια με τις εκατοντάδες καμήλες μεταφέρανε επίσης χρυσό και πολύτιμους λίθους που έφθαναν από την Ινδία στο λιμάνι της Κάνα. Ο δρόμος των καραβανιών άρχισε να παρακμάζει την εποχή που ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος, το 395 μ.Χ., απαγόρευσε την τελετουργική χρήση λιβανιού και μύρρας ως συνδεόμενα με προχριστιανικές παγανιστικές λειτουργίες. Το χωριό Μπιρ Αλί ανήκει στην επαρχία Σάμπουα, ενώ η πόλη Σάμπουα ήταν η παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου Χαντραμάουθ τον 4ο αι. π.Χ. Το Χαντραμάουθ με το μεγάλο φαράγγι, αποτελούσε τμήμα του δρόμου των καραβανιών με τα μυρωδικά και το λιβάνι, ήταν  μέρος παραγωγής του λιβανιού. Υπάρχουν ιστορικά ευρήματα του 9ου π.Χ. αι. και ήταν γνωστό στους Έλληνες ιστορικούς του 3ου π.Χ. αι., όπως στον Ερατοσθένη. Κατά την διάρκεια των αιώνων, Πέρσες της δυναστείας των Σασσανιδών, χαλίφηδες της Αραβίας, σουλτάνοι του Ιράκ, απόγονοι του Μωάμεθ και Υεμενιτικές δυναστείες κυριάρχησαν στο φαράγγι. Μεταξύ των πόλεων Κάνα και Μαρίμπ, στο δρόμο των καραβανιών, υπήρχε η πόλη Σάμπουα παλιά πρωτεύουσα του βασίλειου του Σαβά. Το βασίλειο αυτό αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη όταν η βασίλισσα του Σαβά, που το όνομά της στα Υεμενίτικα είναι Bilhgis, επισκέφθηκε το βασιλιά Σολομώντα. Το βασίλειο αυτό ιδρύθηκε αρχικά στην πόλη Σίρουα, αλλά μετά η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στη Μαριγιάμπ, το Μαρίμπ γύρω στο 1.000 π.Χ. Η στρατηγική θέση αυτού του βασιλείου ήταν μεγάλη γιατί ήλεγχε την ευφορία της περιοχής χάρη σ ένα μεγάλο φράγμα που διέθετε και στα πλούσια έσοδα που είχε από τη φορολογία στα καραβάνια. Σήμερα το Μαρίμπ αποτελεί την πιο πλούσια αρχαιολογικά πόλη της χώρας με πιο γνωστό μνημείο της πέντε στήλες του ναού της Σελήνης, τις εντυπωσιακές επιγραφές με την ιδιόμορφη γραφή του βασιλείου του Σαβά, τις τεράστιες δεξαμενές νερού καθώς και τους ερειπωμένους ναούς των Bilgis. Οι Ρωμαίοι έλεγαν ότι ήταν ο πιο πλούσιος λαός του κόσμου.  Εμπορεύονταν χρυσό από την Αφρική, προβιές από το Αφγανιστάν, κεχριμπάρι από την Αιθοπία. Αλλά το πιο σημαντικό προϊόν ήταν το μοσχολίβανο του Σαβά.  Έλεγαν πως το άρωμά του έφερνε τους πιστούς πιο κοντά στο θεό. Έτσι την εποχή που έφτασε η Σαβά στην Ιερουσαλήμ ήταν πιο πολύτιμο κι από το χρυσό. Οι Ναβαταίοι ήταν ρχαίος λαός αραβικής καταγωγής, ο οποίος αρχικά κατοικούσε στο βορειοδυτικό τμήμα της Αραβικής χερσονήσου, στις όχθες του Ευφράτη, και κατά τον 5ο ή 4ο αι. π.Χ. μετακινήθηκε προς τα Ν και εγκαταστάθηκε στην περιοχή ανάμεσα στη Νεκρά θάλασσα και στον κόλπο της Άκαμπα (Ιορδανία). 
Η Παλαιά Διαθήκη αναφέρει ως γενάρχη των Ναβαταίων τον Ναβαϊώθ, εγγονό του Αβραάμ, αν και δεν είναι βέβαιο ότι πρόκειται για τον ίδιο λαό. Λόγω της γειτνίασης με τη Συρία, ήρθαν σε επαφή με τους Αραμαίους και πολύ αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, με τους Σελευκίδες, από τους οποίους γνώρισαν τον ελληνικό πολιτισμό, όπως φαίνεται και από τα ερείπια που σώζονται στην περιοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι βασιλιάδες τους ονόμαζαν τους εαυτούς τους φιλέλληνες. Ωστόσο, κατά την επανάσταση των Μακκαβαίων εναντίον των Σελευκιδών, συντάχθηκαν με τους Ιουδαίους. Είχαν μοναρχικό καθεστώς, αλλά διατηρούσαν φιλελεύθερους θεσμούς. Εκτός από τον βασιλιά, υπήρχε και αιρετός συμβασιλέας, ο οποίος ονομαζόταν αδελφός. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Στράβωνα, ζούσαν απλά και ειρηνικά, είχαν ελάχιστους δούλους και διατηρούσαν ένα είδος κοινοκτημοσύνης των γυναικών. Οι πόλεις τους δεν είχαν τείχη αλλά ήταν πολύ πλούσιες, γιατί η χώρα τους ήταν εύφορη και η κτηνοτροφία τους ανεπτυγμένη. Μετά την παρακμή της Τύρου, διαδέχτηκαν τους κατοίκους της στο διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ Αιγύπτου και Μεσοποταμίας. Η θρησκεία τους αρχικά ήταν ηλιολατρική και αστρολατρική, έως την εμφάνιση του ισλαμισμού. 
Πρώτος βασιλιάς των Ναβαταίων που αναφέρεται σε γραπτά κείμενα ήταν ο Αρέτας Γ’ (85 π.Χ.), ο οποίος επονομαζόταν Φιλέλληνας. Ο Αρέτας έγινε κύριος της Κοίλης Συρίας και της πλούσιας Δαμασκού. Ωστόσο οι διαρκείς προστριβές και οι συγκρούσεις του με τους Ιουδαίους προκάλεσαν την επέμβαση των Ρωμαίων. Έτσι, το 65 π.Χ. ο Πομπήιος κυρίευσε την πρωτεύουσα Πέτρα και τους υποδούλωσε. Από τότε, οι δυνάμεις τους ολοένα και εξασθενούσαν μέχρι την εποχή που ο Πάλμας, στρατηγός του Τραϊανού, κατέλαβε την Πέτρα (105 μ.Χ.) και προσάρτησε το βασίλειο τους στο ρωμαϊκό κράτος, ως επαρχία με την ονομασία Πετραία Αραβία. Οι Γασσανιδες ("Γιοί του Γασσαν") ήταν ένα αραβικό βασίλειο, που ιδρύθηκε από απογόνους της φυλής Azd από την Υεμένη και μετανάστευσε στις αρχές του 3ου αιώνα μ.χ. στην περιοχή της Ιορδανίας, όπου συγχωνεύθηκαν με τις ελληνιστικές χριστιανικές κοινότητες, υιοθετώντας τον Χριστιανισμό στους πρώτους αιώνες μ.Χ., ενώ άλλοι είχαν ήδη γίνει Χριστιανοί πριν μεταναστεύσουν στο βορρά για να αποφύγουν τις θρησκευτικές διώξεις. Μετά την εγκατάστασή τους στην Ιορδανία, οι Γασσανιδες έγιναν πελατειακο κράτος της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και πολέμησαν, συμμαχούσαν με τους Βυζαντινούς πολεμώντας τους Περσες Σασσανίδες και τον Αραβικό Βασίλειό των Λαχμιδων. Τα εδάφη των Γασσανιδων ενήργησαν επίσης ως μια ζώνη προστασίας που προστατεύει εδάφη που είχαν προσαρτηθεί από τους Ρωμαίους εναντίον επιδρομών από τις φυλές Βεδουίνων. Λίγοι Γασσανιδες έγιναν μουσουλμάνοι μετά την Ισλαμική κατάκτηση. Οι περισσότεροι Γασσανιδες παρέμειναν χριστιανοί και εντάχθηκαν στις κοινότητες των Μελκίτων (Ορθοδόξων) Χριστιανών και των Συριων Χριστιανών της Μέσης Ανατολής. Πριν το Ισλάμ, οι πιστοί των «εξ αποκαλύψεως» θρησκειών στην Αραβία, ήταν οι Εβραίοι, οι χριστιανοί και οι Ζωροάστρες. Ο Χριστιανισμός είχε διεισδύσει στο νότο από την Αιθιοπία, ενώ στο βορρά είχε εξαπλωθεί από τη βυζαντινή αυτοκρατορία. Κατά τον Kalbi, οι Άραβες εκτελούσαν τα θρησκευτικά τους χρέη κάνοντας και θυσίες ζώων κατά το προσκύνημά τους στη Μέκκα. Η ανάδειξη της Μέκκας ως κέντρου, οφείλεται στη θρησκευτική σημασία που είχε η πόλη με την ύπαρξη του Ghaba ως λατρευτικού χώρου, ήδη από την εποχή του Αβραάμ, χιλιάδες χρόνια πριν από το Ισλάμ. Άλλος καθοριστικός παράγοντας, που συνέβαλε τα μέγιστα στην προσέλκυση πληθυσμού στη Μέκκα, ήταν η γεωγραφική θέση στο δρόμο των καραβανιών. Ο Άραβας βασιλιάς του Βορρά της δυναστείας των Λαχμιδων Imru 'al-Qays ibn' Amqu επιτέθηκε στο Najrān της Αραβίας το 328 μ.Χ. Υπό την επίδραση του χριστιανικού Βασιλείου της Αξωμης της Αιθιοπιας, οι Χριστιανοί στη Najrān αναπτύχθηκαν και άρχισαν να συμμαχούν με την Αιθιοπια στις αρχές του 6ου αιώνα μ.χ. στην Najrān, όπως στην υπόλοιπη Νότια Αραβία, τον 5ο αιώνα μ.Χ. ή ίσως έναν αιώνα νωρίτερα. Σύμφωνα με τον Άραβα μουσουλμάνο ιστορικό Ibn Ishāq, η Najran ήταν το πρώτο μέρος όπου ο Χριστιανισμός έβαλε τη ρίζα του στη Νότια Αραβία. Σύμφωνα με τις σύγχρονες πηγές, μετά την κατάληψη του θρόνου των Νοτίων Αράβων, περ. 518 ή 523 μ.χ., ο Dhū Nuwās ένας Εβραίος Άραβας βασιλιάς, επιτέθηκε στη φρουρά των Αιθιοπων (χριστιανών) στο Ζαφάρ, καταλαμβάνοντας τους και καίγοντας τις εκκλησίες τους. Στη συνέχεια κινήθηκε εναντίον του Najrān, ενός χριστιανικού και Αιθιοπικου οχυρού. Μετά την αποδοχή της συνθηκολόγησης της πόλης, σφαγιάσε εκείνους τους κατοίκους που δεν θα απέκλειαν τον Χριστιανισμό. Οι εκτιμήσεις για την σφαγή κυμαίνονται μέχρι 20.000 χριστιανους νεκρούς σε ορισμένες πηγές. Μια επιστολή (όπου ονομάζεται Δίμνωνα), που γράφτηκε από τον Σιμωνα, τον επίσκοπο του Beth Arsham το 524 μ.Χ., αναφέρει τη δίωξη του Dhū Nuwās στο Najrān (al-Ukhdūd στη Σαουδική Αραβία). Η δίωξη περιγράφεται και καταδικάζεται στο Κοράνι. Κάτω από τη βασιλεία του Χαλίφη Ομάρ, η χριστιανική κοινότητα του Najrān μετανάστευσε στη Μεσοποταμία, με το σκεπτικό ότι κανένας μη μουσουλμάνος δεν έπρεπε να ζούσε στην Αραβική Χερσόνησο. Ο Μωάμεθ (571 - 632) ήταν Άραβας ηγέτης από τη Μέκκα, ο οποίος ένωσε την Αραβία σε ένα ενιαίο θρησκευτικό κράτος υπό το Ισλάμ. Θεωρείται από τους Μουσουλμάνους ότι υπήρξε ο τελευταίος προφήτης ο οποίος στάλθηκε για να καθοδηγήσει την ανθρωπότητα με το άγγελμα του Ισλάμ. Ο Μωάμεθ καθόρισε με το θρησκευτικό του μήνυμα και τις πολιτικές-κοινωνικές πρωτοβουλίες του την εξέλιξη του αραβικού κόσμου και επηρέασε την ανθρώπινη ιστορία. Οι Κουραϊσίτες ήταν μια πανίσχυρη αραβική φυλή εμπόρων που ήλεγχε τη Μέκκα και το ιερό της Κάαμπα κατά την εμφάνιση του Ισλάμ. Από την ίδια φυλή προερχόταν ο Προφήτης Μωάμεθ, του οποίου η οικογένεια ανήκε στη φατρία Χασίμ (Μπανού Χασίμ). Γενεαλογικά, η φυλή των Κουραϊσιτών ήταν αρχικώς κλάδος της φυλής Μπανού Κινάνα, η οποία καταγόταν από το νοτιοαραβικό φυλετικό κλάδο των Μουντάρ. Για αρκετές γενιές ήταν διασκορπισμένοι μεταξύ άλλων φυλετικών ομαδοποιήσεων. Η ένωσή τους, περίπου πέντε γενιές πριν το Μωάμεθ, οφείλεται στον Κουσάι ιμπν Κιλάμπ, ο οποίος με τον πόλεμο και τη διπλωματία δημιούργησε μια συμμαχία που κατάφερε να ελέγχει τελικά την Κάαμπα, ένα σημαντικό παγανιστικό ιερό τόπο που απέφερε έσοδα στη Μέκκα εξαιτίας της πληθώρας προσκυνητών που προσέλκυε. Κατόπιν συγκέντρωσε τους συμμάχους του αρχηγούς των φυλών και εγκαταστάθηκε στη Μέκκα, όπου απήλαυσε τέτοιας λατρείας και κολακείας από το λαό του που αναγνωρίστηκε ως ντε φάκτο βασιλιάς του, θέση που δεν απήλαυσε κανένας άλλος από τους απογόνους του. Ο προφήτης Μωάμεθ γεννήθηκε στην Αραβία το 570 μ.χ. Ο πατέρας του, Αμπντ Αλλάχ, πέθανε λίγους μήνες πριν τη γέννησή του ενώ η μητέρα του, Αμίνα, πέθανε όταν ο Μωάμεθ ήταν έξι ετών. Την ανατροφή του ανέλαβε τότε ο παππούς του και ο θείος του. Το οικογενειακό δέντρο της μητέρας του συνδεόταν με την πόλη Μεδίνα. Σε ηλικία 25 ετών νυμφεύτηκε την πλούσια χήρα Χαντίτζα, η οποία τον είχε προσλάβει στην υπηρεσία της για να χειρίζεται τις εμπορικές υποθέσεις της. Εκείνη ήταν κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη σε ηλικία και ο γάμος τους υπήρξε ο πλέον ευτυχισμένος στη ζωή του Μωάμεθ. Έζησε με την Χαντίτζα περίπου 25 χρόνια, αποκτώντας τέσσερις κόρες και αρκετούς γιους, οι οποίοι ωστόσο πέθαναν σε νηπιακή ηλικία. Στο σπήλαιο του Χίρα κοντά στη Μέκκα, ο Μωάμεθ, σε ηλικία περίπου 40 ετών (610 μ.Χ.) και κατά το μήνα του Ραμαντάν, οραματίστηκε τον Γαβριήλ στη μορφή ενός άνδρα, που τον βεβαίωσε ότι θα ήταν «ο απεσταλμένος του Θεού». Στη συνέχεια του ζήτησε να «απαγγείλει» και τον ασπάστηκε. Επανέλαβε το αίτημα τρεις φορές πριν του αποκαλυφθούν για πρώτη φορά στίχοι του Κορανίου Μεσολάβησαν τρία χρόνια μεταξύ της πρώτης αποκάλυψης και του δημόσιου κηρύγματος του Μωάμεθ. Λίγοι συμπατριώτες του ασπάσθηκαν την νέα θρησκεία και αναγκάστηκε να μεταναστεύσει. Πρίν την επικράτηση του Ισλάµ πολλοί οπαδοί του Μωάμεθ βρήκαν καταφύγιο στην χριστιανική Αιθιοπια. Χωρίς να έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια διάδοσης του μηνύματος του Ισλάμ, την περίοδο 620-1 ο Μωάμεθ ήρθε σε επαφή με αντιπροσωπείες από την πόλη Γιαθρίμπ (Μεδίνα) βόρεια της Μέκκας, αποτελούμενη από μέλη των δύο σημαντικότερων φυλών της πόλης που σταδιακά ασπάστηκαν το Ισλάμ. Μετά από μία καθοριστική συνάντηση στην πόλη Αλ-Ακαμπάχ το 622, επισημοποιήθηκε συμφωνία με τους κατοίκους της Γιαθρίμπ ώστε ο προφήτης Μωάμεθ και οι ακόλουθοί του να μετεγκατασταθούν στην πόλη, όπου θα απολάμβαναν προστασία. Όταν εγκαταστάθηκε τελικά στη Μεδίνα, διαμορφώθηκε εκεί η πρώτη ισλαμική κοινότητα, αποτελούμενη αρχικά από τους εξόριστους της Μέκκας και τους κατοίκους της Μεδίνας που ασπάστηκαν το Ισλάμ. Από τις αραβικές φυλές, ο Μωάμεθ συνάντησε εναντίωση μόνο από λίγες οικογένειες. Αντιπαλότητες μεταξύ διαφορετικών φυλών συνέχισαν να διατηρούνται, ενώ σταθερή υπήρξε και η παρουσία μιας ισχυρής εβραϊκής παροικίας. Αποτελεί τη δεύτερη ιερότερη πόλη για τους Μουσουλμάνους (μετά τη Μέκκα) και τόπο ταφής του προφήτη Μωάμεθ. Υπήρξε ο δεύτερος τόπος διαμονής του Μωάμεθ μετά τη φυγή του από τη Μέκκα και ο τόπος από τον οποίο άρχισε η αντεπίθεσή του για την τελική επικράτηση της νεοπαγούς θρησκείας του επί των ομοφύλων του. Έτος Εγίρας ή Εγείρας, είναι το χρονολογικό έτος σύμφωνα με το ισλαμικό ημερολόγιο και σημαίνει «έτος της φυγής» (στην αραβική, χίτζρα). Η αρίθμηση των ετών Εγίρας ξεκινά από το έτος 1, όταν ο Μωάμεθ εξορίστηκε από την Μέκκα και κατέφυγε στην Μεδίνα, όπου απέκτησε έναν πρώτο πυρήνα πιστών. Αυτό αντιστοιχεί στο 622 μ.Χ. του γρηγοριανού ημερολογίου.
https://olympia.gr/2013/05/27/ισλαμισμοσ-θρησκεία-και-τέχνη/
https://www.enlefkotv.com/article.php?id_art=57
http://www.ygeiaonline.gr/component/k2/item/37572-nabataioi
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Ghassanids
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Έτος_Εγίρας
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μωάμεθ
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μεδίνα
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Najran
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μωάμεθ
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κουραϊσίτες

Η Αραβία πρίν το Ισλάµ (Μέρος Α') : Η Προιστορία, η γλωσσολογία και η μυθολογία των Αρχαίων Αράβων

Η Αραβία ή Αραβική Χερσόνησος είναι μεγαλύτερη χερσόνησος της Ασίας, με μήκος 2200 χλμ. στο μεγαλύτερο μήκος της και 2000χλμ. στο μεγαλύτρερο πλάτος της. Από γεωλογικής άποψης είναι η συνέχεια της Σαχάρας και τμήμα του αμμώδους εδάφους που περνώντας από το Ιράν φτάνει μέχρι την έρημο Γκόμπι στην Μογγολία. Η Αραβία είναι ένα άνυδρο οροπέδιο ενώ στη μέση περίπου βρίσκονται οάσεις και χωριά με φοίνικες και νερό σε μεγάλο βάθος. Πολύ γνωστή για τις ερήμους της και γενικά τον ερημικό της χαρακτήρα, τα μεγάλα κοιτάσματα πετρελαίου και, πολιτισμικά, ως γη των Αράβων και κοιτίδα του πολιτισμού τους, και ως η κοιτίδα μιας από τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες της ανθρωπότητας, του Ισλάμ. Ο πολιτισμός της Αραβίας αναπτύχθηκε κοντά στις ακτές, ιδίως στη περιοχή της Χετζάζ (Σαουδική Αραβία) που βρίσκονται οι πόλεις Μέκκα και Μεδίνα και στην Υεμένη, πατρίδα πολλών παλιών βασιλείων. Πολιτικά, το μεγαλύτερο μέρος της Αραβικής Χερσονήσου καταλαμβάνεται από το κράτος Σαουδική Αραβία, και ακολουθούν σε έκταση τα κράτη Υεμένη, Ομάν και ταμικρότερα Κουβέιτ, Κατάρ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, και Μπαχρέιν (νησί). Στη χερσόνησο της Αραβίας βρίσκονται 7 κράτη και κρατίδια. Το βόρειο κομμάτι της χερσονήσου συνορεύει με τη Συριακή έρημο με ασαφή λόγω του εδάφους όρια αλλά γενικά θεωρείται ότι το βόρειο κομμάτι της Αραβικής χερσονήσου είναι τα προς βορρά σύνορα της Σαουδικής Αραβίας και του Κουβέιτ. Σε όλες τις υπόλοιπες κατευθύνσεις υπάρχει θάλασσα. Βρίσκεται ανάμεσα στο Ιράκ, στην Ιορδανία και βρέχεται από τον Περσικό κόλπο και τον κόλπο του Ομάν, από την Αραβική θάλασσα, τον κόλπο του Άντεν και την Ερυθρά θάλασσα. Ένα σημαντικό μέρος του εδάφους της αποτελείται από ερήμους και είναι ακατοίκητο. Υπάρχουν βουνά απομονωμένα, χωρίς φυτά, έρημοι και στέπες.
Οι Άραβες είναι λαός σημιτικής καταγωγής, που ανήκει στη λεγόμενη αραβική γλωσσική οικογένεια και κατοικεί στη Μέση Ανατολή και στη βόρεια Αφρική. Το σύνολο του αραβικού πληθυσμού ξεπερνά τα 90.000.000 και κατοικεί σε μια έκταση 14.000.000 τ.χλμ. Τα κυριότερα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά των Αράβων είναι το δολιχοκέφαλο κρανίο, το μέτριο μέχρι ψηλό ανάστημα, τα μαύρα ή, πιο σπάνια, καστανά μαλλιά και μάτια, η κυρτή και λεπτή μύτη, το μικρό στόμα, τα σαρκώδη χείλη και το μελαψό δέρμα. Γενικά οι κάτοικοι της Αραβίας αποτελούνται από γνήσιους Άραβες, από μιγάδες (μεταξύ Σημιτών και Αράβων), και τους "Μπανού-κουντάιρ", που προήλθαν από επιμειξία Αράβων και Μαύρων Αφρικανων. Όλοι οι Αραβες είναι μουσουλμάνοι και θεωρούν κέντρο του Μωαμεθανισμού την Αραβία, πατρίδα και τόπο εκκίνησης του Μωάμεθ. Τον καθαρότερο, από φυλετική άποψη, τύπο αποτελούν οι Άραβες που κατοικούν στη νότια Αραβία οι ονομαζόμενοι Αριμπά καθώς και ορισμένα βεδουίνικα φύλα που ζουν ως νομάδες στη βόρεια και στην κεντρική Αραβία. Αντίθετα οι Άραβες που κατοικούν στα παράλια της Αραβικής χερσονήσου, στη βόρεια Αφρική και στη Μεσοποταμία αποτελούν, από ανθρωπολογική πάντοτε άποψη, τύπο που προέκυψε από επιμειξία Αράβων με Φοινικικά, Αραμαϊκά, Ασσυριακα, Βαβυλωνιακα, Εβραϊκά, Αιγυπτιακά, Βερβερικα, Λιβυκα, Τουρκικά, Περσικά και Αφρικανικά φυλετικά στοιχεία.
Η Αραβική χερσόνησος πιστεύεται ότι υπήρξε τόπος καταγωγής όλων των σημιτικών λαών. Σύμφωνα με στοιχεία, υπήρξαν τρεις διαφορετικές εγκαταστάσεις αραβικών φύλων στην αραβική χερσόνησο. Τα πρώτα αραβικά φύλα, για τα οποία έχουμε ελάχιστες πληροφορίες, εγκαταστάθηκαν στο νότιο τμήμα της Αραβικής χερσονήσου και είχαν επικεφαλής το Θαμούδ και τον Αδ. Τα αραβικά φύλα που ακολούθησαν και των οποίων σαν γενάρχης αναφέρεται ο Καχλάν, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της σημερινής Υεμένης και της Συρίας. Τέλος τα μεταγενέστερα αραβικά φύλα που ανήκαν στη λεγόμενη φυλή Μουσταρίβα και που είχαν σαν γενάρχη τους τον Ισμαήλ, γιο του Αβραάμ και της Άγαρ, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της σημερινής Σαουδικής Αραβίας. Εξαιτίας όμως του άγονου εδάφους της Αραβίας, πολλοί από τους κατοίκους μετανάστευσαν σε πιο εύφορες περιοχές. Οι Ακκαδοί π.χ. κατοίκησαν στη Μεσοποταμία. οι Εβραίοι στην Παλαιστίνη και οι Αιθίοπες στη δυτική ακτή της Ερυθράς θάλασσας. Ένα μεγάλο μέρος του αραβικού πληθυσμού, οι λεγόμενοι Βεδουίνοι και κυρίως όσοι ζούσαν στις μεγάλες στεπώδεις περιοχές της Αραβικής χερσονήσου, ζούσε κατά τρόπο νομαδικό. Οι αραβικοί αυτοί πληθυσμοί ζούσαν σύμφωνα με το λεγόμενο πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα. Το νερό, οι βοσκές, η γη γενικά ήταν ιδιοκτησία της φυλής που αποτελούσε και την ανώτερη μορφή της κοινωνικής οργάνωσης. Άμεση υποδιαίρεση της φυλής ήταν τα γένη. Το κάθε γένος το συγκροτούσαν οι "πατριαρχικές" οικογένειες που αποτελούσαν και το κύτταρο της κοινωνικής οργάνωσης. Επικεφαλής της φυλής ήταν ο σεΐχης που κυβερνούσε με τη βοήθεια ενός συμβουλίου από αντιπροσώπους των γενών. Ένα άλλο στοιχείο, το οποίο γνωρίζουμε είναι ότι στις αρχές της 1ης χιλιετηρίδας π.Χ. υπήρχαν στην κοινωνική ζωή των αραβικών πληθυσμών ισχυρές επιβιώσεις μητριαρχικών θεσμών.
Σημ πρόσωπο της Βίβλου ο μεγαλύτερος απο τους τρεις γιους σύμφωνα με το βιβλίο της Γένεσης του γενάρχη της ανθρωπότητας Νώε, γενάρχης όλων των Σημιτικών λαών που δραστηριοποιήθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Μεσοποταμίας. Η Γένεση αναφέρει τον Σήμ σαν μεγαλύτερο αδελφό του Ιάφεθ, στην συνέχεια ο επόμενος στίχος αναφέρει τους πέντε γιούς του Σήμ γενάρχες των μεγάλων Σημιτικών λαών που κυριάρχησαν στην Μεσοποταμία στην αρχαιότητα ανάμεσα τους και τους Εβραίους τον λαό απο τον οποίο προήλθε ο Χριστός. Σημίτες θεωρούνται οι άνθρωποι που μιλούν τις σημιτικές γλώσσες. Η θεωρία της κοινής καταγωγής από την βιβλική μορφή Σημ έχει περισσότερο μυθικό χαρακτήρα. Ο Αβραάμ θεωρούσε τον εαυτό του απόγονο του Σημ, του μεγαλύτερου γιου του Νώε. Για τον λόγο αυτό κατά την βιβλική εποχή, όλοι οι λαοί της Εγγύς Ανατολής που θεωρούνταν απόγονοι του Νώε ονομάζονταν «Γιοι του Σημ». Οι λαοί που μιλούν σημιτικές γλώσσες προήλθαν από την αραβική χερσόνησο. Διάφοροι αποικισμοί τους έφεραν στην Μεσοποταμία, Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο και Αιθιοπία. Αργότερα με τον φοινικικό αποικισμό έφθασαν μέχρι τα παράλια της δυτικής Μεσογείου (Καρχηδονιοι).
Η αραβική γλώσσα είναι το μεγαλύτερο μέλος του σημιτικού κλάδου της αφροασιατικής γλωσσικής οικογένειας (νότια κεντρική σημιτική) και είναι στενά συγγενής με την εβραϊκή γλώσσα και την αραμαϊκή γλώσσα. Ομιλείται σ'ολόκληρο τον αραβικό κόσμο και είναι ευρέως γνωστή και αντικείμενο σπουδής στον ισλαμικό κόσμο. Τα αραβικά είναι λογοτεχνική γλώσσα τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα και είναι επίσης η λειτουργική γλώσσα του Ισλάμ. Ο όρος "αραβικά" μπορεί να αναφέρεται είτε στα λογοτεχνικά/λόγια αραβικά, που δεν μιλά κανένας Άραβας ως μητρική γλώσσα, είτε στα Σύγχρονα Πρότυπα Αραβικά ή ακόμα στις πολλές ομιλούμενες παραλλαγές των αραβικών κοινά γνωστές ως «καθομιλούμενα αραβικά». Οι Άραβες θεωρούν τα λόγια αραβικά ως την πρότυπη γλώσσα και τείνουν να βλέπουν όλα τα άλλα μόνο σαν διαλέκτους. Το αραβικό αλφάβητο προέρχεται από την αραμαϊκή γραφή, στην οποία φέρει μια αόριστη ομοιότητα όπως το κοπτικό ή το κυριλλικό αλφάβητο με το ελληνικό αλφάβητο. Υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στην δυτική (μαγκρέμπι) και ανατολική εκδοχή του αλφαβήτου. Η παλαιά μαγκρέμπι εκδοχή έχει εγκαταλειφθεί εκτός από καλλιγραφικούς σκοπούς στο ίδιο το Μαγκρέμπ (ΒΔ Αφρική), και παραμένει σε χρήση βασικά στα κορανικά σχολεία της δυτικής Αφρικής. Τα αραβικά, όπως οι άλλες σημιτικές γλώσσες, γράφονται από δεξιά προς τα αριστερά. Μετά τον οριστικό προσδιορισμό του Αραβικού αλφαβήτου περίπου το 786 μ.χ., από τον Καλίλ ιμπν Αχμάντ αλ Φαραχιντί, πολλά στυλ αναπτύχθηκαν, για την γραφή του Κορανίου και άλλων βιβλίων, και για τις επιγραφές σε μνημεία ως διακόσμηση. Η αραβική καλλιγραφία δεν υπέπεσε σε αχρηστία όπως στον δυτικό κόσμο, και ακόμη θεωρείται από τους Άραβες ως μείζονα μορφή τέχνης. Οι καλλιγράφοι απολαμβάνουν μεγάλης εκτίμησης. Όντας συνεχές από τη φύση του, αντίθετα με το λατινικό αλφάβητο, το αραβικό αλφάβητο χρησιμοποιείται για να γράφει ένας στίχος του Κορανίου, ή απλά ένα γνωμικό, σε μια εντυπωσιακή σύνθεση που συχνά είναι δυσανάγνωστη. Η σύνθεση είναι συχνά αφηρημένη, αλλά μερικές φορές η γραφή είναι σχηματισμένη για να πάρει μια πραγματική μορφή όπως αυτή ενός ζώου.
H αραβική μυθολογία περιλαμβάνει τις αρχαίες πεποιθήσεις των Αράβων, οι οποίες συγχρωτίστηκαν με το Ισλάμ και είτε έδωσαν τη θέση τους είτε μετουσιώθηκαν σε νέους μύθους. Πριν την έλευση και εξάπλωση του Ισλάμ στην Αραβική Χερσόνησο το έτος 622, την Εγίρα του ισλαμικού ημερολογίου, το κέντρο της θρησκείας, η Κάαμπα της Μέκκας, δεν αποτελούσε μονάχα το μοναδικό σύμβολο του Θεού, όπως τώρα, αλλά καλυπτόταν και με σύμβολα που αναπαριστούσαν πληθώρα δαιμόνων, τζίνι και άλλων ημίθεων πλασμάτων, προβάλλοντας έτσι τον πολυθεϊστικό χαρακτήρα της προϊσλαμικής Αραβίας, από τον οποίο ξεπρόβαλαν σε ένα ευρύ πλαίσιο μύθοι και θρύλοι, που επιζούν ως τις μέρες μας. Για παράδειγμα, το κακό μάτι αναφέρεται στο Κοράνι, στη σούρα "Αλ Φαλάκ", ενώ το Χέρι της Φάτιμα χρησιμοποιείται για να το διώξει, αν και απαγορεύεται από το Ισλάμ, όπως και όλα τα φυλαχτά και οι δεισιδαιμονίες. Ο Χουμπάλ θεωρείται ο κυρίαρχος και πιο σημαντικός θεός. Ειδώλιό του βρέθηκε κοντά στην Κάαμπα, πλασμένο από κόκκινο αγάτη, με ανθρώπινη μορφή, αλλά το δεξί χέρι σπασμένο, έχοντας αντικατασταθεί από ένα όμοιο χρυσό. OS. JafarShahidi αναφέρει πως στη νότια Αραβία η λατρεία των ουρανίων σωμάτων όπως της σελήνης, των άστρων και του ήλιου είχε μεγάλη παράδοση. Η λατρεία του ήλιου συνηθιζόταν και στη βόρεια Αραβία: «Οι κάτοικοι της ερήμου, σε γενικές γραμμές ήταν ειδωλολάτρες. Τα είδωλα αυτά κατασκευάζονταν από ξύλο, πέτρα, ακόμη και τους καρπούς του φοίνικα. Στο ιερό Κοράνιο αναφέρονται μερικά ονόματα αυτών των ειδώλων όπως: Lat, Uzza, Manat, Vadd, Sowaa, Yaghouth, Yaough, Nasr, ενώ στη Μέκκα η οικογένεια Qoreish λάτρευε μεταξύ άλλων το μεγαλύτερο από τα είδωλα το Hubal». Οι ενδείξεις δείχνουν πως οι αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής ασκούσαν ένα είδος λιθολατρείας. Οι κάτοικοι της ερήμου πίστευαν στα είδωλα σε σχέση με τους καλούς οιωνούς που περίμεναν από αυτά. Θεωρούσαν τα δαιμόνια πηγή κακού αλλά καμιά φορά και πηγή προσφοράς, ενώ κάποιοι Άραβες ποιητές πίστευαν ότι είχαν ένα δαιμόνιο μέσα τους που τους υπαγόρευε τα ποιήματά τους. Η ανάδειξη της Μέκκας ως κέντρου, οφείλεται στη θρησκευτική σημασία που είχε η πόλη με την ύπαρξη του Ghaba ως λατρευτικού χώρου, ήδη από την εποχή του Αβραάμ, χιλιάδες χρόνια πριν από το Ισλάμ. Άλλος καθοριστικός παράγοντας, που συνέβαλε τα μέγιστα στην προσέλκυση πληθυσμού στη Μέκκα, ήταν η γεωγραφική θέση στο δρόμο των καραβανιών. Σύμφωνα με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, απέφευγαν κάθε πολεμική αναμέτρηση στη διάρκεια τεσσάρων ιερών μηνών κάθε χρόνο. Οι ιεροί αυτοί μήνες ήταν οι: Zi, Qidah, Zi Hajj, Maharam και Rajab. Στην ελληνική έκδοση του Κορανίου αναφέρονται τα εξής : «Πολύ πριν από τον Μωάμεθ, ο Αραβικός παγανισμός είχε παρουσιάσει σημεία παρακμής. Στην Κάσμπα (Ghaba) οι Μεκκανοί λάτρευαν όχι μόνο τον Αλλάχ, τον Υπέρτατο Σημιτικό Θεό, αλλά επίσης πολλές γυναικείες θεότητες, που τις θεωρούσαν θυγατέρες του Αλλάχ. Ανάμεσα σε αυτές ήταν η Άλ-Λάτ, Άλ-Ουζάχ και Άλ-Μανάτ, που αντιπροσώπευαν αντίστοιχα τον Ήλιο, την Αφροδίτη και την Τύχη». Η Κάαμπα (αλ Κάμπα, «ο κύβος») είναι ένα οικοδόμημα που βρίσκεται μέσα στο τζαμί που είναι γνωστό ως Μασγίντ αλ-Χαράμ στη Μέκκα. Η Κάαμπα είναι ο ιερότερος τόπος του Ισλάμ. Η κίμπλα, η κατεύθυνση προς την οποία στρέφονται οι Μουσουλμάνοι όταν προσεύχονται, είναι η κατεύθυνση προς την Κάαμπα. Ένας μουσουλμάνος πρέπει να πάει έστω μία φορά στη ζωή του στη Κάαμπα. Σύμφωνα με το Κοράνι, πιστεύεται ότι αρχικά οικοδομήθηκε από τον Ιμπραήμ (Αβραάμ) και τον γιο του Ισμαήλ. Είναι κυβοειδές οικοδόμημα φτιαγμένο από γρανίτη. Ο προς τα ανατολικά θεμέλιος λίθος της Κάαμπα περιλαμβάνει τον Μαύρο Λίθο ο οποίος θεωρείται γενικά ότι είναι υπόλειμμα μετεωρίτη. Η Κάαμπα κατα την διάρκεια της ιστορίας έχει πληγεί από πολλές φυσικές καταστροφές και έχει ανοικοδομηθεί πολλές φορές. Συνεπώς η σημερινή μαύρη Καάμπα διαφέρει από τις παλαιότερες και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αρχική Καάμπα. Είναι φανερό ότι ο λίθος της Κάαμπα απηχεί το λιθολατρικό παρελθόν του αραβικού παγανισμού και ομοίως το σύμβολο της ημισελήνου αποτελεί αναφορά στα θεοποιημένα φυσικά πρότυπα των ουράνιων σωμάτων, τα τόσο προσφιλή στο ενιαίο πλαίσιο των αρχαίων θρησκειών των λαών της Μεσοποταμίας και της εγγύς Ανατολής. Ο Ισμαήλ ήταν γιος του Αβραάμ και της Αιγύπτιας δούλης του Άγαρ. Επειδή η Σάρρα ήταν στείρα, ζήτησε από τον Αβραάμ να έχει σχέσεις με την δούλη της Άγαρ και την έδωσε στον Αβραάμ για παλλακίδα. Όταν έμεινε έγκυος, η Άγαρ περιφρονούσε τη Σάρρα κι εκείνη το είπε στον Αβράαμ, ο οποίος της είπε να κάνει ότι νομίζει καλό. Η Σάρρα άρχισε να της φέρεται άσχημα και εκείνη έφυγε μακριά της. Ένας άγγελος βρήκε την Άγαρ και τη νουθέτησε να γυρίσει στην κυρία της. Ο Αβραάμ ήταν 86 ετών κατά τη γέννηση του Ισμαήλ. Η Σάρρα γέννησε τον Ισαάκ όταν ο Ισμαήλ ήταν δεκατεσσάρων. Σε μια γιορτή για την απογαλάκτιση του Ισαάκ, η Σάρρα είδε τον Ισμαήλ να παίζει με τον γιο της και ζήτησε από τον Αβραάμ να διώξει την Άγαρ και τον Ισμαήλ. Ο Αβραάμ δυσαρεστήθηκε, αλλά αφού ο Θεός τον διαβεβαίωσε ότι θα φροντίσει για την Άγαρ και το παιδί, τους έδιωξε αφού τους έδωσε ψωμί και νερό. Ενώ η Άγαρ ήταν μαζί με τον γιο της στην έρημο Βηρ-σαβεέ και το νερό είχε τελειώσει, απελπισμένη εγκατέλειψε το παιδί της κάτω από τη σκιά ενός θάμνου και απομακρύνθηκε κλαίγοντας για να μην δει το θάνατό του. Ο Θεός άκουσε την προσευχή της και της έδειξε ένα πηγάδι με καθαρό νερό. Εκεί υποσχέθηκε ξανά πως από τον Ισμαήλ θα προέλθει ένα μεγάλο έθνος. Αργότερα, ο Ισμαήλ συμφιλιώθηκε με τον Ισαάκ και είδε τον πατέρα του πριν πεθάνει. Έζησε στη έρημο Φαράν ως νομάδας. Παντρεύτηκε μια Αιγύπτια και απέκτησε 12 γιους και μία κόρη, την Βασεμάθ ή Μαελέθ (Μαχαλάθ), την οποία παντρεύτηκε ο Ησαύ. Με τον τρόπο αυτό σώθηκε η Άγαρ και ο γιος της Ισμαήλ που παρέμειναν όμως για πολλά χρόνια στην έρημο μέχρι να μεγαλώσει ο Ισμαήλ όπου και έλαβε ως σύζυγό του την Φαράν γενόμενος έτσι πατέρας των Ισμαηλιτών, των αργότερα καλουμένων Αγαρηνών. Από τους απογόνους του προήλθαν κάποιες αραβικές φυλές (Ισμαηλίτες, Αγαρηνοι, Σαρακηνοι). Πέθανε σε ηλικία 137 ετών.Οι Ισμαηλίτες ήταν απόγονοι του Ισμαήλ, γιου του Αβραάμ και της δούλης της Σάρρας, Άγαρ. Ο Ισμαήλ είχε 12 γιους που εμφανίζονται στη Γραφή ως γενάρχες δώδεκα αραβικών φυλών: Ναβαιώθ, Κηδάρ, Ναβδεώλ, Μασσάμ, Μασμά, Δουμά, Μασσή, Χοδδούν, Θαιμάν, Ιετούρ, Ναφές και Κεδμά. Οι δώδεκα φυλές κατοικούσαν στη βόρεια Αραβία. Όπως και ο γενάρχης τους ζούσαν νομαδική ζωή. Απόγονοί τους είναι οι Βεδουίνοι Άραβες της Σιναϊτικής χερσονήσου. Όλοι οι Άραβες που κατοικούν στη συροαραβική έρημο, ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι του Ισμαήλ. Οι Ισμαηλίτες κατοικούσαν στο βόρειο και δυτικό τμήμα της αραβικής χερσονήσου. Στην Αγία Γραφή αναφέρονται στη διήγηση τη σχετική με την πώληση του Ιωσήφ. Ήταν έμποροι που έφεραν αρώματα και φάρμακα στην Αίγυπτο. Ο Αβίας που ήταν επόπτης στις αγέλες των καμήλων του βασιλιά Δαβίδ, ήταν Ισμαηλίτης στην καταγωγή. Στο βιβλίο των Ψαλμών οι Ισμαηλίτες αναφέρονται ως εχθροί των Ισραηλιτών. Ο όρος Σαρακηνοί χρησιμοποιούνταν για τους Άραβες από την Ύστερη Αρχαιότητα. Κατά το Μεσαίωνα επεκτάθηκε εν γένει στους Μουσουλμάνους ιδιαίτερα στα πλαίσια των πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ Βυζαντίου και των χαλιφάτων των Ομεϋαδών και Αββασιδών, αλλά και κατά τις Σταυροφορίες για να δηλώσει τους Άραβες, Κούρδους, Τούρκους, Πέρσες, κλπ. αντιπάλους των χριστιανικών κρατών. Ο όρος Σαρακηνοί είναι ελληνικός και προέρχεται από την αραβική λέξη sharqiyyin («ανατολίτες»), ενώ από τον ελληνικό όρο προέρχονται οι αντίστοιχοι όροι στις πλείστες ευρωπαϊκές γλώσσες. Κατά τους πρώτους αιώνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας οι Σαρακηνοί ήταν νομαδική αραβική φυλή από τη Χερσόνησο του Σινά, αλλά αργότερα οι ελληνόφωνοι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας χρησιμοποίησαν τον όρο αναφερόμενοι σε όλους τους Άραβες. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, κάτοικος της πρωτεύουσας του χαλιφάτου, περιέγραψε τους Σαρακηνούς στις αρχές του 8ου αιώνα: «Έστι δε και η μέχρι του νυν κρατούσα λαοπλάνος θρησκεία των Ισμαηλιτών, πρόδρομος ούσα του Αντιχρίστου. Κατάγεται δε από Ισμαήλ, του εκ της Αγάρ τεχθέντος τω Αβραάμ, διόπερ Αγαρηνοί και Ισμαηλίται προσαγορεύονται. Σαρακηνούς δε αυτούς καλούσιν, ως εκ της Σαρρας κενούς...» Στην συνέχεια γράφει ότι αυτοί οι Αγαρηνοί (Άραβες) έγιναν ειδωλολάτρες και προσκύνησαν το φωτεινό αστέρι Αφροδίτη (πλανήτη), οπότε «έως μεν, ουν των Ηρακλείου χρόνων προφανώς ειδωλολάτρουν», μετά όμως την εμφάνιση του «Μαμέδ», δηλαδή του Μωάμεθ, ο οποίος μελέτησε την Παλαιά και Καινή Διαθήκη «ομοίως δήθεν Αρειανώ προσομιλήσας μοναχώ, ιδίαν συνεστήσατο αίρεσιν». Ο πλανήτης Αφροδίτη ήταν γνωστή από τους αρχαίους χρόνους, καθώς είναι εύκολα ορατή στον ουρανό. Στην αρχαιότητα ονομάζονταν Εωσφόρος ("αυτός που φέρνει την αυγη") όταν εμφανίζονταν το πρωί και Έσπερος το βράδυ. H θεά Αφροδίτη ήταν θεά της ομορφιάς και η προστάτιδα του έρωτα. Αστρονομικά, ο Εωσφόρος είναι ο πιο λαμπρός πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος, ο πλανήτης Αφροδίτη όπως προείπαμε, με τις δύο διαφορετικές εκφάνσεις του: δηλαδή ως Εωσφόρος κατά το χάραμα της ημέρας (προαναγγέλλοντας της αυγή) και ως Έσπεροςκατά το σούρουπο. Ο Εωσφόρος στην χριστιανική θρησκεία είναι ο διάβολος, ο Σατανάς, ο αιώνιος εχθρός του ανθρώπου. Μια βαβυλωνιακή επιγραφή του 2.400 π.Χ. αφηγείται την ήττα του βασιλιά του Μαγκάν απο τον βαβυλώνιο βασιλιά Ναράμ-Σιν. Απο εκεί μαθαίνουμε για το Βασίλειο του Μαγκάν, (στη ΝΔ πλευρά της αραβικής χερσονήσου) την περιοχή που κατοικούσε η πανάρχαια αραβική φυλή των Μηναίων. Απο βαβυλωνιακές και πάλι πηγές μαθαίνουμε τα ονόματα 25 Αράβων βασιλιάδων. Μία άλλη επιγραφή του 2.300 π.Χ. κάνει λόγο για το βασίλειο των Σαβαίων στην Υεμένη. Η διάσημη βασίλισσα του, ήταν αυτή που σύμφωνα με τη Παλαιά Διαθήκη, επισκέφτηκε το βασιλιά Σολομώντα των Εβραίων στην Παλαιστίνη το 950 π.Χ.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αραβική_μυθολογία
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κάαμπα
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ισμαήλ
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Άγαρ
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σαρακηνοί
http://users.sch.gr/aiasgr/Eguklopaideia/Laoi_kai_fules/Arabikes_fules.htm
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αφροδίτη_(πλανήτης)
http://www.pronews.gr/istoria/499442_giati-oi-arhaioi-ellines-onomazan-tin-afroditi-eosforo-kai-espero
https://olympia.gr/2013/05/27/ισλαμισμοσ-θρησκεία-και-τέχνη/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αραβική_χερσόνησος
http://users.sch.gr/aiasgr/Eguklopaideia/Xwres_kai_laoi/Arabia.htm
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σημίτες
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σημ
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αραβική_γλώσσα

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

Η μάχη της Σουφετουλα (647 μ.χ.) : Η ήττα των Βυζαντινών Ελλήνων απο τους Άραβες και ο εξισλαμισμός της Αφρικής

Ο Μαυρίκιος είναι ένας από τους σπουδαιότερους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Με αποφασιστικά οργανωτικά μέτρα κατόρθωσε τουλάχιστον ο Μαυρίκιος να εξασφαλίσει την κυριαρχία της αυτοκρατορίας πάνω σε ένα μεγάλο τμήμα της Δύσης για μακρό χρόνο. Κατόρθωσε να συνενώσει τα κατάλοιπα των κτήσεων του Ιουστινιανού, ιδρύοντας τα Εξαρχάτα της Ραβέννας και της Καρχηδόνας, που επεδίωξε να καταστήσει απρόσβλητα με μια σιδερένια στρατιωτική διοίκηση: Οργάνωσε ως στρατιωτικές αρμοστίες τις περιοχές της βόρειας Αφρικής, καθώς και της Ραβέννας, που ήταν κυκλωμένη από λογγοβαρδικές κατακτήσεις, και ανέθεσε την στρατιωτική και πολιτική διοίκησή τους στους Εξάρχους. Τα δύο Εξαρχάτα έγιναν τα προωθημένα ορμητήρια της βυζαντινής επιρροής στη Δύση. Ωστόσο η οργάνωσή τους εγκαινίασε την εποχή της στρατιωτικοποιήσεως της βυζαντινής διοικήσεως. Εξαρχάτο ονομαζόταν διοικητική περιφέρεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στην Ιταλία και τη βόρεια Αφρική από τον 6ο ως τον 8ο αιώνα. Το εξαρχάτο ήταν απομακρυσμένο από το κέντρο, και ο διοικητής (Έξαρχος) συγκέντρωνε την πολιτική και στρατιωτική εξουσία.
Ο Γρηγόριος ο Πατρίκιος (Φλάβιος Γρηγόριος, πέθανε 647) ήταν βυζαντινός Εξάρχος της Αφρικής (Τυνησία και Αλγερία). Ένας συγγενής της κυρίαρχης δυναστείας του Ηράκλειου, ο Γρηγόριος ήταν θρησκευτικά έντονα υπέρ-Χαλκηδόνιος χριστιανός και οδήγησε μια εξέγερση το 646 εναντίον του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Β' για την υποστήριξη του τελευταίου για τον Μονοθελισμό (αίρεση). Λίγο αργότερα ο ίδιος αντιμετώπισε μια αραβική εισβολή το 647. Ο Γρηγόριος αντιμετώπισε τους Άραβες εισβολείς αλλά κατάφεραν αποφασιστικά να τον νικήσουν και να τον σκοτώσουν στην μάχη της πόλης Sufetula. Η βυζαντινή Αφρική επέστρεψε στην αυτοκρατορική πίστη μετά το θάνατό του και την απόσυρση των Αράβων, αλλά τα θεμέλια της βυζαντινής κυριαρχίας εκεί είχαν υποστεί μοιραία υπονόμευση. Ο Γρηγόριος ο Πατρίκιος συσχετίστηκε με συγγένεια αίματος με τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641) και τον εγγονό του Κωνσταντα Β' 641-668), και πιθανότατα ήταν γιος του εξαδέλφου του Ηρακλείου Νικητα. Ο Γρηγόριος για πρώτη φορά πιστοποιείται ως Έξαρχος της Αφρικής («πατρίκιος της Αφρικής» στον Θεοφάνη) τον Ιούλιο του 645, αλλά μπορεί να έχει ήδη διοριστεί υπό τον Ηράκλειο. Η Εξαρχία αυτή τη στιγμή ήταν σε εσωτερική αναταραχή εξαιτίας της σύγκρουσης μεταξύ του κυρίως ορθόδοξου χαλκηδονικού πληθυσμού και των υποστηρικτών του αιρετικού μονοθεατισμού, μια προσπάθεια συμβιβασμού μεταξύ Χαλκηδονισμού και μονοφυσιτισμού που επινόησε και προώθησε ο Ηράκλειος το 638. Στην Αφρική ο τελευταίος υποστηρίχθηκε κυρίως από χριστιανούς πρόσφυγες από την Αίγυπτο. Σε μια προσπάθεια να μειώσει τις εντάσεις, τον Ιούλιο του 645 ο Γρηγόριος φιλοξένησε μια θεολογική διαμάχη στην πρωτεύουσά του Καρχηδόνα μεταξύ του Χαλκηδόνα Μάξιμου του Ομολογητή και του πρώην Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Πύρρου. Ο Γρηγόριος συνέβαλε στη συμφιλίωση των δύο και ο Πύρρος επανέλαβε την χαλκηδονική θέση. Κατά τους προσεχείς μήνες, αρκετές τοπικές συνόδους στην Αφρική προχώρησαν στην καταδίκη του μονοθεατισμού ως αίρεση. Το 646, ο Γρηγόριος ξεκίνησε μια εξέγερση εναντίον του αυτοκράτορα Κωνσταντα Β' προφανής λόγος ήταν η υποστήριξη του τελευταίου για τον μονοθεατισμό, αλλά αναμφισβήτητα ήταν και αντίδραση στην εύκολη μουσουλμανική κατάκτηση της Αιγύπτου και στην απειλή που παρουσίασε στην υπόλοιπη βυζαντινή Αφρική. Δεδομένης της αποτυχίας της αυτοκρατορικής κυβέρνησης στην Κωνσταντινούπολη να σταματήσει την μουσουλμανική πρόοδο, ήταν, σύμφωνα με τον Charles Diehl, "ένας μεγάλος πειρασμός για τον ισχυρό κυβερνήτη της Αφρικής να αποχωρήσει από την αδύναμη και απομακρυσμένη αυτοκρατορία που φαινόταν ανίκανη να υπερασπίσει τους πολίτες της ". Οι δογματικές διαφορές, καθώς και η μακρόπνοη αυτονομία της Εξαρχίας της Αφρικής, ενίσχυσαν αυτή την τάση. Ο Αραβας χρονογράφος al-Tabari από την άλλη πλευρά υποστηρίζει ότι η εξέγερση του Γρηγόριου προκλήθηκε από μια φορολογία των 300 κιλών χρυσού που ζήτησε ο Αυτοκράτορας Κωνσταντας Β'. Οι αραβικές πηγές ισχυρίζονται ότι μετά την ανακήρυξή του Γρηγόριου ως νέου αυτοκράτορα, έκοψε νομίσματα με το δικό του είδωλο, αλλά κανένα δεν έχει βρεθεί μέχρι τώρα. Φαίνεται ότι τόσο ο Μάξιμος ο Ομολογητής όσο και ο Πάπας Θεόδωρος Α' ενθάρρυναν ή τουλάχιστον υποστήριζαν τον Γρηγόριο σε αυτό το εγχείρημα. Έτσι, ο Πάπας δήλωσε ότι έστειλε έναν απεσταλμένο για να μεταφέρει ένα όνειρο από τον Μάξιμο, σύμφωνα με το οποίο δύο αντίπαλες χορωδίες των αγγέλων φώναζαν «Νίκη στον Κωνσταντίνο [Κωνσταντίνος] Αύγουστος» και «Νίκη στον Γρηγόρη Αυγούστο», με τον πρώτο να σιωπά και να κερδίζει έξω. Η εξέγερση φαίνεται να έχει βρει ευρεία υποστήριξη και στο λαό, όχι μόνο ανάμεσα στους Ρωμαίους Αφρικανούς, αλλά και στους ιθαγενείς Βερβερους του εσωτερικού. Το 642-643, οι Άραβες κατέλαβαν την βυζαντινή Κυρηναϊκή και το ανατολικό μισό της Τριπολιτάνιας, μαζί με την βυζαντινή Τρίπολη. Ήταν μόνο εντολή του Χαλίφ Ουμάρ (σ. 634-644) που σταμάτησε την επέκτασή τους προς τα δυτικά. Ωστόσο, το 647, ο διάδοχος του χαλίφης Umar Uthman διέταξε τον Abdallah ibn Sa'ad να εισβάλει στην βυζαντινή Εξαρχία με 20.000 άνδρες. Οι μουσουλμάνοι εισέβαλαν στη δυτική Τριπολιτάνια και προχώρησαν στο βόρειο όριο της βυζαντινής επαρχίας Byzacena. Ο Γρηγόριος αντιμετώπισε τους Άραβες με την επιστροφή τους στη Sufetula, αλλά νικήθηκε και σκοτώθηκε. Η μάχη της Sufetula πραγματοποιήθηκε το 647 μεταξύ των Αραβικών Μουσουλμανικών δυνάμεων του Χαλιφάτου και της Βυζαντινής Εξαρχίας της Αφρικής. Ο Αγάπιος της Ιεράπολης και κάποιες συριακές πηγές ισχυρίζονται ότι επέζησε της ήττας και έφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συμφιλιώθηκε με τον Κωνσταντα Β', αλλά οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές δέχονται τον αραβικό χρονικό κατάλογο του θανάτου του στη μάχη. Οι αραβικοί λογαριασμοί ισχυρίζονται επίσης ότι οι μουσουλμάνοι κατέλαβαν την κόρη του Γρηγόριου, που είχε αγωνιστεί από την πλευρά του πατέρα της. Μεταφέρθηκε πίσω στην αραβική πια Αίγυπτο ως μέρος της λείας των αιχμαλώτων, αλλά έπεσε από την καμήλα της κατά τη διάρκεια της πορείας και σκοτώθηκε. Μετά τον θάνατο του Γρηγόριου, οι Άραβες λεηλάτησαν την Sufetula και έσπευσαν επιτεθούν στο υπόλοιπο Βυζαντινό Εξαρχάτο, ενώ οι Βυζαντινοί αποχώρησαν πρός τα φρούρια τους. Δεν μπόρεσαν να καταστρέψουν τις βυζαντινές οχυρώσεις και ικανοποιημένοι με τα τεράστια ποσά λεηλασίας που είχαν κάνει, οι Άραβες συμφώνησαν να αποχωρήσουν με αντάλλαγμα την καταβολή ενός βαρύ φόρου σε χρυσό. Παρά το γεγονός ότι η αραβική επιδρομή δεν συνεχίστηκε για κάποιο διάστημα και υπήρξε αποκατάσταση των σχέσεων με την πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη, η βυζαντινή κυριαρχία στην Αφρική κλονίστηκε στις ρίζες της από την εξέγερση του Γρηγορίου και την αραβική νίκη.
Η Sbeitla ή Sufetula είναι μια πόλη στη βόρεια-κεντρική Τυνησία. Σε κοντινή απόσταση βρίσκονται τα ρωμαϊκά ερείπια της Sufetula, που περιέχουν τους καλύτερα διατηρημένους ναούς της Ρωμαϊκής Αγοράς στην Τυνησία. Ήταν το σημείο εισόδου της μουσουλμανικής κατάκτησης της Βόρειας Αφρικής. Η περιοχή κατοικήθηκε από νομαδικές φυλές έως ότου η Ρωμαϊκή λεγεώνα Legio III Augusta ίδρυσε στρατόπεδο στην Αμμεδάρα. Μέσω της παράδοσης του αρχηγού των Βερβερων του Τακφαρινά, η περιοχή ειρηνεύτηκε και κατοικήθηκε κάτω από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Βεσπασιανό και τους γιους του μεταξύ 67 και 69 μ.χ. , καθιστώντας την πόλη στη ρωμαϊκή επαρχία της Byzacena. Ορισμένες επιγραφές που βρέθηκαν στην πόλη υποδηλώνουν ότι ο οικισμός είχε επιτυχία κατά μήκος των συνοριακών γραμμών στη Βόρεια Αφρική κατά τον 2ο αιώνα, επιτυγχάνοντας μεγάλη ευημερία μέσω της ελαιοβιομηχανίας, η καλλιέργεια της οποίας επωφελήθηκε από εξαιρετικές κλιματικές συνθήκες στην περιοχή. Τα ελαιοτριβεία που βρίσκονται στα ερείπια της πόλης ενισχύουν περαιτέρω αυτό το συμπέρασμα. Η προκύπτουσα ευημερία κατέστησε δυνατή την κατασκευή ενός υπέροχου Φόρουμ (Αγοράς) και άλλων σημαντικών κτιρίων. Η άφιξη των Βυζαντινών εγκαινίασε μια νέα περίοδο μεγαλοπρέπειας. Το 647, στα χωράφια πριν από την πόλη ήταν ο τόπος μιας μεγάλης μάχης μεταξύ των Βυζαντινών και των συμμάχων Βερβερών του Γρηγορίου του Πατρικίου και του κυβερνήτη της Αιγύπτου του Αραβικού Χαλιφάτου, Αμπντουλάχ Ίμπν Σάαντ. Ο χαλίφης κατά την εποχή της μάχης ήταν ο Ουτάνμ Ίμπν Άφαν, ο οποίος έβαλε το στρατό υπό την ηγεσία του Abdullah ibn Saad. Κατά την άφιξή του στην Κυρηναϊκή, ο Uqba ibn Nafi και τα στρατεύματά του εντάχθηκαν στον κύριο στρατό και οι δύο διοικητές προετοίμασαν από κοινού το σχέδιο να κατακτήσουν την βυζαντινή Sbeitla. Η μάχη ήταν μακρά και σκληρή και ο Χαλίφ Ουθμάν έστειλε την ενίσχυση υπό την ηγεσία του Abd Allah ibn al-Zubayr. Οι τρεις Άραβες ηγέτες προετοίμασαν ένα νέο σχέδιο μάχης και τελικά κατάφεραν να νικήσουν και να κατακτήσουν την Sufetula. Η μουσουλμανική κατάκτηση σηματοδότησε το τέλος της μητρόπολης της Sufetula, η οποία όμως ανανεώθηκε ονομαστικά ως καθολική έδρα επισκοπής. Οι φυλές των Βερβερων, ειδικότερα, έπαψαν την υπακοή τους στην Βυζαντινή αυτοκρατορία και το μεγαλύτερο μέρος της νότιας Τυνησίας φαίνεται να έχει γλιστρήσει έξω από τον έλεγχο της βυζαντινής Καρχηδόνας. Έτσι, η μάχη της Sufetula σήμανε «το τέλος, περισσότερο ή λιγότερο κοντά, αλλά αναπόφευκτο, της βυζαντινής κυριαρχίας στην Αφρική» (Diehl).
Η περαιτέρω επέκταση των κατακτήσεων των Αράβων στη Β. Αφρική σταμάτησε, για ένα διάστημα, από την ενεργό αντίσταση των Βέρβερων. Η στρατιωτική δράση των Αράβων σταμάτησε επίσης λόγω των εσωτερικών αγώνων που ξέσπασαν μεταξύ των τελευταίων «ορθόδοξων χαλιφών» του Αλή και του διοικητή της Συρίας Μωαβιά. Ο αιματηρός αυτός αγώνας τέλειωσε το 661 με το θάνατο του Αλή και τον θρίαμβο του Μωαβιά, ο οποίος ανέβηκε στο θρόνο εγκαινιάζοντας τη νέα δυναστεία των χαλίφων Ομεϊάδων και ορίζοντας ως πρωτεύουσα του βασιλείου του τη Δαμασκό. Μετά την επιτυχημένη ενίσχυση της δύναμής του στη χώρα του, ο Μωαβιά ανανέωσε τους επιθετικούς πολέμους εναντίον του Βυζαντίου στέλνοντας το στόλο του κατά της Κωνσταντινούπολης και επαναλαμβάνοντας τις κινήσεις του προς τη Δύση, στην περιοχή της Β. Αφρικής. Το κύμα του αραβικού επεκτατισμού έφτασε στο σημερινό Μαγκρέμπ το 669. Η κατάκτηση της βυζαντινής επαρχίας της Αφρικής διήρκησε τριάντα χρόνια. Σημαντικό ρόλο στην καθυστέρηση αυτή έπαιξαν οι πολυάριθμες εξεγέρσεις των Βερβέρων και η σθεναρή άμυνα των οχυρωμένων βυζαντινών πόλεων: οι μεν υποτάχθηκαν μερικώς με την κατάκτηση της χερσονήσου της Ταγγέρης ενώ οι δε είδαν να χάνουν την πρωτεύουσα της επαρχίας, Καρχηδόνα, το 697. Επωφελούμενοι οι Άραβες από την ανώμαλη πολιτική κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη έστειλαν το 697 μεγάλη στρατιωτική δύναμη στην βόρεια Αφρική για να την κατακτήσουν. Η πρώτη μεγάλη τους επιτυχία ήλθε όταν εκπόρθησαν την Καρχηδόνα. Ο αυτοκράτορας Λεόντιος αντέδρασε στέλνοντας στρατό και στόλο υπό τον πατρίκιο Ιωάννη, ο οποίος κατόρθωσε να ελευθερώσει την κατακτημένη πόλη και τα περίχωρά της. Ο χαλίφης όμως Αμπντ ελ Μάλεκ έστειλε το 698 νέο ισχυρότερο στρατό και στόλο και κατέλαβε την Καρχηδόνα οριστικά, αναγκάζοντας τον Ιωάννη να αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη. Στην συνέχεια οι Άραβες κατεδάφισαν τα τείχη της πόλης και τα οικοδομήματά της εξαφανίζοντάς την από τον χάρτη για να μην μπορέσουν ξανά οι Βυζαντινοί να την χρησιμοποιήσουν σαν ορμητήριο εναντίον τους. Μετά την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης, ως νέα πρωτεύουσα ορίστηκε το Καϊρουάν. Οι σχέσεις μεταξύ των Αράβων και του πληθυσμού της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου διαφέρουν πολύ από τις σχέσεις που δημιουργήθηκαν στη Β. Αφρική στις περιοχές της σύγχρονης Λιβύης, Τυνησίας, Αλγερίας και Μαρόκου. Στη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο οι Άραβες δεν αντιμετώπισαν καμιά ισχυρή αντίσταση από τον πληθυσμό, αλλά μάλλον γνώρισαν την υποστήριξη και τη συμπάθεια του πληθυσμού που κατέκτησαν. Σε απάντηση της συμπάθειας αυτής οι Άραβες συμπεριφέρθηκαν στους νέους υπηκόους τους με μεγάλη ανοχή. Τελείως διαφορετική ήταν η κατάσταση στη Β. Αφρική. Εκεί η μεγάλη πλειονότητα των Βέρβερων, παρά την επίσημη αναγνώριση του Χριστιανισμού, παρέμενε στην παλιά κατάσταση του βαρβαρισμού και αντιστεκόταν πολύ ισχυρά στον αραβικό στρατό, ο οποίος για αντίποινα λεηλατούσε και ερήμωνε τις περιοχές των Βέρβερων. Χιλιάδες αιχμαλώτων μεταφέρονταν στην Ανατολή όπου και τους πουλούσαν ως δούλους. «Στις νεκρές πόλεις της Τύνιδας», λέει ο Diehl, «οι οποίες είναι σήμερα, στην πλειοψηφία τους, στην ίδια κατάσταση στην οποία είχαν μείνει μετά την εισβολή των Αράβων, μπορεί κανείς να βρει σε κάθε στροφή ίχνη των τρομερών αραβικών επιδρομών». Όταν τελικά οι Άραβες πέτυχαν να κατακτήσουν τις επαρχίες της Β. Αφρικής, πολλοί από τους ντόπιους μετανάστευσαν στην Ιταλία και τη Γαλατία. Η Εκκλησία της Αφρικής, που κάποτε υπήρξε τόσο φημισμένη στα χρονικά της χριστιανικής ιστορίας, δέχτηκε ένα πολύ δυνατό χτύπημα. Σχετικά με τα γεγονότα της περιόδου αυτής, ο Diehl λέει τα εξής: « Δύο αιώνες η Βυζαντινή αυτοκρατορία διατήρησε στις περιοχές αυτές τη δύσκολη κληρονομιά της Ρώμης, δύο αιώνες η αυτοκρατορία πέτυχε τη μεγάλη και σταθερή πρόοδο των επαρχιών αυτών χάρη στη δυναμική αντίσταση των οχυρών τους, δύο αιώνες διατήρησε στο τμήμα αυτό της Β. Αφρικής τις παραδόσεις του κλασικού πολιτισμού και μετέστρεψε τους Βέρβερους σ’ έναν ανώτερο πολιτισμό, με βάση τη θρησκευτική προπαγάνδα. Μέσα σε 50 χρόνια η εισβολή των Αράβων κατέστρεψε όλες αυτές τις επιτυχίες». Παρά τη γρήγορη διάδοση του Ισλαμισμού ανάμεσα στους Βέρβερους, ο Χριστιανισμός συνέχισε να υπάρχει ανάμεσά τους και ακόμα και τον 14ο αιώνα, ακούμε για «μερικά μικρά χριστιανικά νησιά της Β. Αφρικής». Σημειωτέον είναι ότι τα περισσότερα μουσουλμανικά στρατεύματα στην κατάκτηση της Ισπανίας προήλθαν από τις πρόσφατα κατεκτημένες περιοχές της σημερινής Τυνησίας και της Ταγγέρης· η επέκταση στο εσωτερικό του Μαρόκου και της Αλγερίας θα αργούσε έναν αιώνα ακόμα. Οι Βαλεαρίδες Νήσοι της Ισπανίας στην Μεσόγειο, υπό βυζαντινό έλεγχο, πέρασαν κάτω από μουσουλμανικό έλεγχο κατά τον 10ο αιώνα μ.χ., 300 χρόνια μετά δηλαδή.
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Gregory_the_Patrician
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Sufetula
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Sbeitla
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μουσουλμανική_κατάκτηση_της_Ιβηρικής_χερσονήσου
https://feltor.wordpress.com/2011/01/18/ο-αυτοκράτορας-μαυρίκιος-και-η-εισβολ/

http://byzantin-history.blogspot.co.id/2011/02/8.html?m=1

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Εξαρχάτο

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λεόντιος


Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

Πυθέας ο Μασσαλιώτης (Μέρος Β') : Η επιστημονική έρευνα του Πυθέα και οι βάρβαροι πολιτισμοί της Βόρειας Ευρώπης

Η Μασσαλία την εποχή του Πυθέα (380 -310 πΧ) ήταν ένα μεγάλο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο στην ανώτερη ακμή του. Το εμπόριο βαρβάρων δούλων και κρασιού την κατέστησαν ως μια από τις δυνατές Μεσογειακές πόλεις. Ήταν μια πόλη υπόδειγμα, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη. Στις καλές σχέσεις με τους γείτονές της Κέλτες, Ίβηρες και Ρωμαίους οφείλεται η μακροημέρευση και η ευμάρειά της. Στον κλιμακούμενο ανταγωνισμό με τα φοινικικά συμφέροντα της Καρχηδόνας οφείλεται η ανάγκη να ξεπεράσει τα όρια του τότε γνωστού κόσμου προς αναζήτηση ασφαλών εμπορικών δρόμων και σπάνιων προϊόντων. Συγκεκριμένα κασσίτερου και ήλεκτρου. Ο κασσίτερος έβρισκε χρήση τόσο στην προσοδοφόρα οπλοποιία όσο και στην τέχνη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα μπρούτζινα χυτά αγάλματα της κλασσικής και της ελληνιστικής εποχής. Χρησιμοποιούταν επίσης για μαγειρικά σκεύη καθώς και για την δημιουργία καθρεπτών. Οι Μασσαλιώτες τον αντάλλασσαν με άλλα προϊόντα τους από τις Κασσιτερίδες νήσους, δηλαδή από τα νησιά και τις ακτές της Βρετανίας. Το ήλεκτρον (κεχριμπάρι) ήταν ένα πολύτιμο υλικό που χρησιμοποιούταν στην κοσμηματοποιία και βρισκόταν στην Βαλτική. Η ανάγκη για ανεφοδιασμό αυτών των δύο προϊόντων ήταν που έσπρωξε τον Πυθέα σε άγνωστα νερά, πολύ κοντά στον Αρκτικό κύκλο. Την ίδια περίοδο ο συμπατριώτης του, Ευθυμένης, πραγματοποίησε ταξίδι νότια, στις αφρικανικές ακτές. Ο Πυθέας, με την ιδιότητα του γεωγράφου και του αστρονόμου, ήταν ο πιο κατάλληλος για να χαρτογραφήσει μια θαλάσσια διαδρομή. Από το έργο του, “Περί Ωκεανού”, του οποίου μόνο αποσπάσματα σώζονται, τα κατάφερε. Ο Πυθέας περιέγραψε το ταξίδι του στα βιβλία του Περί Ωκεανού και Γης περίοδος, από τα οποία σώζονται μόνο αποσπάσματα, σε αναφορές άλλων συγγραφέων. Ο Πύθέας από την στιγμή που πέρασε τις Γαδειρίδες (Ηράκλειες) στήλες, χαρτογραφούσε όλες τις περιοχές που συναντούσε και κρατούσε λεπτομερείς σημειώσεις για το κλίμα, τα ρεύματα, τις παλίροιες, τις θερμοκρασίες ατμόσφαιρας και θαλάσσης, τις κατευθύνσεις του ανέμου, τις κινήσεις των κοπαδιών ψαριών, τις κινησεις των πουλιών, τις ομίχλες, τις ώρες σκότους και ημέρας και ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες. Όλα αυτά τα έγραψε στο βιβλίο του "Περί Ωκεανού"το οποίο δυστυχώς δεν έχει βρεθεί. Για τον περίπλουν της Αγγλίας ελάχιστες πληροφορίες διεσώθηκαν, μεταξύ των οποίων, ότι η Βρετανική νήσος "έχει τριγωνικό σχήμα και είναι νήσος μεγίστη". Οι ικανότητές του άλλωστε, φαίνονται και από τον υπολογισμό της περιμέτρου της Βρετανίας, η οποία απέκλειε ελάχιστα από την πραγματική.  Επίσης, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος στη Φυσική Ιστορία αναφέρεται με λεπτομέρειες στο έργο αυτό όπου, ο Πυθέας εκτιμά την παλιρροιακή δύναμη στις ακτές της Βρετάνης μέσω των ρυθμών της και, προφανώς είχε μια πολύ καλή θεωρία για να εξηγεί τους ρυθμούς της παλίρροιας με τη σελήνη. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, είναι σχεδόν βέβαιος πως η επίδραση της Σελήνης, στις παλίρροιες, ήταν γνωστή από τον 4ο αιώνα π.χ. χάρη στον Πυθέα. "Σ΄ αυτό τον ήρεμο κόλπο επιβεβαίωσα τη σχέση της σελήνης με την παλίρροια. Βλέπω την "΄Αρτεμη", το πλοίο μας, σ΄ όλη του την αίγλη και η θάλασσα προχώρησε μα και υποχώρησε πιο πολύ από χθες. Η διαφορά ύψους δείχνει να είναι ογδόντα πήχεις. Κατά τη γνώμη μου τεράστια". Επίσης έχουμε δική του μαρτυρία για τη μικρότερη διάρκεια της μέρας, ανάλογα με την εποχή. Και ο λόγος που πιστεύουμε πως έφθασε τόσο βόρεια, είναι ένα κείμενό του, όπου ο Πυθέας λέει, πως είδε τον ήλιο να ανατέλλει αμέσως μετά τη δύση. Άρα πρέπει να έφθασε σε μεγάλο γεωγραφικό πλάτος το καλοκαίρι. Κι εκείνη την εποχή υπάρχει μόνο η δική του μαρτυρία σχετικά με τη διαφορά στη διάρκεια της μέρας. "Ο ήλιος φάνηκε επιτέλους ανάμεσα από τα γκρίζα σύννεφα. Κατάφερα να υπολογίσω τους αριθμούς που προσδιορίζουν τη σχέση ανάμεσα στη σκιά και το ύψος του γνώμονά μου. Πλησιάζουμε στο ηλιοστάσιο, και η μέρα εδώ είναι πιο μεγάλη απ΄ ότι στη χώρα των βόρειων βρετανών. Διαρκεί πάνω από 18 γυρίσματα της κλεψύδρας. Όταν προσπάθησα να δώσω στους ιθαγενείς να καταλάβουν πως ήθελα να πάω στη Θούλη, αυτοί οι βάρβαροι μας έδειξαν που δύει ο ήλιος και τον τόπο όπου ο ήλιος έχει το θρόνο για κρεβάτι του. Γιατί εκεί γέρνει και εκεί υψώνεται". Επίσης αποδεικνύεται  από άλλους ιστορικούς πως ο Πυθέας ανακάλυψε την έννοια του γεωγραφικού πλάτους. Και πως επινόησε το γεωγραφικό πλάτος; Όλοι νομίζουμε πως το ηλιακό ρολόι δείχνει την ώρα. Για τους έλληνες, το ηλιακό ρολόι δεν δείχνει την ώρα. Ήταν ένα αστρονομικό παρατηρητήριο. Κι αυτό έδειχνε το μήκος της σκιάς την πιο σύντομη μέρα καθώς και το μήκος της σκιάς την πιο μεγάλη μέρα δηλ. το χειμερινό και το θερινό ηλιοστάσιο. Έδειχνε επίσης το μήκος της σκιάς την ημέρα της ισημερίας. Η γωνία που σχηματίζει η ακμή του γνώμονα ή του ρολογιού με τη θέση της σκιάς την ημέρα της ισημερίας είναι ακριβώς η γωνία του γεωγραφικού πλάτους. Αυτή την ανακάλυψη την έκανε πρώτος ο Πυθέας. είδε πως αυτή η γωνία έδειχνε πόσο ψηλά ήταν αυτό το μέρος. Με τη μέθοδο αυτή υπολόγισε το γεωγραφικό πλάτος της γενέτειράς του Μασσαλίας, με σχεδόν απόλυτη ακρίβεια. Βρήκε τιμή που αντιστοιχεί σε 43°3'. Η πραγματική είναι 43°17' !!! Είναι πιθανό, με τη βοήθεια των τριγώνων γνωμόνων και σκιάς, να υπολόγισε την περίμετρο της Γης, και να έδωσε την τιμή 300.000 σταδίων, την οποία αναφέρει ο Αρχιμήδης, χωρίς να δηλώνει την πατρότητά της. "Από τη σχέση του μήκους του γνώμονος και της σκιάς του, βεβαιώνω πως αυτή τη στιγμή απέχουμε 9.000 στάδια από τη Μασσαλία πάνω από τη διάμεσο του κόσμου. Η μέρα τώρα διαρκεί σχεδόν 18 γυρίσματα της κλεψύδρας αλλά οι βάρβαροι μου εξήγησαν ότι, όλο το χειμώνα ο ήλιος ανεβαίνει μόνο 9 πήχεις πάνω από ορίζοντα πράγμα που συμπίπτει με το ύψος του ήλιου στη Μασσαλία". Γιατί, για να βρούμε τη γωνία του γεωγραφικού πλάτους χρειάζεται και μια ορισμένη επεξεργασία του σχήματος που δείχνει ο γνώμονας. Και εκεί ακριβώς το παράδειγμά του είναι ενδιαφέρον ως προς το συσχετισμό θρύλου και ιστορίας. Δηλαδή τη σχέση που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στην εξερεύνηση της γης, τη χαρτογράφηση και μέτρησή της και τα γεωμετρικά σχήματα, δηλαδή τα σημεία, τις γωνίες τις ευθείες και τις μονάδες μέτρησης. "Η "Άρτεμις" πλέει μέσα σε κάτι άγνωστο που μόνο πνεύμονα της θάλασσας μπορώ να ονομάσω. Δεν είναι ούτε σκληρός πάγος ούτε αέρας, ούτε νερό". Όσο για την γνωστή και μυστηριώδη Θούλη, η οποία τοποθετείται βορειότερα των Βρετανικών νήσων και είναι το έσχατο μέρος του κόσμου, μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν για το αν πρόκειται για την Νορβηγία, τις Νήσους Φερόες ή την Ισλανδία. Οι κάτοικοι της πάντως, πίνουν ένα ποτό από μέλι και σιτάρι και η μεγαλύτερη μέρα διαρκεί είκοσι ώρες. Όσο για τη θάλασσα, σε εκείνη τη περιοχή, ξέρουμε ότι “δεν είναι σκληρός πάγος, δεν είναι νερό, δεν είναι αέρας». Μετά από θαλάσσιο ταξίδι έξι ημερών προς το βορρά έφτασε σε έναν τόπο που ονομάζει Θούλη. Για τη Θούλη ο Πυθέας αναφέρει ότι ήταν μία γεωργική χώρα, όπου η μεγαλύτερη μέρα διαρκεί 20 (ισημερινές) ώρες. Αυτό παραπέμπει σε γεωγραφικό πλάτος 64 μοιρών. Οι εκεί κάτοικοι τρέφονταν με φρούτα και παρασκεύαζαν ένα ποτό από σιτάρι και μέλι. Σχετικά με το ποια ήταν η Θούλη που επισκέφτηκε ο Πυθέας έχουν γίνει διάφορες υποθέσεις. Εικάζεται ότι πρόκειται για την Ισλανδία, τις ακτές της Νορβηγίας, τις Νήσους Φερόες ή Σέτλαντ. Βόρεια τη Θούλης, σε απόσταση μίας μέρας ναυτικού ταξιδιού, ξεκινούσε μία περιοχή όπου η θάλασσα αναμιγνυόταν με τον πάγο, τη στεριά και τον αέρα. Υπάρχουν θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες ο τόπος που περιγράφει ο Πυθέας είναι οι περιοχές του Αρκτικού κύκλου κοντά στην Ισλανδία ή τη Νορβηγία, όπου το θαλασσινό νερό αρχίζει να πήζει και υπάρχει πυκνή ομίχλη. Ο συνδυασμός αυτός (νερό-πάγοι-ομίχλη) του έδωσε την εντύπωση της ανάμιξης των στοιχείων της φύσης. Τα όρια του κόσμου την εποχή του Πυθέα, ήταν νοτιότερα από το πραγματικό γεωγραφικό  πλάτος της Γροιλανδίας. Ακολούθως θα παραθέσουμε τα βάρβαρα έθιμα των λαών της βόρειας Ευρώπης. Ο όρος Βάρβαροι είναι ονομασία που χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τους Αρχαίους Έλληνες και αργότερα από τους Μεσσαιωνικούς Έλληνες ως εθνογραφική ή γεωγραφική ένδειξη, με την οποία, μέχρι τον 5ο π.Χ. αιώνα, χαρακτήριζαν όλους εκείνους που δεν ήταν Έλληνες, τους αλλοδαπούς. Καταδεικνύει ένα λαό με έντονο το αίσθημα της διαφορετικότητάς του από τους μη ανήκωντες σε αυτόν. Στη γνωστή έκφραση « πας μη Έλλην βάρβαρος », περικλείεται και η εθνική υπερηφάνεια των Ελλήνων για τα διανοητικά τους επιτεύγματα.
Οι Κελτες στην Δυτική Ευρώπη ήταν μεγαλύτεροι εξαγωγείς όπλων και υποδημάτων της αρχαιότητας έπνιγαν στην μπίρα τους ανίκανους βασιλιάδες. Όμως εξαφανίστηκαν λόγω της θρυλικής φυλετικής τους υπερηφάνειας. Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι τούς θεωρούσαν βάρβαρους και πολεμοχαρείς, σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη. Διόλου τυχαία, οι ιστορικές μαρτυρίες τούς παρουσιάζουν να ζουν από τις λεηλασίες. Ακόμα και την εμφάνισή τους περιέγραφαν ως τρομακτική: "Ψηλοί, ξανθοί και ρωμαλέοι, μοιάζουν με δαίμονες του δάσους". Για μεγάλο χρονικό διάστημα όλοι οι λαοί θεωρούσαν τους Κέλτες φοβερούς και μυστηριώδεις, κυρίαρχη πίστη που εδραιώθηκε από τις προφορικές μαρτυρίες όσων έρχονταν σ' επαφή μαζί τους. Κάποια στιγμή έγιναν επικίνδυνοι. Ωστόσο μνημεία αφιερωμένα στη νίκη των Ελλήνων βασιλέων της Περγάμου έναντι των Κελτών, τα οποία υπάρχουν στην Πέργαμο και στη Στοά του Αττάλου, στην Αθήνα, αναδεικνύουν τη δύναμη και την αρχοντιά των πολεμιστών τους. Εξαπλώθηκαν από την Ιβηρική Χερσόνησο μέχρι τη Μικρά Ασία και τη Βρετανία και νικήθηκαν από Έλληνες και Ρωμαίους. Υπηρχε πρακτική των ανθρωποθυσιών στις οποίες επιδίδονταν οι δρυΐδες των Κελτών. Οι τύποι ανθρωποθυσίας που εκτελούσαν οι Κέλτες ποίκιλαν σύμφωνα με τη θεότητα που επιδίωκαν να τιμήσουν: απαγχονισμός προς τιμή κάποιου θεού, πνιγμός για να τιμήσουν έναν άλλο. Η γνωστότερη πάντως τεχνική ανθρωποθυσίας των δρυΐδων ήταν το ανθρώπινο σκιάχτρο. Η κατασκευή παραδιδόταν κατόπιν στις φλόγες, παίρνοντας μαζί της τις ζωές των άτυχων θυμάτων. «Και αυτοί οι Γαλάτες που εξευμενίζουν με ανθρωποθυσίες τους ανελέητους θεούς Τεύτα, Έσο και Τάρανη...» (Λουκανός) «Και αυτοί που με καταραμένο αίμα ειρηνεύουν τον άγριο Τευτάτη, τα φριχτά ιερά του Έσου, και οι βωμοί του Τάρανη στυγεροί όπως εκείνοι που αγαπήθηκαν από την Άρτεμη... Και εσείς, ω Δρυίδες, όταν τελείωσε αυτός ο πόλεμος, σε περίεργα μυστήρια και μισητές τελετές γυρίσατε...» (Λουκανός). «Ήταν εκεί ένα άλσος [στη Γαλατία] που από την αρχαιότερη εποχή κανένας άνθρωπος δεν τόλμησε να συλήσει, κρυμμένο από τον ήλιο, με κρύα ανοίγματα... Καμιά συλβανή νύμφη δεν βρήκε κατοικία εδώ, ούτε ο Πάνας, παρά μόνο άγριες τελετές και βάρβαρη λατρεία, απαίσιοι βωμοί... Κάθε δέντρο είχε καθαγιαστεί με αίματα ανδρών... Αν μπορούμε να πιστέψουμε τον αρχαίο θρύλο, κανένα πουλί δεν τόλμησε ποτέ να καθήσει πάνω σε αυτά τα κλαδιά, και κανένα θηρίο δεν έφτιαξε από κάτω φωλιά...» (Λουκανός) Οι Δρυίδες στη Βρεττανία θυσίαζαν στη «θεά» Ανδράστη τις γυναίκες αιχμάλωτες ως εξής. Έκοβαν τα στήθη τους, τα έβαζαν στα στόματά τους επάνω, τις διαπερνούσαν με πασσάλους και κρεμούσαν τα άψυχα κορμιά τους σε δέντρα του ιερού άλσους (Διών ο Κάσσιος). Τις ανθρωποθυσίες των Δρυίδων αναφέρουν και οι Πλίνιος ο Πρεσβύτερος και Τάκιτος, μεταξύ πολλών συγγραφέων.
Η Σκάντζα (Σκανδιναβία) είναι η κυψέλη των γερμανικών φυλών και η μήτρα των εθνών, επαληθεύεται στην περίπτωση των γερμανικών φύλων. Τα φύλα αυτά βρίσκονται την αυγή της δεύτερης χιλιετηρίδας στην νήσο Σκάντζα (οι αρχαίοι γεωγράφοι θεωρούν την Σκανδιναβική χερσόνησο ως νήσο) έτοιμα να εξορμήσουν στις απέναντι ευρωπαϊκές ακτές της Βαλτικής. Από την νότια Σκανδιναβία περνούν στην Δανία και τις παρακείμενες περιοχές μεταξύ Έλβα και Όντερ στην Βόρεια Γερμανία. Περίπου το 1000 π.Χ. παρατηρείται μια κινητικότητα στη Βόρεια Ευρώπη. Τα ήδη εγκατεστημένα γερμανικά φύλα εισβάλουν στις περιοχές των Κελτών και φέρνουν τα σύνορα στους ποταμούς Ρήνο στα ανατολικά και Μάιν στα νότια. Η μετακίνηση αυτή των συνόρων είναι αργή και σταδιακή και δεν ολοκληρώθηκε πριν το 200 π.Χ. Η Νότια Γερμανία πληρούται με γερμανικό πληθυσμό και μετά το 100 π.Χ. ξεκινά η προσπάθεια υπέρβασης του Ρήνου και εισόδου στη Γαλατία. Την εποχή αυτή γίνονται οι πρώτες επαφές Ρωμαίων και Γερμανών, για την ακρίβεια συγκρούσεις, με αποτέλεσμα την αναχαίτιση των τελευταίων και τον περιορισμό τους ανατολικά του Ρήνου. Στην Ανατολική Γερμανία καινούργιες μετοικήσεις από τη Σκανδιναβία λαμβάνουν χώρα στις ακτές μεταξύ των εκβολών του Όντερ και του Βιστούλα. Οι μετοικήσεις αυτές πραγματοποιούνται στην ύστερη περίοδο του Χαλκού (για την περιοχή), μεταξύ 600 και 300 π.Χ. και θα συνεχιστούν με την διάβαση του Βιστούλα και την εξάπλωση ανατολικά στην περιοχή των σημερινών Καρπάθιων ορέων. Οι εξελίξεις στην περιοχή αυτή σχετίζονται με την εθνογένεση των Γότθων. Οι Κίμβροι κατοικούσαν στην Βαλτική ή Κιμβρική χερσόνησο (Δανια). Παρ' αυτούς δεν υπήρχαν ιερείς αλλά ιέρειες, πολιές γυναίκες, γυμνόποδες, ενδεδυμένες λευκούς λινούς χιτώνες και φορούσαν χαλκή ζώνη. Καθήκον δε είχαν να σφάζουν τους δια τις θυσίας ορισμένους αιχμαλώτους και να μαντεύουν εκ του ρέοντος αίματος και των σπλάγχνων τους. Τέτοιοι λοιπόν που ήταν δίκαια, ενέβαλλαν μέγα τρόμο παντού. Καίσαρας είναι επίσης ο πρώτος που περιέγραψε τους ανθρώπους αυτούς, αφιερώνοντάς τους λίγες παραγράφους στα απομνημονεύματα των Γαλατικών Πολέμων: " Οι συνήθειες των Γερμανών διαφέρουν πολύ απ' αυτές των Γαλατών, αφού δεν έχουν δρυΐδες για να προΐστανται των θρησκευτικών τελετών, ούτε πολυνοιάζονται για θυσίες. Για θεούς έχουν μόνο όσους βλέπουν με τα μάτια τους και επιζητούν την εύνοιά τους - τουτέστιν τον Ήλιο, τη Φωτιά και τη Σελήνη (...) Περνούν όλη τους τη ζωή στο κυνήγι και τον πόλεμο. Από παιδιά εκπαιδεύονται στην εργασία και τις κακουχίες (...) Οι φυλές αυτές θεωρούν μέγιστη δόξα, να ρημάζουν τις γειτονικές περιοχές και να τις κάνουν μη κατοικήσιμες. Πιστεύουν ότι έτσι αποδεικνύουν την αξία τους, με το να διώχνουν τους γείτονές τους και κανείς να μην τολμά να πατήσει εκεί. Επίσης πιστεύουν ότι μ' αυτόν τον τρόπο θα είναι πιο ασφαλείς, μιας και απομακρύνουν τον κίνδυνο ξαφνικών εισβολών."
Η ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας αρχίζει από την 1η χιλιετία π.Χ.. Την εποχή αυτή κατοικήθηκε από τους Βρετανούς, που ανήκαν στις κελτικές φυλές της Γαλατίας. Η αρχαιότερη αναφορά προέρχεται από το «Μασσαλιώτικο Περίπλου» , που γράφηκε τον 1ο αιώνα π.Χ., και μερικά αποσπάσματά του διασώθηκαν στο μεταγενέστερο έργο του Αβιηνού Ora Maritima. Εκεί η περιοχή αναφέρεται με τον όρο «Albionum» (Αλβιώνα), ενώ γίνεται αναφορά και για το γένος των «Hiernorum» (Ιερνών), προγόνων των Ιρλανδών. Ο Ευθυμένης από τη Μασσαλία βγαίνοντας με το πλοίο του εκτός των Ηρακλείων Στηλών εξερευνά τη Βόρειο Θάλασσα και τις «εξωτερικές» ακτές της Αφρικής. Συγγράφει το Περίπλους της έξω θαλάσσης, στο οποίο περιγράφονται δύο μακρινά νησιά, η Ιέρνη (Ιρλανδία) και η Αλβιών (Αγγλία). Πριν από την εμφάνιση του Ora Maritima πάντως υπάρχουν αναφορές για τα νησιά Αλβίων και Ιέρνη από τον 4ο αιώνα π.Χ. (ο όρος «Αλβιώνα» «Γηραιά» εναλλακτικό όνομα Μεγάλη Βρετανία). Στο ταξίδι του Πυθέα, στο «Περί Ωκεανού» , τα νησιά αναφέρονται ως «Πρεττανικές Νήσοι», από το όνομα ομάδας Γαλατών, των Pritani (Πρεττανοί), που ο Πυθέας θεωρεί πως έχουν συγγενικές σχέσεις οι κάτοικοι του νησιού. Ερευνα που δημοσιεύθηκε, παρουσιάζει κανίβαλους τους αρχαίους Βρετανούς, έτρωγαν τους νεκρούς και στη συνέχεια έφτιαχναν κύπελλα από τα κρανία τους. Οι ερευνητές του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου ανακάλυψαν στη νότια Αγγλία ανθρώπινα οστά ηλικίας 15.000 ετών, τα οποία έφεραν σημάδια κανιβαλισμού, καθώς και κρανία, τα οποία είχαν μετατραπεί σε κύπελλα. Οι Ρωμαίοι κατηγορούσαν τους Κέλτες της Βρετανίας και της Ιρλανδίας ότι επιδίδονταν σε κανιβαλισμό και ανθρωποθυσίες.
Κοιτίδα των Φίννων (Φινλανδων) θεωρείται η περιοχή των Ουραλίων. Στα προϊστορικά χρόνια ένα τμήμα τους μετανάστευσε προς τα δυτικά και έφθασε στη Βαλτική γύρω στο 3000 π.Χ. Διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν πως αυτό το κομμάτι ανέπτυξε από νωρίς εμπορικές πολιτισμικές επαφές με τις γειτονικές γερμανικές και βαλτικές φυλές, καθώς και αργότερα (μετά το 500 π.Χ.) με τους Κέλτες της Κεντρικής Ευρώπης και τους Ρωμαίους. Στη γραμματεία των τελευταίων συναντώνται οι πρώτες γραπτές αναφορές (Τάκιτος, Κλαύδιος Πτολεμαίος). Από τους πρώτους κατοίκους της Φινλανδίας ήταν οι Λάπωνες ή συγγενής φιννοουγγρικής προέλευσης λαός που ήταν εγκαταστημένος στην περιοχή κατά την τρίτη χιλιετία π.Χ. Από τα μέσα της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. αναπτύχθηκε ο λεγόμενος «πολιτισμός Κιουκάινεν», του οποίου η ακμή φτάνει έως το 13ο αι. π.Χ. Στο τέλος του 1ου αι. μ.Χ. τη χώρα κατέλαβαν οι Φίννοι, οι οποίοι προέρχονταν από την Εσθονία, και δημιούργησαν μία πρωτόγονη οικονομία βασισμένη στο κυνήγι των γουνοφόρων ζώων.
Η βαλτική φυλή είναι ανθρώπινη φυλή διαδεδομένη στην κεντρική Ευρώπη, μεταξύ των σλαβικών λαών, και κυρίως στις Βαλτικές χώρες (Λετονία, Εσθονία, Λιθουανία), καθώς επίσης στη Λευκορωσία, στην Πρωσία και στην κεντρική Ρωσία. Σε μερικά φυσικά γνωρίσματα θυμίζει τη βόρεια φυλή. Μερικά φυσικά γνωρίσματα θυμίζουν τον αλπικό τύπο, κυρίως λόγω του βραχυκέφαλου κρανίου. Επίσης αλλά χαρακτηριστικά της φυλής κάνουν να συγγενεύει με τον αλπικό τύπο της κεντρικής Ευρώπης. Γι’ αυτό, πολλοί πιστεύουν ότι ο ανθρώπινος αυτός τύπος δεν αποτελεί ξεχωριστή φυλή, αλλά είναι αποτέλεσμα επιμειξιών. Το 1226 μ.χ. οι Τευτονες Ιππότες ξεκινούν την υποταγή και να προσηλυτισμό των παγανιστικών φυλών της Πρωσσίας. Κατά την διάρκεια των επόμενων 60 ετών οι Τεύτονες υπέταξαν τους τοπικούς πληθυσμούς πραγματοποιώντας εκτεταμένες σφαγές και στα υποδουλωμένα εδάφη. Δηλαδή οι φυλές αυτές ζούσαν σε πρωτογονη κατάσταση σε δάση και βάλτους για χιλιετίες.
Ή Σκυθια ήταν μία τεράστια περιοχή που ξεκινούσε από την Ρουμανια, την Ουκρανια και την Λευκορωσία και διέσχισε όλη την Ρωσία φτάνοντας μέχρι την Περσία και την Κίνα. Οι Βουδίνοι ήταν αρχαίοι άνθρωποι που ζούσαν στη Ευρωπαϊκή Σκυθία. Ο Ηρόδοτος τους τοποθετεί ανατολικά του ποταμού Δον (Τανάις) πέρα ​​από τους Σαρμάτες. Μας δίνει τη μοναδική περιγραφή τους: Ο Ηρόδοτος περιγράφει το λαό των Βουδίνων, ανατολικά του ποταμού Ιστρου (Δούναβη), έτσι: Οι Βουδινοι είναι ένα μεγάλο και ισχυρό έθνος: Όλοι έχουν βαθύ μπλε μάτια και έντονα κόκκινα μαλλιά. Υπάρχει μια πόλη στη χώρα τους που ονομάζεται Γελωνος η οποία είναι κατασκευασμένη από ξύλο. Κάθε πλευρά του ψηλού εξωτερικού τοίχου είναι τριάντα μέτρα, κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από ξύλο, και ξύλο έχει χρησιμοποιηθεί για όλα τα σπίτια και τα ιερά της. Έχουν εκεί ιερά που είναι αφιερωμένα στους Έλληνες θεούς και εξοπλισμένα με ελληνικό τρόπο με αγάλματα, βωμούς και κτίρια από ξύλο. Και κάθε τρίτο χρόνο γιορτάζουν μία γιορτή του Διόνυσου και γίνονται κατειλημμένοι από τον θεό. Οι Βουδινοι, ωστόσο, διαφέρει από τους Γελωνούς τόσο στη γλώσσα όσο και στον τρόπο ζωής. Οι Βουδινοι που είναι νομαδες, είναι οι αυτόχθονες κάτοικοι της χώρας και είναι κυνηγοί τροφοσυλλέκτες, ενώ οι Γελωνοι είναι αγρότες, κτηνοτρόφοι και κηπουροί. Επιπλέον, τα δύο σύνολα ανθρώπων είναι εντελώς ανόμοια στην εμφάνιση και το χρωματισμό .... Η γη καλύπτεται εξ ολοκλήρου από δάση κάθε είδους που μπορεί να φανταστεί κανείς. Στο μεγαλύτερο δάσος υπάρχει μια μεγάλη, ευρεία λίμνη, που περιβάλλεται από ένα ρηχό έλος. Παίρνουν τις βίδρες και τους κάστορες σε αυτή τη λίμνη, αλλά και ένα πλάσμα με τετράγωνο πρόσωπο που το ράβουν σαν δέρμα στους μανδύες τους και των οποίων οι όρχεις είναι καλοί για την θεραπεία ασθενειών της μήτρας. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει τους Βουδινους μαζί με τους Γελωνούς και άλλους λαούς που ζουν γύρω από τους ποταμούς που ρέουν στη Εύξεινο Πόντο από το βορρά (Ρωσία, Λευκορωσία). Οι Budini αναφέρονται επίσης από τους Κλασσικούς συγγραφείς σε σχέση με τους ταράνδους. Τόσο ο Αριστοτέλης όσο και ο Θεόφραστος έχουν αναφορές για ενός είδους ελαφιών που ονομάζονταν Τάρανδος και ζούσαν στη γη των Βουδίνων στη Σκυθία, που μπορεί να αλλάξει το χρώμα της γούνας του για να αποκτήσει κάλυψη από τα σαρκοφάγα ζώα. Στον Ηρόδοτο για παράδειγμα αναφέρεται η νομαδική φυλή των Σκυθών, που ζούσε στα βάθη της Ασίας και τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Τους περιγράφει ως «ανδροφάγους Σκύθες» και αυτό γιατί συνήθιζαν να τρώνε τόσο τους γηραιότερους της φυλής τους, όσο και τους αιχμαλώτους που έπιαναν από τις μάχες τους. Απ᾽ τους Σκυθες, οι Ταύροι κρατούν τις εξής συνήθειες· θυσιάζουν στην Παρθένο θεά τούς ναυαγούς κι όσους Έλληνες φέρει το κύμα στη στεριά τους, μ᾽ έναν τέτοιο τρόπο: κάνουν τις αρχικές ιεροπραξίες κι ύστερα τους χτυπούν με ρόπαλο στο κεφάλι. Κι οι Νευροί κρατούν τα έθιμα των Σκυθών· αυτούς, μια γενιά πριν από την εκστρατεία του Δαρείου, τους βρήκε κακό, ν᾽ αναγκαστούν απ᾽ τα φίδια ν᾽ αφήσουν τη χώρα τους και να φύγουν. Γιατί η γη τους έβγαζε φίδια με το σωρό, όμως τα περισσότερα έπεσαν απάνω τους απ᾽ το βοριά, από την έρημο, τόσο που, στενεμένοι, πήγαν και κατοίκησαν μαζί με τους Βουδίνους, αφήνοντας έρημη τη χώρα τους. Μάλιστα δεν αποκλείεται οι άνθρωποι αυτοί να είναι μάγοι. Γιατί, καταπώς λένε οι Σκύθες και οι Έλληνες που ζουν στη Σκυθία, καθένας από τους Νευρούς μια φορά κάθε χρόνο για λίγες μέρες γίνεται λύκος κι ύστερα αμέσως ξαναπαίρνει την πρώτη του μορφή. Βέβαια, λέγοντας αυτά εμένα δε με πείθουν, όμως δε σταματούν να τα λένε, μάλιστα και όρκο παίρνουν λέγοντάς τα. Οι Ανδροφάγοι πάλι έχουν τα πιο άγρια συνήθεια απ᾽ όλους τους λαούς· ούτε το δίκιο λογαριάζουν ούτε σέβονται κανένα νόμο· κι είναι νομάδες, η φορεσιά τους είναι παρόμοια με τη σκυθική· μιλάνε δική τους γλώσσα, κι απ᾽ όλους αυτούς τους λαούς μονάχα αυτοί είναι ανθρωποφάγοι.
Πηγή : http://www.mixanitouxronou.gr/pitheas-o-massaliotis-o-thalassoporos-apo-tin-archeoelliniki-fokea-pou-eftase-os-ton-arktiko-kiklo-ke-ide-ton-ilio-pou-den-edie-pote-taxidepse-stin-mistiriodi-ke-pagomeni-thouli-se-anazitisi-kassit/
http://www.toxotis.se/diafora/diafora_1/pytheas.html
http://perseasorion.blogspot.gr/2012/09/blog-post.html
http://www.newsbeast.gr/world/arthro/487422/oi-teletourgies-ton-anthropothusion
http://www.apologitis.com/gr/ancient/thisies.htm
http://www.tanea.gr/news/world/article/4618744/?iid=2
http://www.metafysiko.gr/?p=7665
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γερμανικά_φύλα
http://www.e-telescope.gr/mystery/canibalism
http://elhalflashbacks.blogspot.gr/2017/09/skyhtes-oi-ellines-nomades-tis-evrasias.html
http://www.world.gr/forum/Ιστορία/Ποιοι-ήταν-οι-Κέλτες%3B-400.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Βάρβαροι
https://www.impantokratoros.gr/1C4AB36B.el.aspx
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ηνωμένο_Βασίλειο
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κελτικός_πολιτισμός
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Φίννοι
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Φινλανδία
http://greek_greek.enacademic.com/208902/βαλτική_φυλή
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πρώσοι
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Budini

Πυθέας ο Μασσαλιώτης (Μέρος Α') : Η ιστορία της Μασσαλίας και το ταξιδι του Έλληνα θαλασσοπόρου στην Βόρεια Ευρώπη

Το 600 π.χ. περίπου, κοντά στις εκβολές του Ροδανού ποταμού στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται η περιοχή της Προβηγκίας στις ακτές της νότιας Γαλλίας, κατά τον Δεύτερο Ελληνικό Αποικισμό, είχε ιδρυθεί από τους Φωκαείς, μία από τις σπουδαιότερες Ελληνικές αποικίες. Αυτή ήταν η πόλη της Μασσαλίας. Ιδρυτές της  Μασσαλίας ήταν οι  Ίωνες της μικρασιατικής Φώκαιας. Φαίνεται ότι επήλθε κάποια  συμφωνία ανάμεσα σε Έλληνες και Λίγυρες για παραχώρηση εδαφών, η οποία  επισφραγίστηκε με τον  γάμο του Φωκαέα οικιστή με την κόρη του Σεγόβριγα βασιλέα. Αμφότεροι ωφελούνταν. Οι Έλληνες βρήκαν έδαφος για εγκατάσταση ενώ οι Σεγόβριγες απέκτησαν έναν ισχυρό στρατιωτικά σύμμαχο για τους πολέμους τους  εναντίον των γειτονικών φυλων. Ο αρχικός οικισμός της Μασσαλίας γιγαντωνόταν  με το πέρασμα του χρόνου, αφαιρώντας όλο και περισσότερα εδάφη από τους  ιθαγενείς, απειλώντας πλέον την ύπαρξη τους. Έγινε πόλεμος και νίκησαν οι Έλληνες. Η ελληνική  κοινωνία τους έγινε κλειστή, στιβαρή και σημαντικά  στρατικοποιημένη. Οι άλλοι Έλληνες έμποροι και ναυτικοί που έφταναν στον  Λακυδόνα, το  λιμάνι της  Μασσαλίας, παρατήρησαν ότι οι Μασσαλιώτες ήταν  μονίμως αγέλαστοι, σοβαροί και αυστηροί. Ο μικρός στρατός τους ισχυροποιήθηκε  χάρις στα συνεχή γυμνάσια ενώ το ναυτικό τους εξελίχθηκε σε ένα από τα καλύτερα  της Μεσογείου. Η ανάπτυξη της Μασσαλίας υπήρξε ραγδαία. Μετέτρεψε τους  γειτονικούς λιγυρικούς πληθυσμούς σε υποτελείς της ενώ προσάρτησε στο κράτος  της και την γειτονική ελληνική Ηράκλεια-Μαστράβαλα (περί το 520 π.Χ.).  Ίδρυσε  πολλές δικές της αποικίες, «διοχετεύοντας» σε αυτές τους νέους Φωκαείς και  άλλους Έλληνες αποίκους που έφθαναν στο λιμάνι  της. Φημισμένες  σύγχρονες  γαλλικές και ισπανικές πόλεις ιδρύθηκαν ως μασσαλιώτικες ή φωκαϊκές αποικίες.  Στη Γαλλία η Νις (αρχ. Νίκαια), η Αντίμπ (αρχ. Αντίπολη), η Αρλ (Θηλίνη), η Αβινιόν  (Αυενιών), η Αγκντ (Τύχη Αγαθή), το Μονακό (Μονοίκου Ηρακλέους Λιμήν), το Σεν-Τροπέ (Αθηνόπολις), οι Κάννες (με το ίδιο όνομα) και στην Ισπανία η Βαρκελώνη  (Καλλίπολις), η Αλικάντε (Άκρα Λευκή) και ενδεχομένως η Βαλένθια και η Έλτσε  (Ιλικιάς ή Ελίκη;) είναι μερικές από αυτές. Άλλες σημαντικές ελληνικές πόλεις των  ίδιων ακτών ήταν ο Ταυρόεις, η Ολβία, το Εμπορείο, η Ρόδη, η Ζακανθα, η Αλωνίς, η  Θηλίνη, το Περγάντιο και το Ημεροσκόπειο. Οι Μασσαλιώτες απέκρουσαν τις  επιθέσεις από  θαλάσσης των  Ετρούσκων, των Καρχηδονίων και των Λιγύρων  πειρατών, κερδίζοντας πολλές νίκες. Η ναυτική δύναμη της Μασσαλίας ήταν τέτοια  ώστε περιόρισε το πανίσχυρο καρχηδονιακό ναυτικό στην θαλάσσια περιοχή νοτίως  των Βαλεαρίδων νήσων και έθεσε υπό τον έλεγχο της ολόκληρη την ακτή από το  σύγχρονο Αλικάντε της Ισπανίας έως την Γένουα της Ιταλίας  (η οποία ήταν  Ετρουσκική αποικία). Το  μασσαλιώτικο κράτος περιελάμβανε τους περισσότερους  από τους 80 - 100.000 συνολικά Έλληνες της Απώτατης Δύσης, είχε υπό τον άμεσο  έλεγχο του μια έκταση περίπου 3-4.000  τετρ. Χμ. (όση είχε το κλασικό αθηναϊκό  κράτος μαζί με τα νησιά Ίμβρο, Λήμνο και Σκύρο), ενώ η πολιτική επιρροή του εκτεινόταν σε άλλα 8 - 9.000 Τετρ. Χμ. εδαφών των ιθαγενών. Οι  μόνες άλλες ελληνικές πόλεις της Απώτατης Δύσης που ήταν ανεξάρτητες από την Μασσαλία αλλά μόνο κατά διαστήματα ήταν το Εμπορείο, η Θηλίνη, η Ρόδη των  Ροδίων, η Ζακανθα και η Νίκαια. Το άστυ της κλασσικής Μασσαλίας (5ος-4ος αιώνες  π.Χ.) είχε πληθυσμό 40.000-50.000  κατοίκων, ίσο  με αυτόν των σύγχρονων του πολεοδομικών ενότητων Αθηνών-Μακρών Τειχών-Πειραιώς και Κορίνθου-(κορινθιακών) Μακρών Τειχών-Λεχαίου. Ο μασσαλιώτικος στρατός αποτελείτο από Έλληνες οπλίτες και Γαλάτες και Λίγυρες ελαφρά οπλισμένους υποτελείς και  μισθοφόρους. Περίφημο ήταν το μασσαλιώτικο ιππικό, στο οποίο οι Ρωμαίοι  απένειμαν τα εύσημα για την προσφορά του κατά τον Β΄ καρχηδονιακό πόλεμο στην περιοχή του Ροδανού. Ακομη πιο ισχυρό ήταν το ναυτικό της Μασσαλίας, αποτελούμενο αρχικά από πεντηκοντόρους και διήρεις και αργότερα από τριήρεις, ενδεχομένως και πεντήρεις κατά την ελληνιστική περίοδο. Η Μασσαλία διατηρούσε σημαντική βιομηχανία παραγωγής όπλων λόγω της στρατικοποίησης της, αρκετά από τα οποία εξήγε στους Γαλάτες της ενδοχώρας. Οι Κέλτες επεκτείνονταν βαθμιαία  εις βάρος των Λιγύρων, είτε με την κατάκτηση είτε με την απευθείας υιοθέτηση του  πολιτισμού Λα Τεν από τους δεύτερους και έτσι τον επερχόμενο εκ-κελτισμό τους. Αρχικά οι Μασσαλιώτες δεν συγκρούστηκαν με τους νεοφερμένους. Όπως είδαμε, οι  δύο  λαοί γνωρίζονταν πολύ καλά από τις εμπορικές συναλλαγές τους και την  ευεργετική επίδραση της Μασσαλίας. Τώρα είχαν πλέον και εδαφική επαφή. Εκτός από τα  κοινά εμπορικά συμφέροντα είχαν και  κοινά πολιτικά, καθότι αμφότεροι κυβερνούσαν υποτελείς λιγυρικούς πληθυσμούς. Στις αρχές του 4ου  αιώνα, η καθαυτό Γαλατία είχε γίνει εξολοκλήρου σφαίρα της μασσαλιώτικης επιρροής. Για  αυτόν τον λόγο οι Μασσαλιώτες αδιαφορούσαν πάντοτε για τον έλεγχο της Ιβηρικής και των Στηλών του Ηρακλή (σημερινό Γιβραλτάρ), τον οποίο είχαν αφήσει στους  Καρχηδονίους. Το μόνο ενδιαφέρον για τους δύο λαούς πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες ήταν ο κασσίτερος των Κασσιτερίδων νήσων (τα νησιά Σίλλυ της βρετανικής  ακτής), τον οποίο ωστόσο, οι Μασσαλιώτες προμηθεύονταν χωρίς προβλήματα  από τους χερσαίους δρόμους της Γαλατίας. Αντιθέτως, οι Καρχηδόνιοι έπρεπε να  διενεργήσουν το  μακρύ και επικίνδυνο θαλάσσιο ταξίδι από την Μεσόγειο μέχρι την  Βρετανία προκειμένου να τον προμηθευτούν εφόσον οι δρόμοι της Γαλατίας  παρέμειναν για πάντα κλειστοί για αυτούς. Λόγω αυτής της κατάστασης υπήρχε μια  «άτυπη» συμφωνία μεταξύ Μασσαλίας και Καρχηδόνας, σύμφωνα με την οποία η  Γαλατία ήταν  σφαίρα  επιρροής  της  πρώτης  ενώ η Ιβηρική αποτελούσε χώρο της δεύτερης. Αργότερα η συμφωνία έγινε επίσημη με τον καθορισμό του ποταμού Ίβηρα της Ισπανίας ως συνόρου ανάμεσα στις δύο σφαίρες. Η Μασσαλία έστειλε από νωρίς τους θαλασσοπόρους της να εξερευνήσουν τις ακτές του Ατλαντικού. Τον 6ο αιώνα π.Χ. ο Ευθυμένης και οι άνδρες του πέρασαν το  Γιβραλτάρ και περιέπλευσαν τις αφρικανικές ακτές μέχρι τις εκβολές του ποταμού Σενεγάλη. Πιο φημισμένος είναι ο Πυθέας ο οποίος ακολούθησε την αντίθετη κατεύθυνση με προορισμό του τις παγωμένες θάλασσες του βορρά (περί το 335-330  π.Χ.). Μερικοί σύγχρονοι ιστορικοί έχουν υποθέσει ότι η αποστολή του χρηματοδοτήθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος την ίδια εποχή συνέτριβε τους Πέρσες στην Ασία. Ο μεγάλος κατακτητής σκόπευε μελλοντικά να στρέψει τις  στρατιές του προς την Δύση, για αυτό χρειαζόταν πληροφορίες για τις χώρες της. Σύγχρονοι ερευνητές θεωρούν ότι ο Πυθέας χρησιμοποίησε ένα από τα  πλοία των  Γαλατών ναυτικών, π.χ. τα σκάφη των Αρμορικανών Βενετών. Εντούτοις,  δεν τα χρειαζόταν παρά την κατασκευαστική ποιότητα τους, επειδή το πλοίο του  ήταν κατά πάσα πιθανότητα ολκάδα, ελληνικό εμπορικό σκάφος το οποίο λόγω  του «ημισφαιρικού» σχήματος του μπορούσε να αντεπεξέλθει στα υψηλά κύματα του  Ατλαντικού  (σε αντίθεση με την τριήρη που θα κινδύνευε να βυθιστεί). Η παράδοση η οποία αναφέρει ότι οι Καρχηδόνιοι φρουρούσαν το στενό του Γιβραλτάρ και δεν άφηναν κανέναν να πλεύσει  στον Ατλαντικό χωρίς την άδεια τους, δεν έχει ιστορική αξία. Οι Φοίνικες δεν  μπορούσαν να εμποδίσουν τους Μασσαλιώτες να  βγουν στον  Ωκεανό, όταν αυτοί  το  ήθελαν. Οι θαλασσομάχοι της Μασσαλίας είχαν νικήσει αρκετές φορές τον καρχηδονιακό πολεμικό στόλο, όπως δείχνουν τα τρόπαια από ναυτικές νίκες και τα ανάλογα αφιερώματα τους στους Δελφούς (Θουκυδίδης, Ιουστίνος, Στράβων και Παυσανίας). Εξάλλου ο Πυθέας αναφέρει σε αποσπάσματα του έργου του, ποταμούς της Ιβηρικής οι οποίοι χύνονται στον  Ατλαντικό, αναφορά που  σημαίνει ότι περιέπλευσε την εν λόγω χερσόνησο. Είναι μάλλον απίθανη η άποψη ότι αν οι Μασσαλιώτες ήθελαν πραγματικά να  πλεύσουν στον Ατλαντικό, θα εμποδίζονταν από τους Καρχηδονίους. Αντίθετα, ενας Βρετανός ιστορικός παρέχει ενδείξεις σύμφωνα με τις οποίες υπάρχει η πιθανότητα οι Μασσαλιώτες και οι Καρχηδόνιοι να συνεργάσθηκαν κατά τις εξερευνήσεις τους στον Ατλαντικό. Η Μασσαλία σύντομα εξελίχθηκε σε ένα σημαντικό θαλάσσιο εμπορικό κέντρο. Τον 4ο αιώνα π.χ., ο έντονος εμπορικός ανταγωνισμός μεταξύ των Ελληνικών πόλεων-κρατών και των Καρχηδόνιων είχε περάσει και σε γεωπολιτικό επίπεδο. Οι Καρχηδόνιοι ήδη είχαν επεκταθεί στις βόρειες ακτές της Αφρικής από το σημερινό Μαρόκο μέχρι και την σημερινή περιοχή της δυτικής Λιβύης. Θέλοντας λοιπόν να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της Μεσογείου, κατέλαβαν το πέρασμα του Γιβραλτάρ και τις νότιες ακτές της Ιβηρικής χερσονήσου, λεηλατώντας μάλιστα και δύο αποικίες των Μασσαλιωτών στην Ιβηρική χερσόνησο, την Μαινάκη και το Ημεροσκόπειον. Επίσης είχαν καταφέρει να ελέγχουν και όλα τα περάσματα από την Κορσική μέχρι και εκείνο μεταξύ της δυτικής Σικελίας και της Τυνησίας όπου εκεί τότε βρισκόταν η πόλη της Καρχηδόνας, υποβάλλοντας έτσι την Μασσαλία σε πλήρη ναυτικό αποκλεισμό από τις υπόλοιπες Ελληνικές πόλεις. Η πρώτη λύση διεξόδου προς την θάλασσα που σκέφτηκαν οι Μασσαλιώτες, ήταν μέσω των ποταμών της κεντρικής Ευρώπης προς τον Ατλαντικό ωκεανό. Αλλά οι σημαντικές απώλειες που είχαν τα πλοία τους από τις ενέδρες που έστηναν εχθρικές φυλές, έκαναν τους Μασσαλιώτες να εγκαταλείψουν σύντομα την ιδέα αυτή. Η ανάγκη όμως για εύρεση θαλάσσιων εμπορικών δρόμων παρέμενε και με τον καιρό γινόταν όλο και εντονότερη. Τότε οι Μασσαλιώτες έμποροι στράφηκαν σε έναν σπουδαίο ναυτικό και γεωγράφο ο οποίος θα αναλάμβανε να βρει νέους θαλάσσιους δρόμους που θα τόνωναν και πάλι το εμπόριο της πόλης. Αυτός ήταν ο Πυθέας. Με δύο πλοία πεντηκόντορους και ογδόντα άνδρες για πλήρωμα, ο Πυθέας αναχώρησε το 331 π.χ. από το λιμάνι της Μασσαλίας, κατευθυνόμενος δυτικά και κατά μήκος των νότιων ακτών της Ιβηρικής χερσονήσου. Υπό τον κίνδυνο η αποστολή να δεχθεί επίθεση από τα πλοία των Καρχηδόνιων, τα δύο πλοία του Πυθέα, έπλεαν με την συνοδεία πολεμικών πλοίων μέχρι να απομακρυθούν από τις περιοχές που έλεγχαν οι Καρχηδόνιοι. Φτάνοντας στον πορθμό του Γιβραλτάρ, η νηοπομπή των Μασσαλιωτών ήρθε αντιμέτωπη με τα Καρχηδονικά πλοία που περιπολούσαν την περιοχή. Οι Μασσαλιώτες όμως, όντας καλύτεροι ναυτικοί και ναυμάχοι, έτρεψαν τα εχθρικά πλοία σε φυγή, καταλαμβάνοντας μάλιστα και δύο από αυτά. Το γεγονός αυτό, έκανε τους Καρχηδόνιους να πιστέψουν πως τα πλοία που συνόδευαν τον Πυθέα, ήταν μόλις τα πρώτα πλοία που είχαν φτάσει από μια γενικευμένη επίθεση των Μασσαλιωτών εναντίων τους. Έτσι, οι Καρχηδόνιοι στράφηκαν στην οχύρωση των πόλεων τους. Εκμεταλλευόμενος αυτήν την σύγχυση αλλά και την ανικανότητα των Καρχηδόνιων να πλέουν νύχτα, ο Πυθέας πέρασε τον Πορθμό του Γιβραλτάρ και τα πολεμικά πλοία που τον συνόδευαν επέστρεψαν στην Μασσαλία με την λεία τους. Τα δύο πλοία του Πυθέα, συνέχισαν το ταξίδι τους κάνοντας τον περίπλου της Ιβηρικής χερσονήσου και περνώντας τον Βισκαϊκό κόλπο, έφτασαν στην Βρετάνη. Εκεί, ο Πυθέας,  έκανε τις πρώτες σπουδαίες για την εποχή παρατηρήσεις του. Κατέγραψε το φαινόμενο της παλίρροιας και έδωσε πρώτος την εξήγηση πως αυτό οφείλεται στις κινήσεις της Σελήνης και των ουρανίων σωμάτων. Κατέγραψε επίσης το θαλάσσιο ρεύμα της περιοχής, έτσι ώστε να το εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο κατά την συνέχεια του ταξιδιού του. Το σημαντικότερο όμως, το οποίο είχε να κάνει με την εμπορική επιτυχία της αποστολής, είναι πως εκεί βρέθηκαν αυτόχθονες που έκαναν εξόρυξη κασσιτέρου. Αν και ο Πυθέας είχε κάθε λόγο πλέον να πάρει τον δρόμο της επιστροφής, συνέχισε το ταξίδι του, πλέοντας βόρεια μέχρι που έφτασε στις ακτές της Κορνουάλης (νοτιοδυτικό άκρο της Αγγλίας). Στην Κορνουάλη ο Πυθέας ανακάλυψε μία ακόμα πηγή κασσιτέρου. Εξερεύνησε τα νησιά δυτικά του ακρωτηρίου τα οποία και ονόμασε Οιστρυμίδες Νήσους. Τα νησιά αυτά σήμερα είναι γνωστά ως Νησιά Σίλι (Isles of Scilly). Από την Κορνουάλη, ο Πυθέας έκανε τον περίπλου της Αλβιώνας (σημερινή Μεγάλη Βρετανία), καταγράφοντας και εξερευνώντας αρκετά μέρη του νησιού, όπως και τον ποταμό Τάμεση, αρκετούς αιώνες πριν κατοικηθεί η περιοχή που σήμερα βρίσκεται η πόλη του Λονδίνου. Φτάνοντας και πάλι στην Κορνουάλη, ο Πυθέας γίνεται ο πρώτος που καταγράφει την Μεγάλη Βρετανία ως νησί, υπολογίζοντας μάλιστα την περίμετρο της με απόκλιση μόλις 2,5 τοις εκατό από την πραγματική. Από την Κορνουάλη, κατευθύνθηκε ανατολικά, πέρασε τον πορθμό του Ντόβερ φτάνοντας στις εκβολές του ποταμού Έλβα τον οποίο και εξερεύνησε αναζητώντας δίοδο προς την Μαύρη θάλασσα. Στον Έλβα, ο Πυθέας και οι άνδρες του ήρθαν σε επαφή με διάφορες φυλές ιθαγενών προσεγγίζοντας τες ειρηνικά. Ο Πυθέας, βλέποντας πως δεν μπορούσε να βρεθεί δίοδος από τον Έλβα, έπλευσε προς την Βόρεια Θάλασσα και κατευθύνθηκε προς την Βαλτική, φτάνοντας μέχρι τα νησιά Ώλαντ που βρίσκονται στις νοτιοδυτικές ακτές της Φινλανδίας. Εκεί ο Πυθέας έψαξε και πάλι για κάποια δίοδο προς την Μαύρη θάλασσα. Ψάχνοντας και εξερευνώντας μέσα σε μια πλειάδα από νησιά, ποτάμια και βάλτους που φάνταζαν χωρίς τέλος, οι άνδρες του Πυθέα, άρχισαν να εξαντλούνται. Βλέποντας πως οι προσπάθειες του δεν απέδιδαν καρπούς, αποφάσισε να συνεχίσει το ταξίδι του περνώντας στις απέναντι ακτές, εκεί που σήμερα βρίσκεται η περιοχή της Στοκχόλμης, συνεχίζοντας μέχρι τις νότιες ακτές της Νορβηγίας. Τα έντονα καιρικά φαινόμενα που συνάντησε εκεί, τον προέτρεψαν να εγκαταλείψει την περιοχή και να επιστρέψει στην Κορνουάλη. Φτάνοντας και πάλι στην Κορνουάλη, συνέχισε το ταξίδι του πλέοντας αυτή την φορά βόρεια. Διέσχισε την Ιρλανδική θάλασσα και συνέχισε φτάνοντας στις Ορκάδες νήσους (σημερινά Orkney Islands) όπου εκεί ανεφοδίασε τα πλοία του. Από εκεί ο Πυθέας με τα πλοία του συνέχισε το ταξίδι του ακόμα βορειότερα, σαν να ήθελε να φτάσει στην βόρεια άκρη του κόσμου. Έφτασε σε ένα νησί που ο ίδιος ονόμασε Θούλη. Για το ποιο ήταν το νησί της Θούλης, κανείς δεν γνωρίζει. Οι εικασίες των ερευνητών ξεκινούν από τα Νησιά Φερόε και φτάνουν μέχρι και την Γροιλανδία. Συνεχίζοντας βόρεια του νησιού αυτού, ο Πυθέας γίνεται ο πρώτος που περιγράφει τους Πολικούς πάγους ως μια πυκνόρρευστη μάζα όπου εκεί κανείς δεν μπορεί να πλεύσει και πως το κυρίαρχο στοιχείο ήταν το ψύχος. Ο Πυθέας επίσης περιέγραψε για πρώτη φορά τον Μεσονύκτιο Ήλιο, κάτι που μαρτυρά πως πέρασε βόρεια του Αρκτικού Κύκλου όπου εκεί τους θερινούς μήνες ο Ήλιος δεν δύει. Οι παρατηρήσεις του Πυθέα διασώθηκαν από αντιγραφές αποσπασμάτων που έκαναν μεταγενέστεροι συγγραφείς όπως ο Διόδωρος, ο Πλίνιος και ο Στράβων. Ο Στράβων μάλιστα, χρησιμοποίησε αποσπάσματα από τις παρατηρήσεις αυτές, ειρωνευόμενος και παρουσιάζοντας τες ως παράλογες, καθώς τα φαινόμενα που είχε περιγράψει ο Πυθέας ήταν ακατανόητα και πρωτοφανή για τους πολιτισμούς της Μεσογείου. Έστω και με αυτόν τον τρόπο όμως, τα κείμενα του Στράβων μας φέρνουν στο φως πολύτιμα στοιχεία για το ταξίδι του Πυθέα. Αν αναλογιστούμε την έκταση του ταξιδιού αυτού παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες που συνάντησαν ο Πυθέας και οι ναύτες του, αλλά και τις πολύτιμες πληροφορίες που άφησε ως παρακαταθήκη για τους μεταγενέστερους γεωγράφους και εξερευνητές, δικαίως το ταξίδι αυτό θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα της Ιστορίας των Ναυτικών Ανακαλύψεων, όπως και ο Πυθέας ένας από τους σπουδαιότερους θαλασσοπόρους εξερευνητές. 
Πηγή : http://greatnavigators.blogspot.gr/2015/12/blog-post.html
http://autochthonesellhnes.blogspot.gr/2014/04/blog-post_19.html