Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018

Η άγνωστη ζωή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στην Ελλάδα και το Δεσποτάτο του Μυστρά

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Δραγάσης, γεννήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου του 1404. Τέταρτος γιος και όγδοο από τα παιδιά του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου και της πριγκιποπούλας της Σερβίας, της Ελένης Δραγάση. Ήταν ο μόνος από τα παιδιά του ζεύγους που χρησιμοποιούσε και το επίθετο της μητέρας του (Ντραγκάς-Δράκος) και γι΄ αυτό συχνά χαρακτηριζόταν ή παρομοιαζόταν με δράκοντα στη γραμματεία της εποχής, ενώ ο λαός τού χάρισε με θαυμασμό το παρατσούκλι Δράκων, μετά τις μεγάλες του νίκες σε Αχαΐα και Βοιωτία. Μετά το θάνατό του, έγινε θρυλική μορφή της ελληνικής λαϊκής παράδοσης ως ο "Μαρμαρωμένος Βασιλιάς" που θα ξυπνήσει και θα ανακτήσει την αυτοκρατορία και την Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς. Ο θάνατός του σηματοδότησε το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε συνεχιστεί στην Ανατολή για 977 χρόνια μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μεγάλωσε υπό τη Δεσποτεία του αδελφού του Θεόδωρου, που είχε αναλάβει τον Μοριά από το 1407. Η εξαιρετικά καλλιεργημένη αυλή του Δεσποτάτου ήταν το σχολειό του και πρώτος του «δάσκαλος» ο Πλήθωνας Γεμιστός. Ο Γεώργιος Γεμιστός (1355 - 1452) ήταν Έλληνας μελετητής της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, ο οποίος επέλεξε για τον εαυτό του το παρώνυμο Πλήθων, ώστε να θυμίζει το όνομα Πλάτων. Υπήρξε μία από τις κορυφαίες πνευματικές μορφές των ύστερων βυζαντινών χρόνων, καθώς ήταν ένας από τους κύριους πρωτοπόρους της αναβίωσης της ελληνικής μόρφωσης στη δυτική Ευρώπη. Επανεισήγαγε τις σκέψεις του Πλάτωνα στη δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια της Συνόδου της Φλωρεντίας (1438-1439), σε μία αποτυχημένη προσπάθεια να συμφιλιώσει το σχίσμα του 1054. Εκεί ο Πλήθων συνάντησε και επηρέασε τον Κόζιμο των Μεδίκων για να ιδρύσει μία νέα πλατωνική ακαδημία, η οποία, υπό τον Μαρσίλιο Φιτσίνο, θα μετέφραζε στα λατινικά όλα τα έργα του Πλάτωνα και άλλα. Ο Πλήθων βρέθηκε στον Μυστρά μετά το 1393, όταν οι ιδέες του άρχισαν να γίνονται στόχος κάποιων σκληροπυρηνικών του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, και εγκαταστάθηκε με την φιλοξενία του φίλου του, αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου, στο Δεσποτάτο του Μυστρά. Εκεί, όπου δεν είχε να αντιμετωπίσει την απειλή της αυστηρής εκκλησιαστικής εξουσίας, ολοκλήρωσε τις αντιλήψεις του, έγραψε τα περισσότερα έργα του, ίδρυσε φιλοσοφική σχολή, δίδαξε και προσπάθησε να υλοποιήσει τις κοινωνικές του απόψεις. Μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγονται οι Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος, Γεννάδιος Σχολάριος, Ιωάννης Αργυρόπουλος, Γεώργιος Ερμητιανός, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης και ο τελευταίος ιστοριογράφος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας Λαόνικος Χαλκοκονδύλης. Οι δεσπότες του Δεσποτάτου, Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος, Θεόδωρος Β΄ Παλαιολόγος και Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, συχνά ζητούσαν την γνώμη του για διάφορα θέματα. Είχε επίσης την ευθύνη κάποιου ανώτερου διοικητικού αξιώματος (magistratura).
Από τα κοντινά του σε ηλικία αδέλφια, ο Κωνσταντίνος δέθηκε με τον ασθενικό Θωμά, παρά με τον Δημήτριο, τον κακότροπο, φιλόδοξο κι αδίστακτο, που επιβουλευόταν το Δεσποτάτο, αλλά και τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Δημήτριος ήταν αυτός που το 1442 συμμάχησε με τους Τούρκους ελπίζοντας να καταλάβει την Πόλη και το θρόνο της. Τότε, ερχόμενος τάχιστα με στρατό, ο Κωνσταντίνος έσωσε το βασιλέα του κι αδελφό του, τον Ιωάννη Ι΄ εκείνη την περίοδο έχασε και τη δεύτερη σύζυγό του, την Αικατερίνη Γατελούζου. Είχε προηγηθεί ένας σύντομος γάμος (πολιτικού) συμφέροντος. Το Μάρτη του 1428, ο Κωνσταντίνος ήρθε σε γάμο με την πριγκίπισσα Μαγδαλένα της Ηπείρου, ανιψιά του κυβερνήτη της Ηπείρου Μάριο Τόκκο, η οποία πέθανε δύο χρόνια αργότερα. Η προίκα του γι΄ αυτόν το γάμο ήταν όλα τα εδάφη του Τόκκο στην Πελοπόννησο, από όπου και ξεκίνησε τις εκστρατείες του κατά των Φράγκων και των Τούρκων. Από νεαρή ηλικία επέδειξε στρατιωτικές και διοικητικές ικανότητες. Ξεχώριζε από όλα τα αδέρφια για τον καλό αν και αυστηρό του χαρακτήρα. Νέος ακόμα διοίκησε τις γαίες του κυρ-Μανουήλ στην Ταυρική Χερσόνησο και οι ικανότητές του ήταν τέτοιες που γρήγορα κλήθηκε να αναλάβει, μαζί με τα αδέλφια του, τη διοίκηση του Δεσποτάτου του Μορέως. Όταν ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Ι΄ Παλαιολόγος μετέβη στην Ιταλία για την περίφημη «Σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας» και οι αδερφοί του ανέλαβαν τα ηνία στην Πελοπόννησο, εν έτει 1437, εκείνος ανέλαβε τη διοίκηση της Κωνσταντινούπολης. Ο αδερφός του Θεόδωρος ενοχλήθηκε, συνειδητοποιώντας ότι ο Ιωάννης προετοίμαζε για διάδοχό του τον Κωνσταντίνο. Η σχέση τους αποκαταστάθηκε κάπως όταν ο Κωνσταντίνος δέχτηκε να ανταλλάξει τις κτήσεις που είχε στη Θράκη με το Δεσποτάτο του Μυστρά. Ο Θεόδωρος ήθελε να είναι κοντά στην Κωνσταντινούπολη για να καταλάβει το θρόνο μόλις πέθαινε ο Ιωάννης, αλλά τον πρόλαβε η πανώλη. Πέθανε στη Θράκη, το καλοκαίρι του 1448, τρεις μήνες πριν από τον Αυτοκράτορα. Ο νέος δεσπότης του Μυστρά, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, τοποθέτησε τον αδελφό του, τον Θωμά, δεσπότη στη Γλαρέντζα για να φυλά τη δυτική ακτή και άρχισε να προετοιμάζει τη μεγάλη του εκστρατεία για την απελευθέρωση Ρούμελης και Θεσσαλίας το βασίλειό του σύντομα εκτεινόταν ως την Πίνδο. Ο στρατός του Μοριά, υπό τον Κωνσταντίνο, απελευθέρωσε την Πελοπόννησο από τους Φράγκους της Αχαΐας, που είχαν εγκατασταθεί εκεί από την εποχή των Σταυροφοριών. Οι τελευταίες νίκες στην ιστορία του Βυζαντίου ήταν δικές του ο «Δράκος» μαζί με τον αδελφό του, τον Θωμά, απελευθέρωσαν Ρούμελη και Θεσσαλία. Οι γαίες αυτές επανακτήθηκαν το 1446 από τον Μουράτ Β΄, τον εμπνευστή των ταγμάτων των γενιτσάρων οι Τούρκοι ήταν εδώ και δεκαετίες στα Βαλκάνια και οι δυνάμεις τους ήταν ισχυρές αλλά αυτό μάλλον έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα στις ρωμέικες νίκες.  Με την επιστροφή του Ιωάννη, το 1440, έφυγε και πάλι για το Μοριά για να επιστρέψει το 1442, βοηθώντας στρατιωτικά τον αδερφό αυτοκράτορα, που ήταν αντιμέτωπος με το στρατό του Δημητρίου Παλαιολόγου, ενισχυμένο από δυνάμεις του σουλτάνου. Το 1443 επέστρεψε στην Πελοπόννησο. Η αναδιοργάνωση της διοίκησης στρατιωτικής και πολιτικής και η άμυνα της Πελοποννήσου ήταν από τα πρώτα μελήματά του Δεσπότη. Το καλοκαίρι του 1444, ο Κωνσταντίνος εισέβαλε στο λατινικό Δουκάτο των Αθηνών. Γρήγορα κατέκτησε τη Θήβα και την Αθήνα, αναγκάζοντας τον Φλωρεντίνο δούκα Νέριο Β΄ Ατσαγιόλι, υποτελή του Οθωμανού σουλτάνου, να του αποδώσει φόρο υποτέλειας. Έτσι, επέκτεινε το δεσποτάτο του κατακτώντας τη Βοιωτία και τη Φωκίδα. Όμως ο Μουράτ Β΄ οργάνωσε μία μεγάλη εκστρατεία εναντίον του και κατέστρεψε το φρούριο στο Εξαμίλιο, την Κόρινθο και την Πάτρα. Το 1444 ο Κωνσταντίνος και ο Θωμάς εισβάλουν στη Στερεά Ελλάδα, και κυριεύουν την Αθήνα και τη Βοιωτία αναγκάζοντας το δούκα της Αθήνας, Νέριο Β΄ Ατσαϊόλι, να τους καταβάλλει ετήσιο φόρο. Ο Κωνσταντίνος, σύμφωνα με τις υποσχέσεις του στη σύνοδο Φλωρεντίας-Φεράρα, συνεχίζει πιο βόρεια γνωρίζοντας ότι οι Τούρκοι έπρεπε να αντιμετωπίσουν τους σταυροφόρους στη Βάρνα, περνά τα Άγραφα, ενώνεται με τους Βλάχους της Πίνδου και εισβάλλει στη Θεσσαλία. Στη συνέχεια στράφηκε στη Φωκίδα και κατέλαβε το Γαλαξείδι, το Λιδωρίκι και τη Βυτρινίτσα. Το 1444 οι σταυροφόροι ηττήθηκαν ολοκληρωτικά στην μάχη της Βάρνας, και βενετικά πλοία μετέφεραν επί πληρωμή 60.000 Τούρκους στρατιώτες από την Μικρά Ασία στην Ευρώπη χωρίς καν να προσπαθήσει ο βυζαντινός στόλος από την Κωνσταντινούπολη να τους εμποδίσει. Ο Κωνσταντίνος αναγκάζεται το 1446 να υποχωρήσει στο Εξαμίλιον τείχος αλλά δεν καταφέρνει μαζί με τον Θωμά να τους εμποδίσει και οι Τούρκοι εισβάλλουν εκ νέου και λεηλατούν την Πελοπόννησο. Ο σουλτάνος έφτασε ως την Πάτρα, ενώ ο Τουρχάν κατευθύνθηκε στο Μυστρά. Το δεσποτάτο αναγκάστηκε να γίνει φόρου υποτελές στους Τούρκους και όλες οι προσωρινές κατακτήσεις του Κωνσταντίνου εγκαταλείφθηκαν. Αυτές ήταν οι τελευταίες βυζαντινές νίκες. Ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη και να γίνει φόρου υποτελής στον Σουλτάνο. Έχτισε τείχη (Εξαμίλι), ανασυγκρότησε το στρατό, αλλά δεν κατόρθωσε να σταματήσει τις δυνάμεις του Μουράτ Β΄ και το βαρύ του πυροβολικό, που έριξε τα τείχη. Έγινε φόρου υποτελής στον Μουράτ, που είχε σπείρει το θάνατο στην Πελοπόννησο οι τουρκικές δυνάμεις είχαν κατασφάξει τον άμαχο πληθυσμό, ανοίγοντας το δρόμο τους για την Αχαΐα και δίνοντας τέλος στα όποια όνειρα του Κωνσταντίνου για αντεπίθεση. Ωστόσο, ο αγώνας του κι η προσωπικότητά του τον έκαναν αγαπητό σε όλο το ρωμέικο. Με το θάνατο του άτεκνου Ιωάννη, στις 31 Οκτωβρίου 1448, εκλέχτηκε Αυτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως και στέφθηκε στο Μυστρά, στις 6 Ιανουαρίου του 1449. Η επιλογή του παρότι ήδη διεκδικούσε το θρόνο ο Δημήτριος, που έφτασε αμέσως στην πόλη έγινε από την εστεμμένη μητέρα τους. Η Ελένη επέμεινε και κέρδισε το θρόνο για τον Κωνσταντίνο, με την υποστήριξη του λαού της Πόλης και του Θωμά, εκ των αδελφών. Μπήκε ως Αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη στις 12 Μαρτίου, φτάνοντας από τη θάλασσα, συνοδευόμενος από καταλανικές γαλέρες. Έδωσε στον Θωμά και στον Δημήτριο το Δεσποτάτο του Μορέως οι όρκοι πίστεως στον νέο Αυτοκράτορα από τους αδελφούς του δεν έγιναν ιδιαίτερα πιστευτοί. Ο Κωνσταντίνος, Αυτοκράτωρ των ελάχιστων εδαφών που έχουν απομείνει από την άλλοτε κραταιά Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, προσπάθησε να συγκροτήσει το στρατό και να αυξήσει τις άμυνές της. Ο Θωμάς ήταν δυτικόφιλος, ενώ ο Δημήτριος τουρκόφιλος. Οι τουρκικές επιδρομές συνεχίστηκαν αμείωτες τα επόμενα χρόνια, καθώς ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ήθελε να εμποδίσει αυτούς τους δύο από το να στείλουν βοήθεια στην αποκλεισμένη Κωνσταντινούπολη. Όμως ήταν και οι δύο απασχολημένοι με τις μεταξύ τους έριδες και δεν επρόκειτο να ομονοήσουν. Με αφορμή μία μεγάλη τουρκική επιδρομή ξέσπασε εξέγερση ντόπιων Ελλήνων και Αρβανιτών υπό τον Μανουήλ Κατακουζηνό ή Γκιν Κατακουζηνό για τους Αρβανίτες, η οποία έληξε άδοξα με την επέμβαση του Τουρχάν Μπέη. Ο Τουρχάν Μπέης μάλιστα πριν φύγει από την Πελοπόννησο συμβούλευσε τα δύο αδέλφια να ειρηνεύσουν. Μετά την Άλωση και ενώ τα δύο αδέλφια συνέχιζαν να συγκρούονται μεταξύ τους, οι Τούρκοι κατέλαβαν την Πάτρα το 1458 και το 1460 ο Δημήτριος παρέδωσε αμαχητί τον Μυστρά στον Μωάμεθ θέτοντας τέλος στο δεσποτάτο. Ο Θωμάς έφυγε στην Ιταλία με την κάρα του Αγίου Ανδρέα, ενώ ο Δημήτριος ακολούθησε τον Μωάμεθ υπό περιορισμό για το υπόλοιπο της ζωής του. Η τελευταία αντίσταση έμελλε να δοθεί από άσημους τοπάρχες, όπως ο Κωνσταντίνος Γραίτζας Παλαιολόγος που άντεξε στο κάστρο Σαλμένικο, κοντά στην Πάτρα ως το 1461, ο Κροκόδειλος Κλαδάς που συνέχισε να πολεμά τους Τούρκους στην Μάνη και στην Ήπειρο ως το θάνατό του το 1491, και ο Θεόδωρος Μπούας, Αρβανίτης μισθοφόρος των Βενετών.
Πηγή : http://www.e-istoria.com/82.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_ΙΑ΄_Παλαιολόγος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δεσποτάτο_του_Μυστρά
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Γεμιστός_ή_Πλήθων



Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Nova Epirus or Illyria Greca : The history of SW Balkans from the Antiquity to the Ottoman conquest

Bryges or Briges is the historical name given to a people of the ancient Balkans. They are generally considered to have been related to the Phrygians, who during classical antiquity lived in western Anatolia. Both names, Bryges and Phrygians, are assumed to be variants of the same root. The earliest mentions of the Bryges are contained in the historical writings of Herodotus, who relates them to Phrygians, stating that according to the Macedonians, the Bryges "changed their name" to Phryges after migrating into Anatolia, a movement which is thought to have happened between 1200 BC and 800 BC. In the Balkans, the Bryges occupied central Albania and northern Epirus, as well as Macedonia, mainly west of the Axios river, but also Mygdonia, which was conquered by the kingdom of Macedon in the early 5th century BC. They seem to have lived peacefully next to the inhabitants of Macedonia. Small groups of Bryges, after the migration to Anatolia and the expansion of the kingdom of Macedon, were still left in northern Pelagonia and around Epidamnus. Herodotus also mentions that in 492 BC, some Thracian Brygoi or Brygians fell upon the Persian camp by night, wounding Mardonius himself, though he went on with the campaign until he subdued them.
The Illyrians were a group of Indo-European tribes in antiquity, who inhabited part of the western Balkans. The name "Illyrians", as applied by the ancient Greeks to their northern neighbors, may have referred to a broad, ill-defined group of peoples, and it is today unclear to what extent they were linguistically and culturally homogeneous. The term "Illyrians" last appears in the historical record in the 7th century, referring to a Byzantine garrison operating within the former Roman province of Illyricum. In later Greek mythology, Illyrius was the son of Cadmus (king of Thebes) and Harmonia who eventually ruled Illyria and became the eponymous ancestor of the whole Illyrian people. Illyrius had multiple sons (Encheleus, Autarieus, Dardanus, Maedus, Taulas and Perrhaebus) and daughters (Partho, Daortho, Dassaro and others). From these, sprang the Taulantii, Parthini, Dardani, Encheleae, Autariates, Dassaretae and the Daors. The 'proto-Illyrians' had arrived during the Bronze Age as nomadic Indo-Europeans from the Roso-Ukranian steppe. From that point, there was a gradual Illyrianization of the western Balkans leading to historic Illyrians. The Second Greek colonisation was an organized colonial expansion by the Archaic Greeks into the Mediterranean Sea and Pontus in the period of the 8th–6th centuries B.C. The region of the Ionian Sea and that of Illyria were colonized strictly by Corinth. The Corinthians founded important overseas colonies on the sea lanes to Southern Italy and the west which succeeded in making them the foremost emporia of the western side of the Mediterranean. Important colonies of Corinth included Leucada, Astacus, Anactoreum, Actium, Ambracia, and Corcyra. The Corinthians also founded important colonies in Illyria, which evolved into important cities, Apollonia and Epidamnus. Nymphaeum, was also a Greek colony in Illyria. The Roman Republic subdued the Illyrians during the 2nd century BC. An Illyrian revolt was crushed under Augustus, resulting in the division of Illyria in the provinces of Pannonia in the north and Dalmatia in the south.
The Roman province of Macedonia (Provincia Macedoniae) was officially established in 146 BC, after the Roman general Quintus Caecilius Metellus defeated Andriscus of Macedon, the last self-styled King of the ancient kingdom of Macedonia in 148 BC, and after the four client republics (the "tetrarchy") established by Rome in the region were dissolved. The province incorporated ancient Macedonia, with the addition of Epirus, Thessaly, and parts of Illyria, Paeonia and Thrace. This created a much larger administrative area, to which the name of 'Macedonia' was still applied. The Dardanians, to the north of the Paeonians, were not included, because they had supported the Romans in their conquest of Macedonia. Epirus, later Epirus Vetus ("Old Epirus") was a province in the Roman Empire that corresponded to the region of Epirus. Between 146 BC and 27 BC, it was part of the province of Macedonia, after which it became part of Achaea, before becoming a separate province under Emperor Trajan. Epirus Nova ("New Epirus") or Illyria Graeca  or Illyris proper was a province of the Roman Empire established by Diocletian during his restructuring of provincial boundaries. Until then, the province belonged to the province of Macedonia. Dyrrachium (or Epidamnus) was established as the capital of Epirus Nova. The region of Epirus Nova corresponded to a portion of Illyria that was then "partly Hellenic and partly Hellenized". Illyricum is a Latin term derived from Greek Illyria and Illyris. A distinction was also made between Illyris Barbara or Romana, which comprised the Adriatic coast down to today's northern Albania, and Illyris Greaca, which was the rest of Albania, later called Epirus Nova. This latter area derived its name from the fact that, being close to Greece, it was influenced by the Greeks. It was part of the Roman province of Macedonia. Illyria stretched from the River Drilon (Drin) in modern northern Albania to Istria (in modern Croatia and Slovenia) and the River Savus (Sava) in the north. It comprised the coastal plain, the mountains of the Dinaric Alps which stretch along the eastern coast of the Adriatic Sea for 645 kilometres (401 miles) width a width of about 150 kilometres) and, in the north-west, the Istrian Peninsula. John Bury wrote that "The importance of Illyricum did not lie in its revenues, but in its men." The region's native peoples, renowned for their military prowess, became for important the Roman army. Diocletian (reigned 284-305) was born in Salona (Solin, Croatia). Constantine the Great and Constantius III (421AD ) were born in Naissus. His father, Constantius Chlorus was born in Moesia Superior. The Byzantine emperor Anastasius I (reigned 491-518) was born in greek Dyrrhachium (Durrës, Albania). Justinian I (reigned 527-65) was born in latin Tauresium, in the province of Dardania in the Diocese of Dacia 20 kilometres southeast of Skopje in FYROM). Justinian I was the last Latin emperor of this empire. From then on all the emperors were Greek.
The Theme of Dyrrhachium or Dyrrhachion was a Byzantine military-civilian province (theme) located in modern Albania, covering the Adriatic coast of the country. It was established in the early 9th century and named after its capital, Dyrrhachium (Durrës). A strategos of Dyrrhachium is attested in the Taktikon Uspensky of c. 842, but several seals of strategoi dating from the previous decades survive. The historian Jadran Ferluga putting the date of its establishment in the reign of Emperor Nikephoros I (r. 802–811). During the Byzantine–Bulgarian wars of the late 10th and early 11th centuries, the city seems to have been autonomous or at times under Bulgarian suzerainty. From the mid-11th century on, its governor held the title of doux or katepano. In 1040–1041, the troops of the theme, under their leader Tihomir, rebelled and joined the revolt of Peter Delyan. During the late 11th and the 12th centuries, the city of Dyrrhachium and its province were of great importance to the Byzantine Empire. The city was the "key of Albania" and the main point of entry for trade but also for invaders from Italy, and was ideally placed to control the actions of the Slavic rulers of the western Balkans. Thus the doux of Dyrrhachium became the senior-most Byzantine authority throughout the western Balkan provinces. Two successive governors, Nikephoros Bryennios the Elder and Nikephoros Basilakes, used this post as a launchpad for their imperial ambitions in the late 1070s. The region also played a crucial role in the Byzantine–Norman Wars, being occupied by the Normans in 1081–1084. After its recovery, Emperor Alexios I Komnenos entrusted the command of the theme to some of his closest relatives. Nevertheless, the city magnates (archontes) retained considerable influence and autonomy of action throughout, and it was they who in 1205, after the sack of Constantinople by the Fourth Crusade, surrendered the city to the Venetians.
The Despotate of Epirus was one of the successor states of the Byzantine Empire established in the aftermath of the Fourth Crusade in 1204 by a branch of the Angelos dynasty. It claimed to be the legitimate successor of the Byzantine Empire, along with the Empire of Nicaea and the Empire of Trebizond, its rulers briefly proclaiming themselves as Emperors in 1225/1227–1242 (during which it is most often called the Empire of Thessalonica). The Despotate was centred on the region of Epirus, encompassing also Albania and the western portion of Greek Macedonia and also included Thessaly and western Greece as far south as Nafpaktos. After the Battle of Klokotnitsa in 1230 AD in Thrace and the defeat by Bulgarians the Epirote state contracted to its core in Epirus and Thessaly, and was forced into vassalage to other regional powers. It nevertheless managed to retain its autonomy until conquered by the restored Palaiologan Byzantine Empire in ca. 1337. In the 1410s, the Italian Count palatine of Cephalonia and Zakynthos Carlo I Tocco managed to reunite the core of the Epirote state, but his successors gradually lost it to the advancing Ottoman Empire, with the last stronghold, Vonitsa, falling to the Ottomans in 1479. Arbanon was an autonomous Byzantine principality, initially part of the Byzantine Empire and later of the Despotate of Epirus. The state was established by archon Progon in the region of Kruja, in c. 1190. Progon was succeeded by his sons Gjin (John) and then Demetrius, who attained the height of the realm. After the death of Demetrius, the last of the Progon family, the principality came under greek Gregory Kamonas, and later Arvanite Golem, until its dissolution in 1255. North Christians of Albania became Catholics and South Christians remained Orthodox. Arvanites are a Gteek Orthodox bilingual population group in Greece who traditionally speak Arvanitika, along with Greek. They settled in Greece during the late Middle Ages (1300-1400) and were the dominant population element of some regions of the Peloponnese and Attica until the 20th century. Arvanites today self-identify as Greeks and do not consider themselves to belong to Albania or the Albanian nation. They call themselves Arvanites (in Greek) and Arbëror (in their language). It meaning is ar(earth) + ban, van (go to, belong to). Meaning indigenous farmers or refugee farmers. Albanians of Albania call themselves Shqiptar (sons of Eagles). In many instances the Arvanites were invited by the Byzantine and Latin rulers of the time. They were employed to re-settle areas that had been largely depopulated through wars, epidemics, and other reasons, and they were employed as soldiers. Arvanite males on the Greek mainland wore the fustanella, a pleated like skirt garment or kilt, while those who lived on some Aegean islands wore baggy breeches of the seafaring Greeks. During the 20th century, after the creation of the Albanian nation-state, Arvanites in Greece have come to dissociate themselves much more strongly from the Albanians, stressing instead their national self-identification as Greeks.
At the dawn of the establishment of the Ottoman Empire in southeastern Europe, the geopolitical landscape was marked by scattered kingdoms of small principalities. The Ottomans erected their garrisons throughout southern Albania in 1415 and occupied most of the country in 1431 In 1443 a great and longstanding revolt broke out under the lead of the Albanian national hero George Castrioti Skanderbeg, which lasted until 1479, many times defeating major Ottoman armies led by the sultans Murad II and Mehmed II. Skanderbeg united initially the princes of Albania, and later on established a centralized authority over most of the non-conquered territories, becoming the ruling Lord of Albania. He also tried relentlessly but rather unsuccessfully to create a European coalition against the Ottomans. He thwarted every attempt by the Turks to regain Albania, which they envisioned as a springboard for the invasion of Italy and western Europe. His unequal fight against the mightiest power of the time, won the esteem of Europe as well as some support in the form of money and military aid from Naples, Venice, Ragusa and the Papacy. With the arrival of the Ottomans, Islam was introduced in the country as a third religion. This conversion caused a massive emigration of Albanians to other Christian European countries. As Muslims, Albanians attained important political and military positions within the Ottoman Empire and culturally contributed to the wider Muslim world.
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Macedonia_(Roman_province)
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Illyricum_(Roman_province)
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Bryges
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Second_Greek_colonisation
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Illyrians
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Dyrrhachium_(theme)
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Despotate_of_Epirus
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Principality_of_Arbanon
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Arvanites
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Albania

Η άγνωστη ιστορία των Ελλήνων μουσουλμάνων της Οθωμανικής Μέσης Ανατολής

Ο εξισλαμισμός στην Ήπειρο άρχισε επί σουλτάνου Μουράτ Β', εξηπλώθη δε επικινδύνως μετά την ήττα του Σκεντέρμπεη, οπότε οι μεγάλοι κτηματίες ηναγκάσθησαν να εξισλαμισθούν για να διατηρήσουν τα τιμάριά τους, αξιωθέντες τού τίτλου «μπέηδες» κατά κληρονομιά. «Τούτους κάτω από ψυχολογικό εξαναγκασμό εμιμήθησαν και οι πτωχοί κολλήγοι». Τη σκληρότερη τυραννία όμως υπέστη ή Ήπειρος, κατά τον Ν. Πατσέλη, μετά τον θάνατο τού Σκεντέρμπεη, «διότι εφ’ όσον χρόνον εμάχετο ούτος προς το Οθωμανικόν Κράτος, ή Ήπειρος συνεμμάχει μαζύ του. Διά τούτο μετά τον θάνατόν του, οι Οθωμανοί την μετεχειρίσθησαν απανθρώπως, αναγκάσαντες τον πληθυσμών εις εξισλαμισμόν. » Ο ισλαμισμός των Χριστιανών λέγει, ιδίως εις την καλουμένην σήμερον Β. Ήπειρον, έκαμε τας μεγαλυτέρας προόδους, όταν ό Γ. Καστριώτης, ηρνήθη την πίστι του εις τον Σουλτάνο και την μουσουλμανικήν θρησκείαν».... «Μικρόν μετά την άλωσιν, γράφει ό Κων. Παπαρρηγόπουλος, το πλήθος εξισλαμισθέντων Χριστιανών ήτο τοσούτον, ώστε ή διδασκαλία τού νέου θρησκεύματος δεν επρόφθανε να γίνη εις τούς νεοφωτίστους, ώστε ήρχιζαν να μη τηρώνται αυστηρώς αι διατάξεις αυτού. Ο δε Μωάμεθ Β’ ηναγκάσθη (1474) δηλαδη δέκα Χρόνια μετά την κατάρρευσι Σκεντέρμπεη να επιβάλη δι’ αυτοκρατορικού ορισμού την αυστηράν τήρησιν των διατάξεων».... Ο μητροπολίτης Βελεγράδων Αλεξούδης, γράφει: Περί το 1735-1840, φαίνεται πώς το πλείστον μέρος των κατοίκων Αυλώνος, Βερατίου και των περιχώρων «αποταξάμενον τη Ιερά χριστιανική τού ανατολικού δόγματος θρησκεία....». Ο δε Γ. Δημητρίου μάς πληροφορεί ειδικώτερα: «Όλη ή επαρχία τής Χειμάρρας, ως επί το πλείστον από τη μεριά τής θάλασσας απέναντι τής Κερκύρας, κατοικείται από τούς λεγομένους Τουρκοχριστιανούς ή μισοτούρκους και μισοχριστιανούς. Πιο μέσα δε προς την ενδοχώρα υπάρχουν άλλες μεγαλύτερες πόλεις, όπως ή Νίβιτσα, Λυκορώσια, Αγ. Βασίλειος κλπ. πού κατοικούν Χριστιανοί ή Έλληνες».... «Οι εγκυρότεροι ιστορικοί και γεωγράφοι τής Ηπείρου, τονίζει επιγραμματικά ό Ν. Πατσέλης, επί μακρά έτη εις τα Ιωάννινα πρόξενοι, όπως ό ΕΤΟΝ (1780-1798), ό Πουκεβίλ (1806-1819) και Λήκ (1805-1822), όλοι ομολογούν, ότι από την ιστορία, τα ήθη, την γλώσσαν και τον εθνικόν χαρακτήρα, φαίνεται, ότι οι Μωαμεθανοί και Τουρκαλβανοί τής Ηπείρου, αρχικώς ήσαν Έλληνες οι οποίοι εξώμοσαν… »Από τον Αμβρακικόν όθεν κόλπον μέχρι και πέραν τού Σκούμπι ποταμού, Έλληνες είναι από αρχαιοτάτων χρόνων αυτόχθονες και γηγενείς και όχι άποικοι ούτε ξένοι παρεπίδημοι. Εις την Ήπειρον δεν έχομεν «Γραικομανίαν», όπως μερικοί αργυρώνητοι και ανιστόρητοι επαναλαμβάνουν, αλλά βαθέως ερριζωμένην γνησίαν ελληνικήν ψυχήν, την οποίαν ουδείς εισβολεύς δύναται να σβύση, όπως απέδειξεν ή ανδρεία αντίστασις του πληθυσμού εις τον απαίσιον εισβολέα τής 28- 10- 1940 και έδωσεν αφορμήν εις την επαρχίαν αυτήν να γράψη μιαν από τας ενδοξωτέρας σελίδας της».... Από τα πρώτα του βήματα το ετερόδοξο μοναστικό τάγμα των μπεκτασήδων συνδέθηκε στενά με το στρατιωτικό σώμα των γενιτσάρων. Ο μπεκτασισμός αναπτύχθηκε στα Βαλκάνια, με ιδιαίτερη μάλιστα επιτυχία στην ύπαιθρο χώρα της Θράκης και της Αλβανίας. Ο μαζικός εξισλαμισμός των ορθοδόξων αλβανών χωρικών, που συντελείται κυρίως το 18ο αιώνα, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στην αποτελεσματική αυτή προπαγάνδα των αιρετικών μουσουλμάνων, που διατηρούν ένα διάλογο με τους χριστιανικούς αγροτικούς πληθυσμούς. Την εποχή της εξάπλωσης και σταδιακής κυριαρχίας των Οθωμανών στην Αλβανία (τέλη 14ου – αρχές 15ου αιώνα) η χώρα βρίσκεται χωρισμένη σε δύο πολιτισμικές θρησκευτικές ζώνες: το λατινικό - καθολικό βορρά και το βυζαντινό ορθόδοξο νότο. Ο εξισλαμισμός της Αλβανίας προχωράει με εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς. Γύρω στο 1530 μόνο το 5,5% των νοικοκυριών είναι μωαμεθανικά στο σαντζάκια του Ελμπασάν και το 4,5% στο σαντζάκι της Σκόδρας. Ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή που περνάει το 1670 από τις πόλεις Αργυρόκαστρο, Τεπελένι, Πρεμετή, Μπεράτι, Αυλώνα, Δυρράχιο και Ελμπασάν, σημειώνει ότι η προσχώρηση των χριστιανικών πληθυσμών στον μωαμεθανισμό είναι πρόσφατη. Ο εξισλαμισμός των Τόσκηδων και των Λιάπηδων στη διοίκηση Μπερατίου συνεχίζεται στα χρόνια του Αλβανού Αλή Πασά που υποστηρίζει θερμά το μπεκτασισμό. Στις αρχές του 17ου αιώνα πολλοί Αλβανοί προσήλυτοι στον ισλαμισμό μετανάστευσαν σε άλλες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας και σταδιοδρόμησαν με μεγάλη επιτυχία τόσο στην οθωμανική Διοίκηση, όσο και στον Στρατό. Ορισμένοι μάλιστα κατέλαβαν ύψιστα αξιώματα της αυτοκρατορίας. Περίπου τριάντα Αλβανοί ανήλθαν στο ύπατο αξίωμα του Μέγα Βεζύρη, από το οποίο μπορούσε να εκπέσει και να αντικατασταθεί μόνον μετά από απόφαση του ίδιου του Σουλτάνου. Χαρακτηριστική είναι η πορεία της οικογένειας Κυπριλιώτη ή Κιοπρουλού η οποία στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα ανέδειξε επτά μέλη της στο ύπατο αξίωμα, που καταπολέμησαν την διαφθορά, ενίσχυσαν πρόσκαιρα τον έλεγχο της ολοένα εξασθενούσας κεντρικής κυβέρνησης απέναντι στους καταπιεστικούς και αρπακτικούς τοπικούς μπέηδες, ενώ είχαν και αρκετές σημαντικές στρατιωτικές  επιτυχίες. Είναι η περίφημη Εποχή των Κιοπρουλού (1656–1710), η οποία εγκαινιάσθηκε με την άνοδο στο αξίωμα του Μέγα Βεζύρη του Μεχμέτ Κιοπρουλού (1656–1661), που διαδέχθηκε ο ικανότατος γιος του, Φαζίλ Αχμέτ Κιοπρουλού (1661–1676), ο οποίος απέσπασε την Κρήτη από τους Βενετούς (1699). Στα μέσα του 16ου αιώνα μια μυστικιστική μουσουλμανική αίρεση, οι Μπεκτασήδες δερβίσηδες, άρχισε να εξαπλώνεται στις αλβανικές περιοχές αργά, ειρηνικά και χωρίς αντιδράσεις από τις οθωμανικές αρχές. Οι Μπεκτασήδες συνεργάζονταν τόσο με  τους Καθολικούς του Βορρά, όσο και τους Ορθοδόξους χριστιανούς του Νότου και βαθμιαία αναδείχθηκαν στην μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα της νότιας Αλβανίας. Αλβανοί υπήρχαν επίσης σε όλη την αυτοκρατορία, στο Ιράκ, στην Αίγυπτο, στην Αλγερία και σε όλο το Μαγκρέμπ, ως ζωτικής σημασίας στρατιωτικοί και διοικητικοί λειτουργοί. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στο Παιδομάζωμα. Η διαδικασία του εξισλαμισμού υπήρξε σταδιακή, αρχίζοντας με την άφιξη των Οθωμανών το 19ο αιώνα (σήμερα μια μειονότητα Αλβανών είναι Καθολικοί ή Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία έχει γίνει Μουσουλμανική). Οι τιμαριούχοι, το υπόβαθρο της πρώιμης Οθωμανικής εξουσίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, δεν ήταν κατ' ανάγκη προσήλυτοι στο Ισλάμ και κατά καιρούς εξεγείρονταν. Διασημότερος από αυτούς τους επαναστάτες είναι ο Σκεντέρμπεης. Η σημαντικότερη επίπτωση στους Αλβανούς ήταν η σταδιακή διαδικασία εξισλαμισμού της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού, αν και αυτό έγινε πιο πλατειά μόνο το 17ο αιώνα.
Ο Μεχμέτ Αλή ή Μωχάμετ Αλή Πασάς (1769 - 1849) ήταν Χεδίβης (αντιβασιλέας) της Αιγύπτου. Γεννήθηκε στην Καβάλα, γιος ενός Τουρκαλβανού Ιμπραήμ, αγροφύλακα της οθωμανικής περιφέρειας. Όταν έμεινε ορφανός υιοθετήθηκε από τον φρούραρχο της Καβάλας και από αυτόν διορίσθηκε το 1788 υπαρχηγός σώματος στρατού, που στάλθηκε στην Αίγυπτο κατά των Γάλλων. Στην Αίγυπτο ως αρχηγός πιστού σώματος τεσσάρων χιλιάδων Αλβανών, διακρίθηκε γρήγορα και αφού προσεταιρίστηκε τους Μαμελούκους, αναδείχθηκε με πραξικόπημα και με απαίτηση των Αλβανών, των Μαμελούκων και του λαού, διοικητής της Αιγύπτου και αναγνωρίσθηκε από την Πύλη το 1805. Αφού στερέωσε τη θέση του, άσκησε δικτατορική εξουσία στην Αίγυπτο, γιατί αφενός απέναντι στο Σουλτάνο έγινε κατ’ ουσίαν ανεξάρτητος, αφετέρου στο εσωτερικό κατόρθωσε να εκμηδενίσει κάθε αντίσταση. Το 1811 εξόντωσε με δόλο όλους τους αρχηγούς των Μαμελούκων και με τους γιους του νίκησε τους Βαχαβίτες της Αραβίας. Η εσωτερική του διακυβέρνηση ήταν ευεργετική για τη χώρα. Κατασκεύασε αρδευτικά έργα, προστάτευσε και προήγαγε τη γεωργία, διευκόλυνε τις μεταφορές με μεγάλο στόλο ποταμόπλοιων, αναδιοργάνωσε το στρατό και το στόλο της Αιγύπτου με τη βοήθεια Ευρωπαίων. Δεν είχε θρησκευτικό φανατισμό. Επέβαλλε στη χώρα του πρώτος αυτός τον σεβασμό προς τους Χριστιανούς και εκτιμούσε τους Ευρωπαίους. Έκανε υποχρεωτική την εκπαίδευση και έδωσε το παράδειγμα της εντατικής εργασίας. Οι διάδοχοί του δεν φάνηκαν αντάξιοι. Επί του Αμπάς Χιλμή Εμπν Τουσούν, εγγονού του, που τον αγαπούσε πολύ και του έδωσε πολύ επιμελημένη ανατροφή, ίσως επειδή ο πατέρας του ήταν γιος του και είχε φονευθεί στη μάχη της Ρωζέττας, πέθανε ο Μεχμέτ Αλή στην Αλεξάνδρεια, στο ανάκτορο του Ράς ελ Τιν, στις 2 Αυγούστου του 1849. Ο Μωχάμετ Άλη έθεσε τις βάσεις για τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Ο ικανός και δραστήριος αυτός ηγεμόνας, στην προσπάθειά του να εκσυγχρονίσει την οικονομία και τον τεχνικό εξοπλισμό της χώρας, ενθάρρυνε την εγκατάσταση των Ευρωπαίων γενικά και ιδιαίτερα των Ελλήνων, γιατί αντιλήφθηκε πόσο μεγάλη μπορούσε ν' αποβεί η συμβολή τους στην επιτυχία των σχεδίων του. Ευνόησε, λοιπόν, τους Έλληνες και συνεργάστηκε μαζί τους με αποτέλεσμα να θεμελιωθεί και ν' ακμάσει η ελληνική παροικία. Ο Μωχάμετ Άλη ακολούθησε αυτή την πολιτική όχι γιατί συμπαθούσε του Έλληνες και την Ελλάδα, παρά γιατί πίστευε ότι οι Έλληνες έποικοι, με τις ικανότητες και την πείρα τους, σαν κεφαλαιούχοι, σαν έμποροι, σαν τεχνίτες, θα ήταν χρήσιμοι. Από το 1810 και μετά ο αριθμός των Ελλήνων στην Αίγυπτο αυξάνεται με γοργό ρυθμό, όπως δείχνουν οι ιστορικές πληροφορίες, που έχουμε: Το 1803 ο Άραβας χρονογράφος Αλη ελ Αμπάση αναφέρει ότι στην Αλεξάνδρεια ζούσαν σαράντα ελληνικές οικογένειες. Το άγαλμα του Μωχάμετ Άλη στην ομώνυμη πλατείαΑπό τα πρώτα κιόλας χρόνια της εξουσίας του Μωχάμετ Άλη, γύρω στα 1810-1820, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, υπολογίζει τον αριθμό των Ελλήνων σε χίλιους. Είναι έμποροι, τραπεζίτες, έμποροι, εργολάβοι δημοσίων έργων, καθώς και τεχνίτες: χτίστες, ραφτάδες, γουναράδες, καλλιεργητές οπωροφόρων δένδρων και λαχανικών κ.τ.λ. Μετά από πρόσκληση του Σουλτάνου Μαχμούτ, έστειλε τον γιο του Ιμπραήμ με ισχυρό στρατό και στόλο να υποτάξει την επαναστατημένη Ελλάδα. Την περίοδο 1831 με 1833 κατέκτησε τη Συρία και ζήτησε να την κρατήσει αφού νίκησε επανειλημμένως τα στρατεύματα του Σουλτάνου. Επενέβησαν όμως οι Μεγάλες Δυνάμεις και τον ανάγκασαν να φύγει από την Ασία. Πέτυχε όμως την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος επί της αντιβασιλείας για την οικογένεια του. Συνεχίζοντας την αναδιοργάνωση της Αιγύπτου, ανοικοδόμησε την Αλεξάνδρεια, προήγαγε την καλλιέργεια του βαμβακιού και ίδρυσε διάφορες σχολές. Το 1844 επειδή αρρώστησε, παραιτήθηκε υπέρ του γιου του Ιμπραήμ, ο οποίος όμως πέθανε μετά από δύο μήνες. Αυτόν διαδέχθηκε ο Αμπάς ο Α’ επί της βασιλείας του οποίου πέθανε ο Μωχάμετ Άλη.
Ο Ιμπραήμ Πασάς (Ibrahim Pasha) ήταν Οθωμανός στρατιωτικός και χεδίβης (αντιβασιλέας) της Αιγύπτου, γνωστός από την εκστρατεία του στην Πελοπόννησο, η οποία παρ' ολίγον να αποδειχθεί μοιραία για την Ελληνική Επανάσταση. Ο Ιμπραήμ Πασάς (Ibrahim Pasha) γεννήθηκε στην Καβάλα το 1789 και ήταν γιος του αλβανικής καταγωγής Βαλή της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλη και μιας χριστιανής, που ήταν γνωστή ως χήρα Τουρματζή. Άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο Ιμπραήμ ήταν γιος της χήρας από τον γάμο της με κάποιον Τουρματζή και απλώς ο Μωχάμετ Άλη τον υιοθέτησε. Ο Ιμπραήμ έλαβε μόρφωση από ευρωπαίους παιδαγωγούς, η οποία δεν απάλυνε τον σκληρό χαρακτήρα του. Έτσι, ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον εξορίσει στο εσωτερικό της χώρας, αλλά σύντομα έδειξε τις στρατιωτικές του ικανότητες, βοηθώντας τον να εξολοθρεύσει τους Μαμελούκους, που λυμαίνονταν το Σουλτανάτο της Αιγύπτου. Για τις υπηρεσίες του, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β' τον ονόμασε Πασά της Μέκκας και μεγάλο Βεζύρη με τρεις ιππουρίδες (αλογοουρές), καθιστώντας τον ισότιμο του πατέρα του. Οργάνωσε τον στρατό του σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, προσλαμβάνοντας γάλλους αξιωματικούς. Η αντίδραση της ντόπιας ολιγαρχίας δεν τον πτόησε και στα τέλη του 1823 ο στρατός της Αιγύπτου έφθανε τους 100.000 ετοιμοπόλεμους άνδρες και οι φιλοδοξίες του μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Στις αρχές του 1824 ο Σουλτάνος, σε προφανή αδυναμία να καταστείλει την Ελληνική Επανάσταση, απευθύνθηκε στον Μωχάμετ Άλη και του ζήτησε να τον βοηθήσει. Ως αντάλλαγμα θα λάμβανε την Κρήτη και την Πελοπόννησο. Ο Ιμπραήμ επέσπευσε την απόβαση στην Πελοπόννησο, όταν πληροφορήθηκε την εμφύλια διαμάχη που μαίνονταν στην περιοχή. Στις 26 Φεβρουαρίου 1825 αποβιβάστηκε ανενόχλητος στη Μεθώνη με 4.000 πεζούς και 400 ιππείς και κατέλαβε το κάστρο της πόλης. Οι επαναστάτες αφυπνίστηκαν, έστω και καθυστερημένα. Άφησαν κατά μέρος τις διαφορές τους και προσπάθησαν να προβάλλουν αποτελεσματική αντίσταση με ηγέτη τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, που εν τω μεταξύ είχε αποφυλακιστεί. Μόνο σε κλεφτοπόλεμο μπορούσαν να ελπίζουν, αφού σε κανονική μάχη ο στρατός του Ιμπραήμ προκαλούσε «σοκ και δέος» στους ανοργάνωτους Έλληνες. Ο Ιμπραήμ κατατρόπωσε τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι (1825) και άνοιξε τον δρόμο για την Τριπολιτσά, την οποία κατέλαβε και κατέστρεψε στις 11 Ιουνίου 1825. Την επομένη βάδισε κατά του Άργους και του Ναυπλίου, αλλά ο Δημήτριος Υψηλάντης τον σταμάτησε στους βάλτους των Μύλων (1825). Τον Ιούλιο του 1826 επιχείρησε να καταλάβει τη Μάνη, αλλά απέτυχε παταγωδώς. Το καλοκαίρι του 1827, μη μπορώντας να εδραιώσει τη θέση του στην Πελοπόννησο, άρχισε να εφαρμόζει την τακτική της «καμμένης γης», προκειμένου να κάμψει τους επαναστάτες, ενώ προετοίμαζε απόβαση στην Ύδρα και τις Σπέτσες, γεγονός που θα είχε ολέθριες συνέπειες για την Επανάσταση, αν γινόταν πραγματικότητα. Τον πρόλαβαν, όμως, οι ναυτικές δυνάμεις Γαλλίας, Ρωσίας και Αγγλίας, που κατέστρεψαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827). Ο χρόνος άρχισε να μετράει πλέον αντίστροφα για τον Ιμπραήμ. Οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν αλλάξει την πολιτική τους και ήταν αποφασισμένες να υποστηρίξουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Με τη Συνθήκη της Αλεξάνδρειας (1828), που υπέγραψε ο Μοχάμετ Άλη με τον Κόδριγκτον, ο Ιμπραήμ αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την Πελοπόννησο στις 10 Οκτωβρίου 1828.  Στην πραγματικότητα όμως τα στρατεύματα του Ιμπραήμ βρίσκονταν σε πλήρη διάλυση σύμφωνα με τον Τρικούπη και η περαιτέρω παραμονή τους στην Πελοπόννησο ήταν προβληματική. Σε αυτή την κατάσταση είχαν οδηγηθεί οι Αιγύπτιοι από τον ναυτικό αποκλεισμό, την ανοιχτή ανταρσία των Αλβανών και την παθητική αντίσταση των Ελλήνων. Πολλοί αξιωματούχοι των Αιγυπτίων υποδείκνυαν στον Ιμπραήμ ότι η μόνη λύση ήταν η αποχώρηση. Ή αποχώρηση του διήρκεσε έναν ολόκληρο μήνα, ενώ απέσπασε και πολλούς αιχμαλώτους που πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα καταστρατηγώντας τους σχετικούς όρους της συνθήκης, τόσο πριν φτάσουν οι Γάλλοι όσο και μετά την άφιξη τους. Οι Γάλλοι δεν αντέδρασαν, ενώ ο στρατηγός Μαιζόν παρέθεσε γεύμα προς τιμήν του! στο οποίο ο Αιγύπτιος στρατιωτικός ειρωνεύτηκε τον Γάλλο. Ο Ιμπραήμ έστειλε χιλιάδες Έλληνες αιχμαλώτους από την Πελοπόννησο στην Αίγυπτο, όπου τους αγόρασαν από τα σκλαβοπάζαρα πλούσιοι Αιγύπτιοι μουσουλμάνοι. Εκτός από τις προσπάθειες που κατέβαλε ο πρόξενος της Ελλάδας και πρώτος πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας (1843) εθνικός ευεργέτης Μιχαήλ Τοσίτσας, αποκορύφωση των οποίων ήταν να περιληφθεί στη συνθήκη της 27/9 Αυγούστου 1828, που υπογράφτηκε στην Αλεξάνδρεια μεταξύ Κόδριγκτον και Μωχάμετ Άλυ, άρθρο με το οποίο απελευθερώνονταν όλοι οι Έλληνες σκλάβοι που είχαν μεταφερθεί από το Μοριά, τόσο ο πατριάρχης Ιερόθεος στο Καϊρο όσο και ο ηγούμενος της μονής του Αγίου Σάββα στην Αλεξάνδρεια πρωτοσύγκελλος Γεράσιμος ενεργούν για την απελευθέρωσή τους. Το μοναστήρι αυτό υπήρξε κατά την περίοδο εκείνη καταφύγιο για τους Έλληνες αιχμαλώτους και δούλους που προσέτρεξαν εκει. Το ελληνικό Σύνταγμα της Επιδαύρου είχε καταργήσει τη δουλεία ανθρώπων κάθε εθνικότητας και θρησκείας. Αλλά αυτό δεν ίσχυε για τους Τούρκους και Αιγυπτίους. Στις αρχές του 1828 ο Ιωάννης Καποδίστριας έφτασε στην Ελλάδα ως ο πρώτος Κυβερνήτης των απελευθερωμένων ελληνικών εδαφών. Πολύ σύντομα ο Αυστριακός Αντον Πρόκες φον Οστεν (1795-1876), που υπήρξε αργότερα πρεσβευτής της Αυστρίας στην Αθήνα από το 1834, ανέλαβε να φέρει εις πέρας μια δύσκολη αποστολή. Ή αποστολή Οστεν είχε αποδώσει καρπούς και η «Αφροδίτη» αγκυροβόλησε παραφορτωμένη με ανθρώπους στις ελληνοκρατούμενες περιοχές και όπως τόνισε ο Αυστριακός πρέσβης: «Ο Καποδίστριας έδεινε πολύ ευχαριστημένος με την επιτυχία της αποστολής μου».
Ο Ιμπραήμ είχε μεγάλες φιλοδοξίες και η αποτυχία του στην Πελοπόννησο τον πείσμωσε. Μετά την επιστροφή του στο Κάιρο στράφηκε μαζί με τον πατέρα του κατά του Σουλτάνου. Γρήγορα έγιναν κύριοι της Παλαιστίνης, της Συρίας και μέρους της Μικράς Ασίας. Δύο φορές εκστράτευσε ο Ιμπραήμ κατά της Κωνσταντινούπολης (1833 και 1839) και τις δύο φορές εμποδίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις, που δεν ήθελαν αλλαγή του στάτους κβο. Μάλιστα, το 1839 στον συμμαχικό στόλο που βομβάρδισε τη Συρία, συμμετείχαν και δύο ελληνικά πλοία. πέθανε στις 10 Νοεμβρίου 1848 σε ηλικία 59 ετών. Άφησε πίσω του ένα γιο, τον Ισμαήλ, ο οποίος διοίκησε αργότερα την Αίγυπτο και την κατέστησε σχεδόν ανεξάρτητη από τον Σουλτάνο. Ο Φαρούκ Α΄ της Αιγύπτου (1920 - 1965) ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Αιγύπτου και του Σουδάν, διαδεχόμενος τον πατέρα του, Φουάτ Α' της Αιγύπτου, το 1936. Στις 26 Ιουλίου του 1952, ο βασιλιάς Φαρούκ παραιτήθηκε από το θρόνο της χώρας του, με την επανάσταση των Αιγυπτίων αξιωματικών.
Πηγή : http://www.elkosmos.gr/i-omadiki-exislamismi-stin-ipiro-ke-vorio-ipiro/
http://www.lithoksou.net/p/albania-apo-tin-othomaniki-dioikisi-sto-ethniko-kratos-1880-1922
http://ethnologic.blogspot.gr/2014/04/blog-post_6.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αλβανία
http://11dim-kaval.kav.sch.gr/main/roads/ali.htm
https://www.timesnews.gr/μεχμέτ-αλή-πασάς-χεδίβης-της-αιγύπτου/
https://www.sansimera.gr/biographies/304
https://www.sakketosaggelos.gr/Article/5458/
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=409260
http://www.istorikathemata.com/2010/04/1827.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Φαρούκ_της_Αιγύπτου