Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

Βουκελάριοι (Μέρος Β') : Το βυζαντινό τάγμα ιππικού πρότυπο των μεσαιωνικών ιπποτών της Δυτικής Ευρώπης

Οι Βουκελάριοι ιδρύθηκαν το 514 από τον Ελληνικής καταγωγής (Γερμανίκεια της Θράκης) και συγκλητικής προέλευσης πολυνίκη και αήττητο Στρατηγό του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, Βελισσάριο ο οποίος είχε την έμπνευση να συνδυάσει τον τρόπο μάχης των ευέλικτων Ούννων ιπποτοξοτών, που μάχονταν ως ακροβολιστές, με εκείνον των καταφράκτων Γότθων ιππέων, που μάχονταν εκ του συστάδην, σε ένα τάγμα άριστα και σκληρά εκπαιδευμένων Καβαλαρίων (ιπποτών) διπλού ρόλου που πήραν την ονομασία «Βουκελάριοι». Ο Βυζαντινός Στρατός αποτελείτο από δύο γενικές κατηγορίες:
α. Τον θεματικό στρατό στον οποίο δεν υπηρετούσαν Ευγενείς και Αριστοκράτες πλην εκείνων που τον διοικούσαν.
β. Τον βασιλικό ή ταγματικό Στρατό τον οποίο αποτελούσαν τα επίλεκτα Τάγματα της Ανακτορικής Φρουράς όπου υπηρετούσαν ως επί το πλείστον γόνοι συγκλητικών Οίκων.
Επικεφαλής του θεματικού στρατού ορίζονταν Στρατηγοί, ενώ επικεφαλής του βασιλικού ή ταγματικού Στρατού ορίζονταν δομέστικοι. Επομένως στο Βυζάντιο ο όρος “Τάγμα” αναφερόταν αποκλειστικά και μόνον στα επίλεκτα εκείνα σώματα της ανακτορικής φρουράς τα οποία αποτελούσαν τις ειδικές δυνάμεις της Αυτοκρατορίας και είχαν μεταξύ άλλων το προνόμιο να ανακηρύσσουν τον Αυτοκράτορα που είχε εκλεγεί προηγουμένως από τη σύγκλητο. Υπό την έννοια αυτή οι Βουκελάριοι κατά την ίδρυσή τους δεν αποτελούσαν Βασιλικό Τάγμα, δεδομένου ότι δεν ανήκαν στην Ανακτορική Φρουρά, δηλ. στον Βασιλικό ή Ταγματικό Στρατό των Συγκλητικών και Ευγενών. Η δομή, η ιδεολογία και η εν γένει λειτουργία τους παρέπεμπε στα Αριστοκρατικά ιδεώδη των Ταγμάτων του Βασιλικού Στρατού της Ανακτορικής Φρουράς… Επιπλέον οι Συγκλητικοί τους οποίους ο ίδιος ο Βασιλεύς ανεγνώριζε ως ομοτράπεζους, ανεγνώριζαν κι εκείνοι με τη σειρά τους ως ομοτράπεζους τους Βουκελαρίους της Οικίας (φρουράς) του Οίκου τους. Οι Βουκελάριοι αν και αρχικώς δεν ελαμπρύνοντο επ’ ευγενεία ex origo (εκ καταγωγής) και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να ανήκουν στα βασιλικά τάγματα της ανακτορικής Φρουράς, εντούτοις αναγνωρίζονταν ως Ομοτράπεζοι των Συγκλητικών, επειδή είχαν κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη τους ιδίως με την αρετή, την αφοσίωση, αλλά και με τις ανδραγαθίες τους στο πεδίο της μάχης. Νεώτερες όμως έρευνες έφεραν στο φως μολυβδόβουλο δομεστίκου των Βουκελαρίων, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι το Τάγμα συγκαταλέχθηκε τελικώς μεταξύ των Επιλέκτων Ταγμάτων του Βασιλικού Στρατού, ως ισότιμο Βασιλικό Τάγμα. Η λέξη «Βουκελάριος» ετυμολογείται από τη λέξη «βουκάκρατον» η οποία παράγεται από τις λέξεις «βούκα», δηλ. μπουκιά, όπως ονομαζόταν εκείνη την εποχή το Σώμα Κυρίου της Θείας Ευχαριστίας ή/και ο άρτος της αρτοκλασίας και από τη λέξη «κελάριος» που σημαίνει «φύλαξ». Υποδηλώνει επίσης και τον Φύλακα της Ακολουθίας της Αρτοκλασίας εκείνης όπου συμμετείχαν ως Ομοτράπεζοι των Συγκλητικών, στους Οίκους των οποίων υπηρετούσαν.
Η αρτοκλασία αυτή πιθανώς ετελείτο με «βουκέλα» που ήταν άρτος σε σχήμα κρικέλλας ενώ κατέληγε σε χρίση των συμμετεχόντων από το λάδι της κανδήλας του προστάτου του τάγματος Αγίου Γεωργίου. Τον μεσαίωνα συνήθιζαν να φυλάσσουν τον άρτο της αρτοκλασίας και εν προκειμένω της Βουκελοκλασίας, που αποτελούσε τύπο του Σώματος του Χριστού, ως φυλαχτό για να τους προστατεύει στις μάχες. Σε λεξικό του 16ου-17ου αι. οι Βουκελάριοι μνημονεύονται ως «φύλακες του σώματος» «Φύλακες της Θείας Ευχαριστίας» καθώς και ως μυστικοσύμβουλοι, σωματοφύλακες και ομοτράπεζοι των συγκλητικών. Το «ομοτράπεζοι», σύμφωνα με την Βυζαντινή εθιμοτυπία, σήμαινε ότι οι οικοδεσπότες Συγκλητικοί επειδή εκτιμούσαν την ιδιαίτερη προσωπική αξία και αρετή των Βουκελαρίων τους, παρέβλεπαν το γεγονός ότι δεν κατάγονταν από κάποιο Συγκλητικό Οίκο και τους αναγνώριζαν ένα είδος προσωποπαγούς οιονεί Ευγενείας, ενώ παράλληλα τους τιμούσαν με διάφορα προνόμια, όπως π.χ. τους δέχονταν στον κύκλο τους ως ομοτράπεζους, ίσως κατά την οκολουθία της βουκελοκλασίας, τους προσφωνούσαν τιμητικώς «οικείους» και τους ανέθεταν τιμητικά καθήκοντα “αυλικών” και «αυλαρχών» των Συγκλητικών οίκων τους. Ως «οικείοι» ή «οικειακοί» άνθρωποι οι Βουκελάριοι ανήκαν στο περιβάλλον των Συγκλητικών, με τους οποίους τους συνέδεε εκδούλευση και πίστη, μεγαλύτερη μεν από εκείνη του οικιακού υπηρέτη («οικέτου»), του δούλου, του παροίκου ή του κρατικού υπαλλήλου, αλλά ανεξάρτητη των συνηθειών υποτελείας. Οι «οικείοι Βουκελάριοι» οικειοθελώς, αυτοβούλως και με υπέρμετρη ανδρεία υποστήριζαν και προστάτευαν τους λαμπρότατους (συγκλητικούς) οίκους, στις οικίες των οποίων υπηρετούσαν και μάλιστα για ιδεολογικούς κυρίως λόγους, διακινδυνεύοντας πολλές φορές τη ζωή τους, ενώ δεσμεύονταν μαζί τους με επίσημο όρκο να τους ακολουθούν ακόμα και στην εξορία.
Οι Βουκελάριοι εκτός από «Φύλακες του Σώματος του Χριστού» είχαν μεταξύ άλλων και τα προνομιούχα καθήκοντα των «Προστατών των Πριγκίπων», των «Ακολούθων», των «Ιπποκόμων», των «Οικονόμων» καθώς και των «Παραμυθούντων» δηλ. των «Συμβούλων» (εκ του «Παραμυθέομαι» = συμβουλεύω, προτρέπω, ενθαρρύνω, παρηγορώ, καθησυχάζω, παρακινώ, παροτρύνω, ανακουφίζω, παραινώ, υποδεικνύω) εκείνων των Συγκλητικών που τους προσελάμβαναν στην υπηρεσία τους. Όταν δε προσελήφθησαν στην υπηρεσία δυτικών φεουδαρχών, μεταλαμπάδευσαν, στα μέρη όπου υπηρέτησαν, τις αρχές των Ιπποτικών ιδεωδών, από τις οποίες θα διέπονταν πλέον ύστερα από έξι περίπου αιώνες, όλα τα γνωστά Ιεροπολεμικά Τάγματα, μεταξύ των οποίων και το τάγμα των Ιππποτών του Ναού. Ίσως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Ναΐτης και διδάσκαλος της ΙπποσύνηςRaymond Lull χαρακτηρίζει την Ιπποσύνη ως 8ο Μυστήριο, επειδή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το καθήκον της Αποστολής, το οποίο είχε προηγουμένως ενσωματωθεί στην ιδεολογία των Βουκελαρίων ενώ συνοψίζεται σε Ευαγγελικές ρήσεις που αναφέρονται στην προστασία των αδυνάτων: «Εκείνοι που έχουν πρόθεση να είναι άρχοντες των εθνών επιβάλλουν την απόλυτη κυριαρχία τους πάνω σε αυτά και όσοι έχουν μεγάλα αξιώματα μεταχειρίζονται τους λαούς σαν δούλους τους. Μεταξύ σας όμως δεν θα είναι έτσι» (κατά Μάρκον 10,42-44), την υπηρεσία υπέρ των πολλών: «Αν κάποιος θέλει να είναι πρώτος, θα είναι από όλους τελευταίος και υπηρέτης όλων» (κατά Μάρκον 9,35) κλπ. Ο επισείων (τύπος λαβάρου) των Βουκελαρίων ήταν αρχικώς λευκός, εραλδικού χρώματος που παραπέμπει στην Σύγκλητο και στον Συγκλητικής καταγωγής ιδρυτή του Τάγματος Κυρ Φλάβιο τον Βελισάριο. Εν συνεχεία έφερε ερυθρό σταυρό επί λευκού πεδίου, έμβλημα που υιοθέτησε μετά από έξι αιώνες το Τάγμα των Ιπποτών του Ναού και αργότερα το Τάγμα της Περικνημίδος. Οι πέντε ερυθρές γλώσσες του δρακοντείου φλαμούλου (επισείοντος) των Βουκελαρίων συμβολίζουν μεταξύ άλλων τις Πλατωνικές Αρετές, τον αριθμό του (τελείου) ανθρώπου, την πεμπτουσία της δημιουργίας, τον αριθμό της αρμονίας και της χρυσής τομής κ.ά.. Επειδή οι Βουκελάριοι εμφορούνταν από ένα ισχυρό, ομαδικό πνεύμα αλληλεγγύης, ήταν οι μόνοι που δεν άφηναν τους τραυματίες να πεθάνουν στο πεδίο της μάχης, όπως συνέβαινε τότε. Είχαν μάλιστα ειδικό σώμα που αποκαλείτο «Ιατροί – Σκρίβονες – Δηποτάτοι» οι οποίοι ίππευαν επί του αυτού ίππου με τον τραυματία που διέσωζαν κατά τη μάχη και γι αυτό ο ίππος τους έφερε διπλό αναβολέα, προκειμένου να τον μεταφέρουν με ασφάλεια για νοσηλεία στα «Οσπίτια» δηλ. στα κέντρα υποδοχής, φιλοξενίας, περιθάλψεως και νοσηλείας. Η τακτική αυτή υιοθετήθηκε έπειτα από επτά περίπου αιώνες από το Τάγμα των Ιπποτών του Ναού και αποτυπώθηκε στην επίσημη σφραγίδα του, ενώ μεσαιωνικά Ιεροπολεμικά Τάγματα όπως του Αγ. Ιωάννου και του Αγίου Λαζάρου εμπνεύστηκαν από αυτές τις αρχές και τα ιδανικά των Βουκελαρίων προκειμένου να αναβιώσουν τον θεσμό των Βυζαντινών Οσπιτίων του Τάγματος και γι’ αυτό ονομάστηκαν “Οσπιταλιερικά”.
Οι Ναΐτες Ιππότες δεν εμπνεύσθηκαν απλώς από τα σύμβολα και την φιλοσοφία των Βουκελαρίων προκειμένου να ιδρύσουν το Τάγμα τους, αλλά κυριολεκτικώς αντέγραψαν τον οπλισμό, την εκπαίδευση και τις πολεμικές τακτικές τους, όπως αναφέρονται αναλυτικώς από τον αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄ τον σοφό στο έργο του «Τακτικά», με το οποίο διασκεύασε το «Στρατηγικόν» του αυτοκράτορα Μαυρικίου, που αφορούσε το «Τάγμα των Βουκελαρίων» και απαλείφοντας την ονομασία τους μέσα στο κείμενο, το μετέτρεψε σε υπόδειγμα επεκτείνοντας τη χρήση του σε όλες τις αυτοκρατορικές Καβαλαρικές τάξεις οι οποίες θα έπρεπε στο εξής να είναι οργανωμένες κατά το πρότυπο του τάγματος των «Βουκελαρίων».
Οι ιππότες Βουκελάριοι χαρακτηρίζονταν από εχεμύθεια, εμπιστοσύνη, πίστη, υπακοή, πειθαρχία, ζήλο, θάρρος, τόλμη, σύνεση, ψυχραιμία, αποφασιστικότητα, αποτελεσματικότητα, αυτοπεποίθηση, ταπεινοφροσύνη, υπερηφάνεια, τιμή και φυσικά από την άριστη πολεμική εκπαίδευση. Ήταν ικανοί να πλήξουν με τρία τουλάχιστον βέλη, σε μία διέλευση, κινούμενο στόχο, καλπάζοντας με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα και κατόπιν να τον λογχίσουν. Είχαν αναπτύξει δε τις ικανότητες και δεξιότητές τους σε τέτοιο υψηλό βαθμό, που όταν ασκούσαν την πολεμική τους αρετή δεν έχαναν ποτέ, όχι με την έννοια ότι ήταν αθάνατοι, αλλά ότι πάντα επέφεραν τη συντριβή στον εχθρό με αποτέλεσμα την ταπείνωσή του. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που, πολλές φορές, οι ηγέτες του εχθρού επέλεγαν την προώθηση του καλύτερου ή και του κυρίου τμήματος της στρατιάς τους ή ακόμη και ολόκληρης αυτής εναντίον μόνο αυτού του ολιγομελούς Τάγματος με σκοπό την πλήρη εξόντωσή του. Γεγονός το οποίο δεν επετεύχθη ποτέ. Οι τριακόσιοι παλαίμαχοι (πρώην Βουκελάριοι) στο Χέτο, έξω από τη Βασιλεύουσα, εναντίον των Βουλγάρων, όταν ηγεμόνας τους ήταν ο Ζαβεργάνης, το φθινόπωρο του έτους 558 ή 559. «Η περιττή μάχη» που εδόθη αμέσως μετά τη μάχη του Δάρα, στον Ευφράτη ποταμό στην ευρύτερη περιοχή της κωμοπόλεως της Σκούρας κατά του περσικού στρατού, ο οποίος ήταν υπό την ηγεσία του Αζαρέθ, όταν βασιλιάς της Περσίας ήταν ο Κοβάδης.) κ.α. Ένας από τους όρκους (ή μέρος του όρκου) που έπρεπε να δώσουν οι ενταχθέντες στο Τάγμα, ενώπιον των συντρόφων τους ιπποτών Βουκελαρίων και του Στρατηλάτη Βελισαρίου, ήταν να μην διασπούν ποτέ τη γραμμή τους (μέτωπο – εμπρόσθιο τμήμα παρατάξεως) για κανένα λόγο, όσο και αν τους προκαλούσε ο εχθρός (μάχη του Δάρα). Η μη τήρηση του ως άνω όρκου εθεωρείτο πειθαρχικό παράπτωμα και κατά περίπτωση, μπορούσε να επισύρει στον Ιππότη από ελαφρά επιτίμηση μέχρι ακόμη και την αυστηρότερη, την προσωρινή απομάκρυνση (να τεθεί σε διαθεσιμότητα) από το τάγμα των επιλέκτων). Οι Βυζαντινοί ευγενείς οι οποίοι εμφορούνταν από αυτά τα ιδεώδη και ήταν συγγενείς μεταξύ τους, συνήθως κάτω από ένα ή περισσότερα κοινά επώνυμα, είτε του πατέρα ή/και της μητέρας, ή/και των δύο γονέων, ή/και άλλων προγόνων, συναποτελούσαν μεγάλες οικογένειες οι οποίες ζούσαν, συνεργάζονταν, συνεδρίαζαν, συνέτρωγαν και ενίοτε τα μέλη τους συγκατοικούσαν όλοι μαζί και οι οποίες ως εκ τούτου ονομάζονταν εθιμικώς «Οίκοι». Στην Αυτοκρατορία της Ρωμανίας, τα δημόσια αξιώματα ονομάζονταν «δια λόγου αξίες» και ήταν ιεραρχικώς κατανεμημένα, ενώ συνοδεύονταν συνήθως και από ορισμένους τιμητικούς τίτλους που ονομάζονταν «δια βραβείων αξίες». Τα δε αξιώματα ή/και οι τιμητικοί τίτλοι που αποτελούσαν την αυλική ιεραρχία του ιερού (αυτοκρατορικού) παλατίου ονομάζονταν οφίκια. Τόσο τα αξιώματα όσο και οι τιμητικοί τίτλοι ήσαν προσωποπαγή και δεν κληρονομούνταν. Μοναδική εξαίρεση αποτελούσε ο ύπατος και μοναδικός κληρονομητός τίτλος του Συγκλητικού, συμφώνως προς την ισχύουσα νομοθεσία της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, ο οποίος μάλιστα κληρονομείτο ακόμα και εκ θηλυγονίας, καθώς και από όλα τα τέκνα, ανεξαρτήτως φύλου ή σειράς γεννήσεως, όπως και από τη σύζυγο ακόμα και εάν αυτή ήταν διαζευγμένη.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Βουκελάριοι διέφεραν ριζικώς από τους «Scurrae», οι οποίοι, χωρίς να διαθέτουν καταγωγή,  γίνονταν επίσης δεκτοί στους κύκλους των Ευγενών, αλλά μόνον ως διασκεδαστές των τελευταίων. Η σωματοφυλακή ή φρουρά, που αποτελείτο από Βουκελαρίους και η οποία ήταν ουσιαστικά ο ιδιωτικός στρατός στρατηγών ή/και υψηλών αξιωματούχων (δηλ. ευγενών ή/και αριστοκρατών οι οποίοι ex officio «κατελέγοντο» και «συνηριθμούντο» στην «λογάδα» των συγκλητικών). Για τους δυνατούς, «οικείος» σήμαινε κάποιον απολύτως έμπιστο και σταθερό, ο οποίος αν και δεν ανήκε στις προαναφερθείσες κατηγορίες υποτελών, εντούτοις γινόταν δεκτός, για την αξία του, ως ομοτράπεζος, στο στενό περιβάλλον των δυνατών (που ήταν ως επί το πλείστον Συγκλητικοί) τους οποίους ως Βουκελάριος οικειοθελώς, αυτοβούλως και με υπέρμετρη ανδρεία υποστήριζε και προστάτευε, για ιδεολογικούς κυρίως λόγους, διακινδυνεύοντας πολλές φορές τη ζωή του, ενώ τους ακολουθούσε ακόμα και στην εξορία. Η «Αυτοκρατορική, επίλεκτος, ομοτράπεζος, σύμμικτη Καβαλαρική τάξις των Βουκελαρίων», ήταν σύμμικτη επειδή αποτελείτο από δύο κύριες εντός αυτής ιεραρχικές τάξεις, ήτοι την Καβαλαρική (ανωτάτη) και την πεζική των Υπασπιστών, οι οποίες με τη σειρά τους υποδιαιρούνταν αντιστοίχως σε «διαφορές οπλίσεως» και σε «είδη» διαφόρων ιεραρχικών βαθμών. Όταν ο Στρατηγός Βελισάριος, κατά την εκστρατεία του στην Ιταλία, είχε αναλάβει την υπεράσπιση της Ρώμης από την πολιορκία των γενναίων και πολυαρίθμων βαρβάρων Γότθων, όταν ηγεμόνας τους ήταν ο Γίτιγης, συνέβη το ακόλουθο, σχετιζόμενο με την ιπποτική τιμή, περιστατικό έξω από την κερκόπορτα της Πιντσία Πύλης, στο οποίο πρωταγωνίστησε ένας Ιππότης του Τάγματος των Βουκελαρίων ο Χορσομάντης (μασαγέτης Ούνος στην καταγωγή). Όπως περιγράφεται στο βιβλίο του Robert Graves «Κόμης Βελισάριος». «Η πιο παράξενη όμως ιστορία είναι εκείνη που αφορά στον τραυματισμό τουXορσομάντη, ακολούθου του Βελισαρίου. Η πληγή δεν ήταν ούτε βαθειά ούτε σοβαρή αλλά ένα απλό γρατζούνισμα από ακόντιο στο καλάμι της κνήμης του το οποίο τον κράτησε ξαπλωμένο αρκετές ημέρες με διάφορα επιθέματα τυλιγμένα γύρω από το τραύμα. Κατά συνέπεια απουσίασε από τη μάχη εκ παρατάξεως, στην οποία διακρίθηκαν πολλοί συνάδελφοί του. Όταν έγινε καλά, ορκίσθηκε να εκδικηθεί τους Γότθους για την προσβολή που έκαναν στο καλάμι του ποδιού του, όπως έλεγε. Τελευταία είχε γεννήσει η άσπρη του φοράδα και έτσι είχε το απαιτούμενο γάλα για να φτιάξη καβάς. Μία ημέρα, μετά το μεσημεριανό του γεύμα, αφού ήπιε αρκετά από το ποτό αυτό, ο Χορσομάντης πήρε τα όπλα του, καβάλησε τη φοράδα του και τράβηξε για την κερκόπορτα της Πιντσίας πύλης. Είπε στο σκοπό ότι ο εκλαμπρότατος κύριός του, άρχων Βελισάριος, του είχε αναθέσει μία αποστολή στο εχθρικό στρατόπεδο. Επειδή ήταν γνωστό ότι ο Χορσομάντης ήταν της απολύτου εμπιστοσύνης του Βελισαρίου, ο σκοπός δεν αμφέβαλε για τα λόγια του και του άνοιξε την θύρα. Ο σκοπός παρακολουθούσε τον Χορσομάντη να προχωρεί ελεύθερα στην πεδιάδα ώσπου ένα εχθρικό περίπολο από είκοσι περίπου άνδρες τον είδε. Τον εξέλαβαν για λιποτάκτη και έσπευσαν προς το μέρος του σπιρουνίζοντας τ’ άλογα τους, ελπίζοντας κάποιος ν’ αρπάξει τη φοράδα για τον εαυτό του.
Χορσομάντης κατέβασε το τόξο του, έριξε τρία βέλη τρείς Γότθοι έπεσαν και οι άλλοι το έβαλαν στα πόδια. Σκότωσε άλλους τρείς απ’ αυτούς καθώς έφευγαν και έπειτα γύρισε προς την πόλη με βραδύ τριποδισμό, χαλιναρώνοντας τη θυμοειδή φοράδα του. Έξαφνα, όμως, εμφανίσθηκε μία μεγάλη ομάδα από εξήντα Γότθους που όρμησαν καταπάνω του. Αυτός γύρισε πίσω και κάλπαζε γύρω τους σε ημικύκλιο. Σκότωσε δύο ακόμη, τραυμάτισε δύο και συμπλήρωσε τον κύκλο με το σκοτωμό άλλων τεσσάρων. Εγώ έτυχε να βρίσκομαι στον προμαχώνα και όταν είδα το θέαμα αυτό, έτρεξα, αμέσως, να φωνάξω την κυρά μου, που εκείνη την ώρα είχε μία σύσκεψη με τους αξιωματικούς ενός κοντινού φυλακίου, παρακαλώντας την να βιασθεί για να μη χάσει το εκπληκτικό αυτό θέαμα. «Ο άνθρωπος αυτός τρελάθηκε» φώναξα. Εκείνη όμως, αναγνώρισε την φοράδα. «Όχι αγαπητέ μου Ευγένιε δεν τρελάθηκε. Είναι ο Χορσομάντης μας που εκδικείται για την προσβολή που του έγινε στο καλάμι». Τότε ο Χορσομάντης βρέθηκε ανάμεσα σε δύο εχθρικές ομάδες, αλλά έκανε έξοδο στην πιο κοντινή, χρησιμοποιώντας τη λόγχη και το ξίφος του. Ζητωκραυγάσαμε δυνατά γιατί είδαμε ότι μπορούσε πια να σωθεί, αν ήθελε. Η κυρά μου διέταξε να γίνει μία ισχυρή βολή καλύψεως με τους καταπέλτες για να υποβοηθήσει την επάνοδό του αλλά οι ζητωκραυγές μας τον έκαναν να συνεχίσει τον αγώνα. Γύρισε πίσω και τον χάσαμε από τα μάτια μας κυνηγώντας μερικούς μπροστά του και ακολουθούμενος από τους άλλους. Επί πολλή ώρα έφθαναν ως τ’ αυτιά μας μακρινές κραυγές και ουρλιαχτά, καθώς η μάχη συνεχιζόταν κοντά στο στρατόπεδό τους. Στο τέλος οι αλαλαγμοί των Γότθων που ακούσθηκαν από τη μεριά του αναχώματος μας πληροφόρησαν ότι ο Χορσομάντης δεν υπήρχε πια. Ενώ λοιπόν οι χριστιανοί έκαναν το σταυρό τους και προσεύχονταν για την ψυχή του, η κυρά μου αναφώνησε ειδωλολατρικά: «Μα το σώμα του Βάκχου και το ρόπαλο του Ηρακλή να ένας όντως οργισμένος άνθρωπος!» καβάς: είδος οινοπνευματώδους ποτού που γνώριζαν να παρασκευάζουν από το γάλα οι Μασαγέτες Ούνοι. κυρά: η αρχόντισσα Αντωνίνα σύζυγος του στρατηγού Βελισαρίου. Στο ανωτέρω κείμενο διαπιστώνουμε ότι εκτός από τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος του ιππότη Χορσομάντη εμπλοκή σε μάχη υπό την επήρεια οινοπνευματώδους ποτού και χρήση του ονόματος του Βελισαρίου χωρίς σχετική έγκριση ο υπέρμετρος ιπποτικός ζήλος του πληγώθηκε τόσο πολύ από την «αναγκαστική» αποχή του από την μάχη του Τάγματός λόγω του τραυματισμού του, που ευαισθητοποίησε την έννοια της ιπποτικής του τιμής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ξεκινήσει πολεμική επιχείρηση μόνος του, με το πρόσχημα της εκδίκησης «για την προσβολή που του έγινε στο καλάμι». Κατ’ ουσία όμως ο Χορσομάντης ήθελε να αποδείξει στους συντρόφους του Καβαλαρίους (Έλληνες και μη) ότι δεν έχρηζε ειδικής προνομιακής μεταχειρίσεως από τον Βελισάριο, ως έμπιστος ακόλουθός του (λόγω του παρατεταμένου χρόνου αναρρώσεως για τον πολύ ελαφρύ του τραυματισμό) αλλά ότι παρέμενε και ήταν ένας ανδρείος και αξιόμαχος Καβαλλάριος όμοιος με αυτούς που διακρίθηκαν στην μάχη εκ παρατάξεως κατά την απουσία του. Τέτοιας φύσεως ήταν τα «σοβαρά» παραπτώματα των Βουκελαρίων σχετιζόμενα, σχεδόν πάντα με την ιπποτική τους τιμή. Μεταξύ των ιδεωδών που χαρακτήριζαν τα ήθη των Βουκελαρίων ήσαν κι εκείνα που προάγουν την οικογένεια, την γενναιότητα, την αξιοκρατία, την δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη, το ομαδικό πνεύμα, την αλληλοϋποστήριξη, την δόξα, την υψηλή αισθητική, την αξιοπιστία, τον πατριωτισμό, την μεγαλοπρέπεια, την χριστιανική ηθική, την εντιμότητα, τις παραδόσεις, την εθιμοτυπία κ.λ.π.
Πηγή : https://chilonas.com/2012/10/14/httpwp-mep1op6y-tn/





Βουκελάριοι (Μέρος Α') : Η θρυλική ίδρυσή του τάγματος ιππικού από τον ηρωικό στρατηγό Βελισσάριο των Βυζαντινών

Οι Βουκελάριοι ανήκουν στην εποχή του Βυζαντίου. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη κατηγορία στρατιωτών του ιππικού που πολεμούσαν με την χρήση τόξων. Εμπνεόμενος από την πολεμική τέχνη των δύο κύριων αντιπάλων της Αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή, των Γερμανών και των νομάδων της Ανατολής, ο εξέχων στρατηγός Βελισάριος συνέλαβε την ιδέα ευρέσεως του αντιδότου, το οποίο δεν ήταν άλλο από το ιππικό διπλού ρόλου. Ο Βελισάριος είχε μελετήσει τα στρατιωτικά διδάγματα των μαχών κατά των βαρβάρων. Το νέο ιππικό το οποίο σκόπευε να συγκροτήσει έπρεπε να διαθέτει επαρκή ευελιξία, αλλά και ισχύ πυρός ώστε να ανταπεξέρχεται της επέλασης του επίφοβου γερμανικού βαρέως ιππικού και αρκετή συνοχή ώστε αντιμετωπίζει ευχερώς τις άτακτες, αλλά ορμητικές επιθέσεις των Ανατολιτών ιπποτοξοτών. Οι ιππείς αυτοί ονομάστηκαν βουκελάριοι η βουκέλα ήταν ένα είδος γαλέτας. Οι άνδρες που μοιράζοντο τα ίδιο ψωμί, οι ομοτράπεζοι δηλαδή, αποτέλεσαν αρχικά ένα μόνο μικρό τμήμα σωματοφυλάκων του Βελισάριου, στο οποίο κατατάχθηκαν όλοι οι φίλοι του. Η διαφορά τους από το κοινό ιππικό, τους λεγομένους καβαλάριους, ήταν ότι οι βουκελάριοι ήταν εξοπλισμένοι με λόγχη και τόξο και ήταν ικανοί να πολεμούν τόσο σε πυκνή τάξη, πραγματοποιώντας επελάσεις όπως το βαρύ ιππικό, αλλά και σε διάταξη ακροβολισμού ακόμα, αποφεύγοντας βαρύτερους αντιπάλους και καταβάλλοντάς τους με τα βέλη τους. Η βαριά θωράκιση που έφεραν τους εξασφάλιζε μεγάλη επιβιωσιμότητα απέναντι στο ανατολίτικο ελαφρύ ιππικό. Αρχικά ο Βελισάριος συγκρότησε ένα τάγμα (βάνδο) βουκελαρίων, τους άνδρες του οποίου εξόπλισε, εκπαίδευσε και οργάνωσε, χωρίς την παραμικρή παρέμβαση του αυτοκράτορα.
Όταν ο Ιουστίνος τον είχε ρωτήσει τι άνδρες θα ήθελε να του δώσει για να επανδρώσει το τάγμά του, αν είχε προτίμηση σε κάποιον λαό της αυτοκρατορίας, ή σε μέλη ορισμένης κοινωνικής τάξης, εκείνος τους απάντησε: "Δώσε μου άνδρες που μπορούν να πιούν βρώμικο νερό και να φάνε πτώματα. Να είναι τμήμα ανάμικτο από ορεσίβιους, ναυτικούς και ανθρώπους του κάμπου. Μη μου δώσεις από αυτούς που στέλνουν για στρατιώτες οι άρχοντες από τα κτήματα τους (έστελναν πάντα τους χειρότερους άνδρες τους), ανθρώπους που έχουν υπηρετήσει σε άλλες μονάδες πριν ή ανήκουν σε κάποια φατρία". Ο Βελισάριος επιθυμούσε να δημιουργήσει ένα επίλεκτο σώμα, όπως αυτός το είχε σχεδιάσει στο μυαλό του. Για αυτό ζήτησε ορεσίβιους, σκληραγωγημένους άνδρες, εκ φύσεως πολεμιστές, άνδρες από τις πεδιάδες, γνώστες της φροντίδας των αλόγων και της ιππασίας, αλλά και ναυτικούς με επιδέξια χέρια. Η κάθε ομάδα ανθρώπων θα μάθαινε από την άλλη και όλες μαζί θα συγκροτούσαν ένα ακατάβλητο σύνολο. Ο Βελισάριος πίστευε ότι ο στρατιώτης, από τη στιγμή της κατατάξεως του, έως την ώρα της απόλυσης του, όφειλε να κατανοήσει ότι θα αποτελεί ένα εντελώς ξεχωριστό κομμάτι της κοινωνίας, έξω και πέρα από οτιδήποτε «κοσμικό», απέχων παντελώς από την πολιτική, αλλά και από οποιαδήποτε κατάσταση φατριασμού, το οποίο θα όφειλε τυφλή υπακοή στις διαταγές των επαγγελματιών αξιωματικών που θα το κατεύθυναν. Ιδιαίτερα η τελευταία αυτή παρατήρηση αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της στρατιωτικής σκέψης του Βελισάριου. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ήταν δυνατό να διοικηθούν οι άνδρες από κάποιον που γνώριζε, επί της στρατιωτικής τέχνης, λιγότερα από τους ίδιους. Για αυτό, αν ήταν ιδιαίτερα πιεστικός στους άνδρες, όσον αφορά την εκπαίδευση, ήταν δέκα φορές πιεστικότερος στους αξιωματικούς τους, από τους οποίους απαιτούσε κρυστάλλινη σκέψη, θάρρος και πολεμική ικανότητα. Ο αξιωματικός, κατά τον Βελισάριο, όφειλε να είναι κατ΄αρχήν ο καλύτερος στρατιώτης, ο πρώτος στη μάχη, αλλά και στη σύνεση.
Με το ετερογενές αυτό ανθρώπινο δυναμικό ο Βελισάριος συγκρότησε τη νέα του μονάδα. Οι άνδρες εξοπλίστηκαν όλοι με μακρύ αλυσιδωτό θώρακα, ο οποίος κάλυπτε έως και τους μηρούς του πολεμιστή, με βαρύ, στερεό σιδερένιο κράνος (κασίδα) και μικρή ασπίδα. Ο επιθετικός τους οπλισμός αποτελείτο από μακριά ίσια σπάθη, μήκους 80 εκ, έως 1 μ. μακριά λόγχη, μήκους 3 μ.περίπου και από σύνθετο τόξο, κατασκευασμένο από επάλληλες στρώσεις διαφορετικών υλικών (διαφόρων ειδών ξύλου, οστών ζώων), οι οποίες του προσέδιδαν μεγάλη αντοχή και ακρίβεια βολής. Τα τόξα αυτά ήταν «σκληρά» (τεντώνονταν δύσκολα), περιορίζοντας έτσι την ταχυβολία. Το μειονέκτημα όμως αυτό αντισταθμιζόταν από την εξαιρετική τους ακρίβεια. Τα όπλα που συμπλήρωναν το οπλοστάσιο των βουκελαρίων ήταν οι κεφαλοθραύστες και τα χειρόβολα ή ριπτάρια. Τα τελευταία ήταν μικρά ακόντια λίγο μεγαλύτερα από βέλη τα οποία επίσης έφεραν στο πίσω μέρος τους πτερύγια εξισορρόπησης και τα οποία βάλλονταν εκ του σύνεγγυς με το χέρι. Οι νεοσύλλεκτοι έπρεπε πρώτα από όλα να μάθουν να ιππεύουν άριστα, σχεδόν να εκτελούν ακροβατικά πάνω στη ράχη του αλόγου τους, την ώρα που αυτό κάλπαζε. Στη συνέχεια εκπαιδεύονταν στη χρήση του οπλισμού τους, με το άλογο τους αρχικά να βαδίζει, κατόπιν να τροχάζει και τελικά να καλπάζει. Ο Βελισάριος επέμενε ότι δεν ήταν αρκετό να πλήττουν με τη λόγχη ή τα βέλη ακίνητους μόνο στόχους. Έτσι εφάρμοσε ένα νέο σύστημα εκπαίδευσης κατά κινουμένων στόχων. Επί ενός τροχοφόρου πλαισίου τοποθετούσε ένα κατασκευασμένο με άχυρο ομοίωμα πεζού ή έφιππου πολεμιστή το οποίο είτε έσερναν με άλογα, είτε άφηναν να κυλίσει από έναν λόφο. Η δεύτερη μέθοδος ήταν προτιμητέα γιατί το τροχοφόρο ανδρείκελο που κατρακυλούσε από τον λόφο κανείς δεν γνώριζε που θα κατευθύνονταν. Έτσι ο εκπαιδευόμενος έπρεπε να βρίσκεται συνεχώς σε εγρήγορση, έτοιμος να πλήξει τον στόχο του, ανεξάρτητα από την οποία αλλαγή κατεύθυνσής του. Στην τελική φάση της εκπαίδευσης του ο βουκελάριος έπρεπε να είναι ικανός να βάλει τρία τουλάχιστον βέλη κατά του ανδρεικέλου, εν συνεχεία να το πλήξει με χειρόβολα και εν τέλη να το λογχίσει, και όλα αυτά καλπάζοντας με το άλογο, το οποίο όφειλε επίσης να κατευθύνει κρατώντας τα ηνία με το αριστερό του χέρι ! Μετά το πέρας της ατομικής εκπαίδευσης οι βουκελάριοι εκπαιδεύοντο κατά ακίες (στίχους), κατά κενταρχίες (ίλες) και τελικά κατά βάνδο το σύνολο του τάγματος. Το τάγμα, αποτελούσε την κατώτερη τακτική μονάδα, και αναλόγως της τακτικής κατάστασης μπορούσε να πολεμά είτε σε διάταξη ακροβολισμού, είτε σε πυκνή τάξη. Ένα τμήμα των ανδρών ήταν επιφορτισμένο να δρα ως εμπροσθοφυλακή, οπισθοφυλακή ή πλαγιοφυλακή.
Ο Βελισάριος ήταν περίπου 20 ετών όταν ο αυτοκράτορας Ιουστίνος του ανέθεσε την αποστολή συγκρότησης του νέου ιππικού. Όταν ο νεαρός αξιωματικός πείσθηκε ότι οι άνδρες του ήταν ετοιμοπόλεμοι ζήτησε από τον αυτοκράτορα να του επιτρέψει να μεταβεί με το τάγμα του στα βόρεια σύνορα, για δοκιμάσει το τάγμα σε πραγματικές συνθήκες μάχης, πολεμώντας κατά των Γερμανών Γεπίδων. Ο Ιουστίνος έδωσε πράγματι την άδεια και ο Βελισάριος, επικεφαλής των βουκελαρίων του, περί τους 250, έφτασε στον Δούναβη και αμέσως ανέλαβε δράση. Οι Γεπίδες, όπως και οι περισσότεροι Γερμανοί, εκτός από τους Φράγκους, είχαν, υπό την επίδραση των Ούννων, καταστεί εξαίρετοι ιππείς. Το πεζικό τους δεν ήταν αξιόλογο. Το γερμανικό ιππικό όμως ήταν εκλεκτό και ιδιαιτέρως μετά τη μάχη της Αδριανούπολης προκαλούσε τρόμο στους Βυζαντινούς. Διακρίνετο για την ορμητικότητα του, αλλά όχι για την πειθαρχία και τη συνοχή του. Οι Γεπίδες ζούσαν σε ομάδες, γνωστές ως «γκάου», στη βόρεια όχθη του Δούναβη, ο οποίος αποτελούσε το σύνορο της Αυτοκρατορίας. Από εκεί περνούσαν συχνά τον ποταμό και εκτελούσαν επιδρομές σε μεγάλο βάθος στην περιοχή από το Βιδίνιο της σημερινής Βουλγαρίας, έως την Ίστρια στην σημερινή Ρουμανία. Ο Βελισάριος στρατοπέδευσε με τους άνδρες του σε μια περιοχή όπου δεν υπήρχε κοντά ούτε πόλη, ούτε χωριό. Αυτό το έπραξε για να συνηθίσει τους άνδρες του στις στερήσεις. Στην νότια όχθη του Δούναβη είχε αγκυροβολήσει ένα πλοίο, το οποίο αποτελούσε την προχωρημένη βάσή τους, επί του οποίου υπήρχαν μικρά αποθέματα τροφίμων, αποθέματα βελών και ένα συνεργείο σιδηρουργών για την πραγματοποίηση επισκευών στον οπλισμό. Οι βουκελάριοι θα επισκέπτονταν το πλοίο βάση κάθε 10 ημέρες, εφόσον συνέτρεχε λόγος.Διαφορετικά θα ζούσαν από εφόδια που θα κυρίευαν από τους εχθρούς. Κάθε στρατιώτης έφερε μαζί του τρόφιμα παστό κρέας και κρίθινη γαλέτα για 10 μέρες. Νερό υπήρχε στην περιοχή και έτσι δεν χρειαζόταν να φέρουν μαζί τους αποθέματα. Ο Βελισάριος, έχοντας μελετήσει τις τακτικές μάχης των Γεπίδων διέταξε τους άνδρες του να μην εμπλέκονται μαζί τους παρά μόνο όταν οι εχθροί θα είχαν αποδιοργανωθεί από τις απώλειες που θα τους είχαν προκαλέσει τα βυζαντινά βέλη. Θα αναπτύσσονταν σε διάταξη ακροβολισμού, παρενοχλώντας διαρκώς με βολές, τους Γεπίδες ιππείς, επιχειρώντας να τους εξαναγκάσουν να επελάσουν, εγκαταλείποντας το πεζικό τους. Με τον τρόπο αυτό οι Γεπίδες ιππείς θα στερούντο της προστασίας των βλημάτων υποστήριξης του φιλίου τους πεζικού και θα αντιμετωπίζονταν ευχερώς από τους Βυζαντινούς βουκελάριους. Οι άνδρες, υπό την άγρυπνη καθοδήγησή του, ακολούθησαν πράγματι κατά γράμμα τις εντολές του. Επί τέσσερις περίπου μήνες οι 250 Βυζαντινού βουκελάριοι του Βελισάριου, επιχειρούσαν σε μια περιοχή όπου δρούσαν 20 φορές περισσότεροι τους εχθροί, χωρίς να ηττηθούν από αυτούς, προκαλώντας τους μάλιστα σημαντικές απώλειες και αιχμαλωτίζοντας αρκετούς. Ο Βελισάριος σε αυτές τις μάχες είχε μόνο τρεις τραυματίες και έναν νεκρό, ο οποίος όμως δεν χάθηκε συνεπεία της εχθρικής δράσης, αλλά από ατύχημα πνίγηκε. Το αποτέλεσμα της δοκιμής του νέου τύπου ιππικού ήταν πράγματι καταπληκτικό. Τόσο καταπληκτικό που ακόμα και οι Γερμανοί εχθροί εντυπωσιάστηκαν από την αξία τω βουκελαρίων και 40 από τους Γεπίδες αιχμαλώτους ζήτησαν από τον Βελισάριο να τους κατατάξει στο επίλεκτο σώμα του!
Ο Βελισάριος τους δέχθηκε, μαζί με άλλους στρατιώτες, οι οποίοι έσπευδαν μαζικά να καταταγούν στο σώμα των βουκελαρίων, των οποίων η φήμη είχε εξαπλωθεί σε όλη την Αυτοκρατορία. Ο Βελισάριος επέλεξε τους 400 καλύτερους άνδρες, τους οποίους εκπαίδευσε όπως και την πρώτη «σειρά» βουκελαρίων. Με 600 λοιπόν βουκελαρίους εξεστράτευσε το επόμενο καλοκαίρι, πάλι στα βόρεια σύνορα, κατά των πρώτων βουλγαρικών στιφών που είχαν κάνει την εμφάνιση τους στην περιοχή. Οι Βούλγαροι, αλταϊκής καταγωγής λαός, όπως και οι Τούρκοι, πολεμούσαν όπως και οι Ούννοι συγγενείς τους, ως ελαφροί ιπποτοξότες. Κάλπαζαν στα ταχύτατα και δυνατά τους άλογα, προσέγγιζαν τον αντίπαλο και έβαλαν εναντίον τα βέλη τους. Αν ο αντίπαλος επιχειρούσε να τους πλησιάσει τρέποναν σε φυγή, έτοιμοι όμως ανά πάσα στιγμή να αναστρέψουν και να του επιτεθούν, μόλις έδειχνε σημεία κόπωσης. Αυτή ήταν η πάγια τακτική όλων των ανατολικών νομαδικών λαών, η οποία είχε έως τότε αποδειχθεί ιδιαιτέρως αποτελεσματική και κατά των ρωμαϊκών λεγεώνων και κατά των Γερμανών ιππέων στο πρόσφατο παρελθόν. Οι ταχύτατοι Βούλγαροι ιπποτοξότες, συνιστούσαν για τους Βυζαντινούς βουκελαρίους ένα διαφορετικό είδος απειλής, σε σχέση με τους Γερμανούς, για την αντιμετώπιση της οποίας απαιτείτο διαφορετική τακτική. Απέναντι σε έναν τέτοιο αντίπαλο το ζητούμενο δεν ήταν η τήρηση ασφαλούς απόστασης, αλλά ή όσο το δυνατό συντομότερη προσέγγιση του, έτσι ώστε να αποφευχθούν οι απώλειες από τα βέλη του. Ο αγώνας έπρεπε να διεξαχθεί εκ του σύνεγγυς, στο πεδίο δηλαδή όπου οι Βυζαντινοί, λόγω οπλισμού, βάρους ίππων και συνοχής υπερείχαν δραματικά των αντιπάλων τους. Ωστόσο ένα τμήμα βουκελαρίων θα έπρεπε να αναπτυχθεί σε διάταξη ακροβολισμού, εμπρός και πλάγια από το κύριο σώμα, ώστε να καλύπτει τις κινήσεις του, ή να λειτουργεί ως «δόλωμα». Στην πρώτη μάχη με τους Βουλγάρους ο Βελισάριος χρησιμοποίησε αυτή ακριβώς την τακτική. Έστειλε ως προπομπό ένα μικρό τμήμα ανδρών του, αυτών με τα ταχύτερα άλογα, ενώ ο ίδιος ακολουθούσε σε μικρή απόσταση με το κύριο σώμα, καλυμμένο πίσω από έναν λοφίσκο. Εάν οι Βούλγαροι αποτολμούσαν επίθεση κατά της προπομπού, ο Βελισάριος ήταν βέβαιος ότι θα τους εξόντωνε γιατί η κατάσταση του εδάφους δεν θα τους επέτρεπε να σωθούν δια της φυγής. Οι θρασείς πάντως Βούλγαροι επιτέθηκαν και αφανίσθηκαν. Σε άλλες περιπτώσεις που ο εχθρός κατέφευγε σε δάση, ο Βελισάριος έτασσε τους άνδρες τους στην υπήνεμη πλευρά και έβαζε φωτιά στα δένδρα, αναγκάζοντας τους εχθρούς να εγκαταλείψουν τις κρυψώνες τους. Ο πόλεμος κατά των Βουλγάρων ομοίαζε περισσότερο με κυνήγι αγρίων ζώων, παρά με πραγματική εκστρατεία. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο Βελισάριος και οι ακατάβλητοι βουκελάριοί του ανεδείχθησαν και πάλι νικητές. Οι βουκελάριοι του ήταν ικανοί να πολεμούν με την ίδια άνεση τους ελαφρούς ανατολίτες ιπποτοξότες, όσο και τους Γερμανούς «ιππότες».
Πηγή : https://www.pentapostagma.gr 





Πέμπτη, 18 Απριλίου 2019

The siege of Berat (Bellegrada) Epirus 1282 AD : The great Byzantine victory which saved the empire from the West

Berat (Berati), is the ninth largest city by population of the Republic of Albania. The city is the capital of the surrounding Berat County, one of 12 constituent counties of the country. By air, it is 71 kilometres north of Gjirokastër, 70 kilometres west of Korçë, 70 kilometres south of Tirana and 33 kilometres east of Fier. Geographically, Berat is located in the south of the country surrounded by mountains and hills including mountain Tomorr on the east that was declared a national park. For a total length of 161 kilometres the Osum River runs through the city before it empties into the Seman River within the Myzeqe Plain. In the classical period, Mount Tomorr was originally known in Greek as Mount Amyron (Αμυρον); Amyron was a central feature of the region of Dassaretis, which was named after its inhabitants the Dexari, a Greek tribe of Epirus belonging to the Chaonian group of northwestern ancient Greeks. Mount Tomorr is a sacred site to both Christians, who climb it on Assumption Day(August 15) to honor the Virgin Mary. In classical antiquity, the Seman River was known by the Greek name as the Apsus River. Myzeqe or Myzeqeja (also Musachia) is a plain in the southwestern-central Albania, by the Adriatic Sea, sometimes referred to as being between the Shkumbin and Seman rivers, and sometimes extending south to the Vjose river north of Vlorë (Avlona in Greek). The name of the region comes from the Medieval times, it is named after the ruling Byzantine family of Muzaka (1280-1600) which possessed the area. The toponym is first recorded as Musachia in 1417. Previously the region's name was Savra. In antiquity, the Greek colony of Apollonia was founded near the coast. In the Middle Ages, the region was known as Savra, and was ruled by various local noble families including the Skuraj and Muzaka families. At various times it was included in the Byzantine Empire and the Bulgarian Kingdom, often with the local ruling families serving as vassals to the rulers of the realm. Myzeqe is notable in its religious makeup as one of the few fairly large regions of Albania where a majority of inhabitants remained Orthodox Christian throughout the Ottoman rule.
The name of the city in Albanian is "Berat" or "Berati", which is probably derived from the Old Slavonic Бѣлградъ or "Bel(i)grad" (Белград, meaning "white city" in the South Slavic languages), under which name it was known in Greek, Bulgarian, Latin and Slavic documents during the High and Late Middle Ages. That name was rendered as Bellegrada (Βελλέγραδα) in Greek. It is the site of the ancient city "Antipatreia" (Αντιπάτρεια "city of Antipater") or "Antipatrea" in Latin, while during the early Byzantine Empire the name of the town was "Pulcheriopolis" (Πουλχεριόπολις, "city of Pulcheria"). In the Republic of Venice the city was known as Belgrad di Romania, while in the Ottoman Empire it was also known as Belgrad-i Arnavud (Albanian Belgrade) to distinguish it from Belgrade. Berat lies on the right bank of the river Osum, a short distance from the point where it is joined by the Molisht river. The old city centre consists of three parts: Kalaja (on the castle hill), Mangalem (at the foot of the castle hill) and Gorica (on the left bank of the Osum). It has a wealth of beautiful buildings of high architectural and historical interest. The pine forests above the city, on the slopes of the towering Tomorr mountains, provide a backdrop of appropriate grandeur. The Osumi river has cut a 915-metre deep gorge through the limestone rock on the west side of the valley to form a precipitous natural fortress, around which the town was built on several river terraces.
The earliest recorded inhabitants of the city (6th century BC) were the Greek Epirotic tribe of the Dassaretae or Dexarioi, the northernmost subgroup of the Chaonians of Epirus, and the region was known as Dessaretis after them. Modern Berat occupies the site of Antipatreia (Αντιπάτρεια), which originally was a settlement of the Dexarioi and later a Macedonian stronghold in southern Illyria. The founding date is unknown, although if king Cassander is the founder it has been suggested that Antipatreia was founded after he took control of the region around 314 BC. In 200 BC it was captured by the Roman legatus Lucius Apustius, who razed the walls and massacred the male population of the city. The town became part of the unstable frontier of the Byzantine Empire following the fall of thewestern Roman Empire and, along with much of the rest of the Balkan peninsula, it suffered from repeated invasions by Slavs. During the Roman and early Byzantine period, the city was known as Pulcheriopolis. The First Bulgarian Kingdom under Presian I captured the town in the 9th century, and the city received the Slavic name Bel[i]grad ("White City"), Belegrada (Βελέγραδα) in Greek, which persisted throughout the medieval period, changing to Berat under Ottoman rule. The town became one of the most important towns in the Bulgarian region Kutmichevitsa. The Bulgarian governor Elemag surrendered the city to the Byzantine emperor Basil II in 1018, and the city remained in Byzantine hands until the Second Bulgarian Kingdom retook the city in 1203 during the rule of Kaloyan. During the 13th century, it fell to Michael I Ducas, the ruler of the Byzantine Despotate of Epirus. Byzantine Emperor Michael VIII Palaiologos sent letters to the local leaders of Berat and Durrës (Dyrrachium) in 1272 asking them to abandon their alliance with Charles I of Naples, leader of the Kingdom of Albania, who had captured and incorporated it at the same period in the Kingdom of Albania. However, they sent the letters to Charles as a sign of their loyalty. In 1274 Michael VIII recaptured Berat and after being joined by locals who supported the Byzantine Empire, marched unsuccessfully against the Angevin capital of Durrës (Dyrrachium). In 1280-1281 the French (of Sicily) forces under Hugh the Red of Sully laid siege to Berat. In March 1281 a relief force from Constantinople under the command of Michael Tarchaneiotes was able to drive off the besieging Sicilian army. Later in the 13th century Berat again fell under the control of the Byzantine Empire. Modern Berat consists of three parts divided by the Osum River: Gorica ("little mountain" in Old Church Slavonic), Mangalem and Kalaja, the latter being a residential quarter within the old Byzantine citadel that overlooks the town. The town also has a 15th-century mosque and a number of churches of the Albanian Orthodox Church, whose autocephaly was proclaimed there in 1922. Several of the churches house works by the renowned 16th century painter Onufri.
Michael Palaiologos Tarchaneiotes was a Byzantine aristocrat and general, active against the Turks in Asia Minor and against the Angevins in the Balkans from 1278 until his death from disease in 1284. Michael Tarchaneiotes was the son of Nikephoros Tarchaneiotes, megas domestikos to John III Vatatzes (r. 1221–1254), and Maria-Martha Palaiologina, the eldest sister of Michael VIII Palaiologos (r. 1259–1261). His family supported the rise of Palaiologos to the throne in 1259, and the new emperor rewarded Michael and his brothers: they came to live in the imperial palace, while eventually Michael and his younger brother Andronikos received the high offices of protovestiarios and megas konostaulos respectively, and the third brother, John, became a general. He first appears in the sources taking part in the 1262 campaign against the Despotate of Epirus under his uncle, John Palaiologos. In 1278, having risen to the post of megas domestikos, Tarchaneiotes accompanied his cousin, the young co-emperor Andronikos II Palaiologos (r. 1282–1328) to an expedition against the Turks in Asia Minor. The campaign was successful in driving the Turks out of the valley of the Maeander River. Tarchaneiotes, on Andronikos's orders, rebuilt, fortified, and repopulated the city of Tralles, which the young ruler intended to rename as Andronikopolis or Palaiologopolis. A few years later, however, the city, poorly supplied with water and provisions, was besieged and taken by the Turkish emir of Menteshe (SW Anatolia). In spring 1281, Tarchaneiotes led the Byzantine army that was sent to relieve the city of Berat in Albania, which was being besieged by an Angevin army. Tarchaneiotes's troops captured the Angevin commander, Hugh of Sully, in an ambush, whereupon his army panicked and was defeated with great loss by the Byzantines. Tarchaneiotes was received with great pomp in Constantinople, where he paraded the captive Sully in a triumphal procession through the city; but he declined the offer of promotion to the rank of Caesar out of modesty. In 1283/4, Tarchaneiotes was placed by Andronikos II at the head of the campaign against John I Doukas of Thessaly. Tarchaneiotes's forces marched to Thessaly, where they were joined by a Byzantine fleet and laid siege to the port city of Demetrias. The city fell, but the outbreak of an epidemic(possibly malaria) killed many soldiers, including Tarchaneiotes, and forced the remainder of the army to withdraw.
John Komnenos Angelos Doukas Synadenos was a Byzantine noble and military leader with the rank of megas stratopedarches during the reigns of Michael VIII Palaiologos (r. 1259–1282) and Andronikos II Palaiologos (r. 1282–1328). Synadenos appears in 1276/1277, when, along with the megas konostaulos Michael Kaballarios, he led an army against the independent ruler of Thessaly, John I Doukas. The Byzantine army was routed at the Battle of Pharsalus, and Synadenos himself was captured, while Kaballarios was killed whilst trying to escape. He was released or ransomed from captivity, and in 1281 he participated in the campaign against the Angevins in Albania which led to the Byzantine victory at Berat. Finally, in 1283, he participated in another campaign against John Doukas, under Michael Tarchaneiotes. Eventually, Synadenos retired to a monastery with the monastic name Joachim.
Demetrios, later renamed Michael, Doukas Komnenos Koutroules Angelos (fl. 1278–1304) was the third son of the ruler of Epirus, Michael II Komnenos Doukas (ruled 1230–68), also surnamed Koutroules, and his wife Theodora of Arta. In 1278, he married Anna Komnene Palaiologina, the daughter of the Byzantine emperor Michael VIII Palaiologos (r. 1259–82), and received from his father-in-law the supreme dignity of Despot.  From this marriage, he had two sons, Andronikos and Constantine. From a second marriage to a daughter of George I Terter, Tsar of Bulgaria, he had several children more. He is mentioned as fighting in the ranks of the Byzantine army against the troops of Charles of Anjou in the Siege of Berat, as well as twenty years later against the Alans. In 1304, he was accused of conspiring against Emperor Andronikos II Palaiologos (r. 1282–1328) and was imprisoned.
The Siege of Berat in Albania by the forces of the Angevin Kingdom of Sicily against the Byzantine garrison of the city took place in 1280–1281. Berat was a strategically important fortress, whose possession would allow the Angevins access to the heartlands of the Byzantine Empire. A Byzantine relief force arrived in spring 1281, and managed to ambush and capture the Angevin commander, Hugo de Sully. Thereupon, the Angevin army panicked and fled, suffering heavy losses in killed and wounded as it was attacked by the Byzantines. This defeat ended the threat of a land invasion of the Byzantine Empire, and along with the Sicilian Vespers marked the end of the Western threat to reconquer Byzantium.
Ever since the Emperor Michael VIII Palaiologos (r. 1259–1282) recovered Constantinople from the Latin Empire in 1261, the restored Byzantine Empire faced the threat of a Latin crusade to reclaim the city. The antagonistic Greek Despotate of Epirus and the Latin states of southern Greece, fearful of the Byzantine resurgence, sought aid from the Kingdom of Sicily, first under Manfred of Sicily(r. 1258–1266), and after 1266 under the ambitious Charles of Anjou (r. 1266–1285), who quickly established himself as Byzantium's chief antagonist. Countering the Angevin ruler's alliances and efforts to conquer Byzantium would occupy the remainder of Michael VIII's reign. In 1258, the Sicilians took possession of the island of Corfu and the Albanian coast, from Dyrrhachium to Valona and Buthrotum and as far inland as Berat. This gave Manfred a strategically vital beachhead in the Balkans, controlling the western terminus of the great Via Egnatia, the main overland route to Constantinople. Already in the 11th and 12th centuries, the same area had been the target of the Normans of southern Italy in their attacks on the Empire. After overthrowing Manfred, in the Treaty of Viterbo (1267) Charles secured his recognition as Manfred's heir. In 1272, the Latin notables who had held the fortresses of Valona, Kanina, and Berat for Manfred surrendered them to Charles, and soon afterwards Charles's troops took Dyrrhachium too. Having secured the support of many Albanian chieftains, Charles proclaimed the establishment of the Kingdom of Albania in the same year. Michael VIII countered the emerging threat by a diplomatic mission to the Papacy, which in the Second Council of Lyon (1274) agreed to the union of the Orthodox and Catholic churches, estranged after the Great Schism of 1054, and thereby placed Michael and his empire under papal protection. Taking advantage of Charles's entanglement in the conflict between Guelphs and Ghibellines in Italy, in spring 1274 Michael launched an attack against Angevin holdings in Albania. Berat and Buthrotum were taken and Charles's troops were pushed back from the hinterland to the two ports of Valona and Dyrrhachium. Although these were assaulted several times in 1274–1275, they remained in Angevin hands. By 1279 however, Charles had established his control not only over the Latin states of Greece (after 1278 he was the Prince of Achaea), but also received the submission and vassalage of Nikephoros I, Despot of Epirus. In August 1279, in preparation for resuming his offensive against Michael along the Via Egnatia, Charles appointed as his vicar-general in Albania the Burgundian Hugo de Sully. Over the next year, Sully received a steady flow of supplies, siege equipment and reinforcements.
In August/September 1280, with an army of 2,000 knights and 6,000 infantry, Sully began his attack by storming the fortress of Kanina and then advancing to central Albania and laying siege to Berat. The situation was grave for Byzantium: Berat was, in the words of the historian Deno J. Geanakoplos "the key to the Via Egnatia and all of Macedonia". If it were taken, the Empire would lie open to an invasion, which, if joined by the Latin states of Greece and the Greek rulers of Epirus and Thessaly, might result in the fall of Constantinople to Charles. Responding to the pleas for reinforcements of the governor of Berat, Michael VIII ordered special prayers for the salvation of the Empire, and assembled an army headed by some of his best generals. The army's commander-in-chief was the megas domestikos Michael Tarchaneiotes, with the megas stratopedarches John Synadenos, the despotes Michael Komnenos Doukas (the emperor's son-in-law), and the eunuch court official Andronikos Enopolites as subordinate commanders. Meanwhile, the siege of Berat continued through the winter of 1280/1281. By early December, the Angevin forces had seized a number of outlying forts around the city and penetrated its suburbs. Charles, however, remained anxious to take the city before the Byzantine relief force arrived. He ordered his governors in Albania to direct all their resources towards the siege, and displayed his close interest by a series of letters to Sully, instructing him to take the city by assault if necessary. The Byzantine force advanced cautiously, and arrived in the area in early spring 1281. The megas domestikos Tarchaneiotes avoided a direct confrontation and relied on ambushes and raids instead. He also managed to resupply the besieged fortress with provisions, which were loaded onto rafts and then left to float down the river Osum which flows by the citadel. The besiegers became aware of this, and, unlike the Byzantines, the Angevin commanders were eager for a decisive confrontation. At this point, Sully resolved to reconnoitre the area personally, accompanied only by a bodyguard of 25 men. As he approached the Byzantine camp, he fell into an ambush by Turkish mercenaries serving in the Byzantine army. The Turks attacked the small troop, killed Sully's horse, scattered his guard, and captured him. A few of Sully's guards escaped and reached their camp, where they reported his capture. Panic spread among the Angevin troops at this news, and they began to flee towards Valona. The Byzantines took advantage of their disordered flight and attacked, joined by the troops in the besieged citadel. Many Latins fell, many others were captured as the Byzantines aimed their arrows at the less well-protected horses of the Latin knights, unhorsing them. The Byzantines also took an enormous booty, including all the numerous siege machines. Only a small remnant managed to cross the river Vjosë and reach the safety of Kanina.
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Siege_of_Berat_(1280–1281)
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Berat
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Tomorr
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Seman_(river)
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Myzeqe
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Michael_Tarchaneiotes
https://en.m.wikipedia.org/wiki/John_Synadenos_(megas_stratopedarches)
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Demetrios_Doukas_Komnenos_Koutroules





Δευτέρα, 8 Απριλίου 2019

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και οι αυτόνομες ηγεμονίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Αλή Πασάς και Μεχμέτ Αλή)

Ο Αλή Πασάς Τεπελενλής (1744 - 1822) ήταν μουσουλμάνος Αλβανός στην καταγωγή πασάς των Ιωαννίνων που διαδραμάτισε για περισσότερα από 40 χρόνια σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Ηπείρου και όχι μόνο, από το1788 όταν και διορίστηκε πασάς των Ιωαννίνων μέχρι τις αρχές της Ελληνικής Επανάστασης. Στο απόγειο της δόξας του κατείχε μια μεγάλη περιοχή του ελλαδικού χώρου και ανήκε στην τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για τον τρόπο με τον οποίο διοίκησε το πασαλίκι των Ιωαννίνων αλλά και για τον χαρακτήρα του, έμεινε γνωστός σαν Ασλάνι (λιοντάρι) των Ιωαννίνων. Διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην ιστορία της Ηπείρου αλλά και ευρύτερα της Ελλάδας και της Αλβανίας στο μεταίχμιο μεταξύ του 18ου αιώνα και 19ου αιώνα. Οι διπλωματικές και διοικητικές του ικανότητες, το ενδιαφέρον του για νεωτερικές αντιλήψεις, η λαϊκή του θρησκευτικότητα, η θρησκευτική του ουδετερότητα, η πάταξη της ληστοκρατίας, η σκληρότητα και εκδικητικότητα που επιδεικνύει κατά την επιβολή της τάξης και η λεηλατική του συμπεριφορά απέναντι σε πρόσωπα και κοινότητες, προκειμένου να αυξήσει τις προσόδους του, προκαλούν τον θαυμασμό και συνάμα τις επικρίσεις των συγχρόνων του, ενώ διχάζουν ακόμη την ιστοριογραφία αναφορικά με την προσωπικότητά του. Παρά το γεγονός ότι ήταν άθρησκος (ο ίδιος δήλωνε Μπεκτάσης ή Ιακωβίνος) ήταν ταυτόχρονα και δεισιδαίμονας με αποτέλεσμα να δέχεται αδιαμαρτύρητα τους προπηλακισμούς και τον ελέγχο των δερβίσηδων για την άστατη ζωή του, ενώ προσκύνησε με ευλάβεια το λείψανο του Κοσμά του Αιτωλού όταν αυτό μεταφέρθηκε κάποτε στα Ιωάννινα. Ο Αλής έδειξε σχετική εύνοια και ανοχή προς το ελληνικό στοιχείο, σε σημείο που η επικράτειά του να είναι το μοναδικό μέρος όπου οι Έλληνες ήταν σχεδόν ισότιμοι με τους Οθωμανούς. Βέβαια ήταν αμείλικτος με όσους αμφισβητούσαν την εξουσία του. Στην στη φρουρά του Αλή και στη στρατιωτική σχολή που ο ίδιος ίδρυσε εκπαιδεύτηκαν κάποιοι από τους σημαντικότερους πολεμιστές της Επανάστασης του 1821. Μερικοί από αυτούς ήταν ο Ανδρούτσος, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γρίβας, ο Λάμπρος Βέικος, ο Πανουργιάς, ο Γεώργιος Bαρνακιώτης. Επίσης άλλοι σπούδασαν στις περίφημες σχολές των Ιωαννίνων με την βοήθειά του (Σαλώνων Ησαΐας). Είναι άξιο αναφοράς ότι στο παλάτι του Αλή Πασά είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί Έλληνες λόγιοι και επιστήμονες όπως ο προσωπικός του γιατρός Γ. Σακελλάριος, ο Ιωάννης Κωλέττης, ο δάσκαλος Καλογεράς, ο Αθανάσιος Ψαλίδας,τα πειράματα του οποίου παρακολουθούσε με πρόσκαιρο μάλλον ενδιαφέρον αφού μάλλον ενδιαφερόταν γι΄αυτά στο βαθμό που θα ενίσχυαν τη δύναμή του, ο Μπαλάνος Βασιλόπουλος, ο Ιωάννης Βηλαράς κ.α. ενώ τα Ελληνικά ήταν η επίσημη γλώσσα της αυλής του. Έλληνες ήταν και οι διαχειριστές της περιουσίας και των οικονομικών του κράτους του (Μάνθος Οικονόμου, Αλέξιος Νούτσος, Ιωάννης Σταύρου, Αθανάσιος Λιδωρίκης). Άλλος Έλληνας που λάμβανε τον πλήρη σεβασμό του Αλή Πασά ήταν ο Κοσμάς ο Αιτωλός ενώ τα δυο άτομα που βρίσκονταν στο πλευρό του πασά στις τελευταίες του στιγμές ήταν ο Θανάσης Βάγιας, που ήταν το δεξί του χέρι καθώς και η τελευταία του σύζυγος Κυρά Βασιλική.
Όταν υπήρξαν σαφή σημάδια επικείμενης εξέγερσης εναντίον των Τούρκων, ο Αλή Πασάς θεώρησε κατάλληλη τη στιγμή για να καταστήσει την Ήπειρο ανεξάρτητο κράτος. Το 1820, ζήτησε από τους Σουλιώτες βοήθεια και αυτοί επέστρεψαν στην ηπειρωτική χώρα, για να υποστηρίξουν τον προηγούμενο εχθρό τους ενάντια στο σουλτάνο. Εντούτοις, τα σχέδια του Αλή απέτυχαν και αυτός σκοτώθηκε, ενώ οι Τούρκοι κατέλαβαν τα Ιωάννινα. Το 1820 όταν ο Αλήπασας επιχείρησε αυτονομία από την πύλη, οι Σουλιώτες βρέθηκαν κοντά και επέστρεψαν στο κατεστραμένο Σούλι και πολεμούσαν τώρα εναντίον της πύλης, της τεράστιας Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Νικήθηκε ο Αλήπασας και δολοφονήθηκε, ως γνωστό, από τα στρατεύματα του Χουρσίτ στο νησάκι των Ιωαννίνων το 1822. Οι Σουλιώτες μετά το θάνατό του, αντιστάθηκαν γενναία κλεισμένοι τώρα στο κάστρο της Κιάφας μαζί με τις γυναίκες και τελικά παρέδωσαν το Σούλι με τον όρο όλοι οι Σουλιώτες να περάσουν στα Εφτάνησα. Από εκεί σκορπίστηκαν στην επαναστατημένη Ελλάδα και οι πολεμιστές, όπου είχε ανάγκη το επαναστατημένο Έθνος πολεμούσαν με αυταπάρνηση και γενναιότητα.
Τον Ιανουάριο του 1822, ένα χρόνο μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, ο Σατράπης των Ιωαννίνων χάνει τη ζωή του. Η αντιφατική αλλά και καταπληκτική σταδιοδρομία του δείχνει το μεγάλο εύρος της προσωπικότητάς του.
Από τον Απρίλη του 1820 άρχισαν οι συγκρούσεις ανάμεσα στα τουρκικά στρατεύματα και στο εμπειροπόλεμο στρατιωτικό σώμα του Αλή. Τότε προσπάθησε να προσεταιρισθεί τους Σουλιώτες και τους Στερεοελλαδίτες για κοινή αντιμετώπιση των Τούρκων, με το αιτιολογικό: τη δημιουργία ελληνοαλβανικού κράτους. Η αναμέτρηση ανάμεσα στο Σουλτάνο και τον Αλή Πασά υπήρξε ανελέητη. Οι Σουλιώτες στην αρχή έσπευσαν σε βοήθειά του. Αργότερα όμως τον εγκατέλειψαν, γιατί δεν μπορούσαν να λησμονήσουν τη δεσποτική του διοίκηση και την τυραννική του συμπεριφορά. Όμως, με τη σύγκρουση με τα Σουλτανικά στρατεύματα και με τον θάνατό του πρόσφερε ανεκτίμητη υπηρεσία στην Επανάσταση. Γράφει ο Γεώργιος Γαζής, γραμματικός του Καραϊσκάκη: «Περί αυτού του Αληπασά προείπεν ο Άγιος Κοσμάς ότι μέλλει να γένη μέγας ηγεμών και τρομερός και θέλει εξουσιάσει πολλήν γην και ότι η εξουσία του θέλει διαρκέσει εν ακμή και δυνάμει τριάκοντα τρία έτη, όπερ και εγένοντο αληθώς. Επάνω εις το 33ον έτος λοιπόν κηρυχθείς πολέμιος της Τουρκίας κατεστράφη μετά μίαν μακράν πολιορκίαν. Του Αληπασά η ανταρσία ως τόσον ηνάγκασε την Εταιρείαν και τον Υψηλάντην ως αρμοδία περίστασις, να νικήσει την Επανάστασιν πρόωρα... Του Αληπασιά ο πολυχρόνιος πόλεμος και η πολιορκία εκ μέρους της Υψηλής Πόρτας, έγιναν αιτία της των Ελλήνων Παλιγγενεσίας, ο δε θάνατος αυτού ζωή της Ελλάδος!..». Έπειτα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις στις οποίες ο Αλής αρχικά σημείωσε κάποιες επιτυχίες, τον Οκτώβριο του 1821 υποχρεώθηκε να κλειστεί στο φρούριο των Ιωαννίνων. Σύμφωνα με έγγραφο (24 Σεπτ. / 5 Οκτ. 1820) του Παπικού Προξένου Κερκύρας προς την Αγία Έδρα «Ο Αλή Πασάς ευρίσκεται από τινος μετά χιλίων περίπου εμπίστων του κλεισμένος εις το φρούριον των Ιωαννίνων, εις το οποίον πολιορκείται στενώς υπό των στρατευμάτων του Σουλτάνου... Ο Θεός δυσαρεστημένος εκ των αμαρτιών του ασεβούς τούτου, τον ετιμώρησε, μωραίνων αυτόν». Γεωργίου Θ. Ζώρα, «Η ανταρσία του Αλή Πασά εις άγνωστα έγγραφα του απορρήτου αρχείου του Βατικανού». Πριν αποσυρθεί στον Άγιο Παντελεήμονα στο νησί, προσπάθησε με γράμματα να προσεταιριστεί τους Έλληνες εναντίον του Σουλτάνου, αλλά οι επικοινωνίες αυτές δεν καρποφόρησαν. Ο Χουρσίτ Πασάς από τον Δεκέμβρο του 1821 είχε γίνει κύριος του μεγαλύτερου μέρους της πόλης των Ιωαννίνων. Από τους δικούς του ανθρώπους πολλοί είχαν αυτομολήσει στο τουρκικό στρατόπεδο, γιατί έβλεπαν ότι κάθε προσπάθεια άμυνας ήταν μάταιη. Η προσπάθεια του Αλή Πασά, από τη θέλησή του να κρατηθεί στη ζωή, να έρθει σε διαπραγματεύσεις με τον Σουλτάνο με την προοπτική να παραδοθεί, αλλά με εγγυήσεις για τη ζωή του, δεν έφερε αποτελέσματα. Στις 2 Ιανουαρίου 1822 ο Αλής και η ακολουθία του φεύγουν από το φρούριο και με καΐκια εγκαθίστανται στα κελιά του μοναστηριού. Ο Αλής αισθάνεται αμηχανία και ανησυχία. Ήδη το δράμα έφτασε στην κορύφωσή του.
Τις τελευταίες στιγμές του διασώζει ο Σπ. Π. Αραβαντινός: «...Την πρωίαν περί την δείλην της 24ης Ιανουαρίου, οι εν τη νήσω σωματοφύλακες του Αλή ανήγγειλαν αυτώ, ότι λέμβοι πολλαί, πλήρεις οπλιτών, εφαίνοντο πλαίουσαι προς την νήσον. Ο Αλής επί τω απροσδοκήτω ακούσμασι κατελήφθη υπό τρόμου και ανέμινε μετ’ αγωνίας την άφιξιν λέμβων». Μετά από μισή ώρα έφτασαν πολυάριθμοι οπλίτες στην αυλή της Μονής, οι οποίοι συγκρούστηκαν με τους σωματοφύλακες του Αλή. Ο Αλής οχυρώθηκε μέσα στο δωμάτιο, ενώ οι Τούρκοι οπλίτες εισήλθον στο υπόγειο, κάτω από το δωμάτιο και πυροβολούσαν προς τα πάνω. Σε κάποια στιγμή μια σφαίρα που έριχναν από το υπόγειο, τυχαίως διεπέρασε την κοιλιά του. Οι σωματοφύλακές του όταν είδαν τον Αλή ψυχορραγούντα, άνοιξαν τα παράθυρα και δήλωσαν ότι παραδίνονται. Ο επικεφαλής των Τούρκων Μεχμέτ ανέβηκε τα σκαλιά, μπήκε στο κελί και απέκοψε την κεφαλή του Βεζύρη Αλή Πασά. Το πρωί της άλλης ημέρας το ακέφαλο σώμα του Αλή μεταφέρθηκε στα Ιωάννινα. Η κεφαλή του Αλή παραδόθηκε στους σωματοφύλακες του Αλή, οι οποίοι, αφού την κάλυψαν με πολύτιμο ύφασμα, την περιέφεραν στην πόλη. Μετά την περιφορά την ταρίχευσαν και την απέστειλαν στην Κων/λη. Το ακέφαλο σώμα του ετάφη στο Τζαμί Φετιγιέ στο Φρούριο, όπου παλιότερα υπήρχε ο ναός του Αρχάγγελου Μιχαήλ, κοντά στις επάλξεις, δίπλα στον τάφο της συζύγου του Εμινέ, σε τάφο που ο ίδιος ο Αλής είχε προετοιμάσει για τον εαυτόν του.
Η αντίσταση του Αλή Πασά κατά της Πύλης που κράτησε περίπου δεκαεννιά μήνες βοήθησε τους Έλληνες στην προεπαναστατική προετοιμασία και την πρώτη περίοδο της εθνεγερσίας. Γράφει σχετικά ο Ντάγκλας Ντέηκιν: «Η περιπετειώδης σταδιοδρομία του (του Αλή) ανήκει και στην ελληνική και στην τουρκική ιστορία. Τα στελέχη που επάνδρωσαν την αυλή του και την διοίκησή του ήταν ως επί το πλείστον Έλληνες. Τα Γιάννενα, κάτω από την ηγεμονία του, έγιναν ένα από τα κέντρα της ελληνικής αναγέννησης. Εκείνο όμως που είχε τη μεγαλύτερη σημασία ήταν η πολιτική του σταδιοδρομία. Ο Αλής, και όχι ο Σουλτάνος, ήταν εκείνος που οδήγησε τους Έλληνες κλέφτες σε κατάσταση απελπισίας και τους μεταμόρφωσε σε κάτι εντελώς διαφορετικό από απλούς τοπικούς «κλαρίτες» που ήταν πριν... Οι κλέφτες, είτε ως αρματολοί στην υπηρεσία του, είτε ως εχθροί του στις συγκρούσεις που είχαν με τις ένοπλες ομάδες του, έμαθαν στην εντέλεια την τέχνη του κλεφτοπολέμου».  Λίγες μέρες αργότερα αποκεφαλίστηκαν στην Κων/λη και οι τρεις γιοι του: ο Βαλή Πασάς, κυβερνήτης των Τρικάλων, ο Μουχτάρ Πασάς, διοικητής της Αυλώνας και ο Μεχμέτ Πασάς, διοικητής του Δελβίνου, καθώς και ο γιος του Βαλή Πασά των Τρικάλων. Για τους θησαυρούς του Αλή Πασά δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για την τύχη τους. Σύμφωνα με μία μαρτυρία του Άγγλου ιερέα Ρ. Ουώλς, ο οποίος συνάντησε την Κυρά-Βασιλική στην Κων/λη τον Μάρτιο του 1822, όπου βρισκόταν υπό περιορισμό στο Πατριαρχείο, «η γυναίκα του η Βασιλική είπε ότι ένα μεγάλο μέρος από τα πλούτη του στάλθηκαν στους επαναστατημένους Έλληνες για να τους βοηθήσουν». Ένα μεγάλο μέρος των θησαυρών φαίνεται ότι το σφετερίστηκε ο Χουρσίτ Πασάς γιατί ο Σουλτάνος διέταξε έρευνες εις βάρος του και αποφασίστηκε ο αποκεφαλισμός του. Μόλις πληροφορήθηκε την απόφαση ο Χουρσίτ αυτοκτόνησε. Και ο Περαιβός γράφει για τον Μεχμέτ Χουρσίτ Πασά: «Ο Μεχμέτ Χουρσίτ Πασάς όστις, ως προείρηται, ήτο ικανός διά τα φυσικά του προτερήματα και φήμην να καθυποτάξη την Ελλάδα, αποθνήσκει με το κώνειον, διότι κατηγορήθη από τον Σουλτάνον, ότι εσφετέρισε πολλών χρημάτων ποσότητα εκ των θησαυρών του Αλή Πασά». Ο Δημήτρης Σταμέλος σε άρθρο του στο περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχος 271, Ιανουάριος 1991 γράφει για το τέλος του Αλή Πασά: «Μέσα σε ατμόσφαιρα καχυποψίας και αγωνίας έφυγε από τη ζωή ο Αλής που γνώρισε την ευδαιμονία της στις κορυφώσεις της».
Ο Μεχμέτ Αλή ή Μωχάμετ Αλή Πασάς ή (1770 ή 1771 – 1849) ήταν βαλής της Αιγύπτου. Στην Αίγυπτο ως αρχηγός σώματος τεσσάρων χιλιάδων Αλβανών, διακρίθηκε γρήγορα και αφού προσεταιρίστηκε τους Μαμελούκους Τούρκους, αναδείχθηκε με πραξικόπημα και με απαίτηση των Αλβανών, των Μαμελούκων και του λαού, διοικητής της Αιγύπτου και αναγνωρίσθηκε από την Πύλη το 1805. Αφού στερέωσε τη θέση του, άσκησε δικτατορική εξουσία στην Αίγυπτο, γιατί αφενός απέναντι στο Σουλτάνο έγινε κατ' ουσίαν ανεξάρτητος, αφετέρου στο εσωτερικό κατόρθωσε να εκμηδενίσει κάθε αντίσταση. Το 1811 εξόντωσε με δόλο όλους τους αρχηγούς των Μαμελούκων και με τους γιους του νίκησε τους Βαχαβίτες της Αραβίας. Η εσωτερική του διακυβέρνηση ήταν ευεργετική για τη χώρα. Κατασκεύασε αρδευτικά έργα, προστάτευσε και προήγαγε τη γεωργία, διευκόλυνε τις μεταφορές με μεγάλο στόλο ποταμόπλοιων, αναδιοργάνωσε το στρατό και το στόλο της Αιγύπτου με τη βοήθεια Ευρωπαίων. Μετά από πρόσκληση του Σουλτάνου Μαχμούτ, έστειλε τον γιο του Ιμπραήμ με ισχυρό στρατό και στόλο να υποτάξει την επαναστατημένη Ελλάδα. Την περίοδο 1831 με 1833 κατέκτησε τη Συρία και ζήτησε να την κρατήσει αφού νίκησε επανειλημμένως τα στρατεύματα του Σουλτάνου. Επενέβησαν όμως οι Μεγάλες Δυνάμεις και τον ανάγκασαν να φύγει από την Ασία. Πέτυχε όμως την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος επί της αντιβασιλείας για την οικογένεια του. Συνεχίζοντας την αναδιοργάνωση της Αιγύπτου, ανοικοδόμησε την Αλεξάνδρεια, προήγαγε την καλλιέργεια του βαμβακιού και ίδρυσε διάφορες σχολές. Το 1844 επειδή αρρώστησε, παραιτήθηκε υπέρ του γιου του Ιμπραήμ, ο οποίος όμως πέθανε μετά από δύο μήνες. Αυτόν διαδέχθηκε ο Αμπάς ο Α' επί της βασιλείας του οποίου πέθανε ο Μωχάμετ Άλη.
Ήταν μια εποχή πολλών καταστροφών και δοκιμασιών για την Ελλάδα. Ο Μωχάμετ Άλη όμως τους συμπαραστάθηκε σ’ αυτή τη δοκιμασία χάρις ακριβώς στις στενές σχέσεις και τη φιλία που είχε με τον Μιχάλη Τοσίτσα. Έτσι, σ’ όλους τους τομείς, το προσωπικό ήταν Έλληνες τεχνικοί, σχεδιαστές, εργολάβοι, μηχανικοί κ.τ.λ. Σημαντικό ήταν ότι για την κατασκευή του πρώτου εμπορικού του στόλου χρησιμοποίησε Έλληνες ναυπηγούς του Σουέζ. Στα παλάτια του οι κηπουροί ήταν Έλληνες. Στον στρατό του χρησιμοποιούσε Έλληνες εθελοντές. Ακόμα, για την κατασκευή του καναλιού της Μαχμουτίας χρησιμοποίησε προσωπικό Έλληνες. Έφθαναν οι Έλληνες στην Αίγυπτο, στην αναδημιουργική αυτή περίοδο, γιατί είχαν ακούσει για τα φιλάνθρωπα και φιλελληνικά αισθήματα του Μωχάμετ Άλη. Έτσι, όλοι αυτοί οι Έλληνες, προσκεκλημένοι κατ’ αρχήν φίλοι του Μωχάμετ Άλη και ύστερα άλλοι για ένα καλύτερο μέλλον απετέλεσαν το προζύμι για την ανασύσταση και αναδημιουργία του Αιγυπτιώτικου Ελληνισμού που έμελλε να πλουτίσει και να ζήσει μέρες δόξας και πολιτισμού στις όχθες του Νείλου. «… οι Έλληνες προστρέχουν εις την Αίγυπτον από όλα τα σημεία και ούτω ως διά μαγείας αρχίζει ο διασκεδασμός των ημετέρων ανά τα τέσσερα πέρατα της Νειλώας κοιλάδας μερικοί τολμηρότεροι χωρούν έτσι περαιτέρω εν τοις πρώτοις και αυτοί μεταξύ των Ευρωπαίων εις τα βάθη της μυστηριώδους Μαύρης Ηπείρου.
Ο Μωχάμετ Άλη ακριβως αυτή την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης βρισκότανε σε μεγάλη αναταραχή και φόβο, γιατί είχε την εντύπωση ότι η Αγγλία μπορούσε να εισβάλει στην Αίγυπτο. Ήταν ανήσυχος και ταυτόχρονα φιλοδοξούσε να λάβει μέρος κι αυτός στην Ελληνική Επανάσταση. Στην Αίγυπτο οι Έλληνες οργανώθηκαν σε σώματα και από το 1815, ίσως, ήδη πολλοί απ’ αυτούς είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία αλλά και άλλοι μετά την άφιξη του φιλικού Αντωνίου Πελοπίδα. Όλα αυτά τα γνώριζε ο Μωχάμετ Άλη, αλλά λόγω της σχέσης του με σημαίνοντα πρόσωπα της Ελληνικής ομογένειας της Αιγύπτου «έκλεισεν εκουσίως τους οφθαλμούς του προ των αναπτυσσομένων ενεργειών υπό των εν Αιγύπτω Ελλήνων …». Από διάφορες ιστορικές μαρτυρίες φαίνεται καθαρά ότι τουλάχιστον ο Μωχάμετ Άλη στην αρχή της Ελληνικής Επανάστασης τήρησε στάση φιλική και ευνόησε την παροχή κάθε βοήθειας από τους εγκαταστημένους στην Αίγυπτο Έλληνες. Υπάρχουν φυσικά αργότερα διάφορες υπόνοιες ότι ο Μωχάμετ Άλη συμπορεύτηκε μαζί με την Πύλη και αγωνίστηκε για την καταστολή της επανάστασης. Ήταν, όπως είπαμε, άνθρωπος φιλόδοξος και ήθελε να μεγαλουργήσει και να γραφτεί το όνομά του στην ιστορία. Γι’ αυτό δεν το θεωρούσε φρόνιμο να παραμείνει κλειστός στον χώρο της Αιγύπτου μόνο, αναζητούσε διέξοδο προς την Ευρώπη. Έτσι, το 1822 αποδέχεται την διακυβέρνηση της Κρήτης, αποστολή που του ανατέθηκε από την Πύλη, όπου τον Απρίλιο του 1823 καταστέλλει την επανάσταση και η κατάσταση επανέρχεται στην ομαλότητα. Έμεινε πιστός στον Σουλτάνο και στις 10 Ιανουαρίου 1824 τού ανέθεσε την καταστολή της επανάστασης στην Πελοπόννησο, με ανταμοιβή, εκ των προτέρων, το πασαλίκι του Μοριά. Τότε, η είσοδός του αυτή τού άνοιξε, όπως ο ίδιος τουλάχιστον πίστευε, τον δρόμο, ακόμα μέχρι την Κωνσταντινούπολη και την Ευρώπη! Με τέτοιους στόχους ο Μωχάμετ Άλη επιθυμούσε αληθινά να προσαρτήσει την Ελλάδα στο κράτος του, για να μπορέσει να εκπληρώσει το πρόγραμμά του δηλ. την αναγέννηση και τον εκπολιτισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τους Έλληνες στενούς του συνεργάτες και βοηθούς. Αλλά όμως ένα πράγμα δεν μπόρεσε να καταλάβει παρ’ όλη την εξυπνάδα του. Ότι ο Ελληνικός λαός, καλά προετοιμασμένος και αποφασισμένος, ήθελε να με την αποτίναξη του ξένου ζυγού να ζήσει ελεύθερα και να ανασυγκροτήσει την ένδοξη και ηρωική Ελλάδα κι όχι για να αλλάξει κατακτητή. Υπάρχουν, ως γνωστόν, πολλές θεωρίες γύρω από το θέμα της καταγωγής του. Βέβαιο πάντως είναι ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καβάλα της Μακεδονίας. Από τον καιρό εκείνο συνδέθηκε στενότατα με τους Έλληνες· έτσι εξηγείται το γιατί τους κάλεσε στην Αίγυπτο, τους βοήθησε να ανέλθουν σε όλους τους τομείς της χώρας και τέλος τους χρησιμοποίησε και ο ίδιος ωφεληθείς από τις υπηρεσίες τους. Πολλοί Έλληνες της τότε εποχής τον λάτρεψαν πραγματικά για την υποστήριξή του. Στάθηκε στο πλευρό όλων και ικανοποιείτο για την προσωπική τους άνοδο και επιτυχία στο εμπόριο, τη βιομηχανία, στις διάφορες τέχνες. Μάλιστα λέγεται ότι είχε μέσα στις φλέβες του ελληνικό αίμα. Αυτός λάτρευε τους Έλληνες. Κι εκείνοι το ίδιο. Όταν ιδρύθηκε το Ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος διορίστηκε πρώτος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην Αίγυπτο ο Μιχαήλ Τοσίτσας, φίλος και συνεργάτης του από τον καιρό που ήταν στην Καβάλα. Του συμπαραστάθηκε και τον βοήθησε στη συνέχεια, όταν ιδρύθηκε η Ελληνική Κοινότητα Αλεξανδρείας και εκλέγηκε πρώτος πρόεδρός της. Με τις μεγάλες του αγαθοεργίες ο Τοσίτσας ανακηρύχθηκε μεγάλος ευεργέτης του Έθνους.Ο Μωχάμετ Άλη ήταν εκείνος που στάθηκε στο πλευρό των Ελλήνων της Αιγύπτου στα πρώτα βήματα της δημιουργίας τους.
Πηγή : https://www.proinoslogos.gr/αρθρογραφια/44274-το-τραγικό-τέλος-του-αλή-πασά-των-ιωαννίνων
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αλή_Πασάς
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σουλιώτες
http://www.epoxi.gr/Scriptum00/scriptum011.htm
https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/23118-i-istoria-tou-moxamet-ali-kai-oi-sxeseis-tou-me-ton-ellinismo-tis-aiguptou
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μεχμέτ_Αλή_Πασάς





Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και η Ρωσική αυτοκρατορία

Η Ρωσία με το Μεγάλο Πέτρο και την Αικατερίνη την Β' -κατά το 18ο αιώνα-  εκδήλωσε το ενδιαφέρον της να προεκταθεί προς το νότο και να εξασφαλίσει ελεύθερη ναυσιπλοΐα προς τη Μεσόγειο σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ελέγχει την ανατολική Μεσόγειο και το μεγαλύτερο μέρος του Εύξεινου Πόντου. Έτσι, εκδηλώνονται συχνά ρωσοτουρκικοί πόλεμοι και οι συνθήκες που υπογράφονται δεν ευνοούνε πάντοτε το Σουλτάνο. Προς αυτήν την κατεύθυνση κλίνει κι η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), αλλά η τελευταία ρωσοτουρκική συνθήκη του Βουκουρεστίου (28/5/1812, ενώ o  Ναπολεόντειος στρατός πλησίαζε τα ρωσικά σύνορα) άφηνε πολλά εκκρεμή ζητήματα κι έδινε διάφορες αφορμές για νέες προστριβές μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας. Ο Τσάρος, πάντως, όταν το 1821 ξεσπά η Ελληνική Επανάσταση, βρισκόταν σε δίλημμα, καθώς από τη μια τον έδενε η «Ι.Σ.» και το συνέδριο του Laybach (Λουμπλιανα Σλοβενίας) κι από την άλλη δεν μπορούσε να μην ακολουθήσει την πάγια αντιτουρκική πολιτική της χώρας του. Οι τουρκικές φρικαλεότητες εις βάρος των Ελλήνων, με αποκορύφωμα τον απαγχονισμό του Πατριάρχη το Πάσχα του 1821, η παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων στη Μολδοβλαχία μετά την αποτυχία του Αλ. Υψηλάντη θα προβληματίσουν περισσότερο τον Τσάρο, που αμφιταλαντεύεται μεταξύ των φιλειρηνικών και συμφώνων με το πνεύμα της «Ι.Σ.» προτάσεων από στενούς του συμβούλους (Nesselrod Κάρολος Βασίλιεβιτς, Ρώσος υπουργός εξωτερικών από το 1816 έως το 1856 και πρωθυπουργός του Τσάρου) και των προτεινομένων εμπόλεμη επίλυση των διαφορών με το Σουλτάνο εισηγήσεων, που δεχόταν από τον Ι. Καποδίστρια κ.α. Με δύο εγκυκλίους του, ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, Στρογγάνοφ, ξεφανερώνει, στους πρώτους μήνες του 1821, την επίσημη ρωσική πολιτική. Συγκεκριμένα, έδωσε, με τη μεν πρώτη (9/21 Μάρτη 1821), εντολές στα ρωσικά προξενεία στην Ανατολή να τονίζουν ότι η Ρωσία είναι παντελώς αμέτοχη όσων έχουν γίνει στη Μολδοβλαχία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους συνεργάτες του, με τη δεύτερη (4/16 Απρίλη 1821) δε ανακοίνωνε πως ο Τσάρος καταδίκαζε τον Υψηλάντη. Στις 30 Απρίλη του 1821 κυκλοφόρησε η περίφημη «Διακήρυξη της Ι.Σ.» μετά το Συνέδριο του Laybach, στο οποίο συμμετείχαν από το Γενάρη του ίδιου έτους ο Ρώσος Τσάρος, ο βασιλιάς της Πρωσίας κι ο Αυστριακός αυτοκράτορας, με τους υπουργούς τους και τους υψηλά ιστάμενους διπλωματικούς συνεργάτες τους, αλλά και Γάλλοι κι Άγγλοι εκπρόσωποι. Είχαν μαζευτεί για να αποφασίσουν τη βίαιη καταστολή των απελευθερωτικών κινημάτων του Πεδεμοντίου και της Νεάπολης της ιταλικής χερσονήσου. Με τη διακήρυξη καταδικαζόταν ως εγκληματική κάθε φιλελεύθερη κίνηση των λαών για εθνική απελευθέρωση ή κοινωνική δικαιοσύνη. Η «Ι.Σ.» είχε παντού, στην Ευρώπη, το «λύειν και το δεσμείν». Τον Ιούλη, πάντως, του ίδιου χρόνου (6/7/1821), ο Στρογγάνοφ διατάσσεται να επιδώσει στην Υψηλή Πύλη (: Σουλτανική κυβέρνηση) ένα αυστηρό τελεσίγραφο, με το οποίο απαιτούσε ως ελάχιστη ικανοποίηση  μεταξύ άλλων και τα εξής: η Ρωσία έχει το δικαίωμα να προστατεύει τους χριστιανούς των τουρκοκρατούμενων εδαφών αποχώρηση του τουρκικού στρατού από τη Μολδοβλαχία διάκριση ενόχων & αθώων από τους Τούρκους κατά την αντιμετώπιση της Επανάστασης. Ο Σουλτάνος αρνήθηκε κι οι ρωσοτουρκικές διπλωματικές σχέσεις διεκόπησαν με την ανάκληση της ρωσικής διπλωματικής αντιπροσωπείας από την Πόλη. Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος ήταν προ των πυλών, αλλά ο Αλέξανδρος, επηρεασμένος πάντα από το Μέττερνιχ, δεν προχώρησε. Κι αφού μεσολάβησε στις 6/7/1821 το ρωσικό τελεσίγραφο, με το οποίο παρουσιάζεται η Ελληνική Επανάσταση ως ξεσηκωμός καταδυναστευομένου από βάρβαρο δυνάστη έθνους κι όχι ως στασιαστική εξέγερση υποκινούμενη από «διεθνείς ανατροπείς», την άνοιξη του 1822, όμως, ο Τσάρος της Ρωσίας, Αλέξανδρος, εμφανίζεται απρόθυμος να πολεμήσει εναντίον του Σουλτάνου. Και ενώ αποφασίστηκε να γίνει μια νέα Σύνοδος των ηγεμόνων της Ευρώπης, ο Τσάρος, για να έχει τη σύμπραξη των συμμάχων του, θα έπρεπε, κατά το Μέττερνιχ, να «θυσιάσει» τον Ι. Καποδίστρια. Πράγματι, η τσαρική αυτή πολιτική επέφερε και την απομάκρυνση του Επτανήσιου διπλωμάτη  από τη ρωσική Αυλή προς τα τέλη του θέρους του 1822. Στις αρχές, του 1824 (9/1/1824) ο Τσάρος της Ρωσίας, Αλέξανδρος, ρίχνει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων το ρωσικό σχέδιο των «3 τμημάτων». Το σχέδιο προέβλεπε να επέμβουν οι Δυνάμεις όχι για να καταπνίξουν την Επανάσταση, μα για να αναγνωρίσουν κρατική υπόσταση στους επαναστάτες και να επιβάλλουν την ειρήνευση στην περιοχή . Καθώς ο Σουλτάνος δε θα δεχόταν απόλυτη πολιτική ανεξαρτησία  κι οι Έλληνες τον τουρκικό ζυγό, προτείνει να ιδρυθούν 3 ηγεμονίες στα πρότυπα των παραδουνάβιων (σε Θεσσαλία, Βοιωτία κι Αττική η πρώτη, με Ήπειρο & Αιτωλοακαρνανία η δεύτερη κι η τελευταία θα περιλαμβάνει Κρήτη & Πελοπόννησο), στις οποίες η Τουρκία θα διατηρούσε την επικυριαρχία, θα εισέπραττε ετήσιο φόρο και θα κρατούσε φρουρές με στενά τοπικά δικαιώματα.
Η ρωσική πολιτική για το ελληνικό ζήτημα, πάντως, θα αλλάξει σημαντικά στις 19/11 (ή 1/12) /1825, ημέρα που ο Τσάρος Αλέξανδρος ο 1ος  πέθανε και τον διαδέχτηκε, αν και με σφετερισμό του θρόνου, ο εκ των αδελφών του, Νικόλαος ο 1ος, ο οποίος, καθώς το επιτελείο του αποτελείτο από φιλοπόλεμους, ήθελε να λύσει τις όποιες ρωσοτουρκικές διαφορές με πόλεμο. Έβλεπε, ο Νικόλαος πως τα βρετανικά δάνεια, ελέω Γ. Κάννιγκ, της διετίας 1824  – 1825 είχαν αυξήσει την αγγλική επιρροή στους επαναστάτες και, επιπλέον, ότι η Ρώσικη Αυλή είχε ενοχληθεί από την «Πράξη Υποτέλειας» του θέρους του 1825. Και ενώ τα κατοπινά χρόνια, ο ίδιος ο Τσάρος θα δώσει, για εξυπηρέτηση των ρωσικών συμφερόντων και με «πατρική κατά το Μαρξ πρόνοια» στους Έλληνες για Κυβερνήτη τον Καποδίστρια και θα βοηθήσει την ελληνική ανεξαρτησία, με τσαρική, λοιπόν, πρωτοβουλία, ανακινείται διπλωματικά το ελληνικό ζήτημα. Στις 23/3 (ή 4/4)/1826 ο Άγγλος διπλωμάτης και στρατηγός Wellington, που είχε μεταβεί στη Ρωσία για να συγχαρεί το νέο Τσάρο,  κι ο Ρώσος πρωθυπουργός και υπουργός εξωτερικών Nesselrod υπογράφουν το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης και συμφωνούν να επέμβουν μεσολαβητικά για τη δημιουργία ενιαίου ελληνικού κράτους, υποτελούς, όμως, στο Σουλτάνο, καθορίζοντας, όμως, οι δυο δυνάμεις (Αγγλία & Ρωσία) τους όρους του ελληνοτουρκικού συμβιβασμού. Πάντως, το πρωτόκολλο θεωρείται ρωσική επιτυχία, καθώς δεν ικανοποίησε το Γ. Κάννιγκ κι η φίλα προσκείμενη στο σύμμαχο του Σουλτάνου, Μωχάμετ Άλυ της Αιγύπτου, Γαλλία θα συμφωνήσει με τις άλλες δυο δυνάμεις μόνο μετά τη συνθήκη του Αckerman (7/10/1826: πλήρης αποδοχή από την Υψηλή Πύλη των ρωσικών αξιώσεων, μ’ αντάλλαγμα τη μη ρωσική ανάμειξη στο ελληνικό ζήτημα)  και την επίμονη άρνηση της Τουρκίας να δεχτεί ειρηνική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, στους μεταξύ τους πολέμους κατά τον 19ο αιώνα, επιδίωκαν την ικανοποίηση διαφορετικών, αντίθετων σκοπών. Δεν επρόκειτο για μια σύγκρουση δυο εγωιστών τυράννων. Η Ρωσία, παρασυρμένη από τη σημαντική της γεωγραφική θέση και σπρωγμένη από τα οικονομικά της συμφέροντα στις θάλασσες που περιβάλλουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία (Μεσόγειος, Αιγαίο, Κασπία, Μαύρη Θάλασσα, Περσικός κόλπος), ήθελε να στερεώσει την επίδρασή της στα Στενά και στη Βαλκανική Χερσόνησο. Με τη διεξαγωγή των ρωσοτουρκικών πολέμων θα παγιωνόταν ο κυρίαρχος ρόλος της Ρωσίας στην περιοχή, θα αναπτυσσόταν η οικονομία της, θα διευρυνόταν η οικονομική και πολιτική επιρροή της στους βαλκανικούς λαούς. Έτσι, όμως,  ερχόταν σε αντιπαράθεση με την πολιτική του Σουλτάνου, εφόσον η Οθωμανική Αυτοκρατορία στόχευε στην επέκταση των εδαφικών κατακτήσεών της σε βάρος της Ρωσίας και στη διατήρηση της κυριαρχίας της στους βαλκανικούς λαούς.
Ο Χέυδεν έφυγε με τη ναυαρχίδα «Αζόφ» από το λιμάνι της Κρονστάνδης με άλλα επτά πολεμικά πλοία κι έφτασε στις αρχές Οκτωβρίου στο Ναυαρίνο, όπου βρίσκονταν οι Κόδριγκτον και Δεριγνύ, επικεφαλής των ναυτικών μοιρών της Αγγλίας και της Γαλλίας. Οι τρεις ναύαρχοι, μετά τις παρασπονδίες του Iμπραήμ και την παρελκυστική τακτική του, επισήμαναν με διακοίνωσή τους τις συνέπειες των ενεργειών του και αποφάσισαν να δράσουν, υποχρεώνοντάς τον να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις των χωρών τους. Ο Χέυδεν έπεισε τους άλλους ναυάρχους να πλεύσουν στο λιμάνι του Ναβαρίνου και στη ναυμαχία που ακολούθησε ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος κατατροπώθηκε (8 Οκτωβρίου1827), ανοίγοντας το δρόμο για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Ο Χέυδεν παρέμεινε στην Ελλάδα και μετά την άφιξη του Καποδίστρια, με τον οποίο συνεργάστηκε και τον βοήθησε στην προσπάθειά του για την καταστολή της πειρατείας στο Αιγαίο. Στη Ρωσία, όπου επέστρεψε το 1831, διορίστηκε υπασπιστής του τσάρου Νικολάου Α'. Τον επόμενο χρόνο επισκέφθηκε για τελευταία φορά τη γενέθλια χώρα του Ολλανδία, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τον βασιλιά Γουλιέλμο Α'. Ο Λογγίνος Χέυδεν - Λόντεβαϊκ Σίχισμουντ Βίνσεντ Χούσταφ φαν Χέιντεν ήταν Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής, γνωστός στη χώρας μας από τη συμμετοχή του στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου ως αρχηγός της ρωσικής ναυτικής μοίρας.
Η ναυμαχία στο Ναυαρίνο έγινε στις 8 Οκτωβρίου του 1827, κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης (1821-1832) στον κόλπο Ναυαρίνο, στη δυτική ακτή της χερσονήσου τηςΠελοποννήσου στο Ιόνιο Πέλαγος. Η συνδυασμένη οθωμανική και αιγυπτιακή αρμάδα καταστράφηκε από συμμαχική βρετανική, γαλλική και ρωσική ναυτική δύναμη. Είναι η τελευταία σημαντική ναυμαχία στην ιστορία που διεξήχθη εξ ολοκλήρου με ιστιοφόρα σκάφη. Επίσης ποτέ στην ιστορία του πολέμου των κανονιοφόρων ιστιοφόρων δεν βρέθηκαν τόσα πολλά πλοία,με τόσο μεγάλη δύναμη πυρός, συγκεντρωμένα σε ένα τόσο περιορισμένο χώρο. Οι συγκεντρωμένοι στόλοι των τριών μεγάλων δυνάμεων συνιστούσαν ισχυρή ναυτική δύναμη. Αν και υστερούσαν αριθμητικά του συνδυασμένου οθωμανοαιγυπτιακού στόλου, τόσο σε αριθμό πλοίων όσο και σε μεγάλα πλοία και σε αριθμό πυροβόλων, η τριμερής πλευρά υπερτερούσε σε πειθαρχία, εκπαίδευση και ιδίως σε πείρα στον θαλάσσιο πόλεμο- κυρίως από ναυμαχίες μεταξύ Άγγλων και Γάλλων. Επιπλέον τα πυροβόλα τους, αν και λιγότερα-1324 η τριμερής και 2240 οι Τουρκοαιγύπτιοι- ήταν μεγαλύτερα και επομένως ισχυρότερα σε δύναμη πυρός. Η καταβύθιση του οθωμανικού μεσογειακού στόλου έσωσε την Ελληνική Επανάσταση από την κατάρρευση προς την οποία έβαινε μετά από 6 και πλέον χρόνια άνισου αγώνα του ελληνικού λαού εναντίον δυνάμεων που επιστράτευε η Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ο Ρωσο-τουρκικός πόλεμος 1828-1829, γνωστός στην Ελλάδα ως"Πρώτη Ρωσία" πυροδοτήθηκε από την ελληνική επανάσταση και ξέσπασε με την οργή του σουλτάνου για τη ρωσική συμμετοχή στη ναυμαχία του Ναυαρίνου κλείνοντας τα Δαρδανέλια για τα ρωσικά πλοία και ανακαλώντας τη σύμβαση του Άκκερμαν του 1826. Τον Ιούνιο του 1828 οι κύριες ρωσικές δυνάμεις με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Νικόλαο Α' διέσχισαν τον Δούναβη και προωθήθηκαν στην Δοβρουτσά. Στη συνέχεια οι Ρώσοι πολιόρκησαν τρεις βασικές ακροπόλεις το Σούμεν, τη Βάρνα και την Σηλυμβρία με τη βοήθεια του στόλου της Μαύρης Θάλασσας. Η πολιορκία του Σούμεν αποδείχθηκε πολύ πιο προβληματική, καθώς η ισχυρή τουρκική δύναμη 40.000 ανδρών ήταν υπέρτερη των ρωσικών δυνάμεων. Επιπλέον οι Τούρκοι πέτυχαν να περιορίσουν τους Ρώσους από τις προμήθειές τους. Η έλλειψη τροφίμων και η αύξηση των ασθενειών είχαν προκαλέσει περισσότερους θανάτους από ότι οι εχθροπραξίες και καθώς πλησίαζε ο χειμώνας ο ρωσικός στρατός αναγκάστηκε να αφήσει το Σούμεν και να οχυρωθεί στην Βεσσαραβία. Στις 7 Μαΐου 60.000 στρατιώτες με επικεφαλής τον στρατάρχη Ντιέμπιτς (Diebitsch) διέσχισε το Δούναβη και ξαναπολιόρκησε την Σηλυμβρία. Μέσα σε μερικές εβδομάδες η Σηλυμβρία έπεσε στα χέρια των Ρώσων (19 Ιουνίου). Μέχρι τις 28 Αυγούστου ο ρωσικός στρατός είχε προσεγγίσει σε απόσταση 68 χιλιομέτρων την Κωνσταντινούπολη, προκαλώντας πανικό στους δρόμους της πρωτεύουσας και διαπράττοντας μεγάλη λεηλασία και καταστροφές στην πορεία του. Ο Σουλτάνος ​​δεν είχε άλλη επιλογή από το να διαμηνύσει για την ειρήνη, η οποία συνήφθη στη Αδριανούπολη στις 14 Σεπτεμβρίου 1829. Η Συνθήκη της Αδριανούπολης έδωσε στη Ρωσία το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής ακτής της Μαύρης Θάλασσας και τις εκβολές του Δούναβη. Η Τουρκία αναγνώρισε ρωσική κυριαρχία της Γεωργίας και τμήματα της Αρμενίας, ενώ στη Σερβία παραχωρήθηκει αυτονομία και η Ρωσία είχε τη δυνατότητα να καταλάβει τη Μολδαβία και Βλαχία (εγγυάται την ευημερία τους, και την πλήρη «ελευθερία του εμπορίου») μέχρις ότου η Τουρκία καταβάλει τις πολεμικές αποζημιώσεις. Η Μολδαβία και τη Βλαχία παρέμειναν υπό ρωσικό επικυριαρχία μέχρι το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου (1856). Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξωτερική πολιτική του Νικολάου Α΄ που επηρέασε σημαντικά τις διεθνείς εξελίξεις στην Ανατολή και συνέβαλε στην αίσια κατάληξη του Αγώνα των Ελλήνων για τη ανεξαρτησία. Στα πλαίσια της πολιτικής του αυτής εντάσσεται η συμμετοχή της Ρωσίας στη ναυμαχία του Ναυαρίνου 1827 και ως συνέπεια του τελευταίου πολέμου υπήρξε η αναγνώριση της ελληνικής εθνικής ανεξαρτησίας από τη Πύλη (Συνθήκη της Αδριανούπολης) 1829, με την οποία άρχισε η πορεία διάλυσης του πολυεθνικού Οθωμανικού κράτους.
Μια ξεχωριστή θέση στην εξωτερική πολιτική του Νικολάου Α΄ πήρε το Ανατολικό Ζήτημα. Η Ρωσία υπό τον Νικόλαο Α΄ παραιτήθηκε από τα σχέδια διχοτόμησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και ξεκίνησε μιαν εντελώς διαφορετική πολιτική στα Βαλκάνια, την πολιτική της προστασίας του Ορθόδοξου πληθυσμού και της διασφάλισης των θρησκευτικών και πολιτικών δικαιωμάτων τους, ακόμη δε και την καθίδρυση της πολιτικής τους ανεξαρτησίας. Η Ρωσία προσπάθησε να επεκτείνει την επιρροή της στα Βαλκάνια και την να διασφαλίσει την απρόσκοπτη διέλευση του στόλου της στα στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων. Κατά τη διάρκεια των Ρωσο-τουρκικών πόλεμων του 1806-1812 και του 1828-1829, η Ρωσία είχε σημειώσει σημαντική πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή αυτής της πολιτικής. Κατόπιν αιτήματος της Ρωσίας, που δήλωσε προστάτιδα όλων των Χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο σουλτάνος ​​αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την ελευθερία και την ανεξαρτησία της Ελλάδος και την αυτονομία της Σερβίας (1830). Κορυφώθηκε η επιρροή της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία κέρδισε το δικαίωμα να εμποδίζει την διέλευση ξένων πλοίων στη Μαύρη Θάλασσα. Η υποστήριξη των Ορθοδόξων Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη Ρωσία είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση των σχέσεων της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία τελικά κήρυξε πόλεμο στη Ρωσία.
Πηγή : http://www.haniotika-nea.gr/rosia-ke-elliniki-epanastasi-1821-1829/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Νικόλαος_Α΄_της_Ρωσίας
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ρωσοτουρκικός_Πόλεμος_(1828-1829)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ναυμαχία_του_Ναυαρίνου
https://www.sansimera.gr/biographies/1481





Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και οι Μεγάλες Δυνάμεις της Δύσης

''Μελετώντας τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια όσα έχουν γραφτεί για το '21, σχημάτισα τη γνώμη πως η Επανάσταση προδόθηκε τόσο από μέσα όσο και απέξω''. Απέξω την Επανάσταση πρόδωσαν οι Φαναριώτες και όσοι ήρθαν μαζί τους στην Ελλάδα. Άνθρωποι όπως ο Μαυροκορδάτος και ο Καρατζάς που ήρθαν από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες κι έφεραν μαζί τους διάφορους περίεργους νεαρούς τύπου Πολυζωίδη και Σκουφά, οι οποίοι αργότερα έγιναν ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας του Καποδίστρια. Πολέμησαν τους οπλαρχηγούς που είχαν ξεκινήσει την Επανάσταση και έτσι στην πραγματικότητα την πρόδωσαν. Θα ήμασταν ένα διαφορετικό κράτος, ίσως πιο ευτυχισμένο, πιο ειρηνικό και εντελώς ανεξάρτητο αν δεν σκότωναν τον Καποδίστρια, ο οποίος είχε όνειρα να φτιάξει μια Ελλάδα μεγάλη, ισχυρή και ανεξάρτητη''. ''Δεν θα έλεγα πως η ελληνική επανάσταση ήταν αποτέλεσμα της επιθυμίας των Μεγάλων Δυνάμεων. Η ουσία ήταν πως η Αγγλία και η Γαλλία δεν ήθελαν να κατέβει η Ρωσία στη Μεσόγειο. Με βάση αυτή τη λογική, λοιπόν, εμπόδιζαν την Ελλάδα να γίνει ανεξάρτητο κράτος. Ήθελαν να γίνει αυτόνομη επαρχία της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως ήταν η Μολδοβλαχία. Αναγκάστηκαν μαζί με τους Τούρκους να δεχτούν την αυτονομία, όταν οι Ρώσοι έφτασαν με τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο στα πρόθυρά της Κωνσταντινούπολης. Ο σουλτάνος πιεζόμενος πλέον και από τους Αγγλογάλλους δέχτηκε την ανεξαρτησία κι έτσι φτάσαμε στο σχηματισμό ενός μικρού ελληνικού κράτους που περιλάμβανε την Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες και τη Στερεά Ελλάδα. ''Οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν αποφασίσει η Ελλάδα να είναι φόρου υποτελής στο σουλτάνο και ο αρχηγός της αυτόνομης πολιτείας να διορίζεται μετά από έγκριση του σουλτάνου. Την Ελλάδα την ήθελαν προτεκτοράτο. Την ανεξαρτησία την δέχτηκαν κατά ανάγκη, αλλά περιορισμένη. Αποφάσισαν να την κάνουν προτεκτοράτο και αφού επελέγη ο Καποδίστριας από την Εθνοσυνέλευση άρχισαν να τον υποσκάπτουν. Οι Άγγλοι έβαλαν από πίσω του τον πράκτορας τους, τον Μαυροκορδάτο. Δημιούργησαν το κοινό της Ύδρας, άρχισαν να λένε στα νησιά να μην πληρώνει κανείς φόρο στην κυβέρνηση και στο τέλος τον δολοφόνησαν. Κάπως έτσι ξεκίνησε η απόλυτη εξάρτησή μας από τις Μεγάλες Δυνάμεις και φτάσαμε μέχρι τον ερχομό του Όθωνα''. ''Πιστεύω πως θα είχαμε καταφέρει να ανεξαρτητοποιηθούμε και χωρίς τις Μεγάλες Δυνάμεις, τα δάνεια τους και το Ναυαρίνο. Τον πρώτο χρόνο της επανάστασης είχαμε όλο νίκες. Από τη στιγμή που ανακατεύτηκε ο Μαυροκορδάτος, ο οποίος εξυπηρετούσε τα αγγλικά συμφέροντα, είχαμε όλο ήττες.  ''Όσον αφορά το δάνειο, λειτούργησε διαιρετικά για τους Έλληνες. Οι Άγγλοι μας ήθελαν διαιρεμένους. Για αυτό και δημιούργησαν ένα ολιγαρχικό κόμμα, το κόμμα των αρχόντων με τους κοτζαμπάσηδες και τους Κουντουριώτηδες, ενώ από την άλλη πλευρά βρίσκονταν οι Καραϊσκάκης, Κολοκοτρώνης, Ανδρούτσος. Τον Ανδρούτσο και τον Καραϊσκάκη τους δολοφόνησαν, ενώ τον Κολοκοτρώνη τον φυλάκισαν. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, γιός του Γέρου του Μωριά δολοφονήθηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Ήταν γαμπρός της Μπουμπουλίνας. Ο Μάρκος Μπότσαρης δολοφονήθηκε στην μάχη στο Κεφαλόβρυσο Ευρυτανίας. Η Αγγλία εκείνα τα χρόνια χρησιμοποιούσε το σύστημα 'διαίρει και βασίλευε''. Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα (1822-1832), είχαμε πέντε καταδίκες όπως αυτές του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη, οχτώ δολοφονίες και δύο εμφύλιους πολέμους. Είχαμε 200.000 νεκρούς, αναπήρους και αιχμαλώτους και σκεφτείτε πως εκείνο το διάστημα ο πληθυσμός της χώρας ήταν 900.000, άρα χάθηκε το 1/4 του πληθυσμού. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της πολιτικής των Άγγλων, για αυτό πιστεύω πως η Επανάσταση θα πετυχαίναμε και χωρίς τις Μεγάλες Δυνάμεις''. ''Πήραμε, επίσης δάνεια, τα οποία τα κατασπαταλήσαμε. Από τις 2.000.000 λίρες των δανείων έφτασαν στην Ελλάδα οι 800.000. Τα λεφτά τα έφαγαν ο Κουντουριώτης με τον Κωλέττη και τον Μαυροκορδάτο. Μ' ένα μέρος αυτών των χρημάτων παραγγείλαμε φρεγάτες από τα ναυπηγία της Αγγλίας οι οποίες δεν ήρθαν ποτέ γιατί την ίδια περίοδο τα αγγλικά ναυπηγεία είχαν παραγγελίες από τον Μεχμέτ Άλη, τον πατέρα του Ιμπραήμ και καθυστέρησαν τις ναυπηγήσεις των ελληνικών πλοίων για να προλάβουν να στείλουν στην Αίγυπτο τις δικές του παραγγελίες, ώστε να έχει τη δυνατότητα ο Ιμπραήμ να φτάσει στην Πελοπόννησο χωρίς να βρει αντίσταση''. ''Δυστυχώς το '21 δεν είχαμε την κατάλληλη ηγεσία. Είχαμε τον Μαυροκορδάτο και τον Κωλέττη. Το '22 ο Μαυροκορδάτος στο σύνταγμα της Επιδαύρου, έβαλε ένα άρθρο που έλεγε πως ο αρχηγός του στρατού (δηλαδή ο Κολοκοτρώνης, ο Υψηλάντης ή όποιος θα γινόταν αρχιστράτηγος) δεν μπορούσε να κάνει καμία πολεμική επιχείρηση χωρίς την άδεια της βουλής. Την βουλή απάρτιζαν άνθρωποι του Ζαΐμη και του Μαυροκορδάτου. Με τα μέσα της εποχής φανταστείτε να έρχεται από τα Μέγαρα ο Κιουταχής με 10.000 στρατιώτες και να πρέπει ο αρχιστράτηγος να πάει στην Τρίπολη να βρει τη βουλή, να συνεδριάσει και να του δώσει την άδεια. Έλεος. Αυτό είναι ανήκουστο. Και όμως είχε γίνει.'' Αν είχαμε μάθει από μικροί ότι ο Όθωνας κυβερνούσε απολυταρχικά, αν ξέραμε ότι τα δάνεια μας σκλαβώνουν, αν μας έλεγαν αυτό που έλεγε ο Καποδίστριας ότι ό 'ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης', ίσως η Ελλάδα ήταν μια καλύτερη χώρα με πιο υπεύθυνους πολίτες. Όχι πολίτες που ακούν τον Κωλέττη και τον Μαυροκορδάτο που μονοπωλούσαν την εξουσία από το '22 μέχρι το '62 και συνεπώς έγραψαν την ιστορία όπως ήθελαν εκείνοι''.
Η Ελληνική Επανάσταση εξερράγη υπό τους δυσμενέστερους οιωνούς: εφτά χρόνια μετά το Βατερλό, από την Ιβηρική Χερσόνησο ως την Ιταλία η Ευρώπη σείεται με εξεγέρσεις που απειλούν τα μοναρχικά καθεστώτα της. Μάλιστα ακριβώς την ίδια περίοδο (Ιανουάριος – Μάρτιος 1821) η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης βρήκε τους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων να συνεδριάζουν στο Λάιμπαχ για το πώς η Ιερά Συμμαχία θα καταστείλει τα απελευθερωτικά κινήματα στη Νεάπολη και στο Πεδεμόντιο. Ο λόγος που η Ελλάδα αποτελούσε ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στα επαναστατικά κινήματα της εποχής ήταν όχι ένας, αλλά δύο: πρώτον, η Ελλάδα αποτελούσε γέφυρα ανάμεσα στις δύο ηπείρους και, δεύτερον, η ανατροπή του status quo με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δημιουργούσε νέες και απρόβλεπτες δυναμικές στην περιοχή. H τύχη του μεγάλου ασθενούς, όπως είχε καθιερωθεί να αποκαλείται η εξουσία που εκπροσωπούσε η Υψηλή Πύλη, βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της προσοχής των Μεγάλων Δυνάμεων. Το Ανατολικό Ζήτημα έγινε ξανά διεθνές. Ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, εθνικά συμφέροντα και περίπλοκοι διπλωματικοί υπολογισμοί, που κάθε ανακτοβούλιο και κυβέρνηση της Ευρώπης διατηρούσε για τον εαυτό της, συσπείρωσαν τις Μεγάλες Δυνάμεις ενάντια στην ελληνική υπόθεση. Επειτα υπήρχαν λόγοι στρατηγικού ενδιαφέροντος και αυτοί ήταν πάλι δύο: η προστασία των μεγάλων δρόμων που οδηγούσαν στην Ασία και, επιπλέον, η παρεμπόδιση της καθόδου των Ρώσων στη Μεσόγειο. Το τελευταίο ενδεχόμενο ανησυχούσε ιδιαιτέρως την Αγγλία και τη Γαλλία που έβλεπαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως τη μόνη ικανή δύναμη περιορισμού της ρωσικής επιρροής και, φυσικά, κάθε ανάλογης απόπειρας εξόδου της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες της Μεσογείου. H υπόνοια μάλιστα ότι την Ελληνική Επανάσταση είχαν υποκινήσει οι Ρώσοι υπουργός Εξωτερικών του τσάρου την ίδια εποχή ήταν ο Καποδίστριας προκαλούσε ακόμη ισχυρότερα ανακλαστικά, ιδιαίτερα της Αγγλίας που έβλεπε ότι μια ανεξάρτητη και ελεύθερη Ελλάδα θα ήταν ανταγωνιστική ναυτική δύναμη για τα αγγλικά συμφέροντα. Ετσι ακριβώς εξηγείται ο αγγλικός φιλοτουρκισμός στις αρχές του Αγώνα. Ξένοι με τη θάλασσα οι Τούρκοι, χρησιμοποιούσαν άγγλους αξιωματικούς στα πληρώματα – αναφέρεται μάλιστα ότι πάνω από ογδόντα βρήκαν τον θάνατο τη στιγμή της πυρπόλησης της τουρκικής ναυαρχίδας στη Χίο από τον Κανάρη. Γνωστή είναι άλλωστε και η βοήθεια που προσέφεραν στον ανεφοδιασμό των Τούρκων σε διάφορες πολιορκίες οι άγγλοι πρόξενοι που μετατρέπονταν άλλοτε σε κατασκόπους και άλλοτε σε αντιπροσώπους εμπορικών εταιρειών εφοδιάζοντας με αγαθά και πολεμικό υλικό την Υψηλή Πύλη οι Αγγλοι υπήρξαν επί τρεις γενεές φιλότουρκοι απλώς και μόνο επειδή μισούσαν τους Ρώσους. Την ίδια στιγμή φοβόντουσαν μήπως αναβιώσει ο γαλλικός κίνδυνος και επιδίδονταν σε περίπλοκους διπλωματικούς ελιγμούς προκειμένου να εξασφαλίσουν ρυθμιστικό ρόλο στη μεταβατική περίοδο που θα ακολουθούσε μια ενδεχόμενη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Φιλοτουρκική τέλος υπήρξε και η πολιτική της Αμερικής που, προσηλωμένη στο δόγμα Μονρόε, παρά τις επίσημες υπέρ της ελληνικής ανεξαρτησίας διακηρύξεις, προσδοκούσε, απαθής και αμέτοχη σε βοήθεια προς τους επαναστατημένους Ελληνες, την εύνοια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προκειμένου επιτέλους να υπογράψει την πολυπόθητη γι’ αυτήν εμπορική συμφωνία με την Τουρκία και να εκτοπίσει έτσι τα αγγλικά συμφέροντα. Βεβαίως αμερικανικός φιλελληνισμός υπήρξε και τεκμηριώνεται και από τις πηγές. Ωστόσο η αμερικανική συμπαράσταση είχε μόνο λαϊκή έκφραση και όχι κρατική. Οι στρατιωτικές κινήσεις των εμπολέμων στην επαναστατημένη Ελλάδα τράβηξαν αμέσως το ενδιαφέρον των ξένων κυβερνήσεων που έσπευσαν να στείλουν μυστικούς πράκτορές τους στην περιοχή. Οι Αγγλοι μάλιστα έστησαν στα Επτάνησα ως και παράρτημα ελέγχου της διακινούμενης αλληλογραφίας που διηύθυνε στο Λονδίνο η αρμόδια υπηρεσία της Lombard Street. Με τον τρόπο αυτόν η Αγγλία ήταν η καλύτερα ενημερωμένη, και λόγω παράδοσης στην οργάνωση των μυστικών της υπηρεσιών. H Γαλλία, πάλι, ενώ εφοδίαζε τον Μεχμέτ Αλή με πολεμικά σκάφη, την ίδια στιγμή άφηνε ανοιχτό το λιμάνι της Μασσαλίας για τις αποστολές εθελοντών πολεμικού υλικού ενώ δεν εμπόδιζε τη διεξαγωγή εράνων υπέρ του Ελληνικού Αγώνα. Ωστόσο είχε στήσει ειδική υπηρεσία για την επιλογή εθελοντών στους οποίους δίνονταν αυστηρές συστάσεις και οδηγίες για το είδος των πληροφοριών που ενδιέφεραν τον γάλλο μονάρχη.
Η Ελληνική Επανάσταση ήταν η μόνη από τις φιλελεύθερες επαναστάσεις των ετών 1820-1822 που ευοδώθηκε. Έτσι, τη δεκαετία του 1820 η Ελλάδα έγινε η πηγή έμπνευσης του διεθνούς φιλελευθερισμού και προκάλεσε το κίνημα του Φιλελληνισμού ενώ το ελληνικό ζήτημα απασχόλησε την ευρωπαϊκή διπλωματία επί δώδεκα χρόνια. Παρέσυρε τις κυβερνήσεις Μεγάλων Δυνάμεων να ενδιαφερθούν θετικά για την τύχη της, να συνεργαστούν και να υπογράψουν Πρωτόκολλα και Συνθήκες για την αίσια έκβασή της, σε αντίθεση με την τότε πολιτική τους. Απετέλεσε, έτσι, ισχυρό πλήγμα για το καθεστώς της Ιεράς Συμμαχίας και σήμανε το θρίαμβο της αρχής των εθνοτήτων. Η Επανάσταση υπήρξε αποτέλεσμα ιδεολογικών διεργασιών, οι οποίες εδράστηκαν στην πολεμική παράδοση του υποτελούς ελληνικού πληθυσμού, το υψηλό πολιτισμικό κεφάλαιο, την αύξηση του βαθμού αυτοπεποίθησης των Ελλήνων και την επιτεινόμενη αποδιοργάνωση της οθωμανικής κυριαρχίας στον ευρωπαϊκό χώρο. Η Επανάσταση υπήρξε η απόπειρα αποκατάστασης της πολιτικής κυριαρχίας των Ελλήνων, μιας εθνοτικής ομάδος με υψηλό πολιτισμικό κεφάλαιο, η οποία είχε υπάρξει ο ιστορικός φορέας ενός αυτοκρατορικού πολιτειακού σχηματισμού, της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η τελευταία, ως ο κύριος αντίπαλος στην εξάπλωση του dar-al-Islam είχε αποτελέσει κύριο στόχο και γεωπολιτικό αντίπαλο της ισλαμικής -αραβικής και τουρκικής (σελτζουκικής και οθωμανικής)- εξάπλωσης ήδη από τον 7ο αιώνα. Από μακρο-ιστορικής απόψεως, η Επανάσταση υπήρξε το πρώτο εθνικό κίνημα το οποίο αναπτύχθηκε εντός της ισλαμικής πολιτισμικής περιοχής. Ο αντικειμενικός στόχος και το τελικό αποτέλεσμα της Επανάστασης, δηλαδή η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, αποτελούσε επίσης ιστορική τομή για την περιοχή της ανατολικής Ευρώπης, αλλά και της ανατολικής Μεσογείου. Το ελληνικό κράτος ήταν το πρώτο και έως τον ύστερο 19ο αιώνα το μόνο Δυτικού τύπου σύγχρονο κράτος στην ανατολική Μεσόγειο, διαθέτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο εγγενές συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες πληθυσμιακές χριστιανικές ομάδες, οι οποίες διεκδικούσαν εδάφη του ευρωπαϊκού οθωμανικού χώρου.
Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, γεννήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1802 ήταν Έλληνας πολιτικός, δημοσιογράφος, συγγραφέας και δικαστικός. Είχε εκλεγεί πληρεξούσιος και είχε πάρει θέσεις υπουργού Παιδείας, νομάρχη, μέλους του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικράτειας στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος. Το 1832 διορίστηκε από την Αντιβασιλεία πρόεδρος του πενταμελούς δικαστηρίου του Ναυπλίου στην δική των Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα κ.ά. Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης γνώριζε πολύ καλά για την αθωότητα των κατηγορουμένων αγωνιστών, είχε ιδίαν αντίληψη για τον σκοπό και πρόθεση όσων προσπαθούσαν να ελέγξουν πλήρως την Ελλάδα και αρνήθηκε να υπογράψει την απόφαση καταδίκης τους σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Η απόφαση του αυτή προκάλεσε τη φυλάκιση και την δίωξη του από την Αντιβασιλεία. Η δίκη των δικαστών. Ελληνική ιστορική ταινία, 1974, σκηνοθεσία Π.Γλυκοφρύδη με τους: Νίκος Κούρκουλος, Σπύρος Καλογήρου. Αποσπασματα της συγκλονιστικής απολογίας του Αναστασίου Πολυζωίδη: «Όταν κανείς ενδιαφέρεται για την τύχην ενός έθνους ή ενός ανθρώπου, πρέπει να τους μιλάει την γλώσσαν της λογικής και της αλήθειας. Θα ’θελα αν είναι δυνατόν να τ’ ακούσει ολόκληρη η Ελλάς. Τυχοδιώκτες κάθε χώρας έσπευσαν να την υπερασπιστούνε, πολύ λίγοι ενδιαφέρονται γι’ αυτήν από ζήλον αφιλοκερδή. Να ποιες νομίζω πως είναι οι απώτερες σκέψεις τους: “Η Ελλάδα μαστίζεται από διχόνοιες. Εκεί θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε πλούτη κι εξουσία ίσως, ποιος ξέρει”, λένε οι πιο επίσημοι, “αν δεν καταφέρουμε να καθίσουμε πάνω στον θρόνο του Άργους ή των Μυκηνών. Οι Έλληνες είναι αμαθείς και αγροίκοι. Ήτανε σκλάβοι των Τούρκων. Τώρα η σειρά μας να κυριαρχήσουμε πάνω τους και μ’ αυτό θα τους κάνουμε μεγάλη τιμή”. Αν εμείς οι Έλληνες είμαστε σώφρονες, δεν πρέπει να αφεθούμε να μας θαμπώσουνε οι ψεύτικες και συμφεροντολόγες εκδηλώσεις τους. Πρέπει να κάνουμε χρήση των υπηρεσιών τους, να τους αμείψουμε γενναία. Να μη τους δώσουμε, όμως, παρά μια δευτερεύουσα εξουσία, όπου δεν θα μπορούν να κάνουν κατάχρηση. Να θυμόμαστε πάντα πως αυτοί που φωνασκούν περισσότερο για χάρη της ελευθερίας είναι άπληστοι για κυριαρχία και σκοταδισμό. Πιστεύω πως ο Καποδίστριας ήρθε απ’ έξω με την υπερηφάνεια του παντογνώστη κι ανέλαβε την εξουσία. Ανέλαβε να φτιάξει ένα σπίτι, χωρίς να ξέρει τις ανάγκες αυτών που το κατοικούσαν. Μας είπε «έτσι ζουν στην Ευρώπη, έτσι πρέπει να ζήσετε κι εσείς». Ήταν επόμενο να χαθεί ο Καποδίστριας. Ο τόπος αυτός ήταν σκληρός. Το αίμα έχει κάνει το χώμα πέτρα. Το κλίμα είναι ύπουλο, βαρύ. Είτε από ελονοσία, όπως ο λόρδος Μπάιρον, είτε από πιστόλι και μαχαίρι θα πεθαίνουν οι ξένοι. Η Ελλάδα αργά ή γρήγορα ξερνάει τα ξένα σώματα που πάνε ν’ ακουμπήσουν επάνω της κι ας έχουν τις καλύτερες προθέσεις. Η έννοια του δικαίου είναι σχετική. Το δίκαιο για να είναι δυνατό έχει ανάγκη από εθνισμό. Ποιος είναι ο εθνισμός σου, Επίτροπε; Είσαι Εγγλέζος κι επειδή είσαι αλλοεθνής, δεν μπορείς να είσαι δίκαιος. Δεν μπορείς να δικάσεις Έλληνες. Ξέρεις να λες Ελλάδα στα ελληνικά, μα τίποτα δεν νιώθεις από ό, τι σπουδαίο, μεγάλο κι αιώνιο κρύβει τούτη η λέξη στα σπλάχνα της. Κατέλαβες την θέσιν του εισαγγελέως σε ελληνικόν δικαστήριον, αλλά δεν έχεις θέση στην ελληνική δικαιοσύνη, Επίτροπε. Θέλεις να δικάσεις τους Έλληνες με τον πατριωτισμόν του Εγγλέζου. Αυτό δεν γίνεται. Ο εθνισμός μας, ω Επίτροπε, είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα 800.000 Ελλήνων που θυσιάστηκαν εις τον Αγώνα. Είστε υποκριταί, γιατί λέτε ότι αγαπάτε την Ελλάδα, αλλά ζητάτε να αποκεφαλίσετε τους Έλληνες. Και τι Ελλάδα θα απομείνει χωρίς τους Έλληνες; Μήπως θέλετε να σφάξετε εμάς, για να κατοικηθεί από σας, ω Φιλέλληνες; Ζητήσαμε την βοήθειάν σας. Ζητήσαμε τον πολιτισμό σας κι εσείς μας φέρατε κρεμάλες και ξιφολόγχες. Φως ζητήσαμε, σκοτάδι μας φέρατε. Κατηγορείς τον Κολοκοτρώνη, γιατί ελευθέρωσε την Ελλάδα. Επιβουλεύεσαι τον Κολοκοτρώνη, που επικεφαλής ενός έθνους σας υποχρέωσε να του παραχωρήσετε την ελευθερία του, γιατί εσύ και οι προϊστάμενοί σου δεν θέλατε να ελευθερωθούμε. Και αφού δεν μπορείτε να αφανίσετε όλους τους Έλληνες και καλυπτόμενοι απ’ την ανάγκη που σας έχουμε, δολοφονείτε τους πρώτους αυτού του τόπου, γιατί έχετε μίσος εναντίον του γένους μας, που πάντα μέσα σε ολόκληρη την Ιστορία του στάθηκε απέναντι στους τυράννους και την τυραννία. Γιατί, όντας τούτος ο τόπος πέρασμα γι’ άλλες θάλασσες, για μεγάλα κέρδη και συμφέροντα, έχει το κακό ιδίωμα να κατοικείται από έναν δύσκολο, ατίθασο και υπερήφανο λαό».
Πηγή : https://www.google.com/amp/s/m.oneman.gr/keimena/diabasma/malebox/merikes-alhtheies-poy-den-hkseres-gia-to-1821.4591611.amp.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%95%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_1821
https://foreignaffairs.gr/articles/70241/ioannis-kotoylas/i-geopolitiki-simasia-toy-1821?page=show
https://www.google.com/amp/s/www.tovima.gr/2008/11/24/archive/pws-oi-megales-dynameis-fobithikan-tin-epanastasi-toy-1821/amp/
http://teleytaiaexodos.blogspot.com/2019/03/poluzwidhs.html?m=1
https://www.athinorama.gr/cinema/movie/i_diki_ton_dikaston-1003545.html