Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020

Αρβανίτες και Αρβανίτικα (Μέρος Γ) : Οι γλεντζεδικοι χοροί και τα μερακλιδικα τραγούδια


Χοροί και τραγούδια των σύγχρονων Αρβανιτών της Ελλάδας (Μέρος Α) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)


Χοροί και τραγούδια των σύγχρονων Αρβανιτών της Ελλάδας (Μέρος Β) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)


Χοροί και τραγούδια των σύγχρονων Αρβανιτών της Ελλάδας (Μέρος Γ) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)


Χοροί και τραγούδια των σύγχρονων Αρβανιτών της Ελλάδας (Μέρος Δ) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)


Χοροί και τραγούδια των σύγχρονων Αρβανιτών της Ελλάδας (Μέρος Ε) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)


Χοροί και τραγούδια των σύγχρονων Αρβανιτών της Ελλάδας (Μέρος ΣΤ) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)


Χοροί και τραγούδια των σύγχρονων Αρβανιτών της Ελλάδας (Μέρος Ζ) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)





Χοροί και τραγούδια των σύγχρονων Αρβανιτών της Ελλάδας (Μέρος Η) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)


Χοροί και τραγούδια των σύγχρονων Αρβανιτών της Ελλάδας (Μέρος Θ) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)


Χοροί και τραγούδια των σύγχρονων Αρβανιτών της Ελλάδας (Μέρος Ι) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)





Χοροί και τραγούδια των σύγχρονων Αρβανιτών της Ελλάδας (Μέρος ΙΑ ) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)


Χοροί και τραγούδια των σύγχρονων Αρβανιτών της Ελλάδας (Μέρος ΙΒ ) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)





Αρβανίτες και Αρβανίτικα (Μέρος Β) : Η χρήση της γλώσσας - διαλέκτου και οι ομιλίες για αυτήν


Η χρήση των Αρβανιτικων στην παλιά Ελληνική ταινία "Η κυρά μας η μαμή (1958). Σενάριο και Σκηνοθεσία Αλέκος Σακελλαριος. (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)




Συνέντευξη και διάλογος στην τηλεόραση για τα Αρβανίτικα και τους Αρβανίτες. Κανάλι ΣΚΑΙ, Δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Μπογδανος, πολιτικός Φαηλος Κρανιδιώτης (2013) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)


Ειδήσεις στον ΣΚΑΙ : Συνομιλία και διάλογος για τους Αρβανίτες και την ελληνική επανάσταση μεταξύ του δημοσιογράφου Νίκου Ευαγγελατου, του πολιτικού Άδωνι Γεωργιάδη και καθηγητή εκπροσώπου του ΠΑΜΕ (2013) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)


Εκπομπή της ΕΤ1 (ΕΡΤ) αφιερωμένη στους Αρβανίτες και τα αρβανίτικα. Δημοσιογράφος Κώστας Αρβανίτης. Συμμετέχει και ο ηθοποιός  Κώστας Τσάκωνας. (2013) (ΒΙΝΤΕΟ Youtube)


ΕΡΤ 3 - Εκπομπή "Ο τόπος και το τραγούδι του" Παρουσιαστής Γιώργος Μελικης : Οι Αρβανίτες του Ελικώνα (2016) (ΒΙΝΤΕΟ YouTube)




Αρβανίτες και Αρβανίτικα (Μέρος Α) : Το άγνωστο λεξιλόγιο της γλώσσας - διαλέκτου



Το λεξιλόγιο των αρβανιτικων της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας (Μέρος Α) (ΒΙΝΤΕΟ Youtube)


Το λεξιλόγιο των αρβανιτικων της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας (Μέρος Β) (ΒΙΝΤΕΟ Youtube)


Το λεξιλόγιο των αρβανιτικων της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας (Μέρος Γ) (ΒΙΝΤΕΟ Youtube)


Το λεξιλόγιο των αρβανιτικων της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας (Μέρος Δ) (ΒΙΝΤΕΟ Youtube)

Το λεξιλόγιο των αρβανιτικων της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας (Μέρος Ε) (ΒΙΝΤΕΟ Youtube)

Το λεξιλόγιο των αρβανιτικων της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας (Μέρος ΣΤ) (ΒΙΝΤΕΟ Youtube)




Κυριακή, 15 Μαρτίου 2020

Αλεξιάδα (Μέρος Γ) : Αποσπάσματα σε μετάφραση

"Ακάθεκτος κυλάει ο χρόνος και στην αέναη κίνησή του παρασύρει και παραλλάζει τα πάντα και τα καταποντίζει στο βυθό της αφάνειας. Πότε πράγματα ασήμαντα και πότε μεγάλα και αξιομνημόνευτα και, όπως λέει ο τραγικός ποιητής, φέρνει στο φως τα άδηλα και κρύβει τα φανερά. Αλλά ο λόγος της ιστορίας γίνεται φράγμα πανίσχυρο για το ρεύμα του χρόνου και σταματάει κατά κάποιον τρόπο την ακάθεκτη ροή του κι απ' όσα συμβαίνουν στο κύλισμά του, συγκρατεί και περισφίγγει όλα όσα επιπλέουν και δεν τ' αφήνει να ξεγλιστρήσουν σε λήθης βυθούς.  Αυτή τη διαπίστωση έχω κάμει εγώ, η Άννα, κόρη των βασιλέων Αλεξίου και Ειρήνης, πορφυρογέννητη και πορφυροθρεμμένη, όχι άμοιρη γραμμάτων, αλλά με σοβαρότατη σπουδή των ελληνικών…" (Προοίμιο, Αλεξιαδα, Άννα Κομνηνη)..

Νέα χρήση του υγρού πυρός σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή έγινε το 1099 στη ναυμαχία της Ρόδου, όπου οι Βυζαντινοί με τη βοήθειά του καταναυμάχησαν τους Ιταλούς από την Πίζα. Το υγρό πυρ εκτοξευόταν σ’ αυτή τη ναυμαχία μέσα από στόματα λιονταριών και άλλων φοβερών ζώων που είχαν συνδεθεί με τα σιφόνια όπου βρισκόταν αυτό. Γράφει χαρακτηριστικά στο έργο της ‘’Αλεξιάς’’ η Άννα Κομνηνή: ‘’Ήξερε (ενν. ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’) πως οι Πισσαίοι ήταν πεπειραμένοι στον κατά θάλασσα πόλεμο και φοβόταν τη σύγκρουση μαζί τους, γι’ αυτό και κατασκεύασε σ’ όλες τις πλώρες των πλοίων χάλκινα και σιδερένια κεφάλια λεόντων και άλλων χερσαίων ζώων κάθε λογής με τα στόματα ανοιχτά και τα στόλισε με χρυσάφι, ώστε και μόνο με τη θέα τους να σκορπίζει τον τρόμο. Το υγρόν πυρ που επρόκειτο να εξακοντίζεται κατά των εχθρών φρόντισε να περνάει από τα στόματά τους (ενν. των ζώων), έτσι ώστε να φαίνεται ότι το ξερνούσαν τα λιοντάρια και τ’ άλλα άγρια ζώα’’. Του βυζαντινού στόλου ηγήθηκε ο γεννημένος στην Ιταλία Λαντούλφος, που γνώριζε καλά τη ναυτική στρατηγική των συμπατριωτών του. Ας δούμε πως περιγράφει η Άννα Κομνηνή την έκβαση της ναυμαχίας: ‘’Τρομοκρατημένοι οι βάρβαροι, θες από τη φωτιά που εκτοξευόταν εναντίον τους (γιατί ήταν ασυνήθιστοι από τέτοια μηχανήματα και από φλόγες που αντί να πηγαίνουν κατά τη φύση τους προς τα πάνω κατευθύνονταν όπου ήθελε αυτός που τις εξαπέλυε, συχνά προς τα κάτω κι άλλοτε προς τις δύο κατευθύνσεις), θες από τη μανία των κυμάτων, πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή’’ (Βιβλίο ΙΑ, Χ).
(ΠΡΟΛΟΓΟΣ «Αλεξιάδας») …Αισθάνομαι την ψυχή μου να καταλαμβάνεται και να πλημμυρίζει από ένα πυκνό σκοτάδι και με ρυάκια δακρύων υγραίνω τα μάτια μου* …

…Εγώ λοιπόν  πέρασα και άλλα πολλά βάσανα απ` τον καιρό που ήμουν ακόμα μέσα στα πορφυρά μου σπάργανα· η τύχη μού φέρθηκε πολύ σκληρά και δε μου χαμογέλασε παρά μόνο χαρίζοντάς μου έναν αυτοκράτορα για πατέρα και μια αυτοκράτειρα για μητέρα και την πορφύρα για να γεννηθώ. Όλα τα υπόλοιπα αλοίμονο! Τρικυμίες και επαναστάσεις**.
..Ο καημός μου λοιπόν για τον Καίσαρα [το σύζυγό μου] και ο απροσδόκητος θάνατός του, άγγιξαν την ίδια την ψυχή μου και χάραξαν βαθιά το τραύμα… Αχ φωτιά που χωρίς ξύλα αποτεφρώνεις, φωτιά που τρέφεσαι μυστικά και καις χωρίς ν` αφανίζεις μες στις φλόγες και καψαλίζεις γύρω γύρω την καρδιά και φαίνεται πως τάχα δεν καήκαμε κι εμείς μαζί της κι ας νιώσαμε την πύρα ως τα κόκκαλα κι ως το μεδούλι τους κι ως το τελευταίο μόριο της ψυχής  τους***…
» …Εγώ η  Άννα, κόρη των βασιλέων Αλεξίου και Ειρήνης, πορφυρογέννητη και πορφυροθρεμμένη, όχι άμοιρη γραμμάτων, αλλά με σοβαρότατη σπουδή των ελληνικών, χωρίς να έχω παραμελήσει ούτε τη ρητορική και, αφού διάβασα προσεκτικά, τόσο τα έργα του Αριστοτέλη, όσο και τους διαλόγους του Πλάτωνος και κόσμησα το πνεύμα μου με τα μαθηματικά την αστρονομία και τη μουσική (πρέπει να αναφέρονται αυτά και δεν είναι περιαυτολογία να απαριθμείς όσα η φύση και ο πόθος της γνώσης έχουν δώσει και επιβράβευσε ο επουράνιος Θεός με τη συνεπικουρία των περιστάσεων), γι` αυτό και θέλω με το σύγγραμμά μου αυτό, να εξιστορήσω τα έργα του πατέρα μου που δεν είναι άξια να παραδοθούν στη σιωπή ούτε να παρασυρθούν στο πέλαγος της λήθης…..
… Έρχομαι να μιλήσω γι` αυτά, όχι για να κάνω επίδειξη της συγγραφικής μου δεινότητας, αλλά για να μη μείνει αμνημόνευτο στους μεταγενέστερους ένα τέτοιο έργο..

..φοβάμαι μην τυχόν κάποιος σκεφτεί ότι, γράφοντας τα έργα του πατέρα μου, επαινώ τον εαυτό μου και φανεί έτσι όλη η ιστορία μου ψέμα..
..σύζυγός μου ήταν ο Καίσαρ Νικηφόρος από τη γενιά των Βρυεννίων, άνδρας πολύ ανώτερος απ` όλους τους συγχρόνους του και για την εξαιρετική ομορφιά του και για την άκρα σωφροσύνη του και για την ακρίβεια του λόγου του …αποφάσισε, με την παρακίνηση της βασίλισσας, να γράψει για τα έργα του Αλεξίου, του αυτοκράτορα των Ρωμαίων και πατέρα μου…άρχισε λοιπόν να γράφει από την εποχή του αυτοκράτορα των Ρωμαίων Διογένη ..η ιστορία όμως δεν ολοκληρώθηκε…Γι` αυτό κι εγώ αποφάσισα να εξιστορήσω η ίδια όσα έπραξε ο πατέρας μου· δεν ήθελα να μείνει άγνωστο στις μέλλουσες γενεές ένα τέτοιο έργο…
[«Αλεξιάς», Μετάφραση Αλόη Σιδέρη, εκδ. Άγρα, 2005]

Η Αλεξιάδα στηρίζεται στις προσωπικές αναμνήσεις της Άννας Κομνηνης (καθώς είχε συνεχώς προσωπική επαφή με τα γεγονότα), σε πληροφορίες διαφόρων συγχρόνων της, μαρτυρίες στρατιωτών του Αλέξιου που συνέλεξε η ίδια αλλά και συμπολεμιστών του όπως ο Ιωάννης Δούκας αλλά και εχθρών. Στο έργο περιγράφεται η πολιτική και στρατιωτική ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά την εξουσία του, κάτι που καθιστά το έργο μια από τις πιο σημαντικές πηγές πληροφοριών για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Επίσης, περιλαμβάνεται η εξιστόρηση της αλληλεπίδρασης της Πρώτης Σταυροφορίας με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που αντικατοπτρίζει τις συγκρουόμενες αντιλήψεις Ανατολής και Δύσης στις αρχές του 12ου αιώνα. Μαζί με τα έργα του Προκοπίου, του Μιχαήλ Ψελλού, του Νικήτα Χωνιάτη, του Ζωναρά κ.α., η Αλεξιάς παραμένει ένα από τα σημαντικότερα έργα της βυζαντινής χρονογραφίας. Ο Runciman υποστηρίζει ότι οι σύγχρονοι ιστορικοί παραείναι πρόθυμοι να μειώσουν το έργο της. Ο Ostrogorsky αναφέρει την Αλεξιάδα ως ιστορική πηγή υψίστης σημασίας. Ο Vasiliev λέει ότι είναι έργο εξαιρετικά σημαντικό από ιστορικής απόψεως. Ο Krumbacher γράφει ότι οι αναμνήσεις της παραμένουν ένα από τα πιο έξοχα έργα της μεσαιωνικής ελληνικής ιστοριογραφίας.
Πηγή : http://apantaortodoxias.blogspot.com/2015/05/12.html
http://www.ime.gr/projects/cooperations/byzantine_literature/gr/300/303dp3.html?fbclid=IwAR3oygg5bTLIrNIeevvlEbYWDZjS0C09ojVycfNOR2HuSzr_PY6P00pCHwA
https://www.protothema.gr/stories/article/918906/ugron-pur-to-fovero-mustiko-oplo-tis-vuzadinis-autokratorias/
https://fouit.gr/2018/12/01/%CF%83%CE%AC%CE%B2%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%BF-1-%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85-1083-%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1/
https://www.politeianet.gr/books/9789603253358-komnini-anna-agra-alexias-protos-tomos-150566
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B1

Αλεξιάδα (Μέρος Β) : Αποσπάσματα σε μετάφραση

Ο Αλέξιος Α' Κομνηνός (1081-1118) αποφασίζει την εκποίηση εκκλησιαστικών θησαυρών για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης.
"Ο βασιλιάς, χωρίς ελπίδα πλέον στην καλή θέληση των Ρωμαίων (δηλ. των υπηκόων του), έστελνε και άλλα μηνύματα ζητώντας χρήματα. Εκείνοι δεν ήξεραν πια τι να κάμουν. Αφού το συλλογίστηκαν πολύ, καθένας μοναχός του και από κοινού, και επειδή είχαν μάθει ότι ο Ρομπέρτος ετοίμαζε νέα επίθεση, μην έχοντας άλλη λύση, κατέφυγαν στους παλιούς νόμους και τους κανόνες περί εκποιήσεωςτων ιερών σκευών. Ανακαλύπτοντας μεταξύ των άλλων ότι επιτρέπεται να εκποιούνται τα ιερά σκεύη των αγίων του Θεού εκκλησιών για την απελευθέρωση αιχμαλώτων [...] σκέφτηκαν να χρησιμοποιήσουν κάποια ιερά σκεύη, αχρηστευμένα από καιρό και κατεστραμμένα, που κανείς δεν τα μεταχειριζόταν πια και συνάμα έδιναν σε πολλούς αφορμή για ασέβεια και ιεροσυλία, ως υλικό για την κατασκευή νομισμάτων, με τα οποία θα πληρώνονταν οι μισθοί των στρατιωτών και οι σύμμαχοι". Αννα Κομνηνή, Αλεξιάς, τ. Α', 'Aγρα, σ. 186 (μετάφραση Α. Σιδέρη).

Εμπορικά προνόμια στους Βενετούς.
Και παραχώρησε στους Βενετούς όλα τα εμπορικά καταστήματα που υπήρχαν από την παλιά εβραϊκή σκάλα μέχρι τη Βίγλα καθώς και όλες τις ενδιάμεσες σκάλες (αποβάθρες). Ακόμη τους χάρισε πολλά ακίνητα στη Βασιλεύουσα και στο Δυρράχιο και όπου αλλού του ζητήσανε. Αλλά το σπουδαιότερο απ' όλα πως τους επέτρεψε το ελεύθερο εμπόριο σ' όλες τις περιοχές που βρίσκονταν στην εξουσία των Ρωμαίων, ώστε να εμπορεύονται άνετα και όπως ήθελαν, χωρίς να πληρώνουν ούτε ένα νόμισμα για δασμούς (κομμέρκιον) και άλλους φόρους και να είναι έξω από κάθε έλεγχο. (Αννα Κομνηνή, Αλεξιάς VI, 10, έκδ. Β. Leib, τόμ. II, Παρίσι, 1943, 54-55.)

«ΑΛΕΞΙΑΔA» της ΑΝΝΑΣ ΚΟΜΝΗΝΗΣ (Μέρος 1ο)
Αποσπάσματα σχετικά  με την πτώση και την απελευθέρωση της Καστοριάς 
από τους Νορμανδούς πριν από 930 χρόνια (Οκτώβριος ή Νοέμβριος του 1083)  
(βιβλίο Ε΄, ΙΙΙ) ‘’..Κόμητες, εγώ (ο αρχηγός των Νορμανδών Ροβέρτος Γυισκάρδος) αναχωρώ για να υπερασπιστώ τη δική μου χώρα (Λογγοβαρδία)…εναντίον του βασιλιά (Ερρίκου Δ΄)  της Αλαμανίας(Γερμανίας). Στο γιο μου (Βαϊμούνδο)  αφήνω το Δυρράχιο και τον Αυλώνα…’’
(βιβλίο Ε΄, V) .. «ο Βαϊμούνδος έφυγε για την Καστοριά … ξεχώρισε ένα μέρος του στρατεύματος, όλους κατάφρακτους και τους έστειλε στην Πελαγονία, στα Τρίκαλα και στην Καστοριά που κυρίευσαν αιφνιδιαστικά»  (άνοιξη του 1082)
(βιβλίο Ε΄, VΙΙ) .. «ο βασιλιάς (Αλέξιος Κομνηνός) ..  με τη γνωστή του διπλωματική ικανότητα, βάλθηκε να στέλνει γράμματα στους κόμητες του  Βαϊμούνδου, τάζοντάς τους πλούσια ανταλλάγματα, αν απαιτούσαν από τον  Βαϊμούνδο τους μισθούς που τους είχε υποσχεθεί· αν αυτός δεν μπορούσε να τους εξοφλήσει, ας τον έπειθαν να κατέβει στα παράλια και να ζητήσει χρήματα από τον πατέρα του Ροβέρτο, διαπεραιούμενος στην ανάγκη και ο ίδιος, για να απαιτήσει τους μισθούς τους… Ακολουθώντας τις υποδείξεις του βασιλιά οι κόμητες άρχισαν να απαιτούν πιεστικά τους τελευταίους μισθούς τους…Εκείνος( ο Βαϊμούνδος), μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά, αναθέτει στον Βρυέννιο τη φρουρά της Καστοριάς …»

(Βιβλίο ΣΤ΄, Ι) »..ο Βρυέννιος κατείχε την Καστοριά. Ο αυτοκράτορας, αποφασισμένος να τον διώξει από εκεί ανακαταλαμβάνοντας την πόλη, κάλεσε πάλι τους στρατιώτες του, και αφού τους εξόπλισε με ισχυρότατα όπλα, κατάλληλα για τειχομαχία  και για μάχες ή μικροσυμπλοκές έξω από τα τείχη,  πήρε  την άγουσα προς το φρούριο. Iδού πώς είναι η τοποθεσία: υπάρχει μια λίμνη, η λεγόμενη της Kαστοριάς,  μέσα  στην  οποία  μπαίνει μια προεξοχή  στεριάς που διευρύνεται στην άκρη της, καταλήγοντας σε πετρώδεις λόφους. … Γύρω  από την προεξοχή είναι οικοδομημένοι  πύργοι και μεσοπύργια  εν είδει φρουρίου το οποίο και ονομάζεται Καστοριά». Όταν έφτασε εκεί ο βασιλιάς, θεώρησε σκόπιμο να επιχειρήσει αρχικά επίθεση με ελεπόλεις κατά των πύργων και μεσοπυργίων.  Επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πλησιάσουν οι στρατιώτες τα τείχη, παρά ξεκινώντας από κάποιο ορμητήριο, πρώτα έστησε το στρατόπεδό του και έπειτα κατασκεύασε ξύλινους πύργους και τους έδεσε μεταξύ τους με σιδερένιες αλυσίδες. Εξορμώντας απ` αυτούς σαν από κάποιο φρούριο, έδινε τις μάχες κατά των Κελτών. Τις ελεπόλεις και τα πετροβόλα μηχανήματα τα τοποθέτησε  έξω από το τείχος και άρχισε να μάχεται νύχτα και μέρα,  ώσπου προξένησε φθορές στον περίβολο του τείχους. Επειδή όμως  οι πολιορκημένοι αντιστέκονταν σθεναρά (δεν υποχώρησαν ούτε κι όταν δημιουργήθηκε ρωγμή στο τείχος), καθώς δεν μπορούσε να επιτύχει το σκοπό του, πήρε μια απόφαση γενναία και συνάμα συνετή: να μπάσει μερικούς γενναίους  στη λίμνη επιβιβάζοντάς τους σε πλοία και να πλήξει τους Κέλτες από δύο μέρη, από τη στεριά και από τη λίμνη. Πλοία όμως δεν είχε κι έτσι φόρτωσε μερικές βάρκες σε αμάξια και τις έριξε στη λίμνη από έναν μικρό μόλο. Είχε εξάλλου παρατηρήσει ότι η ανάβαση των Λατίνων από το ένα μέρος του ακρωτηρίου γινόταν γρήγορα, ενώ η κατάβασή τους από το άλλο, τους έπαιρνε περισσότερη ώρα. Επιβίβασε, λοιπόν, στις βάρκες τον Γεώργιο Παλαιολόγο με ένα απόσπασμα επιλέκτων και τον πρόσταξε να προσορμιστεί στους πρόποδες των λόφων, παραγγέλλοντάς του, μόλις θα έβλεπε το συμφωνημένο σύνθημα, να οδεύσει προς την κορυφή των λόφων στα νώτα των εχθρών, ακολουθώντας τον  πιο ασύχναστο αλλά και συντομότερο δρόμο· όταν θα έβλεπε ότι ο αυτοκράτορας έχει αρχίσει τη μάχη από τη στεριά, να σπεύσει κι αυτός με όλες του τις δυνάμεις, ώστε οι εχθροί, μη μπορώντας να πολεμούν συγχρόνως σε δύο μέρη, να χαλαρώσουν την ένταση της μάχης στο ένα από τα δύο, κι έτσι να καταστεί εύκολη στο σημείο εκείνο η νίκη των Ρωμαίων.

Ο Γεώργιος Παλαιολόγος προσορμίστηκε πράγματι στους πρόποδες του εν λόγω λόφου και στάθηκε εκεί οπλισμένος, αφού προηγουμένως είχε τοποθετήσει στο ύψωμα έναν σκοπό, με την εντολή, μόλις δει το σύνθημα,  να του το διαβιβάσει αμέσως. Χάραζε πια  η μέρα, όταν οι στρατιώτες του αυτοκράτορα αλάλαξαν τον ενυάλιο(κραύγασαν πολεμική ιαχή) κι όρμησαν από τη στεριά στη μάχη κατά των Λατίνων. Ο σκοπός είδε το σύνθημα και το διαβίβασε με άλλο σύνθημα στον Παλαιολόγο. Αυτοστιγμεί εκείνος βρέθηκε με τους δικούς του στην κορυφή του λόφου σε πυκνή παράταξη μάχης. Ο Βρυέννιος, που  έβλεπε τους πολιορκητές έξω απ` τα τείχη και τον Παλαιολόγο να στέκεται απειλητικός στο άλλο μέρος, ούτε τότε δεν είπε να παραδοθεί, αλλά πρόσταξε τους κόμητες να αντιπαραταχθούν με ακόμα μεγαλύτερη γενναιότητα. Εκείνοι όμως του φέρθηκαν με αναίδεια: «Βλέπεις ότι το ένα κακό φέρνει τ` άλλο»,  του είπαν· «έχει λοιπόν ο καθένας από `μάς το δικαίωμα να επιδιώξει τη δική του σωτηρία: άλλος να προσχωρήσει στο βασιλιά κι άλλος να πάρει το δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα του». Και παρευθύς έκαμαν τα λόγια τους πράξη: ζήτησαν από τον αυτοκράτορα να στήσει μια σημαία κοντά στο ναό του μεγαλομάρτυρος Γεωργίου (γιατί πράγματι είχε άλλοτε ανιδρυθεί εκεί ένας ναός επ` ονόματι του μάρτυρος εκείνου) και μια άλλη στο δρόμο προς τον Αυλώνα. «Όσοι από εμάς», του είπαν «θέλουν να υπηρετήσουν τη μεγαλειότητά σου, θα κατευθυνθούν στη σημαία που θα είναι κοντά στο ναό του μάρτυρος· όσοι θέλουν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, θα πάνε στη σημαία που θα βρίσκεται στο δρόμο του Αυλώνα». Και λέγοντας αυτά, προσχώρησαν παρευθύς στο βασιλιά. Όσο για τον  Βρυέννιο, τον γενναίο εκείνον άνδρα, δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να προσχωρήσει, ορκίζονταν  όμως να μη σηκώσει ποτέ τα όπλα εναντίον του βασιλιά, αν έστεργε μόνο να του δώσει μια συνοδεία που θα τον οδηγούσε σώο και αβλαβή ως τα σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και θα τον άφηνε ελεύθερο να φύγει από εκεί για τη δική του χώρα. Ο αυτοκράτορας, ικανοποίησε πρόθυμα το αίτημά του κι ύστερα πήρε νικητής και τροπαιούχος το δρόμο για το Βυζάντιο». (Mετάφραση Αλόη Σιδέρη, εκδόσεις ΑΓΡΑ).
Πηγή : http://www.ime.gr/chronos/09/gr/sources/main/texni.html
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B131/179/1256,4518/
http://synfika.blogspot.com/2013/08/normal-0-false-false-false-el-x-none-x.html

Αλεξιάδα (Μέρος Α) : Μια βυζαντινή θρυλική ιστορία στα ελληνικά πρότυπα του Θουκυδίδη και του Πολυβιου

Το Δεκέμβρη του 1083, η αυτοκράτειρα Ειρήνη Δούκα, σύζυγος του Αλεξίου Κομνηνού, περίμενε την ώρα να γεννήσει στο δωμάτιο του Ιερού Παλατιού που ονόμαζαν Πορφύρα, όπου σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε να γεννιούνται οι αυτοκρατορικοί γόνοι, οι οποίοι γι' αυτό ακριβώς το λόγο ονομάζονταν πορφυρογέννητοι. Η στιγμή πλησίαζε, αλλά ο Βασιλεύς απουσίαζε από την Κωνσταντινούπολη λόγω της εμπλοκής του στον πόλεμο με τους Νορμανδούς. Τότε η νεαρή γυναίκα έκανε μία όμορφη χειρονομία. Καθώς αισθανόταν τους πρώτους πόνους, έκανε πάνω στην κοιλιά της το σταυρό της και είπε : "Περίμενε λίγο ακόμη παιδάκι μου, μέχρι να επιστρέψει ο πατέρας σου". Ακούγοντας αυτά τα λόγια, η μητέρα της Ειρήνης, φρόνιμη και σοφή γυναίκα, θύμωσε πολύ : "Και τι θα γίνει αν έρθει ο άντρας σου μετά από ένα μήνα ; Πως μπορείς να το ξέρεις ; Και τι θα κάνεις μέχρι τότε για να αντέξεις τους πόνους ; Τα γεγονότα, ωστόσο, δικαίωσαν τη νεαρή γυναίκα. Τρεις μέρες αργότερα, ο Αλέξιος έφτανε στην Κωνσταντινούπολη, προλαβαίνοντας να κρατήσει στην αγκαλιά του τη νεογέννητη κόρη του. 'Ετσι, με το θαύμα αυτό που σημάδεψε την γεννησή της, ήρθε στον κόσμο η 'Αννα Κομνηνή, μία από τις πιο εξαίρετες και διάσημες πριγκίπισσες που έζησαν στην Αυλή του Βυζαντίου. Σπάνια η αγάπη για τα γράμματα, και κυρίως για τα έργα των Αρχαίων υπήρξε τόσο διαδεδομένη όσο στο Βυζάντιο των Κομνηνών...

Η Άννα Κομνηνή ήταν Βυζαντινή πριγκίπισσα, ιστορικός και ιατρός, από τις σημαντικότερες μορφές της πνευματικής ζωής της αυτοκρατορίας κατά τον 12ο αιώνα, κόρη και πρωτότοκο παιδί του Βυζαντινού αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού και της αυτοκράτειρας Ειρήνης Δούκαινας. Στο ιστορικό της έργο Αλεξιάς καθρεφτίζεται η μεγάλη παιδεία της, η αρχαιομάθειά της, η εξοικείωσή της με την Αγία Γραφή και προπαντός η αφοσίωση και ο θαυμασμός της για τον πατέρα της. Γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1083 στην Πορφύρα, το δωμάτιο στο ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης όπου γεννιούνταν τα παιδιά των αυτοκρατόρων και έτυχε επιμελέστατης μόρφωσης και παιδείας. Το 1091 μνηστεύθηκε τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄ ενώ, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Δούκα, το 1097, παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο. Όταν το 1118 πέθανε ο πατέρας της, οργάνωσε συνωμοσία κατά του νόμιμου διάδοχου, του αδελφού της Ιωάννη, η οποία απέτυχε εξαιτίας της άρνησης του συζύγου της να πάρει μέρος σε αυτήν. Τα Αδέλφια της Άννας Κομνηνής ήταν : Θεοδώρα Κομνηνή, Ιωάννης Β΄ Κομνηνός, Ισαάκιος Κομνηνός, Ευδοκία Κομνηνή, Ανδρόνικος Κομνηνός (γιος του Αλέξιου Α΄), Μαρία Κομνηνή. Τα παιδιά της Άννας Κομνηνής ήταν : Αλέξιος π. 1102 - π. 1161/67, μέγας δούκας (ναύαρχος), Ιωάννης π. 1103 - μετά το 1173, Ειρήνη π. 1105 - ; .Μαρία π. 1107 - ; .Τα τέκνα της είχαν το επώνυμο (Κομνηνός) Βρυέννιος, όπως και η Άννα είχε το επώνυμο (Δούκαινα) Κομνηνή.

Ο Νικηφόρος Βρυέννιος ο Νεότερος (1062 - 1137) γεννήθηκε στην Ορεστιάδα της Αδριανούπολης και ήταν γιος του ομωνύμου του στρατηγού. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν λόγιος άνδρας, ικανός διπλωμάτης, σπουδαίος ρήτορας και γενναίος στρατιώτης. Ο αυτοκράτωρ Αλέξιος Α΄ Κομνηνός, εκτιμώντας την μόρφωση και την φυσική ωραιότητά του, του έδωσε ως σύζυγο την κόρη του Άννα Κομνηνή και τον τίμησε με το αξίωμα του καίσαρος. Επίσης του εμπιστεύτηκε σημαντικές στρατιωτικές αποστολές. Ο Νικηφόρος διηύθυνε την άμυνα της Κωνσταντινουπόλεως εναντίον του στρατού του Γοδεφρείδου της Μπουιγιόν κατά την διάρκεια της Πρώτης Σταυροφορίας το 1097, ενώ το 1116 ηγήθηκε της εκστρατείας των Βυζαντινών εναντίον του Σελτζούκου σουλτάνου του Ικονίου. Μετά τον θάνατο του Αλεξίου Α΄ το 1118 η Άννα Κομνηνή και η μητέρα της Ειρήνη Δούκαινα, οργανώνοντας συνωμοσία εναντίον του νομίμου διαδόχου Ιωάννη Β΄ Κομνηνού, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να τον ανεβάσουν στον θρόνο. Ο ίδιος ο Νικηφόρος έδειξε αδιαφορία και συνέχισε να είναι νομιμόφρων στον Ιωάννη Β΄. Συνέχισε την ενασχόλησή του με τα γράμματα, έγραψε δε ιστορικό έργο για τον Αλέξιο Κομνηνό, καθώς και φιλοσοφικές και ρητορικές πραγματείες. Κυριότερο έργο του είναι η Ύλη Ιστορίας, χωρισμένη σε τέσσερα βιβλία. Κατ’ ουσίαν πρόκειται περί απομνημονευματικού χαρακτήρος σύγγραμμα.

Μπροστά σε μία αναγέννηση της κλασικής κουλτούρας, μία αυτοκρατορική πριγκίπισσα, ιδίως αν διέθετε την εξαιρετική ευφυία της 'Αννα Κομνηνής, δεν μπορούσε να αρκεστεί στην κάπως στοιχειώδη μόρφωση που λάμβαναν οι γυναίκες του Βυζαντίου. 'Εμαθε όλα όσα μπορούσαν να μαθευτούν στην εποχή της, τη ρητορική και τη φιλοσοφία, την ιστορία και τη λογοτεχνία, τη γεωγραφία και τη μυθολογία, την ιατρική και τις επιστήμες. Διάβασε τους μεγάλους ποιητές της αρχαιότητας, τον 'Ομηρο και τους λυρικούς, τους τραγικούς και τον Αριστοφάνη, τους ιστορικούς όπως τον Θουκυδίδη και τον Πολύβιο, τους ρήτορες όπως τον Ισοκράτη και τον Δημοσθένη. Διάβασε τις πραγματείες του Αριστοτέλη και τους Διαλόγους του Πλάτωνα και από την επαφή αυτή με τους περίφημους συγγραφείς διδάχθηκε την τέχνη της σωστής έκφρασης καθώς και τα πιο τέλεια επιτεύγματα του ελληνισμού. Μπορούσε να απαγγείλει με άνεση Ορφέα και Τιμόθεο, Σαπφώ και Πίνδαρο, Πορφύριο και Πρόκλο, την Ποικίλη Στοά και την Ακαδημία.

Ο Bohémond Ier d'Antioche ήταν (Γάλλος) Νορμανδος πρίγκιπας, εκ των αρχηγών της πρώτης Σταυροφορίας. Κατέλαβε την Αντιόχεια το 1098, αλλά εναντιώθηκε αργότερα στους Βυζαντινούς και υποχρεώθηκε να δώσει έναν ταπεινωτικό όρκο υποτέλειας στον Αλέξιο. Η 'Αννα Κομνηνή τον είχε γνωρίσει ήδη από την ηλικία των δεκατεσσάρων, και είναι εμφανές με τον τρόπο που τον περιγράφει στην Αλεξιάδα ότι άσκησε πάνω της μία έντονη γοητεία που αντιμαχόταν την αποστροφή. "Περνούσε τους πιο ψηλούς κατά έναν πήχη. Είχε επίπεδη κοιλιά και φαρδείς ώμους και στέρνο. Δεν ήταν ούτε αδύνατος, ούτε παχύς. Είχε δυνατά μπράτσα, και χέρια σαρκώδη και λίγο μεγάλα. Αν τον παρατηρούσες, έβλεπες ότι ήταν λίγο σκυφτός. Το  δέρμα του ήταν πολύ λευκό και τα μαλλιά του προς το ξανθό. Δεν σκέπαζαν τ' αυτιά του, ούτε ανέμιζαν όπως των άλλων Βαρβάρων. Αδυνατώ να πω τι χρώμα ήταν τα γένια του, ίσως κοκκινόξανθα. Τα μαγουλά του και το πιγούνι του ήταν ξυρισμένα. Τα μάτια του, γαλάζια με πράσινες θαλασσινές ανταύγειες, αποκάλυπταν την ανδρεία και τη βία του. Τα πλατιά του ρουθούνια εισέπνεαν ελεύθερα τον αέρα, σε συγχρονισμό με την καρδιά που χτυπούσε μέσα σ' αυτό το πλατύ στήθος. Αυτό το πρόσωπο είχε κάτι το ελκυστικό, μόνο που το κατέστρεφε ο τρόμος.  Σ' αυτό το βλέμμα, σ' αυτήν τη κορμοστασιά, δεν διέκρινες κάτι ευγενικό, αλλά κάτι απάνθρωπο. Ακόμη και το χαμογελό του μου φαινόταν περισσότερο σαν απειλητικό σκίρτημα. 'Ολα σ' αυτόν μαρτυρούσαν την πονηριά και τα τεχνάσματα. Ο λόγος του ήταν ακριβής, αλλά οι απαντήσεις του εντελώς ασαφείς."

Ο κόσμος της Άννας Κομνηνής κυριαρχείται από την παραδοσιακή «βυζαντινή» διάκριση του κόσμου σε Ρωμαίους και βαρβάρους. Η Κομνηνή διαχωρίζει συνεχώς τους Ρωμαίους (Βυζαντινούς) από τους μισθοφόρους. Δηλαδή, ενώ αναφέρεται σε Αρμένιους, Βούλγαρους, Βλάχους και Αρβανίτες πολίτες της Ρωμανίας, δεν αντιπαραβάλλει ποτέ σ΄αυτούς τον όρο Ρωμαίοι, αλλά δείχνει ότι τους συνυπολογίζει ως Ρωμαίους. Το βασικό κριτήριο για να είναι κάποιος Ρωμαίος στα μάτια της Κομνηνής είναι η «αυτοχθονία», δηλαδή να έχει γεννηθεί εντός των ρωμαϊκών συνόρων (και φυσικά η Ορθόδοξη πίστη). Η μόνη έμμεση ένδειξη της ελληνικής εθνικής ταυτότητας στα 8 πρώτα βιβλία είναι η χρήση του ρήματος ρωμαΐζω = «μιλάω την (Ελληνική) γλώσσα των Ρωμαίων». Σύμφωνα με ορισμένες πηγές της Κομνηνής, ο Ροβέρτος παρουσίασε έναν μοναχό ως τον συμπεθερό του Μιχαήλ Δούκα και δικαιολογούσε τον πόλεμο κατά του Αλέξιου λέγοντας ότι ήθελε να ξαναφέρει τον συμπεθερό του στον θρόνο. Στην πραγματικότητα ήθελε τον Ρωμαϊκό θρόνο γι΄αυτόν, αλλά δεν καταλάβαινε ότι οι Ρωμαίοι πολίτες («Δήμος») και ο στρατός («στράτευμα») δεν θα αποδέχονταν ποτέ έναν βάρβαρο ως αυτοκράτορά τους. Κανένας «εξωθεν ετερόφυλος» είτε είναι εχθρός είτε είναι μισθοφόρος των Ρωμαίων- δεν γλιτώνει την προσηγορία «βάρβαρος» της Κομνηνής. Τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά για τους «εσωτερικούς αλλογλωσσους » Ρωμαίους πολίτες (λ.χ. Βούλγαροι, Αρμένιοι, Αρβανίτες, Βλάχοι): σχεδόν ποτέ δεν χαρακτηρίζονται «βάρβαροι» και οι λίγες εξαιρέσεις είναι διδακτικές.

Κωνσταντίνος Καβάφης «Άννα Κομνηνή»
Στον πρόλογο της Aλεξιάδος της θρηνεί,
για την χηρεία της η Άννα Κομνηνή.
Εις ίλιγγον είν’ η ψυχή της. «Και
ρείθροις δακρύων», μας λέγει, «περιτέγγω
τους οφθαλμούς..... Φευ των κυμάτων» της ζωής της,
«φευ των επαναστάσεων». Την καίει η οδύνη
«μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής».
Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα·
έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε
(κι ας μην τ’ ομολογεί) η αγέρωχη αυτή Γραικιά (Ελληνίδα),
που δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της,
την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει· μα την πήρε
σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.
Πηγή : https://latistor.blogspot.com/2011/06/blog-post_25.html
https://www.lifo.gr/team/sansimera/34095
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%92%CF%81%CF%85%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%BF_%CE%9D%CE%B5%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%BD%CE%BD%CE%B1_%CE%9A%CE%BF%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BD%CE%AE
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B1
https://smerdaleos.wordpress.com/2015/02/11/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9-2/

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020

The dawn of Greco-roman civilisation in Balkans (Part B) : The mass migration of Slavic tribes in Byzantine lands

The Proto-Slavic homeland is the area of Slavic settlement in Central and Eastern Europe during the first millennium AD. Traditionally, scholars put it in the marshes of Ukraine, alternatively between the Bug and the Dnieper, however, according to F. Curta, the homeland of the southern Slavs mentioned by 6th-century writers was just north of the Lower Danube. Little is known about the Slavs before the 5th century, when they began spreading in all directions. Jordanes, Procopius and other late Roman authors provide the probable earliest references to southern Slavs in the second half of the 6th century. Procopius described the Sclaveni and Antes as two barbarian peoples with the same institutions and customs since ancient times, not ruled by a single leader but living under democracy, while Pseudo-Maurice called them a numerous people, undisciplined, unorganized and leaderless, who did not allow enslavement and conquest, and resistant to hardship, bearing all weathers. They were portrayed by Procopius as unusually tall and strong, of dark skin and "reddish" hair, leading a primitive life and living in scattered huts, often changing their residence. Procopius said they were henotheistic, believing in the god of lightning (Perun), the ruler of all, to whom they sacrificed cattle. They went into battle on foot, charging straight at their enemy, armed with spears and small shields, but they did not wear armour.

The Sclaveni (in Latin) or Sklavenoi (in Greek) were early Slavic tribes that raided, invaded and settled the Balkans in the Early Middle Ages and eventually became known as the ethnogenesis of the South Slavs. They were mentioned by early Byzantine chroniclers as barbarians having appeared at the Byzantine borders along with the Antes (East Slavs), another Slavic group. The Sclaveni were differentiated from the Antes and Wends (West Slavs); however, they were described as kin. Eventually, most South Slavic tribes accepted Byzantine suzerainty, and came under Byzantine cultural influence. The term was widely used as general catch-all term until the emergence of separate tribal names by the 10th century. The Byzantines broadly grouped the numerous Slav tribes living in proximity with the Eastern Roman Empire into two groups: the Sklavenoi and the Antes. The term referred specifically to Slavic mobile military colonists who settled as allies within the territories of the Byzantine Empire. Slavic military settlements appeared in the Peloponnese, Asia Minor, and Italy.

While archaeological evidences for a large scale migration are lacking, most present day historians claim that Slavs invaded and settled the Balkans in the 6th and 7th centuries. According to this dominant narrative, up until the late 560s their activity was raiding, crossing from the Danube, though with limited Slavic settlement mainly through Byzantine foederati colonies. The Danube and Sava frontier was overwhelmed by large-scale Slavic settlement in the late 6th and early 7th century. What is today central Serbia was an important geo-strategical province, through which the Via Militaris crossed. This area was frequently intruded by barbarians in the 5th and 6th centuries. From the Danube, the Slavs commenced raiding the Byzantine Empire from the 520s, on an annual basis, spreading destruction, taking loot and herds of cattle, seizing prisoners and taking fortresses. Often, the Byzantine Empire was stretched defending its rich Asian provinces from Arabs, Persians and others. This meant that even numerically small, disorganised early Slavic raids were capable of causing much disruption, but could not capture the larger, fortified cities.

Daurentius (fl. 577–579), the first Slavic chieftain recorded by name, was sent an Avar embassy requesting his Slavs to accept Avar suzerainty and pay tribute, because the Avars knew that the Slavs had amassed great wealth after repeatedly plundering the Balkans. Daurentius reportedly retorted that "Others do not conquer our land, we conquer theirs [...] so it shall always be for us", and had the envoys slain. Bayan then campaigned (in 578) against Daurentius' people, with aid from the Byzantines, and set fire to many of their settlements, although this did not stop the Slavic raids deep into the Byzantine Empire. In 578, a large army of Sclaveni devastated Thrace and other areas. In the 580s, the Antes were bribed to attack Sclaveni settlements. John of Ephesus noted in 581: "the accursed people of the Slavs set out and plundered all of Greece, the regions surrounding Thessalonica, and Thrace, taking many towns and castles, laying waste, burning, pillaging, and seizing the whole country." However, John exaggerated the intensity of the Slavic incursions since he was influenced by his confinement in Constantinople from 571 up until 579. Moreover, he perceived the Slavs as God's instrument for punishing the persecutors of the Monophysites. By the 580s, as the Slav communities on the Danube became larger and more organised, and as the Avars exerted their influence, raids became larger and resulted in permanent settlement. By 586, they managed to raid the western Peloponnese, Attica, Epirus, leaving only the east part of Peloponnese, which was mountainous and inaccessible. In 586 AD, as many as 100,000 Slav warriors raided Thessaloniki. The final attempt to restore the northern border was from 591 to 605, when the end of conflicts with Persia allowed Emperor Maurice to transfer units to the north. However he was deposed after a military revolt in 602, and the Danubian frontier collapsed one and a half decades later.

In 602, the Avars attacked the Slavic Antes; this is the last mention of Antes in historical sources. Chatzon led the Slavic attack on Thessaloniki that year. The Slavs asked the Avars for aid, resulting in an unsuccessful siege (617). In 626, Sassanids, Avars and Slavs joined forces and unsuccessfully besieged Constantinople. During the same year of the siege, the Sclaveni used their monoxyla ships in order to transport the 3,000 troops of the allied Sassanids across the Bosphorus which the latter had promised the khagan of the Avars. In 630, Sclaveni attempted to take Thessaloniki again. Traditional historiography, based on DAI, holds that the migration of Croats and Serbs to the Balkans was part of a second Slavic wave, placed during Heraclius' regin. Constans II conquered Sklavinia in 657–658, "capturing many and subduing", and settled captured Slavs in Asia Minor; in 664–65, 5,000 of these joined Abdulreman ibn Khalid. Perbundos, the chieftain of the Rhynchinoi, a powerful tribe near Thessaloniki, planned a siege on Thessaloniki but was imprisoned and eventually executed after escaping prison; the Rhynchinoi, Strymonitai and Sagoudatai Slavic tribes made common cause, rose up and laid siege to Thessaloniki for two years (676–678). Justinian II (r. 685–695) settled as many as 30,000 Slavs from Thrace in Asia Minor, in an attempt to boost military strength. Most of them however, with their leader Neboulos, deserted to the Arabs at the Battle of Sebastopolis in Caucasus in 692. Military campaigns in northern Greece in 758 under Constantine V prompted a relocation of Slavs under Bulgar aggression; again in 783. The Bulgars had by 773 cut off the communication route, the Axios valley in Macedonia, between Serbia and the Byzantines. The Bulgars were defeated in 774, after Emperor Constantine V learnt of their planned raid. In 783, a large Slavic uprising took place in the Byzantine Empire, stretching from Macedonia to the Peloponnese, which was subsequently quelled by Byzantine patrikios Staurakios (fl. 781–800). Dalmatia, inhabited by Slavs in the interior, at this time, had firm relations with Byzantium. In 799, Akameros, a Slavic archon, participated in the conspiracy against Empress Irene of Athens.

Byzantine literary accounts (i.e., John of Ephesus, etc.) mention the Slavs raiding areas of Greece during the 580s. According to later sources such as The Miracles of Saint Demetrius the Drougoubitai, Sagoudatai, Belegezitai, Baiounetai, and Berzetai laid siege to Thessaloniki in 614–616. However, this particular event was actually of local significance. A combined effort of the Avars and Slavs two years later also failed to take the city. In 626, a combined Avar, Bulgar and Slav army besieged Constantinople. The siege was broken, which had repercussions upon the power and prestige of the Avar khanate. Slavic pressure on Thessaloniki ebbed after 617/618, until the Siege of Thessalonica (676–678) by a coalition of Slavic tribes of Rynchinoi, Sagoudatai, Drougoubitai and Stroumanoi attacked. This time, the Belegezites also known as the Velegeziti did not participate and in fact supplied the besieged citizens of Thessaloniki with grain. It seems that the Slavs settled on places of earlier settlements and probably merged later with the local populations of Greek descent to form a mixed Byzantine-Slavic communities. The process was stimulated by the conversion of the Slavic tribes to Orthodox Christianity on the Balkans, during the same period.

Relations between the Slavs and Greeks were probably peaceful apart from the (supposed) initial settlement and intermittent uprisings. Being agriculturalists, the Slavs probably traded with the Greeks inside towns. Furthermore, the Slavs surely did not occupy the whole interior or eliminate the Greek population; Greek villages continued to exist in the interior. Some villages were probably mixed, and a degree of Hellenization of the Slavs by the Greeks of the Peloponnese had already begun during this period. When the Byzantines were not fighting in their eastern territories, they were able to slowly regain imperial control. This was achieved through its theme system, referring to an administrative province on which an army corps was centered, under the control of a strategos ("general"). The theme system first appeared in the early 7th century, during the reign of the Emperor Heraclius, and as the Byzantine Empire recovered, it was imposed on all areas that came under Byzantine control. The first Balkan theme created was that in Thrace, in 680 AD. By 695, a second theme, that of "Hellas" (or "Helladikoi"), was established, probably in eastern central Greece. Subduing the Slavs in these themes was simply a matter of accommodating the needs of the Slavic elites and providing them with incentives for their inclusion into the imperial administration.

From themes in Greece, Byzantine laws and culture flowed into the interior. By the end of the 9th century most of Greece was culturally and administratively Greek again, with the exception of a few small Slavic tribes in the mountains such as the Melingoi and Ezeritai. Although they were to remain relatively autonomous until Frankish Crusadors times, such tribes were the exception rather than the rule. Many Slavs were moved to other parts of the empire, such as Anatolia and made to serve in the military. In return, many Greeks from Sicily and Asia Minor were brought to the interior of Greece, to increase the number of defenders at the Emperor's disposal and dilute the concentration of Slavs. Even non-Greeks were transferred to the Balkans, such as Christian Armenians. As more of the peripheral territories of the Byzantine Empire were lost in the following centuries, e.g., Sicily, southern Italy and Asia Minor, their Greek-speakers made their own way back to Greece. Byzantine imperial rule support Greeks through population transfers and cultural activities of the Church was successful suggests Slavs found themselves in the midst of many Greeks. It is doubtful that such large number could have been transplanted into Greece in the 9th century; thus there surely had been many Greeks remaining in Greece and continuing to speak Greek throughout the period of Slavic migration. The success of suporting Hellenism in Greece also suggests the number of Slavs in Greece was far smaller than the numbers found in the northern Balkans (Illyria - Yugoslavia and Thrace - Bulgaria).

The Slavs, known as the Sklavenoi, migrated in successive waves. Small numbers might have moved down as early as the 3rd century however the bulk of migration did not occur until the 7th century. The Slavs migrated from Central and Eastern Europe and eventually became to be known as South Slavs . Most still remained subjects of the Roman Empire. The local Romans and Romanized remnants of the Iron Age populace of the Balkans began their assimilation into mainly the Slavs and Greeks, however, notable Latin-speaking communities are known to have survived. In literature, these Romance-speakers are known as "Vlachs". In Dacia, Roman colonists and Romanized Dacians retreated in the Carpathian Mountains of Transylvania after the Roman withdrawal. Archaeological evidence indicate a Romanized population in Transylvania by at least the 8th century. By the 7th and 8th centuries, the Roman Empire existed only south of the Danube River in the form of the Byzantine Empire, with its capital at Constantinople. In this ethnically diverse closing area of the Roman Empire, Vlachs were recognized as those who spoke Latin, the official language of the Byzantine Empire used only in official documents, until the 6th century when it was changed to the more popular Greek. These original Vlachs probably consisted of a variety of ethnic groups (Thracians, Dacians) who shared the commonality of having been assimilated in language and culture of the Roman Empire with the Roman colonists settled in their areas. Anna Comnene relates in Alexiade about Dacians (instead of Vlachs) from Balkans and from the North side of Danube. Romance-speaking populations survived on the Adriatic mainly as Dalmatians , and the Albanians are believed by some to be descending from partially Romanized Illyrians.

The South Slavs (Balkan Slavs) are a subgroup of Slavic peoples who speak the South Slavic languages. They inhabit a contiguous region in the Balkan Peninsula and the eastern Alps, and in the modern era are geographically separated from the body of West Slavic and East Slavic people by the Romanians, Hungarians, and Austrians in between. Most notable are Serbs, Croats and Bulgarians. Southern-Slavic populations are genetically distinct from their northern linguistic relatives due to mixing with ancient indigenous populations of Illyrians, Latin and Greek speaking Thracians and Greeks. By the 580s, as the Slav communities on the Danube became larger and more organized, and as the Avars exerted their influence, raids became larger and resulted in permanent settlement. Most scholars consider the period of 581-584 as the beginning of large scale Slavic settlement in the Balkans. F. Curta points out that evidence of substantial Slavic presence does not appear before the 7th century and remains qualitatively different from the "Slavic culture" found north of the Danube. Byzantine re-assertion of the Danube defence in the mid-6th century and thereby lesser pillage yield amidst external threats resulted in political and military mobilisation and the itinerant form of agriculture may have encouraged micro-regional mobility. 7th-century archaeological sites shows earlier hamlet collections evolving into larger communities with differentiated designated areas (for public feasts, craftmanship, etc.). It has been suggested that the Sclaveni were the ancestors of the Serbo-Croatian group while the Antes were that of the Bulgarian Slavs, with much mixture in the contact zones. The diminished pre-Slavic inhabitants (including also Romanized native peoples) fled Barbarian invasions and sought refuge inside fortified cities and islands, whilst others fled to remote mountains and forests and adopted a transhumant lifestyle. The Romance-speakers within the fortified Dalmatian city-states managed to retain their culture and language for a long time. The numerous Slavs mixed with and assimilated the descendants of the indigenous population (Romanized Thracians and Illyrians and some Greeks). The scattered Slavs in Greece, the Sklavinia, were Hellenized. Romance-speakers lived within the fortified Dalmatian city-states. The migration of Serbs and Croats to the Balkans was part of a second Slavic wave, placed during Byzantine Emperor Heraclius' reign.
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Sclaveni
https://en.m.wikipedia.org/wiki/History_of_the_Balkans
https://en.m.wikipedia.org/wiki/South_Slavs