Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

Οι "σκοτεινοί αιώνες" της Αρχαίας Ελλάδας και η μετανάστευση των ελληνικών φύλων

Η σταδιακή κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού, που την τοποθετούμε με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα ανάμεσα στο τέλος του 13ου και το τέλος του 12ου αιώνα π.Χ., είναι σημαντικό ιστορικό ορόσημο για την Ελλάδα. Σημασία έχει ακόμη η διαπίστωση ότι στους επόμενους αιώνες, τον 11ο και τον 10ο, σημειώνεται στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής μια σημαντική τεχνολογική αλλαγή: εξαπλώνεται η τεχνική κατεργασίας του σιδήρου και το νέο αυτό μέταλλο υποκαθιστά τον χαλκό σε διάφορες χρήσεις, όπως η κατασκευή όπλων και εργαλείων. Με αυτή την εξέλιξη η ανθρώπινη ιστορία περνάει από την Εποχή του Χαλκού στην Εποχή του Σιδήρου. Παράλληλα, στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου σημειώνονται πολεμικές επιδρομές και μετακινήσεις πληθυσμών και συντελούνται κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Στην Ελλάδα η αρχή του τέλους της μυκηναϊκής εποχής σηματοδοτείται από την εγκατάλειψη των κτηριακών συγκροτημάτων που ονομάζουμε ανάκτορα, που ήταν χτισμένα σε οχυρωμένες ακροπόλεις με τα λεγόμενα κυκλώπεια τείχη· από εκεί ένας ηγεμόνας που λεγόταν αναξ, πλαισιωμένος από αξιωματούχους, ήλεγχε οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά μια ευρύτερη περιοχή. Η αλλαγή του τρόπου διακυβέρνησης, όποια και αν ήταν η αιτία που την προκάλεσε, δημιούργησε χωρίς αμφιβολία νέα πολιτικά δεδομένα και οδήγησε σε μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση, η οποία, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που δεν μας είναι επαρκώς γνωστοί, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη γέννηση ενός νέου πολιτισμού. Τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν πράγματι ότι, με την πάροδο του χρόνου, στη θέση του μυκηναϊκού πολιτισμού διαμορφώνεται ένας νέος, με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερα στην τέχνη οι αλλαγές είναι, όπως θα δούμε, σημαντικές. Τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι, από τα πιο απλά ως τα πιο πολυτελή, τα σπίτια όπου κατοικούσαν, οι χώροι λατρείας έχουν ελάχιστες ομοιότητες με εκείνα της προηγούμενης περιόδου. Η απουσία αξιόπιστων ιστορικών μαρτυριών οδήγησε στη διατύπωση υποθέσεων που, παρά το ενδιαφέρον τους, δεν προσφέρουν ικανοποιητική εξήγηση. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι το τέλος του μυκηναϊκού κόσμου συμπίπτει χρονικά και συνδέεται με σημαντικές εξελίξεις και ανακατατάξεις που εκδηλώνονται στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Γνωρίζουμε πράγματι ότι την ίδια περίπου εποχή η Αίγυπτος συνταράσσεται από τις επιδρομές των «λαών της θάλασσας», ενώ διαλύεται το ισχυρό κράτος των Χετταίων στην κεντρική Μικρά Ασία. Το ερώτημα «τι ήταν αυτό που προκάλεσε μια τόσο σημαντική πολιτική και πολιτιστική αλλαγή» έκανε αρχικά τους ιστορικούς και τους αρχαιολόγους να σκεφτούν ότι η απάντηση βρίσκεται στην αρχαία παράδοση σχετικά με την Κάθοδο των Δωριέων, ενός νέου ελληνικού φύλου, το οποίο, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εμφανίστηκε πράγματι στην Ελλάδα στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. Η σκέψη αυτή φαίνεται καταρχήν απόλυτα δικαιολογημένη. Οι ίδιοι οι αρχαίοι ήταν πεπεισμένοι ότι η Κάθοδος των Δωριέων ήταν ιστορικό γεγονός και τη συνέδεαν με ένα κύμα ταραχών και μεταναστεύσεων που το τοποθετούσαν στα χρόνια μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει συνολικά την περίοδο που μας απασχολεί ο Θουκυδίδης (1.12) στην «Αρχαιολογία», στην αρχή της ιστορικής του συγγραφής: Και μετά τα Τρωικά εξακολούθησαν στην Ελλάδα οι μεταναστεύσεις και οι εισβολές και η έλλειψη ησυχίας την εμπόδισε να αναπτυχθεί. Η μακρόχρονη απουσία των Ελλήνων στην Τροία προκάλεσε πολλές αναταραχές και σε πολλές πολιτείες έγιναν επαναστάσεις που ανάγκασαν πολλούς να φύγουν και να πάνε να ιδρύσουν άλλες πολιτείες. Εξήντα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας οι Θεσσαλοί έδιωξαν από την Άρνη τους σημερινούς Βοιωτούς, που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή που λέγεται σήμερα Βοιωτία και άλλοτε ονομαζόταν Γη του Κάδμου. Μερικοί Βοιωτοί ήσαν κιόλας εγκατεστημένοι εκεί και μερικοί από αυτούς πήραν μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Ογδόντα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας, οι Δωριείς με τους Ηρακλείδες κατέκτησαν την Πελοπόννησο. Μόνο μετά από πολλά χρόνια η Ελλάδα ησύχασε οριστικά, σταμάτησαν οι μετοικεσίες και έτσι μπόρεσε να ιδρύσει αποικίες. Οι Αθηναίοι εγκαταστάθηκαν στις Ιωνικές πολιτείες και στα περισσότερα νησιά. Οι Πελοποννήσιοι εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία και στη Σικελία και σε μερικά μέρη της υπόλοιπης Ελλάδας. Όλες αυτές οι αποικίες ιδρύθηκαν μετά τα Τρωικά.»
Η εμφάνιση στην Ελλάδα νέων πληθυσμιακών ομάδων (Δωριείς) ανάμεσα στον 11ο και τον 8ο αιώνα π.Χ. είναι αναμφισβήτητη. Εκείνο που δεν γνωρίζουμε είναι αν αυτή η μετακίνηση πληθυσμών ήταν μια από τις αιτίες που προκάλεσαν το τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού ή συνέπεια της αποσύνθεσής του. Βέβαιο είναι ότι οι Δωριείς απουσιάζουν από τις παλαιότερες μυθολογικές παραδόσεις καθώς και από τα ομηρικά έπη, ενώ η μόνη αναντίρρητη μαρτυρία για την παρουσία τους, η δωρική διάλεκτος, εμφανίζεται στα ιστορικά χρόνια, μετά τον 8ο αιώνα π.Χ. Οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι δίνουν συχνά στην εποχή ανάμεσα στο τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού και τον 8ο αιώνα π.Χ. την ονομασία «Σκοτεινοί Αιώνες» εξαιτίας των λίγων σχετικά αρχαιολογικών ευρημάτων και της έλλειψης ιστορικών μαρτυριών. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως στοιχεία που φωτίζουν αρκετά ορισμένες πλευρές της σκοτεινής αυτής περιόδου. Τα αρχαιολογικά λείψανα μαρτυρούν ότι στο τέλος της 2ης και στην αρχή της 1ης χιλιετίας π.Χ. ο πληθυσμός στην Ελλάδα δεν ήταν μόνο μικρότερος από ό,τι στα χρόνια της ακμής του μυκηναϊκού πολιτισμού αλλά, το κυριότερο, κατοικούσε διάσπαρτος σε μικρούς οικισμούς, σε σπίτια κατασκευασμένα από φθαρτά υλικά που δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν. Οι εμπορικές ανταλλαγές ήταν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, περιορισμένες, όπως δείχνει ανάμεσα στα άλλα και το γεγονός ότι τα πολύτιμα μέταλλα απουσιάζουν σχεδόν εντελώς. Από πολιτική άποψη οι οικισμοί της εποχής αυτής φαίνεται ότι αποτελούσαν, μόνοι τους ή μαζί με άλλους γειτονικούς, ανεξάρτητες και αυτοδιοίκητες κοινότητες. Επικεφαλής της κάθε κοινότητας πρέπει να ήταν ισχυρές οικογένειες που εξουσίαζαν μικρές σχετικά περιοχές, περίπου σαν τα μεσαιωνικά τιμάρια. Φαίνεται ακόμη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρχηγοί των οικογενειών αυτών (που μπορούμε να τις ονομάσουμε αριστοκρατικές) συμμαχούσαν μεταξύ τους και επέλεγαν έναν κοινό ανώτερο άρχοντα, που ονομαζόταν βασιλεύςκαι είχε ταυτόχρονα πολιτικές και θρησκευτικές αρμοδιότητες. Παρακάτω παραθέτω τον κατάλογο με κάποιες από τις αρχαίες ελληνικές φυλές που μετανάστευαν στην κυρίως Ελλάδα εκείνη την εποχή.
1) Θεσσαλοί : Οι Θεσσαλοί ήταν αρχαίος λαός με κοιτίδα την Θεσπρωτία. Κατά τον 11ο αιώνα π.Χ. μετακινήθηκαν στην περιοχή της Θεσσαλίας στην οποία έδωσαν το όνομά τους. Κατά την εγκατάστασή τους στην Θεσσαλία υπέταξαν ή εκτόπισαν τους προγενέστερους λαούς που ήταν εγκατεστημένοι εκεί. Οι παλαιότεροι κάτοικοι της Θεσσαλίας, οι Αιολείς, οι Βοιωτοί, οι Αινιάνες κ.α. μετακινήθηκαν ανατολικά ή νότια ιδρύοντας νέα κράτη και αποικίες. Οι Αιολείς στα νησιά του βορείου Αιγαίου και στα βόρεια παράλια της Μικράς Ασίας απέναντι από την Λέσβο και την Χίο, οι Βοιωτοί στην περιοχή της Βοιωτίας ενώ οι Αινιάνες στον κάμπο του Σπερχειού. Οι Θεσσαλοί  χωρίστηκαν σε τέσσερα κράτη, την Πελασγιώτιδα, την Εστιαιώτιδα, την Θεσσαλιώτιδα και την Φθιώτιδα (ή Αχαΐα Φθιώτιδα). Σε καιρό πολέμου εξέλεγαν έναν αρχηγό ανάμεσα στους τέσσερις βασιλείς που ονομαζόταν Ταγός. Ο Ταγός προερχόταν από την αριστοκρατική οικογένεια του Δάοχου από την Φάρσαλο και των Αλευάδων της Λάρισας. Οι Θεσσαλοί σταδιακά κυριάρχησαν πάνω στα γειτονικά κράτη των παλαιότερων λαών της Θεσσαλίας, των Μαγνητών, των Περραιβών, των Αινιανών, των Μαλιέων, των Οιταίων και των Δολόπων. Η Θεσσαλία  εξαπλώθηκε σε μία περιοχή από τον Όλυμπο, μέχρι την Οίτη.
2) Βοιωτοί : Αν και οι Βοιωτοί συνδέθηκαν πολιτικά, διέφεραν στην καταγωγή. Στον χώρο της Βοιωτίας είχαν εγκατασταθεί τρία διαφορετικά φύλα, οι Καδμείοι, οι Μινύες και οι Βοιωτοί που έδωσαν και το όνομα τους στην περιοχή. Οι Μινύες ήταν εγκατεστημένοι κυρίως στην περιοχή του Ορχομενού και θεωρείται ότι προέρχονταν από την περιοχή της Θεσσαλίας. Από την περιοχή της Θεσσαλίας προέρχονταν και οι Βοιωτοί, που μιλούσαν την αιολική διάλεκτο, ενώ οι Καδμείοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Θήβας. Ο Όμηρος αναφέρει πως οι Βοιωτοί συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο ενωμένοι σε ομοσπονδία. Τα πρώτα χρόνια υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ των Καδμείων και των Μινύων που οδηγούσε συχνά σε σύγκρουση τον Ορχομενό και την Θήβα. Σταδιακά στον χώρο της Βοιωτίας κυριάρχησε η Θήβα και το 550 π.Χ. περίπου, οι πόλεις της Βοιωτίας ενώθηκαν σε μία ομοσπονδία που ονομάστηκε Κοινό των Βοιωτών. Οι Βοιωτοί εκπροσωπούνταν στο Αμφικτυονικό συνέδριο των Δελφών με δύο ψήφους. Βοιωτοί ονομάζονταν οι κάτοικοι της αρχαίας Βοιωτίας. Η Βοιωτία συνόρευε με τους Αθηναίους στον νότο, στα ανατολικά με τους Ευβοείς, με τους Φωκείς βόρεια, δυτικά και ΝοτιοΔυτικά και επίσης με τους Λοκρούς στα βόρεια. Αποτελούταν από πολυάριθμες πόλεις οι οποίες συνδέθηκαν σταδιακά σε μία συμπολιτεία που ονομάστηκε Κοινό των Βοιωτών.
3) Αιτωλοί : Οι Αιτωλοί, ως οντότητα διοικητική και πολιτική, μνημονεύονται για πρώτη φορά στον Όμηρο, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά την παρουσία τους και τη  δράση τους που προηγείται των τρωικών γεγονότων. Στην Ιλιάδα λοιπόν και  ειδικότερα στον «Κατάλογο Νεών» (ή Βοιώτεια, όπου απογράφονται οι συμμετοχές  των ελληνικών βασιλείων στην τρωική εκστρατεία), εμφανίζονται για πρώτη φορά οι «Αιτωλοί», ως φυλετική ομάδα (με το δικό της όνομα) και ως βασίλειο, περιφερειακή στρατιωτική  δύναμη (των Μυκηναίων). Ο Εύηνος χωρίζει τις αιτωλικές περιοχές της Πλευρώνας και της Καλυδώνας, οι οποίες μπορεί να ήταν φημισμένες στους ηρωικούς χρόνους, αλλά αναδείχθηκαν πολύ περισσότερο ένδοξες στην εποχή μας, γιατί εκεί, γύρω από την Πλευρώνα, βρίσκεται το ηρωικό προπύργιο του νεότερου ελληνισμού, το Μεσολόγγι. Και επειδή μερικές αιτωλικές φυλές έφταναν μέχρι τις έρημες κορυφές της Οίτης, όπου είχαν γείτονες τους Δωριείς και τους Μαλιείς, η Ακαρνανία συνόρευε από ολόκληρη την ανατολική της πλευρά με την Αιτωλία, έχοντας νοτιοδυτικά το Ιόνιο πέλαγος και βόρεια τη μεγάλη χώρα της Ηπείρου, η οποία βόρεια έφτανε μέχρι τα Κεραύνια όρη, στα δυτικά μέχρι το Ιόνιο πέλαγος και στα ανατολικά χωριζόταν από τη Θεσσαλία από την οροσειρά της Πίνδου. Οι Αιτωλοί που, όπως είναι γνωστό, ήταν χωρισμένοι σε πολλές και ποικίλες φυλές, ήταν ξακουστοί στα ηρωικά χρόνια, συμμετείχαν στην Κάθοδο των Ηρακλειδών στην Πελοπόννησο, αλλά στους ιστορικούς χρόνους υπήρξαν αφανείς και χωρίς ιδιαίτερες σχέσεις με τους άλλους Έλληνες, τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Εμφανίστηκαν και πάλι στο ιστορικό προσκήνιο τον 3ο αιώνα π.Χ. Οι Αιτωλοί διακρίθηκαν σε όλη την πορεία τους για τη βαρβαρότητα των ηθών τους. Μάλιστα, στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, δηλαδή στο τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., ο Θουκυδίδης λέει γι’ αυτούς ότι δεν κατοικούσαν σε πόλεις αλλά σε μεγάλα ατείχιστα χωριά. Για πολλούς από αυτούς πρόσθετε ότι ήταν «αγνωστότατοι την γλώσσαν και ωμοφάγοι», δηλαδή, ότι μιλούσαν μια ακατάληπτη γλώσσα και έτρωγαν ωμό κρέας. Παρ’ όλα αυτά είναι βέβαιο ότι οι Αιτωλοί είχαν πάντα -και πριν από την τελευταία τους ακμή- ελληνικό πολίτευμα, για το οποίο έγραψε και ο Αριστοτέλης στο σπουδαίο έργο του για τα πολιτεύματα. Δυστυχώς, επειδή αυτό το σύγγραμμα χάθηκε, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για εκείνη την πολιτεία, για τα χρόνια πριν από τον 3ο αιώνα π.Χ., εκτός από την πληροφορία ότι οι συγκεντρώσεις τους και οι κοινές θρησκευτικές τους γιορτές τελούνταν στο Θέρμο, πόλη που βρίσκεται στα ανατολικά της λίμνης Τριχωνίδας η λίμνη Ζυγού ή λίμνη Βραχωρίου. 
4) Ηλείοι : Οι Ηλείοι ήταν αρχαίο ελληνικό φύλο, εγκατεστημένο στην Βορειοδυτική Πελοπόννησο στην περιοχή ονομάστηκε Ηλεία. Οι Ηλείοι προερχόμενοι από την περιοχή της Αιτωλίας, αποτέλεσαν συμμάχους των Δωριέων κατά την εκστρατεία των τελευταίων στην Πελοπόννησο. Εκμεταλευόμενοι την εκστρατεία αυτή κατέλαβαν για λογαριασμός τους την Ηλεία και υπέταξαν τις παλαιότερες φυλές, τους Επειούς στην βόρεια Ηλεία και τους Καύκωνες και Μινύες στην νοτιότερη που πήρε το όνομα Τριφυλία, λόγω της εγκατάστασης στην περιοχή τριών φύλων. Οι Ηλείοι χωρίστηκαν σε τρία κράτη, την Κοίλη Ηλεία ή Ήλιδα, την Πισάτιδα και την Τριφυλία. Ο πρώτος βασιλιάς των Ηλείων, ο οποίος κατέλαβε την περιοχή που πήρε το όνομά τους, ονομαζόταν Όξυλος. Αυτός προερχόταν από την Αιτωλία, γεγονός που μαρτυρά την Αιτωλική καταγωγή των Ηλείων. Σε αυτόν αποδίδεται η ίδρυση των Ολυμπιακών Αγώνων. Σημαντικοί βασιλείς των Ηλείων ήταν ο Πέλοπας, ο Οινόμαος, ο Λάιας και ο Ίφιτος. Σπουδαιότερη πόλη των Ηλείων ήταν η Ολυμπία και ο έλεγχος της πόλης προκάλεσε μεγάλες διαμάχες ανάμεσα στα δύο ισχυρά κράτη των Ηλείων, την Ήλιδα και τηνΠισάτιδα. Η Πίσα είχε αρχικά τον έλεγχο των αγώνων καθώς η πόλη βρισκόταν μέσα στην επικράτειά της. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο πόλεις για τον έλεγχο των Αγώνων οδήγησε σε πόλεμο ανάμεσά τους που κράτησε από το 588 έως το 580 π.Χ. και είχε ως αποτέλεσμα την επικράτηση της Ήλιδας. Σε νέο πόλεμο που ξέσπασε στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. η Ήλιδα επικράτησε ξανά και κατέστρεψε την Πίσα (464 π.Χ.).
5) Μολοσσοί : Οι Μολοσσοί ήταν αρχαίο ελληνικό φύλο που εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο κατά τη διάρκεια των Μυκηναϊκών χρόνων. Στα βορειοανατολικά σύνορά τους είχαν τους Χάονες, στα νότια σύνορά τους το βασίλειο των Θεσπρωτών, ενώ στα βόρεια τους ήταν οι Ιλλυριοί. Οι Μολοσσοί ανήκαν στο Κοινό των Ηπειρωτών, έως ότου τάχθηκαν εναντίον της Ρώμης στον Τρίτο Μακεδονικό Πόλεμο (171–168 π.Χ.). Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό, και οι εκδικητικοί Ρωμαίοι υποδούλωσαν 150.000 από τους κατοίκους τους και προσάρτησαν την περιοχή στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Οι Μολοσσοί ήταν απόγονοι του επώνυμου ήρωά τους, του Μολοσσού, ενός από τους τρεις γιούς του Νεοπτόλεμου, γιου του Αχιλλέα και της Δειδάμειας. Μετά την πτώση της Τροίας από τους Αχαιούς, ο Νεοπτόλεμος μαζί με τον στρατό του εγκαταστάθηκαν στα Φάρσαλα της Θεσσαλίας (Ανδρομάχη-Ευρυπίδη). Ο γιος του Μολλοσός εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο, όπου συνενώθηκαν με τον τοπικό πληθυσμό. Ο Μολοσσός κληρονόμησε το βασίλειο της Ηπείρου μετά τον θάνατο του Έλενου, γιου του Πριάμου και της Εκάβης, που είχε παντρευτεί την πρώην νύφη του Ανδρομάχη μετά το θάνατο του Νεοπτόλεμου. Ο Πλούταρχος αναφέρει, ότι σύμφωνα με κάποιους αρχαίους ιστορικούς ο πρώτος τους βασιλιάς ήταν ο Φαίδων, ένας από αυτούς που εγκαταστάθηκαν στην Ήπειρο με τον Πελασγό. Ο Πλούταρχος, επισημαίνει κιόλας, ότι ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, εγκαινίασαν στην περιοχή των Μολοσσών την λατρεία του Δωδωναίου Δία. Ο Στράβων μας λέει ότι οι Μολοσσοί, μαζί με τους Χάονες και τους Θεσπρωτούς, ήταν οι διασημότεροι μεταξύ των δεκατεσσάρων Ηπειρώτικων φυλών, που κάποτε εξουσίαζαν όλη την περιοχή. Οι Χάονες ήταν εγκατεστημένοι στην Ήπειρο πριν από τους Μολοσσούς, οι Θεσπρωτοί και οι Μολοσσοί εισήλθαν στην περιοχή κάποια ύστερη εποχή.
6) Οι Θεσπρωτοί ήταν αρχαίο ελληνικό φύλλο εγκατεστημένο στην περιοχή της Ηπείρου, ήταν ένα από τα κύρια ελληνικά φύλλα της περιοχής μαζί με τους Μολοσσούς και τους Χάονες. Ο Όμηρος αναφέρεται συχνά στην Θεσπρωτία (την γη δηλαδή των Θεσπρωτών), οι οποία είχε φιλικές σχέσεις με την Ιθάκη και το Δουλίχι. Στα βορειοδυτικά των Θεσπρωτών γειτνίαζαν με τους Χάονες και στα ανατολικά με τους Μολοσσούς. Οι Θεσπρωτοί ανήκαν στο Κοινό των Ηπειρωτών, μέχρι την στιγμή που υποτάχθηκαν από τους Ρωμαίους μαζί με την υπόλοιπη Ήπειρο. Σύμφωνα με την Τηλεγόνεια (που ανήκει στον Τρωικό Επικό Κύκλο), ο Οδυσσέας επισκέφτηκε την Θεσπρωτία και παρέμεινε για λίγα χρόνια εκεί. Παντρεύτηκε την βασίλισσα της Θεσπρωτίας Καλλιδίκη, και έκαναν έναν γιο, τον Πολυποίτη. Ο Οδυσσέας ηγήθηκε των Θεσπρωτών ενάντια των Βρυγών, αλλά έχασε την μάχη καθώς ο Άρης ο θεός του πολέμου, ήταν με το μέρος των Βρυγών. Η Αθηνά επενέβη υπέρ του Οδυσσέα, προκαλώντας τον Άρη σε μια ακόμη σύγκρουση, τους οποίους σταμάτησε ο Απόλλωνας. Όταν η Καλλιδίκη πέθανε, ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη, αφήνοντας τον γιο του Πολυποίτη να βασιλεύσει στην Θεσπρωτία.
Αρχαιολογικά επιβεβαιωμένη είναι η αραιή αλλά συνεχής παρουσία προελληνικών φύλων στο Θεσπρωτικό χώρο στην πρώιμη εποχή του Χαλκού (3 π.Χ. χιλιετία), όπως ονομάζεται η αμέσως επόμενη πολιτιστική περίοδος. Στο τέλος της Πρώιμης Χαλκοκρατίας (2.000 π.Χ. περίπου) τοποθετείται η ειρηνική εγκατάσταση των πρώτων ελληνόφωνων φύλων, των Ελλήνων Θεσπρωτών, στη Θεσπρωτία και εν γένει σε ολόκληρη την Ήπειρο. Κατά τη διάρκεια της Ύστερης Χαλκοκρατίας (14ο-13οπ.Χ. αι.), μυκηναίοι άποικοι από τη Δυτική Πελοπόννησο φτάνουν μέχρι τους νοτιότερους όρμους της Θεσπρωτίας, ιδρύοντας οχυρωμένες εγκαταστάσεις κατά το πρότυπο των μυκηναϊκών ακροπόλεων της νότιας Ελλάδας: την Εφύρα στις εκβολές του Αχέροντα και την προϊστορική Τορύνη στον όρμο του Λυχνού, στην περιοχή της Κίπερης. Κατά τη διάρκεια της μετακίνησης προς Νότο των βορειοδυτικών ελληνικών φύλων γνωστής ως «Κάθοδος των Δωριέων» ( 1.100 π.Χ.), εγχώρια θεσπρωτικά φύλα μετανάστευσαν προς την Θεσσαλία και τη νότια Ελλάδα. Την ίδια περίοδο οι Μολοσσοί περιορίζοντας τους Θεσπρωτούς δυτικά της πεδιάδας των Ιωαννίνων.
7) Ίωνες : Οι Ίωνες και τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα, ήταν απόγονοι του Δευκαλίωνα και της Πύρρας οι οποίοι είχαν γιό τον Έλληνα. Ο Έλληνας είχε τρεις γιους με την Ορσηίδα, τον Δώρο, τον Ξούθο και τον Αίολο. Ο Ξούθος είχε κι αυτός δύο γιούς τον Αχαιό, πρόγονο των Αχαιών και τον Ίωνα, πρόγονο των Ιώνων. Οι Ίωνες λοιπόν ονομάστηκαν σύμφωνα με το όνομα του πρόγονού τους. Οι Ίωνες κατά την εποχή του Χαλκού ήταν εξαπλωμένοι μεταξύ της Εύβοιας, της Αττικής και της βορειοανατολικής Πελοποννήσου. Το 1100 π.Χ. περίπου κατά την αρχή της γεωμετρικής περιόδου, που σηματοδοτήθηκε από την κάθοδο των Δωριέων, οι ανακατατάξεις στο εσωτερικό της Ελληνικής χερσονήσου τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν μεγάλο μέρος της περιοχής στην οποία ζούσαν. Οι μετακινήσεις αυτές των αρχαίων ελληνικών φύλων ονομάζονται Α' Ελληνικός αποικισμός. Οι Ίωνες λοιπόν μετακινήθηκαν προς τα ανατολικά δημιουργώντας αποικίες στα νησιά του Αιγαίου (Χίος,Σάμος κ.α.) καθώς και στην κεντρική Μικρά Ασία, στην περιοχή γνωστή ως Ιωνία.
Κατά τους ιστορικούς χρόνους η Ελληνική Ιωνία αποτελούνταν από 12 πόλεις που συνιστούσαν το Κοινό των Ιώνων (Ιωνική Δωδεκάπολις): Μίλητος, ΜυούςΠριήνη, ΈφεσοςΚολοφώνα, Λέβεδος, ΤέωςΚλαζομενέςΕρυθρέςΦώκαια, και τα νησιά της Σάμου και της Χίου. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, αυτές οι πόλεις ιδρύθηκαν κατά τη διάρκεια ενός μεταναστευτικού κύματος που είχε ξεκινήσει από την Αθήνα και οι γιοι του Αθηναίου βασιλιά Κόδρου είχαν ηγηθεί αυτού. Η αιτία αυτής της μαζικής μετακίνησης, όπως αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς, ήταν η διαφωνία μεταξύ των γιων του Κόδρου για τη διαδοχή στο θρόνο, όπου τελικά επικράτησε ο Μέδωνας. Τρεις αρχαίοι συγγραφείς μελέτησαν αναλυτικά την Ιωνική Μετανάστευση. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Ίωνες είχαν αρχικά κατοικήσει σε 12 πόλεις στην Αχαΐα της Πελοποννήσου. Αμέσως μόλις εκδιώχθηκαν από τους Αχαιούς, αναζήτησαν καταφύγιο στην Αθήνα. Οι απόγονοί τους μετανάστευσαν στη Μικρά Ασία, όπου ίδρυσαν 12 πόλεις εις μνήμη του πρώτου τους οικισμού στην Αχαΐα. Αυτοί ήταν «πραγματικοί» Ίωνες οι οποίοι γιόρταζαν τα Απατούρια. Ωστόσο, όπως συνεχίζει ο Ηρόδοτος, δεν ήταν μόνο οι Ίωνες που μετανάστευσαν από την ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά και οι Άβαντες, καθώς και άνθρωποι από τον Ορχομενό, Κάδμειοι, Δρύοπες, Φωκείς, Μολοσσοί, Πελασγοί από την Αρκαδία, Δωριείς από την Επίδαυρο και «άλλα τε έθνεα πολλά». Μόνο οι Εφέσιοι και οι Κολοφώνιοι δεν γιόρταζαν τα Απατούρια. Όσον αφορά τη χρονολόγηση, οι αρχαίοι συγγραφείς αποδίδουν την Ιωνική μετανάστευση στην τέταρτη γενιά μετά τον Τρωικό Πόλεμο και στη δεύτερη γενιά μετά την επιστροφή των Ηρακλειδών. Με όρους απόλυτης χρονολόγησης, ο Σακελλαρίου αποδέχτηκε ως χρονολογία τον 11ο αι. π.Χ.
8) Οι Αιολείς ήταν κατά τους ιστορικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδας η μία από τις τέσσερις φυλές (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς) του αρχαίου ελλαδικού χώρου. Επρόκειτο για λαό που αρχικά ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και στη συνέχεια αποίκισε στα έναντι παράλια του Αιγαίου. Οι Αιολείς εντοπίζονται στη Λέσβο, την Τένεδο και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Ωστόσο η Λέσβος αποικίστηκε από Έλληνες μόνο μετά το τέλος της Μυκηναϊκής Εποχής και τα μικρασιατικά παράλια ακόμη αργότερα. Οι παραδόσεις για τον αποικισμό των Αιολέων στη Μικρά Ασία αναφέρουν ως μητροπολιτικές χώρες διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας, της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Επιπλέον, στις ίδιες περιοχές παρατηρούνται διαλεκτικά φαινόμενα που δηλώνουν αιολικό υπόστρωμα. Αρχική κοιτίδα των Αιολέων ήταν η δυτική Μακεδονία και συγκεκριμένα οι ορεινές περιοχές στα βόρεια του Αλιάκμονα, καθώς και η κοιλάδα της Πελαγονίας. Από εκεί μετακινήθηκαν νότια στη Θεσσαλία, την οποία κατέλαβαν ολόκληρη. Ακολούθησαν κύματα μετανάστευσης προς τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και προς τη νότια Ελλάδα, που οφείλονταν στην επέλαση των Θεσσαλών. Παρ' όλα αυτά σημαντικοί αιολικοί πληθυσμοί παρέμειναν στις εστίες τους και αποτέλεσαν το κύριο διαλεκτικό υπόβαθρο της θεσσαλικής και της βοιωτικής διαλέκτου. Στα νέα εδάφη που εγκαταστάθηκαν ανέπτυξαν σε μεγάλο βαθμό τον πολιτισμό τους και απέκτησαν φήμη μεταξύ των υπόλοιπων Ελλήνων. Η Αιολική Γη παρέμεινε αναλλοίωτη για χιλιάδες χρόνια.
9) Οι Αχαιοί ήταν κατά τους ιστορικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδας η μία από τις τέσσερις φυλές (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείςκαι Δωριείς) του αρχαίου ελλαδικού χώρου που αποτέλεσαν το πρώιμο ελληνικό έθνος. Επρόκειτο στην ουσία για ένα δυναμικό φύλο, που με τη δύναμη των όπλων επικράτησε στην Ελλάδα της Μυκηναϊκής εποχής. Γύρω στο 1600 π.Χ. ομάδες αυτού του φύλου (των Αχαιών) που σχηματίσθηκε από την προσέγγιση των εθνικών στοιχείων που προαναφέραμε, κινήθηκαν προς νότον και έφθασαν ώς την βορειοδυτική Πελοπόννησο. Αυτοί λοιπόν ήσαν οι περίφημοι Αχαιοί, οι δημιουργοί του λαμπρού Μυκηναϊκού πολιτισμού (1600-1100 π.Χ.), που κατά την περίοδο της μεγίστης ακμής του κατά τον ΙΔ΄ και ΙΓ΄ αιώνα π.Χ., θα εξαπλωθεί σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο και όχι μόνον. Σήμερα, χρησιμοποιείται περισσότερο ο όρος Μυκηναίοι, αντί του όρου Αχαιοί προς αποφυγήν συγχύσεων με τους κατοίκους της Αχαΐας των ιστορικών χρόνων. Επίσης η γλώσσα των Αχαιών-Μυκηναίων, γνωστή από τις πινακίδες της Γραμμικής Β ονομάζεται Μυκηναϊκή και σήμερα πιστεύεται ότι δεν προέκυψε απ’ ευθείας από την Κεντρική διάλεκτο, αλλά ως εξέλιξη της αιολικής, που έφεραν οι Αχαιοί στην Πελοπόννησο, όπου δέχτηκε επιδράσεις από την Αρκαδοκυπριακή, δηλ. την διάλεκτο των Αρκάδων της κεντρικής Πελοποννήσου πριν από την διαφοροποίησή της σε Αρκαδική και Κυπριακή. Σύμφωνα με την παράδοση, μετά την εισβολή των Δωριέων στην Αργολίδα ο βασιλεύς του Άργους Τισαμενός, υιός του Ορέστη και της κόρης του Μενελάου Ερμιόνης, επικεφαλής των ηττημένων Αχαιών, εγκατέλειψαν την χώρα τους και έφθασαν στην ΒΔ Πελοπόννησο όπου, μετά από σκληρές μάχες, θα νικήσουν τους Ίωνες που ήσαν εγκατεστημένοι εκεί. Οι Ίωνες θα εγκαταλείψουν την περιοχή και θα καταφύγουν στην Αττική, ενώ οι Αχαιοί αφού θάψουν στη Ελίκη τον βασιλέα τους Τισαμενό, που σκοτώθηκε στην μάχη, θα γίνουν κύριοι της χώρας που θα ονομασθεί Αχαΐα. Η έρευνα έχει επιβεβαιώσει ότι οι παραδόσεις αυτές ανταποκρίνονται σε πραγματικά γεγονότα.
10) Η «Κάθοδος των Δωριέων» ή «Επιστροφή των Ηρακλειδών» είναι θεωρία ιστορική και γλωσσολογική σύμφωνα με την οποία περί τον 12ο αιώνα π.Χ. ελληνικά φύλα κατήλθαν από το βορρά προς την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησο με συνέπεια την καταστροφή του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Η παράδοση οφείλεται στον Ηρόδοτο ο οποίος πρώτος αναφέρθηκε στις μετακινήσεις των Δωριέων στην Ελλάδα. Σύμφωνα με αυτή την παράδοση οι Δωριείς μετανάστευσαν από την Φθιώτιδα στην Ιστιαιώτιδα, στην Πίνδο, στη Δρυοπίδα και τελικά στην Πελοπόννησο. Οι υποτιθέμενες αυτές μετακινήσεις έμειναν γνωστές ως «Κάθοδος των Δωριέων» ή «Επιστροφή των Ηρακλειδών». Οι Δωριείς ήταν μαζί με τους Ίωνες, τους Αιολείς και τους Αχαιούς, τα τέσσερα μεγάλα ελληνικά φύλα, τα οποία εξαπλώθηκαν στην Ελλάδα σε διαφορετικές περιόδους κατά τη διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ. και διαμόρφωσαν το ελληνικό έθνος. Οταν βασίλευε ο Δευκαλίων, οι Δωριείς κατοικούσαν στην Φθιώτιδα. Από εκεί, ενώ βασιλιάς τους ήταν ο Δώρος, από τον οποίο πήραν και το όνομά τους, πήγαν στις πλαγιές της Όσσας και του Ολύμπου, στην περιοχή που ονομαζόταν Ιστιαιώτις. Οι Κάδμειοι τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν την περιοχή αυτή και να εγκατασταθούν στην Πίνδο (Λάκμος, Βόιο), σε μια περιοχή που εκτείνεται από την περιφέρεια Καστοριάς, Γρεβενών έως και την επαρχία Μετσόβου, όπου ονομάστηκαν Μακεδνοί (Μακεδόνες) . Από εκεί ξεκίνησε η λεγόμενη "Κάθοδος των Δωριέων" στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ., μέσω του περάσματος της Δεσκάτης, που αποτέλεσε ιστορικό γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας, και είχε το χαρακτήρα εγκατάστασης ενός λαού σε πιο εύφορα και προσοδοφόρα εδάφη. Αυτή η εσωτερική μετανάστευση των Δωριέων αποτέλεσε τμήμα της γενικότερης προσπάθειας των δυτικών φυλετικών ομάδων να κατακτήσουν νέες περιοχές. Οι Δωριείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους εγκατάστασής τους, καθώς είτε δέχτηκαν την πίεση άλλων φυλετικών ομάδων, είτε οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι δεν επαρκούσαν.
Από την Πίνδο και συγκεκριμένα από την περιοχή Λάκμου - Βοΐου, οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν στην Δωρίδα, στην περιοχή της Φωκίδας. Εκεί ίδρυσαν την Δωρική Τετράπολη, την μητρόπολη των δωρικών φύλων. Πολιτιστικά κατώτεροι των Αχαιών αλλά στρατιωτικά ισχυρότεροι, πέρασαν στην Πελοπόννησο από τα παράλια της Κεντρικής Ελλάδας, την οποία εποφθαλμιούσαν για τα εύφορα εδάφη της και διαχωρίστηκαν: μία ομάδα, της οποίας πιθανότερο είναι η πλειοψηφία της να ήταν Υλλείς, αν κρίνουμε από τα αγάλματα του Ύλλου που υπήρχαν στα Μέγαρα, στην Κόρινθο και στο Άργος, κατέλαβε την ιωνική περιοχή της Αργολίδας και Κυνουρίας, μία δεύτερη κατέλαβε την κοιλάδα του Ευρώτα και η τελευταία τη Στενύκλαρο στο μεσσηνιακό κάμπο, ενώ μια σημαντική ομάδα Δωριέων παρέμεινε στην Δωρίδα. Αυτή η εισβολή προκάλεσε μεγάλα προσφυγικά κύματα των παλαιότερων κατοίκων, Αχαιών κυρίως και Αρκάδων δευτερευόντως. Εκπληκτικό είναι το γεγονός της πλήρους επικράτησης του δωρικού γλωσσικού ιδιώματος σε μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, παρ' όλη τη μακρά πολιτιστική πορεία του τόπου αυτού. Ακολούθησε ένα κύμα μετανάστευσης των Δωριέων στα νησιά του Αιγαίου, τα μικρασιατικά παράλια και την Κύπρο. Περιοχές όπως τα Κύθηρα, η Κρήτη, η Μήλος, η Θήρα, η Ρόδος και η Κως, καθώς και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια, περιήλθαν στον δωρικό έλεγχο. Οι Δωριείς επιχείρησαν επίσης να καταλάβουν την Αττική, χωρίς όμως επιτυχία. Κατά το δεύτερο ελληνικό αποικισμό, μαζί με τις άλλες ελληνικές δυνάμεις, οι Δωριείς δημιούργησαν αποικίες στη Μεγάλη Ελλάδα, δηλαδή την νότια Ιταλία και Σικελία, όπως τις Συρακούσες, καθώς και στα στενά του Βοσπόρου.
Πηγή : http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/art/page_002.html?prev=true
http://omiriki-ereuna.blogspot.com/p/blog-page_2325.html
https://theancientwebgreece.wordpress.com/
http://www.kathimerini.gr/867460/article/epikairothta/kosmos/diadromes-xaones-oi-froyroi-ths-hpeiroy-glwttas
http://www.mixanitouxronou.gr/molossi-i-sklirotrachili-ipirotes-pou-itan-xakousti-gia-tous-skilous-tous-antimetopisan-tin-orgi-ton-romeon-epidi-arnithikan-na-paradothoun-i-poli-tous-sozete-ke-echi-ta-kalitera-diatirimena-spitia/
https://www.gtp.gr/LocInfo.asp?InfoId=28&Code=EGRETSbe&PrimeCode=EGRETSbe&Level=6&PrimeLevel=6&lng=1
http://www.ehw.gr/asiaminor/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=9341
http://ethnologic.blogspot.com/2010/04/blog-post_02.html
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%AF
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%BF%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%AF
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B9%CF%84%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%82
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CE%B9
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%83%CF%83%CE%BF%CE%AF
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%AF
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%8A%CF%89%CE%BD%CE%B5%CF%82
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%82
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%AF
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%B5%CE%AF%CF%82



Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

The mysteries of the Moon and the Ancient Greeks : The mythology and the astronomy of Earth's natural satellite in Greece

The Moon is an astronomical body that orbits planet Earth and is Earth's only permanent natural satellite. It is the fifth-largest natural satellite in the Solar System, and the largest among planetary satellites relative to the size of the planet that it orbits (its primary). The Moon is after Jupiter's satellite Io the second-densest satellite in the Solar System among those whose densities are known. The Moon is thought to have formed about 4.51 billion years ago, not long after Earth. The most widely accepted explanation is that the Moon formed from the debris left over after a giant impact between Earth and a Mars-sized body called Theia. The Moon is in synchronous rotation with Earth, and thus always shows the same side to earth, the near side. The near side is marked by dark volcanic maria that fill the spaces between the bright ancient crustal highlands and the prominent impact craters. After the Sun, the Moon is the second-brightest regularly visible celestial object in Earth's sky. Its surface is actually dark, although compared to the night sky it appears very bright, with a reflectance just slightly higher than that of worn asphalt. Its gravitational influence produces the ocean tides, body tides, and the slight lengthening of the day. The Moon's average orbital distance is 384,402 km, or 1.28 light-seconds. This is about thirty times the diameter of Earth. The Moon's apparent size in the sky is almost the same as that of the Sun (because it is 400x farther and larger). Therefore, the Moon covers the Sun nearly precisely during a total solar eclipse. This matching of apparent visual size will not continue in the far future, because the Moon's distance from Earth is slowly increasing.
In Proto-Indo-European religion, the moon was personified as the male god *Mehnot. The ancient Sumerians believed that the Moon was the god Nanna, who was the father of Inanna, the goddess of the planet Venus, and Utu, the god of the sun. Nanna was later known as Sîn, and was particularly associated with magic and sorcery. In Greco-Roman mythology, the Sun and the Moon are represented as male and female, respectively (Helios/Sol and Selene/Luna); this is a development unique to the eastern Mediterraneanand traces of an earlier male moon god in the Greek tradition are preserved in the figure of Menelaus. In Mesopotamian iconography, the crescent was the primary symbol of Nanna-Sîn. In ancient Greek art, the Moon goddess Selene was represented wearing a crescent on her headgear in an arrangement reminiscent of horns. The star and crescent arrangement also goes back to the Bronze Age, representing either the Sun and Moon, or the Moon and planet Venus, in combination. It came to represent the goddess Artemis or Hecate, and via the patronage of Hecate came to be used as a symbol of Byzantium. An iconographic tradition of representing Sun and Moon with faces developed in the late medieval period. Philosophers Aristotle and Pliny the Elder argued that the full moon induced insanity in susceptible individuals, believing that the brain, which is mostly water, must be affected by the Moon and its power over the tides, but the Moon's gravity is too slight to affect any single person. The Moon's regular phases make it a very convenient timepiece, and the periods of its waxing and waning form the basis of many of the oldest calendars. The ~30-day month is an approximation of the lunar cycle. The PIE root of moon, *méhnōt, derives from the PIE verbal root *meh-, "to measure", "indicat[ing] a functional conception of the Moon, i.e. marker of the month" and echoing the Moon's importance to many ancient cultures in measuring time (see Latin mensisand Ancient Greek μείς (meis) or μήν (mēn), meaning "month").Most historical calendars are lunisolar. 
In Greek mythology, Selene ("Moon") is the goddess of the moon. She is the daughter of the Titans Hyperion and Theia, and sister of the sun-god Helios, and Eos, goddess of the dawn. She drives her moon chariot across the heavens. Several lovers are attributed to her in various myths, including Zeus, Pan, and the mortal Endymion. In classical times, Selene was often identified with Artemis, much as her brother, Helios, was identified with Apollo.Selene and Artemis were also associated with Hecate, and all three were regarded as lunar goddesses, but only Selene was regarded as the personification of the moon itself. Her Roman equivalent is Luna. The usual account of Selene's origin is given by Hesiod. In the Theogony, the sun-god Hyperion espoused his sister Theia, who gave birth to "great Helios and clear Selene and Eos who shines upon all that are on earth and upon the deathless Gods who live in the wide heaven." Moon figures are found on Cretan rings and gems (perhaps indicating a Minoan moon cult), but apart from the role played by the moon itself in magic, folklore, and poetry, and despite the later worship of the Phrygian moon-god Men, there was relatively little worship of Selene. An oracular sanctuary existed near Thalamai in Laconia. Described by Pausanias, it contained statues of Pasiphaë and Helios. Here Pasiphaë is used as an epithet of Selene, instead of referring to the daughter of Helios and wife of Minos. Pausanias also described seeing two stone images in the market-place of Elis, one of the sun and the other of the moon, from the heads of which projected the rays of the sun and the horns of the crescent moon. Originally Pandia may have been an epithet of Selene, but by at least the time of the late Homeric Hymn, Pandia had become a daughter of Zeus and Selene. Pandia (or Pandia Selene) may have personified the full moon, and an Athenian festival, called the Pandia, usually considered to be a festival for Zeus, was perhaps celebrated on the full-moon and may have been associated with Selene.
Geographically, ancient Arcadia occupied the highlands at the centre of the Peloponnese. The Arcadians were an ancient Greek tribe which was situated in the mountainous Peloponnese. It is considered one of the oldest Greek tribes which settled in Greece and it was probably a relative tribe of the proto-Greeks who are mentioned by the ancient authors as Pelasgians. Whilst Herodotus seems to have found the idea that the Arcadians were not Greek far-fetched, it is clear that the Arcadians were considered as the original inhabitants of the region. This is testified by ancient myths, like the myth of Arcas, the myth of Lycaon etc. Arcadia is also one of the regions described in the "catalogue of ships" in the Iliad. Agamemnon himself gave Arcadia the ships for the Trojan war because Arcadia did not have a navy. Due to its remote, mountainous character, Arcadia seems to have been a cultural refuge. When, during the Greek Dark Age (c. 1200 BC–800 BC), Doric Greek dialects were introduced to the Peloponnese, the older language apparently survived in Arcadia, and formed part of the Arcado-Cypriot group of Greek dialects. The Arcadians founded numerous towns. Lycosura was a city of Arcadia said by Pausanias to be the oldest city in the world, although there is no evidence for its existence before the fourth century BCE. Its current significance is chiefly associated with the sanctuary of the goddess Despoina, which contained a colossal sculptural group, that perhaps inaccurately, Pausanias wrote was made by Damophon of Messene. This group comprises acrolithic-technique statues of Despoina and Demeter seated on a throne, with statues of Artemis and the Titan Anytos standing on either side of them - all in Pentelic marble. The dates of both the temple and the sculptural group have occasioned some dispute. Remains of a stoa, altars, and other structures have been found at the site as well. The Sanctuary of Despoina at Lycosoura is located 9 km WSW of Megalopolis, 6.9 km SSE of Mount Lykaion, and 160 km SW of Athens. In the second century CE, the Greek periegetic writer Pausanias, relying on personal observations, available texts, and consultation with local persons, wrote the only extant account of the ancient city and its sanctuary. He relates that Lycosura was founded by Lycaon the son of Pelasgus, and asserted that it was the oldest city in the world. He notes that Cleitor, the grandson of Arcas (hence the toponym Arcadia), dwelled in Lycosura. In Greek mythology, Pelasgus was the eponymous ancestor of the Pelasgians, the mythical inhabitants of Greece who established the worship of the Dodonaean Zeus, Hephaestus, the Cabeiri, and other divinities. In the different parts of the country once occupied by Pelasgians, there existed different traditions as to the origin and connection of Pelasgus. The ancient Greeks even used to believe that he was the first man. According to the Arcadian tradition, he was either an autochthon, or a son of Zeus by Niobe (brother of Argus). The Oceanide Meliboea, the nymph Cyllene, or Deianeira, became by him the mother of Lycaon of Arcadia. In Greek mythology, Lycaon was a king of Arcadia, son of Pelasgus and Meliboea, who, in the most popular version of the myth, tested Zeus' omniscience by serving him the roasted flesh of Lycaon's own son Nyctimus, in order to see whether Zeus was truly all-knowing. In return for these gruesome deeds, Zeus transformed Lycaon into a wolf, along with his offspring; Nyctimus was restored to life. Despite being notorious for his horrific deeds, Lycaon was also remembered as a culture hero: he was believed to have founded the city Lycosura, to have established a cult of Zeus Lycaeus and to have started the tradition of the Lycaean Games, which Pausanias thinks were older than the Panathenaic Games. According to Hyginus, Lycaon dedicated the first temple to Hermes of Cyllene. The Arcadian town Nonakris was thought to have been named after the wife of Lycaon. Arcas was a hunter who became king of Arcadia. He was remembered for having taught people the art of weaving and baking bread. Arcas was the son of Zeus and Callisto. Arcas became the new king of Arcadia and the country's greatest hunter. One day, when Arcas went hunting in the woods, he came across his mother. Seeing her son after so long, she went forth to embrace him. Not knowing that the bear was his mother, he went to kill her with an arrow. Zeus however, watching over them, stopped Arcas from shooting Callisto, and turned Arcas into a bear, then putting them into the stars. They are now referred to as Ursa Majornand Ursa Minor, the big and little bears. When Hera heard of that, she became so angry that she asked Tethys to keep them in a certain place so that the constellations would never sink below the horizon and receive water.
The name Pelasgians was used by classical Greek writers to either refer to populations that were the ancestors or forerunners of the Greeks, or to signify all pre-classical indigenes of Greece. In general, "Pelasgian" has come to mean more broadly all the indigenous inhabitants of the Aegean Sea region and their cultures, "a hold-all term for any ancient, primitive and presumably indigenous people in the Greek world". During the classical period, enclaves under that name survived in several locations of mainland Greece, Crete, and other regions of the Aegean. Populations identified as "Pelasgian" spoke a language or languages that at the time Greeks identified as "barbaric", though some ancient writers nonetheless described the Pelasgians as Greeks. The Pelasgians first appear in the poems of Homer: those who are stated to be Pelasgians in the Iliad are among the allies of Troy. Later Greek writers offered little unanimity over which sites and regions were "Pelasgian". One of the first was Hesiod; he calls the oracular Dodona, identified by reference to "the oak", the "seat of Pelasgians", clarifying Homer's Pelasgic Zeus. He mentions also that Pelasgus (the eponymous ancestor of the Pelasgians) was the father of King Lycaon of Arcadia.
In the History of the Peloponnesian War, the Greek historian Thucydides wrote about the Pelasgians stating that : Before the time of Hellen, son of Deucalion ... the country went by the names of the different tribes, in particular of the Pelasgian. It was not till Hellen and his sons grew strong in Phthiotis, and were invited as allies into the other cities, that one by one they gradually acquired from the connection the name of Hellenes; though a long time elapsed before that name could fasten itself upon all. He regards the Athenians as having lived in scattered independent settlements in Attica but at some time after Theseus they changed residence to Athens, which was already populated. A plot of land below the Acropolis was called "Pelasgian" and was regarded as cursed, but the Athenians settled there anyway.
In historical times, the Earth was Moonless. Giordano Bruno (a 16th century Italian philosopher) is reputed to have written in De Immenso: “There are those who have believed that there was a certain time (as our Mythologian says) when the moon, which was believed to be younger than the sun, was not yet created. The Arcadians, who dwelt not far from the Po, are believed to have been in existence before it (the moon).” “Theodorus writes in his first book that the moon had appeared a little while before the war which was fought by Hercules against the giants. Aristochius and Dionysius Chalcidensis, in the first of their works, confirm the same.”  “Mnaseas said that the Arcadians were born before the moon, and so they were called ‘proselenian’; meaning, ‘before the moon’.” Bruno goes on to step upon the sensibilities of future scholars by noting that, “the earth, which is of the same species as the moon, is of creatable and destructible substance, and is truly animal and even mortal, although divine. Therefore, the planets (worlds) are able to be created and destroyed, and it is not possible that they have been eternal, since we have proved them to be alterable and consisting of changing parts.” Velikovsky has discussed this same idea by noting that one of the most remote recollections of mankind is in regard to the period of Earth’s history when it was Moonless. Velikovsky quotes everyone from Democritus and Anaxagoras to Aristotle and Apollonius of Rhodes to show that such a pre-Hellenic time existed. Those humans living at the time were called Pelasgians, Proselenes (“before the Moon”), and Arcadians (pre-Danai and pre-Deukalion).  They were said to have dwelt in the mountains, fed on acorns, and lived as aborigines. Plutarch, Hippolytus, Censorinus, and a doubting Lucian wrote of pre-Lunar people, as did Ovid, who said that the Arcadians possessed their land before the birth of Jove, and were older than the Moon. There are even Biblical references which allude to a Moonless Earth or at least can be so interpreted.  Finally, the memory of a Moonless Earth is contained in the oral traditions of such Indians as those of the Bogota highlands in the eastern Cordilleras of Columbia, i.e. according to tribesmen of Chibchas, “In the earliest times, when the moon was not yet in the heavens.” The references to the aboriginal nature of the pre-Moon folk, and the fact they lived before “the birth of Jove” is particularly noteworthy.  
The period when the Earth was Moonless is probably the most remote recollection of mankind. Democritus and Anaxagoras taught that there was a time when the Earth was without the Moon. Aristotle wrote that Arcadia in Greece, before being inhabited by the Hellenes, had a population of Pelasgians, and that these aborigines occupied the land already before there was a moon in the sky above the Earth; for this reason they were called Proselenes. Apollonius of Rhodes mentioned the time “when not all the orbs were yet in the heavens, before the Danai and Deukalion races came into existence, and only the Arcadians lived, of whom it is said that they dwelt on mountains and fed on acorns, before there was a moon.”  Plutarch wrote in The Roman Questions: “There were Arcadians of Evander’s following, the so-called pre-Lunar people.”Similarly wrote Ovid: “The Arcadians are said to have possessed their land before the birth of Jove, and the folk is older than the Moon.”  Hippolytus refers to a legend that “Arcadia brought forth Pelasgus, of greater antiquity than the moon.” Lucian in his Astrology says that “the Arcadians affirm in their folly that they are older than the moon.” Censorinus also alludes to the time in the past when there was no moon in the sky.
By the Archaic period, educated Greek men and women knew from observing solar eclipses and ships sailing to the horizon that the moon was a round ball. The astronomer Thales in the 600s BC also knew that the moon didn’t make its own light, but shone by reflecting light from the sun. In the 400s BC, Greek scientists like Anaxagoras knew why eclipses happened. By the Hellenistic period, in the 200s BC, Aristarchus figured out that the moon went around the earth, and (based on the work of the Libyan Eratosthenes) about how big the moon was.
The development of astronomy by the Greek and Hellenistic astronomers is to be a major phase in the history of astronomy. Greek astronomy is characterized from the start by seeking a rational, physical explanation for celestial phenomena. Most of the constellations of the northern hemisphere derive from Greek astronomy, as are the names of many stars, asteroids, and planets. It influenced Indian, Arabic-Islamic and Western European astronomy. Philolaus (c. 480 BC–c. 405 BC) the Pythagorean described a cosmos with the stars, planets, Sun, Moon, Earth, and a counter-Earth (Antichthon) ten bodies in all circling an unseen central fire. Such reports show that Greeks of the 6th and 5th centuries BC were aware of the planets and speculated about the structure of the cosmos. Also, a more detailed description about the cosmos, Stars, Sun, Moon and the Earth can be found in the Orphism, which dates back to the end of the 5th century BC, and it is probably even older. Within the lyrics of the Orphic poems we can find remarkable information such as that the Earth is round, it has an axis and it moves around it in one day, it has three climate zones and that the Sun magnetizes the Stars and planets. In the 3rd century BC, Aristarchus of Samos proposed an alternate cosmology (arrangement of the universe): a heliocentric model of the solar system, placing the Sun, not the Earth, at the center of the known universe ("Greek Copernicus"). His astronomical ideas were not well-received, however, and only a few brief references to them are preserved. We know the name of one follower of Aristarchus: Seleucus of Seleucia. Aristarchus also wrote a book On the Sizes and Distances of the Sun and Moon, which is his only work to have survived. In this work, he calculated the sizes of the Sun and Moon, as well as their distances from the Earth in Earth radii.
On the Sizes and Distances (of the Sun and Moon) (Peri megethon kai apostematon) is widely accepted as the only extant work written by Aristarchus of Samos, an ancient Greek astronomer who lived circa 310–230 BCE. This work calculates the sizes of the Sun and Moon, as well as their distances from the Earth in terms of Earth's radius.
Shortly afterwards, Eratosthenes calculated the size of the Earth, providing a value for the Earth radii which could be plugged into Aristarchus' calculations. Hipparchus wrote another book On the Sizes and Distances of the Sun and Moon, which has not survived. Both Aristarchus and Hipparchus drastically underestimated the distance of the Sun from the Earth.  Hipparchus is considered to have been among the most important Greek astronomers, because he introduced the concept of exact prediction into astronomy. He was also the last innovative astronomer before Claudius Ptolemy, a mathematician who worked at Alexandria in Roman Egypt in the 2nd century. Ptolemy's works on astronomy and astrology include the Almagest, the Planetary Hypotheses, and the Tetrabiblos, as well as the Handy Tables, the Canobic Inscription, and other minor works. The Almagest is one of the most influential books in the history of Western astronomy. In this book, Ptolemy explained how to predict the behavior of the planets, as Hipparchus could not, with the introduction of a new mathematical tool, the equant. The Almagest gave a comprehensive treatment of astronomy, incorporating theorems, models, and observations from many mathematicians. This fact may explain its survival, in contrast to more specialized works that were neglected and lost.
A True Story is a novel written in the second century AD by Lucian of Samosata (ancient city in river Euphrates), a Greek-speaking author of Syrian descent. The novel is a satire of outlandish tales which had been reported in ancient sources, particularly those which presented fantastic or mythical events as if they were true. It is Lucian's most well-known work. It is the earliest known work of fiction to include travel to outer space, alien lifeforms, and interplanetary warfare. As such, A True Story has been described as "the first known text that could be called science fiction". The novel begins with an explanation that the story is not at all "true" and that everything in it is, in fact, a complete and utter lie. The narrative begins with Lucian and his fellow travelers journeying out past the Pillars of Heracles, in the Atlantic Ocean. Blown off course by a storm, they come to an island (America) with a river of wine filled with fish and bears, a marker indicating that Heracles and Dionysus have traveled to this point, and trees that look like women. Shortly after leaving the island, they are caught up by a whirlwind and taken to the Moon, where they find themselves embroiled in a full-scale war between the king of the Moon and the king of the Sun over colonization of the Morning Star. Both armies include bizarre hybrid lifeforms. The armies of the Sun win the war by clouding over the Moon and blocking out the Sun's light. Both parties then come to a peace agreement. Lucian then describes life on the Moon and how it is different from life on Earth. 
After returning to Earth, the adventurers are swallowed by a 200-mile-long (320 km) whale, in whose belly they discover a variety of fish people, whom they wage war against and triumph over. They kill the whale by starting a bonfire and escape by propping its mouth open. Next, they encounter a sea of milk, an island of cheese, and the Island of the Blessed. There, Lucian meets the heroes of the Trojan War, other mythical men and animals, as well as Homer and Pythagoras. They find sinners being punished, the worst of them being the ones who had written books with lies and fantasies, including Herodotus and Ctesias. After leaving the Island of the Blessed, they deliver a letter to Calypso given to them by Odysseus explaining that he wishes he had stayed with her so he could have lived eternally. They then discover a chasm in the ocean, but eventually sail around it, discover a far-off continent and decide to explore it.The book ends abruptly with Lucian stating that their future adventures will be described in the upcoming sequels.
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Moon
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Selene
http://www.halexandria.org/dward200.htm
https://www.varchive.org/itb/sansmoon.htm
https://en.m.wikipedia.org/wiki/A_True_Story
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Aristarchus_On_the_Sizes_and_Distances
https://quatr.us/history/moon-greek-astronomy.htm
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Ancient_Greek_astronomy
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Arcadians
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Arcadia_(ancient_region)#Arcadians
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Lykosoura
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Pelasgus
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Lycaon_of_Arcadia
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Arcas
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Pelasgians

Επίδαμνος ή Δυρράχιον : Η ιστορία και ο πολιτισμός της πρωτεύουσας της Νέας Ηπείρου (ελληνικής Ιλλυρίας)

Το Δυρράχιο είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη και το κυριότερο λιμάνι της Αλβανίας. Βρίσκεται στις ακτές της κεντρικής Αλβανίας, περίπου 33 χιλιόμετρα δυτικά της πρωτεύουσας Τίρανα. Είναι μια από τις αρχαιότερες και οικονομικά σημαντικότερες πόλεις της Αλβανίας. Το Δυρράχιο βρίσκεται απέναντι από τα Ιταλικά λιμάνια του Μπάρι και του Μπρίντιζι. Έχει το μεγαλύτερο λιμάνι της Αλβανίας και το νεότερο δημόσιο πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο Αλεξάντερ Μοϊσίου. Έχει πληθυσμό 115.550 κατοίκους, ενώ η μητροπολιτική περιοχή έχει πληθυσμό 265.530. Είναι επίσης το σημείο συνάντησης των εθνικών οδών SH2 και SH4. Ιδρυμένο τον 7ο αιώνα π.Χ. από Ελληνες αποίκους, από την Κόρινθο και την Κέρκυρα με το όνομα Επίδαμνος, κατοικείται συνεχώς επί 2.700 χρόνια και είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Αλβανίας. Υπήρξε πρωτεύουσα της Αλβανίας από τις 7 Μαρτίου 1914 μέχρι τις 11 Φεβρουαρίου 1920. Μεταξύ άλλων σημαντικών κτιρίων στο Δυρράχιο είναι η βιβλιοθήκη, το πολιτιστικό κέντρο Αλεξάντερ Μοϊσίου, το Θέατρο Εστράντα, το κουκλοθέατρο και η φιλαρμονική ορχήστρα. Υπάρχουν επίσης αρκετά μουσεία, όπως το Αρχαιολογικό, η Βασιλική Επαυλη και το Ιστορικό Μουσείο. Στην πόλη υπάρχουν επίσης τα Αρχαία Τείχη, ονόματι Κάστρο του Δυρραχίου, και κοντά στο λιμάνι το αμφιθέατρο, ένα από τα μεγαλύτερα στα Βαλκάνια.
Το μεγάλο Ρωμαϊκό Αμφιθέατρο του Δυρραχίου χτίστηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. επί βασιλείας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού, βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και έχει ανασκαφεί μόνο κατά το ήμισυ. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα αμφιθέατρα στη Βαλκανική χερσόνησο, είχε κάποτε χωρητικότητα 20.000 ανθρώπων και δεν υπάρχει ανάλογό του στην Αλβανία. Ανακαλύφθηκε περί το 1910 και σήμερα έχει γίνει δημοφιλής τουριστικός προορισμός. Είναι υποψήφιο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Το αμφιθέατρο χρησιμοποιήθηκε για εκδηλώσεις μέχρι τον 5ο αιώνα μ.Χ., και επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπου ανήκε, μετά την υιοθέτηση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας. Τον 6ο αιώνα χτίστηκε στο αμφιθέατρο παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Άγιο Αστιο, πρώτο επίσκοπο του Δυρραχίου και μάρτυρα, στρωμένο με ψηφιδωτά. Το ένα τρίτο περίπου του χώρου ανακαλύφθηκε και ανασκάφηκε περί το 1910, το υπόλοιπο τη δεκαετία του 1960. Μετά την ανασκαφή το αμφιθέατρο σταδιακά ερειπώθηκε, καθώς δεν αναλήφθηκαν εργασίες συντήρησης μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα και συνεχιζόταν η ανοικοδόμηση γύρω από το χώρο. Το 2004 το Πανεπιστήμιο της Πάρμας ξεκίνησε εργασίες αποκατάστασης για τη διάσωση του μνημείου. Το αμφιθέατρο έχει ελλειπτικό σχήμα με άξονες 132.4 και 113.2 μέτρων. Η αρένα είναι 61.4 επί 42.2 μέτρα και το ύψος του 20 μέτρα. Είναι χτισμένο στην πλαγιά λόφου και μέσα στο αμφιθέατρο υπάρχουν σκάλες και στοές σε διαφορετικά επίπεδα. Διατηρείται το παρεκκλήσι με τα ψηφιδωτά. Ο χώρος σήμερα λειτουργεί ως μουσείο. Το αμφιθέατρο περιβάλλεται από παντού από την πόλη του Δυρραχίου και τμήμα της ίδιας της αρένας έχει επικαλυφθεί με σύγχρονες κατοικίες. Οι οικιστικές πιέσεις απειλούν τη μακροπρόθεσμη διατήρηση του μνημείου. Ο Δήμος του Δυρραχίου σχεδιάζει τώρα να απομακρύνει τις κατοικίες. Υπάρχουν διαδικαστικές δυσχέρειες και τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες σιγά-σιγά υποβαθμίζονται. Το 2013 το αμφιθέατρο καταγράφηκε, μαζί με άλλα 13 μνημεία από την Europa Nostra ως ένα από τα περισσότερο απειλούμενα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ευρώπη.
Η περιοχή είχε κατακτηθεί στην διάρκεια της Μέσης Χαλκοκρατίας (Μεσοελλαδική, 1900-1600 π.Χ.) από ελληνόφωνα φύλα της Δυτικής (Ηπειρωτικής) ομάδας, τα οποία κατείχαν επίσης την ακτή του Ιονίου και εκτεταμένο τμήμα της ενδοχώρας, μέχρι την Πελαγονία, την Λυγκηστίδα και την κοιλάδα του Αλιάκμονα. Η μεγάλη φρυγική μετανάστευση θα έχει ως αποτέλεσμα η περιοχή της κεντρικής Αλβανίας να περάσει στην κατοχή ενός λαού, που αναφέρεται στις ιστορικές πηγές ως Βρύγες. Αυτά τα γεγονότα τοποθετούνται στην διάρκεια του 12ου αιώνα π.Χ. και η κατάληψη της περιοχής της Επιδάμνου από τους Βρύγες, λίγο αργότερα, γύρω στο 1080-1050 π.Χ. Στην συνέχεια σημειώνεται η άφιξη των πρώτων ιλλυρικών φύλων στην περιοχή, των Ταυλαντίων και των Παρθίνων, που προσδιορίζεται χρονικά γύρω στο 1050-1000 π.Χ. Το δεύτερο μέρος της Φρυγικής κυριαρχίας, η Ύστερη Φρυγική Περίοδος τοποθετείται μεταξύ 950 - 800 π.Χ. Σημειώνεται απώλεια της κυριαρχίας των Φρυγών βορείως της λίμνης Αχρίδος και του ποταμού Γενούσου (Σκούμπι), λόγω της ισχυροποιήσεως και επεκτάσεως των Ιλλυρικών φύλων. Οι Φρύγες, θα συνεχίσουν να επικοινωνούν μέχρι το 850 π.Χ. περίπου, με τις Δυτικές περιοχές τους στα παράλια της Αδριατικής και την Ιταλία, μέσω της πεδιάδας της Κορυτσάς, όπου η αρχαιολογική έρευνα διαπίστωσε ότι οι τελευταίες ταφές που αποδίδονται σε Φρύγες διακόπτονται τότε. Τα προϊόντα που εξάγονται από τις Φρυγικές περιοχές της Μακεδονίας ήσαν κυρίως μεταλλικά αντικείμενα (οι Φρύγες σπουδαίοι μεταλλουργοί), υφαντά και γαλακτοκομικά προϊόντα. Το βασικό θεμέλιο της Οικονομίας τους αποτελούσε η συστηματική κτηνοτροφία, που ήταν και η κύρια πηγή πλούτου. Γύρω στο 800 π.Χ. σημειώνονται μεγάλες ανακατατάξεις: Οι Φρύγες αποχωρούν από την Μακεδονία και τις γύρω περιοχές και σύμφωνα με την παράδοση, μεταναστεύουν μαζικά προς την Μικρά Ασία, όπου ήδη είχε καταλήξει ένα σημαντικό τμήμα της Φρυγικής μετανάστευσης του 12ου αιώνα π.Χ. Ως βασική αιτία η εντεινόμενη πίεση των πολεμοχαρών Ιλλυρικών φύλων, τα οποία ήδη χρησιμοποιούν σιδερένια όπλα σε μεγάλες ποσότητες, γεγονός που τους προσέδιδε σαφή πολεμική υπεροχή.
Η Επίδαμνος είναι αρχαία ελληνική πόλη, που ιδρύθηκε το 627 π.Χ. ως αποικία των Κερκυραίων στις ιλλυρικές ακτές και ονομάζεται τώρα Δυρράχιο. Αν και αποικίστηκε από Κερκυραίους πολίτες, αρχηγός της αποικίας ήταν ένας Κορίνθιος, ο Φαλίας ο γιος του Ερατοκλείδη. Αυτό είχε γίνει προς τιμή της αρχικής μητρόπολης, αφού η Κόρινθος ήταν μητρόπολη της Κέρκυρας. Η πόλη της Επιδάμνου έγινε γνωστή για τις εμπορικές δραστηριότητές της, αλλά και για το γεγονός ότι οι διαμάχες της αποτέλεσαν μια από τις αφορμές για το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η Επίδαμνος άκμαζε εμπορικά και πολιτισμικά, αλλά είχε έντονες πολιτικές διαμάχες στο εσωτερικό της και σημαντικές τριβές με τους ντόπιους, τους "βαρβάρους Ταυλαντίους" που ανήκαν στο ιλλυρικό έθνος και ζούσαν στην ενδοχώρα ή πάντως κοντά στην ελληνική αποικία. Ο Στράβων μνημονεύει τους Ταυλάντιους μαζί με άλλα γειτονικά τους φύλα, τους Βυλλίονες, τους Παρθίνους και τους Βρύγους (=Βρύγες, Φρύγες). Οι νεώτεροι ιστορικοί έχουν ανιχνεύσει την αρχαιότερη Ιστορία των Ταυλαντίων και των λαών της περιοχής, μέχρι τις απαρχές της. Σύμφωνα λοιπόν με τις πλέον πρόσφατες απόψεις οι Ταυλάντιοι αποτελούσαν μια ομάδα φύλων (ένα από αυτά ήσαν οι Άβροι), που κυριάρχησε κατά περιόδους το μεγαλύτερο τμήμα της πεδιάδος μεταξύ των ποταμών Αώου στα νότια και Δρίλωνος στον βορρά.
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ : "Βρισκόμαστε μπροστά στην ίδρυση μιας νέας αποικίας που στελεχώνεται κυρίως από Κερκυραίους, αλλά την ηγεσία ασκεί Κορίνθιος, αφού οι πατροπαράδοτοι νόμοι ορίζουν ότι κάθε αποικία οφείλει να τιμά την μητρόπολη και η Κέρκυρα ήταν αποικία των Κορινθίων. Μ’ άλλα λόγια μια αποικία (η Κέρκυρα) ιδρύει μια νέα αποικία (την Επίδαμνο) πράγμα που σημαίνει ότι η τελική αφετηρία όλων είναι η Κόρινθος: «Με τον καιρό η Επίδαμνος έγινε πόλη μεγάλη και πολυάνθρωπη. Ύστερα όμως από εμφύλιες διαμάχες που κράτησαν, όπως λέγεται, πολλά χρόνια, κάποιος πόλεμος με τους γειτονικούς βαρβάρους έφερε σε παρακμή την Επίδαμνο και τη στέρησε από το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής της. Τέλος, λίγα χρόνια πριν αρχίσει ο πόλεμος που εξιστορώ, οι δημοκρατικοί της Επιδάμνου έδιωξαν τους ολιγαρχικούς, οι οποίοι ενώθηκαν με τους βαρβάρους κι έκαναν ληστρικές επιδρομές εναντίον των κατοίκων της πόλης κι από στεριά κι από θάλασσα. Οι Επιδάμνιοι, επειδή βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, έστειλαν πρέσβεις στην Κέρκυρα, που ήταν μητρόπολή τους, ζητώντας να μην βλέπει αδιάφορη την καθημερινή φθορά τους, αλλά να βοηθήσει να συμβιβαστούν με τους εξόριστους ολιγαρχικούς και να κλειστεί ειρήνη με τους βαρβάρους"..... Οι Κερκυραίοι όμως αρνήθηκαν τη βοήθεια κι έστειλαν πίσω τους πρέσβεις άπρακτους. Τα αίτια της άρνησης δεν ξεκαθαρίζονται. Το σίγουρο είναι ότι οι Επιδάμνιοι, μπροστά στο αδιέξοδο, θυμήθηκαν ξανά την Κόρινθο, ως πρωταρχική μητρόπολη, αφού ιδρυτής της πόλης ήταν Κορίνθιος. Έστειλαν μάλιστα και απεσταλμένους στο μαντείο των Δελφών προκειμένου να μάθουν τη γνώμη των θεών για το αν πρέπει να απευθυνθούν στην Κόρινθο. Όταν έλαβαν τη θετική απάντηση του μαντείου έστειλαν αμέσως πρέσβεις στην Κόρινθο: «Οι Κορίνθιοι υποσχέθηκαν να στείλουν βοήθεια, τόσο γιατί πίστευαν ότι ενεργούσαν σύμφωνα με το δίκιο μια και θαρρούσαν πως η Επίδαμνος δεν ήταν λιγότερο δική τους αποικία απ’ ό,τι των Κερκυραίων όσο και γιατί μισούσαν τους Κερκυραίους, επειδή, αν κι ήταν άποικοί τους, παραμελούσαν τις υποχρεώσεις τους απέναντί τους...... "Γιατί οι Κερκυραίοι, αν και αρχικώς αδιάφοροι, όταν μαθαίνουν την επέμβαση των Κορινθίων, γίνονται έξαλλοι. Η μέχρι πρότινος άρνησή τους δεν έχει καμιά σημασία μπροστά στις ανεπιθύμητες εξελίξεις, αφού η αλαζονεία της δεδομένης κτήσης είναι η περιφρόνηση που γεννά ο εφησυχασμός και που μετατρέπεται σε θανάσιμο μίσος όταν κλονίζεται από αναπάντεχους ανταγωνιστές. Οι Κερκυραίοι υποτίμησαν το δράμα των Επιδάμνιων και προφανώς δεν θεώρησαν τους Ταυλάντιους σοβαρή απειλή για την κυριαρχία του τόπου." Ο Θουκυδίδης το καθιστά σαφές από την αρχή: «Για να εξηγήσω τους λόγους που οδήγησαν στη διάλυση της ειρήνης, πρώτα πρώτα έγραψα για τις αιτίες των παραπόνων που είχε ο ένας εναντίον του άλλου και για τις διαφορές τους, ώστε να μην ψάχνει κανείς μελλοντικά να βρει γιατί έγινε ένας τόσο μεγάλος πόλεμος ανάμεσα στους Έλληνες. Η πιο αληθινή λοιπόν, αλλά και η λιγότερο ομολογούμενη αιτία ήταν, νομίζω, το γεγονός ότι η δύναμη των Αθηναίων γινόταν όλο και πιο μεγάλη, πράγμα που φόβισε τους Λακεδαιμονίους και τους ανάγκασε να πολεμήσουν». Οι Κερκυραίοι, βαθείς γνώστες του ιμπεριαλιστικού παιχνιδιού, όταν στέλνουν πρέσβεις στους Αθηναίους για να ζητήσουν βοήθεια μπαίνουν αμέσως στο ψητό: «Όσο για τον πόλεμο, στον οποίο εμείς θα μπορούσαμε να σας φανούμε χρήσιμοι, αν κανείς σας νομίζει πως τούτος δε θα γίνει, πλανιέται και δεν καταλαβαίνει πως οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή σας φοβούνται, θέλουν τον πόλεμο, κι ότι οι Κορίνθιοι, που είναι εχθροί σας κι έχουν μεγάλη επιρροή πάνω τους, χτυπούν σήμερα εμάς για να επιτεθούν κατόπιν εναντίον σας».
Το 314 π.Χ. η Επίδαμνος κατελήφθη από τον Κάσσανδρο της Μακεδονίας, αλλά οι Κερκυραίοι θεώρησαν πιο σύμφορο η πόλη να διοικείται από Ιλλυριούς. Εξεδίωξαν τον Κάσσανδρο και παρέδωσαν την Επίδαμνο στον Ιλλυριό βασιλιά Γλαυκία. Κάποια στιγμή ως βασίλισσα της περιοχής αναφέρεται η Τεύτα, ιλλυρικής εθνότητας επίσης. Το 296 π.Χ., η περιοχή των Ταυλαντίων θα προσαρτηθεί στο Βασίλειο του Πύρρου της Ηπείρου. Μετά τον θάνατο του Πύρρου, το 272 π.Χ. και την γοργή παρακμή της Ηπείρου, οι Ταυλάντιοι θα ανακτήσουν την ανεξαρτησία τους, αλλά σύντομα θα υποταχθούν στην ανερχόμενη δύναμη των Δαρδάνων. Το δεύτερο όμως μισό του 3ου αιώνα π.Χ. είναι η εποχή της ακμής των Αρδιαίων και του ηγεμόνα τους Άγρωνος, οι οποίοι όχι μόνον θα κυριαρχήσουν στην Ιλλυρίδα, αλλά θα διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή. Οι Ρωμαίοι, τους οποίους οι Αρδιαίοι παρενοχλούσαν συχνά και απειλούσαν την κυριαρχία τους στην Αδριατική, μετά την οριστική κατάκτηση της Μακεδονίας το 168/167 π.Χ. θα στραφούν τελικώς εναντίον του ηγεμόνος των Αρδιαίων Γένθιου, ο οποίος είχε συμμαχήσει με τους Μακεδόνες. Μέσα σε 30 μέρες οι Αρδιαίοι θα συντριβούν και ο Γένθιος, η σύζυγός του Ετλέβα, ο αδελφός του Καραβάντιος και τα δυό του παιδιά, Σκερδιλαΐδας και Πλευράτος θα σταλούν αλυσσοδεμένοι στην Ρώμη. Οι Ταυλάντιοι, που βοήθησαν τους Ρωμαίους θα ανταμειφθούν με αυτονομία και απαλλαγή από τον φόρο υποτελείας. Η πόλη κατελήφθη από τους Ρωμαίους και το 229 π.Χ. οι Ιλλυριοί επανήλθαν για να τη διεκδικήσουν. Κατέλαβαν προσωρινά την Κέρκυρα και την Επίδαμνο, αλλά οι Ρωμαίοι αστραπιαία ανακατέλαβαν και τις δύο. Από τότε η πόλη έμεινε σε ρωμαϊκά χέρια και αναφέρεται στο εξής ως Δυρράχιο επειδή η λατινική επιρροή μετέβαλε σε δυσοίωνο το αρχαιοελληνικό όνομά της -στα λατινικά το δεύτερο συνθετικό παρέπεμπε στο επίθετο damno που σήμαινε καταραμένο και καταδικασμένο σε θάνατο. Οι Ταυλάντιοι θα έχουν την τύχη των υπολοίπων ιλλυρικών φύλων στην διάρκεια της ρωμαιοκρατίας και βαθμιαία θα εξαφανισθούν από τις ιστορικές αναφορές.
Την Ήπειρο διέσχιζαν παρακλάδια της ρωμαϊκής Εγνατίας οδού, που εξασφάλιζαν την επικοινωνία με την Κεντρική και Νότια Ελλάδα. Στις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα η Ήπειρος γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της, όταν στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης της επαρχιακής διοίκησης από τον αυτοκράτορα Τραϊανό (98-117 μ.Χ.), αποτέλεσε αυτόνομη επαρχία με πρωτεύουσα τη Νικόπολη, όπου είχε την έδρα του ο Ρωμαίος επίτροπος-διοικητής της επαρχίας. Η ακμή της διάρκεσε ενάμιση περίπου αιώνα και συγκεκριμένα ως το 235 μ.Χ., οπότε με την κρίση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τις επακόλουθες βαρβαρικές επιδρομές δέχτηκε και αυτή όλες τις αρνητικές συνέπειες. Μετά από μισό αιώνα παρακμής, η Ήπειρος κατάφερε να ορθοποδήσει μόνο στα χρόνια του Διοκλητιανού (Τετραρχία), με τις διοικητικές του μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούσαν στην ίδρυση μικρότερων επαρχιών. Τότε η Ήπειρος διαιρέθηκε σε δυο επαρχίες, στην «Παλαιά Ήπειρο» (Epirus Vetus) και τη «Νέα Ήπειρο» (Epirus Nova), που υπάγονταν στη «Διοίκηση» των Μοισιών. H «Παλαιά ΄Ηπειρος», με πρωτεύουσα τη Νικόπολη, που υπαγόταν από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη «Διοίκηση» της Μακεδονίας, είχε συμπεριλάβει μέσα στα όριά της, εκτός από την Ακαρνανία, ολόκληρη την Ήπειρο ως τα Κεραύνια όρη (προς βορρά), καθώς και τρία νησιά του Ιονίου, την Κέρκυρα, τη Λευκάδα και την Ιθάκη. Η «Νέα Ήπειρος» με πρωτεύουσα το Δυρράχιο είχε συμπεριλάβει στα όρια της την νότια και κεντρική Αλβανία (2/3 της χώρας περίπου) ανήκε αρχικά στην ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας. Η Νέα Ήπειρος (Epirus Nova) ή Ελληνική Ιλλυρία (Illyria Graeca) ή κυρίως Ιλλυρία (Illyris proper) ήταν επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ιδρύθηκε από τον Διοκλητιανό κατά την αναδιάρθρωση των μεθοριακών επαρχιών. Μέχρι τότε η επαρχία ανήκε στην επαρχία της Μακεδονίας. Το Δυρράχιο (ή Επίδαμνος) καθιερώθηκε ως πρωτεύουσα της Νέας Ηπείρου. Η περιοχή της Νέας Ηπείρου αντιστοιχούσε σε ένα τμήμα της Ιλλυρίας που ήταν τότε «εν μέρει Ελληνικό και εν μέρει εξελληνισμένο». Η οικονομία τονώθηκε σε μεγάλο βαθμό από την κατασκευή της Εγνατίας Οδού, την εγκατάσταση Ρωμαίων εμπόρων στις πόλεις, και την ίδρυση Ρωμαϊκών αποικιών. Η Αυτοκρατορική κυβέρνηση έφερε, μαζί με τους δρόμους και το διοικητικό της σύστημα, την οικονομική άνθηση, που ωφέλησε τόσο τη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη όσο και τα λαϊκά στρώματα. Με τεράστιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και πλούσια βοσκοτόπια, οι μεγάλες ηγετικές οικογένειες συσσώρευσαν τεράστιες περιουσίες, που βασίζονταν στην εργασία δούλων. Η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των παραγωγικών τάξεων επέφερε αύξηση του αριθμού των τεχνιτών και βιοτεχνών στην περιοχή. Πετράδες, ανθρακωρύχοι, σιδεράδες, κ.α. απασχολούντο σε κάθε είδους εμπορική δραστηριότητα και τέχνη. Ελληνες επίσης απασχολούντο ευρέως ως καθηγητές, δάσκαλοι και γιατροί σε όλο το Ρωμαϊκό κόσμο. Η οικονομία εξαγωγών βασιζόταν ουσιαστικά στη γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ εξάγονταν επίσης σίδηρος, χαλκός και χρυσός, μαζί με προϊόντα, όπως ξυλεία, ρητίνη, πίσσα, κάνναβη, λινάρι και ψάρις.
Η Ήπειρος περιήλθε στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όταν διαιρέθηκε η αυτοκρατορία το 395 μ.χ.. Η Υπαρχία Ιλλυρικού ή Επαρχότης του πραιτορίου του Ιλλυρικού ήταν μια από τις τέσσερις Υπαρχίες στις οποίες διαιρούνταν η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μέχρι τον 7ο αιώνα, οπότε οι Υπαρχίες αντικαταστάθηκαν με τα βυζαντινά Θέματα. Το διοικητικό κέντρο της Υπαρχίας ήταν το Σίρμιο (375-379) στην Παννονία και μετά το 379 η Θεσσαλονίκη. Ο διοικητής της Θεσσαλονίκης έμεινε ως Ύπαρχος ως τον 9ο αιώνα, αλλά λίγο πριν το 840 δημιουργήθηκε χωριστό Θέμα Θεσσαλονίκης με επικεφαλής στρατηγό. Ο Αναστάσιος Α΄ ο Δίκορος (431 -518) Βυζαντινός αυτοκράτοραςαπό το 491 έως το 518. Ο Φλάβιος Αναστάσιος γεννήθηκε περί το 431 στο Δυρράχιο από γονείς ταπεινής καταγωγής και είχε ένα ιδιαίτερο φυσικό χαρακτηριστικό. Οι κόρες των ματιών του είχαν διαφορετικό χρώμα, έτσι το ένα μάτι φαινόταν μαύρο ενώ το άλλο γαλανό, για αυτό και τον ονόμαζαν Δίκορο. Πολύ νέος ήλθε στην Κωνσταντινούπολη και έγινε δεκτός στην υπηρεσία των ανακτόρων. Προήχθη σε δευτερεύουσα θέση αυλικού, αυτή του σιλεντιάριου. Απέκτησε όμως φήμη για τις διοικητικές του ικανότητες και εξασφάλισε την εύνοια της κόρης του αυτοκράτορα Λέοντα Α’, Αριάδνης. Μετά το θάνατο του Ζήνωνα, η χήρα πλέον αυτοκράτειρα, Αριάδνη, προώθησε και ανέβασε στο θρόνο, στις 11 Απριλίου 491, τον εκλεκτό της αυλικό Αναστάσιο. Σαράντα ημέρες μετά την αναγόρευσή του σε αυτοκράτορα, τον παντρεύτηκε, εξακολουθώντας έτσι να αναμειγνύεται στις υποθέσεις της αυτοκρατορίας. Για την εξασφάλιση των συνόρων ο Αναστάσιος έκτισε το οχυρό Δάρας στην Μεσοποταμία, το οποίο αναπτύχθηκε σε πόλη που ονομάστηκε Αναστασιούπολη. Ήταν από τους ελάχιστους αυτοκράτορες που άφησε γεμάτα τα δημόσια ταμεία, εφόσον μετά τον θάνατό του υπήρχαν στο κρατικό θησαυροφυλάκιο 350.000 λίτρες χρυσού. Από τα μεγαλύτερα δημόσια έργα του ήταν η κατασκευή νέου τείχους γύρω από την πρωτεύουσα, το οποίο περιέλαβε όλα τα κτίσματα που είχαν κτισθεί πέρα από το Θεοδοσιανό τείχος. Έτσι έκτισε το Αναστασιανό τείχος της Κωνσταντινούπολης, ενισχυμένο με πύργους που επικοινωνούσαν με εσωτερικούς διαδρόμους. Ο Αναστάσιος πέθανε το 518 χωρίς να αφήσει απογόνους. Είχε βέβαια τρεις ανεψιούς, από τους οποίους όμως δεν εξέλεξε κανένα για διάδοχό του. Πολλοί σύγχρονοί του έγραψαν ατελείωτους επαίνους για τα έργα του και την προσφορά του στην αυτοκρατορία, ενώ άλλοι τον πολέμησαν με φανατισμό, επικρίνοντας τα θρησκευτικά του πιστεύω και τη στάση του απέναντι στην Εκκλησία. Όπως και να έχουν τα πράγματα, μπορεί μεν να μην έφερε το χρυσό αιώνα στο Βυζάντιο, πέτυχε όμως όσο λίγοι να αντιμετωπίσει πολλούς εξωτερικούς κινδύνους, να ανακουφίσει τις λαϊκές μάζες, να προάγει την τεχνολογία, την οικονομία και τη δικαιοσύνη.
Τον 4ο αιώνα το Δυρράχιο έγινε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας "Epirus nova". Υπήρξε η γενέτειρα του αυτοκράτορα Αναστάσιου Α΄ το 430. Λίγο αργότερα το Δυρράχιο χτυπήθηκε από ισχυρό σεισμό που κατέστρεψε τις οχυρώσεις της πόλης. Ο Αναστάσιος Α΄ ξανάχτισε και ενίσχυσε τα τείχη της πόλης, δημιουργώντας έτσι τις ισχυρότερες οχυρώσεις στα δυτικά Βαλκάνια. Τα ύψους 12 μέτρων τείχη ήταν τόσο παχιά που, σύμφωνα με τη Βυζαντινή ιστορικό Άννα Κομνηνή τέσσερις ιππείς μπορούσαν να ιππεύουν πάνω τους παράλληλα. Διατηρούνται ακόμη σημαντικά τμήματα των οχυρώσεων της αρχαίας πόλης, αν και έχουν απομειωθεί πολύ με την πάροδο των αιώνων. Το Κάστρο του Δυρραχίου είναι ένα κάστρο, κτίσμα του 5ου ή 6ου αιώνα, που βρίσκεται στο Δυρράχιο, της σημερινής Αλβανίας. Το κάστρο χτίστηκε από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αναστάσιο Α΄. Εκείνη την εποχή ο Αναστάσιος έκανε την πόλη μία από τις πιο οχυρωμένες πόλεις στην Αδριατική. Επισκευές έγιναν σε πολλά τμήματα του τείχους μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1273. Αυτή τη στιγμή μεσαιωνικά τείχη έχουν 4,6 μέτρα ύψος και τρεις πύλες, μερικοί από τους πύργους οχύρωσης σώζονται σχεδόν στο ένα τρίτο του αρχικού μήκους των τειχών του κάστρου.
Το Δυρράχιο και οι γύρω επαρχίες υπέφεραν πολύ από βαρβαρικές επιδρομές κατά τις Μεγάλες Μεταναστεύσεις. Πολιορκήθηκε το 481 από το Θευδέριχο το Μέγα, βασιλιά των Οστρογότθων, και τους επόμενους αιώνες αναγκάστηκε να αποκρούσει πολλές επιθέσεις των Βουλγάρων. Aνεπηρέαστη από την κατάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η πόλη διατηρήθηκε υπό τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως σημαντικό λιμάνι και κύριος κόμβος μεταξύ Αυτοκρατορίας και Δυτικής Ευρώπης. Η πόλη και οι γύρω ακτές αποτέλεσαν Βυζαντινή επαρχία (το Θέμα του Δυρραχίου) στις αρχές του 9ου αιώνα. Η Βυζαντινή κυριαρχία αμφισβητήθηκε από τους Βουλγάρους υπό το Συμεών το Μέγα, αλλά έμεινε στα χέρια των Βυζαντινών μέχρι τα τέλη του 10ου αιώνα, οπότε ο Σαμουήλ της Βουλγαρίας κατέλαβε την πόλη και την κράτησε μέχρι το 1005. Το Δυρράχιο πέρασε το Φεβρουάριο του 1082 από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό στους Νορμανδούς υπό το Ροβέρτο Γυϊσκάρδο και το γιο του Βοϊμόνδο, με τη Μάχη του Δυρραχίου. Ο Βυζαντινός έλεγχος αποκαταστάθηκε λίγα χρόνια αργότερα, αλλά η πόλη χάθηκε πάλι το 1185, αυτή τη φορά στο Νορμανδό Βασιλιά, Γουλιέλμο Β΄ της Σικελίας.
Το 1081, ο Αλέξιος Κομνηνός νικήθηκε στο Δυρράχιο από τους Νορμανδούς του Δούκα της Απουλίας Ροβέρτου Γυισκάρδου, που διεκδικούσε το θρόνο της Κωνσταντινούπολης, για να «προστατεύσει» τα δικαιώματα του γαμπρού του. Οι Νορμανδοί που σε συμμαχία με τον Πάπα Γρηγόριο Ζ κατέλαβαν την Κεφαλονιά και την Κέρκυρα προσπάθησαν να αποκλείσουν στην Αδριατική το στόλο της Βενετίας και πολιόρκησαν την βυζαντινή πρωτεύουσα του Ιλλυρικού, το Δυρράχιο, με 30.000 άνδρες και 150 πλοία.  Ο Αλέξιος Κομνηνός κατέφθασε με 20,000 άνδρες και στην αρχή, οι Βενετοί σύμμαχοι του Αλέξιου, νίκησαν τον στόλο του Ροβέρτου και διέλυσαν τη θαλάσσια πολιορκία. Η μάχη κατά παράταξη έξω από το Δυρράχιο, η μεν βυζαντινή δεξιά πτέρυγα έτρεψε σε φυγή την αριστερή πλευρά τον Νορμανδών όμως οι Βαράγκοι, (Βίκινγκς) του Αλεξίου που τους καταδίωξαν, περικυκλώθηκαν και κατεσφάγησαν, οπότε ο Αλέξιος εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης αφήνοντας τη νίκη στον Ροβέρτο, που όμως είχε μεγαλύτερες απώλειες. Οι Νορμανδοί είχαν 10.000 νεκρούς εκ των οποίων οι 500 Ιππότες και οι Βυζαντινοί 5,000. Από το Στρατό του Αλέξιου λιποτάκτησαν πάντως πολλοί Βούλγαροι και Τούρκοι μισθοφόροι. Ο Αλέξιος διατήρησε ένα στράτευμα περίπου 8.000 Ελλήνων. Μετά από αυτή τη μάχη, το Δυρράχιο, παραδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1082 και οι Νορμανδοί κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. 18 Οκτωβρίου 1081 μ.Χ. Μάχη του Δυρραχίου. Οι Βάραγγοι, μετά από την αρχική επιτυχία ενάντια στις δυνάμεις των Ιταλονορμανδών, απομονώθηκαν από το κύριο σώμα του στρατού, και την εκκλησία που προφύλασσαν μέσα καηκαν ολοσχερώς. Οι Νορμανδοί υπό τον Robert Guiscard κατέλαβαν την πόλη, και αργότερα την κωμόπολη της Καστοριάς, που εφρουρείτο από Βαράγγους. Εντούτοις, ο Νορμανδικός στρατός εχρονοτρίβησε, και χάνοντας μια μάχη στη Λάρισσα, έχασε όλα τα κέρδη του μέσα σε τέσσερα έτη.
Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους σταυροφόρους το 1204, ο Μιχαήλ Α' Κομνηνός Δούκας κατέλαβε την Ήπειρο και ίδρυσε το ανεξάρτητο Δεσποτάτο της Ηπείρου, με πρωτεύουσα την Άρτα. Το Δεσποτάτο περιλάμβανε εκτός από την Ήπειρο (και την Αλβανία), την Αιτωλία, την Ακαρνανία και περιοχές της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Το 1317 ή 1318 η περιοχή καταλήφθηκε από τους Σέρβους και παρέμεινε στην εξουσία τους μέχρι τη δεκαετία του 1350. Την εποχή εκείνη οι Πάπες, υποστηριζόμενοι από τους Ανδεγαυούς αύξησαν τη διπλωματική και πολιτική δραστηριότητά τους στην περιοχή, χρησιμοποιώντας τους Λατίνους επισκόπους, μεταξύ αυτών του αρχιεπισκόπου του Δυρραχίου. Η πόλη είχε γίνει θρησκευτικό του Καθολικισμού μετά την εγκατάσταση εκεί των Ανδεγαυών. Το 1272 εγκαταστάθηκε ένας Καθολικός αρχιεπίσκοπος και μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα υπήρχαν στο Δυρράχιο αρχιεπίσκοποι τόσο Καθολικός όσο και Ορθόδοξος. Δυο Ιρλανδοί προσκυνητές που επισκέφθηκαν την Αλβανία καθ' οδόν προς την Ιερουσαλήμ το 1322 ανέφεραν ότι το Δυρράχιο "κατοικείτο από Λατίνους, Έλληνες, άπιστους Εβραίους και βάρβαρους Αλβανούς". Το 1348 την περιοχή την κατέλαβαν προσωρινά Σέρβοι, υπό την αρχηγεία του Στέφανου Δουσάν, και αργότερα για ένα διάστημα κατέλαβαν κάποιες πόλεις Αρβανίτες. Το 1359 το Δεσποτάτο πέρασε στην επικράτεια του Βυζαντίου, αλλά όχι για πολύ. Λίγο πριν την Οθωμανική κατάκτηση, η Ήπειρος ελέγχονταν από την Ιταλική οικογένεια των Τόκκων. Παρά την εναλλαγή διοικήσεων και κατακτητών, τουλάχιστον οι πόλεις της Ηπείρου διατηρούσαν κυρίως Ελληνικό πληθυσμό. Όπως αναφέρεται σε πανηγυρικό κείμενο που γράφτηκε μεταξύ 1427-1446, "Αι δε πόλεις καθαρόν έτι σώζουσι το ελληνικόν γένος, ...".
Η Δημοκρατία της Βενετίας κατέλαβε την πόλη το 1392 και διατήρησε την πόλη, γνωστή ως Durazzo εκείνη την εποχή, ως τμήμα της Albania Veneta. Απέκρουσε μια πολιορκία από τον Οθωμανό Σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ το 1461, αλλά υποτάχθηκε στις Οθωμανικές δυνάμεις το 1501. To Δυρράχιο είχε γίνει Χριστιανική πόλη πολύ νωρίς. Η επισκοπή της ιδρύθηκε το 58 και αναβαθμίστηκε σε αρχιεπισκοπή το 449. Υπό την Τουρκική κυριαρχία πολλοί κάτοικοί της προσηλυτήσθηκαν στο Ισλάμ και ανεγέρθηκαν πολλά τζαμιά. Η πόλη μετονομάστηκε σε Ντιράτς αλλά υπό τους Οθωμανούς δεν ευημέρησε και η σημασία της υποχώρησε σημαντικά. Στα μέσα του 19ου αιώνα ο πληθυσμός της φέρεται να ήταν μόνο 1.000 άνθρωποι, σε περίπου 200 νοικοκυριά. Η παρακμή της επισημαινόταν στις αρχές του 20ού αιώνα από ξένους παρατηρητές : "Τα τείχη είναι ερειπωμένα, πλατάνια φυτρώνουν στα γιγαντιαία ερείπια της Βυζαντινής της ακρόπολης και το λιμάνι της, κάποτε άνετο και ασφαλές, σιγά - σιγά γεμίζει λάσπη". Κατά τα έτη 1899-1906 Μητροπολίτης Δυρραχίου διετέλεσε ο Προκόπιος Λαζαρίδης, ο οποίος όπου εργάστηκε με αφοσίωση για την πνευματική κατάρτιση των χριστιανών με ταυτόχρονη ειδική μέριμνα για τη στήριξη των κρυπτοχριστιανών της Βορείου Ηπείρου, που ήταν ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της περιοχής λόγω διώξεων που υφίσταντο. Ο Ισμαήλ Κεμάλ ύψωσε την Αλβανική σημαία στις 26 Νοεμβρίου 1912, αλλά η πόλη καταλήφθηκε από το Βασίλειο της Σερβίας τρεις ημέρες αργότερα κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Η πόλη έγινε η δεύτερη πρωτεύουσα της Αλβανίας στις 7 Μαρτίου 1914 υπό τη σύντομη εξουσία του Πρίγκιπα Γουλιέλμου του Βιντ. Παρέμεινε πρωτεύουσα της Αλβανίας μέχρι τις 11 Φεβρουαρίου 1920, οπότε το Συνέδριο της Λούσνιε έκανε νέα πρωτεύουσα τα Τίρανα. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η πόλη καταλήφθηκε από την Ιταλία το 1915, την Αυστροουγγαρία το 1916-1918 και από τους Συμμάχους τον Οκτώβριο του 1918. Έχοντας επανέλθει στην Αλβανική κυριαρχία το Δυρράχιο έγινε προσωρινή πρωτεύουσα της χώρας μεταξύ 1918 και Μαρτίου 1920. Τη δεκαετία του 1930 είχε στην πόλη υποκατάστημα η Τράπεζα Αθηνών. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Δυρράχιο και η υπόλοιπη Αλβανία είχαν προσαρτηθεί στο Βασίλειο της Ιταλίας μεταξύ 1939-1943 και καταλήφθηκαν κατόπιν από τη Ναζιστική Γερμανία μέχρι το 1944. Η στρατηγική σημασία του Δυρραχίου ως λιμανιού το κατέστησε σημαντικό στρατιωτικό στόχο και για τις δύο πλευρές. Ήταν το σημείο της αρχικής Ιταλικής απόβασης στις 7 Απριλίου 1939 καθώς και το εφαλτήριο για την αποτυχημένη Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα. Η πόλη υπέστη μεγάλες καταστροφές από Συμμαχικούς βομβαρδισμούς κατά τη διάρκεια του πολέμου και οι λιμενικές εγκαταστάσεις ανατινάχτηκαν από τους υποχωρούντες Γερμανούς το 1944.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Επίδαμνος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δυρράχιο
http://ethnologic.blogspot.com/2010/06/blog-post_27.html
http://ethnologic.blogspot.com/2009/12/blog-post_06.html
http://eranistis.net/wordpress/2013/10/20/ο-θουκυδίδης-και-η-έναρξη-του-πελοπονν/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ήπειρος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μακεδονία_(Ρωμαϊκή_επαρχία)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θέμα_Δυρραχίου
http://www.imma.edu.gr/imma/history/04.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Υπαρχία_Ιλλυρικού
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αναστάσιος_Α΄_ο_Δίκορος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κάστρο_του_Δυρραχίου
https://hellas-now.com/otan-vikingks-synantisan-ti-vyzantini-aftokratoria/
http://deltio11.blogspot.com/2017/10/1081.html
http://www.orp.gr/?p=3462
https://stefanosskarmintzos.wordpress.com/2011/10/14/βαραγγοι-ανατομία-της-αυτοκρατορική/

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Hellenistic and Roman Galilee : The cultural and historical background of early Christianity

In the modern common usage, Galilee refers to all of the area that is beyond Mount Carmel to the northeast, extending from Dan to the north, at the base of Mount Hermon, along Mount Lebanon to the ridges of Mount Carmel and Mount Gilboa north of Jenin to the south, and from the Jordan Rift Valley to the east across the plains of the Jezreel Valleyand Acre to the shores of the Mediterranean Sea and the coastal plainin the west, including Beth Shean's valley, Sea of Galilee's valley, and Hula Valley, although it usually does not include Haifa's immediate northern suburbs. By this definition it overlaps with much of the administrative Northern District of the country. Western Galilee is a common term referring to the western part of the Upper Galilee and its shore, and usually also the northwestern part of the Lower Galilee, mostly overlapping with Acre sub district. Galilee Panhandle is a common term referring to the "panhandle" in the east that extends to the north, where Lebanon is to the west, and includes Hula Valley and Ramot Naftali mountains of the Upper Galilee. Historically, the part of Southern Lebanon south of the east-west section of the Litani River also belonged to the region of Galilee, but the present article mainly deals with the Israeli part of the region. Most of Galilee consists of rocky terrain, at heights of between 500 and 700 m. Several high mountains are in the region, including Mount Tabor and Mount Meron, which have relatively low temperatures and high rainfall. As a result of this climate, flora and fauna thrive in the region, while many birds annually migrate from colder climates to Africa and back through the Hula–Jordan corridor. The streams and waterfalls, the latter mainly in Upper Galilee, along with vast fields of greenery and colourful wildflowers, as well as numerous towns of biblical importance, make the region a popular tourist destination. Due to its high rainfall 900 millimetres –1,200 millimetres, mild temperatures and high mountains (Mount Meron's elevation is 1,000–1,208 m), the upper Galilee region contains some distinctive flora and fauna.
The Siege of Tyre was orchestrated by Alexander the Great in 332 BC during his campaigns against the Persians. The Macedonian army was unable to capture the city, which was a strategic coastal base on the Mediterranean Sea, through conventional means because it was on an island and had walls right up to the sea. Alexander responded to this problem by first blockading and besieging Tyre for seven months, and then by building a causeway that allowed him to breach the fortifications. It is said that Alexander was so enraged at the Tyrians' defence of their city and the loss of his men that he destroyed half the city. According to Arrian, 8,000 Tyrian civilians were massacred after the city fell. Alexander granted pardon to all who had sought sanctuary (safety in the temple), including Azemilcus and his family, as well as many nobles. 30,000 residents and foreigners, mainly women and children, were sold into slavery. When Alexander destroyed Tyre, most of the towns on the route to Egypt quickly capitulated. However, Alexander met with resistance at Gaza. The stronghold was heavily fortified and built on a hill, requiring a siege. During the Siege of Gaza Alexander succeeded in reaching the walls by utilizing the engines he had employed against Tyre. After three unsuccessful assaults, the stronghold was taken by storm. Batis, the commander of the fortress of Gaza, expected to hold Egypt in subjection until the Persian Great King Darius III could raise another army and confront Alexander in a battle from this city. The fortress was located on an eminence, on the edge of a desert from which the surrounding area could be easily controlled. It controlled the main road that went from the Persian province of Syria to Egypt. The city, over 60 feet (18 m) high, was traditionally employed to control the surrounding area, which even then was a hotbed of dissent. Batis was aware that Alexander was marching down the coast, as he had just been victorious at Tyre. He therefore victualed Gaza for a long siege. It is likely that he was aware of Alexander's scheme of controlling the entire Mediterranean coast before moving into the interior of Persia. Batis refused to surrender to Alexander. When Gaza was taken, the male population was put to the sword and the women and children were sold into slavery. As a result of the Siege, Alexander was allowed to proceed south into Egypt securely, without his line of communications being threatened from the North by Batis from Gaza. Andromachus of Cyprus was an allied admiral of Alexander the Great during the Siege of Tyre in 332 BC. He may have been the same Andromachus who was shortly afterward appointed the governor of Coele-Syria, and was burnt to death by the Samaritans. Alexander punished the assassins of Andromachus. During the Hellenistic period, Samaria was largely divided between a Hellenizing faction based in Samaria (Sebastaea) and a pious faction, led by the High Priest and based largely around Shekhem and the rural areas. Samaria was a largely autonomous state nominally dependent on the Seleucid Empire until around 113 BCE, when the Jewish Hasmonean ruler John Hyrcanus destroyed the Samaritan temple and devastated Samaria.
Hellenistic Judaism was a form of Judaism that combined Jewish religious tradition with elements of Greek culture. The major literary product of the contact of Second Temple Judaism and Hellenistic culture is the Septuagint translation of the Hebrew Bible from Biblical Hebrew and Biblical Aramaic to Koiné Greek, Jewish Koiné Greek. Mentionable are also the philosophic and ethical treatises of Philo and the historiographical works of the other Hellenistic Jewish authors. The decline of Hellenistic Judaism started in the 2nd century CE. The conquests of Alexander the Great in the late 4th century BCE spread Greek culture and colonization a process of cultural change called Hellenization over non-Greek lands, including the Levant. This gave rise to the Hellenistic age, which sought to create a common or universal culture in the Alexandrian empire based on that of 5th- and 4th-century BCE Athens, along with a fusion of Near Eastern cultures. The period is characterized by a new wave of Greek colonization which established Greek cities and Kingdoms in Asia and Africa, the most famous being Alexandria in Egypt. New cities were established composed of colonists who came from different parts of the Greek world, and not from a specific metropolis ("mother city") as before. Jewish life in both Judea and the diaspora was influenced by the culture and language of Hellenism. The Greeks viewed Jewish culture favorably, while vice versa, Hellenism gained adherents among the Jews. The main religious issue dividing Hellenized Jews from traditional Jews was the application of biblical laws in a Hellenistic (or Roman or other non-Jewish) empire. Under the suzerainty of the Ptolemies and later the Seleucids, Judea witnessed a period of peace and protection of its institutions.
Judah Aristobulus I (Greek name for"best-advising"; reigned c. 104 - 103 BC) was the first ruler of the Hasmonean Dynasty to declare himself "king". He was the eldest of the five sons of John Hyrcanus, the previous leader. Aristobulus was not only just the first king from the Hasmonean lineage, but the first of any Hebrew kings to claim both the high priesthood and the kingship title. The Sadducees and the Essenes were not concerned about Aristobulus taking the title of king, but the Pharisees were infuriated: they felt that the kingship could only be held by descendants of the Davidic line (the Hasmoneans were Levites). The Pharisees began a massive rebellion, but Aristobulus died before any attempt to depose of him could occur. According to the directions of John Hyrcanus, the country after his death was to be placed in the hands of his wife, and Aristobulus was originally to receive the high-priesthood only. Aristobulus did not approve of his father's wishes, instead, he seized the crown with the support of his brother Antigonus. To secure his kingship, he had his mother placed in prison where she starved to death; and to ensure himself of any possible endangerment from his family, he placed his three brothers into prison except for Antigonus. Much of the Galilee region was annexed by Aristobulus, however, there was some resistance from the Ituraean tribes from the northern parts of the region. The terrain made campaigning difficult against the Galilee inhabitants. In the end, Aristobulus would eventually conquer much of the territory from them. The Golan region was also taken during the campaign and Mount Hermon as well. The conquered inhabitants were forced to accept the Jewish faith, primarily, circumcision was forcibly performed as the main step to conversion. Archaeological findings in eastern Galilee and lower Golan reveal massive ethnic changes in the area just before, during, and immediately after Aristobulus's reign. Beginning with John Hyrcanus and ending with Alexander Jannaeus, large numbers of pro-Hasmonean Jews immigrated into those territories to support Hasmonean political, economic, and religious ideology, displacing much of the pre-existing population. Although many of these towns were later seized by Roman forces who instituted pro-Hellenic policies, the previous Hasmonean influence survived and would incite conflict during and after the rule of Herod the Great.
Aristobulus's feeble health gradually lead his remaining reign under the control of a clique, at the head of which stood Queen Alexandra Salome, his wife. Through his machinations reign, he was led to suspect his favorite brother, Antigonus whom he had entrusted with a share in the government, and whom he treated almost as a coregent of designs against him. When he showed signs of disease, the queen conspired to murder Antigonus. She deceived the king with suggestions that Antigonus was attempting to overthrow him by force. Salome then convinced Antigonus that his king wished to see his new armor, while telling Aristobulus that his brother was coming to kill him. Antigonus was killed by Aristobulus's guards before he could get close to his brother. Days later, Aristobulus died from pain and internal bleeding from an unknown disease, which Jews perceived his death as a sign of God's disgruntlement. The queen released the younger brothers from prison, placing Alexander Jannaeus on the throne. The first mint of Hasmonean coins didn't begin until the leadership of John Hyrcanus. Like his father, Judah Aristobulus only minted his coins with the title of the high priesthood. It wasn't until Alexander Jannaeus that both the roles of kingship and the high priesthood were minted onto coins. The majority of Judah's coins were found in the regions of Galilee and the Golan, primary, the largest amount of coins were from Gamla. Majority of them come from his actual reign, while a small amount of these coins were minted after.
In Roman times, the client kingdom of Judea was divided into Judea, Samaria, the Paralia (beach in Greek)(Palestine), and Galilee, which comprised the whole northern section of the country, and was the largest of the three regions under the Tetrarchy (Judea). After Judea became a Roman province in 6 CE, Galilee briefly became a part of it, then separated from it for two to three centuries. The Galilee region was presumably the home of Jesus Christ during at least 30 years of his life. Much of the first three Gospels of the New Testament give an account of Jesus' public ministry in this province, particularly in the towns of Nazareth and Capernaum. Galilee is also cited as the place where Jesus performed many public miracles, including curing a blind man. After the death of Jesus, some accounts suggest his disciples returned to Galilee and their experience of His resurrection took place there. The archaeological discoveries of synagogues from the Hellenistic and Roman period in the Galilee show strong Phoenician influences, and a high level of tolerance for other cultures, relative to other Jewish sacred sites from the period, the latter being "cleansed of impurities". Eastern Galilee retained a Jewish majority until at least the seventh century.
Sepphoris Zippori also called Diocaesaraea (in Greek) and, during the Crusades, Sephory is a village and an archeological site located in the central Galilee region of Israel, 6 kilometers north-northwest of Nazareth. In Late Antiquity, it was believed to be the birthplace of Mary, mother of Jesus, and the village where Saints Anna and Joachim are often said to have resided, where today a 5th-century basilica is excavated at the site honoring the birth of Mary.
Following the Bar Kokhba revolt of 132–135, Sepphoris was one of the centers in Galilee where rabbinical families from Judea relocated. In 104 BCE, the Judean priestly dynasty of the Hasmoneans conquered Galilee under the leadership of either Alexander Jannaeus or Aristobulus I and at this time the town may have been administered by a quarter-master, probably Jewish, and by the middle of the 1st century BCE, after the campaigns of Pompey, it fell under Roman rule in 63 BCE and became one of the five synods of Roman influence in the Near East. After Herod's death in 4 BCE, a certain Judas, son of a local bandit, Ezekias, attacked Sepphoris, then the administrative center of the Galilee, and, sacking its treasury and weapons, armed his followers in a revolt against Herodian rule. The Roman Governor in Syria, Varus is reported by Josephus - perhaps in an exaggeration, since archaeology has failed to verify traces of the conflagration - to have burnt the city down, and sold its inhabitants into slavery. After Herod's son, Herod Antipas was made tetrarch, or governor, he proclaimed the city's new name to be Autocratoris, and rebuilt it as the "Ornament of the Galilee". An ancient route linking Sepphoris to Legio, and further south to Samaria-Sebastia, is believed to have been paved by the Romans around this time. The new population was loyal to Rome. At the time of Jesus, Sepphoris was a large, Roman-influenced city. It has been suggested that Jesus, while living in Nazareth, may have worked as a craftsman at Sepphoris, where, during his youth 'the largest restoration project' of his time took place. The inhabitants of Sepphoris did not join the Great Jewish Revolt against Roman rule of 66 CE. Towns and villages that did not rebel were spared and in Galilee they were the majority. Coins minted in the city at the time of the Great Revolt carried the inscription Neronias and Eirenopolis, Greek for "City of Peace". After the revolt, coins bore depictions of laurel wreaths, palm trees, caduceuses and ears of barley, which appear on Jewish coinage albeit not exclusively.
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Hasmonean_dynasty
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Aristobulus_I
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Galilee
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Siege_of_Gaza
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Siege_of_Tyre_(332_BC)
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Alexander_the_Great
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Andromachus_of_Cyprus
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Samaritans
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Hellenistic_Judaism
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Sepphoris