Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2022

Γεώργιος Μανιάκης : Ένας ηρωικός προστάτης του Βυζαντινού ελληνισμού σε Ανατολή και Δύση

Ο Γεώργιος Μανιάκης ήταν ένδοξος Βυζαντινός στρατηλάτης του 11ου αιώνα. Δεν γνωρίζουμε όμως πότε και πού γεννήθηκε. Επικρατέστερη είναι η άποψη ότι γεννήθηκε γύρω στο 1.000 μ.Χ. ή και λίγο αργότερα. Σημαντικότερο όμως είναι το πρόβλημα της καταγωγής του. Ο Ιωάννης Σκυλίτζης (πέθανε μεταξύ 1081 και 1092) γράφει ότι ήταν γιος του αξιωματούχου Γουδέλη (ο Γουδελίου του Μανιάκη υιός), μέλους δηλαδή μιας βυζαντινής οικογένειας γαιοκτημόνων που είχαν σημαντική επιρροή στη Μικρά Ασία. Ο Μιχαήλ Ψελλός αντίθετα γράφει ότι δεν καταγόταν από επιφανή οικογένεια και ότι η άνοδός του σε ψηλά στρατιωτικά αξιώματα οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην αξία και τις προσωπικές του διακρίσεις. Νεότερες έρευνες έδειξαν ότι οι Μανιάκηδες ζούσαν στο θέμα των Ανατολικών στη Μικρά Ασία και συγκεκριμένα στο τμήμα της χερσονήσου νοτιοδυτικά του κέντρου της. Οι Μανιάκηδες στο θέμα των Ανατολικών, ήταν μία από τις πολυάριθμες ομάδες βυζαντινών αριστοκρατικών οίκων. Ο Γεώργιος Μανιάκης είχε επιβλητικό παράστημα και στεντόρεια φωνή. Ο Μιχαήλ Ψελλός στη Χρονογραφία του γράφει:
"Εγώ αυτόν τον άνδρα τον είδα και τον θαύμασα. Η φύση είχε συναρμόσει πάνω του όσα ταιριάζουν σε επίδοξο στρατηγό. Ήταν δέκα πόδια ψηλός το ανάστημα και όσοι τον κοιτούσαν έπρεπε να σηκώσουν το κεφάλι σαν να αντίκριζαν καμιά κολόνα ή καμιά βουνοκορφή. Δεν υπήρχε τίποτα τρυφερό, τίποτε μειλίχιο στη μορφή του- έμοιαζε αντιθέτως σαν καταστροφικός ανεμοστρόβιλος. Δεν μιλούσε, βροντούσε ενώ τα χέρια του μπορούσαν και τείχη να σείσουν και χάλκινες πύλες να συντρίψουν. Σαν λιοντάρι ορμούσε κοιτώντας με τρομακτική βλοσυρότητα".
Στα τέλη του 1029 και το 1030 δύο μεγάλες βυζαντινές στρατιές υπό τον «κατεπάνω» Αντιόχειας Μιχαήλ Σπονδύλη και τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ρωμανό Γ’ Αργυρό (1028-1034) υπέστησαν συντριπτικές ήττες στη βόρεια Συρία από τους Άραβες του Χαλεπίου που πήραν θάρρος και αποφάσισαν να επεκτείνουν τις επιδρομές τους μέχρι τις περιοχές του Ταύρου στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία. Ο Ρωμανός υποχρεώθηκε τον επόμενο χρόνο (1031) να υπογράψει μαζί τους συνθήκη ειρήνης. Την ίδια περίπου εποχή μεταξύ 1029 και 1030 ο Μανιάκης αν και πολύ νέος είχε ήδη διοριστεί στρατηγός-κυβερνήτης των πόλεων του ακριτικού θέματος Τελούχ (Telouch), που βρισκόταν στα σύνορα της ΝΑ Μικράς Ασίας και της Μεσοποταμίας. Έδρες του Μανιάκη ήταν οι ακριτικές πόλεις Δολίχη/Τελούχ (σημ. Ντολούκ) και Σαμόσατα/Αρσαμόσατα (Sumaysat/Samsat), γενέτειρα του ρήτορα και σατιρικού συγγραφέα Λουκιανού (2ος αι.). Μετά την ήττα του το 1030 ο Ρωμανός Γ’ πήρε μια, ίσως τη μοναδική (Ι. Καραγιαννόπουλος) ,σωστή απόφασή του στον βυζαντινοισλαμικό πόλεμο. Ανέθεσε στον Μανιάκη αποκλειστικά τον αγώνα κατά των Μουσουλμάνων διορίζοντάς τον «κατεπάνω» (πρόκειται τίτλος ανώτατου στρατιωτικού και πολιτικού άρχοντα στο Βυζάντιο) και αρχιστράτηγο των βυζαντινών δυνάμεων του ανατολικού μετώπου και των ευφρατίδιων (δηλ. που βρίσκονταν κοντά στον Ευφράτη) πόλεων. 


Ο μεγάλος στρατηγός του 11ου αιώνα Γεώργιος Μανιάκης εμφανίζεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο μετά την ολέθρια ήττα των Βυζαντινών στη μάχη του Αζαζίου από τους Μιρδασίδες Άραβες του Χαλεπίου, τον Αύγουστο του 1030. Εκείνη την περίοδο ο Μανιάκης ήταν στρατηγός στην πόλη Τελούχ. H πόλη ήταν έδρα στρατηγίδος (η στρατηγίς ήταν υποδιαίρεση θέματος). Μετά τη νίκη τους στο Αζάζιον οι Άραβες σάρωναν και λεηλατούσαν τις αφύλακτες πλέον Βυζαντινές περιοχές βορειοανατολικά από την Αντιόχεια. Ένα απόσπασμα από 800 Άραβες εμφανίσθηκε στην Τελούχ και απαίτησε από τον Μανιάκη μετά γαύρου του φρονήματος (όπως λέει ο Ιωάννης Σκυλίτζης) να τους παραδώσει την πόλη. Ο Μανιάκης προθυμοποιήθηκε να τους την παραδώσει την επομένη, και αποβραδίς τους έστειλε φαγητά και κρασί. Όταν οι Άραβες μέθυσαν και κοιμήθηκαν, οι Βυζαντινοί τους κατέσφαξαν. Ο Μανιάκης έστειλε στον αυτοκράτορα Ρωμανό Γ΄ που είχε φτάσει ήδη στην Καππαδοκία, τα αυτιά και τις μύτες των νεκρών μαζί με 280 καμήλες από τα λάφυρα που οι Άραβες είχαν πάρει από τον Βυζαντινό στρατό στο Αζάζιον. Ο Ρωμανός Γ’ Αργυρός πολύ τα εκτίμησε όλα αυτά και διόρισε τον Μανιάκη Κατεπάνω Κάτω Μηδίας με έδρα τα Σαμόσατα της Οσροηνής. Παράλληλα, ο Μανιάκης πήρε τον τιμητικό τίτλο του Πρωτοσπαθάριου.


Το 1031, ο Μανιάκης, με την ιδιότητα του Κατεπάνω ηγήθηκε εκστρατείας εναντίον της Έδεσσας, η οποία ανήκε στο κουρδικό εμιράτο των Μαρουανιδών (ή Μερβανιδών). Στο παρελθόν ήταν σπουδαία ελληνιστική, ρωμαϊκή και βυζαντινή πόλη μέχρι την κατάληψή της από τους Άραβες το 640. Κυβερνήτης της το 1031 ήταν κάποιος Τούρκος ονόματι Σουλεϊμάν («Σαλαμάνης ο Τούρκος» κατά τον Σκυλίτζη – αλλά μάλλον ήταν Κούρδος), ο οποίος είχε διοριστεί στη θέση αυτή από τον Μαρουανίδη εμίρη της Μαρτυρουπόλεως. Ο Σουλεϊμάν δωροδοκήθηκε από τον Μανιάκη και του παρέδωσε την πόλη μέσα στη νύκτα. Για κάποιο λόγο που δεν είναι ξεκάθαρος, ο Μανιάκης σε εκείνη τη φάση δεν πήρε όλη την πόλη, αλλά κατέλαβε μόνο μέρος των τειχών με τρεις οχυρούς πύργους. Προφανώς είτε ο Μανιάκης δεν είχε επαρκή δύναμη είτε η παράδοση δεν ήταν πλήρης εξαρχής. O Απομερβάνης, ο Κούρδος εμίρης του Μιεφερκείμ (της Μαρτυροπόλεως), όταν πληροφορήθηκε αυτήν την εξέλιξη, έσπευσε στην Έδεσσα με μεγάλο στρατό. Οι Μουσουλμάνοι προσπάθησαν να επιτεθούν στο τμήμα της οχύρωσης που κατείχαν οι Βυζαντινοί αλλά αποκρούσθηκαν. Βλέποντας ότι η άμυνα του αντιπάλου ήταν πολύ αποτελεσματική και μη μπορώντας να κάνει κάτι άλλο, ο Απομερβάνης κατέστρεψε τα ωραιότερα κτίρια της πόλης, τη λεηλάτησε και φορτώνοντας τα λάφυρα σε καμήλες, πυρπόλησε την υπόλοιπη πόλη και επέστρεψε στη Μαρτυρόπολη. Έχοντας το πεδίο ελεύθερο, ο Μανιάκης κατέλαβε την ακρόπολη που βρισκόταν στη μέση της πόλης, πάνω σε ένα βραχώδη λόφο, κάλεσε ενισχύσεις και ολοκλήρωσε με ασφάλεια την κατάληψη της Έδεσσας. Ήταν μια ακόμα εντυπωσιακή ενέργεια του Μανιάκη, που όπως έδειξε και η μετέπειτα πορεία του, ήταν πραγματικά χαρισματικός στρατηγός.


Ο μανιάκης ανακάλυψε στην Εδεσσα ένα ανεκτίμητο κειμήλιο: την ιδιόχειρη επιστολή που ο Ιησούς Χριστός είχε γράψει στα αραμαϊκά προς τον κυβερνήτη της έδεσσας Αύγαρο (ιδιόγραφον επιστολὴν του δεσπότου και κυρίου ιησού χριστού, την προς τον αύγαρον πεφθείσαν). Ο Μανιάκης έστειλε αμέσως το εύρημα στον αυτοκράτορα στην κωνσταντινούπολη. το γεγονός αυτό μαζί με αυτή καθαυτή την κατάληψη την έδεσσας που ήταν πολύ σημαντική, τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή. Η 
Έδεσσα υπήρξε η τελευταία προσθήκη εδαφών που έγινε στη Βυζαντινή επικράτεια στα νοτιοανατολικά. Τα επόμενα χρόνια, και μέχρι το τέλος, το Βυζάντιο είχε μόνο απώλειες εκεί. Η Έδεσσα έμεινε στα χέρια των Βυζαντινών, με διαλείμματα, για 50 χρόνια περίπου. Αργότερα απετέλεσε μέρος του Αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας. Μετά την πήραν οι Σελτζούκοι και το 1099 έγινε έδρα Σταυροφορικού κρατιδίου. Οι Μουσουλμάνοι την ξαναπήραν το 1144.


Ο ικανότατος Γεώργιος Μανιάκης, ο Κατεπάνω της Κάτω Μηδίας, το 1031 κατέκτησε την πόλη ΄Εδεσσα και συνέχισε να έχει επιτυχίες τα επόμενα χρόνια εναντίον των Μουσουλμάνων στην άνω Μεσοποταμία και στις ανατολικές επαρχίες. Το 1038, ο Μανιάκης εκλήθη να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Δυτικό μέτωπο, στη Σικελία. Η Σικελία, μια από τις πιο «ελληνικές» περιοχές της Βυζαντινής επικράτειας, είχε χαθεί για τους Βυζαντινούς από τον 9ο αιώνα, όταν κατακτήθηκε από τους Άραβες.
Οι Βυζαντινοί από την εποχή του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου είχαν αρχίσει να σκέφτονται την ανάκτηση της Σικελίας. Υπήρχαν οι προϋποθέσεις γι’ αυτό, ιδιαίτερα όταν Κατεπάνω Ιταλίας ήταν ο Βασίλειος Βοϊωάννης (1017-1027). Όμως κάποιες προσπάθειες που έγιναν τελικά το 1026 και το 1031, αποκρούσθηκαν από τους Μουσουλμάνους, που στη συνέχεια άρχισαν να επιτίθενται στα παράλια της Απουλίας και της Καλαβρίας. Το εμιράτο της Σικελίας ήταν τότε πρακτικά ανεξάρτητο, με χαλαρούς δεσμούς με το Βερβερικό εμιράτο της Ιφρικίγια, απέναντι στην σημερινή Τυνησία, όπου τυπικά υπαγόταν. Το 1034 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος στη Σικελία. Ο εμίρης Γιουσούφ Αλ-Ακχάλ (1019-1036) προσπάθησε να αυξήσει τους φόρους και αυτό έδωσε αφορμή να ξεσπάσει εξέγερση με ηγέτη τον Αμπού Χαφς (ο Σκυλίτζης τον αποκαλεί «Απόχαψ» και είναι η μόνη ιστορική πηγή που αναφέρει ότι ήταν αδερφός του εμίρη). Ο Εμίρης Αλ-Μουίζ του Καϊρουάν (δηλ. της Ιφρικίγια) που έψαχνε ευκαιρία να παρέμβει, έστειλε τον γιο του Αμπντουλάχ με 6.000 πολεμιστές για να υποστηρίξει τους στασιαστές. Ο Αλ-Ακχάλ ευρισκόμενος σε δύσκολη θέση ζήτησε τη βοήθεια των Βυζαντινών, οι οποίοι δεν είχαν καμία αντίρρηση. Έτσι, υπεγράφη συμφωνία ειρήνης το 1035, ενώ ο Αλ-Ακχάλ έλαβε τον τίτλο του μαγίστρου. Συγχρόνως, το Βυζάντιο δεσμεύθηκε να στείλει στρατό για να βοηθήσει.


Ο Γεώργιος Μανιάκης μετά από μεσολάβηση της αυτοκράτειρας Ζωής τέθηκε επικεφαλής με τον τίτλο Στρατηγός Αυτοκράτωρ. Δεν ήταν όμως μόνος του στη ηγεσία. Συναρχηγός στην εκστρατεία ήταν ο Στέφανος, αδερφός του αυτοκράτορα (και συζύγου της Ζωής) Μιχαήλ Δ’ Παφλαγόνα με τον τίτλο Άρχων του Στόλου. Στην εκστρατεία συμμετείχαν στρατιώτες από τα τάγματα του τακτικού στρατού και επιπλέον Αρμένιοι και Παυλικανοί. Επίσης συμμετείχαν 500 από τη φρουρά των Βαράγγων με αρχηγό τον μετέπειτα βασιλιά της Νορβηγίας Χάραλντ Χαρντράαντε. Όταν έφτασαν στη Σικελία οι Βυζαντινοί ενισχύθηκαν από ντόπιους Κονταράτους (ή Κονδεράτους —επίστρατους αγρότες με ελαφρύ οπλισμό) της Απουλίας και της Καλαβρίας με επικεφαλής τον Λομβαρδό Αρδουίνο. Επίσης ο πρίγκιπας του Σαλέρνο, ο οποίος ήταν σύμμαχος των Βυζαντινών, έστειλε 300 Νορμανδούς μισθοφόρους. Αρχηγός των Νορμανδών ήταν ο Γουλιέλμος ντε Ωτβίλ ο Σιδηρόχειρ. Στο μεταξύ το 1036 ή το 1037 ο Αλ Αλκάλ σκοτώθηκε, και ηγέτης των Μουσουλμάνων της Σικελίας («Βαλής») έγινε ο Αμπντουλάχ, ο γιος του Αλ Μουίζ. Οι Βυζαντινές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στο Ρήγιο της Νότιας Ιταλίας το 1038 και το ίδιο έτος πολιορκήθηκε και κατελήφθη η Μεσσήνη (Messina).


Οι Άραβες της νήσου όταν είδαν πώς εξελίσσεται η κατάσταση, παραμέρισαν τις μεταξύ τους διαφορές και προσπάθησαν να οργανώσουν από κοινού την άμυνά τους έχοντας λάβει και ενισχύσεις 50.000 ανδρών (το νούμερο είναι ίσως λίγο υπερβολικό) από τον εμίρη Αλ-Μουίζ της Τυνησίας. Συγκέντρωσαν έτσι ένα πολυάριθμο στράτευμα το οποίο έσπευσε να αντιμετωπίσει τον Βυζαντινό στρατό. Δεν είναι γνωστό ποιος ήταν ο αρχηγός του Μουσουλμανικού σε αυτήν την πρώτη μάχη. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στη θέση «Ρήματα» κοντά στην πόλη Ρομέττα(2), πολύ κοντά στη Μεσσήνη. H Ρομέττα ήταν σε θέση κλειδί για το πέρασμα προς την ενδοχώρα της Σικελίας και είχε γίνει και κατά το παρελθόν θέατρο συγκρούσεων μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων. Ήταν μια μεγάλη και αιματηρή μάχη. Οι Βάραγγοι και κυρίως οι Νορμανδοί μισθοφόροι έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο (σύμφωνα με δυτικές πηγές). Οι Άραβες νικήθηκαν κατά κράτος και είχαν βαρύτατες απώλειες. Το φονικό ήταν τέτοιο, που ο παρακείμενος ποταμός βάφτηκε κόκκινος από το αίμα.
Όπως το περιγράφει ο Σκυλίτζης: «και τρέπεται κατά κράτος τους Καρχηδονίους ο Μανιάκης, τοσούτου γενομένου φόνου, ως τον παραρρέοντα ποταμόν πλημμυρήσαι τω αίματι.» Στη μάχη συμμετείχε και ως αρχηγός του Βυζαντινού ιππικού και ο μετέπειτα διακεκριμένος στρατηγός Κατακαλών Κεκαυμένος.


Σύμφωνα με τον Ψελλό, ο Μανιάκης είχε ύψος 10 πόδια, δηλαδή πάνω από 3 μέτρα! (10 πόδια μάλλον είναι αντίστοιχο της σημερινής έκφρασης «δίμετρος», που σημαίνει, αόριστα, πολύ ψηλός)Υπερβολικό βεβαίως, αλλά ήταν σίγουρα πελώριος.
Ήταν ταπεινής καταγωγής, αυτοδημιούργητος. Ασυγκράτητος πολεμιστής στη μάχη, με τεράστια χέρια, βροντερή φωνή, με άγρια όψη, πιθανότατα μονόφθαλμος. Προκαλούσε φόβο και δέος σε εχθρούς και φίλους (ακόμα και στους Βαράγγους). Είχε υψηλή νοημοσύνη και ήταν εξαίρετος. Μετά τη νίκη στη Ρομέττα, ο Μανιάκης κατέκτησε πολύ γρήγορα 13 πόλεις της Σικελίας. Η ήττα των Αράβων ήταν μεγάλη αλλά όχι οριστική. Αντιστέκονταν ακόμα σε αρκετές πόλεις στα δυτικά (όπου η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν πλέον Μουσουλμάνοι). Ο επόμενος στόχος ήταν οι Συρακούσες, που οι Βυζαντινοί πολιορκησαν, αλλά χωρίς άμεσα αποτελέσματα.


Ο Γεώργιος Μανιάκης είχε αποβιβαστεί στη Σικελία με ισχυρό στρατό το 1038. Την ίδια χρονιά είχε κατακτήσει τη Μεσσήνη και νίκησε ένα μεγάλο αραβικό στρατό στη Ρομέττα. Μετά από εκείνη τη μάχη, κατέκτησε πολύ γρήγορα άλλες 13 πόλεις στη Σικελία. Σταδιακά, μέσα σε δύο χρόνια, οι Βυζαντινοί είχαν πάρει υπό τον έλεγχό τους την ανατολική πλευρά της Σικελίας. Ο επόμενος στόχος ήταν οι Συρακούσες, όπου όμως η πολιορκία τραβούσε σε μάκρος. Οι Άραβες που ακόμα αντιστέκονταν στο υπόλοιπο νησί πήραν και πάλι σημαντικές ενισχύσεις από τη Βόρεια Αφρική. Ένας μεγάλος στρατός με επικεφαλής τον Αμπντουλάχ, γιο του εμίρη του Κουεράν (στη σημερινή Τυνησία), κινήθηκε προς τα νοτιοανατολικά, στα μετόπισθεν του Βυζαντινού στρατού. Ο Μανιάκης αντέδρασε γρήγορα και παίρνοντας τον στρατό από τις Συρακούσες κινήθηκε εναντίον τους. Το κλίμα στον Βυζαντινό στρατό δεν ήταν καθόλου καλό λόγω των αντιθέσεων μεταξύ του Γεωργίου Μανιάκη και του Στέφανου Καλαφάτη, συναρχηγού της εκστρατείας και αδερφού του Βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ’.


Οι Άραβες είχαν στρατοπεδεύσει σε μία ομαλή και εκτεταμένη πεδιάδα (υπτία και αναπεπταμένη), η οποία ονομαζόταν Δραγίναι ή Δραγγίναι, στις δυτικές πλαγιές της Αίτνας, 15χλμ βορειοανατολικά από την πόλη Τροίνα, τηρώντας στάση αναμονής (ο Καρχηδόνιος... εκαιροσκόπει τον πόλεμον). Ο Μανιάκης που ήθελε να έχει πάντα την πρωτοβουλία κινήσεων βάδισε εναντίον τους. Προηγουμένως έδωσε οδηγίες στον Στέφανο να φυλάξει με τον στόλο τα παράλια, για να μην έχουν οι Άραβες τρόπο διαφυγής. O Μανιάκης παρέταξε τον στρατό του σε 3 πτέρυγες που επιτέθηκαν η μία μετά την άλλη. Την ώρα της μάχης μια δυνατή καταιγίδα σήκωσε σύννεφο σκόνης που τύφλωσε και αποδιοργάνωσε τελείως τους Άραβες. Οι Βυζαντινοί, για να αποφύγουν τα τριβόλια (μεταλλικές αγκαθωτές παγίδες) που είχαν σκορπίσει οι Άραβες στο πεδίο της μάχης, φόρεσαν στα πόδια των αλόγων μεταλλικές θήκες, σαν παπούτσια. Η μέθοδος αυτή αποδείχτηκε πολύ αποτελεσματική, καθώς οι Σαρακηνοί δεν ήταν προετοιμασμένοι να αμυνθούν σε επίθεση ιππικού και μάλιστα μέσα σε πυκνό σύννεφο σκόνης. Σύντομα η μάχη μετατράπηκε σε σφαγή. Κατά τον Σκυλίτζη, οι απώλειες των Αράβων ήταν και πάλι (όπως στη Ρομέττα) πάνω από 50.000!
Όμως ο αρχηγός των Σαρακηνών, ο Αμπντουλάχ, διέφυγε από το πεδίο της μάχης και φτάνοντας στην ακτή επιβιβάστηκε σε ένα γρήγορο πλοιάριο και κατόρθωσε να ξεφύγει από τον στόλο του Στεφάνου. Όταν ο Μανιάκης έμαθε πως ο Αμπντουλάχ απέδρασε έγινε έξω φρενών. Θεώρησε υπεύθυνο τον Στέφανο, τον οποίο έβρισε και προπηλάκισε δημοσίως αποκαλώντας τον άνανδρο, τεμπέλη και προδότη. Επιπλέον τον χτύπησε κατ’ επανάληψιν στο κεφάλι με τον σειρομάστη (είδος μαστιγίου με πολλά λουριά και σφαιρίδια στις άκρες). Παρόμοιο επεισόδιο σημειώθηκε και με τον Λομβαρδό αρχηγό των Ιταλών επιστράτων, τον Αρδουίνο: ο Μανιάκης έδωσε εντολή να μαστιγωθεί εξαιτίας ενός αλόγου που ο Αρδουίνος ήθελε να κρατήσει για λάφυρο αρνούμενος να το δώσει στον Μανιάκη.


Τα δύο αυτά επεισόδια είχαν καταστρεπτικές συνέπειες. Κατ’ αρχήν ο Αλδουίνος με τους Λομβαρδούς και τους Κονταράτους αποχώρησαν άμεσα από τον στρατό του Μανιάκη. Το χειρότερο, ο Στέφανος έγραψε επιστολή στον αδελφό του τον Ιωάννη τον Ορφανοτρόφο, που εκείνη την περίοδο ήταν ο ισχυρός άνδρας του Βυζαντίου, συκοφαντώντας τον Μανιάκη ότι συνωμοτεί εναντίον του αυτοκράτορα με σκοπό να σφετεριστεί τον θρόνο. Λίγο μετά οι Βυζαντινοί κατέλαβαν επιτέλους τις Συρακούσες, αλλά ενώ ο Μανιάκης ετοιμαζόταν να συνεχίσει προς το Παλέρμο, ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου διαπομπεύτηκε και φυλακίστηκε. Τη διοίκηση του στρατού στη Σικελία ανέλαβε ο Στέφανος μαζί με κάποιον ευνούχο πραιπόσιτο ονόματι Βασίλειος Πεδιαδίτης.


Ο Μανιάκης έχτισε ναό στο πεδίο της μάχης στον οποίο δώρισε εικόνα αγιογραφημένη από τον ίδιο τον Ευαγγελιστή Λουκά. Ο ναός, μετά την αποτυχία της εκστρατείας, έμεινε πολλά χρόνια ερημωμένος. Πολύ αργότερα, το 1172 η Μαργαρίτα της Ναβάρας, μητέρα του Νορμανδού βασιλιά της Σικελίας, έχτισε εκεί τη μονή Abbazia di Santa Maria di Maniace (Σάντα Μαρία του Μανιάκη), που υπάρχει μέχρι σήμερα και λειτουργεί ως μουσείο. Επίσης η επαρχία της Κατάνιας γύρω από το σημείο ακόμα και σήμερα λέγεται Maniace. Η νίκη σε αυτήν τη μάχη ήταν πολύ μεγάλη, αλλά η κακή συμπεριφορά του Μανιάκη πυροδότησε εξελίξεις που τελικά έφεραν την καταστροφή. Μετά την αποχώρηση και φυλάκιση του Μανιάκη, η πλήρης ανικανότητα των αντικαταστατών του είχε σαν αποτέλεσμα να χαθούν όλα τα κέρδη των προηγούμενων 2 χρόνων. Πολύ γρήγορα, όλες οι πόλεις ανακτήθηκαν από τους Άραβες εκτός από τη Μεσσήνη. Ο Στέφανος σκοτώθηκε και ο Βασίλειος κατέφυγε στην Απουλία. Στο μεταξύ άρχισαν τα προβλήματα με Λομβαρδούς και Νορμανδούς.
Πηγή :
https://www.protothema.gr/stories/article/1014492/georgios-maniakis-o-endoxos-vuzadinos-stratigos-tou-11ou-aiona-kai-to-adoxo-telos-tou/
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_05
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_06
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_06a

Εμφύλιοι πόλεμοι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας : Οι τραγικές μάχες στον 11ο αιώνα μ.χ

Είκοσι χρόνια μετά την καθυπόταξη της Βουλγαρίας, δημιουργήθηκε μεγάλη δυσαρέσκεια και αναστάτωση στις κατακτηθείσες περιοχές, με αιτία αφενός την τοποθέτηση Έλληνα αρχιεπισκόπου στην Αχρίδα και αφετέρου την αύξηση των φόρων. Παλιότερα, μετά την τελική επικράτηση επί των Βουλγάρων το 1018, ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος δεν θεώρησε σκόπιμο να αλλάξει το σύστημα φορολόγησης του τσάρου Σαμουήλ, σύμφωνα με το οποίο κάθε αντρόγυνο έπρεπε να δίνει στο κράτος «σίτου μόδιον ένα και κέγχρου τοσούτον και οίνου στάμνον έναν».
Αυτή η συνετή πολιτική ανετράπη στα τέλη της δεκαετίας του 1030, όταν ο τότε ισχυρός ανήρ του Βυζαντίου, ο ευνούχος Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος, θέλοντας να αυξήσει τα εισοδήματα του κράτους (και την προσωπική του περιουσία) επανέφερε τον φόρο του αερικού (που υπήρχε επί Ιουστινιανού) και επιπλέον απαίτησε οι φόροι να αποδίδονται σε νομίσματα και όχι σε είδος. Αυτό σήμαινε μεγάλη επιβάρυνση και ο κόσμος ξεσηκώθηκε. Μέσα σε αυτό το κλίμα λαϊκής οργής, την άνοιξη του 1040, εμφανίστηκε στο Βελιγράδι κάποιος φυγάς από το Βυζάντιο ονόματι Δελεάνος (Ντελιάν) ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν γιος του παλιού τσάρου Ρωμανού (ή Ραντομίρ), δηλαδή εγγονός του μεγάλου τσάρου Σαμουήλ. Οι κάτοικοι της περιοχής, που ήταν έτοιμοι να ακολουθήσουν οποιονδήποτε προκειμένου να απαλλαγούν από τους Βυζαντινούς, τον καλοδέχτηκαν και τον πίστεψαν. Έτσι ο Δελεάνος αναγορεύθηκε τσάρος των Βουλγάρων ως Πέτρος Β’ (εις μνήμην του αγιοποιημένου Πέτρου Α’). Αυτή ήταν η αρχή μιας σύντομης περιόδου μεγάλης αναταραχής στα Βαλκάνια που έμεινε γνωστή ως «στάση του Πέτρου Δελεάνου». Η στάση κλιμακώθηκε απρόβλεπτα λόγω της μεγάλης δυσφορίας που είχε προκαλέσει η φιλοχρηματία του Ορφανοτρόφου, έχοντας μεγάλη απήχηση όχι μόνο ανάμεσα στον Βουλγαρικό πληθυσμό, αλλά και σε άλλες εθνότητες της αυτοκρατορίας.
Πολύ γρήγορα και άλλες περιοχές των Βαλκανίων πήγαν με το μέρος των στασιαστών. Η Ναϊσσός, τα Σκόπια, το Δυρράχιο. Οι Ρωμιοί που τύχαινε να βρεθούν στον δρόμο τους σφαγιάζονταν. Ο Δελεάνος, αφού μπόρεσε να απαλλαγεί με δόλο από έναν άλλον επίδοξο διεκδικητή του Βουλγαρικού θρόνου, τον Τιχομίρ αποθρασύνθηκε και πολιόρκησε τη Θεσσαλονίκη, στην οποία βρισκόταν ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Δ’ ο Παφλαγών, ο οποίος πάντως έσπευσε να επιστρέψει στη Βασιλεύουσα. Στα χέρια του Δελεάνου έπεσε τότε η αυτοκρατορική σκηνή και αποσκευή που του την παρέδωσε ο οικείος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ιβάτζης (προφανώς Βούλγαρος). Όμως ο Δελεάνος δεν είχε τα μέσα να πολιορκήσει τη Θεσσαλονίκη και αποχώρησε κατευθυνόμενος προς νότο. Στη Βοιωτία οι Βούλγαροι νίκησαν τον στρατηγό του θέματος της Ελλάδας Αλλακασσέα και στη συνέχεια λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τη Θήβα σφάζοντας μεγάλο αριθμό αμάχων.
Έτσι μέσα σε λίγους μήνες, από το πουθενά, ο Δελεάνος επικράτησε σε μια μεγάλη περιοχή που εκτεινόταν από την σημερινή Σερβία έως την Κόρινθο, ελέγχοντας τη δυτική και κεντρική Μακεδονία, τη σημερινή Αλβανία και την Ήπειρο. Τα πράγματα φαινόταν να είναι άσχημα για την αυτοκρατορία που εκείνη την εποχή έχανε εδάφη σε όλα τα άλλα μέτωπα. Ανέλπιστα, την κατάσταση έσωσε για τους Βυζαντινούς ένας εσωτερικός αντίπαλος του Δελεάνου: Τον Σεπτέμβριο του 1040, δραπέτευσε από το Βυζάντιο ο πατρίκιος Αλουσιάνος, ο οποίος μεταμφιεσμένος σε Αρμένιο μισθοφόρο κατόρθωσε να φτάσει μέχρι το Όστροβο (Άρνισσα) όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι στασιαστές. Ο Αλουσιάνος –«την κλῆσιν, το τε ἦθος ἡδὺς και την γνώμην λαμπρός»– δεν ήταν κανένας τυχαίος. Ήταν γιος του τελευταίου τσάρου, του Ιβάν Βλαδισλάβ, και σε αντίθεση με τον Δελεάνο (που δεν ήταν εξακριβωμένα εγγονός του Σαμουήλ), ο Αλουσιάνος ήταν τυπικά ο δικαιούχος του καταργημένου Βουλγαρικού στέμματος.
Ο Αλουσιάνος μετά τη συνθηκολόγηση του 1018 είχε βρεθεί στο Βυζάντιο και είχε πάρει αξιώματα, όπως και άλλοι Βούλγαροι ευγενείς. Είχε διατελέσει στρατηγός Θεοδοσιουπόλεως (σημ. Ερζερούμ), αλλά τελευταία, έχοντας συκοφαντηθεί, είχε πέσει σε δυσμένεια. Επιπλέον ο Ορφανοτρόφος τον ανάγκασε να πληρώσει για το υποτιθέμενο αδίκημά του 50 λίτρες χρυσού και του πήρε «κάλλιστον τι χωρίον» που είχε στην Καππαδοκία, ενώ του απαγορεύτηκε η είσοδος στην Πόλη. Προφανώς ο αδικημένος Αλουσιάνος είχε κάθε λόγο να θέλει να προσχωρήσει στην μέχρι τότε πετυχημένη εξέγερση των ομοφύλων του. Εξάλλου, ήταν κληρονονομικώ δικαιώματι ο ηγέτης τους. Ο Πέτρος Β’ Δελεάνος δέχτηκε καλά τον Αλουσιάνο και γνωρίζοντας ότι κανένας δεν πολυπίστευε ότι ο ίδιος ήταν γόνος βασιλικής οικογενείας, τον έκανε συμβασιλέα – «ἐδεδοίκει γάρ, μή πως προστεθῶσιν αὐτῷ μᾶλλον οἱ Βούλγαροι ὡς εἰς βασιλικὸν αἷμα τὴν ἀναφορὰν ἔχοντι».
Ο Πέτρος Β’ Δελεάνος έδωσε στον Αλουσιάνο μια στρατιά 40.000 ανδρών και τον έστειλε να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη. Κυβερνήτης της πόλης ήταν ο πατρίκιος Κωνσταντίνος, ανιψιός του αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ’, ο οποίος προετοιμάστηκε με επιμέλεια για την πολιορκία και άνοιξε τάφρο γύρω από τα τείχη της πόλης.
Η πολιορκία κράτησε 6 μέρες. Οι Βούλγαροι ήταν πολλοί και αυτή τη φορά είχαν έρθει εξοπλισμένοι με καταπέλτες και πολιορκητικές μηχανές, αλλά όλες οι επιθέσεις τους αποκρούστηκαν εύκολα. Το βράδυ της τελευταίας μέρας οι υπερασπιστές της πόλης έκαναν ολονύχτια δέηση στον τάφο του Αγίου Δημητρίου «τῷ μύρῳ τῷ ἐκ τοῦ θείου τάφου βλύζοντι χρισάμενοι». Την επομένη το πρωί άνοιξαν τις πύλες και επιτέθηκαν στους πολιορκητές. Εκείνο που μάλλον δεν ήξεραν οι Βούλγαροι ήταν ότι η φρουρά της Θεσσαλονίκης ήταν ενισχυμένη με μονάδα της φοβερής Βαράγγειας φρουράς («το τάγμα των Μεγαθύμων»). Οι Βούλγαροι αιφνιδιάστηκαν και μη όντες προετοιμασμένοι για άμυνα απέναντι σε μια αξιόμαχη δύναμη που τους επιτέθηκε με σφοδρότητα γνώρισαν πανωλεθρία. Οι απώλειές τους ήταν απίστευτες: 15.000 νεκροί και άλλοι τόσοι αιχμάλωτοι!
Οι υπόλοιποι Βούλγαροι τράπηκαν σε φυγή και ο Αλουσιάνος επέστρεψε ταπεινωμένος στο Όστροβο. Είχε πλέον λόγους να φοβάται ότι ο Δελεάνος θα τον έβγαζε από τη μέση. Οι Βούλγαροι αιχμάλωτοι σύμφωνα με τον Σκυλίτζη απέδωσαν την ήττα τους στην παρέμβαση του προστάτη τής Θεσσαλονίκης, του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος ηγήθηκε κατά τη Βυζαντινή επίθεση. Όλοι είχαν δει έναν άγνωστο νεαρό άντρα να πηγαίνει μπροστά και να ρίχνει φωτιά στους εχθρούς «έφιππον προηγούμενον της Ρωμαϊκής φάλαγγος, εξ ου πυρ εξαλλόμενον επυρπόλει τους εναντίους». Η ιστορία αυτή έχει κάποια βάση, γιατί στη μάχη πιθανότατα συμμετείχε ο 25χρονος τότε αρχηγός της Βαράγγιας φρουράς Χάραλντ Χαρντράντα.


Σύμφωνα με μια θεωρία, ο Αλουσιάνος δρούσε εξαρχής για λογαριασμό των Βυζαντινών, οι οποίοι τον έστειλαν στον Δελεάνο για να υπονομεύσουν την εξέγερση. Αυτό εξηγεί την τύφλωση του Δελεάνου, την αδικαιολόγητη αυτομόληση του Αλουσιάνου στο Βυζάντιο όταν έγινε τσάρος και το πόσο εύκολα τον δέχτηκαν πίσω με τιμές στην Κωνσταντινούπολη. Είναι μια λογική υπόθεση, αλλά οι πηγές δεν δίνουν επαρκή στοιχεία για τα πραγματικά κίνητρα του Αλουσιάνου. Λίγους μήνες αργότερα, κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, ο Αλουσιάνος επιτέθηκε στον μεθυσμένο Δελεάνο και με ένα κουζινομάχαιρο του έκοψε τη μύτη και τον τύφλωσε. Έτσι έμεινε μόνος στο θρόνο. Όμως, πολύ γρήγορα αυτομόλησε στο Βυζάντιο όπου ξαναπήρε την περιουσία του και του απενεμήθη ο τίτλος του μάγιστρου. Ο τυφλός Πέτρος Δελεάνος ξαναπήρε τον θρόνο, αλλά ο Μιχαήλ Δ’ εξεστράτευσε ο ίδιος εναντίον του και τον νίκησε εύκολα στο Όστροβο. Η επανάσταση τους Δελεάνου τελείωσε εκεί.


Το 1038, ο μεγάλος Βυζαντινός στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης ηγήθηκε της εκστρατείας εναντίον των Σαρακηνών της Σικελίας. Μέχρι το 1040 είχε καταλάβει μεγάλο μέρος του νησιού. Οι επιτυχίες του τον έκαναν διάσημο, τόσο στην Ευρώπη όσο και στον Αραβικό κόσμο, όμως αυτό προκάλεσε φθόνο στην αυτοκρατορική αυλή. Όταν ο Μανιάκης ταπείνωσε και χτύπησε τον συναρχηγό της εκστρατείας Στέφανο που ήταν άντρας της αδερφής τού αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ΄, ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και φυλακίσθηκε με την κατηγορία ότι ήθελε να σφετεριστεί τον θρόνο. Οι Βυζαντινές κατακτήσεις στην Σικελία σύντομα χάθηκαν, εκτός από τη Μεσσήνη. Το 1042 ο νέος αυτοκράτορας (και θετός γιος τής Ζωής) Μιχαήλ Ε΄ αποφυλάκισε τον Μανιάκη και τον έστειλε πίσω στην Ιταλία. Ο Μανιάκης έφτασε στην Ιταλία το Πάσχα του 1042 με το αξίωμα του Κατεπάνω Ιταλίας.
Ο Μανιάκης ήταν ξανά νικηφόρος και απώθησε τους Άραβες αλλά κυρίως τους Νορμανδούς, οι οποίοι ήταν πλέον η νέα απειλή στην Νότια Ιταλία. Παρά ταύτα, τα κατορθώματα του Μανιάκη αγνοήθηκαν από τον νέο Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ' Μονομάχο, ο οποίος επηρεαζόταν από τον Ρωμανό Σκληρό του οποίου η αδερφή ήταν ερωμένη του (επαλλακεύετο γαρ τω Μονομάχω η του Σκληρού αδελφή). Ο Σκληρός, όπως και ο Μανιάκης, είχε πολλά κτήματα στη Μικρά Ασία και είχε από παλιά κτηματικές διαφορές με τον Μανιάκη. Όταν βρέθηκε σε θέση εξουσίας, ο Σκληρός καταπάτησε το σπίτι και τα κτήματα του Μανιάκη, ενώ αποπλάνησε και τη γυναίκα του. Παράλληλα, συκοφαντούσε συνεχώς τον στρατηγό στον αυτοκράτορα.


Έτσι πολύ σύντομα, το φθινόπωρο του 1042, ο Μονομάχος ανακάλεσε ξανά τον Μανιάκη στην Κωνσταντινούπολη. Αυτή τη φορά ο Μανιάκης, που είχε πολύ άσχημη εμπειρία από την προηγούμενη φορά που τον ανακάλεσαν, στασίασε πραγματικά και ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας από τον στρατό του. Μάλιστα, όταν είδε μπροστά του τον πρωτοσπαθάριο Πάρδο ο οποίος είχε έρθει να τον αντικαταστήσει και ο οποίος είχε το θράσος να του φερθεί με αλαζονεία, τον βασάνισε άγρια μέχρι θανάτου, αφού του σφράγισε τα μάτια, τα αυτιά, τη μύτη και το στόμα με περιττώματα. Στη συνέχεια πήρε ένα επίλεκτο τμήμα του στρατού του, διέπλευσε το Ιόνιο, αποβιβάστηκε στην Ήπειρο, κατέλαβε το Δυρράχιο και βάδισε προς την Κωνσταντινούπολη.
Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’, όταν είδε την αποφασιστικότητα του Μανιάκη, του έστειλε επιστολές υποσχόμενος «πάσαν ευεργεσίαν», αλλά ήταν πια αργά για συμφιλίωση. Οπότε ο αυτοκράτορας έστειλε ένα μεγάλο στράτευμα εναντίον των στασιαστών, υπό την διοίκηση ενός άπειρου ευνούχου, του σεβαστοφόρου Στέφανου Περγαμηνού. Η επιλογή ενός άσχετου ευνούχου, που φαινόταν καταδικασμένη εξαρχής σε αποτυχία, δεν είναι τόσο παράλογη αν λάβουμε υπόψη ότι ο Περγαμηνός ήταν άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του αυτοκράτορα, ενώ αν έστελνε κάποιον εμπειροπόλεμο στρατιωτικό, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα πήγαινε με το μέρος του δημοφιλούς Μανιάκη.


Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στο Όστροβο, σε απόσταση δύο ημερών από τη Θεσσαλονίκη. Πιστεύεται ότι η θέση είναι κοντά στη λίμνη Βεγορίτιδα, αν και υπάρχει και η άποψη ότι ίσως να είναι κοντά στην Αμφίπολη. Η μάχη φαινόταν να έχει κερδηθεί πολύ νωρίς από τον Μανιάκη. Οι στρατιώτες του αυτοκρατορικού στρατού υποχωρούσαν και σκόρπιζαν μπροστά στον επελαύνοντα Μανιάκη που ορμούσε έφιππος μπροστά από τον στρατό του βγάζοντας τρομερές πολεμικές κραυγές με τη βροντώδη φωνή του. Ήδη οι στρατιώτες τον επευφημούσαν ως αυτοκράτορα. Όμως καθώς κάλπαζε πάνω-κάτω στο πεδίο της μάχης σκορπώντας τον τρόμο και τρέποντας σε φυγή τους αντιπάλους, ξαφνικά φάνηκε να χάνει τον έλεγχο του αλόγου του, να απομακρύνεται και μετά να πέφτει από το άλογο, νεκρός. Είχε χτυπηθεί στο δεξί πλευρό από ένα ακόντιο. Οι στρατιώτες του αυτοκρατορικού στρατού όταν τον είδαν πεσμένο, στην αρχή δεν αναθάρρησαν, γιατί φοβόταν ότι ήταν κάποιο τέχνασμα. Τελικά, όταν και ο ιπποκόμος του είχε φύγει και το άλογο έτρεχε ελεύθερο ανάμεσα στις δύο παρατάξεις, όρμησαν όλοι μαζί προς τον νεκρό. Αφού παρατήρησαν κατάπληκτοι πόσο πελώριο ήταν το σώμα του, έκοψαν το κεφάλι του και το μετέφεραν στον αρχηγό τους. Οι στρατιώτες του Μανιάκη βλέποντας τον αρχηγό τους νεκρό παραδόθηκαν. Ξαφνικά, πέρα από κάθε προσδοκία, ο Στέφανος βρέθηκε νικητής. Ο Στέφανος γύρισε στην Κωνσταντινούπολη θριαμβευτής. Παρέλασε με τον στρατό του στην Πλατεία οδό σε μια πομπή στην οποία προηγείτο το κεφάλι του Μανιάκη καρφωμένο πάνω σε δόρυ και οι υπόλοιποι στασιαστές καθισμένοι ανάποδα πάνω σε γαϊδούρια. Ακολουθούσε ο Στέφανος, καβάλα σε λευκό άλογο. Το Βυζάντιο έχασε έναν λαμπρό στρατηγό. Το προφανές επακόλουθο ήταν ότι η προσπάθεια για ανάκτηση της Σικελίας έληξε άδοξα. Πολλοί ιστορικοί, ακόμα και εκείνης της εποχής, αναρωτήθηκαν πόσο διαφορετική θα ήταν η μοίρα του Βυζαντίου αν ο εξαιρετικά ικανός Μανιάκης κατόρθωνε να πάρει τον θρόνο. Όλοι συμφωνούν ότι τα προβλήματα με τους Σελτζούκους και τους Νορμανδούς που ενέσκηψαν τα επόμενα χρόνια δεν θα ήταν τόσο σοβαρά. Αλλά τέτοιες υποθετικές ερωτήσεις δεν έχουν πολύ νόημα.


Ο Αυτοκράτωρ Μιχαήλ ΣΤ’ Στρατιωτικός ήταν παλαίμαχος στρατιωτικός, αλλά από νωρίς κατά την σύντομη βασιλεία του, οι ενέργειές του δυσαρέστησαν και αποξένωσαν την ηγεσία του στρατού (βασικά δεν αύξησε τους μισθούς των στρατιωτικών και έδιωξε όσους διαμαρτυρήθηκαν). Η υποθεση που καθόρισε τη μοίρα του ήταν η απόφασή να αποκαταστήσει τον Νικηφόρο Βρυέννιο στον βαθμό του Στρατηγού δίχως όμως να του επιστρέψει την περιουσία που είχε κατασχεθεί από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Επιπλέον φέρθηκε εξευτελιστικά στον Βρυέννιο όταν αυτός διαμαρτυρήθηκε. Ο Βρυέννιος οργίστηκε και άρχισε να σχεδιάζει την ανατροπή του αυτοκράτορα, όμως συνελήφθη και τυφλώθηκε. Αυτή η συμπεριφορά προς τον Βρυέννιο επιτάχυνε την συσπείρωση της στρατιωτικής ιεραρχίας γύρω από τον απρόθυμο Ισαάκιο Κομνηνό, που τότε ήταν Δομέστικος των Σχολών της Ανατολής (δηλαδή αρχιστράτηγος της Ανατολής) που τον ανακήρυξε αυτοκράτορα στην Παφλαγονία στις 8 Ιουνίου 1057. Ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ απέστειλε κατά των επαναστατών ένα στράτευμα υπό τον ευνούχο Θεόδωρο. Το αυτοκρατορικό στράτευμα κινήθηκε προς τη Νίκαια, η οποία είχε καταληφθεί από τον Ισαάκιο Κομνηνό.


Στις 20 Αυγούστου 1057, ο Ισαάκιος Κομνηνός έβγαλε τις δυνάμεις του έξω από την πόλη και τις παρέταξε σε μια πεδιάδα που ονομάζεται «Πολεμών» ή «Άδης», κοντά στην Νίκαια. Ο στρατηγός Κεκαυμένος διοικούσε την αριστερή πτέρυγα, ο Ρωμανός Σκληρός τη δεξιά και ο Κομνηνός ετέθη επικεφαλής στο κέντρο. Από την αυτοκρατορική πλευρά, ο Βούλγαρος Πρίγκιπας Ααρών τοποθετήθηκε στην αριστερή πτέρυγα, ο Βασίλειος Τραχανειώτης στη δεξιά και το κέντρο διοικούσε ο Θεόδωρος ο Ευνούχος. Η αυτοκρατορική αριστερή πτέρυγα υπό τον Πρίγκιπα Ααρών κατανίκησε την δεξιά των στασιαστών. Καταδιώκοντας τους στρατιώτες στο στρατόπεδο των στασιαστών, κυνήγησε και συνέλαβε τον Ρωμανό Σκληρό. Η δεξιά πτέρυγα, όμως, κατανικήθηκε από τον Κεκαυμένο, ο οποίος έφθασε στο στρατόπεδο του αντιπάλου και κατέστρεψε τις σκηνές. Ο Ισαάκ Κομνηνός κατάφερε να διατηρήσει το κέντρο σταθερό, αρκετά ώστε ο Κεκαυμένος να προστρέξει προς βοήθεια και να πιέσουν τον Θεόδωρο. Τελικά, το αυτοκρατορικό κέντρο άρχισε να σπάει και οι στρατιώτες του αυτοκράτορα εγκατέλειψαν ηττημένοι το πεδίο της μάχης. Ήταν σίγουρα ήττα για τις αυτοκρατορικές δυνάμεις, όχι όμως συντριπτική. Δρομολόγησε πάντως άμεσες εξελίξεις. Ο Μιχαήλ Στ’ προσπάθησε να διαπραγματευθεί με τους στασιαστές μέσω του Μιχαήλ Ψελλού, προσφερόμενος να υιοθετήσει τον Ισαάκιο και να τον ανακηρύξει καίσαρα. Ο Ισαάκιος που ήταν χαμηλών τόνων το συζητούσε, αλλά στη Βασιλεύουσα ξέσπασαν ταραχές. Ο Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος έπεισε τον Μιχαήλ ΣΤ’ να παραιτηθεί και ο Ισαάκιος εισήλθε στην Πόλη και στέφθηκε αυτοκράτορας.


Τον 11ο αιώνα, μετά από αρκετούς αιώνες που η στρατιωτική ισχύς του Βυζαντίου στηριζόταν κατά κύριο λόγο στον θεματικό στρατό, άρχισε και πάλι η χρησιμοποίηση ξένων μισθοφόρων σε μεγάλη κλίμακα. Ανέκαθεν υπήρχαν ξένοι στρατιωτικοί που υπηρετούσαν στον Βυζαντινό στρατό, αλλά από τον 7ο αιώνα και μετά οι ξένοι είχαν σταματήσει να είναι οργανωμένοι σε αυτόνομα στρατιωτικά σώματα αλλοδαπών με εθνικό χαρακτήρα. Αυτό άλλαξε αισθητά επί Βουλγαροκτόνου, ο οποίος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τους Βαράγγους. Το φαινόμενο στρατολόγησης ξένων μισθοφόρων κλιμακώθηκε τις επόμενες δεκαετίες και πήρε μεγάλες διαστάσεις μέχρι το 1050, σε μια περίοδο που ο Κωνσταντίνος Θ’ Μονομάχος είχε να αντιμετωπίσει καινούργιους εξωτερικούς εχθρούς (Σελτζούκους, Πετσενέγους, Νορμανδούς) αλλά και μεγάλη αμφισβήτηση στο εσωτερικό που συνοδεύτηκε από σοβαρές ανταρσίες, όπως του Μανιάκη και του Τορνικίου. Ανάμεσα στους ξένους στην υπηρεσία του Βυζαντινού στρατού εξέχουσα θέση είχαν οι Φράγκοι μισθοφόροι. Οι συγκεκριμένοι «Φράγκοι» στην πλειοψηφία τους ήταν Γάλλοι από την Νορμανδία που είχαν περάσει από τη Νότια Ιταλία. Για πρώτη φορά είχαν πολεμήσει στο πλευρό των Βυζαντινών κατά την εκστρατεία του Γεωργίου Μανιάκη στη Σικελία περί το 1039. Στη συνέχεια βέβαια στράφηκαν κατά των Βυζαντινών εκεί, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...Κάποιοι από αυτούς τους Φράγκους επέλεξαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην Ανατολή, και το 1047 πρωτοεμφανίζονται στην Κωνσταντινούπολη, όπου επιστρατεύτηκαν από τον Κωνσαντίνο Θ’ Μονομάχο στην αντιμετώπιση της εξέγερσης του Τορνικίου. Στη συνέχεια οι Φράγκοι στάλθηκαν στα ανατολικά σύνορα και τοποθετήθηκαν στις μεθοριακές επαρχίες της Μικράς Ασίας όπου είχαν αρχίσει να αναφύονται προβλήματα με διάφορους επιδρομείς, κυρίως Σελτζούκους Τούρκους. Η παρουσία των Φράγκων ήταν ιδιαίτερα έντονη στο θέμα Αρμενιάκων και στην πρωτεύουσα του θέματος, την Αμάσεια, όπου αρχικά παρέμεναν για λόγους παραχειμασίας (δηλαδή για να περάσουν τον χειμώνα εκεί). Καθώς περνούσαν τα χρόνια η παρουσία των Φράγκων έγινε μόνιμη, και φαίνεται πως τους παραχωρήθηκαν γαίες και κάστρα και απέκτησαν το στάτους τοπικών ηγεμόνων, κάτι που προφανώς έγινε με την ενθάρρυνση των Βυζαντινών που έβλεπαν θετικά την παρουσία των αξιόμαχων Φράγκων σε αυτή την παραμεθόρια και στρατηγικά σημαντική περιοχή.


Οι Φραγγονορμανδοί ήταν εξαιρετικοί πολεμιστές και ήταν μια πολύτιμη προσθήκη για τον Βυζαντινό στρατό. Το μεγάλο τους ατού ήταν η ορμητική επέλαση των σιδερόφραχτου ιππικού τους, που δεν ήταν εύκολο να αντιμετωπίσουν οι αντίπαλες παρατάξεις. Κατά τον Μιχαήλ Ψελλό, οι Φράγκοι πολεμιστές «ήταν φοβεροί και τοις είδεσι και ταις σχήμασιν... έμπληκτοι ταις ορμαίς, ευκίνηταί τε και ορμητίαι... ανυπόστατοι την πρώτην έφοδο ορμής». Το πρόβλημα ήταν ότι ήταν τυχοδιώκτες και παρέμεναν πιστοί μόνο εφόσον πληρώνονταν καλά, ενώ γίνονταν απρόβλεπτοι όταν έβλεπαν ευκαιρίες για κέρδος πέρα από τα τυπικά στρατιωτικά καθήκοντά τους. Έτσι, κατά καιρούς προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα όπως συνέβη με τη στάση του Ουρσελίου. Ο Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ (Roussel de Bailleul ή Ursellus de Ballione) αποκαλούμενος Ρουσέλιος ή Ουρσέλιος από τους Βυζαντινούς ιστορικούς ήταν ένας από τους ηγέτες των Φράγκων μισθοφόρων στο οποίο είχε απονεμηθεί (μάλλον από τον Ρωμανό Δ’) το αξίωμα του βέστη. Μπήκε στην υπηρεσία του Βυζαντίου περί το 1069, ως μέλος, αρχικά, μιας μισθοφορικής εταιρείας της οποίας αρχηγός ήταν ένας άλλος Φράγκος, ο Ροβέρτος Κρισπίνος (Robert Crispin).
Ο Ουρσέλιος είχε συμμετάσχει στην εκστρατεία του Ρωμανού Διογένη το 1071 που κατέληξε στο Μανζικέρτ, αλλά δεν πήρε μέρος στην τελική μάχη, καθώς είχε αποσταλεί μαζί με τις δυνάμεις του Ιωσήφ Ταρχανειώτη για να καταλάβουν το φρούριο της Χλιάτ και εκεί αποκόπηκαν χωρίς να μπορέσουν να βοηθήσουν τον Ρωμανό Διογένη. Για πολλούς, ο ρόλος του Ουρσελίου σε εκείνη την περίπτωση ήταν ύποπτος. Στη χαώδη κατάσταση που επικράτησε μετά την ήττα στο Μανζικέρτ, οι Σελτζούκοι και διάφορες ανεξέλεγκτες τουρκομάνικες ομάδες πύκνωσαν τις ληστρικές επιδρομές τους στα Βυζαντινά εδάφη της Μικράς Ασίας. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο νέος αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ’ Δούκας αποφάσισε να στείλει στα ανατολικά έναν στρατό με επικεφαλής τον δομέστικο των σχολών Ισαάκιο Κομνηνό (ανιψιό του παλιού συνονόματου αυτοκράτορα). Σε αυτό το εκστρατευτικό σώμα συμμετείχε και ο Ουρσέλιος με 400 Φράγκους ιππότες.
Όταν ο στρατός υπό τον Ισαάκιο έφτασε στην περιοχή της Καισάρειας, δημιουργήθηκε ένα σοβαρό επεισόδιο μεταξύ Φράγκων και Βυζαντινών, επειδή ο Ισαάκιος τιμώρησε έναν Φράγκο για πειθαρχικό παράπτωμα. Εξαιτίας αυτού, ο Ουρσέλιος θεώρησε ότι προσεβλήθη, και τη νύχτα πήρε τους άντρες του και εγκατέλειψε τους Βυζαντινούς. Οι ενέργειές του στη συνέχεια δείχνουν ότι η αποστασία του ήταν προσχεδιασμένη: Ο Ουρσέλιος με τους ιππότες του κατευθύνθηκε προς τα ανατολικά και έφτασε στη Μελιτηνή, όπου με μια αιφνιδιαστική επίθεση σημείωσε μια μικρή επιτυχία εναντίον των Σελτζούκων. Στο μεταξύ, μετά την αποχώρησή του, το στράτευμα υπό τον Ισαάκιο συγκρούσθηκε με Τούρκους κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και υπέστη συντριπτική ήττα. Ανεξάρτητα από αυτό, μετά την επιτυχία του στα ανατολικά, ο Ουρσέλιος επέστρεψε στο κέντρο της Μικράς Ασίας όπου επιδόθηκε σε λεηλασίες, ενώ ανάγκασε πολλές πόλεις να του πληρώσουν φόρο υποτελείας. Για τους Βυζαντινούς ήταν πλέον φανερό ότι δεν είχαν να κάνουν απλά με έναν απείθαρχο τυχοδιώκτη, αλλά ότι ο Ουρσέλιος έκανε κινήσεις για τη δημιουργία ανεξάρτητης ηγεμονίας στη Μικρά Ασία. Το ενδεχόμενο αυτό εκείνη τη στιγμή φαινόταν ότι ήταν πολύ σοβαρότερη απειλή από τους Σελτζούκους. Άλλωστε ήταν πρόσφατο το παράδειγμα της Νοτίου Ιταλίας, όπου μια χούφτα Νορμανδών από το πουθενά κατόρθωσαν να επικρατήσουν και να δημιουργήσουν κράτος σε Βυζαντινό έδαφος. Γι’ αυτό αποφασίστηκε να σταλεί στρατός εναντίον του.


Την αρχηγία του εκστρατευτικού σώματος εναντίον του Ουρσελίου ανέλαβε ο θείος τού αυτοκράτορα, καίσαρας Ιωάννης Δούκας, που το 1071 είχε πρωταγωνιστήσει στις ενέργειες για την εκθρόνιση του Ρωμανού Δ’ και την ανάρρηση του Μιχαήλ Ζ’ στο θρόνο. Εκείνη την εποχή είχε παραγκωνιστεί από τον νέο ισχυρό άντρα του Βυζαντίου, τον ευνούχο λογοθέτη του δρόμου Νικηφορίτζη. Ο στρατός αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 1074. Στην εκστρατεία συμμετείχε ο γιος του καίσαρα Ιωάννη, ο πρωτοβεστιάριος, πρωτοπρόεδρος και δομέστικος των σχολών της Ανατολής Ανδρόνικος Δούκας (ο οποίος είχε πολεμήσει και στο Μαντζικέρτ, ως αρχηγός της οπισθοφυλακής όπου αδράνησε και δεν βοήθησε τον Ρωμανό). Συμμετείχε επίσης ο βετεράνος στρατηγός και κουροπαλάτης Νικηφόρος Βοτανειάτης (ο μετέπειτα αυτοκράτορας). Συνολικά το αυτοκρατορικό στράτευμα αποτελούνταν από 12.000 άντρες. Οι 10.000 από αυτούς ήταν Μικρασιάτες στρατιώτες του θεματικού στρατού και οι υπόλοιποι μισθοφόροι: 1.500 Βάρραγοι και 500 Φράγκοι. Ο Ουρσέλιος εκείνη τη χρονική στιγμή ήταν στο θέμα Αρμενιάκων, αλλά όταν έμαθε ότι ένας Βυζαντινός στρατός βαδίζει εναντίον του, κινήθηκε εσπευσμένα προς τα δυτικά για να τον συναντήσει. Είχε μαζί του 3.000 Φράγκους ιππότες. Οι δύο αντίπαλοι στρατοί συναντήθηκαν στις 10 Μαΐου στον ποταμό Σαγγάριο, κοντά στη γέφυρα «Ζόμπου», νοτιοδυτικά από την Άγκυρα, όχι μακριά από το Αμόριο. Ο Ιωάννης Δούκας, αν και είχε σημαντικό αριθμητικό πλεονέκτημα, έστειλε απεσταλμένους στον Ουρσέλιο προτείνοντάς του να συνθηκολογήσει και προσφέροντας αμνηστία. Φαίνεται πως οι Βυζαντινοί είχαν την κρυφή ελπίδα ότι ο Ουρσέλιος θα μπορούσε ακόμα να τους φανεί χρήσιμος, ενώ είναι πολύ πιθανό, αν κρίνουμε από την πρωτοβουλία αυτή, ότι ο πραγματικό στόχος της εκστρατείας ήταν οι Σελτζούκοι. Εν πάση περιπτώσει, ο Ουρσέλιος απέρριψε με περιφρόνηση την πρόταση του Δούκα. Προφανώς είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στις ικανότητές του και στο αξιόμαχο των αντρών του. Η συνέχεια τον δικαίωσε.


Ο καίσαρας Ιωάννης Δούκας δεν ήταν έμπειρος στρατιωτικός και αυτό φάνηκε σε αυτήν τη μάχη, όπου ακολούθησε μια ακατανόητη τακτική. Αντί να περιμένει τους ορμητικούς Νορμανδούς να επιτεθούν έχοντας σαν προκάλυψη τον Σαγγάριο, σε θέση που είχε αμυντικό πλεονέκτημα, επέλεξε να περάσει το ποτάμι και να παραταχθεί στην απέναντι όχθη με το ποτάμι στην πλάτη του. Επίσης με αυτήν την επιλογή ακύρωσε την πιθανότητα να δεχτεί ενισχύσεις από τα υπόλοιπα θέματα, κάτι που φοβόταν και ο Ουρσέλιος και φαίνεται πως αυτός ήταν ο λόγος που είχε σπεύσει να τον προϋπαντήσει. Ο αυτοκρατορικός στρατός παρατάχθηκε σε δύο ξεχωριστές γραμμές, η μία πίσω από την άλλη. Στη δεξιά πτέρυγα της πρώτης γραμμής είχε παραταχθεί το σώμα των Φράγκων μισθοφόρων με επικεφαλής κάποιον Φράγκο ονόματι «Πάπας». Στο κέντρο της παράταξης ήταν ο Ιωάννης Δούκας με το επίλεκτο τμήμα των Βαράγγων (που εκείνη την εποχή ήταν μάλλον Αγγλοσάξωνες). Ο Ανδρόνικος Δούκας ήταν στο αριστερό κέρας . Στην πίσω γραμμή ήταν ο Βοτανειάτης με τα λιγότερο εμπειροπόλεμα τμήματα. Η μάχη ξεκίνησε τα ξημερώματα της 11ης Μαΐου. Ο Ουρσέλιος απευθύνθηκε στους ομοεθνείς του που ήταν στη δεξιά πλευρά της Βυζαντινής παράταξης και τους έπεισε να πάνε με το μέρος του. Έτσι ενωμένοι όλοι οι Φράγκοι επιτέθηκαν στο Βυζαντινό κέντρο όπου ήταν ο Ιωάννης Δούκας με τους Βαράγγους. Παρά το ξάφνιασμα των Βυζαντινών από την προδοσία των μισθοφόρων, η μάχη δεν είχε κριθεί. Όμως σε μια επανάληψη όσων είχαν συμβεί στο Μαντζικέρτ, η οπισθοφυλακή υπό τον Βοτανειάτη δεν επένέβη για να βοηθήσει. Αντίθετα οπισθοχώρησε ανεξήγητα. Από εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου. Οι Βάραγγοι στο κέντρο πολέμησαν γενναία, αλλά δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στην ανωτερότητα των Φράγκων που ήταν πλέον και αριθμητική. Στο τέλος περικυκλώθηκαν και υπέκυψαν. Ο Ιωάννης τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Το ίδιο και ο γιος του Ανδρόνικος. Αμέσως μετά ο Ουρσέλιος έχοντας μαζί του τον επιφανή αιχμάλωτό του έφτασε μέχρι την Χρυσόπολη απέναντι από την Κωνσταντινούπολη έχοντας σαν στόχο να εκθρονίσει τον αυτοκράτορα. Όμως ο Νοκοφορίτζης αντέδρασε αποτελεσματικά και κάνοντας οδυνηρές υποχωρήσεις προς τους Τούρκους, τους έστειλε εναντίον του. Ο Ουρσέλιος αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Νικομήδεια όπου, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κατοίκων έστεψε βασιλιά τον Ιωάννη Δούκα. Μετά επιτέθηκε στους Τούρκους, αλλά δεν τα κατάφερε και τελικά πιάστηκε αιχμάλωτος μαζί με τον Ιωάννη. Μετά από λίγο καιρό, η γυναίκα του πλήρωσε λύτρα και τον ελευθέρωσε. Για λίγο ο Ουρσέλιος έζησε σαν ηγεμόνας στην Αμάσεια.


Για τον Ανδρόνικο Δούκα αναφέρεται ότι στη μάχη φορούσε διπλό επανωκλιβανιον και πολέμησε γενναία μοιάζοντας στο τέλος με σκαντζόχοιρο από τα πολλά βέλη που είχαν καρφωθεί πάνω του. Ήταν σοβαρά τραυματισμένος και στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη για θεραπεία. Οι δύο γιοι του τον αντικατέστησαν σαν όμηροι του Ουρσέλιου. Ο Ανδρόνικος ανάρρωσε, αλλά πέθανε το 1077. Ο Ανδρόνικος Δούκας ήταν προπάππους του Μανουήλ Κομνηνού και πρόγονος του Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου. Ήταν ακόμα μία σοβαρή Βυζαντινή ήττα στη φοβερή δεκαετία του 1070 που κλόνισε και άλλο την ισχύ του Βυζαντίου στη Μικρά Ασία. Οι Σελτζούκοι βγήκαν κερδισμένοι καθώς οι Βυζαντινοί αναγκάστηκαν να επικυρώσουν την κατοχή εδαφών για να τους χρησιμοποιήσουν εναντίον του Ουρσελίου. Ο Ουρσέλιος έζησε για λίγο ως ηγεμών στην Αμάσεια, αλλά αιχμαλωτίστηκε από τον Αλέξιο Κομνηνό με τη βοήθεια των Τούρκων. Απελευθερώθηκε για να πολεμήσει εναντίον στασιαστών, πρόδωσε ξανά, και εκτελέστηκε το 1077.


Μετά την οδυνηρή ήττα στη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 από τους Σελτζούκους Τούρκους και την εκθρόνιση του Ρωμανού Δ’, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βίωσε μια δεκαετία σχεδόν συνεχούς εσωτερικής αναταραχής και στάσεων. Οι συνεχείς πόλεμοι αποδυνάμωσαν τα στρατεύματα της Αυτοκρατορίας, ερήμωσαν τη Μικρά Ασία και την άφησαν ανυπεράσπιστη. Η διακυβέρνηση του Μιχαήλ Ζ’ Δούκα (βασ. 1071 – 1078) απέτυχε να διαχειριστεί αποτελεσματικά την κατάσταση και έχασε γρήγορα την υποστήριξη της στρατιωτικής αριστοκρατίας. Ένας από εκείνους που στασίασαν εναντίον του ήταν ο Νικηφόρος Βρυέννιος, ο οποίος βάδισε εναντίον της Κωνσταντινούπολης, με την προσδοκία ότι θα του παραδινόταν αμέσως, όμως η λεηλασία των προαστίων της από τους στρατιώτες του εξαγρίωσε τους κατοίκους της πρωτεύουσας και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Την ίδια εποχή, ένας άλλος στασιαστής, ο Νικηφόρος Βοτανειάτης στάθηκε πιο τυχερός στη Μικρά Ασία και έγινε αυτοκράτορας. Ο Βρυέννιος συνέχισε τη στάση του και απειλούσε την Κωνσταντινούπολη. Μετά από τις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις, ο Βοτανειάτης έστειλε τον νεαρό στρατηγό Αλέξιο Κομνηνό με όσες δυνάμεις μπορούσε να συγκεντρώσει, για να τον αντιμετωπίσει.


Ο στρατός των στασιαστών αποτελούνταν από 12.000 έμπειρους στρατιώτες από τα συντάγματα των δυτικών επαρχιών, όπως επίσης και Φράγκους μισθοφόρους και ένα απόσπασμα Πετσενέγων. Οι δυνάμεις του Αλεξίου περιλάμβαναν 2.000 Τούρκους ιπποτοξότες, 2.000 Χωματηνούς (από το φρούριο του Χώματος στην Ανατολία), μερικές εκατοντάδες Φράγκους ιππότες από την Ιταλία και το νεοσύστατο τάγμα των Αθανάτων. Είναι ξεκάθαρο ότι το στράτευμα του Αλεξίου ήταν μικρότερο και συγκριτικά πολύ άπειρο. Οι δύο στρατοί συγκρούσθηκαν στην Καλαβρύη, επί του ποταμού Αλμυρού, στη Θράκη. Ο Αλέξιος Κομνηνός προσπάθησε να παγιδεύσει τον στρατό του Βρυέννιου. Η ενέδρα απέτυχε και τα κέρατα της παρατάξεώς του απωθήθηκαν προς τα πίσω από τους στασιαστές. Το αριστερό κέρας, ειδικά, κατέρρευσε. Ο ίδιος ο Αλέξιος μόλις και μετά βίας κατάφερε να διασπάσει τους αντιπάλους του με την προσωπική του ακολουθία, πέτυχε όμως να ανασυγκροτήσει τους σκόρπιους άνδρες του. Στο μεταξύ, το αριστερό του άκρο υπερκεράσθηκε και δέχτηκε επίθεση στα μετόπισθεν από τους Πετσενέγους. Οι Χωματηνοί τότε έσπασαν και διέφυγαν και η τύχη του Αλεξίου φάνηκε να είναι προδιαγεγραμμένη. Σε αυτό το σημείο, όμως, οι Πετσενέγοι δεν εκμεταλλεύτηκαν την επιτυχία τους. Αντίθετα, γύρισαν πίσω κι άρχισαν να λεηλατούν το στρατόπεδο του συμμάχου τους Βρυέννιου. Αφού μάζεψαν όσα λάφυρα μπορούσαν, εγκατέλειψαν τη μάχη και απεχώρησαν. Το στράτευμα του Βρυέννιου μετέπεσε σε σύγχυση και αταξία, διότι ενώ φαινόταν ότι είχε κερδίσει την μάχη, οι Πετσενέγοι λεηλάτησαν το στρατόπεδό του. Ενισχυόμενος από Τούρκους μισθοφόρους, ο Αλέξιος έκανε πως υποχωρεί και παρέσυρε τα στρατεύματα του Βρυέννιου σε άλλη μια ενέδρα, η οποία αυτήν την φορά ήταν επιτυχής. Ο στρατός των στασιαστών εγκατέλειψε τις γραμμές του και κατανικήθηκε. Ο ίδιος ο Βρυέννιος πιάστηκε αιχμάλωτος. Η μάχη αυτή είναι μία από τις πιο γνωστές – σε λεπτομέρεια – μάχες του Μεσαίωνα, χάρη στην Άννα Κομνηνή (κόρη του Αλεξίου Α’) και το ιστορικό έργο της «Αλεξιάδα».
Ήταν το τέλος της στάσης του Βρυέννιου, ο οποίος συνελήφθη και τυφλώθηκε. Αργότερα του δόθηκε χάρη και πήρε πίσω τους τίτλους και την περιουσία του. Ο Αλέξιος Κομνηνός κατέλαβε τον θρόνο ο ίδιος δυο χρόνια αργότερα, το 1081, μετά από στάση που υπεκίνησε η μητέρα του, η φοβερή Άννα Δαλασσηνή.


Ο Νικηφόρος Βοτανειάτης υπηρετούσε ως στρατηγός από την εποχή του Κωνσταντίνου Θ’. Είχε διατελέσει κυβερνήτης (δηλαδή στρατηγός) του θέματος Ανατολής, του Θέματος Κύπρου και διοικητής του στρατού στην Ασία. Διετέλεσε επίσης Δούκας της Αντιόχειας και Δούκας της Εδέσσης. Κατείχε τους τιμητικούς τίτλους του Βεστάρχη και του Μαγίστρου. Μπλεγμένος με τα πολιτικά, είχε ενεργό συμμετοχή στην στάση που ανέδειξε τον Ισαάκιο Α’ Κομνηνό στον θρόνο το 1057, συμπεριλαμβανομένης της πρωταγωνιστικής συμμετοχής του στην Μάχη του Άδη (ή του Πολέμωνος). Εξαιρεθείς από την ατυχή εκστρατεία του Ρωμανού Δ΄ Διογένη στο Μαντζικέρτ, αποσύρθηκε στα κτήματά του στη Μικρά Ασία. Λίγο αργότερα, μετά την ήττα και την εκθρόνιση του Ρωμανού Δ΄, ορίσθηκε στρατηγός του Ανατολικού Θέματος από τον νέο αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ Δούκα και ήταν πρωταγωνιστής στα σοβαρά γεγονότα που διαδραματίστηκαν μετά την ήττα στο Μαντζικέρτ. Τον Οκτώβριο του 1077, ο Νικηφόρος Βοτανειάτης στασίασε. Υπήρχε αναβρασμός στον λαό κατά του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ (του «Παραπινάκη») και του πραγματικά ισχυρού άντρα της αυτοκρατορίας, του ευνούχου Λογοθέτη του Δρόμου Νικηφορίτζη, λόγω της βαριάς φορολογίας και εξαιτίας των χειρισμών στην προμήθεια σιτηρών, που είχαν σαν αποτέλεσμα έλλειψη τροφίμων και πείνα.


Ο Βοτανειάτης θεώρησε ότι ήταν γι’ αυτόν μια καλή ευκαιρία να εκμεταλλευθεί προς όφελός του την αναταραχή και το μίσος του λαού κατά των κυβερνώντων, και βάδισε εναντίον της Κωνσταντινούπολης με έναν στρατό που κατά το μεγαλύτερο μέρος αποτελούνταν από Σελτζούκους Τούρκους. Οι Τούρκοι ήταν η βοήθεια που του πρόσφερε ο Σελτζούκος πολέμαρχος Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμούς (που λίγο μετά, με την ανοχή του Βοτανειάτη, θα ιδρύσει το Σουλτανάτο του Ρουμ με έδρα τη Νίκαια). Η υποστήριξη του Σουλεϊμάν ήταν επιτυχής και ο Βοτανειάτης σαν ανταμοιβή του παραχώρησε πρόσβαση στην Ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς υποστήριξε σε δύο χρόνια έναν άλλον σφετεριστή, τον Νικηφόρο Μελισσηνό. Ο Νικηφόρος Μελισσηνός άνοιξε τις πύλες της Νίκαιας στους Τουρκομάνους και επέτρεψε στον Σουλεϊμάν να εγκαταστήσει μία μόνιμη στρατιωτική βάση. Κοντά στη Νίκαια, ο Βοτανειάτης ήρθε αντιμέτωπος με ένα Βυζαντινό στράτευμα που στάλθηκε εναντίον του από τον Νικηφορίτζη και το κατενίκησε. Λεπτομέρειες της μάχης δεν είναι γνωστές. Μετά τη νίκη αυτή αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτωρ και συνέχισε την προέλασή του προς τη Βασιλεύοουσα.


Το δεξί χέρι του Βοτανειάτη στην επιχείρηση εκθρόνισης του Μιχαήλ Δούκα ήταν ο ικανός στρατηγός Αλέξιος Κομνηνός, που 3 χρόνια μετά ανέτρεψε τον Βοτανειάτη και ανέβηκε ο ίδιος στον θρόνο. Καθώς πλησίαζε προς την Πόλη ήρθε αντιμέτωπος με έναν άλλο επαναστάτη στρατηγό, τον Νικηφόρο Βρυέννιο, ο οποίος είχε τα δικά του φιλόδοξα σχέδια για τον θρόνο, τα οποία όμως ναυάγησαν (όταν ο στρατός του άρχισε να λεηλατεί τα περίχωρα). Τελικά ο κλήρος βιάστηκε να ανακηρύξει αυτοκράτορα τον Βοτανειάτη και ο Μιχαήλ παραιτήθηκε και εκάρη μοναχός στη Μ. Στουδίου. Στις 24 Μαρτίου, ο Βοτανειάτης εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη με θρίαμβο και στέφθηκε αυτοκράτορας. Ήταν 76 ετών. Σε λίγο καιρό ολόκληρη η Βιθυνία βρισκόταν στον έλεγχο του Τούρκου σουλτάνου Σουλεϊμάν· αυτό δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, επειδή ο Αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους υποτελείς του στην Ανατολή. Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς εγκατέλειψε τη Νίκαια (1084) και άφησε στη θέση του τον ευγενή Αμπντούλ Κασίμ.
Πηγή https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%8A%CE%BC%CE%AC%CE%BD_%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%BD_%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BC%CE%AF%CF%82
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_06d
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_10
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_13
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_16d
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_18
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_17

Κυριακή 12 Ιουνίου 2022

Αλέξιος Α Κομνηνός : Οι ηρωικές μάχες για την υπεράσπιση του βυζαντινού ελληνισμού

Μετά την κατάληψη του Μπάρι (1071) και την εκδίωξη των Βυζαντινών από την Ιταλική χερσόνησο, ο Ροβέρτος Γυισκάρδος επιτέθηκε κατά του Βυζαντίου στα Βαλκάνια. Το όνειρό του ήταν να πάρει τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως και βρήκε την αφορμή για να τον διεκδικήσει εξαιτίας του Μιχαήλ Ζ’ Δούκα, ο οποίος είχε εκθρονιστεί το 1078 και του οποίου ο γιος είχε μνηστευθεί με την κόρη του Γυισκάρδου. Ο Νορμανδικός στόλος αποτελούμενος από 150 πλοία, συμπεριλαμβανομένων και 60 ιππαγωγών, απέπλευσε προς τα ανατολικά στο τέλος Μαΐου του 1081. Ο στρατός αριθμούσε 30.000 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων 1.300 Νορμανδών ιπποτών. Αφού κατέλαβε εύκολα το νησί της Κέρκυρας, συνέχισε προς το Δυρράχιο και άρχισε να πολιορκεί την πόλη. Όμως, ο άπειρος στόλος του ηττήθηκε από τους Ενετούς, οι οποίοι κλήθηκαν από το Βυζάντιο προς βοήθεια και οι οποίοι ήταν ήδη έτοιμοι –ούτως ή άλλως– να επέμβουν, λόγω του Νορμανδικού ελέγχου στα στενά του Οτράντο. Ο Γυισκάρδος δεν απογοητεύτηκε από την ήττα αυτή, όμως το στρατόπεδό του κτυπήθηκε από μια επιδημία και περίπου 10.000 άνδρες του πέθαναν, συμπεριλαμβανομένων 500 ιπποτών. Παρά ταύτα, η φρουρά του Δυρραχίου είχε φθάσει στα όρια αντοχής της από τη στενή πολιορκία και τα συνεχή χτυπήματα των πολιορκητικών μηχανών των Νορμανδών. Ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός πληροφορήθηκε τα τεκταινόμενα όταν ήταν στην Θεσσαλονίκη και έσπευσε με ταχύτητα κατά των Νορμανδών.
Στις 18 Οκτωβρίου, οι Νορμανδοί συγκρούστηκαν με τους Βυζαντινούς έξω από το Δυρράχιο. Η μάχη ξεκίνησε με τη δεξιά πτέρυγα των Βυζαντινών να κατατροπώνει την αριστερή πτέρυγα των Νορμανδών, η οποία έσπασε και διαλύθηκε. Οι Βάραγγοι μισθοφόροι παρασύρθηκαν στην καταδίωξη των αντιπάλων που είχαν τραπεί σε φυγή, όμως βρέθηκαν αποκομμένοι από την κυρία δύναμη, περικυκλώθηκαν και σφαγιάστηκαν. Το χειρότερο ήταν ότι για κάποιο λόγο οι Σέρβοι σύμμαχοι και οι Σελτζούκοι βοηθητικοί του Βυζαντινού στρατού λιποτάκτησαν. Το κέντρο των Βυζαντινών εξασθένησε και το βαρύ Νορμανδικό ιππικό επιτέθηκε με ορμή ακριβώς εκεί. Το Νορμανδικό ιππικό χωρίστηκε σε μικρά αποσπάσματα και τσάκισε σε διάφορα σημεία τη Βυζαντινή άμυνα. Η έφοδος αυτή διέλυσε τις Βυζαντινές γραμμές, με αποτέλεσμα οι Βυζαντινοί να εγκαταλείψουν άτακτα και με βαριές απώλειες το πεδίο της μάχης. Ήταν μια βαριά ήττα για τον Αλέξιο και η αρχή μιας σειράς καταστροφικών επιδρομών από τους Νορμανδούς. Η πολιορκία του Δυρραχίου συνεχίστηκε και τελικά η σημαντική αυτή πόλη έπεσε μετά από μερικούς μήνες με προδοσία. Οι Νορμανδοί συνέχισαν και κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της Βορείου Ελλάδος δίχως μεγάλη αντίσταση. Ο Γυισκάρδος, όμως, αναγκάσθηκε να επιστρέψει στην Ιταλία για να αντιμετωπίσει μια στάση.


Μετά την κατάληψη του Δυρραχίου (Φεβρουάριος 1082), οι Νορμανδοί συνέχισαν την διείσδυσή τους και κατέλαβαν μεγάλο μέρος της Βόρειας Ελλάδας δίχως να συναντήσουν σοβαρή αντίσταση. Όμως, ενώ ο Ροβέρτος Γυισκάρδος βρίσκονταν στην Καστοριά, πληροφορήθηκε ότι περιοχές της νότιας Ιταλικής χερσονήσου είχαν ξεσηκωθεί και, επίσης, ότι ο Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ερρίκος Δ΄ είχε φθάσει έξω από την Ρώμη και πολιορκούσε τον Πάπα Γρηγόριο Η’, σύμμαχο των Νορμανδών. Αυτό δεν ήταν τυχαίο: Οι πράκτορες του Αλεξίου είχαν υποκινήσει την ανταρσία των ανιψιών του Γυισκάρδου εναντίον του θείου τους. Επίσης ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός είχε διαπραγματευθεί με τον Ερρίκο και του είχε δώσει 360.000 χρυσά νομίσματα με αντάλλαγμα έναν καλό αντιπερισπασμό. Ο Ερρίκος ανταποκρίθηκε και εισέβαλε στην Ιταλική χερσόνησο. Ο Γυισκάρδος έσπευσε στην Ιταλία, αφήνοντας τον γιο του Βοημούνδο αρχηγό των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Ο Αλέξιος ήταν σε δυσχερή οικονομική θέση και διέταξε την κατάσχεση των θησαυρών όλων των εκκλησιών. Έτσι μπόρεσε να οργανώσει έναν στρατό στη Θεσσαλονίκη. Αλλά, ο Βοημούνδος νίκησε τον Αλέξιο σε δύο μάχες (για τις οποίες δεν ξέρουμε λεπτομέρειες): μια κοντά στην Άρτα και την άλλη κοντά στα Ιωάννινα (ή ίσως στο Δυρράχιο, ξανά). Αυτό εξασφάλισε στον Βοημούνδο τον έλεγχο της Μακεδονίας και σχεδόν ολόκληρης της Θεσσαλίας. Μετά από αυτές τις νίκες, ο Βοημούνδος κινήθηκε εναντίον της Λάρισας. Το έκανε αυτό αφενός για να ξεχειμωνιάσει σε ηπιότερο κλίμα (σε σύγκριση με το κλίμα πιο βόρεια) και αφετέρου για να να βρει εφόδια (και ευκαιρίες για πλιάτσικο) για τον στρατό του που είχε αρχίσει να δυσανασχετεί λόγω της τριετούς περιπλάνησης στη βορειοδυτική Ελλάδα χωρίς σημαντικά οφέλη (δηλαδή χωρίς καλή λεία). Οι Νορμανδοί ξεκίνησαν την πολιορκία στις 3 Νοεμβρίου 1082 (κατ’ άλλους στις 23 Απριλίου 1083). Ο διοικητής της φρουράς της πόλεως Λέων Κεφαλάς μπόρεσε να κρατήσει για αρκετούς μήνες, ενώ έστελνε απεγνωσμένα μηνύματα στην Κωνσταντινούπολη ζητώντας βοήθεια.


Ο Αυτοκράτορας Αλέξιος προετοίμασε ένα μεγάλο στράτευμα, το οποίο περιλάμβανε και 7.000 Σελτζούκους Τούρκους. Έφυγε από την Κωνσταντινούπολη τον Μάρτιο του 1083. Το στράτευμα αριθμούσε συνολικά περί τους 20.000 άνδρες. Το μεγαλύτερο μέρος του, βέβαια, ήταν πεζοί και ελαφρύ ιππικό και δεν είχαν πολλές πιθανότητες επιτυχίας απέναντι στους φοβερούς και κατάφρακτους Νορμανδούς ιππότες σε μια μάχη εκ παρατάξεως. Μετά δε από τις πρόσφατες ήττες του από τους Νορμανδούς, ο Αλέξιος ήταν πολύ προσεκτικός και εφάρμοσε έξυπνες και παρελκυστικές τακτικές. Αντίθετα ο Βοημούνδος γεμάτος αυτοπεποίθηση για την πολεμική ανωτερότητα των Νορμανδών δεν ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός. Ο Αλέξιος έστειλε ένα τμήμα του στρατού να επιτεθεί στο Νορμανδικό στρατόπεδο έξω από την Λάρισα, το οποίο πολύ γρήγορα προσποιήθηκε ότι τράπηκε σε άτακτη φυγή υποχωρώντας προς το φρούριο Λυκοστομίου (στα Τέμπη). Οι Νορμανδοί παρασύρθηκαν και τους κυνήγησαν σε μια μεγάλη απόσταση, δίνοντας την ευκαιρία στον Αλέξιο με ένα επίλεκτο τμήμα να επιτεθεί και να καταστρέψει το στρατόπεδό τους. Ταυτόχρονα, ένα άλλο απόσπασμα έστησε ενέδρα στα μετόπισθεν του Νορμανδικού ιππικού και σκότωσε τα περισσότερα από τα άλογά τους. Στο μεταξύ ο Βοημούνδος έφθασε στα Τέμπη δίχως να βρει τον εχθρό και θεώρησε τον εαυτό του νικητή επί των Βυζαντινών, για μια ακόμη φορά. Τότε πληροφορήθηκε για τις Βυζαντινές επιθέσεις και τις απώλειες που του είχαν επιφέρει. Μαθαίνοντας ότι ο κύριος όγκος του Βυζαντινού στρατεύματος είχε κινηθεί προς βορρά, στο φρούριο του Δομένικου, τον ακολούθησε χωρίς να διστάσει . Όμως καθ’ οδόν οι Νορμανδοί έπεσαν σε ενέδρα σε μια διάβαση του ποταμού Πηνειού και υπέστησαν βαριά ήττα.


Ο Αλέξιος παραχώρησε στους Βενετούς εμπορική βάση στην Κωνσταντινούπολη και απαλλαγή από εμπορικούς δασμούς, σε αντάλλαγμα για τη βοήθειά τους στην σύγκρουσή του με τους Νορμανδούς. Αυτό φαινόταν καλή ιδέα την εποχή εκείνη, αλλά ήταν ένα πολύ σοβαρό σφάλμα, που δημιούργησε πολύ σοβαρά προβλήματα στο μέλλον και το οποίο συνετέλεσε στην παρακμή και πτώση της Αυτοκρατορίας. Ήταν η πρώτη σοβαρή ήττα του Βοημούνδου στην Ελλάδα. Αλλά ήταν καθοριστική.
Μετά από την ήττα, οι Νορμανδοί έχασαν σιγά σιγά όλες τους τις κτήσεις στην Ελλάδα και μετά τον θάνατο του Γυισκάρδου το 1085, εγκατέλειψαν την Βυζαντινή επικράτεια. Στο μεταξύ, οι Ενετοί ανακατέλαβαν την Κέρκυρα και το Δυρράχιο για λογαριασμό του Βυζαντίου.


Την άνοιξη του 1087, έφθασαν νέα στην Βυζαντινή αυλή για μια τεράστια εισβολή από τον βορρά. Οι εισβολείς ήταν Πετσενέγοι. Οι Πετσενέγοι ή Πετσενέγκοι ή Πατζινάκοι ή Πατζινακίτες ήταν νομαδικός λαός τουρκικής καταγωγής της κεντρικής Ασίας που από τον 9ο αιώνα είχαν μεταναστεύσει δυτικότερα επιτιθέμενοι σε διάφορους λαούς, μεταξύ των οποίων και στους Ρως. Τα νέα της εισβολής από τουλάχιστον 80.000 Πετσενέγους (μαζί με τα γυναικόπαιδα) ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικά, αφενός επειδή το Βυζάντιο είχε κατ’ επανάληψιν αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα από τέτοιες μαζικές μεταναστεύσεις στα εδάφη του, αλλά και επειδή μερικές δεκαετίες νωρίτερα, το 1048, μια άλλη ορδή Πετσενέγων είχε ενσκήψει στη Θράκη και τη λεηλατούσε επί 5 χρόνια έχοντας ταπεινώσει κατ’επανάληψιν τον Βυζαντινό στρατό. Το σκηνικό επαναλήφθηκε και σε αυτή την εισβολή, με τους Πετσενέγους να πλησιάζουν αργά αλλά απειλητικά την Κωνσταντινούπολη λεηλατώντας, ξανά, τη Θράκη στο πέρασμά τους. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλες τις διπλωματικές και στρατιωτικές του ικανότητες για να αντιμετωπίσει τη νέα απειλή και βρήκε πρόθυμους συμμάχους σε σε μια άλλη νομαδική φυλή, τους Κουμάνους, οι οποίοι πληρώθηκαν καλά για να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τον στρατό του Αλεξίου.


Στις 28 Απριλίου 1091, ο Αλέξιος και οι σύμμαχοί του έφθασαν στο στρατόπεδο των Πετσενέγων στο Λεβούνιο, κοντά στο Δέλτα του Έβρου ποταμού.
Οι Πετσενέγοι φάνηκε ότι αιφνιδιάστηκαν. Η μάχη που έλαβε χώρα την επομένη το πρωί στο Λεβούνιο, ήταν στην ουσία μια σφαγή. Οι Πετσενέγοι είχαν φέρει μαζί τους τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους και ήταν εντελώς απροετοίμαστοι για την βιαιότητα της επιθέσεως που εξαπολύθηκε πάνω τους. Οι Κουμάνοι και οι Βυζαντινοί σάρωσαν το εχθρικό στρατόπεδο σφάζοντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Οι Πετσενέγοι δεν μπόρεσαν να προβάλουν καμιά ουσιαστική άμυνα.
Πολύ λίγοι από αυτούς επέζησαν. Η συγκεκριμένη ορδή διαλύθηκε αλλά τα προβλήματα με τους Πετσενέγους επαναλήφθηκαν για λίγο τον 12ο αιώνα.
Αυτή η επιβλητική επέμβαση υπήρξε η μοναδική σημαντική νίκη που επετεύχθη από ένα Βυζαντινό στράτευμα μετά από πολλές δεκαετίες και ο πρώτος θρίαμβος της Κομνήνειας Αναγέννησης, της περιόδου που σημάδεψε την αρχή της αναβίωσης της Βυζαντινής ισχύος και η οποία θα κρατούσε για τα επόμενα 100 χρόνια.


Η Νίκαια είχε καταληφθεί από τους Σελτζούκους Τούρκους το 1081 και έγινε η πρώτη πρωτεύουσα του Σουλτανάτου του Ρουμ. Το 1096, η «Σταυροφορία του Λαού», το πρώτο κύμα της Α΄ Σταυροφορίας, είχε λεηλατήσει την περιοχή γύρω από την πόλη, πριν να εξολοθρευτεί από τους Τούρκους. Γι’ αυτό ο σουλτάνος Κιλίτζ ΑρσλάνΑ’ πίστεψε ότι και το επόμενο κύμα των σταυροφόρων δεν επρόκειτο να είναι σοβαρή απειλή. Άφησε την οικογένειά του και τους θησαυρούς του πίσω στην Νίκαια και εξεστράτευσε στην Ανατολία για να αντιμετωπίσει τους Δανισμενδίδες(1) Τούρκους που διεκδικούσαν την Μελιτηνή. Οι Σταυροφόροι της Α΄ Σταυροφορίας, στα πλαίσια της συμφωνίας που είχαν κάνει με τον Αλέξιο Α΄Κομνηνό για να τους επιτρέψει να διέλθουν από τα Βυζαντινά εδάφη, πολιόρκησαν την Νίκαια υπό την διοίκηση του Γοδεφρείδου Μπουιγιόν (Godefroy de Bouillon)(2). Ξεκίνησαν από την Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1097 και άρχισαν την πολιορκία της Νίκαιας στις 14 Μαΐου. Η πόλη ήταν καλά οχυρωμένη με ισχυρά τείχη και 200 πύργους.
Στην πολιορκία προστέθηκαν σιγά σιγά και άλλες δυνάμεις Σταυροφόρων, και η περιοχή της Νίκαιας έγινε κάτι σαν σημείο συγκέντρωσης και σημείο εκκίνησης για την Σταυροφορία προς τους Αγίους Τόπους. Όταν ο Κιλίτζ Αρσλάν συνειδητοποίησε την ισχύ των σταυροφόρων, επέστρεψε αμέσως πίσω. Ένα Τουρκικό τμήμα που στάλθηκε προπομπός εξοντώθηκε στις 20 Μαΐου. Στις 21 Μαΐου οι Σταυροφόροι νίκησαν τον Κιλίτζ σε μάχη εκ παρατάξεως, η οποία κράτησε μέχρι αργά την νύκτα. Οι απώλειες ήταν βαριές και στις δύο πλευρές, όμως στο τέλος ο Σουλτάνος υποχώρησε και γύρισε πίσω παρά τις εκκλήσεις των Τούρκων της Νικαίας.


Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ επέλεξε να μην ακολουθήσει αμέσως τους Σταυροφόρους. Ο Βυζαντινός στρατός κινήθηκε σαν οπισθοφυλακή ενώ ο Αλέξιος έστειλε πλοιάρια από ξηράς κυλιόμενα πάνω σε κορμούς για να αποκλειστεί και η λίμνη Ασκανία, στις όχθες της οποίας είναι η Νίκαια και την οποία χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι για τον ανεφοδιασμό τους. Τα πλοία έφθασαν στις 17 Ιουνίου υπό την ηγεσία του Μεγάλου Δούκα (δηλ. αρχηγού του Βυζαντινού στόλου) Μανουὴλ Βουτουμίτη. Ταυτόχρονα, ο πριμικήριος Τατίκιος (εχριστιανισθείς Τούρκος) εστάλη να ενισχύσει τους πολιορκητές με ελαφρύ πεζικό 2.000 αντρών. Ο Αλέξιος έδωσε οδηγίες στον Βουτουμίτη να διαπραγματευθεί την παράδοση της πόλης κρυφά από τους Σταυροφόρους. Ο Τατίκιος διατάχθηκε να συνενωθεί με τους σταυροφόρους και να κάνει έφοδο στα τείχη, ενώ ο Βουτουμίτης να προσποιηθεί ότι κάνει το ίδιο από τη λίμνη, ώστε να φανεί ότι οι Βυζαντινοί είχαν καταλάβει την πόλη μετά από μάχη. Το σχέδιο εφαρμόσθηκε με επιτυχία, και στις 19 Ιουνίου οι Τούρκοι προτίμησαν να παραδώσουν την πόλη στους Βυζαντινούς, για να αποφύγουν τη λεηλασία από τους Σταυροφόρους. Όταν οι Σταυροφόροι είδαν τους Έλληνες μέσα στη Νίκαια και αντιλήφθηκαν το τέχνασμα, έγιναν έξαλλοι, καθώς υπολόγιζαν να λεηλατήσουν την πόλη για χρήματα και προμήθειες.


Ο Βουτουμίτης, ο οποίος ορίστηκε δούκας της Νικαίας, απαγόρευσε στους σταυροφόρους να εισέλθουν στην πόλη σε ομάδες μεγαλύτερες των 10 ανδρών κάθε φορά. Η οικογένεια του Αρσλάν μεταφέρθηκε στην Κ/πολη και τελικά ελευθερώθηκε δίχως να καταβληθούν λύτρα. Ο Τατίκιος ακολούθησε με τον Βυζαντινό στρατό τους Σταυροφόρους και έπαιρνε τις πόλεις που απελευθέρωναν οι Λατίνοι. ΟΑλέξιος έδωσε στους σταυροφόρους χρήματα, άλογα, εφόδια και δώρα. Οι σταυροφόροι δεν ικανοποιήθηκαν, αλλά τελικά συνέχισαν την πορεία τους προς Ιερουσαλήμ, όπου έφθασαν 2 χρόνια αργότερα. Το τέχνασμα του Αλεξίου έμεινε στη μνήμη των Δυτικών σαν αντιπροσωπευτικό δείγμα της δόλιας συμπεριφοράς των Βυζαντινών. Η Νίκαια παρέμεινε Βυζαντινή για 235 χρόνια, μέχρι την κατάληψή της από τους Οθωμανούς. Οι Σελτζούκοι μετέφεραν την πρωτεύουσά τους στο Ικόνιο.
Πηγή : https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_19
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_20
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_21
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_22

Μάχες του Μεσαιωνικού Ελληνισμού : Οι Σελτζούκοι Τούρκοι στην βυζαντινή Μικρά Ασία και Αρμενία (Μέρος Β)

Η πρώτη επαφή των Βυζαντινών με τους Σελτζούκους Τούρκους έγινε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου το 1046, όταν οι Σελτζούκοι εισέβαλαν στην Αρμενία. Ο Κωνσταντίνος Θ’ πέτυχε μια συμφωνία ειρήνης η οποία κράτησε μέχρι το 1064, όταν οι Σελτζούκοι κυρίευσαν και ισοπέδωσαν το Ανί, την Αρμενική πρωτεύουσα. Το 1067 κατέλαβαν την Καισάρεια, ένα γεγονός που συντάραξε τους Βυζαντινούς που άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι οι Σελτζούκοι ήταν μια σοβαρή απειλή. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που έκανε την Ευδοκία Μακρεβολίτισσα χήρα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι’ Δούκα να παντρευτεί τον έμπειρο στρατηγό Ρωμανό Δ’ Διογένη που ανέβηκε στον θρόνο έχοντας ως συναυτοκράτορα τον γιο τής Ευδοκίας Μιχαήλ Ζ’ Δούκα.
Ο Ρωμανός, μετά από μερικές γρήγορες στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις, εξεστράτευσε κατά των Σελτζούκων το 1068-1069, με περιορισμένη επιτυχία. Την άνοιξη του 1071, επανέλαβε την εκστρατεία στην ανατολική Μικρά Ασία. Τον Ρωμανό συνόδευε ο Ανδρόνικος Δούκας, ένας πολιτικός του αντίπαλος. Το στράτευμα ήταν ένα μωσαϊκό που περιλάμβανε μέρος της Βαράγγιας φρουράς και μονάδες Γεωργιανών, Αρμενίων και Σύριων, αμφιβόλου ποιότητας και εμπιστοσύνης. Επίσης, πολλούς μισθοφόρους, Φράγκους και Νορμανδούς κατάφρακτους ιππότες και Τουρκικό ελαφρύ ιππικό. Η συνολική δύναμη υπολογίζεται από 40.000 μέχρι 70.000 άνδρες. Από αυτούς, μόνο οι 10.000 ήταν Βυζαντινός τακτικός στρατός.
Ο Ρωμανός βάδισε προς τη λίμνη Βαν, με σκοπό να ανακαταλάβει το Μαντζικέρτ (που ήταν πόλη με φρούριο) και το διπλανό φρούριο της Χαλάτας (ή Χλιάτ ή Αχλάτ) . Ο Σελτζούκος Σουλτάνος Αλπ Αρσλάν(1) βρίσκονταν στην περιοχή με 30.000 ιππείς, αλλά ο Ρωμανός δεν το γνώριζε, καθώς δεν μπήκε στον κόπο να στείλει ομάδα αναγνώρισης. Ο Ρωμανός διαίρεσε το στράτευμά του και έστειλε ένα μεγάλο απόσπασμα (πιθανώς γύρω στους 20.000 άνδρες) για να καταλάβει τη Χαλάτα, ενώ οι υπόλοιποι βάδισαν κατά του Μαντζικέρτ. Το απόσπασμα στη Χαλάτα που διοικούσε ο Ιωσήφ Ταρχανειώτης και συμμετείχε ο Φράγκος Ουρσέλιος ντε Μπρυγιέ αποκόπηκε και δεν μπόρεσε να βοηθήσει. Πιθανόν οπισθοχώρησε δίχως να ειδοποιήσει τον Ρωμανό, μια ενέργεια που θεωρήθηκε από κάποιους ιστορικούς προδοτική.
Ο Ρωμανός κατέλαβε το Μαντζικέρτ, όμως λίγο μετά οι δυνάμεις του συνάντησαν την ορδή των Σελτζούκων. Η μη αναμενόμενη εμπλοκή και οι αψιμαχίες που ακολούθησαν αποδιοργάνωσαν τους Βυζαντινούς και ο Ρωμανός διέταξε σύμπτυξη προς το Μαντζικέρτ για να ανασυνταχθεί. Το μισθοφορικό ελαφρύ ιππικό του (κυρίως Τούρκοι), πιστεύοντας ότι ο αυτοκράτορας είχε ηττηθεί, λιποτάκτησαν, εγκαταλείποντας τον Ρωμανό με λιγότερους από 35.000 άνδρες για την τελική αναμέτρηση.
Κατά την ημέρα που οι Έλληνες θα ονομάσουν αργότερα «αποφράδα μέρα», ο Σελτζουκικός στρατός παρατάχθηκε για μάχη σε σχήμα ημισελήνου, ενώ ο Βυζαντινός στρατός σχημάτισε τετράγωνη φάλαγγα. Ο Ρωμανός έλαβε θέση στο κέντρο, μπροστά από την πρώτη γραμμή, ενώ ο Ανδρόνικος Δούκας ηγήθηκε των δυνάμεων της εφεδρείας στην οπισθοφυλακή. Όλοι σχεδόν οι Σελτζούκοι ήταν έφιπποι και οι περισσότεροι ήταν ιπποτοξότες, ενώ, αντίθετα από τους αντιπάλους τους, αποτελούσε ένα ομογενές σύνολο, αφοσιωμένο στον ηγέτη τους.
Οι Σελτζούκοι τοξότες έριχναν βροχή από βέλη στους Βυζαντινούς καθώς εκείνοι πλησίαζαν. Το κέντρο του σχηματισμού τους οπισθοχωρούσε συνεχώς, ενώ οι πτέρυγες κινούνταν προς περικύκλωση του εχθρού. Στην αρχή, οι Βυζαντινοί σημείωσαν πρόοδο. Άντεξαν στις επιθέσεις με τα βέλη και κατέλαβαν το στρατόπεδο του Αρσλάν προς το τέλος του απογεύματος. Όμως με τους Σελτζούκους να αποφεύγουν τη μάχη, μέχρι το σούρουπο, ο Ρωμανός διέταξε υποχώρηση. Οι Σελτζούκοι άρχισαν να παρενοχλούν την υποχώρηση και ο Ρωμανός αποφάσισε να γυρίσει πίσω και να αντεπιτεθεί. Όμως, το στράτευμά του ήταν ήδη αποδιοργανωμένο. Ο Δούκας, όντας πολιτικός του αντίπαλος, επιδεικτικά αγνόησε τον αυτοκράτορα και εγκατέλειψε αντί να καλύψει την απαγκίστρωση του αυτοκράτορα. Με τους Βυζαντινούς σε μεγάλη σύγχυση, οι Σελτζούκοι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση. Η δεξιά πτέρυγα κατέρρευσε και τα υπολείμματα του Βυζαντινού κέντρου, συμπεριλαμβανομένης της Βαράγγιας φρουράς, κυκλώθηκαν και εξολοθρεύτηκαν.
Ο Ρωμανός πληγώθηκε και συνελήφθη αιχμάλωτος.


Ο Ρωμανός προσήχθη ενώπιον του Αλπ Αρσλάν, ο οποίος δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο άνθρωπος που ήταν μπροστά του καλυμμένος με λάσπη και αίμα ήταν ο αυτοκράτορας. Σε μια συμβολική κίνηση, ο Σουλτάνος πάτησε με την μπότα του τον λαιμό του αυτοκράτορα, όμως κατά τα άλλα του φέρθηκε καλά και τον άφησε ελεύθερο μετά από μια εβδομάδα, αφού ο Ρωμανός υπέγραψε μια ταπεινωτική συνθήκη. Οι Βυζαντινοί του φέρθηκαν χειρότερα. Εκθρονίστηκε από τους Δούκες, που τον τύφλωσαν και σύντομα πέθανε. Το πρωτοφανές γεγονός της αιχμαλωσίας ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα προκάλεσε βαθιά εντύπωση διεθνώς και καταρράκωσε το κύρος του Βυζαντίου. Αν και η μάχη δεν ήταν σφαγή, υπήρξε η πιο καθοριστική καταστροφή στη Βυζαντινή ιστορία. Ακολούθησε μια αλυσίδα γεγονότων τα οποία οδήγησαν στην απώλεια από την Αυτοκρατορία της καρδιάς της Μικράς Ασίας και την βαθμιαία τουρκοποίησή της. Η Βυζαντινή κυριαρχία στην ανατολή δεν ανέκαμψε ποτέ.




Μετά την μεγάλη ήττα από τους Σελτζούκους Τούρκους στο Μαντζικέρτ τον Αύγουστο του 1071, επικράτησε μια χαώδης κατάσταση στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο μεγάλος ηττημένος του Μαντζικέρτ Ρωμανός Δ’ Διογένης εκθρονίστηκε και τυφλώθηκε. Στον θρόνο ανέβηκε ο Μιχαήλ Ζ’ Δούκας που μέχρι τότε ήταν τυπικά συναυτοκράτορας. Η νέα Βυζαντινή διοίκηση έκανε το λάθος (όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια) να μη τηρήσει τη συνθήκη ειρήνης που είχε συμφωνηθεί μεταξύ του Ρωμανού Διογένη και του σουλτάνου Αλπ Αρσλάν. Αυτή η απόφαση έδωσε το δικαίωμα σε διάφορες τουρκομάνικες και σελτζουκικές ορδές να συνεχίσουν – και να εντείνουν – τις λεηλασίες στα Βυζαντινά εδάφη της Μικράς Ασίας. Οι περισσότεροι από αυτούς τους επιδρομείς δεν ελέγχονταν από τον σουλτάνο, ενώ άρχισαν να καλοβλέπουν την προοπτική μόνιμης εγκατάστασης στις περιοχές της Ανατολίας που ήταν πια στο έλεός τους. Για την αντιμετώπιση αυτής της συνεχώς επιδεινούμενης κατάστασης, αποφασίστηκε το 1073 η αποστολή στρατού στη Μικρά Ασία. Επικεφαλής τοποθετήθηκε ο δομέστικος των σχολών Ισαάκιος Κομνηνός (ανιψιός του συνονόματού του αυτοκράτορα). Το στράτευμα αυτό ήταν αρκετά ισχυρό. Το πιο αξιόμαχο τμήμα του ήταν οι 400 Φράγκοι μισθοφόροι, μια εταιρεία ιππέων, επικεφαλής των οποίων ήταν ο Νορμανδός Ρουσέλιος ή Ουρσέλιος ντε Μπαγιέλ (Roussel de Bailleul). Στην εκστρατεία συμμετείχε ως υποστράτηγος και ο νεώτερος αδερφός του Ισαακίου Αλέξιος Κομνηνός (που έγινε αργότερα αυτοκράτορας). Όταν ο αυτοκρατορικός στρατός έφτασε στην περιοχή της Καισάρειας (ή, κατ’ άλλους, του Ικονίου –αρκετά πιο δυτικά), δημιουργήθηκε ένα σοβαρό επεισόδιο μεταξύ Φράγκων και Βυζαντινών, όταν ο Ισαάκιος τιμώρησε έναν Φράγκο επειδή φέρθηκε βάναυσα σε κάποιον ντόπιο. Με αφορμή αυτό το περιστατικό, ο Ουρσέλιος θεώρησε ότι προσεβλήθη, και τη νύχτα πήρε τους άντρες του και εγκατέλειψε τον Βυζαντινό στρατό. (Πάντως η έντονη δραστηριότητα του στη συνέχεια δείχνει ότι η αποστασία αυτή ήταν μάλλον προσχεδιασμένη.)


Όταν ο Ισαάκιος πληροφορήθηκε τη φυγή των 400 Φράγκων, σκέφτηκε προς στιγμήν να στείλει ένα απόσπασμα με επικεφαλής τον αδερφό του Αλέξιο για να τους καταδιώξει. Όμως τότε έφτασαν πληροφορίες ότι πλησίαζε μια τουρκική δύναμη.
Ο Ισαάκιος άφησε τον Αλέξιο με μικρή φρουρά να φυλάνε το Βυζαντινό στρατόπεδο και ο ίδιος κινήθηκε προς τα σύνορα της Καππαδοκίας για να συναντήσει τους Τούρκους. Λεπτομέρειες για τη μάχη δεν είναι γνωστές. Ο Ισαάκιος θέλοντας να αιφνιδιάσει επιτέθηκε τη νύχτα, αλλά προφανώς υποτίμησε τους αντιπάλους και βρέθηκε περικυκλωμένος. Οι Τούρκοι διέλυσαν τον στρατό του και ο ίδιος πληγώθηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο Αλέξιος με λίγους άντρες προσπάθησε να επέμβει και να βοηθήσει, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε και παραλίγο να αιχμαλωτισθεί και ο ίδιος. Στη συνέχεια υποχώρησε στο στρατόπεδο όπου εκεί επιτέθηκαν μετά από λίγο οι Σελτζούκοι. Ο Αλέξιος δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τους άντρες του που τράπηκαν σε φυγή και ο ίδιος μόλις και μετά βίας γλύτωσε την αιχμαλωσία ξανά. Μόνος του, συνοδευόμενος από έναν μόνο στρατιώτη κατόρθωσε να φτάσει μέσα από τα βουνά στην Άγκυρα. Ο Ισαάκιος απελευθερώθηκε με λύτρα που κατέβαλαν πλούσιοι φίλοι του. Ξαναβρέθηκαν με τον Αλέξιο στην Άγκυρα, και οι δυο τους μετά από περιπέτειες, καθώς η ενδοχώρα είχε γεμίσει από Τούρκους, κατόρθωσαν να φτάσουν στην Κ/πολη. Η καταστροφή του εκστρατευτικού σώματος άφησε τα σύνορα απροστάτευτα και πολλαπλασίασε τα προβλήματα που προέκυψαν μετά το Μαντζικέρτ. Ο Ουρσέλιος ξεκίνησε μια 3ετή ανταρσία που προκάλεσε πολύ σοβαρά προβλήματα. Όλα αυτά ενώ ο Σελτζούκοι πλημμύριζαν την Ανατολία.


Ο Νικηφόρος Βοτανειάτης υπηρετούσε ως στρατηγός από την εποχή του Κωνσταντίνου Θ’. Είχε διατελέσει κυβερνήτης (δηλαδή στρατηγός) του θέματος Ανατολής, του Θέματος Κύπρου και διοικητής του στρατού στην Ασία. Διετέλεσε επίσης Δούκας της Αντιόχειας και Δούκας της Εδέσσης. Κατείχε τους τιμητικούς τίτλους του Βεστάρχη και του Μαγίστρου. Μπλεγμένος με τα πολιτικά, είχε ενεργό συμμετοχή στην στάση που ανέδειξε τον Ισαάκιο Α’ Κομνηνό στον θρόνο το 1057, συμπεριλαμβανομένης της πρωταγωνιστικής συμμετοχής του στην Μάχη του Άδη (ή του Πολέμωνος). Εξαιρεθείς από την ατυχή εκστρατεία του Ρωμανού Δ΄ Διογένη στο Μαντζικέρτ, αποσύρθηκε στα κτήματά του στη Μικρά Ασία. Λίγο αργότερα, μετά την ήττα και την εκθρόνιση του Ρωμανού Δ΄, ορίσθηκε στρατηγός του Ανατολικού Θέματος από τον νέο αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ Δούκα και ήταν πρωταγωνιστής στα σοβαρά γεγονότα που διαδραματίστηκαν μετά την ήττα στο Μαντζικέρτ. Τον Οκτώβριο του 1077, ο Νικηφόρος Βοτανειάτης στασίασε. Υπήρχε αναβρασμός στον λαό κατά του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ (του «Παραπινάκη») και του πραγματικά ισχυρού άντρα της αυτοκρατορίας, του ευνούχου Λογοθέτη του Δρόμου Νικηφορίτζη(1), λόγω της βαριάς φορολογίας και εξαιτίας των χειρισμών στην προμήθεια σιτηρών, που είχαν σαν αποτέλεσμα έλλειψη τροφίμων και πείνα.


Ο Βοτανειάτης θεώρησε ότι ήταν γι’ αυτόν μια καλή ευκαιρία να εκμεταλλευθεί προς όφελός του την αναταραχή και το μίσος του λαού κατά των κυβερνώντων, και βάδισε εναντίον της Κωνσταντινούπολης με έναν στρατό που κατά το μεγαλύτερο μέρος αποτελούνταν από Σελτζούκους Τούρκους. Οι Τούρκοι ήταν η βοήθεια που του πρόσφερε ο Σελτζούκος πολέμαρχος Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμούς (που λίγο μετά, με την ανοχή του Βοτανειάτη, θα ιδρύσει το Σουλτανάτο του Ρουμ με έδρα τη Νίκαια). Κοντά στη Νίκαια, ο Βοτανειάτης ήρθε αντιμέτωπος με ένα Βυζαντινό στράτευμα που στάλθηκε εναντίον του από τον Νικηφορίτζη και το κατενίκησε. Λεπτομέρειες της μάχης δεν είναι γνωστές. Μετά τη νίκη αυτή αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτωρ και συνέχισε την προέλασή του προς τη Βασιλεύοουσα. Το δεξί χέρι του Βοτανειάτη στην επιχείρηση εκθρόνισης του Μιχαήλ Δούκα ήταν ο ικανός στρατηγός Αλέξιος Κομνηνός, που 3 χρόνια μετά ανέτρεψε τον Βοτανειάτη και ανέβηκε ο ίδιος στον θρόνο. Καθώς πλησίαζε προς την Πόλη ήρθε αντιμέτωπος με έναν άλλο επαναστάτη στρατηγό, τον Νικηφόρο Βρυέννιο, ο οποίος είχε τα δικά του φιλόδοξα σχέδια για τον θρόνο, τα οποία όμως ναυάγησαν (όταν ο στρατός του άρχισε να λεηλατεί τα περίχωρα). Τελικά ο κλήρος βιάστηκε να ανακηρύξει αυτοκράτορα τον Βοτανειάτη και ο Μιχαήλ παραιτήθηκε και εκάρη μοναχός στη Μ. Στουδίου. Στις 24 Μαρτίου, ο Βοτανειάτης εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη με θρίαμβο και στέφθηκε αυτοκράτορας. Ήταν 76 ετών.
Πηγή : https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_16
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_16c
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_17