Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2019

Οι δέκα (10) τραγικότεροι βυζαντινοί αυτοκράτορες

1) Ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας (1068 - 1071). Ανέβηκε στον θρόνο (1068) χάρη στον γάμο του με την χήρα αυτοκράτειρα Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα και παρέμεινε αυτοκράτορας για τρία χρόνια. Έμεινε γνωστός για την αποτυχημένη του προσπάθεια να ανορθώσει τις στρατιωτικές δυνάμεις της αυτοκρατορίας με οδυνηρή κατάληξη την καταστροφική Μάχη του Μαντζικέρτ (1071). Την εποχή που ήταν αιχμάλωτος των Σελτζούκων Τούρκων μετά την τραγική μάχη ανατράπηκε με πραξικόπημα στην Κωνσταντινούπολη από την Δυναστεία των Δουκών, την ίδια χρονιά ελευθερώθηκε, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη αλλά ηττήθηκε, τυφλώθηκε και πέθανε από τα τραύματα του. Ο Ρωμανός Δ΄ ορίστηκε κηδεμόνας και Συναυτοκράτορας με τους τρεις θετούς γιους του Μιχαήλ, Κωνστάντιο και Ανδρόνικο Δούκα. Η άνοδος του ενόχλησε έντονα την οικογένεια των Δουκάδων ειδικότερα τον Καίσαρα Ιωάννη Δούκα μικρότερο αδελφό του Κωνσταντίνου Ι΄ που έγινε αρχηγός της εξέγερσης. Η Βαράγγειος Φρουρά ήταν επίσης έντονα ενοχλημένη με τον δεύτερο γάμο της Ευδοκίας και την παραβίαση του όρκου στον Κωνσταντίνο Ι΄, το ίδιο και ο Μιχαήλ Ψελλός. Ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης ήταν ωστόσο αποφασισμένος να δείξει την αξία του στο πεδίο της μάχης σαν αρχηγός του στρατού εναντίον των Σελτζούκων. εξασθένιση στην άμυνα της αυτοκρατορίας και των Βυζαντινών στρατιωτικών δυνάμεων, υπήρχε σημαντική κακοδιαχείριση από τους προκατόχους του ιδιαίτερα τον Κωνσταντίνο Ι΄. Το μεγαλύτερο τμήμα του στρατού του ήταν μισθοφόροι πλήρως ανοργάνωτοι. Υπήρχε εξασθένιση στην άμυνα της αυτοκρατορίας και των Βυζαντινών στρατιωτικών δυνάμεων, υπήρχε σημαντική κακοδιαχείριση από τους προκατόχους του ιδιαίτερα τον Κωνσταντίνο Ι΄. Ο Ρωμανός Δ΄ ήταν προσωπικά μεγάλο στρατιωτικό ταλέντο αλλά η ανυπομονησία του και η ορμητικότητα του θα του στοιχίσουν ακριβά.
Ο Ρωμανός Δ΄ προχώρησε την εποχή που βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη σε μία σειρά από μεταρρυθμίσεις. Ελάττωσε σημαντικά τις σπατάλες στις τελετές της αυλής, τους μισθούς της αριστοκρατίας και τα προνόμια των εμπόρων. Οι μεταρρυθμίσεις του τον έκαναν μισητό τόσο στον στρατό όσο και στους περιφερειακούς διοικητές που δεν μπορούσαν να συνεχίσουν τις καταχρήσεις. Η πειθαρχία που επέβαλε στον στρατό δυσαρέστησε έντονα τους μισθοφόρους, ο απλός λαός δυσαρεστήθηκε επίσης επειδή διέκοψε τις διασκεδάσεις στον Ιππόδρομο και ανέβασε τους φόρους. Η εχθρότητα που αντιμετώπιζε από όλες τις τάξεις της αυτοκρατορίας βοήθησε τους Τούρκους να ολοκληρώσουν το έργο τους. Ο Ρωμανός Διογένης δεν μπορούσε να γίνει ο ίδιος αρχηγός του στρατού και τοποθέτησε τον Μανουήλ Κομνηνό, ανιψιό του πρώην αυτοκράτορα Ισαάκιου Α΄ Κομνηνού και μεγαλύτερο αδελφό του μελλοντικού αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού. Ο Μανουήλ ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε από τον Τούρκο στρατηγό Χρούτζ, έπεισε τελικά τον στρατηγό να τον απελευθερώσει για να πάει στην Κωνσταντινούπολη να κλείσει συμμαχία με τον αυτοκράτορα.
Η μάχη στο Ματζικέρτ της Αρμενίας, την αποφράδα 26η Αυγούστου του 1071, αποτελεί ίσως τη χειρότερη καταστροφή στην ιστορία του ελληνισμού. Η ήττα και αιχμαλωσία του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Διογένη από τον Σελτζούκο Τούρκο σουλτάνο Αρπ Ασλάν, οδήγησε στην απώλεια της Μικράς Ασίας και την απαρχή του σταδιακού εκτουρκισμού-εξισλαμισμού της. Παρά την Κομνήνια αναγέννηση του 12ου αιώνα, η οποία οδήγησε σε ανακατάληψη μεγάλου μέρους της Μικράς Ασίας, μήτρες ορθοδοξίας και ελληνισμού όπως η Καισάρεια, το Ικόνιο και η Αντιόχεια χάθηκαν οριστικά. Επίσης, η χρονική συγκυρία συνέπεσε με την άνοδο της Δύσης και την εμφάνιση νέων τουρκογενών λαών στα Βαλκάνια. Πέραν της ελλιπούς αναγνώρισης του πεδίου της μάχης, ο αυτοκράτορας προδίδεται στην ποιο κρίσιμη στιγμή της σύγκρουσης. Η οπισθοφυλακή υπό τον Ανδρόνικο Δούκα υποχωρεί χωρίς να εμπλακεί καν και το τμήμα στρατού υπό τον Ιωσήφ Τραχανειώτη δεν επιστρέφει, οι λόγοι παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστοι. Ο Βασίλεας των Ρωμαίων ηττάται και αιχμαλωτίζεται, για πρώτη φορά στην ιστορία.
2) Ο Νικηφόρος Α' (απεβ. 26 Ιουλίου 811) ήταν Αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίαςμεταξύ των ετών 802 και 811. Τύραννος, αλιτήριος, Ιούδας, παμφάγος, άσπλαγχνος είναι μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς του Νικηφόρου Α΄ από τον σύγχρονό του Θεοφάνη. Ανάλογη είναι η μεταχείριση από τους μεταγενέστερους χρονογράφους, με αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όσο πιο απομακρυσμένοι χρονικά είναι, τόσο βιαιότερα επιτίθενται (Κεδρηνός, Ζωναράς). Παρ’ όλα ταύτα ξεφεύγουν από τους χρονογράφους μερικές χαρακτηριστικές αλήθειες: κατά τον Θεοφάνη επέδειξε γενναιότητα και νίκησε πολλές φορές. Για την γενναιότητά του συμφωνεί και ο Κεδρηνός, προσθέτοντας και ορισμένα για τις διπλωματικές του ικανότητες και τη σύνεσή του. Αλλά το ζητούμενο από τον Νικηφόρο Α΄ δεν ήταν τα ανδραγαθήματα, αφού δεν ήταν στρατιωτικός, αλλά η σωστή διοίκηση. Από τους νεώτερους ο Γκίμπον δέχεται ανεπιφύλακτα ό,τι παραδόθηκε από τους χρονογράφους για τον Νικηφόρο Α΄: «Πολλοί τύραννοι ήταν αναμφίβολα μεγαλύτεροι εγκληματίες από τον Νικηφόρο Α΄, αλλά κανείς ίσως δεν προκάλεσε την βαθιά και καθολική απέχθεια του λαού όσο αυτός». Το μόνο καλό που βρίσκει στην βασιλεία του είναι η «γενική ελευθερία [θρησκευτικού] λόγου και πρακτικής». Ο Σλόσσερ διαφωνεί πλήρως με την άποψη του Γκίμπον και ο Παπαρρηγόπουλος επιχειρεί την πλήρη ανασκευή της. Ο Ράνσιμαν τον θεωρεί εξαίρετο οικονομολόγο και ανεκτικό θεολόγο, αλλά όχι καλό στρατηγό.
Το 809 οι Βούλγαροι επιτέθηκαν σε στρατόπεδο του Στρυμόνα, όπου γινόταν η πληρωμή των στρατού, και αφού διέπραξαν σφαγές, άρπαξαν χίλιες εκατό λίτρες χρυσού. Ύστερα ο Κρούμος κατέλαβε την Σαρδική, την σημερινή Σόφια και έσφαξε έξι χιλιάδες στρατιώτες και λαό πολύ. Ο Νικηφόρος Α΄ ξεκίνησε για να αντιμετωπίσει τον Κρούμο, αλλά θέλησε συγχρόνως να τιμωρήσει τους αξιωματικούς, που ήταν υπεύθυνοι για την πτώση της Σαρδικής, με αποτέλεσμα πολλοί να αυτομολήσουν και οι συνένοχοί τους στο στρατόπεδο που είχε συγκροτηθεί να οργανώσουν στάση. Ο Νικηφόρος Α΄ μπόρεσε τελικά να την εξουδετερώσει με αμοιβές και υποσχέσεις. Λίγο μετά ένας μοναχός αποπειράθηκε να τον δολοφονήσει. Τον Ιούλιο του 811 εξεστράτευσε με πολυάριθμο στρατό, στον οποίο είχε επιστρατεύσει ακόμη και οπλισμένους με σφενδόνες μόνο και ραβδιά. Ο Κρούμος ζήτησε ειρήνη, αλλά ο Νικηφόρος Α΄ δεν δέχτηκε και μπήκε στην Βουλγαρία. Πολλοί τον συμβούλευσαν να σταματήσει εκεί, αλλά αυτός δεν τους άκουσε και προχώρησε, έχοντας διατάξει γενική σφαγή των εχθρών. Στις 23 Ιουλίου, κυρίευσε το στρατόπεδο και το ταμείο του Κρούμου, αλλά αυτός διέφυγε και έστειλε νέο μήνυμα : «Νίκησες. Πάρε ό,τι θέλεις και φύγε με ειρήνη». Και πάλι ο Νικηφόρος Α΄ αρνήθηκε. Οι Βούλγαροι τότε, στις 25 Ιουλίου, απέκλεισαν όλες τις προσβάσεις στο στρατόπεδο του Νικηφόρου Α΄ και βρέθηκε αυτός σε δεινή θέση, πολιορκημένος ξαφνικά από τον συνεχώς ενισχυόμενο στρατό των Βουλγάρων. Κατάλαβε ότι σωτηρία δεν υπήρχε, διότι είπε στους δικούς του: «Και φτερά να βγάλουμε, δεν σωζόμαστε». Όλη τη νύχτα οι Βούλγαροι κραύγαζαν και κροτούσαν τα όπλα τους για να σπάσουν το ηθικό των πολιορκημένων· την αυγή της 26ης Ιουλίου επιτέθηκαν και σάρωσαν το στρατόπεδο. Ο Νικηφόρος Α΄ σκοτώθηκε καθώς και πλήθος στρατού. Ο Κρούμος έκοψε το κεφάλι του Νικηφόρου Α΄ και το επιδείκνυε κρεμασμένο για πολλές μέρες. Ύστερα το έγδαρε, το έντυσε με ασήμι και έπιναν απ’ αυτό κρασί στα συμπόσια ο ίδιος και οι άρχοντες των Σλάβων. Παραμένει ανεξήγητο, πώς οι όροι αντιστράφηκαν μέσα σε 3 ημέρες και ο θριαμβεύων Νικηφόρος Α΄ έπαθε τέτοια καταστροφή από τον κυνηγημένο Κρούμο. Ο ίδιος ο Θεοφάνης απορεί και πιθανολογεί προδοσία. Ο Ζωναράς μιλά για νυχτερινό αιφνιδιασμό και προδοσία. Το μόνο βέβαιο είναι, ότι χάρηκαν αμφότεροι – ο Ζωναράς τριακόσια χρόνια μετά.
3) Ο Φλάβιος Μαυρίκιος Τιβέριος Αύγουστος (539 - 602) ήταν αυτοκράτορας του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους και ηγεμόνευσε στον Βυζαντινό θρόνο από το 582 έως το 602. Θεωρείται ο πρώτος Βυζαντινός Αυτοκράτορας με Ελληνική καταγωγή. Ο Μαυρίκιος είναι γνωστός για τη συγγραφή ενός εξαιρετικού εγχειριδίου στρατιωτικής τακτικής, του Στρατηγικού, που αποτέλεσε τη βάση της βυζαντινής στρατιωτικής μηχανής μέχρι και τον 11ο αιώνα. Σε κάθε ευκαιρία προσπαθούσε να εξοικονομήσει χρήματα από το δημόσιο ταμείο καθώς, καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του, αντιμετώπιζε σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα λόγω του μακρόχρονου πολέμου. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο Ιωάννης Δ΄, ο επονομαζόμενος Νηστευτής. Αυτός για πρώτη φορά στην ιστορία θα υιοθετήσει τον τίτλο «Οικουμενικός», γεγονός που θα πυροδοτήσει το μένος του Πάπα Γρηγορίου Α΄ του Μεγάλου.  Ο Μαυρίκιος διεξήγαγε επιτυχείς αγώνες κατά των Αβάρων και Σλάβων στα δυτικά, αποκαθιστώντας τη Ρωμαϊκή κυριαρχία στη Βαλκανική. Για την αντιμετώπιση των Λομβαρδών που εισέβαλαν στην Ιταλία, πραγματοποίησε διοικητικές μεταρρυθμίσεις, με βασική αυτήν της δημιουργίας των εξαρχάτων της Ιταλίας, με έδρα τη Ραβέννα, και της Αφρικής, με έδρα την Καρχηδόνα, αντί για τις παλαιότερες διοικητικές περιφέρειες των ομώνυμων επαρχιών (καταγόμενες από την εποχή του Διοκλητιανού και επανιδρυμένες επί Ιουστινιανού). Μπόρεσε με αυτόν τον τρόπο να διατηρήσει τον έλεγχο της χερσονήσου, έως έναν βαθμό, ενόσω αυτή κατακλυζόταν από τους Λομβαρδούς.
Ελαβε σειρά αντιλαϊκών μέτρων, όπως η μείωση του μισθού των στρατιωτών. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός κατά το οποίο αρνήθηκε την εξαγορά με λύτρα 12.000 αιχμαλώτων βυζαντινών στρατιωτών από τους Αβάρους, με αποτέλεσμα τη θανάτωσή τους. Το 602 διέταξε τα στρατεύματά του να παραμείνουν κατά τη διάρκεια του χειμώνα στα φυλάκιά τους βόρεια του Δούναβη, προκειμένου να εξοικονομήσει τα έξοδα της επιστροφής τους στην Κωνσταντινούπολη. Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ανταρσία στις τάξεις του στρατεύματος με την ηγεσία ενός χαμηλόβαθμου αξιωματικού (εκατόνταρχου) ονόματι Φωκά. Ο Φωκάς και τα στρατεύματα βαδίζουν κατά της πρωτεύουσας, όπου με λαϊκή ανοχή καταφέρνει να συλλάβει το Μαυρίκιο και τα άρρενα τέκνα του και να τους θανατώσει.
4) Ο Φλάβιος Ηράκλειος (575 - 641) ήταν αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 610 έως το θάνατο του το 641. Κατά τη βασιλεία του η ελληνική γλώσσα έγινε η επίσημη γλώσσα του βυζαντινού κράτους. Η άνοδος στην εξουσία άρχισε το 608, όταν ο ίδιος και ο πατέρας του, ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος, οδήγησαν σε εξέγερση ενάντια στον μη δημοφιλή Αυτοκράτορα Φωκά. Ξεκινώντας από την Καρχηδόνα το 609 ενώ ταυτόχρονα ξεκινά ο στρατός από την ξηρά, υπό τη διοίκηση του ανιψιού του Νικήτα, και οι δυο με τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Συναντώντας παντού θερμή υποδοχή, και ενισχύοντας καθ’ οδόν το ήδη σημαντικό στράτευμά του, ο νεαρός Ηράκλειος φτάνει πρώτος στη Βασιλεύουσα το 610. Μεγαλόσωμος, με ξανθά μαλλιά και επιβλητικό παρουσιαστικό, εισέρχεται θριαμβευτής στην Πόλη με την υποστήριξη των Πρασίνων και χωρίς μάχη. Η ανακτορική φρουρά των Εξκουβιτόρων αυτομολεί στην πλευρά του και τελικώς ο Φωκάς συλλαμβάνεται και εκτελείται. Ο Ηράκλειος εισάγει για πρώτη φορά στην Αυτοκρατορία το σύστημα των Θεμάτων, αντικαθιστώντας την παραδοσιακή ρωμαϊκή διοικητική διαίρεση η οποία είχε μείνει σχεδόν ίδια από τους χρόνους του Διοκλητιανού, υπό τη διοίκηση ενός στρατηγού και με στρατιώτες γαιοκτήμονες. Το σύστημα αυτό θα επιτρέψει για αιώνες στην Αυτοκρατορία τη διατήρηση αξιόμαχου στρατεύματος και αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για τους υπηκόους του. Ταυτόχρονα, ο Ηράκλειος λαμβάνει μέτρα προς την οικονομική ενίσχυση των δημοσίων ταμείων.
Ο Ηράκλειος είναι ο Αυτοκράτορας που καθιέρωσε την ελληνική γλώσσα ως την επίσημη γλώσσα του ρωμαϊκού κράτους, αντικαθιστώντας στα επίσημα έγγραφα, επιγραφές και νομίσματα το «Imperator Caesar, Augustus» με το «Βασιλευς». Είναι γενικώς αποδεκτό ότι με τη βασιλεία του Ηράκλειου η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εγκατέλειψε οριστικά την Αρχαιότητα και εισήλθε για τα καλά στη μεσαιωνική φάση της, αυτήν του (σήμερα αποκαλούμενου) βυζαντινού κράτους. Ο Ηράκλειος κατατάσσεται αναμφισβήτητα ανάμεσα στους μεγαλύτερους των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων. Είναι παροιμιώδης η παρουσία του στα πεδία των μαχών. Εμπνευσμένος από μια βαθιά πίστη ότι έχει τη θεία εύνοια, πάντα ετίθετο προσωπικά επικεφαλής του στρατού του, κατά τρόπο που ενέπνεε και τον πλέον ολιγόψυχο στρατιώτη, και προκαλούσε τον τρόμο και το δέος στις τάξεις του αντιπάλου. Αναλογιζόμενος κανείς τη δεινή θέση της Αυτοκρατορίας στις αρχές του 7ου αιώνα, αντιλαμβάνεται πώς η καταλυτική παρουσία του, τόσο στο στρατιωτικό επίπεδο, αλλά και χάρη στη διοικητική καινοτομία των Θεμάτων, ανέκοψε την πορεία εξαφάνισης του Βυζαντίου και εξασφάλισε την επιβίωσή του για τους επόμενους δύσκολους αιώνες.
Το 626 ο Ηράκλειος αντιμετωπίζει τους Πέρσες πάλι Νινευή. Η νίκη έρχεται μετά από προσωπική μονομαχία του Αυτοκράτορα με τον Πέρση επικεφαλής στρατηγό Ραζάτη. Οι συνεχείς ήττες προκαλούν την πτώση του καθεστώτος του Χοσρόη Β΄ και το οριστικό τέλος του περσικού κινδύνου για την Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος, έχοντας πετύχει μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες και έχοντας εξουδετερώσει τον από αιώνων εχθρό της Αυτοκρατορίας, την Περσία, επιστρέφει στη Βασιλεύουσα, όπου εισέρχεται θριαμβευτικά από τη Χρυσή Πύλη, στις 14 Σεπτεμβρίου 628. Μπροστά του βρισκόταν το ανακτηθέν από τους Πέρσες κειμήλιο του Τίμιου Σταυρού. Ο Αυτοκράτορας είναι πια 54 ετών, ευτυχής, αλλά καταβεβλημένος. Την ίδια περίπου εποχή (632), κάνουν την εμφάνισή τους οι Άραβες αντικαθιστώντας τον περσικό κίνδυνο. Η Παλαιστίνη πέφτει στα χέρια των μουσουλμάνων το 633, ενώ η Βόρεια Αφρική (Καρχηδόνα 698) , η Ιβηρική Χερσόνησος(711), η Συρία, τα Ιεροσολυμα (637), η Δαμασκός (635) και η Αντιόχεια (637) θα συμπληρώσουν τις κτήσεις τους μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα. Ο Ηράκλειος παρακολουθεί συντετριμμένος την πτώση των επαρχιών, για την απελευθέρωση των οποίων αφιέρωσε όλη του τη ζωή. Η ψυχική του υγεία θα διαταραχθεί, ιδιαίτερα μετά την τρομερή ήττα και πλήρη συντριβή βυζαντινής δύναμης χιλιάδων ανδρών στη μάχη του ποταμού Γιαρμούκ της Γαλιλαίας, το 636. Στη συνέχεια θα ακολουθήσουν και άλλες μάχες με τους Άραβες, οι οποίοι με αρχηγό τον Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ, θα κατακτήσουν ολόκληρη τη Παλαιστίνη, την Ιορδανία και τη Συρία μέχρι την Αντιόχεια και τη Γερμανίκεια. Δεν ανέκτησε ούτε την ψυχική ούτε και τη σωματική του υγεία. Πέθανε τον Φεβρουάριο του 641 και ετάφη στον ναό των Αγίων Αποστόλων.
5) Ο Μανουήλ Α΄ ο Κομνηνός ή Μανουήλ ο Μέγας (1118 - 24 1180) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας του 12ου αιώνα (1143 - 1180), βασίλευσε σε μία κρίσιμη καμπή στην ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και της Μεσογείου. Ο Μανουήλ Α΄ ήταν τέταρτος και μικρότερος γιος του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού και της Ειρήνης της Ουγγαρίας. Στην εποχή του η Δυναστεία των Κομνηνών βρέθηκε στην τελευταία μεγάλη περίοδο ακμής, η Βυζαντινή αυτοκρατορία έγινε πανίσχυρη οικονομική και στρατιωτική δύναμη με μεγάλη πολιτιστική αναγέννηση. Ο Μανουήλ Α΄ ονομάστηκε "Μέγας" από τους Έλληνες οπαδούς του που τον υπηρετούσαν και τον εμπιστεύτηκαν τυφλά, ήταν κεντρικός ήρωας στο έργο που έγραψε ο γραμματέας του Ιωάννης Κίνναμος, του αποδίδει όλες τις αρετές. Είχε έντονες επιδράσεις στις σχέσεις του με τους Σταυροφόρους, η φήμη του στους δυτικούς ήταν τεράστια, τον αποκαλούσαν "ο πιο ευλογημένος αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη". Οι σύγχρονοι ιστορικοί ωστόσο έχουν πιο μέτρια γνώμη για τον ίδιο, χρεώνουν την φήμη του περισσότερο στην δυναστεία του δηλαδή τον πατέρα του και τον παππού του παρά στον Μανουήλ. Οι ίδιοι ιστορικοί τονίζουν ότι δεν μπορεί να θεωρείται τόσο πετυχημένος αφού η αυτοκρατορία και η δυναστεία του κατέρρευσαν μετά τον θάνατο του. Ο Μανουήλ Α΄είχε μεγαλεπίβολα σχέδια να αποκαταστήσει την Βυζαντινή αυτοκρατορία στα παλιά της σύνορα και να την κάνει υπερδύναμη στην Μεσόγειο. Η πετυχημένη βασιλεία του αμαυρώθηκε στο τέλος με την ήττα του στην Μάχη του Μυριοκέφαλου, την χρεώθηκε ο ίδιος χάρη στην αλαζονεία του να επιτεθεί σε ισχυρές θέσεις των Σελτζούκων Τούρκων. Ο Βυζαντινός στρατός ανέκαμψε και πέτυχε να κλείσει ειρήνη με ευνοϊκούς όρους με τον Σουλτάνο Κιλίτζ Αρσλάν Β΄, η ήττα στο Μυριοκέφαλο αποδείχτηκε ωστόσο καθοριστική στις προσπάθειες του να κυριαρχήσει στην Ανατολή. Οι συνεχείς εκστρατείες και οι μάχες έφθειραν σημαντικά την υγεία του Μανουήλ Α΄, υπέκυψε τελικά από πυρετό (1180). Η ισορροπία δυνάμεων ανατράπηκε μετά την ήττα στο Μυριοκέφαλο υπέρ των Τούρκων, μετά τον θάνατο του Μανουήλ οι Τούρκοι επεκτάθηκαν σημαντικά σε βάρος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
6) Ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος (1259 - 1332) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας (1282-1328), μεγαλύτερος γιος και διάδοχος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Ο Ανδρόνικος, αντιλαμβανόμενος την άρνηση των υπηκόων του να δεχθούν τα τετελεσμένα της συμφωνίας της Λυών για την ένωση των εκκλησιών, φρόντισε γρήγορα να απαλλαγεί από τις δεσμεύσεις του πατέρα του Μιχαήλ Η΄. Από εκεί και πέρα, υπό το φως των εντονότατων οικονομικών δυσκολιών τις οποίες κληρονόμησε, προχώρησε σε δραστικές περικοπές των στρατιωτικών δαπανών, με κύρια ολέθρια ενέργεια την πλήρη κατάργηση του Βυζαντινού Ναυτικού. Έτσι, γρήγορα βρέθηκε εκτεθειμένος στους εκβιασμούς και τις απειλές των Γενουατών και των Βενετών, προκειμένου να καλυφθεί το κενό αυτό. Η χειρότερη ίσως από τις αποφάσεις του στον τομέα της στρατιωτικής πολιτικής του, ήταν η πρόσληψη της Καταλανικής Εταιρείαςτο 1302, υπό τη διοίκηση του Ρογήρου του Φλορ. Η εταιρεία αυτή ήταν ουσιαστικά μια ομάδα τυχοδιωκτών, κυρίως Ισπανών μισθοφόρων, οι οποίοι υπό τις διαταγές του αρχηγού τους επιδίδονταν σε πειρατεία, ληστεία και επιδρομές λεηλασίας. Έως το 1311, οι Καταλανοί λυμαίνονταν την ελληνική χερσόνησο, όπου επιδίδονταν σε ανείπωτες σφαγές και καταστροφές, πρωτόγνωρης ωμότητας και βίας. Κύριος στόχος τους ήταν η Θράκη, η οποία ερημώθηκε. Τελικά μετά τη μάχη του Ορχομενού κατέλαβαν την Αθήνα και την εξουσία στο Δουκάτο των Αθηνών, που κράτησαν έως το 1388. Παρά τις άοκνες προσπάθειές του και τη βούλησή του για σωτηρία, ο διστακτικός και αδύναμος χαρακτήρας του, αλλά και ορισμένες τραγικά λανθασμένες αποφάσεις, σε συνδυασμό με μια σειρά δυσμενών εξωτερικών εξελίξεων, ανέστειλαν την όποια αμυδρή ελπίδα ανάκαμψης του κράτους είχε διαφανεί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα του. Αντίθετα η μεγαλύτερη συνεισφορά του συνίστατο στο ότι έλαβε υπό την προστασία του την παιδεία, τα γράμματα και τις τέχνες. Μέγας Λογοθέτης του υπήρξε ο Θεόδωρος Μετοχίτης ενώ στην Αυλή του είχαν συγκεντρωθεί λόγιοι, ποιητές, ιστορικοί και θεολόγοι. Η αδυναμία του Ανδρόνικου να αναστρέψει την καταστροφική πορεία του κράτους, η πείνα, η φορολογία, η ερήμωση της Θράκης και της Ελλαδικής χερσονήσου, αλλά και η ανενόχλητη προέλαση των Οθωμανών Τούρκων στη Μικρά Ασία, τον κατέστησαν εξαιρετικά αντιδημοφιλή. Ο γιος του, Μιχαήλ Θ΄, πέθανε πρόωρα το 1320 απ τη στεναχώρια του. Ο εγγονός του Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος ενεπλάκη στην υπόθεση δολοφονίας του αδελφού του Μανουήλ, και για το λόγο αυτό ο Αυτοκράτορας παππούς του τον αποκήρυξε. Ο νεαρός Ανδρόνικος εξεγέρθηκε, και μετά από πολυετή εμφύλιο πόλεμο, ανέλαβε τελικά την εξουσία το 1328 με ήπιο πραξικόπημα και τη βοήθεια του φίλου του Ιωάννη Καντακουζηνού (μετέπειτα αυτοκράτορα). Ο Ανδρόνικος Γ΄ εκτόπισε τον Ανδρόνικο Β΄ σε μοναστήρι με το όνομα Αντώνιος, όπου έμεινε ώς το θάνατό του το 1332. Το σώμα του μεταφέρθηκε και ενταφιάστηκε στην μονή του Λιβός.
7) Ο Θεόφιλος (813 - 842) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας (829-842). Η βασιλεία του χαρακτηρίζεται από την τελευταία εικονομαχική ακμή, από αγώνες κατά των Αράβων και από πολιτισμική άνθιση. Ήταν γιος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β' του Τραυλού και της Θέκλας. Δάσκαλός υπήρξε ο μετέπειτα πατριάρχης Ιωάννης ο Γραμματικός, θεωρούμενος ένας από τους σοφότερους άνδρες της εποχής. Πολύ νωρίς στέφθηκε συμβασιλέας από τον πατέρα του και διακρίθηκε κατά την αντιμετώπιση της ανταρσίας του Θωμά. Όταν ήρθε ο Θεόφιλος σε ηλικία γάμου, η δεύτερη γυναίκα του πατέρα του Ευφροσύνη κάλεσε τις τις ωραιότερες και ευγενέστερες κόρες της αυτοκρατορίας. Τις συγκέντρωσε σε μιαν αίθουσα του Παλατιού κι έδωσε στον Θεόφιλο ένα χρυσό μήλο για να το δώσει σ’ αυτήν που θα προτιμούσε. Αυτός γοητεύτηκε από την ομορφιά της Κασσιανής αλλά πριν της δώσει το μήλο της είπε «από την γυναίκα προέρχονται τα δεινά» εννοώντας την Εύα. Η Κασσιάνη απάντησε «αλλά κι από την γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα» εννοώντας την Παναγία, κι ο Θεόφιλος θεωρώντας το αυθάδεια, προτίμησε την Θεοδώρα.
Πολιόρκησε τη Σωζόπετρα, πατρίδα του χαλίφη Μοτασέμ. Ο χαλίφης του έγραψε να σεβαστεί την πατρίδα του και πρότεινε ειρήνη αλλά ο Θεόφιλος κυρίευσε τη Σωζόπετρα και την κατέστρεψε ολοκληρωτικά. Γύρισε μετά στην Κωνσταντινούπολη και τέλεσε λαμπρό θρίαμβο. Αλλά ο Μοτασέμ είχε ορκιστεί εκδίκηση. Συγκέντρωσε ένα τεράστιο στρατό για να καταστρέψει την πατρίδα του πατέρα του Θεόφιλου Μιχαήλ, το Αμόριο της Φρυγίας, και εισέβαλε στη Μικρά Ασία από τρία σημεία. Όλοι οι στρατιώτες του είχαν γραμμένη στην ασπίδα τους την λέξη Αμόριον. Το Αμόριο έπεσε τελικά με προδοσία, καταστράφηκε και η ήττα ήταν δεινή. Η άλωση και η λεηλασία της πόλης ήταν μεθοδικές: σύμφωνα με τους Άραβες ιστορικούς, η πώληση των λαφύρων συνεχιζόταν επί πέντε μέρες. Ο Βυζαντινός χρονογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής αναφέρει 70.000 νεκρούς, και ο Άραβας Μασουντί 30.000. Οι επιζώντες μοιράστηκαν ως δούλοι στους αρχηγούς του στρατού, εκτός από τους αξιωματούχους, που τέθηκαν στη διάθεση του χαλίφη. Αφού άφησε τους απεσταλμένους του Θεόφιλου να αναχωρήσουν, ο Μουτασίμ έβαλε φωτιά στην πόλη, καταστρέφοντάς την σχεδόν ολοσχερώς. Μόνο τα τείχη έμειναν σχετικά ανέπαφα. Ανάμεσα στα λάφυρα του Αμορίου ήταν και οι τεράστιες σιδερένιες πύλες της πόλης. Ο χαλίφης αναγκάστηκε να διακόψει την εκστρατεία και να επιστρέψει γρήγορα στην επικράτειά του, αφήνοντας ανέπαφα τόσο τα οχυρά γύρω από το Αμόριο όσο και τον Θεόφιλο με το στρατό του στο Δορύλαιο. Ο χαλίφης και ο στρατός του πήραν την απευθείας οδό από το Αμόριο προς τις Κιλίκιες Πύλες, και υπέφεραν πολύ, ιδιαίτερα οι αιχμάλωτοι, στις ξηρές πεδιάδες της κεντρικής Μικράς Ασίας.
Η άλωση του Αμορίου ήταν ένα από τα πιο καταστροφικά γεγονότα κατά τη μακρά ιστορία αραβικών επιδρομών στη Μικρά Ασία. Ο Θεόφιλος λέγεται ότι αρρώστησε βαριά λίγο μετά την πτώση της πόλης, και παρότι συνήλθε, η υγεία του παρέμεινε σε κακή κατάσταση μέχρι το θάνατό του τρία χρόνια αργότερα. Μεταγενέστεροι Βυζαντινοί ιστορικοί αποδίδουν το θάνατό του σε ηλικία μόλις τριάντα ετών στην στενοχώρια του για την άλωση του Αμορίου. Στις αρχές του 842 ο Θεόφιλος αρρώστησε βαριά. Προβλέποντας το τέλος του, ζήτησε από την Θεοδώρα και τους μεγάλους αξιωματούχους να ορκιστούν ότι τίποτα δεν θ’ ανέτρεπαν απ’ όσα θέσπισε και ότι θα διατηρούσαν τον Ιωάννη τον Γραμματικό στον πατριαρχικό θρόνο. Τον έφεραν ύστερα με φορείο στο ανάκτορο της Μαγναύρας κι εκεί μίλησε στους άρχοντες και στον λαό ζητώντας πίστη και αφοσίωση στην γυναίκα του και τον γιο του. Γιατί ο γιος του ήταν τριών μόνο χρόνων και φοβόταν για την τύχη του.
8) Ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς (912 - 969) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 963έως το 969. Τα λαμπρά στρατιωτικά κατορθώματά του συνέβαλαν στην αναζωπύρωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα. Ο Νικηφόρος Φωκάς ήταν φύση δυναμική και ιδιόρρυθμη και αισθανόταν ιδιαίτερη ικανοποίηση τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στην εμπειρία της ασκητικής ησυχίας. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και μεγαλόπνοος οραματιστής της παγκόσμιας ακτινοβολίας της αυτοκρατορίας. Πρίν γίνει αυτοκράτορας, ο Νικηφόρος Φωκάς αναδείχθηκε μεγάλος στρατηγός σε όλα τα μέτωπα της εποχής του. Χαρακτηρίζονταν από μεγάλη ευσέβεια και αγαπούσε τον μοναχισμό. Ο Νικηφόρος ήταν πάντως γεννημένος στρατιώτης. Είχε τη σωματική αντοχή και διανοητική ικανότητα ενός μεγάλου στρατιωτικού ηγέτη, ήταν βραχύσωμος, αλλά εξαιρετικά ρωμαλέος. Η ζωή του ήταν αφιερωμένη στα στρατεύματά του, τα οποία αγαπούσε και προστάτευε πάση θυσία, και τα οποία του ήταν πιστά μέχρι θανάτου. Πέρα από τη βαθιά του πίστη προς το χριστιανισμό, δεν είχε άλλα ενδιαφέροντα. Πριν παντρευτεί τη Θεοφανώ, ήταν χήρος και είχε ορκιστεί αποχή. Έδειξε ιδιαίτερη πολιτική ευελιξία, και, αφού εξουδετέρωσε τους εχθρούς του και υποψήφιους αυτοκράτορες, στέφθηκε ο ίδιος.
Ο ανιψιός του Φωκά Ιωάννης Τσιμισκής εκμεταλλεύτηκε τη δυσφορία αυτή, συνεργάστηκε με την αυτοκράτειρα Θεοφανώ και οργάνωσε συνωμοσία για την εκθρόνιση του, η οποία και συντελέστηκε με τη δολοφονία του αυτοκράτορα τη νύχτα της 10ης Δεκεμβρίου του 969. Δολοφονήθηκε με απεχθή τρόπο, την ώρα που κοιμόταν (σαν στρατιωτικός κοιμόταν στο δάπεδο του δωματίου, μια συνήθεια που παρ' ολίγο να του έσωζε τη ζωή) από συνεργάτες του Ιωάννη. Στο μεταξύ λίγες στιγμές μετά την δολοφονία, άνθρωποι του Ιωάννη Τσιμισκή ξεχύθηκαν στους δρόμους της βασιλεύουσας φωνάζοντας «Ιωάννης, Αύγουστος και Βασιλεύς των Ρωμαίων». Η παγωμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην Πόλη από την στυγερή δολοφονία του αυτοκράτορα συνέβαλε στην αδράνεια των πολιτών να αντισταθούν στην ενθρόνιση του πρωτεργάτη της συνωμοσίας Ιωάννη Τσιμισκή. Το σώμα του Νικηφόρου πετάχτηκε από το παράθυρο του δωματίου και έμεινε εκεί παραπεταμένο για την υπόλοιπη ημέρα. Μόλις βράδιασε, κάποιοι από τους υπηρέτες που είχαν παραμείνει πιστοί, πήραν το σώμα του και το μετέφεραν μέσα από τους άδειους δρόμους της Πόλης στο νεκροταφείο των βασιλέων στην εκκλησία των Αγίων Απόστολων και το έβαλαν σε μαρμάρινη σαρκοφάγο. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι, όπως φαίνεται από τα λεγόμενα του Λέοντος του Διακόνου, ότι επίσημα δεν έγινε κηδεία του πρώην αυτοκράτορα. Αυτό το φρικιαστικό τέλος επιφύλαξε η μοίρα για τον Nικηφόρο Β΄ Φωκά, τον γενναίο στρατηγό, τον ευσεβή χριστιανό αλλά και τον προδομένο αυτοκράτορα. Πάνω στον τάφο του ήταν χαραγμένη η εξής επιγραφή: «Τους νίκησε όλους εκτός από μια γυναίκα».
9) Ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος (1350 – 1425) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 1391 έως το 1425. Λίγο πριν το θάνατό του, έγινε μοναχός και έλαβε το όνομα Ματθαίος. Η σύζυγός του, Ελένη Δραγάση, είδε τους γιους τους, Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο και Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, να γίνονται αυτοκράτορες. Με την πολυσχιδή δραστηριότητά του ως πολιτικός, στρατιωτικός, λόγιος και θεολόγος σφράγισε τις τελευταίες δραματικές δεκαετίες της φθίνουσας αυτοκρατορίας. Ο Μανουήλ Β' Παλαιολόγος ήταν ο συγγραφέας πολλών έργων σε διάφορους τομείς, που περιλαμβάνουν γράμματα, ποιήματα, τη ζωή ενός Αγίου, θεολογικές πραγματείες (περιλαμβανομένης της «Προσευχής για την Κοίμηση της Θεοτόκου») και έργα ρητορικής, καθώς και έναν επιτάφιο λόγο για τον αδελφό του Θεόδωρο Α' δεσπότη του Μωρέως. Έγραψε επίσης μια πραγματεία σε 157 κεφάλαια για την Λιτανεία του Αγίου Πνεύματος, ένα από τα θεμελιώδη προβλήματα της θεολογίας της Ανατολής Ελλήνων. Το πιο σημαντικό έργο του είναι οι Διάλογοι με έναν Πέρση, του 1397, σε 26 διαλόγους. Οι διάλογοι αυτοί που διηγείται έγιναν το 1391 στην Άγκυρα. Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, διατήρησε το καθεστώς της υποτέλειας που είχε εγκαινιάσει ο πατέρας του. Έτσι, κλήθηκε να υπηρετήσει στο πλευρό του Βαγιαζήτ σε στρατιωτικές επιχειρήσεις των Τούρκων όπως στην πολιορκία της Φιλαδελφείας το 1390, τελευταίου βυζαντινού προπυργίου στη δυτική Μικρά Ασία. Αργότερα όμως, μετά από κάποιες εκρήξεις αστάθειας του Σουλτάνου, αποφάσισε να διακόψει κάθε υπηρεσία στους Τούρκους. Έξαλλος ο Βαγιαζήτ απάντησε με άμεση πολιορκία της Πόλεως το 1394, η οποία έμελλε να κρατήσει με κυμαινόμενη ένταση, για πολλά χρόνια. Η περιοδεία τιυ Μανουήλ στην Ευρώπη για βοήθεια είχε ήδη συμπληρώσει δύο χρόνια, όταν έφτασαν τα νέα της καταστροφής του Βαγιαζήτ από τον Ταμερλάνο στη μάχη της Αγκύρας και το μαρτυρικό θάνατο του Σουλτάνου το 1401. Μετά από αυτό, ο Μανουήλ επέστρεψε στη Βασιλεύουσα. Αμέσως, άρχισαν οι έριδες διαδοχής μεταξύ των τεσσάρων γιων του Βαγιαζήτ, που επέτρεψαν στο Βυζάντιο να σταθεί κάπως στα πόδια του. Ο Μανουήλ ακολούθησε στο σημείο αυτό ήπια πολιτική, παρακολουθώντας από μακριά τις εσωτερικές διαμάχες των Τούρκων, προκειμένου να ανασυνταχθεί, με μακροπρόθεσμο στόχο την οργάνωση μεγάλης ευρωπαϊκής εκστρατείας οριστικής εξάλειψης του Τουρκικού κινδύνου. Πρόσφερε υποστήριξη στο Μωάμεθ Α΄, ο οποίος ήταν ο πλέον συνεννοήσιμος από τους επίδοξους διαδόχους. Κατάφερε να απελευθερώσει την Στερεά Ελλάδα, την Θεσσαλία, τμήματα της Μακεδονίας με την Θεσσαλονίκη από τους Τούρκους και να ενισχύσει την Πελοπόννησο.
Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο το 1423 σήμανε το ουσιαστικό τέλος της ενεργού διακυβέρνησης από το Μανουήλ. Πέθανε το 1425, αφού πρώτα εκάρη μοναχός, κατά την υστεροβυζαντινή αυτοκρατορική παράδοση, με το όνομα Ματθαίος. Η μορφή του ξεχωρίζει στο στερέωμα των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων τόσο για τις ικανότητές του, διπλωματικές, διοικητικές και στρατιωτικές, όσο και γι' αυτή καθεαυτή την προσωπικότητά του. Μπορούσε να ηγηθεί των στρατευμάτων του σε μάχη το ίδιο εύκολα, όσο μπορούσε να συζητήσει και να αναλύσει με τους εκλεκτότερους λόγιους της εποχής του τα λεπτότερα θεολογικά ζητήματα. Ο Μανουήλ Β' έδωσε ανάσα επιβίωσης και παράταση ζωής στο Βυζάντιο, χωρίς βέβαια να κατορθώσει να αναστρέψει το αναπόφευκτο της πτώσης, γεγονός που είναι βέβαιο ότι είχε από νωρίς συνειδητοποιήσει.
10) Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Δραγάσης Παλαιολόγος (1405 - 1453) ήταν ο τελευταίος βασιλεύων Βυζαντινός αυτοκράτορας, ως μέλος της δυναστείας των Παλαιολόγων, από το 1449 έως το θάνατό του κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Μετά το θάνατό του, έγινε θρυλική μορφή της ελληνικής λαϊκής παράδοσης ως ο "Μαρμαρωμένος Βασιλιάς", που θα ξυπνήσει και θα ανακτήσει την Αυτοκρατορία και την Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς. Ο θάνατός του σηματοδότησε το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε συνεχιστεί στην Ανατολή για 977 χρόνια μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Εκτός από τις Βενετικές κτήσεις στη Μεθώνη Μεσσηνίας, την Κορώνη και το Ναύπλιο, ολόκληρη η χερσόνησος τέθηκε υπό βυζαντινό έλεγχο: τον Ιούλιο του 1428 οι τρεις αδελφοί, ο Ιωάννης Η΄, ο Θεόδωρος Β΄ και ο Κωνσταντίνος, ενώθηκαν για να καταλάβουν την Πάτρα, τελικά οι πολιορκούμενοι δέχθηκαν να καταβάλουν ετήσιο φόρο υποτέλειας. Αργότερα ο Κωνσταντίνος συμμετείχε και στη δεύτερη απόπειρα πολιορκίας της Πάτρας, τον Μάρτιο του 1429, κατά την οποία γλίτωσε το θάνατο ή την αιχμαλωσία, αλλά τελικά κατέλαβε την πόλη. Έτσι, σε ηλικία μόλις 24 ετών διοίκησε με τα αδέλφια του το Δεσποτάτο του Μυστρά. Ο Κωνσταντίνος διακρίθηκε για την αποφασιστικότητα και τις διοικητικές του ικανότητες. Τον Οκτώβριο του 1443 ο Κωνσταντίνος ανέλαβε δεσπότης του Μυστρά, που τότε ήταν το κέντρο της τέχνης και του πολιτισμού, που ανταγωνιζόταν την Κωνσταντινούπολη. Ως φιλενωτικός είχε και την εκτίμηση της Ρώμης. Αφιερώθηκε με ζήλο στη διοικητική και στρατιωτική αναδιοργάνωση του δεσποτάτου, με απώτερο σκοπό την ενίσχυση της άμυνας της Πελοποννήσου έναντι της οθωμανικής απειλής. Μετά από πρόταση του περίφημου διδασκάλου του, Γεωργίου Γεμιστού τού λεγόμενου Πλήθωνα, οικοδόμησε τα τείχη του Εξαμιλίου στον Ισθμό της Κορίνθου.
Στέφθηκε αυτοκράτορας στον Μυστρά (6 Ιανουαρίου 1449) Εκκλησιαστική τελετή στέψης στην Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη δεν έγινε ποτέ, διότι ο Κωνσταντίνος δεν απέρριπτε την ένωση και κάτι τέτοιο θα προκαλούσε την εξέγερση των ανθενωτικών. Η αναζήτηση συζύγου με σκοπό τη διαιώνιση της Παλαιολόγειας δυναστείας είχε απασχολήσει τον Κωνσταντίνο ΙΑ´, από τότε που ήταν στον Μυστρά. Οι δυο σύζυγοι του πέθαναν χωρίς να του αφήσουν διάδοχο. Μεταξύ των πρώτων ενεργειών του ήταν η δρομολόγηση ανακωχής με τους Τούρκους και ο προσεταιρισμός της ανθενωτικής παράταξης. Στους πρώτους μήνες της διακυβέρνησής του ζήτησε να αυξηθούν οι φόροι στα εισαγόμενα από τους Βενετούς προϊόντα και εκείνοι αναζήτησαν συμμαχία στον Μωάμεθ Β΄.
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β΄. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 6 Απριλίου έως την Τρίτη, 29 Μαϊου 1453. Η άλωση αυτή της Κωνσταντινούπολης, σήμανε και το τέλος της υπερχιλιετούς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στις 24 Μαΐου 1453 ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνης, τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή η απώλεια υπήρξε ανεπανόρθωτη για τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ακόμα και μετά από αυτή την επιτυχία, οι Οθωμανοί αδυνατούσαν να διεισδύσουν στην Πόλη. Στα τείχη, όμως, δημιουργούνταν συνεχώς ρήγματα και ο Αυτοκράτορας, πολεμώντας ως απλός στρατιώτης, έπεσε στην μάχη. Δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τον θάνατο του και για τον λόγο αυτό ο θάνατός του έγινε γρήγορα θέμα ενός θρύλου που έχει συσκοτίσει την ιστορική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να σπάσουν τη γραμμή άμυνας των τειχών, παρά μόνο όταν από εσωτερική προδοσία μπήκαν από την Κερκόπορτα και περικύκλωσαν τους αμυνόμενους.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%91%C2%B4
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%82_(%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%99%CE%91%CE%84_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82_%CE%94%CE%84_%CE%94%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%AE%CE%BB_%CE%91%CE%84_%CE%9A%CE%BF%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%92%CE%84_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82
https://slpress.gr/idees/i-machi-toy-matzikert-katastrofiki-tote-didaktiki-simera/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%82_(1453)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%AE%CE%BB_%CE%92%C2%B4_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%92%C2%B4_%CE%A6%CF%89%CE%BA%CE%AC%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82_(%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%91%CE%BC%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85





Σάββατο, 24 Αυγούστου 2019

Ένα Βυζάντιο στο κέρας της Αφρικής : Η χριστιανική αυτοκρατορία της Αιθιοπίας

Η πόλη Αξούμ (Αξώμη) βρίσκεται στη βόρεια Αιθιοπία. Ήταν το ναυτικό εμπορικό κέντρο του Βασιλείου Αξούμ, το οποίο έφτασε στην ακμή του κατά την εποχή της γέννησης του Ιησού, υπήρξε εν μέρει σύμμαχος του Βυζαντίου εναντίον της τότε Περσικής Αυτοκρατορίας και παρήκμασε μετά τον 7ο αιώνα, πιθανότατα λόγω της εξάπλωσης του Ισλάμ, η οποία εμπόδισε το εμπόριο με την Άπω Ανατολή, καθώς και τις μεγάλες αγορές στην Αλεξάνδρεια, το Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τη νότια Ευρώπη. Το βασίλειο του Αξούμ είχε τη δική του γραπτή γλώσσα, την Ge'ez, και ανέπτυξε αρχιτεκτονική χαρακτηριστική για τους τεράστιους οβελίσκους της, ο παλαιότερος από τους οποίους χρονολογείται από το 5.000-2.000 π.Χ. Τον 4ο αιώνα μ.Χ., το Βασίλειο ασπάστηκε το Χριστιανισμό. Η Εκκλησία της Αιθιοπίας ισχυρίζεται ότι φυλάσσει στο ναό της Παναγίας της Σιών στο Αξούμ την Κιβωτό της Διαθήκης, στην οποία περιέχονται οι Δέκα Εντολές που παρέδωσε ο Θεός στο Μωυσή. Το Αξούμ θεωρείται η ιερότερη πόλη στην Αιθιοπία και αποτελεί τόπο προσκυνήματος. Σημαντικές θρησκευτικές γιορτές είναι το T'imk'et, τα Θεοφάνια, στις 7 Ιανουαρίου, και η γιορτή της Μαριάμ της Σιών στα τέλη Νοεμβρίου. Λόγω της ιστορικής της αξίας, η πόλη το 1980 ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Το Βασίλειο του Αξούμ ή της Αξώμης, επίσης γνωστό ως η Αξουμιτική Αυτοκρατορία, ήταν εμπορικό έθνος των Αιθιοπων που περιλάμβανε εδάφη στη σημερινή περιοχή της Ερυθραίας, στη περιοχή Τιγκράι της Αιθιοπίας και στη Νουβική έρημο. Υπήρχε περίπου από το 100 μ.Χ. έως το 940 μ.Χ. Αναπτυσσόταν από την πρωτοαξουμιτικη εποχή του σιδήρου, τον 4ο αιώνα π.Χ, για να εμφανιστεί στο προσκήνιο τον 1ο αιώνα μ.Χ.. Έγινε σημαντικός παράγοντας στην εμπορική διαδρομή μεταξύ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Αρχαίας Ινδίας. Οι κυβερνήτες της Αξώμης διευκόλυναν το εμπόριο κόβοντας το δικό τους νόμισμα, το κράτος καθιέρωσε την ηγεμονία του επί του παρακμάζοντος Βασιλείου του Κους ενώ επενέβαινε τακτικά στα ζητήματα των βασιλείων στην Αραβική Χερσόνησο, επεκτείνοντας τελικά την κυριαρχία του στην περιοχή με την κατάκτηση του βασιλιά των Χιμιαριτών (Υεμένη). Ο Πέρσης προφήτης Μάνης θεωρούσε την Αξούμ ως μία από τις τέσσερις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του, παράλληλα με την Περσία, τη Ρώμη και την Κίνα. Η αρχαία πρωτεύουσα, που ονομάζεται επίσης Αξούμ, ήταν στη βόρεια Αιθιοπία. Το Βασίλειο χρησιμοποίησε το όνομα "Αιθιοπία" ήδη από τον 4ο αιώνα. Η παράδοση ισχυρίζεται ότι ο Αξούμ είναι ο υποτιθέμενος τόπος ανάπαυσης της Κιβωτού της Διαθήκης και της κατοικίας της βασίλισσας της Σαβά.
Τα πρώτα νομίσματα της Αιθιοπίας κόπηκαν με ελληνικές επιγραφές, αφού η ελληνική γλώσσα ήταν μια σημαντική γλώσσα της αιθιοπική αυλής για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Έλληνας ήταν ο Άγιος Φρουμέντιος, ο οποίος έγινε ο πρώτος επίσκοπος της Αιθιοπίας και η κοινή μας πίστη αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της σχέσης μας. Κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων, οι δύο αυτοκρατορίες, Βυζάντιο και Αιθιοπία ήταν σε συνεχή συμμαχία και θεωρούνταν οι βόρειοι και νότιοι πόλοι του ίδιου του πολιτισμού. Μεταξύ αυτών, σφυρηλάτησαν πολιτικές συλλογικής ασφάλειας τόσο εξειδικευμένες, όσο εκείνες που βλέπουμε να δημιουργούνται στον σύγχρονο κόσμο. Και οι δύο πολιτισμοί ήταν απομονωμένοι και έπρεπε να αγωνιστούν για να επιβιώσουν.
Αρχαία Χριστιανική Αυτοκρατορία, η Αιθιοπία αποτελεί το πιο ιδιόρρυθμο και ανεξερεύνητο κομμάτι της χριστιανοσύνης. Διαφέρει ριζικά από άλλες αφρικανικές χώρες, έχοντας να επιδείξει καταγεγραμμένη ιστορία χιλιετιών, ιδιαίτερο αλφάβητο και ημερολόγιο και εντυπωσιακή τέχνη. Εδώ η Μαύρη Αφρική αγκάλιασε τον αρχαίο κόσμο. Πολλοί ταυτίζουν την Αιθιοπία με τη μυθική Χώρα του Πουντ, που οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν γενέτειρά τους και από την οποία προμηθεύονταν χρυσό, ελεφαντοστό και δούλους. Στον αιθιοπικό βορρά άνθησε, την πρώτη χιλιετία π.Χ., λαμπρός πολιτισμός με κέντρο την πόλη Αξούμ, αποτέλεσμα συνεύρεσης των Αιθιόπων με τους κατοίκους της νότιας Αραβίας. Από εδώ πιστεύεται πως ξεκίνησε η βασίλισσα του Σαββά, που -κατά τον μύθο- επισκέφθηκε το βασιλιά Σολομώντα, με τον οποίο απέκτησε γιο, το Μενελίκ. Ο τελευταίος θεωρείται μυθικός γεννήτορας των Αιθιόπων. Η βασίλισσα και ο Μενελίκ, όπως και πολλοί Αιθίοπες, ασπάσθηκαν τον ιουδαϊσμό. Τη βάση του μύθου σε πραγματικά γεγονότα πιστοποιεί η επιβίωση πληθώρας εβραϊκών εθίμων μεταξύ των χριστιανών Αιθιόπων, και η μέχρι πρότινος παρουσία πολλών Εβραίων (Φαλάσα). Τον τέταρτο αιώνα μ.Χ. ένας Ελληνας μοναχός από την Τύρο, ο Φρουμέντιος, έφερε τον χριστιανισμό στην Αιθιοπία, προσηλυτίζοντας τον βασιλιά της Αξούμ Αϊζάνα. Ο χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας γύρω στο 340 μ.Χ, ενώ ο Φρουμέντιος ανακηρύχθηκε Αμπούνα (αρχιεπίσκοπος) της Αξούμ, που παραμένει η ιερή πόλη των Αιθιόπων. Τον Φρουμέντιο είχε χειροτονήσει επίσκοπο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αθανάσιος. Ο αιθιοπικός χριστιανισμός ξεκίνησε και παρέμεινε στενά συνδεδεμένος με την Κοπτική Εκκλησία της Αιγύπτου. Ωστόσο, οι ίδιοι οι Αιθίοπες, καίτοι Μονοφυσίτες, αποκαλούν την Εκκλησία τους Ορθόδοξη. Η Ορθοδοξία τους διαφέρει από εκείνη της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Η επέλαση του Ισλάμ της στέρησε κάθε δυνατότητα επικοινωνίας με την υπόλοιπη χριστιανοσύνη. Σε καθεστώς απομόνωσης, υπό το βάρος συνεχών αγώνων επιβίωσης κατά των μουσουλμάνων, η αιθιοπική Ορθοδοξία εξελίχθηκε σε ιδιόμορφο κράμα εβραϊκών, χριστιανικών και αφρικανικών εθίμων. Οι Αιθίοπες ορθόδοξοι τηρούν παραδοσιακά τόσο την αργία της Κυριακής, όσο και την Εβραϊκή του Σαββάτου, ενώ τα αγόρια περιτέμνονται την έβδομη ημέρα μετά τη γέννηση. Οπως οι Εβραίοι, τηρούν διαιτητικούς κανόνες για τη σφαγή των ζώων, ενώ δεν τρώνε χοιρινό κρέας. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, μέρες νηστείας, δεν καταναλώνουν ζωικά προϊόντα.
Οι αιθιοπικές εκκλησίες είναι είτε κυκλικές με στέγη από άχυρο, σαν τεράστιες καλύβες είτε μονόκλιτες βασιλικές, είτε συνδυάζουν μια από τις προηγούμενες μορφές με τη διάρθρωση σε επάλληλα επίπεδα, μοιάζοντας με παγόδες. Καθεμία χωρίζεται σε τρία μέρη, εκ των οποίων το ιερότερο, τα Αγια των Αγίων, είναι άβατο για τους μη κληρικούς. Εκεί φυλάσσεται πάντα ένα αντίγραφο της Κιβωτού της Διαθήκης (των πλακών με τις Δέκα Εντολές που έδωσε ο Θεός στοΝ Μωυσή) που ονομάζεται ταμπότ. Το ταμπότ καθαγιάζει τοΝ ναό, και αντιστοιχεί στη δική μας Αγία Τράπεζα. Τόσο η τριμερής διάρθρωση όσο και το αντίγραφο της Κιβωτού θυμίζουν τοΝ Ναό του Σολομώντα. Το μεγαλύτερο καλλιτεχικό επίτευγμα του αιθιοπικού χριστιανισμού είναι οι εκκλησίες οι λαξευμένες σε γιγάντιους μονόλιθους. Πάνω από τριακόσιες λαξευμένες εκκλησίες στολίζουν τα αιθιοπικά υψίπεδα. Οι εντυπωσιακού μεγέθους μονολιθικές εκκλησίες της Λαλιμπέλα θεωρούνται το όγδοο θαύμα του κόσμου, ενώ η περιοχή Τιγκράι, με τις αναρίθμητες εκκλησίες τις λαξευμένες σε απόμακρους βράχους, είναι η Καππαδοκία της Αφρικής. Η εικονογραφία τους μοναδική. Αν και εδράζεται στη βυζαντινή παράδοση, περιλαμβάνει θέματα άγνωστα στον λοιπό χριστιανισμό. Προστάτης της χώρας ο γνωστός μας Αγιος Γεώργιος, που οι Αιθίοπες θεωρούν μισό Ελληνα και μισό Λιβανέζο. Η παρακολούθηση μιας αιθιοπικής λειτουργίας αποτελεί αλησμόνητη εμπειρία. Το τελετουργικό είναι ασυναγώνιστα υποβλητικό και η όλη μυσταγωγία μοιάζει βγαλμένη από τη Βίβλο. Οι Αιθίοπες προσέρχονται στην εκκλησία, τυλιγμένοι σε λευκούς μανδύες, στις πέντε το πρωί. Η τρίωρη λειτουργία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, ιερείς και διάκονοι συγκεντρώνονται σε κύκλο και ψέλνουν ύμνους. Στα χέρια τους φέρουν σείστρα, τα οποία σείουν συνοδεύοντας τις μελωδίες, ενώ κάποιοι χτυπούν ταμπούρλα. Σε τακτά διαστήματα, συνοδεύουν τους ύμνους με αργές χορευτικές κινήσεις. Το δεύτερο μέρος της ακολουθίας μοιάζει περισσότερο στο ορθόδοξο τυπικό, όπως το ξέρουμε. Οι πιστοί, καθόλη τη διάρκεια της τρίωρης λειτουργίας, στηρίζονται σε μπαστούνια, καθώς απαγορεύεται να καθήσουν. Σε αυτήν την παράδοση, τόσο για τα εξαίρετα έργα τέχνης όσο και για τα μοναδικά έθιμα και τελετουργίες που κατέλιπε, εδράζεται η εθνική υπερηφάνεια των Αιθιόπων, κατοίκων μιας χώρας μοναδικής, που θα μπορούσαμε δικαιολογημένα να θεωρήσουμε το Βυζάντιο της Αφρικής.
Πηγή : https://www.kathimerini.gr/242640/article/epikairothta/kosmos/ai8iopia-to-agnwsto-vyzantio-ths-mayrhs-hpeiroy
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BE%CE%BF%CF%8D%CE%BC
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%91%CE%BE%CE%BF%CF%8D%CE%BC
https://neoskosmos.com/el/56883/%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1-%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE/





Ένα δεύτερο Βυζάντιο στις όχθες του Νείλου : Τα χριστιανικά βασίλεια της Νουβίας

Η πρώτη μεθοδική προσπάθεια για τον εκχριστιανισμό της Νουβίας έγινε επί Ιουστινιανού. Περί το 540, με διαταγή του έφυγε από την Κωνσταντινούπολη μία Αποστολή, για να προσελκύσει στην πίστη τα μικρά βασίλεια της Νουβίας. Πριν όμως φθάσουν οι Ορθόδοξοι Ιερείς στον προορισμό τους, μια άλλη αντίζηλη μονοφυσιτική αποστολή βρισκόταν καθ’ οδόν, υποστηριζόμενη από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα που, ως γνωστόν, συμπαθούσε τους Μονοφυσίτες. Αρχηγός της τελευταίας ήταν ο Ιερέας Ιουλιανός, ο οποίος βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον κρατούμενο μονοφυσίτη αρχιεπίσκοπο Αλεξάνδρειάς Θεοδόσιο. Όταν ο Ιουλιανός έφθασε στη χώρα των Νοβαταίων, που κατοικούσαν στην περιοχή του Άνω Νείλου με πρωτεύουσα την Ντογκόλα, παρουσιάσθηκε στον ηγεμόνα Σίλκω και, εφοδιασμένος με δώρα και γράμματα της αυτοκράτειρας του Βυζαντίου, κατόρθωσε να τον πείσει να δεχθεί τον Χριστιανισμό. Παρά τις φοβερές δυσκολίες, που συνάντησε από τον αφόρητο καύσωνα, παρέμεινε εκεί επί δύο χρόνια κατηχώντας τους νεοφύτους. Κατόπιν γύρισε πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Η μονοφυσιτική αυτή ιστορία είναι γραμμένη στα εύρισκα. Εν τω μεταξύ έφθασαν στη Νουβία και οι Ορθόδοξοι Ιεραπόστολοι, τους οποίους είχε στείλει ο Ιουστιανιανός, αλλά οι Νοβαταίοι, υπό την επίδραση των Μονοφυσιτών, τους δέχθηκαν πολύ ψυχρά. Χωρίς να χάσουν τον ενθουσιασμό τους οι Ορθόδοξοι Ιερείς κατευθύνθηκαν προς άλλο λαό της Νουβίας, τους Μακορίτες, και είλκυσαν πολλούς στην πίστη. Δεν είναι εξακριβωμένο ποια από τις δύο εκείνες αποστολές είχε μεγαλύτερη επιτυχία. Το γεγονός πάντως είναι ότι και οι δύο συνέβαλαν ώστε, μέσα σε μία γενιά, να εκχριστιανισθεί ολόκληρη η Νουβία. Για να συνεχισθεί το έργο του μονοφυσίτη Ιουλιανού χειροτονήθηκε Επίσκοπος Φίλων ο Θεόδωρος. Η καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών των Φίλων από τον στρατηγό Ναρσή διευκόλυνε το έργο του. Ο Θεόδωρος οικοδόμησε επάνω στα ερείπια του παλαιού ναού της Ίσιδος τον Ναό του Αγίου Στεφάνου, όπως δε μας πληροφορούν πολλές επιγραφές, ανέπτυξε μεγάλη ιεραποστολική δράση και ο Χριστιανισμός έφθασε σύντομα σε μεγάλη ακμή στη Νουβία. Για την ανάπτυξη της Ιεραποστολής πέραν της χώρας στην οποία εργαζόταν ο Θεόδωρος, το 567 χειροτονήθηκε Επίσκοπος, από τον κρατούμενο στην Κωνσταντινούπολη μονοφυσίτη αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας, ο Λογγίνος. Επί τρία χρόνια οι Ορθόδοξοι παράγοντες της πρωτεύουσας εμπόδιζαν την αναχώρησή του. Τελικά όμως το 569 κατόρθωσε να διαφύγει και να φθάσει στη Νουβία, όπου ανέπτυξε μεγάλη Ιεραποστολική δράση. Προσείλκυσε πολλούς στον Χριστιανισμό και οργάνωσε την Εκκλησία με ιθαγενή κλήρο. Με τον Λογγίνο διαδόθηκε το ευαγγέλιο και στη φυλή των Αλοδαίων, που κατοικούσαν κοντά στα σύνορα της Αιθιοπίας, στη δεξιά όχθη του κυανού Νείλου. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ίδιοι οι Αλοδαίοι ζήτησαν από τον ηγεμόνα των Νοβαταίων να πάει σ’ αυτούς ο Λογγίνος για να τους διδάξει τον Χριστιανισμό. Και όταν μετά από πολλές περιπέτειες, περνώντας μέσα από το εχθρικό προς τους Νοβαταίους βασίλειο των Μακοριτών, κατόρθωσε να φθάσει στα σύνορα των Αλοδαίων, τον υποδέχθηκαν με πολλές τιμές. Ο βάρβαρος ηγεμόνας με ενθουσιασμό αποδέχθηκε τον Χριστιανισμό και βαπτίσθηκε, ενώ τον ακολούθησε και το μεγαλύτερο μέρος του λαού του.
Με την επίδραση των Νοβαταίων ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό και οι Βλέμμυες, οι οποίοι κατοικούσαν μεταξύ Αιγύπτου και Νουβίας, νότια της Συήνης, και οι οποίοι, όπως ήδη αναφέρθηκε, μέχρι εκείνη την εποχή θυσίαζαν ακόμη και ανθρώπους. Σε μια από τις πολυάριθμες ελληνικές επιγραφές που ανακαλύφθηκαν στα ερείπια της πόλεως Τάλμεως της Νουβίας, αναφέρονται τα κατορθώματα του πρώτου Χριστιανού ηγεμόνα των Νοβαταίων Σίλκω κατά των ειδωλολατρών ακόμη Βλεμμύων. Ο Ιουστιανιανός ενίσχυσε ποικιλοτρόπως τους Βυζαντινούς Ιεραποστόλους διότι, συγχρόνως με το γνωστό ιεραποστολικό του ενδιαφέρον, ήλπιζε ότι με την εξημέρωση των βαρβάρων αυτών λαών θα βελτιωνόταν η συνοριακή κατάσταση στον νότο. Και όπως φαίνεται, κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας του η Ορθόδοξη Ιεραποστολή είχε μεγαλύτερη ανάπτυξη από τη μονοφυσιτική. Τα ερείπια εξήντα ναών, τα οποία υπάρχουν στο Σουδάν και εκτείνονται από τα σύνορα της Αίγυπτου μέχρι το Χαρτούμ, και το πλήθος των Χριστιανικών επιγραφών που ανακαλύφθηκαν σε διάφορα σημεία της Νουβίας από τον 7ο και 8ο αιώνα, αποδεικνύουν την ακμή του Χριστιανισμού στη χώρα. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι στην περιοχή αυτή η Εκκλησία, παρά την προσχώρησή της στον Μονοφυσιτισμό, διακρινόταν για τον ελληνικό της χαρακτήρα. Ελάχιστες κοπτικές επιγραφές ανακαλύφθηκαν. Οι περισσότερες είναι ελληνικές. Την μεγάλη επίδραση της Βυζαντινής Εκκλησίας υπογραμμίζει μία ανακάλυψη (1963) από τον Πολωνό καθηγητή Μιχαλόφσκυ. Η πολωνική αρχαιολογική Αποστολή που εργαζόταν για τη διάσωση αρχαίων θησαυρών στην περιοχή που επρόκειτο να κατακλυσθεί από τα νερά, λόγω του φράγματος του Ασσουάν, ανακάλυψε στην περιφέρεια των Φαρών, στην άμμο της ερήμου της Νουβίας, ωραιότατη βυζαντινή Εκκλησία του 8ου έως 10ου αιώνα, με εκατό άθικτες σχεδόν τοιχογραφίες. Η τεχνοτροπία και οι χρωματισμοί έχουν σαφή τη σφραγίδα της βυζαντινής επαρχιακής τέχνης. Υπάρχουν δε παραδείγματα (ασυμπλήρωτη τοιχογραφία του Πάθους και της αναστάσεως) που δείχνουν ανάπτυξη εντόπιας νουβιακής τέχνης. Τα μελαψά πρόσωπα ορισμένων από τους εικονιζόμενους επισκόπους φανερώνουν την επικράτηση του Χριστιανισμού και την ανάπτυξη τοπικής ιεραρχίας. Παρά την εισβολή των Μουσουλμάνων κατά τα έτη 641-642, η Εκκλησία διατηρήθηκε επί μακράν. Σύμφωνα δε με πληροφορία του πατριάρχη Ευτυχίου (933-940), όσο και χρονογράφων του 14ου αιώνα, η Εκκλησία της Νουβίας είχε ως επίσημη λειτουργική της γλώσσα την Ελληνική. Η Χριστιανική πίστη διατηρήθηκε σε διάφορες περιοχές τής Νουβίας μέχρι τον 18ο αιώνα.
Οι Νούβιοι τοξότες ήσαν διάσημοι για τις ικανότητές τους και αποτελούσαν το φόβητρο όλων των γνωστών στρατών της εποχής και ειδικότερα όσων τους είχαν δει εν δράσει. Η Νουβία ήταν γνωστή στους Αιγυπτίους ως η «χώρα του τόξου» και συγχρόνως διάσημη στην αρχαία ιστορία, ως χώρα έμπειρων και φοβερών τοξοτών, με παραστάσεις χρονολογούμενες το 3200 π.Χ. οι οποίες απεικονίζουν Νούβιους τοξότες. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν το τόξο ως ιερογλυφική γραφή για το όνομα «Νουβία». Σε όλα τα αρχαιολογικά ευρήματα της Νουβίας απεικονίζονται θεοί βασιλείς πολεμιστές να φέρουν τόξα. Η γεωγραφική θέση της αρχαίας Νουβίας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την μετέπειτα ιστορική πολιτιστική εξέλιξη της αρχαίας Αιγύπτου. Μέχρι την απώλεια του τελευταίου τους βασιλείου (Χριστιανική Νουβία) οι Νούβιοι παρέμειναν οι κύριοι αντίπαλοι του έτερου μεγάλου αφρικανικού πολιτισμού της Αιγύπτου. Τον 6ο αιώνα, η Νουβία ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Οι τοξότες ήσαν αυτοί που καθυστέρησαν την Ισλαμοποίηση της Νουβίας μέχρι τον 14ο αιώνα.
Η Νοβαδία ήταν βασίλειο της ύστερης αρχαιότητας στη Κάτω Νουβία, και στη συνέχεια μια περιοχή ενός μεγαλύτερου Βασιλείου, της Μακουριας. Το βασίλειο της Νοβαδίας ιδρύθηκε την πρώην Μεροϊτική επαρχία Akine, η οποία περιελάμβανε μεγάλα τμήματα της Κάτω Νουβίας και τα οποία πιθανολογείται να έχουν αυτονομηθεί ήδη πριν από την τελική πτώση του Μεροϊτικού βασιλείου στα μέσα του 4ου αιώνα. Ενώ η Νοβαδία είχε προσκληθεί σε μια περιοχή από την Δυτική Έρημο από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Διοκλητιανό από το 297 μ.Χ το βασίλειο τους γίνεται απτό μόνο γύρω στο 400 μ.Χ. Μέχρι το 701, η Νοβαδία είχε προσαρτηθεί από τον νότιο γείτονα, τη Μακουρια. Οι συνθήκες αυτής της συγχώνευσης είναι άγνωστες. Είναι πιο πιθανό να είχε συμβεί πριν από τη Μουσουλμανική κατάκτηση σε 652, το οποίο προκύπτει από τις Αραβικές ιστορίες οι οποίες μιλούν μόνο ένα Χριστιανικό κράτος στη Νουβία το οποίο να φθάσει τουλάχιστον όσο η Παλιά Δονγκόλα. Η Νοβαδία φαίνεται να έχει διατηρήσει κάποια αυτονομία στο νέο κράτος. Κυβερνώνταν από έναν έπαρχο της Νοβαδίας που ήταν επίσης γνωστός, με τον τίτλο Δομέστικο των Πακχόρας. Αυτοί είχαν αρχικά διοριστεί αλλά φαίνεται να είναι ηγεμόνες σε μεταγενέστερη περίοδο. Μερικά από τα αρχεία τους έχουν βρεθεί στο Fort Ibrim, παρουσιάζοντας μια προσωπικότητα με μεγάλη δύναμη. Ωστόσο, ορισμένοι Άραβες συγγραφείς αναφέρονται στο συγχωνευμένο κράτος ως το "Βασίλειο της Μακουριας και της Νοβαδίας", το οποίο θα μπορούσε να σημαίνει μια διπλή μοναρχία , τουλάχιστον για ορισμένες περιόδους. Το όνομα της Νοβαδίας συχνά δίνεται ως al-Maris στην αραβική ιστορία. Η Νοβαδία ήταν το πιο κοντινό μέρος της Νουβίας στην Αίγυπτο και κατά συνέπεια δέχτηκε τη μεγαλύτερη Αραβοποίηση και Εξισλαμισμό. Με την πάροδο του χρόνου οι άνθρωποι της Νοβαδίας σταδιακά εξισλαμίστηκαν και αναμείχτηκαν με Αραβικές φυλές όπως η Μπανού Kanz, αν και μερικοί παρέμειναν ανεξάρτητοι στο Χριστιανικό βασίλειο της Ντοτάουο μέχρι την κατάκτησή της από τους Σεμνάρ το 1504.
Η Μακουρια ήταν ένα βασίλειο της Νουβιας που βρίσκεται στο σημερινό Βόρειο Σουδάν και τη Νότια Αίγυπτο. Η Μακουρια καλύπτει αρχικά την περιοχή κατά μήκος του ποταμού Νείλου από τον Τρίτο Καταρράκτη σε κάπου νότια του Αμπού Χαμάντ, καθώς και τμήματα του βόρειου Κορδοφάν. Η πρωτεύουσά του ήταν Dongola και το βασίλειο είναι μερικές φορές γνωστό με το όνομα της πρωτεύουσάς του. Μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα, είχε μετατραπεί σε χριστιανικό, αλλά τον 7ο αιώνα, η Αίγυπτος κατακτήθηκε από τους αραβικούς στρατούς. Το 651 ένας αραβικός στρατός εισέβαλε, αλλά απωθήθηκε και μια συνθήκη γνωστή ως baqt υπογράφηκε δημιουργώντας μια σχετική ειρήνη μεταξύ των δύο πλευρών που κράτησε μέχρι τον 13ο αιώνα. Η Μακουρια επεκτάθηκε προσαρτώντας τον βόρειο γείτονά της Νοβατια σε κάποιο σημείο του έβδομου αιώνα, διατηρώντας επίσης στενούς δεσμούς με το βασίλειο της Αλόδιας προς τα νότια. Η περίοδος από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα ήταν το αποκορύφωμα της πολιτιστικής ανάπτυξης της Μακουριας: ανέγερσαν νέα μνημειώδη κτήρια, καλλιτεχνικές τέχνες όπως τοιχογραφίες και άκρως επεξεργασμένη και διακοσμημένη αγγειοπλαστική και η Νουβιακη αναπτύχθηκε για να γίνει η κυρίαρχη γραπτή γλώσσα. Η αυξημένη επιθετικότητα από την αραβική Αίγυπτο, οι εσωτερικές έριδες, οι εισβολές των Βεδουινων και ενδεχομένως η πανουκλα και η μετατόπιση των εμπορικών οδών οδήγησαν στην παρακμή του κράτους τον 13ο και 14ο αιώνα. Λόγω εμφύλιου πολέμου το 1365, το βασίλειο περιορίστηκε σε κατάσταση υποτέλειας και έχασε μεγάλο μέρος των νότιων εδαφών της, συμπεριλαμβανομένης της Dongola. Είχε εξαφανιστεί από τη δεκαετία του 1560, όταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Κάτω Νουβία. Στη συνέχεια, η Νουβια εξισλαμίστηκε, ενώ οι Νουβιοι που ζούσαν πρίν από το Al Dabbah και στο Kordofan επίσης αραβοποιήθηκαν.
Η Αλόδια, γνωστή και ως Alwa, ήταν ένα μεσαιωνικό βασίλειο της Νουβίας στο κεντρικό και το νότιο Σουδάν. Η πρωτεύουσά του ήταν η πόλη Soba, που βρίσκεται κοντά στο σύγχρονο Χαρτούμ, στη συμβολή των ποταμών του Γαλάζιου και του Λευκού Νείλου. Ιδρύθηκε λίγο μετά την κατάρρευση του αρχαίου βασιλείου του Kush, περίπου το 350 μ.Χ. Η Αλόδια αναφέρεται αρχικά σε ιστορικά αρχεία το 569. Ήταν το τελευταίο από τα τρία Νουβιακα βασίλεια που μετατράπηκε στον Χριστιανισμό το 580, ακολουθώντας την Νοβατια και την Μακουρια. Πέτυχε να φτάσει στο αποκορύφωμά της κατά τον 9ο-12ο αιώνα, όταν τα αρχεία δείχνουν ότι ξεπέρασε τον βόρειο γείτονά της, το Μακουρια, με το οποίο διατήρησε στενούς δυναστικούς δεσμούς, μεγάλη σε μέγεθος, στρατιωτική δύναμη και οικονομική ευημερία. Όντας μια μεγάλη, πολυπολιτισμική κατάσταση, η Αλόδια διαχειριζόταν από έναν ισχυρό βασιλιά και διοικητές επαρχίας που διορίστηκαν από αυτόν. Η πρωτεύουσα Soba, η οποία περιγράφεται ως πόλη "εκτεταμένων κατοικιών και εκκλησιών γεμάτων χρυσό και κήποι", αναπτύχθηκε ως εμπορικός κόμβος. Τα εμπορεύματα έφθασαν από την Μακουρια, τη Μέση Ανατολή, τη Δυτική Αφρική, την Ινδία και ακόμη και την Κίνα. Η εξάπλωση της γνώσης γραφής Νουβιακών και ελληνικών αναπτύχθηκε. Από τον 12ο και ιδιαίτερα τον 13ο αιώνα, η Αλόδια παρακμάσε, πιθανώς λόγω εισβολών από το νότο, ξηρασίας και μετατόπισης εμπορικών οδών. Τον 14ο αιώνα, η χώρα μπορεί να είχε καταστραφεί από την πανώλη, ενώ οι αραβικές φυλές άρχισαν να μεταναστεύουν στην κοιλάδα του Άνω Νείλου. Μέχρι περίπου το 1500 η πόλη Soba είχε πέσει είτε στους Άραβες, είτε στο Funj. Αυτό πιθανότατα σηματοδότησε το τέλος της Αλοδιας, αν και ορισμένες προφορικές παραδόσεις του Σουδάν ισχυρίστηκαν ότι επέζησε με τη μορφή του βασιλείου του Φαζούλι στα σύνορα Αιθιοπίας-Σουδάν. Μετά την καταστροφή της Soba, οι Funj δημιούργησε το σουλτανάτο του Sennar, εισάγοντας μια περίοδο εξισλαμισμού και αραβοποίησης.
Από το 2009 δύο αρχαιολόγοι εργάζονται (2011) στο νησί του Νείλου Σάι, στο Βόρειο Σουδάν, με σκοπό να αναδείξουν το μεσαιωνικό παρελθόν του χώρου. Ένα παρελθόν όπου το πολύμορφο αφρικανικό πολιτισμικό υπόβαθρο του πληθυσμού της περιοχής που κάποτε ονομαζόταν Νουβία, ήδη επηρεασμένο και από τους βορειότερους γείτονες Αιγυπτίους, καθορίστηκε από την παρουσία των Ελλήνων Πτολεμαίων και κλασικά μορφωμένων πολιτικών και θρησκευτικών αρχών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της χριστιανικής (Βυζαντινής) συνέχειάς της. Τα τρία ανεξάρτητα βασίλεια Νοβατία, Μακουρία και Άλωα (Αλοδια) που άκμασαν στο Σουδάν κατά τον Μεσαίωνά του παρόμοιο παραδόξως με τον δικό μας Βυζαντινό Μεσαίωνα, ήταν χριστιανικά από πλευράς θρησκείας και νουβιακά στον πολιτισμό τους. Η ελληνική ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν, αρχικά τουλάχιστον, στις μνημειακές επιγραφές τους, παράλληλα με την αιγυπτιακή κοπτική, ενώ η ντόπια λεγόμενη «Παλαιά Νουβιακή» γλώσσα, που εμφανίζεται κυρίως σε χειρόγραφα και γκράφιτι, γράφεται με το ελληνικό αλφάβητο, εμπλουτισμένο με τα επιπλέον γράμματα που εμφανίζονται στις αιγυπτιακές κοπτικές επιγραφές και ορισμένα άλλα, ίσως προερχόμενα από την παλαιότερη, ντόπια, Μεροϊτική γραφή. Η τέχνη, αν και φανερά συγγενής με την κοπτική της χριστιανικής Αιγύπτου, διαθέτει στην πραγματικότητα έναν δικό της, ανεξάρτητο χαρακτήρα. Ωστόσο, αυτό το ανεξάρτητο πνεύμα που μετουσίωνε το ξένο σε κάτι απόλυτα εναρμονισμένο με τη γη και το περιβάλλον της Νουβίας προσπάθησαν να ελέγξουν οι βόρειοι δυνατοί: οι μονοφυσίτες χριστιανοί της Αλεξάνδρειας από τη μία και οι «δυοφυσίτες» Κωνσταντινουπολίτες οπαδοί του δόγματος της Συνόδου της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ). Την εποχή του Ιουστινιανού, το τι συμβαίνει στα τρία βασίλεια ερμηνεύεται συνήθως ως ένδειξη των θρησκευτικών αντιθέσεων μεταξύ του αυτοκράτορα και της συζύγου του, Θεοδώρας. Όταν ο Ιουστινιανός στέλνει ιεραποστόλους να κηρύξουν την «ορθή» πίστη, η Θεοδώρα καταφέρνει να καθυστερήσει την αποστολή για να φτάσουν πρώτοι δικοί της, μονοφυσίτες, ιεραπόστολοι που προσηλυτίζουν τα βασίλεια της Νοβατίας και της Άλωας (Αλοδια). Μια μεταγενέστερη αποστολή του Ιουστινιανού προσηλυτίζει τη Μακουρία, που ακολουθεί για το διάστημα εκείνο το δόγμα της Κωνσταντινούπολης! Στη συνέχεια όμως φαίνεται ότι συνάφεια υπάρχει με το κοπτικό δόγμα, των γειτονικών Αιγυπτίων. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τοποθετήθηκε από τους δύο αρχαιολόγους και ο Καθεδρικός Ναός του Σάι που ερευνήθηκε συστηματικά τα δύο τελευταία χρόνια 2009 και 2010.
Πηγή : https://www.archaiologia.gr/blog/2011/10/13/%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%AF-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CE%B1%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC-%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF/
http://www.oodegr.com/oode/ierapostoli/istoria/evagelismos_noubias_1.htm
https://chilonas.com/2013/08/05/httpwp-mep1op6y-12t/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%BF%CE%B2%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%B1
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Makuria
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Alodia





Ιούλιος Ασκληπιόδοτος : Ο Έλληνας τρομερός πολέμαρχος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Το πρώτο διάστημα της δημιουργίας της, η Ρώμη ήταν μία ακόμα μικρή πόλη-κράτος και ένα μεγάλο μέρος είχε καταληφθεί από Έλληνες αποίκους. Οι Ρωμαίοι επηρεάστηκαν σε κάποια πράγματα από τους Έλληνες. Υιοθέτησαν την στρατιωτική τους τακτική να φτιάχνουν φάλαγγες με καλά εξοπλισμένους οπλίτες. Προστατεύονταν με τις ασπίδες τους και μάχονταν με δόρατα. Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε σε μεγάλες μάχες. Ευεργετική για τους υποτελείς, άτομα και πολιτείες, ήταν η απαλλαγή τους από τη φορολογία, ενώ ύψιστη επιβράβευση για όσους αποδείκνυαν έμπρακτα την αφοσίωσή τους στη Ρώμη ήταν να τους απονεμηθεί ο τίτλος και να τους αναγνωριστούν τα δικαιώματα του ρωμαίου πολίτη. Το τελευταίο γινόταν όλο και συχνότερα όσο προχωρούσαν τα χρόνια, ώσπου το 212 μ.Χ. να ονομαστούν, με διάταγμα του Καρακάλλα, ρωμαίοι πολίτες όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της αυτοκρατορίας και φυσικά και τα εκατομμύρια των Ελλήνων που ζούσαν στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η ρωμαϊκή λεγεώνα (από τη λατινική λέξη legio που σημαίνει "επιστράτευση", "στρατολόγηση", από το legere "επιλέγω") ήταν μία μεγάλη μονάδα του ρωμαϊκού στρατού. Επανδρώνονταν αποκλειστικά από Ρωμαίους πολίτες, καθώς, μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ., κάθε Ρωμαίος πολίτης ήταν υποχρεωμένος να υπηρετεί στο ρωμαϊκό στρατό και λάμβανε μισθό για τις υπηρεσίες του. Για να στρατολογηθεί έπρεπε να περάσει το 17ο έτος και υπηρετούσε μέχρι το 46ο έτος. Πάντως η διάρκεια της θητείας διέφερε από εποχή σε εποχή. Τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας των λεγεώνων ο λεγεωνάριος ήταν απλός πολίτης που υπηρετούσε όσο χρειαζόταν και μετά επέστρεφε στις πολιτικές ασχολίες του. Από τον 1ο αιώνα και μετά, η στρατιωτική υπηρεσία γίνεται επαγγελματική. Η θητεία ήταν αρχικά 12 χρόνια, αργότερα γίνεται 20 και κάποτε έφτασε τα 25 χρόνια. Η λεγεώνα στελεχωνόταν ειδικά από Ρωμαίους πολίτες.
Ο Ιούλιος Ασκληπιόδοτος (λατ.: Iulius Asclepiodotus) ήταν Ρωμαίος πραιτοριανός έπαρχος επί Αυρηλιανού, Πρόβου και Διοκλητιανού και ύπατος το έτος 292. Ένας από τους πολλούς Έλληνες που υπηρέτησαν στις Ρωμαϊκές Λεγεώνες, και μάλιστα σε υψηλότατα αξιώματα, είναι ο επικεφαλής της Πραιτωριανης Φρουράς, Έπαρχος του Πραιτωριου (Praetoria Praefecti) Ιουλιος Ασκληπιοδοτος. Γεννημένος στην Ήπειρο το 251, κατατάχτηκε στις Λεγεώνες κάποια στιγμή την εποχή του Αυρηλιανου (270-75) πιθανότατα την εποχή που ο Αυτοκράτορας βρισκόταν στα Βαλκάνια (271/2) και ζητούσε συνεχώς νεοσύλλεκτους για τις Λεγεώνες, αφού ετοιμαζόταν για εκστρατεία εναντίον της Παλμύρας, στη Συρία. Η εξέλιξη του υπήρξε ραγδαία, και όπως λέει και η Historia Augusta: «Πολεμησε παντου». Στο Ιράκ με τον Αυτοκράτορα Κάρο και την θρυλική εκπόρθηση της Κτησιφωντος (Μεσοποταμία) για 4η(!) φορα, το 282, εναντίον των Γερμανικών φυλών των Αλαμανων και Βουργουνδων στον ποταμό Ρήνο το 288, των Γερμανών Γότθων και Ταιφαλων στον Κάτω Δούναβη το 290, και των ατίθασων Βλεμμυων (Νουβία) και Αξουμιτων (Αιθιοπία) στον 3ο καταρράκτη του Νείλου, στα σύνορα του Σουδαν, το 292. Κάπου το 285 μεταπήδησε απο τις Λεγεώνες στην Πραιτωριανη Φρουρά και εκεί η εξέλιξη του έφτασε στο αποκορύφωμα της: Το 293 ήταν επικεφαλής πια, και λίγο αργότερα, το 296, του δόθηκε η μεγάλη ευκαιρία συμμετέχοντας με 20.000 άνδρες στο πλευρό του «Καισαρα» της Δυσεως, Κωνσταντίου του Χλωρου (πατέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου) για την κατάπνιξη της εξέγερσης στη Βρετανία του στασιαστη στρατηγού Allectus, που ήδη απο το 286 ηταν αποσπασμένη από την Αυτοκρατορία. Πράγματι, ένα βράδυ τέλους Σεπτεμβρίου του 296, κάτω απο εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, τρείς μεγάλοι Ρωμαϊκοί στόλοι έφυγαν ταυτόχρονα απο Γαλατικους και Γερμανικούς λιμένες (Κωνστάντιος απο Vononia (Βουλώνη) με 100 σκάφη και 15.000 άνδρες, ο Ασκληπιοδοτος με 130 σκάφη και 20.000 ανδρες απο την Grannona, κοντα στο Σηκουάνα, και 120 σκάφη, κυρίως μεταγωγικά υπο άγνωστο αξιωματικό απο το στόμιο του Ρήνου με 25.000 ανδρες). Ο Κωνστάντιος επιζητούσε τον κακό καιρό, για να μην γίνει αντιληπτός απο τους στασιαστές λόγω της συνηθισμένης Βρετανικής ομίχλης. Ο Allectus όμως τους περίμενε με τις Ρωμαϊκές ναυτικές μοίρες της Βρετανίας (110 σκαφη- Classis Britannica) και 30.000 άνδρες (οι 3 Βρετανικές Λεγεώνες και γύρω στις 10.000 Φράγκοι μισθοφόροι). Τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως ανώμαλα, αλλά όχι αρνητικά τελικά: Ο Ασκληπιοδοτος κατάφερε να μην γίνει αντιληπτός και πλέοντας «ταχεως» να αποβιβάσει τους 20.000 άνδρες του στο Chichester, κοντα στο Southampton. Τα μεταγωγικά, έχασαν τον δρόμο τους και αποβιβάστηκαν πιο βόρεια, ενω ο Κωνστάντιος, δεν τα βρήκε στο Kent που ηταν προκαθορισμένο να βρεθούνε και έξω φρενών, επέστρεψε στη Γαλατία. Ο Ασκληπιοδοτος όμως απτόητος, βάδιζε ολοταχώς για το κέντρο των στασιαστών, το Λονδίνο (Londinium). Ο Allectus, που περίμενε πρώτα τον Κωνστάντιο στο Kent, αιφνιδιάστηκε από την θυελλώδη προέλαση του Έλληνα Επάρχου και επέστρεψε οσο γρηγορότερα γινόταν πίσω στη βάση του. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν 15 χλμ ΝΔ του Λονδίνου, σε μια τρομερή μάχη, οπου ο Allectus σκοτώθηκε με τους περισσότερους άνδρες του. Τα υπολείμματα του στρατού του (κυρίως Φράγκοι) υποχώρησαν μέσα στο Λονδίνο οπου άρχισαν να το λεηλατούν. Σύντομα όμως εισχώρησαν στα προάστια τα στρατεύματα του Ασκληπιοδοτου, μαζί με τους 25.000 άνδρες των μεταγωγικών, που είχαν βρεί τον δρόμο τους μέσα στην ομιχλη, αγνοώντας που ήταν ο Κωνστάντιος, ο οποίος τους έψαχνε στη…Μάγχη. Στις σφοδρές οδομαχίες που έγιναν μέσα στο Λονδίνο οι Φράγκοι κατακρεουργηθηκαν, ενω οι κάτοικοι ξεσπούσαν σε ζητωκραυγές. Ο Κωνστάντιος αποβιβάστηκε και αυτός τελικά στο Dover, εκκαθαριζοντας κάθε εστία αντίστασης. Η επανάκτηση της Βρετανίας για την Αυτοκρατορία ηταν μια λαμπρή επιτυχία, και δίκαια ο Κωνστάντιος ο Χλωρός πήρε τον τίτλο του «Redditor Lucis Aeternae» (Αναμορφωτής του Αιωνίου Φωτός), ο δε εκπληκτικός Ασκληπιοδοτος, εκτός οτι τιμήθηκε πολύ απο τη Ρώμη, πέρασε και στην Βρετανική(!) παράδοση σαν «Δουκας της Κορνουαλλης» στο έργο «Historia Regum Britanniae» (1136) του Geoffrey of Monmourth. Ηταν μια μεγαλη «δικη μας» μορφη. Ο Ασκληπιόδοτος εμφανίζεται και σε ένα θρύλο της μεσαιωνικής Αγγλίας ως Δούκας της Κορνουάλλης που ζει στα χρόνια του Ρωμαίου κατακτητή Αλλέκτου που καταπιέζει το λαό της Βρετανίας στο έργο του Τζέφρι του Μόνμαουθ Ιστορία των Βασιλέων της Βρετανίας (1136). Ο θρύλος λέει ότι ο Ασκληπιόδοτος σκότωσε και νίκησε τον Αλλέκτο και κατόπιν άφησε τους Ρωμαίους, που είχαν παραδοθεί, να εγκαταλείψουν ασφαλείς το νησί. Ωστόσο δέχτηκαν επίθεση από ένα κελτικό φύλο, τους Venedoti που ήταν σύμμαχοι του Ασκληπιοδότου. Τους έκοψαν τα κεφάλια τα οποία και έριξαν σε ένα ποτάμι. Ύστερα, ο Ασκληπιόδοτος ανήλθε στο θρόνο και βασίλεψε δίκαια για δέκα χρόνια. Όμως η βασιλεία του συμπίπτει χρονικά με τους διωγμούς του Διοκλητιανού και ο Τζέφρι χρονολογεί τη μαρτυρία του Αγίου Αλβανού (St. Alban) εκείνη την περίοδο. Ο Κόουλ, δούκας του Κόλτσεστερ αντιδρώντας στις κτηνωδίες προς τους Χριστιανούς ηγήθηκε μιας εξέγερσης, σκότωσε τον Ασκληπιόδοτο και του πήρε τον θρόνο.
Πηγή :  https://cognoscoteam.gr/%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%80%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CE%B7%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%BF/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%80%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%82
https://www.mixanitouxronou.gr/o-romekos-stratos-antegrapse-tous-archeous-%CE%84ellines-ke-egine-anikitos-gia-pollous-eones-o-ipnos-en-ora-ipiresias-timorountan-me-thanato/
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/grammatologia/page_072.html?prev=true
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CF%8E%CE%BD%CE%B1





Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

Eastern Rumelia : The modern Greek population of SE Balkans

Thrace (Θράκη) is a geographical and historical region in Southeast Europe, now split between Bulgaria, Greece and Turkey, which is bounded by the Balkan Mountains to the north, the Aegean Sea to the south and the Black Sea to the east. It comprises southeastern Bulgaria (Northern Thrace), northeastern Greece (Western Thrace) and the European part of Turkey (East Thrace). In terms of ancient Greek mythology the name appears to derive from the heroine and sorceress Thrace, who was the daughter of Oceanus and Parthenope, and sister of Europa. The provincial and urban policy of Roman emperors, with the foundation of several cities of Greek type (city-state), contributed more to the progress of Hellenization than to the Romanization of Thrace. So by the end of Roman antiquity, the phenomenon of Romanization occurs only upon the Lower Moesia, while Thrace lying south of the Haemus mountains had been almost completely Hellenized. The surviving eastern portion of the Roman Empire in the Balkans, later known as the Byzantine Empire, retained control over Thrace until the end of 7th century when the northern half of the entire region was incorporated into the First Bulgarian Kingdom and the remainder was reorganized in the Byzantine Thracian theme. The Byzantine Empire regained the lost regions in the late 10th century until the Bulgarians regained control of the northern half at the end of the 12th century. Throughout the 13th century and the first half of the 14th century, the region was changing in the hands of the Bulgarian and the Byzantine Empire. In 1352, the Ottoman Turks conducted their first incursion into the region subduing it completely within a matter of two decades and occupying it for five centuries. In 1821, several parts of Thrace and Samothraki island rebelled during the Greek War of Independence (1821).
The term Rûm means "Roman", while Rumelia (Turkish: Rumeli) means "Land of the Romans" in Turkish, referring to the lands conquered by the Ottoman Turks from the Byzantine Empire, at the time still known as the Roman Empire (the neologism "Byzantine Empire" was coined only in 1557 by a German historian, Hieronymus Wolf). As such, "Roman" was long used in various languages around the Balkans to refer to the lands of Byzantine empire. Rumelia also known as Turkey in Europe, was the name of a historical region in Southeast Europe that was administered by the Ottoman Empire, mainly the Balkan Peninsula. Rumelia included the provinces of Thrace, Macedonia and Moesia, today's Bulgaria, bounded to the north by the rivers Sava and Danube, west by the Adriatic coast, and south by the Morea. Owing to administrative changes between 1870 and 1875, the name ceased to correspond to any political division.
Eastern Rumelia (Ανατολική Ρωμυλία, Anatoliki Romylia) was an autonomous territory in the Ottoman Empire, created in 1878 by the Treaty of Berlin and de facto ended in 1885, when it was united with the principality of Bulgaria, also under Ottoman suzerainty. It continued to be an Ottoman province de jure until 1908, when Bulgaria declared independence. Eastern Rumelia was created as an autonomous province within the Ottoman Empire by the Treaty of Berlin in 1878. The region roughly corresponded to today's southern Bulgaria, which was also the name the Russians proposed for it; this proposal was rejected by the British.
It encompassed the territory between the Balkan Mountains, the Rhodope Mountains and Strandzha, a region known to all its inhabitants Greeks, Bulgarians, Ottoman Turks, Roma, Armenians and Jews as Northern Thrace. The artificial name, Eastern Rumelia, was given to the province on the insistence of the British delegates to the Congress of Berlin: the Ottoman notion of Rumelia refers to all European regions of the empire, i.e. those that were in Antiquity under the Roman Empire. Some twenty Pomak villages in the Rhodope Mountains refused to recognize Eastern Rumelian authority and formed the so-called Republic of Tamrash. The province is remembered today by philatelists for having issued postage stamps from 1880 on.
According to the Treaty of Berlin, Eastern Rumelia was to remain under the political and military jurisdiction of the Ottoman Empire with significant administrative autonomy (Article 13). The law frame of Eastern Rumelia was defined with the Organic Statute which was adopted on 14 April 1879 and was in force until the Unification with Bulgaria in 1885. According to the Organic Statute the head of the province was a Christian Governor-General appointed by the Sublime Porte with the approval of the Great Powers. The legislative organ was a Provincial Counsel which consisted of 56 persons, of which 10 were appointed by the Governor-General, 10 were permanent and 36 were directly elected by the people. The first Governor-General was the Bulgarian prince Alexander Bogoridi (1879–1884) who was acceptable to both Bulgarians and Greeks in the province. Prince (Alexander Bogoridi (Αλέξανδρος Βογορίδης) (1822 - 1910) was an Ottoman statesman of Greek and Bulgarian origin. Born in Constantinople, Alexander Bogoridi was the youngest son of one of the most influential persons in the Ottoman Empire Stefan Bogoridi and brother of Nicolae Vogoride, who became a prominent Moldavian politician. Alexander Bogoridi studied in the Greek School in Phanar, in Constantinople and in France. The second Governor-General was Gavril Krastevich (1884–1885), a famous Bulgarian historian. Before the first Governor-General, Arkady Stolypin was the Russian Civil Administrator from 9 October 1878 to 18 May 1879. During the period of Bulgarian annexation Georgi Stranski was appointed as a Commissioner for South Bulgaria (1885 - 1886), and when the province was restored to nominal Ottoman sovereignty, but still under Bulgarian control, the Prince of Bulgaria was recognized by the Sublime Porte as the Governor-General in the Tophane Agreement of 1886.
After a bloodless revolution on 6 September 1885, the province was annexed by the Principality of Bulgaria, which was de jure an Ottoman tributary state but de facto functioned as independent. After the Bulgarian victory in the subsequent Serbo-Bulgarian War, the status quo was recognized by the Porte with the Tophane Agreement on 24 March 1886. With the Tophane Act, Sultan Abdul Hamid II appointed the Prince of Bulgaria as Governor-General of Eastern Rumelia, thus retaining the formal distinction between the Principality of Bulgaria and Eastern Rumelia and preserving the letter of the Berlin Treaty. However, it was clear to the Great Powers that the union between the Principality of Bulgaria and Eastern Rumelia was permanent, and not to be dissolved. The Republic of Tamrash and the region of Kardzhali were reincorporated in the Ottoman Empire. The province was nominally under Ottoman suzerainty until Bulgaria became de jure independent in 1908. September 6, Unification Day, is a national holiday in Bulgaria.
On 18 September 1885, Bulgaria and the semi-autonomous Ottoman province of Eastern Rumelia declared their unification in the city of Plovdiv. After the declaration of unification massive protests broke out in Greece, in fear of the creation of a greater Bulgarian state in the Balkans, calling upon the Greek government to declare war on Bulgaria. Serbia proposed to Greece a joint military action against Bulgaria but Greece rejected the proposal. Serbia took the initiative in starting the war but was decisively defeated. Austria demanded Bulgaria stop its invasion, and a truce resulted. No territorial changes were made to either country, but the Bulgarian unification was recognized by the Great Powers. However, the relationship of trust and friendship between Serbia and Bulgaria, built during their long common fight against Ottoman rule, suffered irreparable damage.
In the period under examination, the Hellenism of Thrace and Eastern Rumelia suffered systematic blows from both Bulgarians and the Young Turks after 1908. In addition, Thrace was a pawn in the international diplomatic game. In July and August 1906 the great persecution of the Greeks of Eastern Rumelia took place. Demonstrations of armed bands and violent anti-Greek manifestations rapidly developed into pillaging, arson and vandalism not only in Philippopolis (Plovdiv), the centre of the riots, but also in Pyrgos (Burgas), Stenimachos, Anchialos (Pomorie) and elsewhere. From September 1906 the Greek population of the area fled as refugees to Greece and eastern Thrace, while those who remained underwent Bulgarization. In May 1914 new persecutions completed the extermination of 1906. With a special Greco-Bulgarian convention within the Treaty of Neuilly (1919) the two countries decided upon a voluntary exchange of populations. On the basis of this convention, Hellenic official presence in Eastern Rumelia came to an end. From 1900 onwards, armed Bulgarian bands living in hide-outs in the Bulgarian-speaking areas of Bunar-Hisar and Saranta Ekklisies, attacked centres of Greek population. The Bulgarian komitadjis sought, through violence and intimidation, the Bulgarization of the Greek population. This continued until 1911. In the meantime, Athens was organizing a plan to protect the Greeks of Thrace and to awaken their national consciousness. It sent officials, teachers and commercial and insurance agents there. Georgios Kondylis and Stylianos Gonatas engaged in resistance activity. At the beginning of 1908 the Pan-Hellenic Organization was founded, with its headquarters in Athens. Its goal was resistance not only in Thrace but throughout all areas of 'unreedemed' Greece. During the same period the Political Organization was established in Constantinople. Its founding members included the secretary general of the Greek embassy in Constantinople, Ion Dragoumis, Captain Athanassios Souliotis-Nikolaidis and the deputy Giorgos Bousios, who was in collaboration with the committees of the Pan-Hellenic Organization. Stylianos Gonatas was in charge of the Thracian branch of the organization and with arms dispatched there the groups of Bulgarian komitadjis were dealt with summarily. The Slav threat inspired the Ottoman Empire to a policy of friendship towards the Greeks. Thus, generally speaking, the position of the Greeks of Thrace was a good one in this period. With the revolution of the Young Turks, the Greeks of Thrace, as all the Greeks of the Empire, hoped for the amelioration of their position believing in the declarations of equality and brotherhood. They were soon disillusioned, however, since the measures of the Young Turks against the Greek communities affected many of their privileges. The economy of Thrace (arable and cattle farming and trade) was hit by heavy taxation and the wars. During the First World War and under the pretext of the 'military security' of the Turkish cities, a large part of the population of eastern Thrace was deported towards the hinterland of Asia Minor hinterland (as was the case with the population of Asia Minor and Pontos). Many were forced to convert to Islam, and they were distanced from the Patriarchate and had no access to Greek schools. A large part of the male population was exterminated in amele taburu or labour batallions. Many fled as refugees to Greece. Thrace was occupied by the Greek troops during the Asia Minor Campaign. But she would share the fate of the rest of Hellenism in the East as a consequence of the Catastrophe. Western Thrace, however, was annexed to Greece.
With the Congress of Berlin in 1878, Northern Thrace was incorporated into the semi-autonomous Ottoman province of Eastern Rumelia, which united with Bulgaria in 1885. The rest of Thrace was divided among Bulgaria, Greece and Turkey at the beginning of the 20th century, following the Balkan Wars, World War I and the Greco-Turkish War.
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Eastern_Rumelia
http://www.ime.gr/chronos/13/en/foreign_policy/choros/07.html
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Rumelia
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Thrace
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Thracia
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Alexander_Bogoridi
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Serbo-Bulgarian_War





Σάββατο, 13 Ιουλίου 2019

Panagyurishte treasure - The famous Thracian gold of ancient Greece

The Thracians were a group of Northern Greek tribes inhabiting a large area in Central and Southeastern Europe, centred in Bulgaria, Northern Greece and Eastern Thrace in Turkey. They were bordered by the Scythians to the north, the Celts and the Illyrians to the west, the Southern Greeks to the south, and the Black Sea to the east. The Thracians either had skillful craftsmen themselves, or access to Greek craftsmen. They made beautifully ornate golden and silver objects such as various kinds of vessels, rhytons, facial masks, pectorals, jewelry, weapons, etc. These show strong, and increasing, influence from the neighbouring cultures, especially the Southern Greeks. They used to bury rich hoards of precious objects both to hide them in times of enemy invasions and unrest as well as for ritual purposes. To date, more than 80 Thracian treasures have been excavated in Bulgaria.
Ancient Greek and Roman historians agreed that the ancient Thracians, who were of Indo-European stock and language, were superior fighters; only their constant political fragmentation prevented them from overrunning the lands around the northeastern Mediterranean. Although these historians characterized the Thracians as primitive partly because they lived in simple, open villages, the Thracians in fact had a fairly advanced culture that was especially noted for its poetry and music. Their soldiers were valued as mercenaries, particularly by the Macedonians and Romans. The Greeks founded several colonies on the Thracian coasts, the most notable being Byzantium. Others were on the Bosporus, Propontis, and Thracian Chersonese peninsula. On the Aegean were Abdera near the Néstos delta and Aenus near Alexandroúpoli. Farther north on the Black Sea’s Gulf of Burgas, the Milesians founded Apollonia (7th century BCE), and the Chalcedonians founded Mesembria (end of the 6th century BCE). Most Thracians became subject to Persia about 516–510 BCE. Members of the Odrysae tribe briefly unified their fellow Thracians into an empire that in 360 BCEsplit three ways and was quite easily assimilated (356–342) by Philip II of Macedon. The Thracians provided Philip’s son, Alexander the Great, with valuable light-armed troops during his conquests. In 197, Rome assigned much of Thrace to the kingdom of Pergamum, though the coastal area west of the Maritsa was annexed to the Roman province of Macedonia. In the 1st century BCE, Rome became more directly involved in the affairs of the whole region, and dynastic quarrels among the local Thracian rulers, who had by then become client kings of Rome, prompted the emperor Claudius I to annex the entire Thracian kingdom in 46 CE. Thrace was subsequently made into a Roman province. The emperor Trajan and his successor, Hadrian, founded cities in Thrace, notably Sardica (Sofia) and Hadrianopolis (Edirne). About 300 CE, Diocletian reorganized the area between the Lower Danube and the Aegean into the diocese of Thrace.
The Panagyurishte treasure is by far the richest and most brilliant gold hoard yet discovered which was unearthed by accident by three brothers Pavel, Petko and Michael Deykovs in 1949, during clay digging near the town of Panagyurishte. Town of Panagyrishte is located 90 km east of Sofia, 80 km northwest of Plovdiv and only 35 km distant from the Temple of Thracian cult in Starosel village. The Panagyurishte gold has been dated to the 4th century BC. The Panagyurishte find consists of nine solid gold vessels of highest and most sophisticated perfection in craftsmanship, decorated with different zoomorphic and anthropomorphic figures, including seven rhyta, a rare amphora-rhyton and a phiale. The amphora-rhyton, the four rhyta shaped like animal heads/fore-parts and decorated with mythological scenes of the Scynthian-Sarmatian cultures, the three jug rhyta shaped like women’s heads, and the phiale decorated with representations of warrior men’s heads and acorns are all pieces of a ceremonial tableware drinking set for feasts that belonged to a Thracian king (presumably Seuthes III), from the end of the 4th and the beginning of the 3rd centuries BC. The inscriptions on the phiale and on two of the vessels refer to the town of Lampsak on the Dardanelles as the place where they had been made. The origin of the Panagyurishte treasure and the interpretations of the scenes on the vessels, however, still remain disputable among researchers.
Panagyurishte is a town in Pazardzhik Province, Southern Bulgaria, situated in a small valley in the Sredna Gora mountains. It is 91 km east of Sofia, 43 km north of Pazardzhik, and 37 km south of Zlatitsa. The town is the administrative centre of the homonymous Panagyurishte Municipality. As of December 2009, it has a population of 17,959 inhabitants. The root of the name, "panagyur", comes from the Greek πανηγύρι, panēgýri, a festival or fair. Eastern Rumelia (Ανατολική Ρωμυλία, Anatoliki Romylia) was an autonomous territory in the Ottoman Empire, created in 1878 by the Treaty of Berlin and de facto ended in 1885, when it was united with the principality of Bulgaria, also under Ottoman suzerainty. It continued to be an Ottoman province de jure until 1908, when Bulgaria declared independence. The population in Eastern Rumelia was mainly Christian Orthodox (Greek and Slavic) with Ottoman minorities. The artificial name, Eastern Rumelia, was given to the province on the insistence of the British delegates to the Congress of Berlin: the Ottoman notion of Rumelia refers to all European regions of the empire, i.e. those that were in Antiquity under the Roman Empire (Rum=Roman, Byzantine). According to the Treaty of Berlin, Eastern Rumelia was to remain under the political and military jurisdiction of the Ottoman Empire with significant administrative autonomy. The law frame of Eastern Rumelia was defined with the Organic Statute which was adopted on 14 April 1879 and was in force until the Unification with Bulgaria in 1885. According to the Organic Statute the head of the province was a Christian Governor-General appointed by the Sublime Porte with the approval of the Great Powers. The legislative organ was a Provincial Counsel which consisted of 56 persons, of which 10 were appointed by the Governor-General, 10 were permanent and 36 were directly elected by the people. The first Governor-General was the Bulgarian prince Alexander Bogoridi (1879–1884) who was acceptable to both Bulgarians and Greeks in the province because his parents were Greek or Bulgarian. Panagyurishte was part of Eastern Rumelia.
Panagyurishte is overshadowed in tourism by nearby Koprivshtitsa, which has a much larger collection of restored Bulgarian Revival style houses. Like Koprivshtitsa, Panagyurishte has a picturesque location in the Sredna Gora mountains, and is one of the towns associated with the historic April Uprising in 1876. Panagyurishte also gained fame for the "Panagyurishte gold" treasure discovered there in 1949 and the Apriltsi National Memorial Complex erected in 1976 in honor of the 100th anniversary of the April Uprising. It is situated on the historic hill above the town known as Manyovo Bardo. It is also near the mineral water spas of Banya, and recreational facilities in Panagyurski koloni (Panagyur columns).
The Panagyurishte treasure is unique not only for its weight in gold a total of 6.1 kg, but also for the originality of its shapes and ornamentation, as well as for its exquisite craftsmanship. The Panagyurishte treasure combines the artistic tastes of the Greek world and the Orient, blending Eastern forms with imagery of Greek origin. The archaeological finding indicates the emergence of the Hellenistic style in the scenes of Aphrodite, Athena, and Hera before the judgment of Paris and demonstrates the significant role played by the Thracians. The Panagyurishe golden artifacts reveal the virtuosity of the ancient goldsmiths, who have reached the pinnacle of arts. The Panagyuristhe treasure is a witness to a particularly brilliant civilization and impress with their decorative richness. The Panagyurishte Treasure confirms the stories of ancient Greek writers and historians that the Thracians, besides the horses and wine, loved gold ornaments and jewelry most of all. The golden Thracian treasure from Panagyurishte has been touring the world for years, making the civilization of the Ancient Thrace famous all around the globe. It was exhibited in numerous towns and capitals London, Rome, Paris, New York, Moscow, Budapest, Tokyo, Mexico, Montreal, Madrid, Boston, Detroit, New Delhi, Helsinki, Berlin, Prague. Permanent place of display of the Panagyurishte Thracian gold is the National History Museum on Sofia. The perfect original copy of the Panagyuristhe Thracian gold is exhibited in the History Museum in Panagyurishte.
Πηγή : http://www.panacomp.net/panagyurishte-thracian-treasury/
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Thracian_treasure
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Panagyurishte
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Eastern_Rumelia
https://www.britannica.com/place/Thrace