Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Η πρώτη μικρασιατική καταστροφή : Από το Βυζάντιο στους Τούρκους (Μέρος Β)

Ο Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας Βυζαντινός αυτοκράτορας (1059 -1067) ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας από την Δυναστεία των Δουκών. Υποτίμησε σοβαρά τις ικανότητες του στρατού με αποτέλεσμα να εξασθενήσουν σοβαρά οι ένοπλες δυνάμεις της αυτοκρατορίας, την ίδια εποχή που έκαναν επέλαση οι Σελτζούκοι και τα Τουρκομανικά Εμιράτα διαλύθηκε η Αρμενική πολιτοφυλακή 50.000 ανδρών. Ακύρωσε τις περισσότερες θετικές μεταρρυθμίσεις του Ισαάκιου Α΄ Κομνηνού, την διοίκηση του στρατού ανέλαβαν υψηλά αμοιβώμενοι αξιωματούχοι και η Γερουσία ήταν γεμάτη με οπαδούς του. Η απόφαση του να αντικαταστήσει τους μόνιμους στρατιώτες του με μισθοφόρους και η άρνηση του να επισκευάσει τις ορεινές οχυρώσεις τον έκαναν αντιδημοφιλή στους παλιούς οπαδούς του Ισαάκιου που επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν (1061). Η απόφαση του να ανεβάσει τους φόρους για να πληρώσει τον στρατό μεγάλωσε περισσότερο το μίσος απέναντι του.
Ο Ιωάννης Δούκας (πέθανε περ. 1088) ήταν ο μικρότερος αδελφός του Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι΄. Του δόθηκε ο τίτλος του Καίσαρα από τον αδελφό του, αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ι΄, ο Ιωάννης ήρθε στο προσκήνιο μετά το θάνατο του αδελφού του το 1067 ως φυσικός προστάτης των δικαιωμάτων του ανιψιού του Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα. Κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών ετών έγινε πικρός εχθρός του αυτοκράτορα Ρωμανου Δ' Διογένη. Εγκατέλειψε τον αυτοκράτορα στην καταστροφική εκστρατεία που τελειώνει με τη Μάχη του Μαντζικέρτ στο 1071.

Η μάχη του Μαντζικέρτ θεωρείται γεγονός εξαιρετικής σημασίας για την τύχη του Βυζαντίου. Σηματοδοτεί την αρχή κατάρρευσης του βυζαντινού κράτους και για πολλούς ερευνητές αποτελεί το συμβατικό όριο ανάμεσα στη Μεσοβυζαντινή και Υστεροβυζαντινή εποχή. Πρόκειται για την τελευταία στρατιωτική επιχείρηση του Ρωμανού Δ' Διογένη (1067-1071). Η πορεία μέχρι το Mαντζικέρτ της Αρμενίας σημαδεύτηκε από σειρά συμβάντων που ερμηνεύτηκαν ως κακοί οιωνοί για την έκβαση της εκστρατείας. Στις 26 Αυγούστου 1071 ο αυτοκράτορας, απορρίπτοντας συνθήκη ειρήνης από το σουλτάνο Αλπ Αρσλάν (1063-1072), πήρε την απόφαση να αντιμετωπίσει τους Τούρκους. Πραγματοποιώντας μια σύντομη νίκη, ο Ρωμανός αποφάσισε να επιστρέψει στο στρατόπεδο. Ωστόσο, ο Ανδρόνικος Δούκας διέδωσε την ψεύτικη είδηση ότι ο αυτοκράτορας ηττήθηκε και απέσυρε τους άνδρες του. Διάφορες φήμες διαδόθηκαν γρήγορα. Την αναστάτωση που προκλήθηκε αντιλήφθηκαν οι Τούρκοι και την εκμεταλλεύτηκαν. Επιτέθηκαν, με αποτέλεσμα ο Ρωμανός να βρεθεί αιχμάλωτός τους και ο βυζαντινός στρατός να ηττηθεί. Από τότε και τις επόμενες οκτώ μέρες που τον κράτησε ο Αλπ Αρσλάν συμπεριφέρθηκε στον Ρωμανό Δ΄ βασιλικά, στην συνέχεια τον απελευθέρωσε αφού του υποσχέθηκε ένα μεγάλο ποσό για λύτρα.

Ο Ιωάννης Δούκας έγινε ντε φάκτο επικεφαλής της κυβέρνησης στο όνομα του Μιχαήλ Ζ΄, αρνήθηκε να αναγνωρίσει ως αυτοκράτορα τον Ρωμανό. Ο καίσαρ Ιωάννης έστειλε τους γιους του Ανδρόνικο και ο Κωνσταντίνο να συλλάβουν τον Ρωμανό Δ΄, ο οποίος είχε απελευθερωθεί από την αιχμαλωσία. Ο Ιωάννης Δούκας αρχικά συμφώνησε να επιτρέψει στον Ρωμανό να παραιτηθεί από τα δικαιώματα του στον θρόνο και αποσυρθεί σε μοναστήρι. Αλλά το μίσος του Ρωμανού ήταν τόσο μεγάλο που ο ίδιος υπαναχώρησε από τη συμφωνία και διέταξε ο Ρωμανός να τυφλωθεί, στέλνοντας του ένα μήνυμα σκωπτικό, συγχαίροντας τον για την απώλεια του στα μάτια, αργότερα ο Ρωμανός πέθαινε από τη μολυσμένη πληγή. Το 1073 ο ευνουχος Νικηφορίτζης έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη του Μιχαήλ Ζ, τον έστρεψε εναντίον του θείου του. Ο Ιωάννης αναγκάστηκε να αποσυρθεί, όπου στην συνέχεια διασκέδαζε με το κυνήγι στα δάση κοντά στις ακτές του Βοσπόρου. Εν τω μεταξύ, η πρόοδος των Σελτζούκων Τούρκων ξεσήκωσε τη βυζαντινή κυβέρνηση που ανέλαβε δράση, συγκεντρώνοντας ένα στρατό μισθοφόρων υπό τις διαταγές του Ισαακίου Κομνηνού. Οι Νορμανδοί μισθοφόροι, με επικεφαλής τον Ουρσέλ ντε Μπαγιέλ, επαναστάτησαν εναντίον των Βυζαντινών, και προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο βασίλειο στην Ανατολία. Το 1073, επικεφαλής 400 μισθοφόρων, πήρε μέρος στην εκστρατεία του στρατηγού Ισαάκιου Κομνηνού εναντίον των Τούρκων, αλλά στασίασε και, αφού εγκατάλειψε τους Βυζαντινούς, κατευθύνθηκε στο Ικόνιο, όπου επιδόθηκε σε εγκληματικές πράξεις και λεηλασίες. Η εκστρατεία του στρατηγού Ισαάκιου Κομνηνού απέτυχε και τον αιχμαλωτισαν οι Σελτζουκοι Τούρκοι.

Η κατάσταση στη Μικρά Ασία ήταν πλέον τόσο τρομερή, ώστε το 1074 ο Μιχαήλ αναγκάστηκε να διατάξει τον θείο του Ιωάννη να αναλάβει τη διοίκηση του αυτοκρατορικού στρατού και να νικήσει τους Νορμανδούς μισθοφόρους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στο Δορύλαιο κοντά στη γέφυρα του ποταμού Ζομπί, στην περιοχή του Σαγγαριου ποταμού, όπου ήταν μία από τις μεγάλες γραμμές επικοινωνίας ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τις κεντρικές επαρχίες της Μικράς Ασίας. Προδομένος από Φράγκους μισθοφόρους του και από την επαίσχυντη υποχώρηση των ασιατικών στρατευμάτων με από την εντολή του μελλοντικού αυτοκράτορα Νικηφόρου Γ Βοτανειάτη, ο Ιωάννης νικήθηκε και συνελήφθη μαζί με τον γιο του Ανδρόνικο. Οι Φράγκοι μισθοφόροι στη συνέχεια προχώρησαν στις ακτές του Βοσπόρου, υπό τον νεότερο γιο του Ιωάννη Κωνσταντίνο και διαλύθηκαν. Ο Μπαγιέλ, σίγουρος ότι θα μπορούσε να ανατρέψει τον αυτοκράτορα στη Κωνσταντινούπολη, αποφάσισε να δράσει ως επικεφαλής. Κήρυξε αυτοκράτορα τον Ιωάννη Δούκα, πείθοντας εύκολα τον κρατούμενο του να αναλάβει τον τίτλο και να εκθρονίσει τον ανιψιό του, και συνέχισαν την πορεία τους προς την Κωνσταντινούπολη. Ο Μιχαήλ Ζ, και ο Νικηφορίτζης ήταν σε βαθιά ανησυχία για τη δική τους ασφάλεια. Σχημάτισαν μια συμμαχία με τον Σουλεϊμάν, σύναψη επίσημης συμφωνίας μεταξύ Βυζαντινών και Τούρκων, σύμφωνα με την οποία ο Μιχαήλ αναγνώριζε στον Σουλεϊμάν την εξουσία του στις επαρχίες που οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχαν στην κατοχή τους. Οι Τούρκοι συμφώνησαν να στείλουν στρατό για να πολεμήσει για λογαριασμό του Μιχαήλ, και ο στρατός κινήθηκε γρήγορα στο Άγιο Σόφων όπου στρατοπέδευαν ο Ιωάννης Δούκας και Ρουσελ ντε Μπαγιέλ. Οι μισθοφόροι όμως έπεσαν σε ενέδρα και ο Μπαγιέλ κατάφερε να διαφύγει, και ο Ιωάννης συνελήφθη, έτσι τελείωσε και η εξέγερση. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ως αιχμάλωτος των Σελτζούκων, ο Ιωάννης εξαγοράστηκε από τον ανηψιό του Μιχαήλ, επέτρεψε. Στη συνέχεια ο Ρουσελ ντε Μπαγιέλ εγκαταστάθηκε στην Αμάσεια του Πόντου, όπου ζούσε ως ανεξάρτητος άρχοντας. Εκεί, ύστερα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις με τους Βυζαντινούς, πιάστηκε αιχμάλωτος τελικά από τον αρχηγό των Τούρκων Τουτάχ, που είχε συμμαχήσει μαζί τους και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου φυλακίστηκε. Απελευθερωθηκε σε επόμενο εμφύλιο πόλεμο.

Ο Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας (1078 - 1081). Ο Νικηφόρος Γ΄ είχε σημαντικό ρόλο την εποχή που ήταν αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας, υποστήριξε τον Ισαάκιο Α΄ Κομνηνό στην επιτυχή του προσπάθεια να καταλάβει τον θρόνο. Επαναστάτησε εναντίον του ανίκανου αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄, διεκδίκησε και πήρε τον θρόνο (1078), τον βοήθησαν οι Σελτζούκοι. Τα πρώτα χρόνια υπηρέτησε σαν στρατηγός τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ τον Μονομάχο, έγινε κυβερνήτης του θέματος Ανατολής, του Θέματος Κύπρου και διοικητής του στρατού στην Ασία. Διετέλεσε Δούκας της Αντιόχειας και Δούκας της Εδέσσης, κατείχε επίσης τους τίτλους του "Μάγιστρου" και του "Βεστάρχη". Ο Νικηφόρος ήταν ικανός και πετυχημένος στρατηγός αλλά στην διάρκεια της θητείας του υπέστη πολλές φορές σημαντικές ήττες και ταπεινώσεις. Ο Ρωμανός Διογένης δεν του είχε εμπιστοσύνη και τον απέκλεισε από την Μάχη του Μαντζικέρτ. Ο Μιχαήλ Ζ΄ τον διόρισε ξανά στρατηγό στο Θέμα Ανατολικών και αρχηγό των στρατευμάτων του στην Μικρά Ασία. Οι Νορμανδοί μισθοφόροι επαναστάτησαν, ο αυτοκράτορας έστειλε στρατεύματα με αρχηγό τον θείο του Καίσαρα Ιωάννη Δούκα αλλά ηττήθηκαν και ο Καίσαρας αιχμαλωτίστηκε. Ο Νικηφόρος Γ΄ επαναστάτησε εναντίον του Μιχαήλ Ζ΄ και του υπουργού Οικονομικών Νικηφορίτζη, με την βοήθεια των Σελτζούκων συγκέντρωσε στρατό βάδισε στην Νίκαια και ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας. Ο στρατηγός Νικηφόρος Βρυέννιος διεκδίκησε και αυτός τον θρόνο αλλά η εκλογή του Νικηφόρου Γ΄ επικυρώθηκε από την αριστοκρατία και τον κλήρο, ο Μιχαήλ Ζ΄ αποσύρθηκε στην Μονή Στουδίου. Ο Νικηφόρος Γ΄ εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη θριαμβευτικά, ο πατριάρχης Κοσμάς Α΄ Ιεροσολυμίτης τον έστεψε αυτοκράτορα (1078). Με την βοήθεια του στρατηγού Αλέξιου Κομνηνού νίκησε τον Νικηφόρο Βρυέννιο και τους υπόλοιπους διεκδικητές αλλά δεν μπόρεσε να διώξει τους Σελτζούκους από την Μικρά Ασία. Στην εποχή του ο τελευταίος βασιλιάς του Αρμενικού βασιλείου του Ανί, Γκαζίκ Β' που είχε καταλυθεί από τους Βυζαντινούς (1045) δολοφονείται στην Καισάρεια της Καππαδοκίας από φανατικούς Ορθοδόξους λόγω προστριβών σχετικά με το δόγμα της Αρμενικής εκκλησίας η οποία είχε δεχτεί τον Μονοφυσιτισμό από τον 6ο αιώνα. Ο πρίγκιψ Ρουπέν Α΄ της Αρμενίας από τον Οίκο των Ρουπενιδών συγγενής του Γκαζίκ Β΄ που ανήκε στον Οίκο των Βαγρατιδών κατέλαβε την πόλη Σις (Κοζάν) κοντά στα Άδανα της Κιλικίας. Ο Ρουπέν Α΄ έγινε ο πρώτος Πρίγκιπας της Μικρής Αρμενίας με πρωτεύουσα την Σις (1080). Το πριγκιπάτο θα προαχθεί στο Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας (1199) με πρώτο βασιλιά τον Λέων Β΄ της Αρμενίας, επιβίωσε συνολικά περίπου τρεις αιώνες ως την κατάλυσή του απο τους Μαμελούκους (1375) την εποχή του Λέων ΣΤ΄ της Αρμενίας. 

Ο Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης απέτυχε να κερδίσει την υποστήριξη των Σελτζούκων και του στρατηγού Νικηφόρου Κομνηνού, μετά το αιματηρό πραξικόπημα του 1081 παραιτήθηκε για χάρη της δυναστείας των Κομνηνών. Ανέλαβε αυτοκράτορας ο Αλέξιος Κομνηνός.
Η ήττα στο Mαντζικέρτ σήμανε την κατάρρευση του διοικητικού συστήματος στις ανατολικές επαρχίες. Σειρά εσωτερικών διαμαχών των Βυζαντινών, οι οποίοι ζητούσαν ακόμη και τη βοήθεια των Τούρκων, σημάδεψαν την επόμενη δεκαετία (1071-1081). Είναι χαρακτηριστικό, και ενδεικτικό του βαθμού στον οποίο η περιοχή της Μικράς Ασίας είχε αρχίσει να κατακλύζεται από τους Τούρκους, το γεγονός ότι ο μελλοντικός αυτοκράτορας Αλέξιος, επιστρέφοντας από την Αμάσεια στην Κωνσταντινούπολη το 1074, ταξίδεψε με πλοίο γιατί όλοι οι χερσαίοι δρόμοι ελέγχονταν από Τούρκους. Η ήττα του Mαντζικέρτ δεν ήταν ένα γεγονός που ξάφνιασε. Ήταν το αποτέλεσμα των εσωτερικών και εξωτερικών εξελίξεων που είχαν διαρκέσει πάνω από μισό αιώνα μετά το θάνατο του Βασιλείου Β' (976-1025). H Mικρά Aσία δεν κατέρρευσε αμέσως μετά το 1071. Ωστόσο η μάχη του Mαντζικέρτ σήμανε την αρχή του τέλους, την απαρχή της κατάληψης ενός από τα σημαντικότερα και πλουσιότερα τμήματα της αυτοκρατορίας, της Μικράς Ασίας, και την ίδρυση ισχυρού κράτους από τους Σελτζούκους Τούρκους. Η μάχη του Μαντζικέρτ δεν ήταν εντέλει μια στρατιωτική καταστροφή, όπως την παρουσιάζουν οι Βυζαντινοί ιστορικοί της εποχής. Ασφαλώς επρόκειτο για σημαντική ήττα των αυτοκρατορικών στρατευμάτων και, το σπουδαιότερο, για τη σύλληψη του ίδιου του αυτοκράτορα, αλλά όχι για ολοκληρωτική καταστροφή.

Η ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολή δεν μεταβλήθηκε ριζικά και η εμφύλια σύγκρουση που ακολούθησε την απελευθέρωση του Ρωμανού Διογένη (αρχές Σεπτεμβρίου 1071) προξένησε πολύ σοβαρότερες ζημιές στο μικρασιατικό χώρο σε σύγκριση με την ήττα στο Μαντζικέρτ. Επιπλέον, μετά την ήττα ο βυζαντινός στρατός δεν φαίνεται να υπέστη βαριές απώλειες, καθώς οι αρχηγοί του κατάφεραν να διαφύγουν μαζί με το κύριο μέρος του εκστρατευτικού σώματος. Σπουδαιότερη ήταν η σημασία της μάχης του Μαντζικέρτ σε πολιτικό επίπεδο: αφενός εγκαινίασε μία δεκαετή περίοδο εμφύλιου πολέμου στην αυτοκρατορία, αφετέρου η συνθήκη στην οποία συμφώνησε ο Διογένης από κοινού με τον σουλτάνο Αλπ Αρσλάν άφηνε σχεδόν ολόκληρη τη Μικρά Ασία ανέπαφη. Ρητή μνεία γινόταν στη διατήρηση του υπάρχοντος εδαφικού καθεστώτος, στην ελεύθερη επικοινωνία μεταξύ των δύο κρατών και στην αποχή των Σελτζούκων από τις λεηλασίες στα βυζαντινά εδάφη. Επίσης, προβλεπόταν ανταλλαγή των αιχμαλώτων και, τέλος, η σύναψη επιγαμίας μεταξύ των τέκνων των δύο ηγετών. Έτσι, οι Βυζαντινοί έχαναν λίγα ή και καθόλου εδάφη. Από την άλλη, εξίσου σημαντική ήταν η ήττα στο Μαντζικέρτ και στο οικονομικό επίπεδο, διότι η ίδια η εκστρατεία ήταν πολύ δαπανηρή, αλλά και η λεία που έπεσε στα χέρια των εχθρών, όταν λεηλάτησαν το στρατόπεδο του Ρωμανού, ήταν ιδιαίτερα πλούσια. Επιπλέον, οι οικονομικές δυσκολίες που έγιναν εμφανείς επί Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα (1071-1078) ήταν και αυτές αποτέλεσμα της ατυχούς έκβασης της μάχης. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο ψυχολογικός παράγοντας της ήττας, καθώς για πρώτη φορά Βυζαντινός αυτοκράτορας έπεφτε ζωντανός στα χέρια του εχθρού. Ωστόσο, παρ' όλες τις προαναφερθείσες συνέπειες της ήττας στο Μαντζικέρτ, δεν μπορεί να δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την απίστευτα γρήγορη κατάκτηση της ανατολικής Μικράς Ασίας από τους Σελτζούκους. Πιθανώς να εκμεταλλεύθηκαν τις πολιτικές αδυναμίες που επέφερε η συγκεκριμένη ήττα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η προσοχή των Βυζαντινών είχε πλέον στραφεί εκ των πραγμάτων στη Δύση, όπου ένας νέος και επικίνδυνος εχθρός, οι Νορμανδοί, έκανε απειλητικά την εμφάνισή του.

Μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ (1071), πολλές νομαδικές ληστρικές φυλές των Σελτζούκων, οι λεγόμενοι Τουρκομάνοι, εκμεταλλευόμενοι τις εμφύλιες συρράξεις των Βυζαντινών, εισήλθαν στη Μικρά Ασία. Ο Σουλεϊμάν, που έλαβε τον τίτλο του τοπικού σουλτάνου, μέλος της σελτζουκικής δυναστείας, είχε κάποιο στοιχειώδη έλεγχο στην περιοχή, που περιελάμβανε το Βόσπορο δυτικά (απέναντι από την Κωνσταντινούπολη) έως τη βόρεια Συρία ανατολικά. Μετά το θάνατο του Σουλεϊμάν (1085 ή 1086), η περιοχή χωρίστηκε σε μικρά κρατίδια υπό τον έλεγχο διάφορων εμίρηδων, μέχρι την άφιξη του γιου του, Κιλίτζ Αρσλάν Α΄, που εγκατέστησε σχετικά ενιαία διοίκηση με πρωτεύουσα τη Νίκαια. Το σελτζουκικό Σουλτανάτο του Ρουμ βρισκόταν σε μόνιμο πόλεμο με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ρουμ σημαίνει Ρωμανία ή χώρα των Ρωμαίων (Βυζαντινών). Ο Σουλεϊμάν Α΄ ιμπν Κουτουλμίς (πέθανε το 1086) ίδρυσε ένα ανεξάρτητο Σελτζουκικό κράτος στην Ανατολή και κυβέρνησε σαν ο πρώτος Σουλτάνος του Ρουμ (1077 - 1086). Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς ήταν γιος του Κουτουλμίς, που είχε έρθει σε σύγκρουση με τον εξάδελφό του Αλπ Αρσλάν για τον θρόνο της Μεγάλης Αυτοκρατορίας των Σελτζούκων. Με τον θάνατο τού πατέρα του (1064) ο Σουλεϊμάν δραπέτευσε με τους τρεις αδελφούς του στην οροσειρά τού Ταύρου (Μικρά Ασία), στα σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μαζί με φυλές Τουρκομάνων. Ο Αλπ Αρσλάν απάντησε με μία σειρά από επιδρομές, στις οποίες σκοτώθηκαν όλα τα αδέλφια τού Σουλεϊμάν, επέζησε μόνο ο ίδιος ο Σουλεϊμάν και έγινε αρχηγός των Τουρκομάνων. 

Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄  Δούκας ζήτησε την βοήθεια τού Σουλεϊμάν Α΄ εναντίον του Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη, που διοικούσε το Θέμα Ανατολικών και τον αμφισβητούσε στον θρόνο. Ο Σουλεϊμάν αιφνιδίασε ένα μικρό στρατιωτικό σώμα του Βοτανειάτη ανάμεσα στην Κιουτάχεια και το Ιζνίκ(Νικαια)· ο σφετεριστής Βοτανειάτης έπεισε ωστόσο στο τέλος τον Σουλεϊμάν να τον υποστηρίξει. Η υποστήριξη του Σουλεϊμάν ήταν επιτυχής και ο Βοτανειάτης σαν ανταμοιβή του παραχώρησε πρόσβαση στην Ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς υποστήριξε σε δύο χρόνια έναν άλλον σφετεριστή, τον Νικηφόρο Μελισσηνό. Ο Νικηφόρος Μελισσηνός άνοιξε τις πύλες της Νίκαιας στους Τουρκομάνους και επέτρεψε στον Σουλεϊμάν να εγκαταστήσει μία μόνιμη στρατιωτική βάση. Σε λίγο καιρό ολόκληρη η Βιθυνία βρισκόταν στον έλεγχο του Σουλεϊμάν· αυτό δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς εγκατέλειψε την Νίκαια (1084) και άφησε στην θέση του τον ευγενή Αμπντούλ Κασίμ. Ο Σουλεϊμάν επέκτεινε σύντομα το βασίλειο του: κατέλαβε την Αντιόχεια και αφού έσφαξε τους κατοίκους, έκλεψε τους θησαυρούς από την εκκλησία του Αγίου Κασσιανού και ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί. Δολοφονήθηκε κοντά στην Αντιόχεια από τον Τουτούς (1086), τον Σελτζούκο κυβερνήτη της Συρίας· δεν είναι βέβαιο αν τον θανάτωσε ο Τουτούς από πίστη στον Μεγάλο Σουλτάνο των Σελτζούκων Μαλίκ Σαχ Α΄ ή για προσωπικούς λόγους. Ο γιος του Κιλίτζ Αρσλάν Α΄ μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στο Ισφαχάν, αλλά με τον θάνατο του Μαλίκ Σαχ Α΄ έγινε ο νέος Σουλτάνος του Ρουμ.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CF%84%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CE%B9
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%93%CE%84_%CE%92%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%94%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1%CF%82_(%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B1%CF%81)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%8A%CE%BC%CE%AC%CE%BD_%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%BD_%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BC%CE%AF%CF%82
https://greek_greek.enacademic.com/233387/%CE%A1%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%AE_%CE%9F%CF%85%CF%81%CF%83%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%99%CE%84_%CE%94%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1%CF%82
http://www.ime.gr/chronos/09/gr/p/1025/main/p18a.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82_%CE%94%CE%84_%CE%94%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82
http://asiaminor.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=5256

Η πρώτη μικρασιατική καταστροφή : Από το Βυζάντιο στους Τούρκους (Μέρος Α)

Ο 11ος αι. αποτελεί μία εποχή καθοριστικής σημασίας για τις τύχες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μέχρι και το πρώτο τέταρτο του αιώνος αυτού κυριαρχεί η ισχυρή προσωπικότητα του αυτοκράτορος Βασιλείου Β΄ Βουλγαροκτόνου (976-1025), επί της εποχής του οποίου το κράτος έφθασε στο απόγειο της ακμής του. Το 1018, μετά από μακροχρόνιο και αιματηρό πόλεμο, υποτάχθηκαν οι Βούλγαροι και τα βόρεια σύνορα του κράτους έφθασαν πάλι έως τον Δούναβη, σταθεροποιήθηκαν οι βυζαντινές κτήσεις στη Νότια Ιταλία, ενώ στον Καύκασο τα αρμενικά και ιβηρικά εδάφη είτε προσαρτώνται, είτε μετατρέπονται σε προτεκτοράτα. Την ίδια εποχή φθάνει στο τέλος της η μεγάλη περίοδος των αραβοβυζαντινών συγκρούσεων, καθώς οι Άραβες πλέον έχουν παρακμάσει ως στρατιωτική δύναμη, ύστερα από τις επιτυχημένες εκστρατείες του Νικηφόρου Β΄ Φωκά, του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή και του Βασιλείου Β΄. Συνέπεια αυτών των στρατιωτικών επιτυχιών ήταν η επέκταση του ανατολικού συνόρου και η σταθεροποίησή του στην περιοχή της Μεσοποταμίας. Το κύρος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας βρίσκεται στο απόγειό του, ενώ η πνευματική ακτινοβολία του Βυζαντίου, ύστερα και από τον εκχριστιανισμό των Ρως, ήταν τεράστια. 

Κατά το β΄ τέταρτο του 11ου αι. το Βυζάντιο ζει με την ψευδαίσθηση της παρατεταμένης ειρήνης και της διαρκούς ηρεμίας. Πράγματι, μετά το 1025 και έως τα μέσα του αιώνος κανένα οργανωμένο κράτος δεν θα απειλήσει σοβαρά τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Τα προβλήματα που κατά καιρούς παρουσιάζονταν οφείλονταν κατά κύριο λόγο στις επιδρομές ατάκτων ή, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, νομαδικών φύλων (όπως οι Πετσενέγκοι) και σε επαναστατικά κινήματα τα οποία δεν φαίνεται να αποτελούν σημαντικούς παράγοντες αστάθειας. Η Κωνσταντινούπολη κατορθώνει κάθε φορά να αποκαταστήσει την τάξη και να διατηρήσει ανέπαφα τα εδάφη της χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Η εικόνα αυτή, όμως, επρόκειτο να αλλάξει δραματικά περί τα μέσα του αιώνος. Πέρα από το ότι είχε δημιουργήσει ένα επικίνδυνο αίσθημα εφησυχασμού, η προσωρινή έλλειψη κάποιας ορατής απειλής στα σύνορα επέτρεψε να εκδηλωθούν στο εσωτερικό του κράτους κοινωνικές συγκρούσεις τις οποίες για ένα διάστημα η δυναμική προσωπικότητα του Βουλγαροκτόνου είχε αποτρέψει. Δύο είναι οι κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες που συγκρούονται, οι γραφειοκράτες της κεντρικής διοίκησης και η αριστοκρατία της πρωτεύουσας από τη μία και η μικρασιατική στρατιωτική αριστοκρατία από την άλλη. Μετά το 1025 (και έως το 1057), η άνοδος στον θρόνο αυτοκρατόρων προερχομένων από την πρώτη ομάδα επέφερε την εγκατάλειψη του στρατού, που αποτελούσε το έρεισμα των αντιπάλων τους. Το σύστημα των θεμάτων σταδιακά παρήκμασε, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζονται μεγάλα οικονομικά προβλήματα, που κορυφώνονται με την υποτίμηση του βυζαντινού χρυσού νομίσματος. Συνέπεια αυτής της πολιτικής αναστάτωσης ήταν η υποτίμηση των αναταραχών στα σύνορα του κράτους και η σχεδόν παντελής αδιαφορία για τις διαρκώς κλιμακούμενες επιδρομές που τρομοκρατούν τους κατοίκους της παραμεθορίου. Οι επιδρομείς σύντομα θα αποτελέσουν πολύ σοβαρή απειλή για το Βυζάντιο, η οποία σταδιακά θα κάμψει την αντίσταση των αυτοκρατορικών δυνάμεων και θα οδηγήσει τελικά στην απώλεια σχεδόν του συνόλου των βυζαντινών επαρχιών της Μικράς Ασίας.

Την ίδια εποχή που το Βυζαντινό κράτος παρουσιάζεται να ανακτά την παλαιά του αίγλη και δόξα και να εξουδετερώνει σχεδόν όλους τους εξωτερικούς κινδύνους που απειλούσαν την εδαφική του ακεραιότητα, ένας νέος και πιο επικίνδυνος αντίπαλος εμφανίζεται στο ανατολικό σύνορο. Ο εχθρός αυτός θα αποδειχθεί με το πέρασμα του χρόνου μοιραίος, όχι μόνο για τις εδαφικές κτήσεις της αυτοκρατορίας αλλά ακόμη και για την ίδια της την υπόσταση. Πρόκειται για τους Σελτζούκους Τούρκους. Οι Σελτζούκοι ανήκαν στο τουρκικό φύλο των Ουγούζων ή Ούζων γνωστών και ως Τουρκομάνων. Η ονομασία τους προήλθε από το όνομα του αρχηγού τους Selcuk. Οι Σελτζούκοι για των οποίων την προέλευση γνωρίζουν ελάχιστα οι Βυζαντινοί και Άραβες συγγραφείς, ήταν νομάδες που άρχισαν κατά τον 10ο αιώνα με διαδοχικές μετακινήσεις να προχωρούν αργά από την Ανατολική Ασία προς την Κεντρική, πέρα από τη λίμνη Αράλη. Από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα το φύλο αυτό κυριαρχεί σε μεγάλες εκτάσεις της Κεντρικής Ασίας κι ακόμη δυτικότερα. Ο αρχηγός Selcuk, γιος του Dokak, της φυλής Kinik είναι ελάχιστα γνωστός και είναι αμφίβολο αν ήταν μουσουλμάνος. Οι απόγονοί του ασπάστηκαν το Μωαμεθανισμό, αλλά διατήρησαν παράλληλα πολλά στοιχεία από τις παλαιότερες δοξασίες τους. Οι Βυζαντινοί ωστόσο, φαίνεται να μην ανησυχούν ιδιαίτερα για τις μετακινήσεις αυτής της νέας εθνότητας στα ανατολικά τους σύνορα, όμως από την άλλη δείχνουν ότι δεν τις αγνοούν κιόλας. Οι Ογούζοι Τούρκοι είναι οι κοινοί φυλετικοί και εθνολογικοί (όχι όμως και γλωσσικοί) πρόγονοι των τουρκικών λαών του Μεσαίωνα και αποτέλεσαν μεγάλη συνομοσπονδία τουρκοφωνων φύλων της κεντρικής Ασίας στις περιοχές των Αλταΐων Ορέων (Ανάμεσα στην Κίνα, την Μογγολία, την Ρωσία και το Καζακστάν). Εμφανίζονται κατά τον 6ο-8ο αιώνα ως νομάδες της κεντροασιατικής στέπας και η γνωστότερη ομάδα τους, οι εννέα Ογούζοι (Dokuz Oghuzz) κατόρθωσαν σταδιακά να ενώσουν από τον 6ο αιώνα όλα τα ογουζικά φύλα, από την Κίνα ως τον Εύξεινο Πόντο. Ολα σχεδόν τα τουρκόφωνα φύλα έχουν την καταγωγή τους στους Ογούζους Τούρκους, οι οποίοι τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες ξεκίνησαν από τις πεδιάδες των ποταμών Ορχόν και Σελεγκά, νότια της λίμνης Βαϊκάλης (της βαθύτερης λίμνης της Γης με μέγιστο βάθος 1660 μέτρα) στη Μογγολία. Οι πολυαριθμότεροι από αυτούς, οι Ογούζοι Τούρκοι, δημιούργησαν από τον 6ο ως τον 8ο αιώνα ένα εκτενές κράτος. Στα μέσα του 10ου αιώνα, οι Σελτζούκοι με επικεφαλής τον φύλαρχο Σελτζούκ (Selcuk), αποτελούσαν τη σημαντικότερη φυλή των Ογούζων. Γύρω στο 960, έγιναν σουνίτες ("ορθόδοξοι" μουσουλμάνοι) και μεταφέρθηκαν από τους επικυριάρχους τους Σαμανίδες, στους οποίους πρόσφεραν τις μισθοφορικές τους υπηρεσίες, στις συνοριακές επαρχίες της Μπουχάρα.

Επωφελούμενοι από τις έριδες των λοιπών λαών της Κεντρικής Ασίας οι Τούρκοι εγκαταστάθηκαν στην Τρανσοξιανή (Τρανζοξιάνα) (περιοχή της Σογδιανης, Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν, Κιργιστάν) κατόπιν στην Μπουχάρα (Boukhara), ανατολικά του ποταμού Ώξου (Amou-Darya) (βόρεια του Αφγανιστάν). Κατά την εγκατάστασή τους εκεί ήρθαν σε σύγκρουση με τους Πέρσες Γαζνεβίδες, τους οποίους νίκησαν και έδιωξαν από την κοιλάδα του Χορασάν (1035-1040) (ανατολικά του Ιράν) στα σύνορα του ισλαμικού κόσμου. . Οι Σελτζούκοι το 1040 συνέτριψαν στην μάχη του Νταντανκάν τους ιρανόφωνους Γασνεβίδες και εισήλθαν αρχικά στο Τουρκεστάν και έπειτα στην Περσία. Κατόπιν το σπουδαιότερο τμήμα των Σελτζούκων κινήθηκε δυτικότερα με αρχηγούς τον Toghrulbeg (Τογρούλ) και τον Caghribeg, εγγονούς του Σελτζούκ. Ο Τογρούλ (1038-1063), ή Ταγγρολίπηξ όπως αναφέρεται από τους Βυζαντινούς, μετά από σειρά κατακτήσεων κατέστησε το αλωθέν Ισπαχάν της Περσίας (1051) πρωτεύουσα του κράτους του, ολοκληρώνοντας την κατάκτηση Περσίας- Μεσοποταμίας ως το 1055. Ο Τογρούλ μέσα στο πλαίσιο της διασφάλισης και διατήρησης της ακεραιότητας των κατακτήσεων του, τάχθηκε υπέρ της σουννιτικής ορθοδοξίας και διαδήλωσε εμπράκτως την πίστη του στον χαλίφη της Βαγδάτης, όταν ανταποκρινόμενος σε αίτημα του τελευταίου έσπευσε στη Βαγδάτη (1055) για να του προσφέρει βοήθεια. Η ανταπόδοση του χαλίφη ήταν διπλή. Πάντρεψε την κόρη του με τον Τογρούλ και του έδωσε τον τίτλο του σουλτάνου, νομιμοποιώντας με αυτόν τον τρόπο την εξουσία του γαμβρού του.Το αδύναμο και άνευ συνοχής αραβικό κράτος αντικατεστάθη από μια νέα δύναμη, της οποίας ο ηγέτης φιλοδοξούσε να ανακαινίσει την ισλαμική παράδοση και ταυτόχρονα να υπερασπιστεί την ενότητα του μουσουλμανικού κόσμου. Ωστόσο η προέλαση των Τούρκων προς την Μ. Ασία έφερε την τελευταία μεγάλη εθνολογική αλλοίωση στη Μέση Ανατολή.

Ύστερα από την κατάκτηση της Περσίας- Μεσοποταμίας, ο Τογρούλ συγκέντρωσε γύρω του και άλλα τουρκικά και ουννικά φύλα, και έτσι δημιούργησε ένα πολύ ισχυρό στρατό, ο οποίος κινήθηκε πλέον απροκάλυπτα εναντίον των βυζαντινών κτήσεων. Οι Σελτζούκοι κινήθηκαν στην Περσίδα, Ιβηρία (Γεωργία), Βαασπαρακανία (Αρμενία)  μεγάλες δυνάμεις και καταστροφικές διαθέσεις. Η πρώτη επίθεση εναντίον του βυζαντινού στρατού γίνεται το 1045/46 αιφνιδιαστικά για την κατάληψη της Βαασπαρακανίας. Ο αιφνιδιασμός ήταν επιτυχής. Ο βυζαντινός στρατηγός της περιοχής Στέφανος Λειχούδης ηττάται κατά κράτος και συλλαμβάνεται αιχμάλωτος. Μετά από αυτή την ήττα άνοιξε ο δρόμος στους επιδρομείς να καταλάβουν ολοένα και περισσότερα μέρη. Πόλεις- κλειδιά σε σπουδαίες οδικές αρτηρίες, που είχαν εξελιχθεί σε πλούσια εμπορικά κέντρα πέφτουν στα χέρια των επιδρομέων. Η κατάσταση εξελίχθηκε ως εξής: Μετά την ήττα του Λειχούδη, δύο χρόνια αργότερα οι Σελτζούκοι επιχείρησαν και πάλι νέα μεγάλη εκστρατεία στην περιοχή της Βαασπαρακανίας. Κατά την διάρκειά της όμως, οι επιδρομείς υπέστησαν συντριπτική ήττα από τις συνασπισμένες δυνάμεις του στρατηγού της επαρχίας Ααρών και του τοπικού άρχοντα Ανίου και Ιβηρίας, Κατακαλών Κεκαυμένου. Μάλιστα σ’ αυτή τη μάχη σκοτώθηκε και ο ίδιος ο αρχηγός των Σελτζούκων Ασάν. Ωστόσο, αυτή η ήττα αντί να καταπτοήσει τις επελάσεις των Σελτζούκων, αύξησε τη συχνότητά τους με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να φτάσουν μέχρι τη Θεοδοσιούπολη, αφού πρώτα κατέλαβαν το Άρτζε (1048), γειτονικό στην αρχαία Θεοδοσιούπολη, βορειότερα το φρούριο Παϊπέρτ κοντά στον ποταμό Άκαμψι, ή το Πεκρί στη βορειοανατολική άκρη της λίμνης Βαν- τα τελευταία φρούρια έπεσαν το 1054. Σημαντικό επεισόδιο αυτής της τελευταίας σελτζουκικής επιδρομής (1054) ήταν η διάρκειας τριάντα ημερών πολιορκία της πόλης Μαντζικέρτ «ανενδότως» από τον Τογρούλ και η απόκρουσή της από τον πολυμήχανο στρατηγό, Βασίλειο Αποκάπη. Η αποτυχία κατάληψης της πόλης από τους πολιορκητές έκανε σαφές ότι το αμυντικό σύστημα της αυτοκρατορίας λειτουργούσε ακόμη ικανοποιητικά εφόσον αντιμετώπιζε τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις αποτελεσματικά. Ταυτόχρονα μαζί με τη βυζαντινή στρατιωτική μηχανή άρχισε να λειτουργεί, ενδεχομένως αποτελεσματικότερα, η περίφημη βυζαντινή διπλωματία. Έτσι η βυζαντινή κυβέρνηση στο ενδιάμεσο των δύο εκστρατειών (1049-1054) διάστημα δεν φείσθηκε διπλωματικών συνεννοήσεων, οι οποίες ωστόσο είχαν περιορισμένη απόδοση. Οι τουρκικές αξιώσεις όπως τις μεταφέρει ο Σκυλίτζης θεωρήθηκαν απαράδεκτες. Ο σουλτάνος φέρεται να αποδοκιμάζει τις ληστρικές επιδρομές των ομοεθνών του, ισχυριζόμενος «ότι τινες των επί της ληστείας ουδ’ αυτώ γινωσκόμενοι την έφοδον δίκην αγρίων λύκων πεποίηνται». Όμως ενδεικτικό της διαμορφούμενης πλέον σχέσης Βυζαντίου και Σελτζούκων είναι ότι στο μουσουλμανικό τέμενος της Κωνσταντινούπολης δεν μνημονεύεται πια ο φατιμίδης σιίτης χαλίφης της Αιγύπτου, αλλά ο σουνίτης Τούρκος σουλτάνος. Παρόλη όμως την στρατιωτική και διπλωματική κινητικότητα και από τις δύο πλευρές, οι επιδρομές συνεχίσθηκαν και εντάθηκαν από τακτικό στρατό αλλά και από άτακτους νομάδες, οι οποίοι έφταναν μέχρι τη Φρυγία (Κεντρική Μικρά Ασία) και απειλούσαν την Αντιόχεια. Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι και ο ίδιος ο σουλτάνος αντιμετώπιζε την ίδια περίοδο εσωτερικά προβλήματα από τους συγγενείς του. Συγκεκριμένα οι ανιψιοί του Κουτλουμούς και Μελέχ, ήρθαν σε αντίθεση με τον Τογρούλ λεηλατώντας μάλιστα σελτζουκικά εμπορικά κέντρα όπως το Κάρσε (1054), την ώρα που διεξάγονταν διαπραγματεύσεις με τον βυζαντινό αυτοκράτορα να τους δεχτεί ως συμμάχους.

Εντούτοις, οι εσωτερικές διενέξεις ανάμεσα στους Σελτζούκους δεν άλλαξαν σημαντικά την υπάρχουσα κατάσταση. Μάλιστα η σύγχυση ενετάθη, όταν επαναστάτησε ο Ισαάκιος Α΄ Κομνηνός (1057-1059) και απέσυρε μεγάλο μέρος του θεματικού στρατού, οπότε κατέστη πλέον αδύνατο να καλυφθούν οι ανατολικές επαρχίες στρατιωτικά. Έτσι την τύχη του Άρτζε και Κάρσε ακολούθησε η Μελιτηνή (1057), η Σεβάστεια (1059), το Άνιο (1064), η Καισάρεια (1067), πλούσια εμπορικά κέντρα στα σταυροδρόμια καραβανιών με ανθηρή, πολυάριθμη εμπορική τάξη, που καταδικάστηκε έτσι σε μαρασμό. Η άλωση όλων αυτών των πόλεων αποδεικνύει ότι η αυτοκρατορία είχε πια αρχίσει να εξασθενεί, την ίδια στιγμή που οι τουρκικές επιθέσεις γίνονταν σε ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα. Την δραματική κατάσταση των περιοχών αυτών τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο, περιγράφουν με τα μελανώτερα χρώματα οι Βυζαντινοί και προ πάντων οι ανατολικοί συγγραφείς. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι όταν ο Ευστάθιος Βοΐλας ξαναγύρισε στα κτήματά του στην Καππαδοκία μεταξύ 1050-1053, τα βρήκε παντελώς ερημωμένα και το αρδευτικό σύστημα κατεστραμμένο. Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης με τη σειρά του αναφέρεται στην ακμή και την καταστροφή του Ανίου, πρωτεύουσας της Μεγάλης Αρμενίας, η οποία ήταν για το Βυζάντιο «χαράκωμα μέγιστον και αποτροπή των εκείθεν εισβάλλειν μελλόντων βαρβάρων εις την Ιβηρικήν». Η ανικανότητα του τοπικού ηγεμόνα Παγκρατίου έβαλε σε κίνδυνο την πόλη, ώσπου την κυρίευσαν οι Τούρκοι υπό τον νέο σουλτάνο Άλπ Αρσλάν (18/8/1064). Η άλωση της πλούσιας πολιτείας προκάλεσε αίσθηση σ’ όλη την Ανατολή. Η κατάληψη του Ανίου προκάλεσε όπως ήταν αναμενόμενο σύγχυση και στις δύο πλευρές, Βυζαντινούς και Αρμένιους. Το αποτέλεσμα ήταν ορισμένοι τοπικοί αρχηγοί να συμπράξουν με την ηγεσία των Σελτζούκων, ενώ άλλοι να αντιταχθούν στην πολιτική τους. Ο νέος Σελτζούκος σουλτάνος Άλπ Αρσλάν (1063-1072), ανιψιός και διάδοχος του Toghrulbeg (Τογρούλ), έθεσε ως πρωταρχικό στόχο της πολιτικής του την υποταγή ολόκληρου του μουσουλμανικού κόσμου και γι’ αυτό έστρεψε την προσοχή του στα αραβικά εμιράτα και στο κράτος των Φατιμιδών της Αιγύπτου. Την ίδια στιγμή από την πλευρά του Βυζαντίου ολόκληρο το μικρασιατικό σύνορο από τον Αραξη στην Βαασπαρακανία (Αρμενία) μέχρι την Αντιόχεια στη Συρία, υφίσταται την πίεση των Σελτζούκων επιδρομέων, οι οποίοι το 1067 και 1068 λεηλατούν την Έδεσσα, την Καισάρεια, τη Νεοκαισάρεια, τη Δολίχη (Τελούχ). Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι μέσα σ’ ένα διάστημα λιγότερο των είκοσι χρόνων, η ακτίνα δράσης των επιδρομέων επεκτάθηκε από την περιοχή της Μεσοποταμίας μέχρι την ανατολική Μικρά Ασία.

Η αντίδραση από την πλευρά της Κωνσταντινούπολης ήρθε μάλλον αργά όταν πλέον η κατάσταση ήταν σχεδόν μη αναστρέψιμη. Βασικό σημείο αδυναμίας ήταν η αξιοθρήνητη κατάσταση του βυζαντινού στρατού. Αγύμναστοι, άοπλοι κακοπαθιασμένοι στρατιώτες, χωρίς ιππικό, χωρίς εξασφαλισμένο ανεφοδιασμό. Αυτό το στράτευμα, το οποίο επιπροσθέτως ήταν και ετερογενές-αποτελούμενο από Μακεδόνες, Βούλγαρους, Καππαδόκες, Ούζους, Φράγκους, Βαράγγους και άλλους- ανέλαβε να συγκροτήσει και να το καταστήσει και πάλι ετοιμοπόλεμο, ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ Διογένης (1068-1071). Η πολιτική του βυζαντινού αυτού ηγεμόνα ήταν να αποκαταστήσει τα σύνορα της αυτοκρατορίας με τα όπλα. Ωστόσο η κατάσταση δεν ήταν πλέον η ίδια όπως στην εποχή του Ηρακλείου, όπου το κράτος είχε εσωτερικές αντοχές για να αντεπεξέλθει στις τότε αραβικές επιδρομές. Τώρα η αυτοκρατορία είχε φτάσει πια στο απόγειο της δύναμής της και η εσωτερική παρακμή των τελευταίων χρόνων είχε επηρεάσει σοβαρά τα θεμέλια που την στήριζαν.

Αφήνοντας πίσω του τα σοβαρά αυτά εσωτερικά προβλήματα ο αυτοκράτορας ξεκίνησε τις εκστρατείες του εναντίον των Σελτζούκων. Η πρώτη εκστρατεία του Ρωμανού (Μάρτιος 1068-Ιανουάριος 1069) επιχειρήθηκε όπως μαρτυρεί ο Ατταλειάτης, παρά την άθλια κατάσταση του στρατεύματος. Οι δυνάμεις στρατοπέδευσαν στη Βιθυνία και στη Φρυγία και μόνο τον Οκτώβριο μετακινήθηκαν προς τη Συρία, όπου απελευθέρωσαν την Ιεράπολη. Από κει, περνώντας από τις κλεισούρες του Ταύρου, ο Ρωμανός εισέδυσε στην Κιλικία και στην Καππαδοκία για να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο. Αλλά στο μεταξύ οι Τούρκοι είχαν λεηλατήσει το Αμόριον. Την εποχή αυτή ο Ψελλός είχε παραμείνει στην πρωτεύουσα και, σ’ όλο το διάστημα της εκστρατείας, άσκησε μια αληθινή δολιοφθορά εναντίον του αυτοκράτορα. Η δεύτερη εκστρατεία του Ρωμανού στη Μικρά Ασία, έγινε την άνοιξη του 1069. Σ’ αυτήν ο βασιλιάς είχε την πρόνοια να πάρει μαζί του έναν από τους πολιτικούς του αντιπάλους, τον Μιχαήλ Ψελλό, με το πρόσχημα να τον συμβουλεύει κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, ουσιαστικά όμως για να μην μηχανορραφεί εναντίον του κατά την απουσία του. Τα βυζαντινά στρατεύματα, μέσω του Δορυλαίου, έφτασαν στην Καισάρεια και στη Λάρισα της Καππαδοκίας κι από κει διέτρεξαν πολλές φορές την περιοχή ως τον Ευφράτη και την Μελιτηνή. Σκοπός του αυτοκράτορα ήταν να μειώσει την τουρκική πίεση, κυρίως γύρω από τα μεγάλα κέντρα. Αλλά στο μεταξύ οι Τούρκοι κατέλαβαν το Ικόνιον. Τα αποτελέσματα και των δύο εκστρατειών ήταν πενιχρά και ο αυτοκράτορας δεν μπόρεσε ούτε τον Ψελλό να ελέγξει, αφού αμέσως μετά την επιστροφή του στην πρωτεύουσα ο τελευταίος συνέχισε με αμείωτο ζήλο να δολοπλοκεί εναντίον του βυζαντινού ηγεμόνα.

Αλλά και από στρατηγικής απόψεως αυτή η επιχείρηση δεν ήταν άρτια. Αποδείχτηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να μετακινηθεί ένα μεγάλο και βαρυφορτωμένο στράτευμα από τον Ευφράτη στην περιοχή της λίμνης Βαν. Είναι μια δύσκολη περιοχή και ήταν δύσκολο να βρεθεί τροφή. Είχε ληφθεί η απόφαση ότι ο στρατός έπρεπε να χωριστεί στα δύο. Ένα μέρος ηττήθηκε από τους Τούρκους, το άλλο δεν έφτασε ποτέ στο Χλιάτ. Το καλύτερο που είχε να κάνει ο αυτοκράτορας ήταν να απεμπλέξει τα στρατεύματά του από τους αρμένικους λόφους στους πρόποδες των βουνών και να τα οδηγήσει πίσω στη συγκριτικά ασφαλέστερη Σεβάστεια. Οι Τούρκοι όμως στο μεταξύ είχαν κόψει δρόμο μέσα από το Ικόνιο, το οποίο ήδη λεηλάτησαν. Μια προσπάθεια των Βυζαντινών να τους ανακόψουν καθώς επέστρεφαν μέσω της Κιλικίας απέτυχε. Διαπιστώνοντας τις δυσκολίες αυτές αλλά και τα πενιχρά αποτελέσματα των δύο εκστρατειών του, ο Ρωμανός καταβεβλημένος ψυχικά, αποφάσισε να μην δοκιμάσει νέα επιχείρηση κατά το έτος 1070. Ανέθεσε λοιπόν τη διοίκηση του στρατού στο Μανουήλ Κομνηνό, ο οποίος αν και κατάφερε να αναδιοργανώσει τα στρατεύματα και να επιβάλλει πειθαρχία, δεν μπόρεσε επίσης να νικήσει τους Τούρκους αλλά ηττήθηκε στη Σεβάστεια και συνελήφθη. Ο βυζαντινός στρατηγός απελευθερώθηκε λίγο καιρό αργότερα, αλλά το γεγονός αυτό φανέρωνε για ακόμη μια φορά ότι η Μικρά Ασία είχε πάψει πλέον να είναι υπό τον απόλυτο έλεγχο του αυτοκρατορικού στρατού. Ήταν λοιπόν ζήτημα χρόνου να επέλθει ένα σοβαρό κτύπημα που θα αποκάλυπτε το μέγεθος της κατάρρευσης που είχε συντελεστεί σ’ όλους τους τομείς. Το κτύπημα αυτό δεν άργησε να έλθει στην σπουδαιότερη μάχη που δόθηκε στο πλαίσιο των Βυζαντινο-Σελτζουκικών συγκρούσεων, στην μάχη του Μαντζικέρτ (1071) όπου ο βυζαντινός στρατός ηττήθηκε κατά κράτος και το σπουδαιότερο «ο περιώνυμος βασιλεύς Ρωμαίων αιχμάλωτος γίνεται».
Πηγή : http://asiaminor.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=6254
https://www.protothema.gr/stories/article/786923/oi-progonoi-ton-tourkon-ogouzoi-tourkoi-seltzoukoi-kai-othomanoi/

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019

Πτολεμαίος Κεραυνός : Το ακριβώς αντίθετο του Μέγα Αλέξανδρου στον τραγικό θρόνο της Μακεδονίας

Η τρίτη δεκαετία του 3ου αιώνα π.Χ. βρήκε τα ελληνικά κράτη εξουθενωμένα από τις διαμάχες των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οι Γαλάτες της Παννονίας (Ουγγαρίας) αποφασίζουν να εκστρατεύσουν προς τα νότια της Βαλκανικής, καθώς η συγκυρία είναι ιδιαιτέρως ευνοϊκή. Η ρευστή κατάσταση στον κυρίως ελλαδικό χώρο και οι μάχες των επιγόνων του Mεγάλου Aλεξάνδρου είχαν γονατίσει τις πόλεις-κράτη, καλώντας άρον-άρον σε ευρύτερες συμμαχίες. Τώρα γεννιούνται οι συμπολιτείες, η Αιτωλική το 290 π.Χ. και η Αχαϊκή το 280 π.Χ., προσπαθώντας να περισώσουν την αυτοδιαχείριση και την ανεξαρτησία τους. Την ίδια ώρα, οι Kέλτες δεν ήταν καθόλου άγνωστοι στους Έλληνες. Τους Kέλτες του Δούναβη είχε απωθήσει αποφασιστικά ο Μέγας Αλέξανδρος, αναγκάζοντάς τους να ορκιστούν αιώνια φιλία, όπως μας παραδίδει ο γεωγράφος Στράβωνας και ο ιστορικός Αρριανός. Μόνο που οι παλιοί φίλοι θα εξελίσσονταν τελικά σε έναν μεγάλο εχθρό, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στην αποδυναμωμένη -από τις μάχες Λυσίμαχου και Σέλευκου- Μακεδονία. 

Σύμφωνα με την έρευνα του συγγραφέα Βλάντισλαβ Μπάγιατς, ο Μέγας Αλέξανδρος δεν κινήθηκε προς Βορρά, διότι “ενώ ήταν λαμπρός ηγέτης, φοβόταν τους Κέλτες που είχαν ίδια σχέδια με αυτόν: να κινηθούν προς την Περσία. Ως σώφρων πολιτικός, πήγε στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το Βελιγράδι και συμμάχησε με τους Κέλτες, προτείνοντάς τους να πάψουν να είναι νομάδες και να εγκατασταθούν εκεί μόνιμα”. Φαίνεται ότι ο Μέγας Αλέξανδρος σεβόταν τους Κέλτες. Γιατί ο Αρριανός αλλά και ο Στράβωνας περιγράφουν αναλυτικά τη σκηνή με τον Μέγα Αλέξανδρο να δέχεται κέλτικη πρεσβεία στις όχθες του Δούναβη. Στην ερώτησή του τι φοβούνται περισσότερο οι Κέλτες, ακούει την απάντηση: “Μην τους πέσει ο ουρανός στο κεφάλι”. Και όπως σημειώνει στο βιβλίο του “Το τελευταίο Θαύμα” ο συγγραφέας Θεόφιλος Ελευθεριάδης, “εκείνο που δεν είναι γνωστό είναι ότι τα παραπάνω λόγια ήταν μέρος ενός όρκου των Κελτών: ‘'Θα μείνουμε πιστοί, εκτός εάν ο ουρανός πέσει και μας πλακώσει ή η Γη ανοίξει και μας καταπιεί ή η θάλασσα σηκωθεί και μας σκεπάσει’'. Ιστορικοί κάνουν την υπόθεση ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είχε έρθει σε συμφωνία με την κελτική πρεσβεία, ώστε οι Κέλτες να χτυπάνε τους επικίνδυνους για τη Μακεδονία Ιλλυριούς όσο αυτός θα ήταν απασχολημένος στην Ανατολή και ότι οι αρχαίοι συγγραφείς παρερμήνευσαν το νόημα των παραπάνω λόγων, μιας και δεν γνώριζαν τον γαλατικό τρόπο σκέψης και έκφρασης.

Ο Πτολεμαίος Κεραυνός (άγν. - 279 π.Χ.), ήταν Βασιλιάς της Μακεδονίας από το έτος 281 π.Χ. έως το έτος 279 π.Χ. Γιος του φαραώ της Αιγύπτου Πτολεμαίου του Λάγου, του Σωτήρα, και της Ευριδίκης, κόρης του στρατηγού  Αντίπατρου. Ο Πτολεμαίος Α’ ο Σωτήρας ήταν επίγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που βασίλεψε στην Αίγυπτο μετά την διάλυση του απέραντου κράτους του τελευταίου. Ίδρυσε τη Δυναστεία των Πτολεμαίων και έθεσε τις βάσεις για την κυριαρχία της στην Αίγυπτο για περίπου τρεις αιώνες. Ήταν παντρεμένος με τουλάχιστον τέσσερις συζύγους. Η τρίτη από αυτές ονομαζόταν Ευρυδίκη και ήταν κόρη του Αντίπατρου, του στρατηγού του Αλεξάνδρου που βασίλεψε στη Μακεδονία. Εκείνη του χάρισε έξι παιδιά: τον Πτολεμαίο Κεραυνό, το Μελέαγρο, τη Λυσάνδρα, τον Αργαίο, έναν γιο του οποίου δεν γνωρίζουμε το όνομα, και την Πτολεμαΐδα. Η διαδοχή ανήκε από την αρχή στον Πτολεμαίο Κεραυνό, ωστόσο προς το τέλος της ζωή του ο πατέρας του επέλεξε για διάδοχο τον γιο του από την τέταρτη σύζυγό του, την Βερενίκη. Αυτός θα έμενε στην ιστορία με το όνομα Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος και στέφθηκε φαραώ στις 7 Ιανουαρίου 282 π.Χ. Ο Πτολεμαίος Κεραυνός ήταν ένας ανήσυχος χαρακτήρας και σαν νεαρός άντρας στην αυλή του πατέρα του, δεν στάθηκε ικανός να κερδίσει την εύνοια που εκείνος τελικά χάρισε στη Βερενίκη και το γιο της. Στην πραγματικότητα, έχει ειπωθεί πως ένας από τους λόγους που ο Πτολεμαίος ο Σωτήρ επέλεξε διάδοχο από την οικογένεια της Βερενίκης κι όχι από αυτήν της Ευριδίκης ήταν το βίαιο και ανεξέλεγκτο πνεύμα του Πτολεμαίου Κεραυνού. Όπως και να έχει, ο Κεραυνός φιλονίκησε με τον πατέρα του και εγκατέλειψε την Αίγυπτο. 

Βρήκε καταφύγιο στην αυλή του βασιλιά της Θράκης, Λυσίμαχου, γηραιού στρατηγού του Αλεξάνδρου. Η αδελφή του Πτολεμαίου από την Ευρυδίκη, η Λυσάνδρα, είχε παντρευτεί με τον Αγαθοκλή, το γιο του βασιλιά. Αργότερα με τον αδελφό της τον Πτολεμαίο Κεραυνό, τα παιδιά της και άλλους δυσαρεστημένους εγκατέλειψαν τη Θράκη με προορισμό την αυλή του βασιλιά Σέλευκου της Συρίας. . Ο Σέλευκος ευχαριστήθηκε πολύ με την ευκαιρία που του προσέφερε η Λυσάνδρα, καθώς του έδινε αφορμή για νέους πολέμους. Οι αντιφρονούντες που την είχαν ακολουθήσει μαζί με τον Πτολεμαίο Κεραυνό άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για εισβολή στην επικράτεια του Λυσίμαχου και για εκδίκηση του φρικτού θανάτου του Αγαθοκλή. Ο Σέλευκος ήταν πρόθυμος να τα ακολουθήσει και έτσι κηρύχθηκε πόλεμος. Προτού αναχωρήσουν, ο Σέλευκος όρισε για διάδοχό του τον Αντίοχο. Ο Λυσίμαχος δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια περιμένοντας τους εχθρούς του. Οργάνωσε στρατό, πέρασε τον Ελλήσποντο και προέλασε εναντίον του Σέλευκου στη Μικρά Ασία. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στη Φρυγία, στην πεδιάδα του Κουροπεδίου, όχι μακριά από τις Σάρδεις. Στην σύγκρουση που ακολούθησε το Φεβρουάριο του 281 π.Χ., ο Λυσίμαχος ηττήθηκε και έχασε τη ζωή του. Ο Σέλευκος, αποφασισμένος να διασχίσει με τη σειρά του τον Ελλήσποντο, σχεδίαζε να προελάσει στη Θράκη και τη Μακεδονία, ώστε να προσαρτήσει τα βασίλεια αυτά στα δικά του εδάφη. Ο Πτολεμαίος Κεραυνός τον συνόδευε. Ο Πτολεμαίος Κεραυνός, όταν συνειδητοποίησε τις πραγματικές προθέσεις του Σέλευκου, χωρίς ιδιαίτερους ενδοιασμούς, αποφάσισε να σκοτώσει το βασιλιά με την πρώτη ευκαιρία. Ο Σέλευκος δεν πρέπει να είχε υποπτευθεί το σχέδιο αυτό, καθώς συνέχισε την πορεία του στη Θράκη με σκοπό να φτάσει στη Μακεδονία, χωρίς να παίρνει ιδιαίτερες προφυλάξεις. Ο Πτολεμαίος Κεραυνός, σε κάποια ευνοϊκή στιγμή στο Άργος της Θράκης, μαχαίρωσε στην πλάτη τον ηλικιωμένο βασιλιά με ένα εγχειρίδιο. Ο Σέλευκος πέθανε ακαριαία. Λέγεται πως για αυτό το περιστατικό ο Πτολεμαίος κατονομάστηκε έπειτα « Κεραυνός ». Το περιστατικό πρέπει να έγινε μεταξύ 26 Αυγούστου και 24 Σεπτεμβρίου 281 π.Χ..

Το 281 π.Χ. σκοτώνεται ο βασιλιάς της Θράκης Λυσίμαχος, πρωτοπαλίκαρο άλλοτε του μακεδόνα στρατηλάτη, και αφήνει έτσι το βασίλειό του έκθετο στις ορέξεις των εχθρών. Ο Λυσίμαχος σκοτώθηκε, ο Σέλευκος δεν πρόλαβε όμως να χαρεί τη νίκη του, καθώς δολοφονήθηκε από τον Πτολεμαίο Kεραυνό, ο οποίος χρίστηκε βασιλιάς της Θράκης και έβαλε στο στόχαστρο τη Μακεδονία, έχοντας εξασφαλίσει και την εύνοια του βασιλιά της Ηπείρου, Πύρρου. Και τα κατάφερε, νικώντας τον Αντίγονο Β’ τον Γονατά, γιο του Δημητρίου του Πολιορκητή, και στέφθηκε βασιλιάς και στη Μακεδονία. Η πρώτη δοκιμασία για τον Πτολεμαίο Κεραυνό ήρθε από τον Αντίγονο, που εισέβαλε με στόλο και στρατό. Η διαμάχη ήταν βίαιη και σύντομη: ο Αντίγονος ηττήθηκε από γη και θάλασσα και ο Κεραυνός έμεινε κύριος του βασιλείου. Ο θρίαμβος αυτός τον ενδυνάμωσε και κέρδισε το σεβασμό των άλλων ανταγωνιστών του. Τους πρότεινε μάλιστα να λυθεί το ζήτημα με την υπογραφή συνθήκης, που τον αναγνώριζε σαν βασιλιά. Ο Πύρρος συμφώνησε, με την προϋπόθεση να του σταλεί στρατιωτική βοήθεια στους πολέμους που τότε είχε ανοίξει στην Ιταλία και τη Σικελία. Έτσι έλαβε, πέντε χιλιάδες στρατιώτες ξηράς, τέσσερις χιλιάδες άνδρες του ιππικού και πενήντα ελέφαντες. 

Με τον Πύρρο στην Δύση να πολεμάει Ρωμαίους και Καρχηδονιους όμως και την Μακεδονία γονατισμένη από τον πόλεμο, η Βόρεια Ελλάδα φάνταζε εύκολος στόχος για τους Γαλάτες. Μάζεψαν κάπου 85.000 άντρες και ξεκίνησαν για πόλεμο. Με τον Πύρρο στην Ιταλία και τον ραδιούργο Πτολεμαίο Κεραυνό στον Μακεδονικό θρόνο, η Ελλάδα φάνταζε εύκολος στόχος για τους αιμοδιψείς Κέλτες [τότε βρίσκονταν στη Βόρειο Βαλκανική]. Οι Γαλάτες είχαν χωριστεί σε τρεις ομάδες: ο Κερέθριος ήταν ο ηγέτης ενάντια στους Θράκες, οι εισβολείς στην Παιονία είχαν ως καθοδηγητές τον Βρέννο και τον Ακιχώριο, ενώ ο Βέλγιος (ή Βόλγιος) επιτέθηκε στους Μακεδόνες και στους Ιλλυριούς και αντιμετώπισε τον Πτολεμαίο Κεραυνό. Ο Μονούνιος των Δαρδάνων, μαθαίνοντας ότι οι Κέλτες πλησίαζαν, έστειλε πρεσβευτές στον Πτολεμαίο Κεραυνό, προσφέροντάς του συνθηκολόγηση και υποστήριξη ενάντια στον εχθρό με 20.000 άνδρες. Ο Κεραυνός αρνήθηκε λέγοντας: «Η Μακεδονία θα ήταν χαμένη αν ο λαός που υπέταξε ολόκληρη την Ανατολή χρειαζόταν υποστήριξη από τους Δαρδάνους για να προστατεύσει τον τόπο του…». Οι Κέλτες του Βελγίου είχαν ήδη κατακλύσει την Ιλλυρία και πλησίαζαν στα δάση κοντά στα δυτικά σύνορα της Μακεδονίας. Προσέφεραν στον Πτολεμαίο διατήρηση της βασιλείας του έναντι βαριάς φορολογίας. Απαιτούσαν ιδιαίτερη βαριά φορολογία στους Μακεδόνες, για να αφήσουν τον Πτολεμαίο να κυβερνά. Ο Πτολεμαίος τους περιγέλασε αποκρινόμενος: «…αυτή η πρότασή σας καταδεικνύει τον τρόμο που έχετε για τα Μακεδονικά όπλα. Ειρήνη θα κάνουμε μόνο αν ρίξετε τα όπλα σας στη γη και μου παραδώσετε τους αρχηγούς σας ως ομήρους…» Ο Κεραυνός έκανε το λάθος να μη βοηθήσει τις θρακικές φυλές, ελπίζοντας πως οι βάρβαροι εισβολείς θα τις αποδυνάμωναν, προς δικό του όφελος. Τελικά, οι Θράκες αναγκάστηκαν να συμμετάσχουν στις μάχες στο πλευρό των Γαλατών. Την άνοιξη του 279 π.Χ. ο αρχηγός τους Βέλγιος εισέβαλε στη Μακεδονία.

Ο Πτολεμαίος Κεραυνός αιφνιδιάστηκε αλλά και υποτίμησε τους Γαλάτες. Δεν είχε φροντίσει να έρθει σε συμφωνία με τους γείτονές του Δαρδάνους, οι οποίοι υποτάχθηκαν στους Γαλάτες, ενώ λόγω του χειμώνα οι περισσότεροι στρατιώτες του βρίσκονταν στα σπίτια τους. Απροετοίμαστος και με λίγες δυνάμεις επιτέθηκε εναντίον των Γαλατών. Η αλαζονεία του Πτολεμαίου Κεραυνού έμελε να είναι η καταδίκη του. Προκάλεσε τους Γαλάτες σε μια βιαστική ανοιχτή μάχη, πιστεύοντας ότι ήταν άτρωτος. Δεν συμβουλεύτηκε καν τους στρατηγούς του, οι οποίοι εις μάτην τον προέτρεπαν να περιμένει να συγκεντρώσει περισσότερο στρατό για να αντιμετωπίσει τους εισβολείς. Η σύγκρουση ήταν λυσσαλέα. Οι Κέλτες, πολεμώντας μανιασμένα, δεν άργησαν να συναντήσουν τον Μακεδόνα βασιλιά στη μάχη, ο οποίος, απερίσκεπτος καθώς ήταν, όρμησε προς το μέρος τους, επιβαίνοντας σε ελέφαντα. Οι γραμμές των Μακεδόνων, που υστερούσαν αριθμητικά, διασπάστηκαν και ο ελέφαντας του Κεραυνού σωριάστηκε πληγωμένος στο έδαφος, με τον Πτολεμαίο να τραυματίζεται βαριά. Οι Κέλτες τον έπιασαν ζωντανό, τον αποκεφάλισαν και κάρφωσαν το κεφάλι του σε δόρυ, περιφέροντάς το ως σημάδι νίκης και μέσο εκφοβισμού των αντιπάλων τους. Ήταν η χαριστική βολή για τους Μακεδόνες, με αποτέλεσμα να σπάσουν οι γραμμές τους και οι στρατιώτες να υποχωρήσουν άτακτα.

Μετά τη συντριβή του Μακεδονικού στρατού, οι Γαλάτες ξεχύθηκαν στην απροστάτευτη γη της Μακεδονίας. Λεηλάτησαν την ύπαιθρο με τρομερή μανία αλλά δεν κατόρθωσαν να κάνουν το ίδιο με τις οχυρωμένες πόλεις, καθώς δεν ήξεραν πώς να τις εκπορθήσουν. Στην ύπαιθρο όμως έσπειραν τον τρόμο και τον πανικό καίγοντας και σφάζοντας ό,τι και όποιον έβρισκαν στο διάβα τους. Χωρίς αντίπαλο πλέον, οι Γαλάτες λεηλάτησαν την απροστάτευτη μακεδονική ύπαιθρο με τρομερή μανία, όπως μας παραδίδεται, ερημώνοντας περιοχές ολόκληρες, χωρίς να επιτεθούν ωστόσο σε πόλεις, μιας και αγνοούσαν την τέχνη της πολιορκίας. Μετά το θάνατο του Πτολεμαίου Κεραυνού ανέβηκε στο Μακεδονικό θρόνο ο αδερφός του Μελέαγρος. Η βασιλεία του κράτησε μόλις δύο μήνες διότι οι Μακεδόνες που είχαν βιώσει τα δεινά που είχε φέρει στον τόπο τους ο φιλόδοξος Κεραυνός δεν ήθελαν κάποιον συγγενή του στο θρόνο. Στη θέση αυτού στέφθηκε βασιλιάς ο Αντίπατρος, ανιψιός του Κάσσανδρου, αλλά ούτε αυτός όμως κατάφερε να εξαλείψει τη Γαλατική απειλή. Ένας ευγενής με το όνομα Σωσθένης τον ανάγκασε να παραιτηθεί, συγκέντρωσε στρατό και άρχισε να μάχεται ενάντια στον εισβολέα, καταφέρνοντας να εκδιώξει τελικά τους Κέλτες απ’ τη Μακεδονία. Επειδή η φύση της πρώτης Κελτικής εκστρατείας το 279 π.Χ. ήταν κυρίως αναζήτηση λαφύρων παρά οργανωμένη προσπάθεια αποικισμού, οι Κέλτες, με κορεσμένη την δίψα τους για λάφυρα, δεν βρήκαν το σθένος να συνεχίσουν την εκστρατεία τους κι επέστρεψαν στην πατρίδα τους.
Ο Σωσθένης (θαν. 277 π.Χ.), ήταν Μακεδόνας στρατιωτικός, ευγενικής καταγωγής, που αν και δεν συνδεόταν εξ αίματος με κάποιο βασιλικό οίκο, απέκτησε τον έλεγχο του κράτους κατά τη διάρκεια της ταραγμένης περιόδου που ακολούθησε τη γαλατική επιδρομή στον ελλαδικό χώρο το 279 π.Χ. Συνηθίζεται το όνομά του να περιλαμβάνεται στους καταλόγους βασιλέων των χρονικογράφων, εντούτοις δεν είναι σίγουρο το κατά πόσο υιοθέτησε επίσημα τον τίτλο. Μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου Κεραυνού και τη βραχύβια βασιλεία του αδελφού του, Μελέαγρου των Πτολεμαίων, στο θρόνο τοποθετήθηκε ο Αντίπατρος ο Ετησίας, ανηψιός του Κάσσανδρου. Ωστόσο οι περιστάσεις απαιτούσαν την καθοδήγηση του στρατού από ικανά και αποτελεσματικά χέρια και ο Αντίπατρος κρίθηκε σύντομα ανεπαρκής. Μετά από μόλις 45 ημέρες, την ηγεσία του στρατού ανέλαβε με προσωπική πρωτοβουλία ο Σωσθένης, ο οποίος ζήτησε από τους στρατιώτες να ορκιστούν πίστη σε αυτόν ως στρατηγό και όχι ως βασιλιά. Αρχικά οι προσπάθειές του στέφθηκαν με επιτυχία: υποχρέωσε σε ήττα τους Γαλάτες, που βρισκόταν υπό τοv Βόλγιο, και για ένα διάστημα ο κίνδυνος απομακρύνθηκε από το βασίλειο. Εντούτοις ακολούθησε νέα εισβολή υπό τον Βρέννο, η οποία ανάγκασε το Σωσθένη να κλείσει τα στρατεύματά του στα διάφορα οχυρά. Ο Βρέννος, ωστόσο, αφού λεηλάτησε τα εδάφη της Μακεδονίας, έστρεψε τα όπλα του εναντίον της νότιας Ελλάδας.


Ο Γαλάτης αρχηγός Βρέννος, μιλώντας δημόσια αλλά και κατ’ ιδίαν με Γαλάτες αξιωματούχους, πίεζε για ακόμα μια εκστρατεία ενάντια στην Ελλάδα. Φθονούσε τα κέρδη του Βελγίου από την προηγούμενη εκστρατεία στη Μακεδονία και ήθελε και αυτός ανάλογα πλούτη για τον εαυτό του. Σε μια συνέλευση μάλιστα έφερε ενώπιον όλων κάποιους μικρόσωμους, κεκαρμένους και φτωχοντυμένους Έλληνες αιχμαλώτους και τους έβαλε δίπλα δίπλα με τους ψηλότερους των φρουρών του. Είπε ότι οι Ελληνικές πόλεις κράτη στην ασύλητη ακόμη νότια περιοχή της Ελλάδας ήταν ανίσχυρες εκείνον τον καιρό, διέθεταν ωστόσο αρκετά πλούτη και ναούς γεμάτους με ασήμι και χρυσό. Έδειχνε τους αιχμαλώτους και υποστήριζε ότι το μόνο που είχαν να κάνουν για να περιέλθει στην κατοχή τους ο ελληνικός πλούτος ήταν να επιτεθούν σε αυτά τα αδύναμα ανθρωπάκια. Για την εκστρατεία αυτή οι Γαλάτες συγκέντρωσαν μεγάλο αριθμό πεζών, τους οποίους ορισμένες πηγές υπολογίζουν περισσότερους από 200.000, χωρίς να περιλαμβάνουν τους μη μάχιμους (ηλικιωμένους, γυναίκες και παιδιά) που ακολουθούσαν. Οι Κελτικές ορδές ξεκίνησαν στις αρχές της άνοιξης του 278 π.Χ. . Από το Γαλατικό στρατό 20.000 άνδρες κατευθύνθηκαν προς τη χώρα των Δαρδάνων υπό τις διαταγές του Λεοννόριου και του Λουτάριου. Οι υπόλοιποι συνέχισαν νότια προς τη Μακεδονία. Ο Σωσθένης τήρησε αμυντική στάση, κατάφερε να συγκρατήσει τη βαρβαρική ορμή και τους απώθησε προξενώντας τους σημαντικές απώλειες. Η αντίσταση των Μακεδόνων οδήγησε τους Γαλάτες ακόμα πιο νότια, στη Θεσσαλική γη. Οι Έλληνες, στο άκουσμα της είδησης πως οι βάρβαροι πλησιάζουν, αποφάσισαν να δράσουν. Ο Ελληνικός στρατός γνώριζε καλά τι θα αντιμετωπίσει. 

Οι Έλληνες (κυρίως οι Αιτωλοί, οι Βοιωτοί, οι Φωκείς και οι Αθηναίοι) συνασπίστηκαν και προσπάθησαν να τους σταματήσουν στις Θερμοπύλες, υπό την ηγεσία του Αθηναίου στρατηγού Κάλιππου. Μεγάλο μέρος των υπερασπιστών των Θερμοπυλών προέρχονταν από τις περιοχές της Αιτωλίας, που τότε αποτελούσαν ομοσπονδιακό κράτος, το Κοινό των Αιτωλών. Ο Βρέννος, εφαρμόζοντας έναν τακτικό ελιγμό, έστειλε ένα μέρος του εκστρατευτικού του σώματος ανατολικά, προς την Αιτωλία, για να εξαναγκάσει τους τελευταίους να εγκαταλείψουν τις Θερμοπύλες και να προστατεύσουν τις εστίες τους. Οι Γαλάτες κατέστρεψαν το Κάλλιον, μια σημαντική πόλη στα σύνορα Ευρυτανίας και Αιτωλίας, επιδιδόμενοι σε τρομερές αγριότητες. Παραδίδεται ότι σφαγίασαν όλους τους κατοίκους προβαίνοντας μάλιστα σε πράξεις κανιβαλισμού. Στη συνέχεια επιχείρησαν να επιτεθούν στο Ιερό των Δελφών. Οι αρχαίες πηγές, όμως, και ιδιαίτερα γλαφυρά ο Παυσανίας, παραδίδουν ότι όταν στρατοπέδευσαν οι Γαλάτες στους Δελφούς έπιασε μια απίστευτη κακοκαιρία, με κεραυνούς που έπεφταν και χτυπούσαν τους στρατιώτες. Από τον θόρυβο της θεομηνίας, οι Γαλάτες δεν μπορούσαν να ακούσουν τα παραγγέλματα των διοικητών τους. Μάλιστα λέγεται ότι εμφανίστηκαν και τα φαντάσματα τοπικών ηρώων, του Υπέροχου, του Λαόδοκου και του Πύρρου, ίσως και του Φύλακου, που είχε σώσει τους Δελφούς και από την Περσική εισβολή. Το ίδιο βράδυ έπεσε παγωνιά και άρχισαν να κυλούν από τον Παρνασσό πέτρες, που καταπλάκωναν τους Γαλάτες. Την επόμενη μέρα οι Γαλάτες υποχώρησαν. Το δεύτερο βράδυ, ιδιαίτερα κρύο και ομιχλώδες, έπεσε πανικός στο στρατόπεδό τους και οι Γαλάτες άρχισαν να πολεμούν μεταξύ τους, προφανώς πιστεύοντας ότι τους είχαν επιτεθεί οι Έλληνες.

Οι Αιτωλοί, εξαγριωμένοι από τη βαρβαρότητα των Γαλατών στο Κάλλιο, συγκεντρώθηκαν εκ νέου στα ορεινά περάσματα της Ευρυτανίας, από όπου θα περνούσε το υπόλοιπο γαλατικό στράτευμα προσπαθώντας να επιστρέψει στις Θερμοπύλες. Πολέμησαν ακόμη και οι ηλικιωμένοι και τα γυναικόπαιδα με όποια μέσα διέθεταν, ακόμη και με τα γεωργικά τους εργαλεία. Το Γαλατικό στράτευμα υπέστη μεγάλη ήττα. Ο Βρέννος αυτοκτόνησε πίνοντας πολύ κρασί, σύμφωνα με τον Παυσανία, ή με το ίδιο του το σπαθί, όπως ήταν η συνήθης πρακτική των Γαλατών, σύμφωνα με τον Ιουστίνο. Οι Γαλάτες εισβάλλοντας στην Ελλάδα είχαν σκοπό όχι απλώς να τη λεηλατήσουν αλλά και να την αποικίσουν. Πήραν μαζί τους τις γυναίκες και τα παιδιά τους με σκοπό να βρουν νέες εστίες και να εγκατασταθούν μόνιμα σε αυτές. Σε αυτήν την άποψη συνηγορεί το ότι μετά τη δεύτερη εισβολή, οι επιζήσαντες δημιούργησαν κελτικό βασίλειο στην Τύλη, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία και παρέμειναν εκεί για αρκετούς αιώνες ως μια αυτοτελής εθνική ομάδα. Είναι αξιομνημόνευτη η αποφασιστικότητα που επέδειξαν μέσα στην απελπισία τους οι Έλληνες. Αξιοσημείωτο είναι ότι αγωνιζόμενοι να επιζήσουν, αφάνισαν δεκάδες χιλιάδες Γαλάτες παρότι συνολικά δεν είχαν συγκεντρώσει περισσότερους από 30.000 μαχητές. Το κατόρθωμα αυτό γίνεται ακόμα μεγαλύτερο αν αναλογιστεί κανείς ότι ο σωματότυπος και η αριθμητική υπεροχή του εχθρού, σε συνδυασμό με την έλλειψη των μεγάλων ηγετών στον Ελλαδικό χώρο δεδομένης της απουσίας των Πύρρου και του Αντίγονου Γονατά καθιστούσε αναμενόμενη την Κελτική επικράτηση. Ωστόσο, σε μια εποχή φθοράς των παλαιών αξιών, εμφύλιων σπαραγμών και με την λάμψη του Ελληνικού πολιτισμού να σβήνει, το Ελληνικό πνεύμα, με πρωταγωνιστές τους Αιτωλούς, απέδειξε για ακόμα μια φορά την αξία του ενάντια σε έναν ισχυρό και αλώβητο λαό που δέσποζε σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη και ο οποίος στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα είχαν κατακτήσει τη μετέπειτα κοσμοκράτειρα Ρώμη.
Πηγή : https://chilonas.com/2012/11/07/httpwp-mep1op6y-w2/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82_%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%82
https://www.newsbeast.gr/weekend/arthro/4281467/i-epithesi-apo-toys-galates-sti-makedonia-kai-oi-agnostes-thermopyles
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%89%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82
https://olympia.gr/2012/10/04/%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BF-%CE%BC%CE%AD%CE%B3%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CF%85/
https://www.protothema.gr/stories/article/637910/oi-galates-stin-ellada-oi-duo-eisvoles-kai-oi-leilasies/

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Η ιστορία και η γεωγραφία των βουνών της Ελλάδας

Καλωσορίσατε στην τρίτη πιο ορεινή χώρα της Ευρώπης, μετά τη Νορβηγία και την Αλβανία. Παρόλο που η Ελλάδα είναι παγκοσμίως γνωστή για το αρχιπέλαγός της, ένα 80% της χερσαίας της έκτασης καλύπτεται από ορεινούς όγκους. Γνωρίστε τα «μαγικά» βουνά της Ελλάδας: από την κορυφή του Βαρνούντα στον Γράμμο, από τη ραχοκοκαλιά της Πίνδου στον μοναδικό Όλυμπο των 12 θεών, από το καταπράσινο Πήλιο στον «αρσενικό» Ταΰγετο και από εκεί στη γλυκιά αγριάδα, που έχουν τα Αστερούσια της νότιας Κρήτης. Η μαγευτική φύση της ηπειρωτικής Ελλάδας θα σας γοητεύσει. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ταυτίσει τα βουνά με τους θεούς τους. Ο Όλυμπος ήταν η έδρα του δωδεκάθεου, ο Ελικώνας το βουνό των Μουσών, το Μαίναλο η κατοικία του Πάνα, ο Παρνασσός το βουνό του Απόλλωνα. Αντιθέτως, για τους σύγχρονους Έλληνες τα βουνά ήταν ανέκαθεν το δικό τους «καταφύγιο», μια ελεύθερη γωνιά με καταλυτική γοητεία και προκλητική επιβλητικότητα. Κατακτήστε τις κορυφές τους και δοκιμάστε τα όριά σας. Κατάλληλα για… περιπετειώδεις αθλητικές δραστηριότητες, στα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας θα διασχίσετε φαράγγια και θα αναρριχηθείτε στις ορθοπλαγιές - εγχειρήματα απαιτητικά, που όμως προσφέρουν απέραντη ηρεμία, ικανοποίηση, ενέργεια και πάνω από όλα ψυχική ανάταση. Από το 1938 καθιερώθηκε στην Ελλάδα ο θεσμός του Εθνικού Δρυμού, για να προστατευθούν οι τόποι με ιδιαίτερη οικολογική, βιολογική, γεωμορφολογική και αισθητική αξία. Στον πυρήνα του Ε. Δρυμού απαγορεύεται κάθε εκμετάλλευση και κάθε ανθρώπινη παρέμβαση, η οποία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το οικοσύστημα. Γύρω από τον πυρήνα υπάρχει η περιφερειακή ζώνη, όπου επιτρέπονται ελεγχόμενες, ήπιας μορφής παρεμβάσεις, όπως η δημιουργία εκτροφείων θηραμάτων, η κατασκευή χώρων στάθμευσης, η κατασκήνωση, η υλοτομία κ.λπ. Μέχρι σήμερα 10 περιοχές στην Ελλάδα έχουν κηρυχθεί Εθνικοί Δρυμοί: Όλυμπος, Πάρνηθα, Παρνασσός, Αίνος Κεφαλληνίας, Σούνιο, Οίτη, Σαμαριά, Βάλια Κάλντα, Πρέσπες, Βίκος–Αώος. Επισκεφθείτε τους και μαγευτείτε από την πλούσια και άγρια φύση, το τοπίο και την απέραντη γαλήνη που θα σας προσφέρουν. Ακολουθεί κατάλογος με τα 11 ψηλότερα βουνά της Ελλάδας.

1. Όλυμπος 2.917 μ. : Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, γνωστό παγκοσμίως κυρίως για το μυθολογικό του πλαίσιο, καθώς στην κορυφή του, τον Μύτικα (2.917 μ.) κατοικούσαν οι «Ολύμπιοι» θεοί, σύμφωνα με τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων. Είναι επίσης το δεύτερο σε ύψος βουνό στα Βαλκάνια, αλλά και σε όλη την περιοχή της Ευρώπης, από τις Άλπεις έως τον Καύκασο. Ο συμπαγής ορεινός του όγκος δεσπόζει επιβλητικός στα όρια Μακεδονίας και Θεσσαλίας, με μια σειρά από ψηλές κορυφές που αυλακώνουν βαθιές χαράδρες, γύρω από τις οποίες εκτείνεται μια περιοχή ιδιαίτερης βιοποικιλότητας. Για την προστασία της μοναδικής αυτής κληρονομιάς, ανακηρύχθηκε ήδη από το 1938 ως ο πρώτος Εθνικός Δρυμός της Ελλάδας. Κάθε χρόνο χιλιάδες φυσιολάτρες επισκέπτονται τον Όλυμπο, για να θαυμάσουν από κοντά τη γοητεία της φύσης του, να χαρούν την περιήγηση στις πλαγιές του και την κατάκτηση των κορυφών του. Οργανωμένα ορεινά καταφύγια με ποικίλες ορειβατικές και αναρριχητικές διαδρομές βρίσκονται στη διάθεση των επισκεπτών που θέλουν να εξερευνήσουν τις ομορφιές του. Κλασσική αφετηρία αποτελεί η κωμόπολη του Λιτόχωρου στους ανατολικούς πρόποδες του βουνού, 100 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη, όπου στις αρχές κάθε καλοκαιριού καταλήγει ο Ορειβατικός Μαραθώνιος Ολύμπου.

2. Σμόλικας 2.637 μ. : Είναι το δεύτερο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας μετά τον Όλυμπο, με υψόμετρο 2.637 μ. Καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα του νομού Ιωαννίνων και το δυτικό του νομού Γρεβενών. Περικλείεται από τον Γράμμο στα βόρεια, την Τύμφη στα νότια και την Πίνδο στα νότια και ανατολικά. Ουσιαστικά είναι τμήμα της ευρύτερης οροσειράς της Πίνδου που καταλαμβάνει ολόκληρη τη δυτική Ελλάδα. Στον Σμόλικα βρίσκονται μερικά από τα πιο ορεινά χωριά της Ελλάδας, όπως η Σαμαρίνα, η Φούρκα, οι Πάδες κ.ά. Από τον Σμόλικα πηγάζουν οι παραπόταμοι του Αλιάκμονα, Βενέτικος και Γρεβενιώτικος..
3. Βόρας (Καϊμακτσαλάν) 2.524 μ. : Είναι το τρίτο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας και βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νομού Πέλλας έως τα όρια με το νομό Φλώρινας. Συνεχίζεται και πέρα από τα σύνορα στην πλευρά της Π.Γ.Δ.Μ. Η ψηλότερη κορυφή είναι το Καϊμακτσαλάν ή Καϊμάκι με 2.524 μ. Ο Βόρας συνδέεται δυτικότερα με τα βουνά Τζένα (2.182 μ.) και Πίνοβο (2.156 μ.), που αποτελούν τμήμα της ίδιας οροσειράς. Καλύπτεται από δάση δρυός, οξιάς και πεύκου. Στον Βόρα λειτουργεί χιονοδρομικό κέντρο. Στην ψηλότερη κορυφή του υπάρχει μικρή εκκλησία, μνημείο Σέρβων πεσόντων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Από τις δυτικές πλαγιές του Βόρα πηγάζει ο Μογλενίτσας, ο οποίος πριν τα αποστραγγιστικά έργα που έγιναν στην πεδιάδα των Γιαννιτσών, ήταν τμήμα του Λουδία και από τις νότιες πλαγιές πηγάζει ο ποταμός Εδεσσαίος.
4. Γράμμος 2.520 μ. : Είναι το τέταρτο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας μετά τον Όλυμπο, τον Σμόλικα και τον Βόρα, με την ψηλότερη κορυφή του να φτάνει σε υψόμετρο 2.520 μ. Άλλες ψηλές κορυφές του Γράμμου είναι το Διάσελο (2.393 μ.), η Επάνω Αρένα (2.192 μ.), η Κάτω Αρένα (2.075 μ.), η Μαύρη Πέτρα (2.169 μ.) και ο Μπανταρός (2.036 μ.). Ο όγκος του βρίσκεται στα ελληνοαλβανικά σύνορα και καταλαμβάνει το ΒΑ τμήμα του νομού Ιωαννίνων, το ΝΔ του νομού Καστοριάς και ένα τμήμα της ΝΑ Αλβανίας. Στα ανατολικά του, από την ελληνική πλευρά, περικλείεται από τον Σμόλικα και το Βόιον. Ουσιαστικά είναι τμήμα της ευρύτερης οροσειράς της Πίνδου που καταλαμβάνει ολόκληρη τη δυτική Ελλάδα. Είναι σκεπασμένος από πυκνά δάση και από αυτόν ξεκινούν πολλά υδάτινα ρεύματα.
5. Γκιώνα 2.510 μ. : Είναι το ψηλότερο βουνό της Στερεάς Ελλάδας, και βρίσκεται στη Φωκίδα, ανάμεσα στον Παρνασσό και τα Βαρδούσια. Με ψηλότερη κορυφή την Πυραμίδα στα 2.510 μ., η Γκιώνα είναι το ψηλότερο βουνό νότια του Ολύμπου και το πέμπτο συνολικά στην Ελλάδα. Στην αρχαιότητα ήταν γνωστή ως Ασέληνο όρος. Η Γκιώνα, με χαρακτήρα καθαρά αλπικό, βρίσκεται στο κέντρο του νομού Φωκίδας ΒΔ από την κοιλάδα της Άμφισσας, αποτελεί τμήμα της νότιας απόληξης της οροσειράς της Πίνδου και ενώνεται με τον Παρνασσό ανατολικά, με τα Βαρδούσια όρη δυτικά και με την Οίτη στα βόρεια. Στα νότια ενώνεται με το χαμηλό σύμπλεγμα λόφων που ονομάζονται Όρη Λιδορικίου. Είναι ένα βουνό με αδρό και ξεκάθαρο ανάγλυφο, με βαθιές χαράδρες, ρεματιές και ασβεστολιθικές ορθοπλαγιές που το κάνουν δύσβατο, ενώ διαθέτει τη μεγαλύτερη ορθοπλαγιά των Βαλκανίων, την Πλάκα της Συκιάς, με υψομετρική διαφορά 1.100 μ. περίπου. Οι πλευρές της προς το Λιδορίκι είναι κατάφυτες από έλατα και κέδρους (αρκεύθους), στις χαράδρες παρατηρούνται σφεντάμια, ενώ στα ξέφωτα υπάρχουν αγριολούλουδα και αγριοτριανταφυλλιές. Στα δάση της ζουν λύκοι (είναι το νοτιότερο σημείο εξάπλωσής τους στην Ελλάδα), αγριογούρουνα, ζαρκάδια και αγριόγιδα, ενώ στις απόκρημνες πλαγιές της πετούν αρπακτικά πουλιά, όπως γυπαετοί και χρυσαετοί.

6. Τύμφη (Γκαμήλα) 2.497 μ. : Είναι βουνό της Ηπείρου στην επαρχία του Ζαγορίου, που κοινά λέγεται «Γκαμήλα» ή και «Βουνά του Πάπιγκου». Ο Στράβων (Βιβλίο Ζ κεφ.6) την αναφέρει ως όρος της Παραυαίας ή Παρωραίας. Ο ορεινός όγκος της Τύμφης είναι σχεδόν άδενδρος και ως επί το πλείστον απόκρημνος ιδίως στις βόρειες και ΝΔ προσβάσεις του. Υψώνεται μεταξύ του ποταμού Αώου και του παραποτάμου του Βοϊδομάτη. Αποτελούσε και αποτελεί το καλύτερο θέρετρο των νομάδων κτηνοτρόφων της περιοχής. Οι ψηλότερες κορυφές της Τύμφης είναι η Γκαμήλα 2.497 μ., η Γκούρα 2.467 μ., η Αστράκα 2.432 μ., και ακολουθούν ο Άβαλος, η Ραδόβολη, ο Πλόσκος, ο Λαγαρής, ο Αϊλιάς κ.ά. Στα οροπέδια της Τύμφης υπάρχουν πολλές γραφικές αλπικές λίμνες με πλούσιους θρύλους και παραδόσεις, με γνωστότερη τη Δρακόλιμνη. Η μεγαλύτερη από αυτές, η Ριζίνα απέχει περίπου 4 ώρες πεζοπορία από το Βραδέτο. Οι ΝΔ πλαγιές της Τύμφης καταλήγουν στο «Φαράγγι του Βίκου». Η ανάβαση στις κορυφές γίνεται από το Βραδέτο μετά από 7ωρη πορεία, αλλά και από το Μικρό Πάπιγκο με 3ωρη πορεία ως το καταφύγιο της Αστράκας και με βάση αυτό στις κορυφές Γκαμήλα, Πλόσκο, Αστράκα και άλλες.
7. Βαρδούσια (Κόρακας) 2.495 μ. : Είναι σύμπλεγμα βουνών που περιλαμβάνει το νοτιότερο άκρο της Πίνδου στη Στερεά Ελλάδα. Υψώνεται στα σύνορα των νομών Φωκίδας και Φθιώτιδας. Είναι το δεύτερο ψηλότερο βουνό της Ρούμελης, μετά την Γκιώνα, με ύψος που φτάνει τα 2.495 μ. (κορυφή Κόρακας). Ο κύριος όγκος των Βαρδουσίων υψώνεται στα εδάφη της επαρχίας Δωρίδας του νομού Φωκίδας, ενώ μικρό τμήμα του στα βόρεια υπάγεται στο νομό Φθιώτιδας. Τα Βαρδούσια αποτελούνται από τρία συγκροτήματα κορυφών, το βόρειο, το δυτικό και το νότιο. Το βόρειο συγκρότημα χαρακτηρίζεται από ομαλές κορφές, το δυτικό παρουσιάζει πολλές απόκρημνες κι ανεξάρτητες μεταξύ τους κορυφές, ενώ το νότιο που είναι και το υψηλότερο, σχηματίζει μία απόκρημνη και μεγάλη σε μήκος κορυφογραμμή. Είναι από τις ελάχιστες οροσειρές της Ελλάδας που έχουν αλπικό χαρακτήρα. Η οροσειρά ορίζεται από τους ποταμούς Μόρνο, Εύηνο και Κοκκινοπόταμο και έχει πλούσια χλωρίδα. Μεγάλο τμήμα της επιφάνειάς της καλύπτεται από δάση ελάτης, βελανιδιάς και κέδρων (αρκεύθων) ενώ στα εκτεταμένα υψίπεδα που σχηματίζονται ανάμεσα στις κορυφές βόσκουν μεγάλα κοπάδια προβάτων και γιδιών.
8. Παρνασσός 2.457 μ. : Είναι βουνό της Στερεάς Ελλάδας, που εκτείνεται στους νομούς Βοιωτίας, Φθιώτιδας και Φωκίδας. Έχει μέγιστο ύψος 2.457 μ., (ψηλότερη κορυφή η Λιάκουρα) και είναι ένα από τα ψηλότερα βουνά της Ελλάδας. Στα ΒΔ ενώνεται με τη Γκιώνα, ενώ στα νότια συνδέεται με την Κίρφη. Το βουνό είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ελληνική ιστορία και μυθολογία, κυρίως για το Μαντείο των Δελφών, που ήταν χτισμένο πάνω του. Από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, οι Δελφοί αποτελούν πόλο έλξης χιλιάδων τουριστών από όλο τον κόσμο, προσδίδοντας με τη φήμη τους αίγλη στον Παρνασσό. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, το βουνό οφείλει το όνομά του στον ήρωα Παρνασσό, που είχε κτίσει εκεί μια πόλη, που καταστράφηκε από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Τότε οι κάτοικοι της πόλης ακολουθώντας τις κραυγές των λύκων οδηγήθηκαν ψηλότερα στο βουνό για να γλιτώσουν από τον κατακλυσμό, όπου έχτισαν μια νέα πόλη που την ονόμασαν Λυκώρεια, που σημαίνει κραυγές των λύκων. Το όνομα αυτό διασώζεται μέχρι και σήμερα ελαφρά παραλλαγμένο. Ο Παρνασσός παλαιότερα ονομαζόταν Λιάκουρα, που αποτελεί δημώδη ονομασία που συναντάται κυρίως στα κλέφτικα τραγούδια και προέρχεται από το Λυκώρεια. Επίσης, έτσι ονομάζεται η ψηλότερη κορυφή του Παρνασσού. Ετυμολογικά, η λέξη Παρνασσός, υποστηρίζεται ότι προέρχεται από το προελληνικό υπόστρωμα, δηλαδή τη γλώσσα που μιλούσαν οι Πελασγοί, και στων οποίων τα τοπωνύμια ήταν συχνή η κατάληξη -σσος.

9. Ψηλορείτης (Ίδη) 2.456 μ. : Είναι το ψηλότερο βουνό της Κρήτης με 2.456 μ. ύψος. Έχει 5 κορυφές που ξεπερνούν τα 2.000 μ: ο Τίμιος Σταυρός (2.456 μ.), ο Αγκαθιάς (2.424 μ.), η Στολίστρα (2.325 μ.), η Βουλομένου (2.267 μ.) και ο Κούσσακας (2.209 μ.). Η πρόσβαση στις κορυφές γίνεται από αρκετά μονοπάτια. Το πιο συνηθισμένο και καλά σημαδεμένο μονοπάτι (Ε4) είναι από το οροπέδιο της Νίδας (η πεζοπορία υπολογίζεται στις 5 ώρες περίπου). Στον Ψηλορείτη βρίσκεται και το Ιδαίο άντρο (υψόμετρο 1.495 μ.), αρχαιολογικός τόπος και σπήλαιο. Κατά την ελληνική μυθολογία είναι το μέρος όπου ανατράφηκε ο Δίας από τους Κουρήτες και τη νύμφη Αμάλθεια. Λίγο χαμηλότερα, σε υψόμετρο 1.187 μ. βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος της Ζωμίνθου, όπου υπάρχει μία εγκατάσταση της μινωικής εποχής. Το οροπέδιο Νίδα είναι μια εύφορη πεδιάδα σε ύψος 1.400 μ. πάνω στον Ψηλορείτη και απέχει 24 χλμ. από τα Ανώγεια, 78 χλμ. από το Ρέθυμνο και 60 χλμ. από το Ηράκλειο. Στη Νίδα ο επισκέπτης μπορεί να δει τον παραδοσιακό χώρο παραγωγής τυριού, τα μιτάτα, το χιονοδρομικό κέντρο του Ψηλορείτη και τη σπηλιά «Ιδαίον Άντρο». Στη διάρκεια του χειμώνα το χιόνι στην περιοχή είναι αρκετό και κάτω από το λόφο, στη βάση της κορυφής του Ψηλορείτη, λειτουργεί ένα χιονοδρομικό κέντρο. Από τις 22 ως τις 30 Ιουλίου γίνονται εκδηλώσεις με συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις κλπ., προς τιμή του Αγίου Υακίνθου κοντά στον ομώνυμο Ναό, που βρίσκεται περίπου στα 1.800 μ.
10.  Λευκά Όρη (Κρήτη) 2.453 μ. : Η οροσειρά Λευκά Όρη ή Μαδάρες βρίσκεται στη δυτική Κρήτη, εκτεινόμενη σε περιοχή με μήκος 60 και πλάτος 35 χιλιομέτρων. Ουσιαστικά καλύπτουν το μεγαλύτερο τμήμα του νομού Χανίων και μέρος του Ρεθύμνης. Με την κορυφή τους Πάχνες στα 2.453,63 μέτρα, μοιράζονται τον τίτλο του ψηλότερου βουνού του νησιού με τον Ψηλορείτη ή Ίδη (Τίμιος Σταυρός επίσης 2.453,56 μ) στο κεντρικό του τμήμα.
11. Αθαμανικά όρη (Τζουμέρκα) 2.429 μ. : Είναι μεγάλη οροσειρά της δυτικής Ελλάδος, που ουσιαστικά αποτελεί τμήμα της ευρύτερης οροσειράς της Πίνδου. Η ψηλότερη κορυφή τους είναι η Κακαρδίτσα με υψόμετρο 2.429 μ. και η επόμενη ψηλότερη είναι το Καταφίδι (ή Καταφύδι) με υψόμετρο 2.393 μ. Καταλαμβάνουν τμήμα των νομών Ιωαννίνων, Άρτας και Τρικάλων. Το όριο τους στα ανατολικά είναι ο ποταμός Αχελώος, που διαχωρίζει τα Αθαμανικά Όρη από την υπόλοιπη Πίνδο, ενώ βόρεια γειτονεύουν με τον Λάκμο. Η οροσειρά χωρίζεται σε δύο επιμέρους τμήματα. Το βορειότερο τμήμα που βρίσκεται στα όρια των νομών Ιωαννίνων και Τρικάλων ονομάζεται Κακαρδίτσα και σε αυτό ανήκει η ψηλότερη κορυφή της οροσειράς, με υψόμετρο 2.429 μ. Η κορυφή βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Ματσούκι, Μελισσουργοί και Αθαμανία. Άλλες ψηλές κορυφές της είναι οι: Καταραχιάς (2.299 μ.), Χίλια εξήντα (2.253 μ.), Τσούμα Πλαστάρι (2.188 μ.) , Κρυάκουρας (2.100 μ.), Φούρκα (2.100 μ.), Καταφύγι (2.098 μ.) και Βαρικό (2.007 μ.). Χωρίζεται από τον Λάκμο από τα ρέματα Νέγκρη και Μονοδέντρι, ενώ ενώνεται με αυτόν με τον αυχένα Μπάρο. Το νοτιότερο τμήμα είναι τα κυρίως Τζουμέρκα και ανήκει κυρίως στο νομό Άρτας. Ορίζεται δυτικά από την κοιλάδα του Αράχθου, ανατολικά από τον Αχελώο, στα ΒΑ χωρίζεται από την Κακαρδίτσα από το Μελισσουργιώτικο ποτάμι, και νότια συνδέεται με τα Όρη Βάλτου. Η ψηλότερη κορυφή του είναι το Καταφύδι με υψόμετρο 2.393 μ. Άλλες ψηλές κορυφές είναι οι: Στρογγούλα (2.107 μ.), Γερακοβούνι (2.211 μ.), Αγκάθι (2.392 μ.) και Σκλάβα (2.067 μ.). Οικισμοί χτισμένοι περιμετρικά του νότιου τμήματος είναι οι Μελισσουργοί, η Πράμαντα, η Άγναντα, το Βουλγαρέλι, τα Θεοδώριανα, το Καταφύγιο, τα Κονάκια, ο Καταρράκτης, η Κρυοπηγή, τα Λεπιανά, το Αθαμάνιο κλπ. Για κάποια γεωγραφικά έντυπα τα Αθαμανικά όρη ή Τζουμέρκα περιορίζονται μόνο σ’ αυτό το τμήμα, ενώ η Κακαρδίτσα θεωρείται ξεχωριστή οροσειρά. Τα Αθαμανικά όρη έχουν χαρακτηριστεί μία από τις σημαντικές περιοχές για πουλιά της Ελλάδας και έχουν προταθεί για να χαρακτηριστούν εθνικό πάρκο. Η οροσειρά οφείλει την ονομασία της στο αρχαιοελληνικό φύλο των Αθαμανών που ήταν εγκατεστημένο στην περιοχή αυτή. Οι Αθαμάνες άκμασαν κυρίως τον 3ο και 2ο αιώνα π.Χ., όπου διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις συγκρούσεις μεταξύ Μακεδόνων και Αιτωλών.
Πηγή : https://apotis4stis5.com/themata-f/18458-psilotera-vouna-elladas
https://www.discovergreece.com/el/mainland/mountains

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2019

Battle of Arcadiopolis (970 AD) : The Byzantine general Bardas Skliros defeated all the powerful armies of Eastern Europe in one single battle

The Battle of Arcadiopolis was fought in 970 between a Byzantine army under Bardas Skleros and a Rus' army, the latter also including allied Bulgarian, Pecheneg and Hungarian (Magyar) contingents. In the preceding years, the Rus' ruler Sviatoslav had conquered Bulgaria, and was now menacing Byzantium as well. The Rus' force had been advancing through Thrace towards Constantinople when it was met by Skleros' force. Having fewer men than the Rus', Skleros prepared an ambush and attacked the Rus' army with a portion of his force. The Byzantines then feigned retreat, and succeeded in drawing off the Pecheneg contingent into the ambush, routing it. The remainder of the Rus' army then panicked and fled, and suffered heavy casualties from the pursuing Byzantines. The battle was important as it bought time for the Byzantine emperor John I Tzimiskes to settle his internal problems and assemble a large expedition, which eventually defeated Sviatoslav the next year.

In 965 or 966, a Bulgarian embassy visited the Byzantine emperor Nikephoros II Phokas (r. 963–969) at Constantinople to receive the annual tribute that had been agreed by the two powers as the price of peace in 927. Phokas, flush and self-confident from a series of victories against the Arabs in the East that had led to the recovery of Crete, Cyprus and Cilicia, refused to comply, and even had the envoys beaten up. He followed this up with a show of military strength, by sending a small force to raze a number of Bulgarian border posts in Thrace. It was a clear declaration of war, but Nikephoros' forces were largely preoccupied in the East. Thus the emperor turned to the traditional Byzantine expedient of turning one of the peoples living further north, in modern-day Ukraine, against Bulgaria. He sent an ambassador, the patrikios Kalokyros, to Sviatoslav, ruler of the Rus' with whom the Byzantines had maintained close relations. Sviatoslav enthusiastically responded, and invaded Bulgaria in 967 or 968 in a devastating raid, before returning home to defend his capital against a Pecheneg attack. This forced the Bulgarian tsar, Peter I, to the negotiating table, agreeing to terms favourable to Byzantium. However, this brief sojourn also awakened in Sviatoslav the desire to conquer Bulgaria and establish his own realm there. He returned in force in July or August 969 and conquered the country within a few months. Nikephoros' scheme had backfired dramatically: instead of peace, a new and formidable foe had appeared in the Balkans, and a large part of the Bulgarian nobility appeared to side with the Rus' prince. The emperor, however, was murdered in December 969, and it fell to his successor, John I Tzimiskes (r. 969–976), to deal with the Rus' threat.

Sviatoslav now turned his sights on Byzantium, and to John's entreaties for peace he allegedly answered that the Empire should abandon its European territories to him and withdraw to Asia Minor. Tzimiskes himself was preoccupied with consolidating his position and with countering the unrest of the powerful Phokas clan and its adherents, and delegated the war in the Balkans to his brother-in-law, the Domestic of the Schools Bardas Skleros, and to the eunuch stratopedarches Peter. They were to winter in Thrace and raise an army, whilst sending spies to discover Sviatoslav's intentions. At the news of this, a powerful Rus' force, along with many Bulgarians and a Pecheneg contingent, was sent south over the Balkan Mountains. After sacking the city of Philippopolis (Plovdiv) in Thrace, they bypassed the heavily defended city of Adrianople and turned towards Constantinople. The size of the Rus' army, and whether it comprised the entirety of Sviatoslav's forces or just a division, is unclear. John Skylitzes, for instance, implies that this was the entire Rus' army, numbering an incredible 308,000 men, but the contemporary Leo the Deacon reports that it was a detachment of "over 30,000 men". It is clear, that the Byzantines were considerably outnumbered, and that the Rus' force at Arcadiopolis included significant numbers of Bulgarians, as well as allied contingents of Pechenegs and "Turks" (i.e. Magyars).

Bardas Skleros or Sclerus was a Byzantine general who led a wide-scale Asian rebellion against Emperor Basil II in 976–979. Bardas belonged to the great family of the Skleroi, which owned enormous estates at the eastern outskirts of Asia Minor. His mother Gregoria descended from Basil I's brother Bardas. The greatest coup of his early career was a brilliant defense of Constantinople against the army of Svyatoslav I of Kiev in 970. During the Battle of Arcadiopolis, he reportedly managed to inflict as many as 20,000 casualties on the Rus, while the campaign claimed the lives of merely 25 Greek soldiers. After he had shown himself equal to dealing with the fiercest enemies of Byzantium, Bardas became a trusted advisor to John I Tzimiskes, who was his brother-in-law. "The truth was, the men who had enrolled in Skleros's army were no longer divided in their loyalties: every one of them was a declared rebel. Their leader inspired them with his own resolute determination and bound them into one coherent body. By favours he won their loyalty, by his kindliness he earned their devotion. He reconciled their differences, ate at the same table as his men, drank from the same cup, called them by name, and by his flattery bound them to his allegiance" (Michael Psellos). The bloodline of Bardas Skleros continued. A grandson, Basil Skleros, was married to a sister of Emperor Romanos III. One of Basil's daughters, married Constantine Monomachos, who would become Emperor, while Basil's granddaughter Maria, became mistress of Constantine. One of these women was the grandmother of Vladimir Monomakh, Great Prince of Russia.

Skleros then quickly assembled a force of ten to twelve thousand men and set out to meet the Rus'. The two armies met near Arcadiopolis (Turkish Thrace), some 80 km west of Constantinople. The two primary accounts on the Byzantine side differ on the preliminaries of the battle: Leo the Deacon reports that Skleros sent a scouting detachment ahead under the patrikios John Alakaseus, and then gave battle after only a day, but the later chronicle of Skylitzes reports that for a few days, Skleros with his men remained within the walls of Arcadiopolis as the Rus' encamped nearby, and refused to come out and meet them in battle despite their repeated challenges for him to do so. According to Skylitzes, the Rus' quickly became convinced that the imperial army was too afraid to face them; consequently they roamed about the countryside plundering, neglected their camp defences and spent their nights in heedless revelry. Skleros eventually set out from the city, and divided his forces into three groups: two divisions were placed in ambush on the wooded sides of the road leading towards the Rus' camp, while another, probably some 2,000–3,000 men, was placed under himself (or Alakaseus in Skylitzes' account) and went forth to attack the Rus' host. The Byzantine detachment quickly came into contact with the Rus' army, and charged the Pecheneg contingent. The Byzantines executed a gradual orderly retreat, turning at intervals to charge back at the pursuing Pechenegs, who had thus become separated from the main body of the Rus' army. This conflict was fierce and bloody, taxing the discipline and endurance of the small Byzantine force. According to Leo the Deacon, at one point one of the Pechenegs charged Bardas himself and delivered a sword blow on his helmet, which was deflected by the metal without doing harm. Bardas' young brother Constantine came to his rescue, killing the Pecheneg.

When the two opposing forces reached the place of the ambush, Bardas ordered the trumpets blown and the two concealed Byzantine divisions attacked the Pechenegs from the flanks and the rear. Cut off from aid and surrounded, the Pechenegs began to panic and flee. One of their leaders tried to rally his men, but he was attacked by Bardas Skleros himself, who killed him with a single sword-blow that reportedly cut him in two from his head down to the waist, through the Pecheneg's helmet and cuirass. The loss of the Pecheneg commander turned the battle into a complete rout, and panic spread to the Bulgarian contingent following behind the Pechenegs, which also suffered heavy casualties in the general chaos. The Byzantine casualties in the battle were low (Skylitzes speaks of 25 dead and Leo of 55) although they lost many horses to the Pecheneg arrows, while the losses of the Rus' force, although certainly lower than Leo's claimed 20,000, were still significant, probably running into several thousands. When the two opposing forces reached the place of the ambush, Bardas ordered the trumpets blown and the two concealed Byzantine divisions attacked the Pechenegs from the flanks and the rear. Cut off from aid and surrounded, the Pechenegs began to panic and flee. One of their leaders tried to rally his men, but he was attacked by Bardas Skleros himself, who killed him with a single sword-blow that reportedly cut him in two from his head down to the waist, through the Pecheneg's helmet and cuirass. The loss of the Pecheneg commander turned the battle into a complete rout, and panic spread to the Bulgarian contingent following behind the Pechenegs, which also suffered heavy casualties in the general chaos. The Byzantine casualties in the battle were low (Skylitzes speaks of 25 dead and Leo of 55) although they lost many horses to the Pecheneg arrows, while the losses of the Rus' force, although certainly lower than Leo's claimed 20,000, were still significant, probably running into several thousands.

The Byzantines were unable to exploit this victory or pursue the remnants of the Rus' army, since Bardas Phokas rose in revolt in Asia Minor. Bardas Skleros and his men were consequently withdrawn to Asia Minor, whilst Sviatoslav restricted his forces to the north of the Balkan Mountains. In the spring of the next year, however, with Phokas' rebellion subdued, Tzimiskes himself, at the head of his army, advanced north into Bulgaria. The Byzantines took the Bulgarian capital Preslav, capturing the Bulgarian tsar Boris II, and confined the Rus' in the fortress of Dorostolon (Silistra). After a three-month siege and a series of pitched battles before the city walls, Sviatoslav conceded defeat and abandoned Bulgaria. In Hungarian historiography, the Battle of Arcadiopolis is considered as the final chapter of the Hungarian invasions of Europe, a series of plundering raids both westward and southward since the end of the 9th century. Following that the new Grand Prince, Géza consolidated his authority and also supported Christian missionaries from Western Europe (experiencing the fate of the Bulgarian patriarchate after John Tzimiskes's campaign against Bulgaria, when lost its independence), which led to the Christianization of the Magyars and the establishment of the Christian Kingdom of Hungary by the beginning of the new millennium
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Bardas_Skleros
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Arcadiopolis_(970)