Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2019

Η ψυχαγωγία και η διασκέδαση των Ελλήνων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας

Πολλοί ταβερνιάρηδες, για να αυξήσουν τα κέρδη τους, νόθευαν το κρασί, προσθέτοντας ποσότητες νερού. Εκτός από αυτό, συχνά εξαπατούσαν τους πελάτες τους χρησιμοποιώντας δοχεία μικρότερα από το κανονικό. Τέτοια δοχεία ήταν το «μέτρον», που χωρούσε 30 λίτρες, και η «μίνα», που χωρούσε 3 λίτρες. Αν κάποιοι συλλαμβάνονταν να χρησιμοποιούν δοχεία που δεν είχαν τη σφραγίδα του έπαρχου ή ήταν μικρότερα από τα επιτρεπόμενα, μαστιγώνονταν, κουρεύονταν και διαγράφονταν από το σωματείο των καπήλων. Στους δρόμους πολλών πόλεων του Βυζαντίου μπορούσε να συναντήσει κανείς κάποιους μικροπωλητές, που τους αποκαλούσαν «πουσκάριους». Αυτοί είχαν στους πάγκους τους και πουλούσαν στους περαστικούς βραστά όσπρια. Συνήθως διέθεταν βραστές φακές και βραστά ή ψητά ρεβίθια, όπως και σπόρους κάνναβης, το γνωστό κανναβούρι. Εξίσου αγαπητά ήταν στους Βυζαντινούς και τα φασόλια, τα κουκιά και τα μπιζέλια. Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου συνήθιζαν να προσφέρουν στα ανάκτορα γεύματα καθημερινά για τις δώδεκα μέρες (κλητώρια) που ακολουθούσαν τα Χριστούγεννα. Σε κάθε γεύμα καλούσαν περίπου 250 άνδρες από τους ανώτερους πολιτικούς, στρατιωτικούς και εκκλησιαστικούς αξιωματούχους. Μαζί τους καλούσαν και 12 φτωχούς, όπως και τους ξένους πρεσβευτές. Όταν όμως τα οικονομικά του κράτους δεν πήγαιναν καλά και υπήρχε ανέχεια στους πολίτες, οι αυτοκράτορες ματαίωναν τα γεύματα αυτά και διέθεταν αλλού τα χρήματα. Στον βυζαντινό στρατό χρησιμοποιούνταν κουλούρια για τη σίτιση των στρατιωτών. Τα κουλούρια αυτά (σε σχήμα κρίκου), όταν έπρεπε να διατηρηθούν για πολλές μέρες, τα φρυγάνιζαν. Ετυμολογικά η λέξη «κουλούρι» προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «κολλύρια», που σήμαινε ψωμί κατώτερης ποιότητας που δινόταν στους δούλους. Από εκεί η βυζαντινή λέξη κολλύρα ή κολλούριον, που έγινε κουλούρι. Τα βασικά είδη διατροφής των Βυζαντινών ήταν ψωμί, λαχανικά, ελιές, τυρί, ψάρια, λάδι και κρασί. Από τα πρόχειρα φαγητά πολύ συνηθισμένα ήταν, εκτός από το ψωμοτύρι, η πανάδα (κομμάτια ξερό ψωμί μαγειρεμένα με λάδι και κομμένα κρεμμύδια) και η «γρούτα», δηλαδή το κουρκούτι. Το κρέας ήταν είδος πολυτελείας. Δεν αποτελούσε καθημερινή τροφή για τους Βυζαντινούς, και επειδή κόστιζε πολύ αλλά και επειδή η θρησκεία υπαγόρευε πολλές νηστείες. Χοιρινά, αρνιά, γίδες, βοοειδή, ελάφια και λαγοί περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των βυζαντινών φαγητών. Εκτός από το νερό, οι Βυζαντινοί έπιναν και διάφορα άλλα ποτά, τα οποία παρασκεύαζαν χρησιμοποιώντας κρασί, νερό, μέλι και άλλα υλικά. Ο ζύθος (μπίρα), που παρασκευαζόταν από κριθάρι, βρόμη, κεχρί ή και σιτάρι, ήταν διαδεδομένος σε διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας. Ως δροσιστικά ποτά οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν τη γνωστή σουμάδα, εκχύλισμα αμυγδάλων σε νερό, το μελίγαλα, ανάμειξη μελιού με γάλα, το υδρόμελι και το απόμελι, που παρασκευαζόταν από το νερό με το οποίο έπλεναν την κηρήθρα του μελιού, αφού είχαν πάρει το μέλι. 


Σε κάποιες εκδηλώσεις με άφθονο κρασί και χορό ακόμα και οι γυναίκες χόρευαν ημίγυμνες, αν και κανονικά για λόγους σεμνότητας συνήθως είχαν καλυμμένο το κεφάλι, τα χέρια και το στήθος. Οι δάσκαλοι απέτρεπαν τους μαθητές να βρίσκονται σε χορευτικές εκδηλώσεις, ενώ η εκκλησία απέβαλε τους πιστούς που επέμεναν να ασχολούνται με τον χορό, που είχε ειδωλολατρικές ρίζες. Εξαίρεση αποτελούσαν οι ήρεμοι και σεμνοί χοροί σε θρησκευτικά πανηγύρια. Φυσικά οι βυζαντινοί προτιμούσαν την διασκέδαση και χόρεψαν με τη ψυχή τους.
Παραδόξως, οι Βυζαντινοί φαίνεται να χορεύουν ακόμη και σε εορτασμούς και πανηγύρια αφιερωμένα στη μνήμη αγίων ή μαρτύρων, είτε σε γιορτές που τους είχε κληροδοτήσει η ειδωλολατρική αρχαιότητα. Χάρη στην αρχαία κληρονομιά του ο κάτοικος της βυζαντινής αυτοκρατορίας χορεύει συρμό, κόρδακα, πυρρίχη, γέρανο ή όρμο, ενώ, την ίδια στιγμή, η θρησκευτική πίστη του τον ωθεί να συμμετέχει σε χορούς όπως αυτός της συντεχνίας των μακελλάρηδων της Κωνσταντινούπολης κατά τη διάρκεια της εορτής του προστάτη τους, του αρχάγγελου Μιχαήλ. Ο χορός είναι την εποχή αυτήν κυρίως έκφραση συλλογικής χαράς σε γάμους και άλλες διαβατήριες τελετές ή σε επινίκια σημαντικών μαχών, σε κάποιες όμως περιπτώσεις ακόμη και μέσο τιμωρίας ή εξευτελισμού. Οι Βυζαντινοί χορεύουν κυρίως σε χώρους κοσμικού χαρακτήρα, σε σπίτια, στον Ιππόδρομο, στο Παλάτι και αλλού αλλά και σε τόπους ιερούς. Την ίδια λοιπόν εποχή, που επαγγελματίες συνήθως χορευτές συμμετέχουν σε κοσμικές εκδηλώσεις δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα (θέατρο, συμπόσια, χοροδράματα, παντομίμες κ.ά.), από το νάρθηκα των βυζαντινών ναών ακούγονται μοιρολόγια που συνοδεύονται από έντονες χορευτικές κινήσεις, ενώ οι νεόνυμφοι βηματίζουν αργά γύρω από την Αγία Τράπεζα με τη συνοδεία του τροπαρίου «Ησαΐα χόρευε…». Τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιούσαν οι Βυζαντινοί: αυλούς, κιθάρες, πολύχορδα, κρουστά, κρουστά ή το «πολύαυλον όργανον» «το εκκλησιαστικό» οργανο, όπως είναι γνωστό σήμερα.


Το πανηγύρι κατά κύριο λόγο αποτελεί θρησκευτική γιορτή που τελείται για να τιμηθεί η μνήμη του αγίου στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναός μιας περιοχής. Συχνά στον περίβολο του ναού ή σε αδόμητο χώρο μπροστά του οι πιστοί συμμετέχουν σε διάφορες εκδηλώσεις, όπως χορούς, τραγούδια ή φαγητό. Η εμποροπανήγυρη είναι μια υπαίθρια αγορά, που στήνεται με την ευκαιρία ενός πανηγυριού, και όπου γίνονται αγοραπωλησίες προϊόντων ή ζώων. Οι εμποροπανηγύρεις συνήθως αποτελούν μη μόνιμες αγορές, που συνδέονται με κάποια εορταστική εκδήλωση.  Τα πανηγύρια, αν και αρχικά αποδοκιμάστηκαν από τους Πατέρες της Εκκλησίας ως κατάλοιπα ειδωλολατρικών θρησκευτικών εορτών που προήγαγαν το πνεύμα του κέρδους και την ελαφρότητα των ηθών, συνέβαλαν  στην ανάπτυξη του εμπορίου, ιδιαίτερα στις επαρχιακές πόλεις, αποφέροντας σημαντικά οικονομικά οφέλη για την εκκλησία και το κράτος.  Για την πραγματοποίηση των εμποροπανηγύρεων βασικό ρόλο έπαιζε η εμπορικότητά και η γεωγραφική θέση κάθε πόλης, καθώς και η ύπαρξη ή όχι λιμανιού και σημαντικού χερσαίου δρόμου αφού πολλοί άνθρωποι ταξίδευαν από μακριά για να πραγματοποιήσουν τις αγορές τους. Σημαντικές εμποροπανηγύρεις ήταν αυτές που διεξάγονταν στη Θεσσαλονίκη στην εορτή του Αγίου Δημητρίου και της Τραπεζούντας στην εορτή του Αγίου Ευγενίου. Η διάρκεια των εμποροπανηγύρεων δεν ήταν προκαθορισμένη· μπορούσε να διαρκέσει λίγες ή πολλές μέρες, ανάλογα με την επιτόπια ζήτηση. Προκαθορισμένος δεν ήταν ούτε ο χώρος διεξαγωγής τους, καθώς άλλες φορές στήνονταν μπροστά στους εορτάζοντες ναούς και άλλες έξω από τα τείχη της πόλης. Προτιμούσαν πάντως τα ελεύθερα και επίπεδα μέρη για να έχουν μεγαλύτερο χώρο στη διάθεσή τους οι έμποροι για να απλώσουν την πραμάτειά τους, που περιλάμβανε σκεύη, υφάσματα, χαλιά, τρόφιμα, δέρματα και ζώα (άλογα, βόδια, πρόβατα και χοίρους) αλλά και για να μπορούν να κινηθούν με μεγαλύτερη ευκολία οι αγοραστές ανάμεσα στις σκηνές. Οι εκτός των τειχών χώροι προτιμούνταν και για λόγους ασφαλείας αφού συχνά στα πανηγύρια προσέρχονταν ξένοι που μπορούσαν να είναι κατάσκοποι ή εχθροί. Ο χώρος της αγοράς αποτελούσε ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής των κατοίκων της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η ατμόσφαιρα που επικρατούσε σε αυτήν ήταν χαλαρή δίνοντας στους συμμετέχοντες την ευκαιρία να ξεφύγουν από τα προβλήματα τους, να κοινωνικοποιηθούν και να διασκεδάσουν. Η διασκέδαση περιλάμβανε θεάματα όπως αυτοσχέδιες παραστάσεις μίμων και ακροβατών και επιδείξεις ζώων, που επιδίδονταν σε παιχνίδια και περιφέρονταν στους δρόμους. Τους άρεσε ακόμα να παρακολουθούν ταχυδακτυλουργούς αλλά και ανθρώπους που διέφεραν από το μέσο όρο, όπως γίγαντες και νάνους, αλλά και σιαμαίους που επιδεικνύονταν σε δημόσιους χώρους και σε δρόμους.


Οι Βυζαντινοί αγαπούσαν ιδιαίτερα τις διασκεδάσεις και τα θεάματα, τόσο εκείνα που τελούνταν στα θέατρα και στους ιπποδρόμους όσο και αυτά που πραγματοποιούνταν στους δρόμους και στις πλατείες των πόλεων με την ευκαιρία των πανηγύρεων. Οι άνθρωποι της εποχής διασκέδαζαν με γελωτοποιούς, ταχυδακτυλουργούς, σχοινοβάτες και ακροβάτες αλλά και με ζώα, όπως εκπαιδευμένους σκύλους και πιθήκους που έκαναν διάφορα παιχνίδια στους δρόμους και τα καπηλεία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειχναν και για τις εξημερωμένες αρκούδες και τα άγρια ζώα που επιδεικνύονταν στον ιππόδρομο. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούσαν ακόμα οι άνθρωποι που διαφοροποιούνταν από τον μέσο όρο, όπως οι γίγαντες και οι νάνοι, αλλά και οι σιαμαίοι που σε περίπτωση που δεν είχαν εκδιωχθεί από τις πόλεις ως κακοί οιωνοί, περιφέρονταν στους δρόμους και τις αγορές. Η Κωνσταντινούπολη διέθετε τουλάχιστον τέσσερα θέατρα κατά τον 5ο αιώνα,  με πιο σημαντικό απ’ όλα το Μεγάλο Θέατρο (theatrum maius) που ιδρύθηκε από το Σεπτίμιο Σεβήρο κοντά στο παλάτι και όπου ανέβαιναν και έργα κλασικού ρεπερτορίου. Η κύρια πάντως μορφή του θεάματος ήταν το μιμοθέατρο με ερμηνευτή το μίμο και θεματολογία που προερχόταν από τη μυθολογία, την καθημερινή ζωή, ακόμα και τα χριστιανικά μυστήρια. Οι θίασοι των μίμων αποτελούνταν από άνδρες αλλά και γυναίκες. Κύριο εκφραστικό τους μέσο αποτελούσε το πρόσωπο και ιδιαίτερα τα μάτια, γι’ αυτό και οι μίμοι στο Βυζάντιο δε φορούσαν μάσκα, ενώ είχαν και ιδιαίτερες κομμώσεις. Αν και ορισμένοι μίμοι ζούσαν στη χλιδή και καλούνταν σε γάμους, συμπόσια και επίσημα αυτοκρατορικά γεύματα, οι περισσότεροι θεωρούνταν ανυπόληπτοι και εξομοιώνονταν με πόρνες και μαστροπους. Η πλειοψηφία προερχόταν από τα χαμηλότερα στρώματα και χαρακτηριζόταν από αμφίβολη ηθική.  Η δραστηριότητα των μίμων φαίνεται πάντως ότι υποχώρησε σταδιακά μετά τον 7ο αιώνα. Αν και το ερώτημα αν υπήρχε θέατρο στο μέσο και ύστερο Βυζάντιο παραμένει, φαίνεται ότι υπήρχε αφενός ένα είδος λαϊκού θεάτρου που παρουσιαζόταν ευκαιριακά στα πανηγύρια και στις εμποροπανηγύρεις από ημι-επαγγελματίες ηθοποιούς ή μίμους και αφετέρου ένα λόγιο είδος θεάματος που εντασσόταν σε πλαίσια θρησκευτικής αγωγής. Τα κείμενα που έχουν σωθεί είναι θρησκευτικά δράματα εξ ολοκλήρου γραμμένα σε διαλογική μορφή, που δεν αποτελούσαν πρωτότυπα έργα αλλά συρραφή στοιχείων από αρχαίες τραγωδίες και εκκλησιαστικά κείμενα με κύριο σκοπό να τονώσουν το θρησκευτικό αίσθημα του κοινού. Στα έργα του θρησκευτικού θεάτρου μπορούν να ενταχθούν και δρώμενα ανώνυμων συγγραφέων που εντάχτηκαν στην ορθόδοξη λειτουργία και αποτελούν σκηνικές αναπαραστάσεις ιερών επεισοδίων, όπως είναι η ακολουθία του Νιπτήρος. 


Ήταν τόσο μεγάλος ο φανατισμός για τις ιπποδρομίες στην Πόλη, που όταν τελούνταν, οι δρόμοι ήταν έρημοι από κόσμο. Αν ήταν Κυριακή, οι πιστοί στους ναούς ήταν ελάχιστοι, γεγονός που έκανε τους ιερείς να οργίζονται. Τίποτα δεν σταματούσε όμως τους φανατικούς φίλους του ιπποδρόμου: ούτε η σωτηρία της ψυχής, ούτε η φτώχεια, ούτε η δουλειά, ούτε η αρρώστια. Και έμεναν όλη την ημέρα στον ιππόδρομο, ακόμα και τις ώρες του μεσημεριού, που γινόταν ένα μεγάλο διάλειμμα, από τον φόβο μήπως χάσουν τη θέση τους. Πολλές φορές μάλιστα υπέφεραν από τον καυτό ήλιο ή τον αέρα ή ακόμα και τη βροχή, που την υπέμεναν καρτερικά, χωρίς προφυλάξεις. Το πιο σκληρό αγώνισμα που γινόταν στον ιππόδρομο ήταν η πυγμαχία. Οι αθλητές δεν φορούσαν προστατευτικά γάντια, γεγονός που έκανε τα χτυπήματα περισσότερο οδυνηρά. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι αθλητές μετά το αγώνισμα ήταν γεμάτοι αίματα, με σπασμένα κεφάλια, έτοιμοι να καταρρεύσουν. Όμως, επειδή ήταν δείγμα ανδρισμού να μη δείχνουν τον πόνο τους, δάγκωναν τα χείλη και έτριζαν τα δόντια, κρατώντας ταυτόχρονα το κεφάλι τους ψηλά. Στις διασκεδάσεις τους οι Βυζαντινοί, αν συγκριθούν με τους Ρωμαίους, ήταν πολύ πιο ήπιοι. Στον ιππόδρομο δεν έριχναν ανθρώπους στα λιοντάρια και η πιο αγαπημένη τους διασκέδαση ήταν οι αρματοδρομίες και όχι οι αιματηροί αγώνες των μονομάχων. Σε αυτό έπαιξε ρόλο η αλλαγή της θρησκείας και η εκκλησία.
Πηγή : http://peritexnisologos.blogspot.com/2016/04/h_20.html
http://exploringbyzantium.gr/EKBMM/Page?name=ypomeleti&lang=gr&id=1&sub=324&level=1
http://exploringbyzantium.gr/EKBMM/Page?name=ypomeleti&lang=gr&id=1&sub=323&level=1
http://vizantinaistorika.blogspot.com/2016/07/o_23.html

Τα κέντρα διασκέδασης των Ελλήνων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Χώρος εστίασης, κρασοκατάνυξης, κεφιού, μουσικής και χορού, ζωηρών συζητήσεων και πονεμένων εκμυστηρεύσεων. Με μια ιστορία που κρατάει πάνω από 2.500  χρόνια, η παραδοσιακή ελληνική ταβέρνα  ξεκινά  από την αρχαία Ελλάδα και περνά στα καπηλειά και στα «μαγέρικα» του Βυζαντίου, για να φτάσει ως τι μέρες μας. O Βυζαντινός; άνθρωπος, γήινος και γλεντζές, φίλος του κρασιού και του φαγητού, σύχναζε και διασκέδαζε σε λαϊκές ταβέρνες και καπηλειά, με κρασί και χορευτικά θεάματα. Πέρα από το φαγητό και το πιοτό, η ταβέρνα αποτελούσε χώρο συνάντησης, γνωριμιών, συζητήσεων και σχολίων  αλλά και διαμάχης για πολιτικά, θρησκευτικά και τοπικά θέματα. Η λέξη ταβέρνα προέρχεται από τη λατινική «taberna», που ήταν ένα είδος πανδοχείου εγκατεστημένο επάνω σε στρατιωτικούς δρόμους όπως η εγνατία οδός,  εκεί όπου οι στρατιώτες και οι διάφορες  αποστολές έβρισκαν κατάλυμα, τροφή, ποτό και ορισμένες φορές γυναικεία  συντροφιά. Αυτού του είδους οι ταβέρνες οι οποίες σιγά - σιγά αναπτύχθηκαν και μέσα στις πόλεις κατά τη περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ονομάστηκαν και "καπηλεία" όρος ο οποίος προέρχεται από την από την αρχαία Ελλάδα. Γενικά, ο θαμώνας  του καπηλείου στο Βυζάντιο ονομαζόταν καπηλοδύτης και η εργαζόμενη σε αυτό γυναίκα, καπηλίς. Το επάγγελμα αυτό όμως εθεωρείτο κακό, γιατί ο σκανδαλώδης βίος των γυναικών και οι ύποπτες υπηρεσίες που πρόσφεραν σε κάποιες κακόφημες ταβέρνες στους θαμώνες, έδωσαν το περιθώριο να ταυτίζονται τα καπηλεία και με τα πορνεία. Έτσι, λοιπόν, μια άλλη ονομασία ήταν και πορνοκαπηλεία. Ένα διάταγμα του Αυτοκράτορα Ανδρονίκου του γέροντος αναφέρει  ότι: «γύναια φαύλα, μετά την δύσιν του ηλίου, επ’ ολίσθω ψυχών διασκεδάζουσιν εν καπηλείοις» δηλ. η γυναίκα η οποία διασκεδάζει  τις βραδυνές ώρες με άλλους θεωρείται ελαφρών ηθών. Στη βυζαντινή εποχή, κάπηλος ή ταβερνιάρης ήταν ο διευθυντής του καπηλείου ή ταβερνείου και καπήλισσα ή ταβερνιάρισσα, η γυναίκα. Η βαρύτητα της ονομασίας αυτής στα λαϊκά μεσαιωνικά στρώματα φαίνεται στη φράση του σχετικού ποιήματος του «Πουλολόγου», στο οποίο αναφέρεται: «κάποιας κακορίζικης καπήλισσας κοπέλιν». Στο λεξικό του πατριάρχη Φωτίου οι λέξεις ταβερνεία, καπηλεία και πανδοχεία είχαν την ίδια σημασία. Στα καταστήματα αυτά, καθώς και στα συγγενή καπηλομαγειρεία επιβαλλόταν ειδικός φόρος, ο καπηλειατικός, όπως μας πληροφορεί και σχετικό χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Ανδρονίκου Παλαιολόγου προς τους καπήλους της Μονεμβασίας.  


Η εξάπλωση των βυζαντινών καπηλείων ήταν αλματώδης, γεγονός που οφείλεται στην πληθυσμιακή έκρηξη των αστικών κέντρων. Παρά τις αγορανομικές διατάξεις του Επαρχικού Βιβλίου, δημιουργήθηκαν διάφορα άλλα συγγενή καταστήματα, τα λεγόμενα φουσκαρεία ή πουσκαρεία (νοθευτήρια) και σικεροποτεία (φτηνά ποτά) και ανάλογα επαγγέλματα, μεταξύ των οποίων οι θερμοπώλες και οι προπουματάδες. Ειδικά οι επιχειρηματίες των σικεροποτείων, των φτηνών δηλαδή ποτών, αποσκοπούσαν στην προσέλκυση πελατών από τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις οι οποίες δεν ήταν σε θέση να αγοράσουν καλής ποιότητας ποτά λόγω κόστους... Το πρόπομα,  ήταν η προ του φαγητού πόση ορεκτικών ποτών και, προφανώς, οι προποματείς ήταν οι έμποροι και οι πωλητές αυτών των προϊόντων. Οι ειδήμονες της αρχαιοελληνικής αλλά και της βυζαντινής οινοποσίας, γνώριζαν τις επιπτώσεις της μέθης που οδηγούσε  η μεγάλη κατανάλωση ποτών στο καπηλείο. Για να αντιμετωπίσουν την μέθη, συνήθιζαν παράλληλα  να τρώνε θερμοκύαμους ένα είδος οσπρίου μεταξύ θέρμου και κυάμου, δηλαδή κουκιού, καθώς και άλλα είδη οσπρίων (ψημένα ρεβίθια και λούπινα) όπως μας διαβεβαιώνουν οι συγγραφείς Θεόφραστος, Διοσκουρίδης και Πολυδεύκης). Όπως γίνεται αντιληπτό τα  χρησίμευαν ως αντίδοτα κατά της μέθης. Ωστόσο, πέρα από τα θερμοτραγήματα, που αναφέρονται στην κατανάλωση θέρμων και άλλων λιχουδιών ή μεζέδων οι θερμοπώλες πήραν το όνομα αυτό από την ευρύτερη δραστηριότητά τους, στην οποία συγκαταλέγεται και η πώληση θερμών ποτών. Μάλιστα υπήρχαν και ειδικά ποτήρια για την κατανάλωσή τους, όπως η θερμοποτίς. Θερμό ποτό εθεωρείτο το ζεστό κρασί  με πιπέρι ή άλλα αρωματικά και το έπιναν ιδιαίτερα στη Κωνσταντινούπολη και σε άλλες βόρειες περιοχές ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες.  Θα πρέπει βέβαια να σημειώσουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, συναντάμε τα καπηλεία και σαν θερμοπωλεία και τους θερμοπώλες αντίστοιχα σαν μαγείρους ή καπήλους. Πραγματικά η σχέση των θερμοπωλών με τα καπηλεία, όπως περιγράφεται στα βυζαντινά και τα αγιογραφικά κείμενα, ήταν πολύ στενή. Οι μικροπωλητές τέτοιων ειδών ονομάζονταν επίσης στραγαλάδες, γυρεύοντες (γυρολόγοι), πραματευτές και πουσκάριοι ή φουσκάριοι. Συνήθως, οι τελευταίοι ήταν ιδιοκτήτες των πουσκαρείων ή φουσκαρείων, δηλαδή των καταστημάτων που πωλούσαν στραγάλια, θέρμια βραστά, ρεβίθια βραστά, φακές, κόκκους κάνναβης και ένα φαύλο είδος ποτού, το λεγόμενο «πούσκα», από το οποίο πήραν το όνομά τους. Το ποτό αυτό, που το έπιναν οι στρατιώτες κατά τη ρωμαϊκή περίοδο σε μεγάλες ποσότητες, ήταν ένα μίγμα ξιδιού (όξος) και νερού, το γνωστό στους αρχαίους Έλληνες "οξύρατο μίγμα¨". Είναι ακριβώς το ποτό που έπιναν οι Ρωμαίοι στρατιώτες και που έδωσαν με το σφουγγάρι   στον Ιησού χριστό όταν εκείνος δίψασε πριν τον  μαρτυρικό του θάνατο πάνω στο Σταυρό του μαρτυρίου. Αλλα είδη ποτών, που ήταν υποκατάστατα του οίνου και είχαν ευρεία κατανάλωση, όπως μας πληροφορούν τα βυζαντινά κείμενα, ήταν τα σίκερα. Οι καταναλωτές τους, λοιπόν, οι σικεροπότες, έπιναν αυτούς τους «υποτυπώδεις οίνους» (μυρτίτη, μηλίτη, φοινικίτη, κυδωνίτη, σταφιδίτη, απίτη, δηλαδή απιδόκρασο, και άλλους), για λόγους οικονομίας, αφού στοίχιζαν φτηνότερα. Για το είδος αυτών των ποτών αναφέρονται σχετικά οι ερμηνείες: «σέκερα, πας ο σκευαστός οίνος, καλείται και νόθος καν εκ των φοινίκων, καν εκ των άλλων ακροδρύων σκευαζόμενος» και «σίκερα δε έστι παν το άνευ οίνου μέθην εμποιούν, οία εισίν α επιτηδεύουσιν άνθρωποι». Αλλά και ο «οίνος συμμιγής υδύσμασιν», που αναφέρεται από το λεξικό της Σούδας ταυτίζεται και με τα λεγόμενα του Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος αναφέρει ότι οι σικεροπότες ανακάτωναν κρασί με ρόδο, σκόρδο και κρόκο. Φαίνεται πως τα καπηλεία, τα φουσκαρεία και τα θερμοπωλεία ήταν συγγενή καταστήματα και πως σε ορισμένες περιπτώσεις ταυτίζονταν.


Ο Λεόντιος Νεαπόλεως μας πληροφορεί για τις συνήθειες των πολιτών, που συνδύαζαν τη διασκέδαση και την ευθυμία μαζί με την οινοποσία. Γι’ αυτό σύχναζαν στα καπηλεία, που κατ’ εξοχήν τους πρόσφεραν φαιδρή ατμόσφαιρα και κωμικά επεισόδια, σαν εκείνα που προκαλούσε ο Σαλός (γνωστός ταβερνιάρης πόλεως της Συρίας). Αξίζει να σημειώσουμε πως την εποχή εκείνη, τον 5ο αιώνα μ.Χ., οι θεραπευτές και οι εξορκιστές, περιόδευαν στις πόλεις και τα χωριά και φυσικά σύχναζαν και στα καπηλεία. Στην περίπτωσή μας, ο ίδιος ο ταβερνιάρης Σαλός ήταν όπως φαίνεται  και κυνηγός ακαθάρτων πνευμάτων. Σε σχετική διαμαρτυρία πελάτη του, για την κακή ποιότητα του κρασιού που του προσέφερε, αναφέρονται τα εξής: «ανάλυσον ο εποίησας Σαλέ... καλόν οίνον αγόρασα και ηυρέθη οξύδιν εις δύο ώρας», του δίνει την καλύτερη απάντηση, «ύπα, ύπα, ου μέλει σοι, άνοιξον εφέτος φουσκάρειον και συμφέρει σοι», συμβουλή που ακολούθησε ο πελάτης ευχολογώντας «ευλογητός ο Θεός, φουσκάρειον ανοίγω». Παρ’ όλα αυτά, όπως αναφέρουν οι πηγές, ο ταβερνιάρης Συμεών περισσότερο έτρωγε παρά εργαζόταν. Τα καπηλεία και τα φουσκαρεία αποτελούσαν συνήθως το καταφύγιο των περιθωριακών. Οι συμπλοκές και οι κλοπές, ιδιαίτερα κατά τις βραδινές ώρες, υπήρξαν οι βασικοί λόγοι που ανάγκασαν την αυτοκρατορική διοίκηση να φροντίσει για τον φωτισμό των δρόμων και των καταστημάτων στις μεγάλες πόλεις. Στην εποχή του Θεοδοσίου, στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου αιώνα, ο έπαρχος Κύρος διέταξε να φωτίζονται τα σπίτια, τα καταστήματα και οι δρόμοι της πρωτεύουσας. Ήταν δε τόσο μεγάλη η ικανοποίηση του λαού, ώστε στον Ιππόδρομο επευφημούσαν τον Μέγα Κωνσταντίνο σαν κατασκευαστή και τον Κύρο σαν ανανεωτή. Μάλιστα, η διάταξη που αφορούσε στα εργαστήρια, επέβαλλε τον τριπλάσιο φωτισμό (σε σχέση με το εσπερινό φως) των χώρων αυτών. Η σχέση ανάγκης των Βυζαντινών με το κρασί εκφράζεται χαρακτηριστικά σε μια προσφορά του γαιοκτήμονα και αξιωματούχου της αυτοκρατορικής αυλής Θεόδωρου Ιωάννη. Σύμφωνα με μια απόφαση του Ιωάννη, το 538 μ.Χ., στο θέμα (επαρχία) της Αιγύπτου, οι 139 κρατούμενοι της ιδιωτικής του φυλακής θα έπαιρναν τις μέρες του Πάσχα, των Επιφανείων και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ την ίδια ποσότητα κρασιού, όπως και οι κρατούμενοι των κρατικών φυλακών.
Ωστόσο, το επάγγελμα του καπήλου εθεωρείτο βάναυσο και υποτιμητικό. Μάλιστα, η παρουσία καπήλισσας, δηλαδή γυναίκας που διηύθυνε καπηλείο ή εργαζόταν σ’ αυτό, όπως αναφέρεται από πολλούς συγγραφείς (Ευνάπιος, Αγάθιος, Λιβάνιος, Ζωναράς, Πρόδρομος και άλλοι), δημιουργούσε απρεπείς και σκανδαλώδεις σκηνές, γεγονός που συνέβαινε και με τους κληρικούς που τύχαινε να διατηρούν καπηλείο, ήταν σύνηθες φαινόμενο οι κληρικοί α διατηρούν καπηλειά. Πολλές είναι και οι αναφορές για την οινοποσία των κληρικών. Στο έργο του Κ. Σάθα «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», σε σχετική μαρτυρία του Ανωνύμου αναφέρεται το «συνέδριο παρανόμων και ανιέρων επισκόπων και κοιλιοδούλων εν τω ναώ των Βλαχερνών», που έγινε από τον Κωνσταντίνο Κοπρώνυμο. Στην ίδια περίπτωση αναφέρεται και ο «Κανόνας κατά του αυτού Ιακώβου» του Μιχαήλ Ψελλού, στον οποίο αναφέρονται με ποιητικό τρόπο: «μέθη και πότοι», «αποθλίψεις οίνου», «εκκενώσεις δέκα κυλίκων», «πόσεις εν ασκήσει πολλών ασκών», «απορρόφηση ακράτου οίνου» και άλλα παρόμοια.Οι αναφορές αυτές βέβαια καθώς και άλλες παρόμοιες του Πτωχοπρόδρομου και του Ευσταθίου Θεσσαλονίκης, αφορούν σε εξαιρέσεις, στις οποίες μάλιστα μπορεί να διατυπώνεται και το στοιχείο της υπερβολής. Στην ουσία, το μέτρο της πόσης του «οίνου του ευφραίνοντος την καρδίαν», υπήρξε κανόνας στον χώρο του κλήρου. Στο παλάτι, όμως, αναφέρονται και υπερβάσεις, όπως στην περίπτωση του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ του επονομαζόμενου Μέθυσου. Πράγματι ο Μιχαήλ ενέδιδε υπερβολικά στο κρασί, σε σημείο ώστε να συναγωνίζεται με τον γελωτοποιό του Θεόφιλο για το ποιός θα πιεί περισσότερο.


Οι κάπηλοι, όπως και όλοι οι επαγγελματίες και βιοτέχνες, ήταν οργανωμένοι στην επαγγελματική τους συντεχνία. Στο Επαρχικό Βιβλίο αναφέρεται η αρμοδιότητα του επάρχου της πόλης, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τον διορισμό των ειδικών προϊσταμένων στη συντεχνία των καπήλων. Όπως προκύπτει από τη νομική διαδικασία του διορισμού, οι προϊστάμενοι (προεστώτες) δεν ήταν αντιπρόσωποι του κλάδου τους με τη σημερινή έννοια. Στην ουσία ήταν κρατικά όργανα, κάτι σαν επόπτες εργασίας που μεσολαβούσαν μεταξύ επάρχου και εμπόρων κρασιού. Μερικά από τα σπουδαιότερα καθήκοντα που επιτελούσαν ήταν η ενημέρωση του επάρχου για τις ποσότητες των εισαγομένων κρασιών στην Κωνσταντινούπολη, η παρεμπόδιση και η αποτροπή του μεταπρατικού εμπορίου, ο έλεγχος των μελών της συντεχνίας, η σωστή διανομή των εισαγομένων ποσοτήτων στα μέλη, ο έλεγχος του μηχανισμού της προσφοράς και της ζήτησης, ο καθορισμός της τιμής και άλλα συναφή θέματα. Μια άλλη διάταξη του Επαρχικού Βιβλίου, απαγόρευε στους καπήλους να διατηρούν ανοιχτά τα καταστήματά τους κατά τις Κυριακές και τις επίσημες γιορτές πριν από την 7η πρωινή και μετά την 7η εσπερινή ώρα. Στις αρχές του 13ου αιώνα, η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο, ο οποίος κατά πρόταση του πατριάρχη Αθανασίου, υποχρέωνε τους καπήλους να κλείνουν τα καταστήματά τους από την 3η μ.μ. του Σαββάτου ως την αντίστοιχη ώρα της Κυριακής. Για δε τις υπόλοιπες μέρες, μετά τη δύση του ηλίου επέτρεπαι μόνο την εξωτερική πώληση των ποτών, απαγορεύοντας την παραμονή θαμώνων στο καπηλείο. Οι κάπηλοι μπορούσαν να ανοίξουν τα καταστήματά τους σε οποιοδήποτε σημείο της πόλης, αφού το κρασί εθεωρείτο είδος πρώτης ανάγκης. Για τις διάφορες παραβάσεις που γίνονταν στον χώρο τους, αξίζει να σημειώσουμε την ύπαρξη σχετικού νόμου, ο οποίος, σε μια περίπτωση, της δηλητηρίασης από το κρασί, επέβαλε ακόμη και τη θανατική ποινή. Αναφέρει λοιπόν ο νόμος αυτός: «Ει τις... δώση ποτόν... και διά της τοιαύτης προφάσεως ασθένεια περιπέση ο το ποτόν εκπιών και συμβή αυτόν εκ του καταρρεύσαι και αποθανείν ξίφει τιμωρείσθω» και «Τω περί ανδροφόνων νόμω κατέχεται και ο διά το φονεύσαι άνθρωπον φάρμακον ποιών ή πιπράσκων (πωλών) ή έχων...».
Κατά τον τελευταίο χρόνο της βασιλείας του Λέοντος του Σοφού (911-912), η έκδοση του Επαρχικού Βιβλίου και η εφαρμογή των διατάξεών του, σταθεροποίησε τον μηχανισμό παραγωγής, διακίνησης και κατανάλωσης των τροφίμων και των ποτών. Όμως, η ρωσοβυζαντινή συνθήκη που υπέγραψε ο αυτοκράτορας Ρωμανός Λεκαπηνός, σχεδόν άνοιξε τις πόρτες στους εμπορικούς οίκους του εξωτερικού. Έναν αιώνα αργότερα οι Ιταλοί έμποροι, ιδίως Βενετοί και Γενοβέζοι, οι οποίοι αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία των πολλών  αλλοδαπών της Κωνσταντινούπολης, άλωσαν «εκ των έσω» την αγορά τροφίμων και ποτών. Χαρακτηριστικό για την ιστορία της διακίνησης του κρασιού και τη λειτουργία ιταλικών καπηλείων στην Κωνσταντινούπολη, αποτελεί ένα άρθρο της συνθήκης του Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου του προτελευταίου αυτοκράτορα με τον δούκα της Βενετίας Φραγκίσκο Φόσκαρη, το 1448. Το άρθρο αυτό, όμως, που το συναντάμε και σε προηγούμενες συνθήκες, καταμαρτυρεί το ενδιαφέρον των Βενετών για την αγορά τροφίμων και ποτών της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα με αυτό, παρά το δικαίωμα που είχαν οι Βενετοί, να διατηρούν δηλαδή απεριόριστο αριθμό καπηλείων και να εμπορεύονται το κρασί, τα νέα δεδομένα επέτρεπαν τη λειτουργία μόνο δεκαπέντε καπηλείων. Δινόταν επίσης σχετική άδεια, για να πωλείται κάθε είδους κρασί και σε οποιαδήποτε ποσότητα με λιανική πώληση. Σε άλλο άρθρο της συνθήκης ανανεωνόταν με τον ίδιο τρόπο η διάταξη που αφορούσε στο εξωτερικό εμπόριο των κρασιών. Με το πέρασμα του χρόνου, οι Βενετοί και οι Γενοβέζοι διατήρησαν τον έλεγχο της εμπορίας των φημισμένων κρασιών της Κύπρου, της Τύρου, της Μονεμβασίας και της Κρήτης. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης επεκτάθηκαν και κυριάρχησαν στις αγορές ολόκληρης της Ευρώπης.
Πηγή : http://vizantinaistorika.blogspot.com/2014/06/blog-post_25.html

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

Bactrian language : The Greek scripture and alphabet used in Central Asia for over a millenium

Bactria or Bactriana, was a historical Iranian region in Central Asia. Bactria proper was north of the Hindu Kush mountain range and south of the Amu Darya river, covering the flat region that straddles modern-day Afghanistan, Tajikistan and Uzbekistan. More broadly Bactria was the area north of the Hindu Kush, west of the Pamirs and south of the Tian Shan with the Amu Darya flowing west through the center. Alexander the Great conquered Sogdiana. In the south, beyond the Oxus, he met strong resistance. After two years of war and a strong insurgency campaign, Alexander managed to establish little control over Bactria. The Macedonians, especially King Seleucus I and his son Antiochus I, established the Seleucid Empire and founded a great many Greek towns. The Greek language became dominant for some time there. Considerable difficulties faced by the Seleucid kings and the attacks of Pharaoh Ptolemy II Philadelphus gave the satrap of Bactria, Diodotus I, the opportunity to declare independence about 245 BC and conquer Sogdia. He was the founder of the Greco-Bactrian Kingdom. The Greco-Bactrians were so powerful that they were able to expand their territory as far as India. The Greco-Bactrians used the Greek language for administrative purposes, and the local Bactrian language was also Hellenized, as suggested by its adoption of the Greek alphabet and Greek loanwords. In turn, some of these words were also borrowed by modern Pashto.

Bactrian (Αριαο, Aryao) was an Iranian language which was spoken in the Central Asian region of Bactria (Afghanistan and Tajikistan) and used as the official language of the Kushan and the Hephthalite empires. The Kushan Empire was a syncretic empire, formed by the Yuezhi, in the Bactrian territories in the early 1st century. It spread to encompass much of Afghanistan, and then the northern parts of the Indian subcontinent at least as far as Saketa and Sarnath near Varanasi (Benares), where inscriptions have been found dating to the era of the Kushan Emperor Kanishka the Great. Emperor Kanishka was a great patron of Buddhism. He played an important role in the establishment of Buddhism in the Indian subcontinent and its spread to Central Asia and China. The Kushan dynasty had diplomatic contacts with the Roman Empire, Sasanian Persia, the Aksumite Empire and the Han dynasty of China. While much philosophy, art, and science was created within its borders, the only textual record of the empire's history today comes from inscriptions and accounts in other languages, particularly Chinese. The Kushan empire fragmented into semi-independent kingdoms in the 3rd century AD, which fell to the Sasanians invading from the west, establishing the Kushano-Sasanian Kingdom in the areas of Sogdiana, Bactria and Gandhara. In the 4th century, the Guptas, an Indian dynasty also pressed from the east. The last of the Kushan and Kushano-Sasanian kingdoms were eventually overwhelmed by invaders from the north, known as the Kidarites, and then the Hepthalites. The Kushans adopted elements of the Hellenistic culture of Bactria. They adopted the Greek alphabet to suit their own language (with the additional development of the letter Þ "sh", as in "Kushan") and soon began minting coinage on the Greek model. On their coins they used Greek language legends combined with Pali legends (in the Kharoshthi script), until the first few years of the reign of Kanishka. After the middle of Kanishka's reign, they used Kushan language legends (in an adapted Greek script), combined with legends in Greek (Greek script) and legends in Prakrit (Kharoshthi script). The Kushans "adopted many local beliefs and customs, including Zoroastrianism and the two rising religions in the region, the Greek cults and Buddhism". From the time of Vima Takto, many Kushans started adopting aspects of Buddhist culture, and like the Egyptians, they absorbed the strong remnants of the Greek culture of the Hellenistic Kingdoms, becoming at least partly Hellenised.

The Hephthalites (or Ephthalites), called also White Huns, were a Caucasian people who lived in Central Asia during the 5th to 8th centuries. Militarily important during 450 to 560, they were based in Bactria and expanded east to the Tarim Basin, west to Sogdia and south through Afghanistan to northern India. They were a tribal confederation and included both nomadic and settled urban communities. They were part of the four major states known collectively as Xyon(Xionites) or Huna, being preceded by the Kidarites, and succeeded by the Alkhon and lastly the Nezak. All of these peoples have often been linked to the Huns who invaded Eastern Europe during the same period, and/or have been referred to as "Huns", but there is no consensus among scholars about such a connection. The stronghold of the Hephthalites was Tokharistan on the northern slopes of the Hindu Kush, in what is present-day northeastern Afghanistan. By 479, the Hephthalites had conquered Sogdia and driven the Kidarites westwards, and by 493 they had captured parts of present-day Dzungaria and the Tarim Basin in what is now Northwest China. They expanded into northwestern India as well. The sources for Hephthalite history are poor and historians' opinions differ. There is no king-list and historians are not sure how they arose or what language they spoke. The Sveta Huna who invaded northern India are probably the Hephthalites. They seem to have called themselves Ebodalo (ηβοδαλο, hence Hephthal), often abbreviated Eb (ηβ), a name they wrote in the Bactrian script on some of their coins. The 6th-century Byzantine historian Procopius of Caesarea(Book I. ch. 3), related them to the Huns in Europe: " The Ephthalitae Huns, who are called White Huns [...] The Ephthalitae are of the stock of the Huns in fact as well as in name, however they do not mingle with any of the Huns known to us, for they occupy a land neither adjoining nor even very near to them; but their territory lies immediately to the north of Persia [...] They are not nomads like the other Hunnic peoples, but for a long period have been established in a goodly land... They are the only ones among the Huns who have white bodies and countenances which are not ugly. It is also true that their manner of living is unlike that of their kinsmen, nor do they live a savage life as they do; but they are ruled by one king, and since they possess a lawful constitution, they observe right and justice in their dealings both with one another and with their neighbours, in no degree less than the Romans and the Persians." The Gokturks told the Byzantines that they had walled cities. The Hephthalites had their capital at Badian, modern Kunduz, but the emperor lived in the capital city for just three winter months, and for the rest of the year, the government seat would move from one locality to another like a camp. The Hephthalites continued the pressure on ancient India's northwest frontier and broke east by the end of the 5th century, hastening the disintegration of the Gupta Empire. Circa 555–567, the Turks and the Persians allied against the Hephthalites and defeated them after an eight-day battle near Qarshi, the Battle of Bukhara, perhaps in 557. The allies then fought each other and c. 571 drew a border along the Oxus. After the battle, the Hephthalites withdrew to Bactria and replaced king Gatfar with Faghanish, the ruler of Chaghaniyan. Small Hephthalite states remained, paying tribute either to the Turks or the Persians. They are reported in the Zarafshan valley, Chaghaniyan, Khuttal, Termez, Balkh, Badghis, Herat and Kabul.

Transoxiana "was a rich land, full of opportunities and wealth but defended by warlike men who valued their independence very highly", and indeed its subjugation would prove to be the longest and hardest-fought of the early Arab conquests, not being completed until the Battle of Talas secured Muslim dominance over the region in 751. The Arab conquests of Afghanistan began during the Arab conquest of Persia as the Arab Muslims migrated eastwards to Khorasan, Sistan and Transoxiana. 15 years after the Battle of Nahāvand, they controlled all Sasaniandomains except parts of Afghanistan and Makran. Khorasan and Sistan where Zoroastrianism was well-established, were conquered but Qandahar remained unconquered. The Arabs had begun to move towards the lands east of Persia and in 652 they captured the city of Herat, establishing an Arab governor there. The Arab frontier in Afghanistan had become stabilized after the first century of Hijri calendar as the relative importance of the Afghan areas diminished. It appears Tokharistan was the only area heavily colonized by Arabs where Buddhism flourished. Balkh's final conquest was undertaken by Qutayba ibn Muslim in 705. Kabul and Zabulistan which housed Buddhism and other Indian religions, offered stiff resistance to the Muslim advance for two centuries, with the Kabul Shahi and Zunbils remaining unconquered until the Saffarid and Ghaznavid conquests. The significance of the realm of Zunand its rulers Zunbils had laid in them blocking the path of Arabs in invading the Indus Valley.

It was long thought that Avestan represented "Old Bactrian", but this notion had "rightly fallen into discredit by the end of the 19th century". Bactrian, which was written predominantly in an alphabet based on the Greek script, was known natively as αριαο [arjaː] ("Arya"; an endonym common amongst Indo-Iranian peoples). It has also been known by names such as Greco-Bactrian, Kushan or Kushano-Bactrian. Under Kushan rule, Bactria became known as Tukhara or Tokhara, and later as Tokharistan. When texts in two extinct and previously unknown Indo-European languages were discovered in the Tarim Basin of China, during the early 20th century, they were linked circumstantially to Tokharistan, and Bactrian was sometimes referred to as "Eteo-Tocharian" (i.e. "true" or "original" Tocharian). By the 1970s, however, it became clear that there was little evidence for such a connection. For instance, the Tarim "Tocharian" languages were part of the so-called "centum group" within the Indo-European family, whereas Bactrian was a satemised Iranian language. Bactrian is a part of the Eastern Iranian areal group, and shares features with the extinct Middle Iranian languages Sogdian and Khwarezmian (Eastern) and Parthian(Western), as well as with the modern Eastern Iranian languages Pashto, Yidgha, and Munji. Its genealogical position is unclear. According to another source, the present-day speakers of Munji, the modern Eastern Iranian language of the Munjan Valley in northeast Afghanistan, display the closest possible linguistic affinity with the Bactrian language.

Following the conquest of Bactria by Alexander the Great in 323 BC, for about two centuries Greek was the administrative language of his Hellenistic successors, that is, the Seleucid and the Greco-Bactrian kingdoms. Eastern Scythian tribes (the Saka, or Sacaraucae of Greek sources) invaded the territory around 140 BC, and at some time after 124 BC, Bactria was overrun by a confederation of tribes belonging to the Great Yuezhi and Tokhari. In the 1st century AD, the Kushana one of the Yuezhi tribes founded the ruling dynasty of the Kushan Empire. The Kushan Empire initially retained the Greek language for administrative purposes, but soon began to use Bactrian. The Bactrian Rabatak inscription (discovered in 1993 and deciphered in 2000) records that the Kushan king Kanishka (c. 127 AD) discarded Greek (Ionian) as the language of administration and adopted Bactrian ("Arya language"). The Greek language accordingly vanished from official use and only Bactrian was later attested. The Greek script however remained and was used to write Bactrian. The territorial expansion of the Kushans helped propagate Bactrian in other parts of Central Asia and North India. In the 3rd century, the Kushan territories west of the Indus river fell to the Sasanians, and Bactrian began to be influenced by Middle Persian. Next to Pahlavi script and (occasionally) Brahmi script, some coinage of this period is still in Greco-Bactrian script. Beginning in the mid-4th century, Bactria and northwestern India yielded to the Hephthalite tribes. The Hephthalite period is marked by linguistic diversity and in addition to Bactrian, Middle Persian, North Indo-Aryan and Greek vocabulary is also attested. The Hephthalites ruled their territories until the 7th century when they were overrun by the Arabs, after which the official use of Bactrian ceased. Although Bactrian briefly survived in other usage, that too eventually ceased, and the latest known examples of the Bactrian script, found in the Tochi Valley in Pakistan, date to the end of the 9th century.

Among Indo-Iranian languages, the use of the Greek script is unique to Bactrian. Although ambiguities remain, some of the disadvantages were overcome by using heta (Ͱ, ͱ) for /h/ and by introducing sho(Ϸ, ϸ) to represent /ʃ/. Xi (Ξ, ξ) and psi (Ψ, ψ) were not used for writing Bactrian as the ks and ps sequences do not occur in Bactrian. They were however probably used to represent numbers (just as other Greek letters were). The Bactrian language is known from inscriptions, coins, seals, manuscripts, and other documents. Sites at which Bactrian language inscriptions have been found are (in North-South order) Afrasiyab in Uzbekistan; Kara-Tepe, Airtam, Delbarjin, Balkh, Kunduz, Baglan, Ratabak/Surkh Kotal, Oruzgan, Kabul, Dasht-e Navur, Ghazni, Jagatu in Afghanistan; and Islamabad, Shatial Bridge and Tochi Valley in Pakistan. Of eight known manuscript fragments in Greco-Bactrian script, one is from Lou-lan and seven from Toyoq, where they were discovered by the second and third Turpan expeditions under Albert von Le Coq. One of these may be a Buddhist text. One other manuscript, in Manichaean script, was found at Qočo by Mary Boyce in 1958. Over 150 legal documents, accounts, letters and Buddhist texts have surfaced since the 1990s, several of them currently a part of the collection of Nasser Khalili. These have greatly increased the detail in which Bactrian is currently known. The phonology of Bactrian is not known with certainty, owing to the limitations of the native scripts. A major difficulty in determining Bactrian phonology is that affricates and voiced stops were not consistently distinguished from the corresponding fricatives in the Greek script. The Greek script does not consistently represent vowel length. Fewer vowel contrasts yet are found in the Manichaean script, but short /a/ and long /aː/ are distinguished in it, suggesting that Bactrian generally retains the Proto-Iranian vowel length contrast. Original word-final vowels and word-initial vowels in open syllables were generally lost. A word-final ο is normally written, but this was probably silent, and it is appended even after retained word-final vowels: e.g. *aštā > αταο 'eight', likely pronounced /ataː/. The Proto-Iranian syllabic rhotic *r̥ is lost in Bactrian, and is reflected as ορ adjacent to labial consonants, ιρ elsewhere; this agrees with the development in the western Iranian languages Parthian and Middle Persian.
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Bactrian_language
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Hephthalites
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Kushan_Empire
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Muslim_conquest_of_Transoxiana
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Muslim_conquests_of_Afghanistan
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Bactria

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2019

Οι δέκα (10) τραγικότεροι βυζαντινοί αυτοκράτορες

1) Ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας (1068 - 1071). Ανέβηκε στον θρόνο (1068) χάρη στον γάμο του με την χήρα αυτοκράτειρα Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα και παρέμεινε αυτοκράτορας για τρία χρόνια. Έμεινε γνωστός για την αποτυχημένη του προσπάθεια να ανορθώσει τις στρατιωτικές δυνάμεις της αυτοκρατορίας με οδυνηρή κατάληξη την καταστροφική Μάχη του Μαντζικέρτ (1071). Την εποχή που ήταν αιχμάλωτος των Σελτζούκων Τούρκων μετά την τραγική μάχη ανατράπηκε με πραξικόπημα στην Κωνσταντινούπολη από την Δυναστεία των Δουκών, την ίδια χρονιά ελευθερώθηκε, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη αλλά ηττήθηκε, τυφλώθηκε και πέθανε από τα τραύματα του. Ο Ρωμανός Δ΄ ορίστηκε κηδεμόνας και Συναυτοκράτορας με τους τρεις θετούς γιους του Μιχαήλ, Κωνστάντιο και Ανδρόνικο Δούκα. Η άνοδος του ενόχλησε έντονα την οικογένεια των Δουκάδων ειδικότερα τον Καίσαρα Ιωάννη Δούκα μικρότερο αδελφό του Κωνσταντίνου Ι΄ που έγινε αρχηγός της εξέγερσης. Η Βαράγγειος Φρουρά ήταν επίσης έντονα ενοχλημένη με τον δεύτερο γάμο της Ευδοκίας και την παραβίαση του όρκου στον Κωνσταντίνο Ι΄, το ίδιο και ο Μιχαήλ Ψελλός. Ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης ήταν ωστόσο αποφασισμένος να δείξει την αξία του στο πεδίο της μάχης σαν αρχηγός του στρατού εναντίον των Σελτζούκων. εξασθένιση στην άμυνα της αυτοκρατορίας και των Βυζαντινών στρατιωτικών δυνάμεων, υπήρχε σημαντική κακοδιαχείριση από τους προκατόχους του ιδιαίτερα τον Κωνσταντίνο Ι΄. Το μεγαλύτερο τμήμα του στρατού του ήταν μισθοφόροι πλήρως ανοργάνωτοι. Υπήρχε εξασθένιση στην άμυνα της αυτοκρατορίας και των Βυζαντινών στρατιωτικών δυνάμεων, υπήρχε σημαντική κακοδιαχείριση από τους προκατόχους του ιδιαίτερα τον Κωνσταντίνο Ι΄. Ο Ρωμανός Δ΄ ήταν προσωπικά μεγάλο στρατιωτικό ταλέντο αλλά η ανυπομονησία του και η ορμητικότητα του θα του στοιχίσουν ακριβά.
Ο Ρωμανός Δ΄ προχώρησε την εποχή που βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη σε μία σειρά από μεταρρυθμίσεις. Ελάττωσε σημαντικά τις σπατάλες στις τελετές της αυλής, τους μισθούς της αριστοκρατίας και τα προνόμια των εμπόρων. Οι μεταρρυθμίσεις του τον έκαναν μισητό τόσο στον στρατό όσο και στους περιφερειακούς διοικητές που δεν μπορούσαν να συνεχίσουν τις καταχρήσεις. Η πειθαρχία που επέβαλε στον στρατό δυσαρέστησε έντονα τους μισθοφόρους, ο απλός λαός δυσαρεστήθηκε επίσης επειδή διέκοψε τις διασκεδάσεις στον Ιππόδρομο και ανέβασε τους φόρους. Η εχθρότητα που αντιμετώπιζε από όλες τις τάξεις της αυτοκρατορίας βοήθησε τους Τούρκους να ολοκληρώσουν το έργο τους. Ο Ρωμανός Διογένης δεν μπορούσε να γίνει ο ίδιος αρχηγός του στρατού και τοποθέτησε τον Μανουήλ Κομνηνό, ανιψιό του πρώην αυτοκράτορα Ισαάκιου Α΄ Κομνηνού και μεγαλύτερο αδελφό του μελλοντικού αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού. Ο Μανουήλ ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε από τον Τούρκο στρατηγό Χρούτζ, έπεισε τελικά τον στρατηγό να τον απελευθερώσει για να πάει στην Κωνσταντινούπολη να κλείσει συμμαχία με τον αυτοκράτορα.
Η μάχη στο Ματζικέρτ της Αρμενίας, την αποφράδα 26η Αυγούστου του 1071, αποτελεί ίσως τη χειρότερη καταστροφή στην ιστορία του ελληνισμού. Η ήττα και αιχμαλωσία του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Διογένη από τον Σελτζούκο Τούρκο σουλτάνο Αρπ Ασλάν, οδήγησε στην απώλεια της Μικράς Ασίας και την απαρχή του σταδιακού εκτουρκισμού-εξισλαμισμού της. Παρά την Κομνήνια αναγέννηση του 12ου αιώνα, η οποία οδήγησε σε ανακατάληψη μεγάλου μέρους της Μικράς Ασίας, μήτρες ορθοδοξίας και ελληνισμού όπως η Καισάρεια, το Ικόνιο και η Αντιόχεια χάθηκαν οριστικά. Επίσης, η χρονική συγκυρία συνέπεσε με την άνοδο της Δύσης και την εμφάνιση νέων τουρκογενών λαών στα Βαλκάνια. Πέραν της ελλιπούς αναγνώρισης του πεδίου της μάχης, ο αυτοκράτορας προδίδεται στην ποιο κρίσιμη στιγμή της σύγκρουσης. Η οπισθοφυλακή υπό τον Ανδρόνικο Δούκα υποχωρεί χωρίς να εμπλακεί καν και το τμήμα στρατού υπό τον Ιωσήφ Τραχανειώτη δεν επιστρέφει, οι λόγοι παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστοι. Ο Βασίλεας των Ρωμαίων ηττάται και αιχμαλωτίζεται, για πρώτη φορά στην ιστορία.
2) Ο Νικηφόρος Α' (απεβ. 26 Ιουλίου 811) ήταν Αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίαςμεταξύ των ετών 802 και 811. Τύραννος, αλιτήριος, Ιούδας, παμφάγος, άσπλαγχνος είναι μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς του Νικηφόρου Α΄ από τον σύγχρονό του Θεοφάνη. Ανάλογη είναι η μεταχείριση από τους μεταγενέστερους χρονογράφους, με αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όσο πιο απομακρυσμένοι χρονικά είναι, τόσο βιαιότερα επιτίθενται (Κεδρηνός, Ζωναράς). Παρ’ όλα ταύτα ξεφεύγουν από τους χρονογράφους μερικές χαρακτηριστικές αλήθειες: κατά τον Θεοφάνη επέδειξε γενναιότητα και νίκησε πολλές φορές. Για την γενναιότητά του συμφωνεί και ο Κεδρηνός, προσθέτοντας και ορισμένα για τις διπλωματικές του ικανότητες και τη σύνεσή του. Αλλά το ζητούμενο από τον Νικηφόρο Α΄ δεν ήταν τα ανδραγαθήματα, αφού δεν ήταν στρατιωτικός, αλλά η σωστή διοίκηση. Από τους νεώτερους ο Γκίμπον δέχεται ανεπιφύλακτα ό,τι παραδόθηκε από τους χρονογράφους για τον Νικηφόρο Α΄: «Πολλοί τύραννοι ήταν αναμφίβολα μεγαλύτεροι εγκληματίες από τον Νικηφόρο Α΄, αλλά κανείς ίσως δεν προκάλεσε την βαθιά και καθολική απέχθεια του λαού όσο αυτός». Το μόνο καλό που βρίσκει στην βασιλεία του είναι η «γενική ελευθερία [θρησκευτικού] λόγου και πρακτικής». Ο Σλόσσερ διαφωνεί πλήρως με την άποψη του Γκίμπον και ο Παπαρρηγόπουλος επιχειρεί την πλήρη ανασκευή της. Ο Ράνσιμαν τον θεωρεί εξαίρετο οικονομολόγο και ανεκτικό θεολόγο, αλλά όχι καλό στρατηγό.
Το 809 οι Βούλγαροι επιτέθηκαν σε στρατόπεδο του Στρυμόνα, όπου γινόταν η πληρωμή των στρατού, και αφού διέπραξαν σφαγές, άρπαξαν χίλιες εκατό λίτρες χρυσού. Ύστερα ο Κρούμος κατέλαβε την Σαρδική, την σημερινή Σόφια και έσφαξε έξι χιλιάδες στρατιώτες και λαό πολύ. Ο Νικηφόρος Α΄ ξεκίνησε για να αντιμετωπίσει τον Κρούμο, αλλά θέλησε συγχρόνως να τιμωρήσει τους αξιωματικούς, που ήταν υπεύθυνοι για την πτώση της Σαρδικής, με αποτέλεσμα πολλοί να αυτομολήσουν και οι συνένοχοί τους στο στρατόπεδο που είχε συγκροτηθεί να οργανώσουν στάση. Ο Νικηφόρος Α΄ μπόρεσε τελικά να την εξουδετερώσει με αμοιβές και υποσχέσεις. Λίγο μετά ένας μοναχός αποπειράθηκε να τον δολοφονήσει. Τον Ιούλιο του 811 εξεστράτευσε με πολυάριθμο στρατό, στον οποίο είχε επιστρατεύσει ακόμη και οπλισμένους με σφενδόνες μόνο και ραβδιά. Ο Κρούμος ζήτησε ειρήνη, αλλά ο Νικηφόρος Α΄ δεν δέχτηκε και μπήκε στην Βουλγαρία. Πολλοί τον συμβούλευσαν να σταματήσει εκεί, αλλά αυτός δεν τους άκουσε και προχώρησε, έχοντας διατάξει γενική σφαγή των εχθρών. Στις 23 Ιουλίου, κυρίευσε το στρατόπεδο και το ταμείο του Κρούμου, αλλά αυτός διέφυγε και έστειλε νέο μήνυμα : «Νίκησες. Πάρε ό,τι θέλεις και φύγε με ειρήνη». Και πάλι ο Νικηφόρος Α΄ αρνήθηκε. Οι Βούλγαροι τότε, στις 25 Ιουλίου, απέκλεισαν όλες τις προσβάσεις στο στρατόπεδο του Νικηφόρου Α΄ και βρέθηκε αυτός σε δεινή θέση, πολιορκημένος ξαφνικά από τον συνεχώς ενισχυόμενο στρατό των Βουλγάρων. Κατάλαβε ότι σωτηρία δεν υπήρχε, διότι είπε στους δικούς του: «Και φτερά να βγάλουμε, δεν σωζόμαστε». Όλη τη νύχτα οι Βούλγαροι κραύγαζαν και κροτούσαν τα όπλα τους για να σπάσουν το ηθικό των πολιορκημένων· την αυγή της 26ης Ιουλίου επιτέθηκαν και σάρωσαν το στρατόπεδο. Ο Νικηφόρος Α΄ σκοτώθηκε καθώς και πλήθος στρατού. Ο Κρούμος έκοψε το κεφάλι του Νικηφόρου Α΄ και το επιδείκνυε κρεμασμένο για πολλές μέρες. Ύστερα το έγδαρε, το έντυσε με ασήμι και έπιναν απ’ αυτό κρασί στα συμπόσια ο ίδιος και οι άρχοντες των Σλάβων. Παραμένει ανεξήγητο, πώς οι όροι αντιστράφηκαν μέσα σε 3 ημέρες και ο θριαμβεύων Νικηφόρος Α΄ έπαθε τέτοια καταστροφή από τον κυνηγημένο Κρούμο. Ο ίδιος ο Θεοφάνης απορεί και πιθανολογεί προδοσία. Ο Ζωναράς μιλά για νυχτερινό αιφνιδιασμό και προδοσία. Το μόνο βέβαιο είναι, ότι χάρηκαν αμφότεροι – ο Ζωναράς τριακόσια χρόνια μετά.
3) Ο Φλάβιος Μαυρίκιος Τιβέριος Αύγουστος (539 - 602) ήταν αυτοκράτορας του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους και ηγεμόνευσε στον Βυζαντινό θρόνο από το 582 έως το 602. Θεωρείται ο πρώτος Βυζαντινός Αυτοκράτορας με Ελληνική καταγωγή. Ο Μαυρίκιος είναι γνωστός για τη συγγραφή ενός εξαιρετικού εγχειριδίου στρατιωτικής τακτικής, του Στρατηγικού, που αποτέλεσε τη βάση της βυζαντινής στρατιωτικής μηχανής μέχρι και τον 11ο αιώνα. Σε κάθε ευκαιρία προσπαθούσε να εξοικονομήσει χρήματα από το δημόσιο ταμείο καθώς, καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του, αντιμετώπιζε σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα λόγω του μακρόχρονου πολέμου. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο Ιωάννης Δ΄, ο επονομαζόμενος Νηστευτής. Αυτός για πρώτη φορά στην ιστορία θα υιοθετήσει τον τίτλο «Οικουμενικός», γεγονός που θα πυροδοτήσει το μένος του Πάπα Γρηγορίου Α΄ του Μεγάλου.  Ο Μαυρίκιος διεξήγαγε επιτυχείς αγώνες κατά των Αβάρων και Σλάβων στα δυτικά, αποκαθιστώντας τη Ρωμαϊκή κυριαρχία στη Βαλκανική. Για την αντιμετώπιση των Λομβαρδών που εισέβαλαν στην Ιταλία, πραγματοποίησε διοικητικές μεταρρυθμίσεις, με βασική αυτήν της δημιουργίας των εξαρχάτων της Ιταλίας, με έδρα τη Ραβέννα, και της Αφρικής, με έδρα την Καρχηδόνα, αντί για τις παλαιότερες διοικητικές περιφέρειες των ομώνυμων επαρχιών (καταγόμενες από την εποχή του Διοκλητιανού και επανιδρυμένες επί Ιουστινιανού). Μπόρεσε με αυτόν τον τρόπο να διατηρήσει τον έλεγχο της χερσονήσου, έως έναν βαθμό, ενόσω αυτή κατακλυζόταν από τους Λομβαρδούς.
Ελαβε σειρά αντιλαϊκών μέτρων, όπως η μείωση του μισθού των στρατιωτών. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός κατά το οποίο αρνήθηκε την εξαγορά με λύτρα 12.000 αιχμαλώτων βυζαντινών στρατιωτών από τους Αβάρους, με αποτέλεσμα τη θανάτωσή τους. Το 602 διέταξε τα στρατεύματά του να παραμείνουν κατά τη διάρκεια του χειμώνα στα φυλάκιά τους βόρεια του Δούναβη, προκειμένου να εξοικονομήσει τα έξοδα της επιστροφής τους στην Κωνσταντινούπολη. Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ανταρσία στις τάξεις του στρατεύματος με την ηγεσία ενός χαμηλόβαθμου αξιωματικού (εκατόνταρχου) ονόματι Φωκά. Ο Φωκάς και τα στρατεύματα βαδίζουν κατά της πρωτεύουσας, όπου με λαϊκή ανοχή καταφέρνει να συλλάβει το Μαυρίκιο και τα άρρενα τέκνα του και να τους θανατώσει.
4) Ο Φλάβιος Ηράκλειος (575 - 641) ήταν αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 610 έως το θάνατο του το 641. Κατά τη βασιλεία του η ελληνική γλώσσα έγινε η επίσημη γλώσσα του βυζαντινού κράτους. Η άνοδος στην εξουσία άρχισε το 608, όταν ο ίδιος και ο πατέρας του, ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος, οδήγησαν σε εξέγερση ενάντια στον μη δημοφιλή Αυτοκράτορα Φωκά. Ξεκινώντας από την Καρχηδόνα το 609 ενώ ταυτόχρονα ξεκινά ο στρατός από την ξηρά, υπό τη διοίκηση του ανιψιού του Νικήτα, και οι δυο με τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Συναντώντας παντού θερμή υποδοχή, και ενισχύοντας καθ’ οδόν το ήδη σημαντικό στράτευμά του, ο νεαρός Ηράκλειος φτάνει πρώτος στη Βασιλεύουσα το 610. Μεγαλόσωμος, με ξανθά μαλλιά και επιβλητικό παρουσιαστικό, εισέρχεται θριαμβευτής στην Πόλη με την υποστήριξη των Πρασίνων και χωρίς μάχη. Η ανακτορική φρουρά των Εξκουβιτόρων αυτομολεί στην πλευρά του και τελικώς ο Φωκάς συλλαμβάνεται και εκτελείται. Ο Ηράκλειος εισάγει για πρώτη φορά στην Αυτοκρατορία το σύστημα των Θεμάτων, αντικαθιστώντας την παραδοσιακή ρωμαϊκή διοικητική διαίρεση η οποία είχε μείνει σχεδόν ίδια από τους χρόνους του Διοκλητιανού, υπό τη διοίκηση ενός στρατηγού και με στρατιώτες γαιοκτήμονες. Το σύστημα αυτό θα επιτρέψει για αιώνες στην Αυτοκρατορία τη διατήρηση αξιόμαχου στρατεύματος και αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για τους υπηκόους του. Ταυτόχρονα, ο Ηράκλειος λαμβάνει μέτρα προς την οικονομική ενίσχυση των δημοσίων ταμείων.
Ο Ηράκλειος είναι ο Αυτοκράτορας που καθιέρωσε την ελληνική γλώσσα ως την επίσημη γλώσσα του ρωμαϊκού κράτους, αντικαθιστώντας στα επίσημα έγγραφα, επιγραφές και νομίσματα το «Imperator Caesar, Augustus» με το «Βασιλευς». Είναι γενικώς αποδεκτό ότι με τη βασιλεία του Ηράκλειου η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εγκατέλειψε οριστικά την Αρχαιότητα και εισήλθε για τα καλά στη μεσαιωνική φάση της, αυτήν του (σήμερα αποκαλούμενου) βυζαντινού κράτους. Ο Ηράκλειος κατατάσσεται αναμφισβήτητα ανάμεσα στους μεγαλύτερους των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων. Είναι παροιμιώδης η παρουσία του στα πεδία των μαχών. Εμπνευσμένος από μια βαθιά πίστη ότι έχει τη θεία εύνοια, πάντα ετίθετο προσωπικά επικεφαλής του στρατού του, κατά τρόπο που ενέπνεε και τον πλέον ολιγόψυχο στρατιώτη, και προκαλούσε τον τρόμο και το δέος στις τάξεις του αντιπάλου. Αναλογιζόμενος κανείς τη δεινή θέση της Αυτοκρατορίας στις αρχές του 7ου αιώνα, αντιλαμβάνεται πώς η καταλυτική παρουσία του, τόσο στο στρατιωτικό επίπεδο, αλλά και χάρη στη διοικητική καινοτομία των Θεμάτων, ανέκοψε την πορεία εξαφάνισης του Βυζαντίου και εξασφάλισε την επιβίωσή του για τους επόμενους δύσκολους αιώνες.
Το 626 ο Ηράκλειος αντιμετωπίζει τους Πέρσες πάλι Νινευή. Η νίκη έρχεται μετά από προσωπική μονομαχία του Αυτοκράτορα με τον Πέρση επικεφαλής στρατηγό Ραζάτη. Οι συνεχείς ήττες προκαλούν την πτώση του καθεστώτος του Χοσρόη Β΄ και το οριστικό τέλος του περσικού κινδύνου για την Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος, έχοντας πετύχει μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες και έχοντας εξουδετερώσει τον από αιώνων εχθρό της Αυτοκρατορίας, την Περσία, επιστρέφει στη Βασιλεύουσα, όπου εισέρχεται θριαμβευτικά από τη Χρυσή Πύλη, στις 14 Σεπτεμβρίου 628. Μπροστά του βρισκόταν το ανακτηθέν από τους Πέρσες κειμήλιο του Τίμιου Σταυρού. Ο Αυτοκράτορας είναι πια 54 ετών, ευτυχής, αλλά καταβεβλημένος. Την ίδια περίπου εποχή (632), κάνουν την εμφάνισή τους οι Άραβες αντικαθιστώντας τον περσικό κίνδυνο. Η Παλαιστίνη πέφτει στα χέρια των μουσουλμάνων το 633, ενώ η Βόρεια Αφρική (Καρχηδόνα 698) , η Ιβηρική Χερσόνησος(711), η Συρία, τα Ιεροσολυμα (637), η Δαμασκός (635) και η Αντιόχεια (637) θα συμπληρώσουν τις κτήσεις τους μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα. Ο Ηράκλειος παρακολουθεί συντετριμμένος την πτώση των επαρχιών, για την απελευθέρωση των οποίων αφιέρωσε όλη του τη ζωή. Η ψυχική του υγεία θα διαταραχθεί, ιδιαίτερα μετά την τρομερή ήττα και πλήρη συντριβή βυζαντινής δύναμης χιλιάδων ανδρών στη μάχη του ποταμού Γιαρμούκ της Γαλιλαίας, το 636. Στη συνέχεια θα ακολουθήσουν και άλλες μάχες με τους Άραβες, οι οποίοι με αρχηγό τον Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ, θα κατακτήσουν ολόκληρη τη Παλαιστίνη, την Ιορδανία και τη Συρία μέχρι την Αντιόχεια και τη Γερμανίκεια. Δεν ανέκτησε ούτε την ψυχική ούτε και τη σωματική του υγεία. Πέθανε τον Φεβρουάριο του 641 και ετάφη στον ναό των Αγίων Αποστόλων.
5) Ο Μανουήλ Α΄ ο Κομνηνός ή Μανουήλ ο Μέγας (1118 - 24 1180) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας του 12ου αιώνα (1143 - 1180), βασίλευσε σε μία κρίσιμη καμπή στην ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και της Μεσογείου. Ο Μανουήλ Α΄ ήταν τέταρτος και μικρότερος γιος του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού και της Ειρήνης της Ουγγαρίας. Στην εποχή του η Δυναστεία των Κομνηνών βρέθηκε στην τελευταία μεγάλη περίοδο ακμής, η Βυζαντινή αυτοκρατορία έγινε πανίσχυρη οικονομική και στρατιωτική δύναμη με μεγάλη πολιτιστική αναγέννηση. Ο Μανουήλ Α΄ ονομάστηκε "Μέγας" από τους Έλληνες οπαδούς του που τον υπηρετούσαν και τον εμπιστεύτηκαν τυφλά, ήταν κεντρικός ήρωας στο έργο που έγραψε ο γραμματέας του Ιωάννης Κίνναμος, του αποδίδει όλες τις αρετές. Είχε έντονες επιδράσεις στις σχέσεις του με τους Σταυροφόρους, η φήμη του στους δυτικούς ήταν τεράστια, τον αποκαλούσαν "ο πιο ευλογημένος αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη". Οι σύγχρονοι ιστορικοί ωστόσο έχουν πιο μέτρια γνώμη για τον ίδιο, χρεώνουν την φήμη του περισσότερο στην δυναστεία του δηλαδή τον πατέρα του και τον παππού του παρά στον Μανουήλ. Οι ίδιοι ιστορικοί τονίζουν ότι δεν μπορεί να θεωρείται τόσο πετυχημένος αφού η αυτοκρατορία και η δυναστεία του κατέρρευσαν μετά τον θάνατο του. Ο Μανουήλ Α΄είχε μεγαλεπίβολα σχέδια να αποκαταστήσει την Βυζαντινή αυτοκρατορία στα παλιά της σύνορα και να την κάνει υπερδύναμη στην Μεσόγειο. Η πετυχημένη βασιλεία του αμαυρώθηκε στο τέλος με την ήττα του στην Μάχη του Μυριοκέφαλου, την χρεώθηκε ο ίδιος χάρη στην αλαζονεία του να επιτεθεί σε ισχυρές θέσεις των Σελτζούκων Τούρκων. Ο Βυζαντινός στρατός ανέκαμψε και πέτυχε να κλείσει ειρήνη με ευνοϊκούς όρους με τον Σουλτάνο Κιλίτζ Αρσλάν Β΄, η ήττα στο Μυριοκέφαλο αποδείχτηκε ωστόσο καθοριστική στις προσπάθειες του να κυριαρχήσει στην Ανατολή. Οι συνεχείς εκστρατείες και οι μάχες έφθειραν σημαντικά την υγεία του Μανουήλ Α΄, υπέκυψε τελικά από πυρετό (1180). Η ισορροπία δυνάμεων ανατράπηκε μετά την ήττα στο Μυριοκέφαλο υπέρ των Τούρκων, μετά τον θάνατο του Μανουήλ οι Τούρκοι επεκτάθηκαν σημαντικά σε βάρος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
6) Ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος (1259 - 1332) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας (1282-1328), μεγαλύτερος γιος και διάδοχος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Ο Ανδρόνικος, αντιλαμβανόμενος την άρνηση των υπηκόων του να δεχθούν τα τετελεσμένα της συμφωνίας της Λυών για την ένωση των εκκλησιών, φρόντισε γρήγορα να απαλλαγεί από τις δεσμεύσεις του πατέρα του Μιχαήλ Η΄. Από εκεί και πέρα, υπό το φως των εντονότατων οικονομικών δυσκολιών τις οποίες κληρονόμησε, προχώρησε σε δραστικές περικοπές των στρατιωτικών δαπανών, με κύρια ολέθρια ενέργεια την πλήρη κατάργηση του Βυζαντινού Ναυτικού. Έτσι, γρήγορα βρέθηκε εκτεθειμένος στους εκβιασμούς και τις απειλές των Γενουατών και των Βενετών, προκειμένου να καλυφθεί το κενό αυτό. Η χειρότερη ίσως από τις αποφάσεις του στον τομέα της στρατιωτικής πολιτικής του, ήταν η πρόσληψη της Καταλανικής Εταιρείαςτο 1302, υπό τη διοίκηση του Ρογήρου του Φλορ. Η εταιρεία αυτή ήταν ουσιαστικά μια ομάδα τυχοδιωκτών, κυρίως Ισπανών μισθοφόρων, οι οποίοι υπό τις διαταγές του αρχηγού τους επιδίδονταν σε πειρατεία, ληστεία και επιδρομές λεηλασίας. Έως το 1311, οι Καταλανοί λυμαίνονταν την ελληνική χερσόνησο, όπου επιδίδονταν σε ανείπωτες σφαγές και καταστροφές, πρωτόγνωρης ωμότητας και βίας. Κύριος στόχος τους ήταν η Θράκη, η οποία ερημώθηκε. Τελικά μετά τη μάχη του Ορχομενού κατέλαβαν την Αθήνα και την εξουσία στο Δουκάτο των Αθηνών, που κράτησαν έως το 1388. Παρά τις άοκνες προσπάθειές του και τη βούλησή του για σωτηρία, ο διστακτικός και αδύναμος χαρακτήρας του, αλλά και ορισμένες τραγικά λανθασμένες αποφάσεις, σε συνδυασμό με μια σειρά δυσμενών εξωτερικών εξελίξεων, ανέστειλαν την όποια αμυδρή ελπίδα ανάκαμψης του κράτους είχε διαφανεί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα του. Αντίθετα η μεγαλύτερη συνεισφορά του συνίστατο στο ότι έλαβε υπό την προστασία του την παιδεία, τα γράμματα και τις τέχνες. Μέγας Λογοθέτης του υπήρξε ο Θεόδωρος Μετοχίτης ενώ στην Αυλή του είχαν συγκεντρωθεί λόγιοι, ποιητές, ιστορικοί και θεολόγοι. Η αδυναμία του Ανδρόνικου να αναστρέψει την καταστροφική πορεία του κράτους, η πείνα, η φορολογία, η ερήμωση της Θράκης και της Ελλαδικής χερσονήσου, αλλά και η ανενόχλητη προέλαση των Οθωμανών Τούρκων στη Μικρά Ασία, τον κατέστησαν εξαιρετικά αντιδημοφιλή. Ο γιος του, Μιχαήλ Θ΄, πέθανε πρόωρα το 1320 απ τη στεναχώρια του. Ο εγγονός του Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος ενεπλάκη στην υπόθεση δολοφονίας του αδελφού του Μανουήλ, και για το λόγο αυτό ο Αυτοκράτορας παππούς του τον αποκήρυξε. Ο νεαρός Ανδρόνικος εξεγέρθηκε, και μετά από πολυετή εμφύλιο πόλεμο, ανέλαβε τελικά την εξουσία το 1328 με ήπιο πραξικόπημα και τη βοήθεια του φίλου του Ιωάννη Καντακουζηνού (μετέπειτα αυτοκράτορα). Ο Ανδρόνικος Γ΄ εκτόπισε τον Ανδρόνικο Β΄ σε μοναστήρι με το όνομα Αντώνιος, όπου έμεινε ώς το θάνατό του το 1332. Το σώμα του μεταφέρθηκε και ενταφιάστηκε στην μονή του Λιβός.
7) Ο Θεόφιλος (813 - 842) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας (829-842). Η βασιλεία του χαρακτηρίζεται από την τελευταία εικονομαχική ακμή, από αγώνες κατά των Αράβων και από πολιτισμική άνθιση. Ήταν γιος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β' του Τραυλού και της Θέκλας. Δάσκαλός υπήρξε ο μετέπειτα πατριάρχης Ιωάννης ο Γραμματικός, θεωρούμενος ένας από τους σοφότερους άνδρες της εποχής. Πολύ νωρίς στέφθηκε συμβασιλέας από τον πατέρα του και διακρίθηκε κατά την αντιμετώπιση της ανταρσίας του Θωμά. Όταν ήρθε ο Θεόφιλος σε ηλικία γάμου, η δεύτερη γυναίκα του πατέρα του Ευφροσύνη κάλεσε τις τις ωραιότερες και ευγενέστερες κόρες της αυτοκρατορίας. Τις συγκέντρωσε σε μιαν αίθουσα του Παλατιού κι έδωσε στον Θεόφιλο ένα χρυσό μήλο για να το δώσει σ’ αυτήν που θα προτιμούσε. Αυτός γοητεύτηκε από την ομορφιά της Κασσιανής αλλά πριν της δώσει το μήλο της είπε «από την γυναίκα προέρχονται τα δεινά» εννοώντας την Εύα. Η Κασσιάνη απάντησε «αλλά κι από την γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα» εννοώντας την Παναγία, κι ο Θεόφιλος θεωρώντας το αυθάδεια, προτίμησε την Θεοδώρα.
Πολιόρκησε τη Σωζόπετρα, πατρίδα του χαλίφη Μοτασέμ. Ο χαλίφης του έγραψε να σεβαστεί την πατρίδα του και πρότεινε ειρήνη αλλά ο Θεόφιλος κυρίευσε τη Σωζόπετρα και την κατέστρεψε ολοκληρωτικά. Γύρισε μετά στην Κωνσταντινούπολη και τέλεσε λαμπρό θρίαμβο. Αλλά ο Μοτασέμ είχε ορκιστεί εκδίκηση. Συγκέντρωσε ένα τεράστιο στρατό για να καταστρέψει την πατρίδα του πατέρα του Θεόφιλου Μιχαήλ, το Αμόριο της Φρυγίας, και εισέβαλε στη Μικρά Ασία από τρία σημεία. Όλοι οι στρατιώτες του είχαν γραμμένη στην ασπίδα τους την λέξη Αμόριον. Το Αμόριο έπεσε τελικά με προδοσία, καταστράφηκε και η ήττα ήταν δεινή. Η άλωση και η λεηλασία της πόλης ήταν μεθοδικές: σύμφωνα με τους Άραβες ιστορικούς, η πώληση των λαφύρων συνεχιζόταν επί πέντε μέρες. Ο Βυζαντινός χρονογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής αναφέρει 70.000 νεκρούς, και ο Άραβας Μασουντί 30.000. Οι επιζώντες μοιράστηκαν ως δούλοι στους αρχηγούς του στρατού, εκτός από τους αξιωματούχους, που τέθηκαν στη διάθεση του χαλίφη. Αφού άφησε τους απεσταλμένους του Θεόφιλου να αναχωρήσουν, ο Μουτασίμ έβαλε φωτιά στην πόλη, καταστρέφοντάς την σχεδόν ολοσχερώς. Μόνο τα τείχη έμειναν σχετικά ανέπαφα. Ανάμεσα στα λάφυρα του Αμορίου ήταν και οι τεράστιες σιδερένιες πύλες της πόλης. Ο χαλίφης αναγκάστηκε να διακόψει την εκστρατεία και να επιστρέψει γρήγορα στην επικράτειά του, αφήνοντας ανέπαφα τόσο τα οχυρά γύρω από το Αμόριο όσο και τον Θεόφιλο με το στρατό του στο Δορύλαιο. Ο χαλίφης και ο στρατός του πήραν την απευθείας οδό από το Αμόριο προς τις Κιλίκιες Πύλες, και υπέφεραν πολύ, ιδιαίτερα οι αιχμάλωτοι, στις ξηρές πεδιάδες της κεντρικής Μικράς Ασίας.
Η άλωση του Αμορίου ήταν ένα από τα πιο καταστροφικά γεγονότα κατά τη μακρά ιστορία αραβικών επιδρομών στη Μικρά Ασία. Ο Θεόφιλος λέγεται ότι αρρώστησε βαριά λίγο μετά την πτώση της πόλης, και παρότι συνήλθε, η υγεία του παρέμεινε σε κακή κατάσταση μέχρι το θάνατό του τρία χρόνια αργότερα. Μεταγενέστεροι Βυζαντινοί ιστορικοί αποδίδουν το θάνατό του σε ηλικία μόλις τριάντα ετών στην στενοχώρια του για την άλωση του Αμορίου. Στις αρχές του 842 ο Θεόφιλος αρρώστησε βαριά. Προβλέποντας το τέλος του, ζήτησε από την Θεοδώρα και τους μεγάλους αξιωματούχους να ορκιστούν ότι τίποτα δεν θ’ ανέτρεπαν απ’ όσα θέσπισε και ότι θα διατηρούσαν τον Ιωάννη τον Γραμματικό στον πατριαρχικό θρόνο. Τον έφεραν ύστερα με φορείο στο ανάκτορο της Μαγναύρας κι εκεί μίλησε στους άρχοντες και στον λαό ζητώντας πίστη και αφοσίωση στην γυναίκα του και τον γιο του. Γιατί ο γιος του ήταν τριών μόνο χρόνων και φοβόταν για την τύχη του.
8) Ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς (912 - 969) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 963έως το 969. Τα λαμπρά στρατιωτικά κατορθώματά του συνέβαλαν στην αναζωπύρωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα. Ο Νικηφόρος Φωκάς ήταν φύση δυναμική και ιδιόρρυθμη και αισθανόταν ιδιαίτερη ικανοποίηση τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στην εμπειρία της ασκητικής ησυχίας. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και μεγαλόπνοος οραματιστής της παγκόσμιας ακτινοβολίας της αυτοκρατορίας. Πρίν γίνει αυτοκράτορας, ο Νικηφόρος Φωκάς αναδείχθηκε μεγάλος στρατηγός σε όλα τα μέτωπα της εποχής του. Χαρακτηρίζονταν από μεγάλη ευσέβεια και αγαπούσε τον μοναχισμό. Ο Νικηφόρος ήταν πάντως γεννημένος στρατιώτης. Είχε τη σωματική αντοχή και διανοητική ικανότητα ενός μεγάλου στρατιωτικού ηγέτη, ήταν βραχύσωμος, αλλά εξαιρετικά ρωμαλέος. Η ζωή του ήταν αφιερωμένη στα στρατεύματά του, τα οποία αγαπούσε και προστάτευε πάση θυσία, και τα οποία του ήταν πιστά μέχρι θανάτου. Πέρα από τη βαθιά του πίστη προς το χριστιανισμό, δεν είχε άλλα ενδιαφέροντα. Πριν παντρευτεί τη Θεοφανώ, ήταν χήρος και είχε ορκιστεί αποχή. Έδειξε ιδιαίτερη πολιτική ευελιξία, και, αφού εξουδετέρωσε τους εχθρούς του και υποψήφιους αυτοκράτορες, στέφθηκε ο ίδιος.
Ο ανιψιός του Φωκά Ιωάννης Τσιμισκής εκμεταλλεύτηκε τη δυσφορία αυτή, συνεργάστηκε με την αυτοκράτειρα Θεοφανώ και οργάνωσε συνωμοσία για την εκθρόνιση του, η οποία και συντελέστηκε με τη δολοφονία του αυτοκράτορα τη νύχτα της 10ης Δεκεμβρίου του 969. Δολοφονήθηκε με απεχθή τρόπο, την ώρα που κοιμόταν (σαν στρατιωτικός κοιμόταν στο δάπεδο του δωματίου, μια συνήθεια που παρ' ολίγο να του έσωζε τη ζωή) από συνεργάτες του Ιωάννη. Στο μεταξύ λίγες στιγμές μετά την δολοφονία, άνθρωποι του Ιωάννη Τσιμισκή ξεχύθηκαν στους δρόμους της βασιλεύουσας φωνάζοντας «Ιωάννης, Αύγουστος και Βασιλεύς των Ρωμαίων». Η παγωμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην Πόλη από την στυγερή δολοφονία του αυτοκράτορα συνέβαλε στην αδράνεια των πολιτών να αντισταθούν στην ενθρόνιση του πρωτεργάτη της συνωμοσίας Ιωάννη Τσιμισκή. Το σώμα του Νικηφόρου πετάχτηκε από το παράθυρο του δωματίου και έμεινε εκεί παραπεταμένο για την υπόλοιπη ημέρα. Μόλις βράδιασε, κάποιοι από τους υπηρέτες που είχαν παραμείνει πιστοί, πήραν το σώμα του και το μετέφεραν μέσα από τους άδειους δρόμους της Πόλης στο νεκροταφείο των βασιλέων στην εκκλησία των Αγίων Απόστολων και το έβαλαν σε μαρμάρινη σαρκοφάγο. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι, όπως φαίνεται από τα λεγόμενα του Λέοντος του Διακόνου, ότι επίσημα δεν έγινε κηδεία του πρώην αυτοκράτορα. Αυτό το φρικιαστικό τέλος επιφύλαξε η μοίρα για τον Nικηφόρο Β΄ Φωκά, τον γενναίο στρατηγό, τον ευσεβή χριστιανό αλλά και τον προδομένο αυτοκράτορα. Πάνω στον τάφο του ήταν χαραγμένη η εξής επιγραφή: «Τους νίκησε όλους εκτός από μια γυναίκα».
9) Ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος (1350 – 1425) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 1391 έως το 1425. Λίγο πριν το θάνατό του, έγινε μοναχός και έλαβε το όνομα Ματθαίος. Η σύζυγός του, Ελένη Δραγάση, είδε τους γιους τους, Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο και Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, να γίνονται αυτοκράτορες. Με την πολυσχιδή δραστηριότητά του ως πολιτικός, στρατιωτικός, λόγιος και θεολόγος σφράγισε τις τελευταίες δραματικές δεκαετίες της φθίνουσας αυτοκρατορίας. Ο Μανουήλ Β' Παλαιολόγος ήταν ο συγγραφέας πολλών έργων σε διάφορους τομείς, που περιλαμβάνουν γράμματα, ποιήματα, τη ζωή ενός Αγίου, θεολογικές πραγματείες (περιλαμβανομένης της «Προσευχής για την Κοίμηση της Θεοτόκου») και έργα ρητορικής, καθώς και έναν επιτάφιο λόγο για τον αδελφό του Θεόδωρο Α' δεσπότη του Μωρέως. Έγραψε επίσης μια πραγματεία σε 157 κεφάλαια για την Λιτανεία του Αγίου Πνεύματος, ένα από τα θεμελιώδη προβλήματα της θεολογίας της Ανατολής Ελλήνων. Το πιο σημαντικό έργο του είναι οι Διάλογοι με έναν Πέρση, του 1397, σε 26 διαλόγους. Οι διάλογοι αυτοί που διηγείται έγιναν το 1391 στην Άγκυρα. Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, διατήρησε το καθεστώς της υποτέλειας που είχε εγκαινιάσει ο πατέρας του. Έτσι, κλήθηκε να υπηρετήσει στο πλευρό του Βαγιαζήτ σε στρατιωτικές επιχειρήσεις των Τούρκων όπως στην πολιορκία της Φιλαδελφείας το 1390, τελευταίου βυζαντινού προπυργίου στη δυτική Μικρά Ασία. Αργότερα όμως, μετά από κάποιες εκρήξεις αστάθειας του Σουλτάνου, αποφάσισε να διακόψει κάθε υπηρεσία στους Τούρκους. Έξαλλος ο Βαγιαζήτ απάντησε με άμεση πολιορκία της Πόλεως το 1394, η οποία έμελλε να κρατήσει με κυμαινόμενη ένταση, για πολλά χρόνια. Η περιοδεία τιυ Μανουήλ στην Ευρώπη για βοήθεια είχε ήδη συμπληρώσει δύο χρόνια, όταν έφτασαν τα νέα της καταστροφής του Βαγιαζήτ από τον Ταμερλάνο στη μάχη της Αγκύρας και το μαρτυρικό θάνατο του Σουλτάνου το 1401. Μετά από αυτό, ο Μανουήλ επέστρεψε στη Βασιλεύουσα. Αμέσως, άρχισαν οι έριδες διαδοχής μεταξύ των τεσσάρων γιων του Βαγιαζήτ, που επέτρεψαν στο Βυζάντιο να σταθεί κάπως στα πόδια του. Ο Μανουήλ ακολούθησε στο σημείο αυτό ήπια πολιτική, παρακολουθώντας από μακριά τις εσωτερικές διαμάχες των Τούρκων, προκειμένου να ανασυνταχθεί, με μακροπρόθεσμο στόχο την οργάνωση μεγάλης ευρωπαϊκής εκστρατείας οριστικής εξάλειψης του Τουρκικού κινδύνου. Πρόσφερε υποστήριξη στο Μωάμεθ Α΄, ο οποίος ήταν ο πλέον συνεννοήσιμος από τους επίδοξους διαδόχους. Κατάφερε να απελευθερώσει την Στερεά Ελλάδα, την Θεσσαλία, τμήματα της Μακεδονίας με την Θεσσαλονίκη από τους Τούρκους και να ενισχύσει την Πελοπόννησο.
Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο το 1423 σήμανε το ουσιαστικό τέλος της ενεργού διακυβέρνησης από το Μανουήλ. Πέθανε το 1425, αφού πρώτα εκάρη μοναχός, κατά την υστεροβυζαντινή αυτοκρατορική παράδοση, με το όνομα Ματθαίος. Η μορφή του ξεχωρίζει στο στερέωμα των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων τόσο για τις ικανότητές του, διπλωματικές, διοικητικές και στρατιωτικές, όσο και γι' αυτή καθεαυτή την προσωπικότητά του. Μπορούσε να ηγηθεί των στρατευμάτων του σε μάχη το ίδιο εύκολα, όσο μπορούσε να συζητήσει και να αναλύσει με τους εκλεκτότερους λόγιους της εποχής του τα λεπτότερα θεολογικά ζητήματα. Ο Μανουήλ Β' έδωσε ανάσα επιβίωσης και παράταση ζωής στο Βυζάντιο, χωρίς βέβαια να κατορθώσει να αναστρέψει το αναπόφευκτο της πτώσης, γεγονός που είναι βέβαιο ότι είχε από νωρίς συνειδητοποιήσει.
10) Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Δραγάσης Παλαιολόγος (1405 - 1453) ήταν ο τελευταίος βασιλεύων Βυζαντινός αυτοκράτορας, ως μέλος της δυναστείας των Παλαιολόγων, από το 1449 έως το θάνατό του κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Μετά το θάνατό του, έγινε θρυλική μορφή της ελληνικής λαϊκής παράδοσης ως ο "Μαρμαρωμένος Βασιλιάς", που θα ξυπνήσει και θα ανακτήσει την Αυτοκρατορία και την Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς. Ο θάνατός του σηματοδότησε το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε συνεχιστεί στην Ανατολή για 977 χρόνια μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Εκτός από τις Βενετικές κτήσεις στη Μεθώνη Μεσσηνίας, την Κορώνη και το Ναύπλιο, ολόκληρη η χερσόνησος τέθηκε υπό βυζαντινό έλεγχο: τον Ιούλιο του 1428 οι τρεις αδελφοί, ο Ιωάννης Η΄, ο Θεόδωρος Β΄ και ο Κωνσταντίνος, ενώθηκαν για να καταλάβουν την Πάτρα, τελικά οι πολιορκούμενοι δέχθηκαν να καταβάλουν ετήσιο φόρο υποτέλειας. Αργότερα ο Κωνσταντίνος συμμετείχε και στη δεύτερη απόπειρα πολιορκίας της Πάτρας, τον Μάρτιο του 1429, κατά την οποία γλίτωσε το θάνατο ή την αιχμαλωσία, αλλά τελικά κατέλαβε την πόλη. Έτσι, σε ηλικία μόλις 24 ετών διοίκησε με τα αδέλφια του το Δεσποτάτο του Μυστρά. Ο Κωνσταντίνος διακρίθηκε για την αποφασιστικότητα και τις διοικητικές του ικανότητες. Τον Οκτώβριο του 1443 ο Κωνσταντίνος ανέλαβε δεσπότης του Μυστρά, που τότε ήταν το κέντρο της τέχνης και του πολιτισμού, που ανταγωνιζόταν την Κωνσταντινούπολη. Ως φιλενωτικός είχε και την εκτίμηση της Ρώμης. Αφιερώθηκε με ζήλο στη διοικητική και στρατιωτική αναδιοργάνωση του δεσποτάτου, με απώτερο σκοπό την ενίσχυση της άμυνας της Πελοποννήσου έναντι της οθωμανικής απειλής. Μετά από πρόταση του περίφημου διδασκάλου του, Γεωργίου Γεμιστού τού λεγόμενου Πλήθωνα, οικοδόμησε τα τείχη του Εξαμιλίου στον Ισθμό της Κορίνθου.
Στέφθηκε αυτοκράτορας στον Μυστρά (6 Ιανουαρίου 1449) Εκκλησιαστική τελετή στέψης στην Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη δεν έγινε ποτέ, διότι ο Κωνσταντίνος δεν απέρριπτε την ένωση και κάτι τέτοιο θα προκαλούσε την εξέγερση των ανθενωτικών. Η αναζήτηση συζύγου με σκοπό τη διαιώνιση της Παλαιολόγειας δυναστείας είχε απασχολήσει τον Κωνσταντίνο ΙΑ´, από τότε που ήταν στον Μυστρά. Οι δυο σύζυγοι του πέθαναν χωρίς να του αφήσουν διάδοχο. Μεταξύ των πρώτων ενεργειών του ήταν η δρομολόγηση ανακωχής με τους Τούρκους και ο προσεταιρισμός της ανθενωτικής παράταξης. Στους πρώτους μήνες της διακυβέρνησής του ζήτησε να αυξηθούν οι φόροι στα εισαγόμενα από τους Βενετούς προϊόντα και εκείνοι αναζήτησαν συμμαχία στον Μωάμεθ Β΄.
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β΄. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 6 Απριλίου έως την Τρίτη, 29 Μαϊου 1453. Η άλωση αυτή της Κωνσταντινούπολης, σήμανε και το τέλος της υπερχιλιετούς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στις 24 Μαΐου 1453 ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνης, τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή η απώλεια υπήρξε ανεπανόρθωτη για τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ακόμα και μετά από αυτή την επιτυχία, οι Οθωμανοί αδυνατούσαν να διεισδύσουν στην Πόλη. Στα τείχη, όμως, δημιουργούνταν συνεχώς ρήγματα και ο Αυτοκράτορας, πολεμώντας ως απλός στρατιώτης, έπεσε στην μάχη. Δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τον θάνατο του και για τον λόγο αυτό ο θάνατός του έγινε γρήγορα θέμα ενός θρύλου που έχει συσκοτίσει την ιστορική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να σπάσουν τη γραμμή άμυνας των τειχών, παρά μόνο όταν από εσωτερική προδοσία μπήκαν από την Κερκόπορτα και περικύκλωσαν τους αμυνόμενους.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%91%C2%B4
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%82_(%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%99%CE%91%CE%84_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82_%CE%94%CE%84_%CE%94%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%AE%CE%BB_%CE%91%CE%84_%CE%9A%CE%BF%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%92%CE%84_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82
https://slpress.gr/idees/i-machi-toy-matzikert-katastrofiki-tote-didaktiki-simera/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%82_(1453)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%AE%CE%BB_%CE%92%C2%B4_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%92%C2%B4_%CE%A6%CF%89%CE%BA%CE%AC%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82_(%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%91%CE%BC%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85





Σάββατο, 24 Αυγούστου 2019

Ένα Βυζάντιο στο κέρας της Αφρικής : Η χριστιανική αυτοκρατορία της Αιθιοπίας

Η πόλη Αξούμ (Αξώμη) βρίσκεται στη βόρεια Αιθιοπία. Ήταν το ναυτικό εμπορικό κέντρο του Βασιλείου Αξούμ, το οποίο έφτασε στην ακμή του κατά την εποχή της γέννησης του Ιησού, υπήρξε εν μέρει σύμμαχος του Βυζαντίου εναντίον της τότε Περσικής Αυτοκρατορίας και παρήκμασε μετά τον 7ο αιώνα, πιθανότατα λόγω της εξάπλωσης του Ισλάμ, η οποία εμπόδισε το εμπόριο με την Άπω Ανατολή, καθώς και τις μεγάλες αγορές στην Αλεξάνδρεια, το Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τη νότια Ευρώπη. Το βασίλειο του Αξούμ είχε τη δική του γραπτή γλώσσα, την Ge'ez, και ανέπτυξε αρχιτεκτονική χαρακτηριστική για τους τεράστιους οβελίσκους της, ο παλαιότερος από τους οποίους χρονολογείται από το 5.000-2.000 π.Χ. Τον 4ο αιώνα μ.Χ., το Βασίλειο ασπάστηκε το Χριστιανισμό. Η Εκκλησία της Αιθιοπίας ισχυρίζεται ότι φυλάσσει στο ναό της Παναγίας της Σιών στο Αξούμ την Κιβωτό της Διαθήκης, στην οποία περιέχονται οι Δέκα Εντολές που παρέδωσε ο Θεός στο Μωυσή. Το Αξούμ θεωρείται η ιερότερη πόλη στην Αιθιοπία και αποτελεί τόπο προσκυνήματος. Σημαντικές θρησκευτικές γιορτές είναι το T'imk'et, τα Θεοφάνια, στις 7 Ιανουαρίου, και η γιορτή της Μαριάμ της Σιών στα τέλη Νοεμβρίου. Λόγω της ιστορικής της αξίας, η πόλη το 1980 ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Το Βασίλειο του Αξούμ ή της Αξώμης, επίσης γνωστό ως η Αξουμιτική Αυτοκρατορία, ήταν εμπορικό έθνος των Αιθιοπων που περιλάμβανε εδάφη στη σημερινή περιοχή της Ερυθραίας, στη περιοχή Τιγκράι της Αιθιοπίας και στη Νουβική έρημο. Υπήρχε περίπου από το 100 μ.Χ. έως το 940 μ.Χ. Αναπτυσσόταν από την πρωτοαξουμιτικη εποχή του σιδήρου, τον 4ο αιώνα π.Χ, για να εμφανιστεί στο προσκήνιο τον 1ο αιώνα μ.Χ.. Έγινε σημαντικός παράγοντας στην εμπορική διαδρομή μεταξύ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Αρχαίας Ινδίας. Οι κυβερνήτες της Αξώμης διευκόλυναν το εμπόριο κόβοντας το δικό τους νόμισμα, το κράτος καθιέρωσε την ηγεμονία του επί του παρακμάζοντος Βασιλείου του Κους ενώ επενέβαινε τακτικά στα ζητήματα των βασιλείων στην Αραβική Χερσόνησο, επεκτείνοντας τελικά την κυριαρχία του στην περιοχή με την κατάκτηση του βασιλιά των Χιμιαριτών (Υεμένη). Ο Πέρσης προφήτης Μάνης θεωρούσε την Αξούμ ως μία από τις τέσσερις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του, παράλληλα με την Περσία, τη Ρώμη και την Κίνα. Η αρχαία πρωτεύουσα, που ονομάζεται επίσης Αξούμ, ήταν στη βόρεια Αιθιοπία. Το Βασίλειο χρησιμοποίησε το όνομα "Αιθιοπία" ήδη από τον 4ο αιώνα. Η παράδοση ισχυρίζεται ότι ο Αξούμ είναι ο υποτιθέμενος τόπος ανάπαυσης της Κιβωτού της Διαθήκης και της κατοικίας της βασίλισσας της Σαβά.
Τα πρώτα νομίσματα της Αιθιοπίας κόπηκαν με ελληνικές επιγραφές, αφού η ελληνική γλώσσα ήταν μια σημαντική γλώσσα της αιθιοπική αυλής για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Έλληνας ήταν ο Άγιος Φρουμέντιος, ο οποίος έγινε ο πρώτος επίσκοπος της Αιθιοπίας και η κοινή μας πίστη αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της σχέσης μας. Κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων, οι δύο αυτοκρατορίες, Βυζάντιο και Αιθιοπία ήταν σε συνεχή συμμαχία και θεωρούνταν οι βόρειοι και νότιοι πόλοι του ίδιου του πολιτισμού. Μεταξύ αυτών, σφυρηλάτησαν πολιτικές συλλογικής ασφάλειας τόσο εξειδικευμένες, όσο εκείνες που βλέπουμε να δημιουργούνται στον σύγχρονο κόσμο. Και οι δύο πολιτισμοί ήταν απομονωμένοι και έπρεπε να αγωνιστούν για να επιβιώσουν.
Αρχαία Χριστιανική Αυτοκρατορία, η Αιθιοπία αποτελεί το πιο ιδιόρρυθμο και ανεξερεύνητο κομμάτι της χριστιανοσύνης. Διαφέρει ριζικά από άλλες αφρικανικές χώρες, έχοντας να επιδείξει καταγεγραμμένη ιστορία χιλιετιών, ιδιαίτερο αλφάβητο και ημερολόγιο και εντυπωσιακή τέχνη. Εδώ η Μαύρη Αφρική αγκάλιασε τον αρχαίο κόσμο. Πολλοί ταυτίζουν την Αιθιοπία με τη μυθική Χώρα του Πουντ, που οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν γενέτειρά τους και από την οποία προμηθεύονταν χρυσό, ελεφαντοστό και δούλους. Στον αιθιοπικό βορρά άνθησε, την πρώτη χιλιετία π.Χ., λαμπρός πολιτισμός με κέντρο την πόλη Αξούμ, αποτέλεσμα συνεύρεσης των Αιθιόπων με τους κατοίκους της νότιας Αραβίας. Από εδώ πιστεύεται πως ξεκίνησε η βασίλισσα του Σαββά, που -κατά τον μύθο- επισκέφθηκε το βασιλιά Σολομώντα, με τον οποίο απέκτησε γιο, το Μενελίκ. Ο τελευταίος θεωρείται μυθικός γεννήτορας των Αιθιόπων. Η βασίλισσα και ο Μενελίκ, όπως και πολλοί Αιθίοπες, ασπάσθηκαν τον ιουδαϊσμό. Τη βάση του μύθου σε πραγματικά γεγονότα πιστοποιεί η επιβίωση πληθώρας εβραϊκών εθίμων μεταξύ των χριστιανών Αιθιόπων, και η μέχρι πρότινος παρουσία πολλών Εβραίων (Φαλάσα). Τον τέταρτο αιώνα μ.Χ. ένας Ελληνας μοναχός από την Τύρο, ο Φρουμέντιος, έφερε τον χριστιανισμό στην Αιθιοπία, προσηλυτίζοντας τον βασιλιά της Αξούμ Αϊζάνα. Ο χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας γύρω στο 340 μ.Χ, ενώ ο Φρουμέντιος ανακηρύχθηκε Αμπούνα (αρχιεπίσκοπος) της Αξούμ, που παραμένει η ιερή πόλη των Αιθιόπων. Τον Φρουμέντιο είχε χειροτονήσει επίσκοπο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αθανάσιος. Ο αιθιοπικός χριστιανισμός ξεκίνησε και παρέμεινε στενά συνδεδεμένος με την Κοπτική Εκκλησία της Αιγύπτου. Ωστόσο, οι ίδιοι οι Αιθίοπες, καίτοι Μονοφυσίτες, αποκαλούν την Εκκλησία τους Ορθόδοξη. Η Ορθοδοξία τους διαφέρει από εκείνη της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Η επέλαση του Ισλάμ της στέρησε κάθε δυνατότητα επικοινωνίας με την υπόλοιπη χριστιανοσύνη. Σε καθεστώς απομόνωσης, υπό το βάρος συνεχών αγώνων επιβίωσης κατά των μουσουλμάνων, η αιθιοπική Ορθοδοξία εξελίχθηκε σε ιδιόμορφο κράμα εβραϊκών, χριστιανικών και αφρικανικών εθίμων. Οι Αιθίοπες ορθόδοξοι τηρούν παραδοσιακά τόσο την αργία της Κυριακής, όσο και την Εβραϊκή του Σαββάτου, ενώ τα αγόρια περιτέμνονται την έβδομη ημέρα μετά τη γέννηση. Οπως οι Εβραίοι, τηρούν διαιτητικούς κανόνες για τη σφαγή των ζώων, ενώ δεν τρώνε χοιρινό κρέας. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, μέρες νηστείας, δεν καταναλώνουν ζωικά προϊόντα.
Οι αιθιοπικές εκκλησίες είναι είτε κυκλικές με στέγη από άχυρο, σαν τεράστιες καλύβες είτε μονόκλιτες βασιλικές, είτε συνδυάζουν μια από τις προηγούμενες μορφές με τη διάρθρωση σε επάλληλα επίπεδα, μοιάζοντας με παγόδες. Καθεμία χωρίζεται σε τρία μέρη, εκ των οποίων το ιερότερο, τα Αγια των Αγίων, είναι άβατο για τους μη κληρικούς. Εκεί φυλάσσεται πάντα ένα αντίγραφο της Κιβωτού της Διαθήκης (των πλακών με τις Δέκα Εντολές που έδωσε ο Θεός στοΝ Μωυσή) που ονομάζεται ταμπότ. Το ταμπότ καθαγιάζει τοΝ ναό, και αντιστοιχεί στη δική μας Αγία Τράπεζα. Τόσο η τριμερής διάρθρωση όσο και το αντίγραφο της Κιβωτού θυμίζουν τοΝ Ναό του Σολομώντα. Το μεγαλύτερο καλλιτεχικό επίτευγμα του αιθιοπικού χριστιανισμού είναι οι εκκλησίες οι λαξευμένες σε γιγάντιους μονόλιθους. Πάνω από τριακόσιες λαξευμένες εκκλησίες στολίζουν τα αιθιοπικά υψίπεδα. Οι εντυπωσιακού μεγέθους μονολιθικές εκκλησίες της Λαλιμπέλα θεωρούνται το όγδοο θαύμα του κόσμου, ενώ η περιοχή Τιγκράι, με τις αναρίθμητες εκκλησίες τις λαξευμένες σε απόμακρους βράχους, είναι η Καππαδοκία της Αφρικής. Η εικονογραφία τους μοναδική. Αν και εδράζεται στη βυζαντινή παράδοση, περιλαμβάνει θέματα άγνωστα στον λοιπό χριστιανισμό. Προστάτης της χώρας ο γνωστός μας Αγιος Γεώργιος, που οι Αιθίοπες θεωρούν μισό Ελληνα και μισό Λιβανέζο. Η παρακολούθηση μιας αιθιοπικής λειτουργίας αποτελεί αλησμόνητη εμπειρία. Το τελετουργικό είναι ασυναγώνιστα υποβλητικό και η όλη μυσταγωγία μοιάζει βγαλμένη από τη Βίβλο. Οι Αιθίοπες προσέρχονται στην εκκλησία, τυλιγμένοι σε λευκούς μανδύες, στις πέντε το πρωί. Η τρίωρη λειτουργία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, ιερείς και διάκονοι συγκεντρώνονται σε κύκλο και ψέλνουν ύμνους. Στα χέρια τους φέρουν σείστρα, τα οποία σείουν συνοδεύοντας τις μελωδίες, ενώ κάποιοι χτυπούν ταμπούρλα. Σε τακτά διαστήματα, συνοδεύουν τους ύμνους με αργές χορευτικές κινήσεις. Το δεύτερο μέρος της ακολουθίας μοιάζει περισσότερο στο ορθόδοξο τυπικό, όπως το ξέρουμε. Οι πιστοί, καθόλη τη διάρκεια της τρίωρης λειτουργίας, στηρίζονται σε μπαστούνια, καθώς απαγορεύεται να καθήσουν. Σε αυτήν την παράδοση, τόσο για τα εξαίρετα έργα τέχνης όσο και για τα μοναδικά έθιμα και τελετουργίες που κατέλιπε, εδράζεται η εθνική υπερηφάνεια των Αιθιόπων, κατοίκων μιας χώρας μοναδικής, που θα μπορούσαμε δικαιολογημένα να θεωρήσουμε το Βυζάντιο της Αφρικής.
Πηγή : https://www.kathimerini.gr/242640/article/epikairothta/kosmos/ai8iopia-to-agnwsto-vyzantio-ths-mayrhs-hpeiroy
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BE%CE%BF%CF%8D%CE%BC
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%91%CE%BE%CE%BF%CF%8D%CE%BC
https://neoskosmos.com/el/56883/%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1-%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE/