Κυριακή, 2 Ιουνίου 2019

Η παγίδα του Θουκυδίδη : Γεωπολιτικά και στρατηγικά μαθήματα στην Ελλάδα, τις ΗΠΑ και την Κίνα

Η Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου από τον Θουκυδίδη είναι ένα αφήγημα στρατηγικής που όλοι όσοι προσπαθούν να κατανοήσουν την φιλοσοφία του πολέμου πρέπει να το μελετήσουν. Με τη μελέτη του Πελοποννησιακού Πολέμου συνειδητοποιούμε ότι οι πολυπλοκότητες της σύγχρονης ζωής δεν έχουν διαφοροποιηθεί από τις αντίστοιχες των προηγούμενων γενεών άσχετα με τα προβλήματα και την τεχνολογική εξέλιξη του σήμερα. Στην πραγματικότητα, όπως αναφέρει, ο Θουκυδίδης, μας παρέχει μια αξιόπιστη βάση από την οποία θα ανακαλύψουμε τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης των πολύπλοκων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονοι στρατηγικοί σχεδιαστές, επιτρέποντάς μας να κατανοήσουμε καλύτερα την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης γεωπολιτικής αστάθειας και την παρατεταμένη απειλή του πολέμου.
Ο Θουκυδίδης καταγράφει τον αντίκτυπο του πολέμου στον χαρακτήρα των εμπλεκόμενων κρατών. Χρησιμοποιεί την μεταμόρφωση της Αθήνας ως προειδοποιητική ιστορία για το τι επιφέρει ο πόλεμος σε ένα κράτος που είναι απροετοίμαστο για την επιβολή επιρροής στους εταίρους, συμμάχους και αντιπάλους ως μια αδιαμφισβήτητη ηγέτιδα δύναμη, για το κόστος της εφαρμογής άπληστης ισχύος ή στην επιδίωξη ενός άδικου πολιτικού σκοπού. Η ανάλυσή του βασίζεται στην κατανόηση, ότι η φύση του πολέμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανθρώπινη φύση, η οποία με τη σειρά της διαμορφώνει τη στρατηγική και στρατιωτική κουλτούρα που εκδηλώνεται στον χαρακτήρα του πολέμου και στους πολιτικούς στόχους για τους οποίους αγωνιζόμαστε. Μέσω μιας αφηγηματικής προσέγγισης, το έργο του χρησιμεύει, ακόμη και ως προειδοποίηση για την ηθική παρακμή της κοινωνίας κατά τη διάρκεια ενός παρατεταμένου πολέμου.
Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος που έπληξε όλη την Αρχαία Ελλάδα ξεκίνησε με σχετικά μικρές συγκρούσεις που αφορούσαν την Κέρκυρα και την Ποτίδαια, με αποτέλεσμα να κλιμακωθούν οι εντάσεις μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης στο οριακό σημείο του γενικευμένου πολέμου. Επειδή η τεχνολογία έχει καταρρίψει τις αποστάσεις, πιστεύω ότι η Ευρασία μπορεί να συγκριθεί με ένα συνεκτικό σύστημα σύγκρουσης όπως ήταν οι πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας. Μάλιστα διακρίνουμε ότι στη βασική θεώρηση του κόσμου μας, η κατάσταση είναι η ίδια όσον αφορά τη παρακμή σε πάρα πολλά σημεία. Προς το συμφέρον της ανθρωπότητας, ώστε να αποφευχθεί μια νέα τραγωδία, οι ηγέτες που χαράσσουν πολιτική πρέπει να ανησυχήσουν για το πώς να μην προκαλέσουν περισσότερη αναρχία από ότι ο κόσμος ήδη έχει.
Ξεκινώντας στα τέλη του 19ου αιώνα, οδηγηθήκαμε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με έναυσμα το «Ανατολικό Ζήτημα», δηλαδή τη στρατηγική για την αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, που κυριάρχησε στην Ευρωπαϊκή γεωπολιτική σκηνή. Το Ανατολικό Ζήτημα φαίνεται να έχει πλέον αντικατασταθεί από το Ευρασιατικό ζήτημα, δηλαδή τι πρέπει να γίνει για την αποδυνάμωση των κρατών από τους ισχυρούς γεωπολιτικούς παίκτες, όπως λόγου χάρη, παλαιότερα κινείτο η αυτοκρατορική κληρονομιά στο προσκήνιο. Καθώς προσπαθούμε να κατανοήσουμε σήμερα γιατί η Τουρκία κάνει αυτά που κάνει, ποία κίνητρα την ωθούν και πιέζει, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι η βάση της ανθρώπινης φύσης δεν έχει αλλάξει για χιλιάδες χρόνια.
Ο Θουκυδίδης προειδοποιεί για την ύπαρξη του σημείου ανατροπής όπου μια ακμάζουσα δύναμη γίνεται υπερβολικά ισχυρή για να περιορισθεί. Σε αυτό το σημείο, η σύγκρουση μεταξύ σχεδόν ίσων, μπορεί να παρουσιαστεί ως αναπόφευκτη. Επίσης, μπορεί να υπάρξει σύγκρουση όταν οι ανίσχυροι σύμμαχοι για τη δική τους προστασία επιδιώκουν τη δράση από τον κυρίαρχο και ισχυρό εταίρο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο πολιτικός σκοπός του πολέμου μπορεί να επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από το φόβο του κόστους της έκβασης του πολέμου όσο και από τον φόβο του ίδιου του πολέμου. Αυτή η περιγραφή είναι συνάμα μια συμβουλή σε ένα ευρύ φάσμα σχέσεων κρατών. Όπως τα έθνη αυξάνονται, απειλούν άλλα έθνη που δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να αναλάβουν την απειλή πολύ σοβαρά. Συχνά, αυτή η απειλητική συμπεριφορά είναι ακούσια. Οι μελετητές των διεθνών σχέσεων έχουν ονομάσει αυτή την ιδέα, «δίλημμα ασφαλείας» και διαπιστώνουμε ότι συμβαίνει ξανά και ξανά, τόσο σε στρατηγικά θέματα όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο συγκρούσεων. Ένα δίλημμα ασφαλείας για την εθνική μας πολιτική είναι και ο ζωτικός χώρος του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου που το γειτονικό κράτος της Τουρκίας προσπαθεί εναγωνίως να υφαρπάξει.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, δεν αφορά την εποχή που γράφτηκε αλλά και το σύγχρονο κόσμο. Η σύγκρουση συνεχίζει να υφίσταται στο παρόν και τα υποτιθέμενα της διδάγματα, είναι τόσο παρόμοια, που συναντώνται στους περισσότερους από τους πολέμους του περασμένου αιώνα, αλλά και της σύγχρονης εποχής. Γιατί ο αρχαίος αυτός πόλεμος μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης εξακολουθεί να χρησιμοποιείται τόσο συχνά, ιδιαίτερα όταν η αντιπαλότητα υφίσταται ανάμεσα σε ένα δίπολο, όπου παίζεται το σενάριο του μηδενικού αθροίσματος; Διότι πέραν όλων των άλλων, κυρίως οι δυο αντίπαλοι ήταν αντιθετικοί σχεδόν σε όλες τις απόψεις και έτσι η διπολική πάλη ανακηρύσσεται τελικός διαιτητής των αντίστοιχων αξιών τους, πολιτικών και πολιτιστικών αξιών. Σε στιγμές μεγάλης αναταραχής, πολλοί θα αναρωτηθούμε. Τι θα ακολουθήσει; Τι πρέπει να αναζητήσουμε; Τι έχουν κάνει οι άλλοι; Η απάντηση είναι ότι για να προβλέψουμε το μέλλον, πρέπει να αντιληφθούμε το παρελθόν.
Οι περισσότεροι πόλεμοι, βέβαια, δεν τελειώνουν όπως ξεκινούν. Πριν από την επίθεση στο Σαγγάριο, για παράδειγμα, η στρατιωτική ηγεσία των Ελλήνων σκέφτηκε ότι μια μεγάλη μάχη θα κέρδιζε τον πόλεμο. Μετά τη μάχη των μαχών, συνειδητοποιήσαμε ότι χάθηκαν δεκάδες χρόνων αγώνων, χιλιάδες ζωές και εκατομμύρια σε κεφάλαιο που χρειάστηκαν για να καταστρέψουν και την κοιτίδα του ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Έτσι και οι Σπαρτιάτες προχώρησαν στην Αττική την άνοιξη του 431 π.Χ. με το σκεπτικό ότι σε ένα χρόνο οι καταστροφές των πεδίων θα τους έφερναν τη νίκη. Όμως επτά χρόνια αργότερα καμία από τις πλευρές δεν προσέγγισε τη νίκη και χρειάστηκαν ακόμη είκοσι χρόνια πολέμου. Ο ίδιος ο Πελοποννησιακός πόλεμος, επίσης αποδείχθηκε ένα κολοσσιαίο παράδοξο. Η Σπάρτη διατηρούσε ένα ισχυρό στρατό ξηράς στον τότε γνωστό κόσμο. Ωστόσο, ήταν το νεοσύστατο ναυτικό της Σπάρτης που τελικά κέρδισε τις μεγάλες μάχες και έκρινε την έκβαση του πολέμου.
Το αναφέρω αυτό διότι η Θαλάσσια ισχύς, ήταν, είναι και θα είναι, άμεσα συνδεδεμένη με την τύχη του Ελληνισμού, ως πηγή πόρων, ως μέσο μεταφοράς, εθνικής επικράτησης και στρατηγικής κυριαρχίας σε οποιασδήποτε φάση της εγχώριας ανάπτυξης, διότι η πατρίδα μας είναι ναυτικό κράτος. Η Πατρίδα μας, παρά τις τόσες εσωτερικές αδυναμίες και τις συνεχείς υπονομεύσεις της τρόικας ή του κουαρτέτου, κατορθώνει εν τούτοις να διατηρεί στις θαλάσσιες δυνάμεις μια ισορροπία δυνάμεων τουλάχιστο στο Αιγαίο. Αυτή η ισορροπία όμως διαταράσσεται υπέρ του αντιπάλου μας, και το βλέπουμε καθημερινά. Οι παραβιάσεις έχουν ενταθεί ποιοτικά και ποσοτικά, για αυτό υπάρχει ανησυχία για ενίσχυση της αποτρεπτικής μας ισχύος. Πιστεύω σήμερα ειδικά, ο αεροναυτικός παράγων, κατ’ αύξουσα συνεχώς κλίμακα, είναι εκ των αποφασιστικότερων προϋποθέσεων για την τύχη του Έθνους.
Η διατήρηση αυτής της θέσης είναι μια ατέρμονη διαδικασία καθήκοντος που γίνεται πιο δύσκολη σε κάθε κρίσιμη κατάσταση. Το Πολεμικό Ναυτικό έχει ζωτικό ρόλο στην προστασία της εθνικής μας ακεραιότητας και ελευθερίας. Μπορούμε να διατηρήσουμε αυτή την ελευθερία μόνο μέσα από ένα Ναυτικό που έχει τους ικανούς πόρους και την απόλυτη αφοσίωση προς τον σκοπό αυτό. Ο έλεγχος των ελληνικών θαλασσών σημαίνει ασφάλεια και ειρήνη. Επίσης μπορεί να σημαίνει και νίκη. Η Ελλάδα έχει καθήκον να ελέγχει το ζωτικό χώρο του Αιγαίου και της νοτιοανατολικής Μεσογείου, αν θέλουμε να προστατεύσουμε την εθνική μας ασφάλεια και να διατηρήσουμε την επιβίωσή μας. Εν ολίγοις, για να μη βρεθούμε σε δυσάρεστες εκπλήξεις τα σύγχρονη έθνη, καταρτίζουν αποτρεπτικά και αμυντικά σχέδια έκτακτης ανάγκης για να βοηθήσουν τις άμυνες τους. Η ανικανότητα ενός έθνους θα έχει ως αποτέλεσμα να υποστεί εισβολή καθώς ο κίνδυνος παρερμηνείας της εικόνας και κλιμάκωσης απειλής, δίδει τη δυνατότητα στον εχθρό να γίνει πιο απειλητικός. Καθώς όλο και περισσότερο η Τουρκία βλέπει να δέχεται πλήγματα στις στρατηγικές της επιλογές του μεγαλοϊδεατισμού, το πρόβλημα στις θάλασσες του Αιγαίου και της Μεσογείου σίγουρα θα επιδεινωθεί.
Η πιθανή πρόσκληση της FYROM για ένταξη στην επικείμενη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στις 11-12 Ιουλίου, μέσω των προσεκτικών διατυπώσεων του διεθνούς παράγοντα, μαρτυρά το τετελεσμένο, δηλαδή την αναβάθμιση του βόρειου γείτονα μέσω της ένταξής του στους ευρωατλαντικούς θεσμούς μετά τη συμφωνία των Πρεσπών. Η συνολική εξέλιξη είναι δύσκολο να αποτιμηθεί για την Ελλάδα. Σε τέτοιες περιπτώσεις καλό θα ήταν να προσπαθήσει κάποιος να δει το δάσος και όχι μόνο το δέντρο. Με τη διπλωματική αναβάθμιση της FYROM ολοκληρώνεται ένας «νέος βαλκανικός χώρος», εκείνος των Δυτικών Βαλκανίων που συγκροτείται μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας με μια σειρά παλαιών και νέων κρατών ή μορφωμάτων, βρίσκεται σε επαφή με τους ευρωατλαντικούς θεσμούς και προσπαθεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά απέναντι στην πάγια ρωσική επιρροή στην περιοχή των Βαλκανίων. Στον νέο ιδιότυπο ψυχρό πόλεμο το επεισόδιο των Βαλκανίων μπορεί να μοιάζει περιφερειακό, αλλά δεν παύει να είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς πλέον το γεωστρατηγικό παιχνίδι δεν αφορά μόνο δύο αλλά τρεις, αφού και η Κίνα με σταθερά βήματα και με σύμμαχό της τη διαφορετική προσέγγισή της στο θέμα του χρονικού βάθους εγκαθιδρύεται στην περιοχή των Βαλκανίων, την οποία θεωρεί ως την είσοδό της στην Ευρώπη. Η παγίδα του Θουκυδίδη αναφέρεται στη θεωρία της σύγκρουσης δύο δυνάμεων, της ανερχόμενης που προσπαθεί να υπερσκελίσει τη δεσπόζουσα. Η διένεξη αυτή μετατρέπεται συνήθως σε πολεμική σύγκρουση. Στη βαλκανική περίπτωση τα πράγματα δεν φαίνονται να είναι τόσο ξεκάθαρα ούτε οι ρόλοι αποσαφηνισμένοι. Οι μεγάλοι παίκτες αναζητούν ρόλους, θέσεις, και σε αυτόν τον αγώνα δρόμου φαίνεται να προχωρούν και σε κινήσεις συχνά αλληλοαναιρούμενες. Η παγίδα του Θουκυδίδη μοιάζει αυτήν τη στιγμή πιο πολύ σαν μια σκακιέρα, όπου η κίνηση κάθε παίκτη προκαλεί σχεδόν την άμεση αντίδραση του άλλου.
Η Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου είναι υποχρεωτικό ανάγνωσμα στις στρατιωτικές ακαδημίες των ΗΠΑ και  στα πανεπιστημιακά μαθήματα στρατηγικής  σε όλο τον κόσμο. Τώρα ένα νέο βιβλίο του Γκραμ Αλισον, καθηγητή στη Σχολή Κένεντι του Χάρβαρντ και υφυπουργού άμυνας στην πρώτη κυβέρνηση Κλίντον, έχει προκαλέσει μεγάλη συζήτηση στην Ουάσιγκτον, καθώς ο συγγραφέας συνιστά  σε όσους είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση της μεγάλης αντiπαλότητας του 21ου αιώνα, που φέρνει αντιμέτωπες τις ΗΠΑ με την Κίνα, να διδαχθούν από την ανάλυση του Θουκυδίδη για τη σύγκρουση των δύο μεγάλων δυνάμεων της αρχαίας Ελλάδας  στον  5ο αιώνα π.χ., της Αθήνας και της Σπάρτης. Στην «παγίδα του Θουκυδίδη», όταννμια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να εκθρονίσει μια κυρίαρχη δύναμη, το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι ο πόλεμος, όπως η άνοδος της Αθήνας και ο φόβος που αυτή προκάλεσε στην δεσπόζουσα δύναμη της εποχής, την Σπάρτη, έφερε  τον καταστροφικό Πελοποννησιακό Πόλεμο (431-404 π.χ ). Μελετώντας 16 ανάλογες περιπτώσεις τα τελευταία  500 χρόνια, το «Πρότζεκτ της Παγίδας του Θουκυδίδη», που ο συγγραφέας διευθύνει στο Χάρβαρντ, διαπίστωσε ότι μόνο σε τέσσερις από αυτές  αποφεύχθηκε ο πόλεμος. Είναι όμως ασφαλές να συμπεράνει κανείς ότι η  οικονομική εκτίναξη της Κίνας με την παράλληλη αύξηση της στρατιωτικής και πολιτικής επιρροής της, που απειλεί την πρωτοκαθεδρία της Αμερικής, αναπόφευκτα θα καταλήξει σε θερμή σύγκρουση, ιδιαίτερα τώρα που οι ηγέτες των δύο χωρών  υπόσχονται να «αναστήσουν το μεγαλείο τους»? Ο συγγραφέας μάς υπενθυμίζει ότι  η άνοδος της Αθήνας με την αύξηση της αυτοπεποίθησης και του γοήτρου  της συνοδεύθηκε από απαιτήσεις για τον σεβασμό της από φίλους και αντιπάλους και προσδοκίες για διευθετήσεις που θα αντανακλούσαν τη νέα ισορροπία  ισχύος, αλλά η Σπάρτη αντέδρασε  στην απειλή ανατροπής του στάτους κβο με ανασφάλεια και φόβο . Η διεκδικητική πολιτική της Αθήνας μετατράπηκε σε ύβρι και η ανασφάλεια της Σπάρτης οδήγησε σε παράνοια, με αποτέλεσμα μικρές κρίσεις και κακοί υπολογισμοί  να πυροδοτήσουν ένα καταστροφικό πόλεμο, που γονάτισε την αρχαία Ελλάδα. Στις αρχές του 21ου αιώνα η θεαματική οικονομική άνοδος της Κίνας έχει προκαλέσει τεκτονικές αλλαγές στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων, που προέκυψε μεταπολεμικά. Αν συνεχισθούν οι μέσοι ρυθμοί ανάπτυξης των τελευταίων ετών, το ΑΕΠ της Κίνας  αναμένεται να ξεπεράσει αυτό της Αμερικής σε μια δεκαετία, ενώ αν οι οικονομίες μετρηθούν με ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης η Κίνα  κατέχει ήδη τα πρωτεία, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα.  Μάλιστα παρά την επιβράδυνση του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης της στο 6-7%, η Κίνα πιστώνεται με το  40% της παγκοσμίας οικονομικής μεγέθυνσης  μετά τη Μεγάλη Υφεση του 2008. Ετσι το δόγμα του Σουν Τσου στην «Τέχνη του Πολέμου», ότι « η σπουδαιότερη νίκη είναι η ήττα του εχθρού χωρίς μάχη», βρίσκει την έκφραση του στην  οικονομική διείσδυση της Κίνας σε όλο τον κόσμο με το «Νέο Δρόμο του Μεταξιού» και το φιλόδοξο σχέδιο «Μία Ζώνη- Ενας Δρόμος», που συνοδεύεται  από την απαίτηση για σεβασμό των διαφορετικών αξιών και ζωτικών συμφερόντων της. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι εθισμένοι από την μακραίωνη  ιστορία τους στην υπομονή και στο μακροπρόθεσμο παιγνίδι, οι Κινέζοι θα είναι προσεκτικοί στην χρήση των όπλων ως μέσου επιβολής του ηγετικού ρόλου τους, όσο διατηρείται το χάσμα της στρατιωτικής υπεροπλίας, που διαθέτει σήμερα  η Αμερική. Αλλωστε σε 23 εδαφικές διαφορές με τους γείτονες της από το 1949 η Κίνα έχει χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία μόνο σε τρεις περιπτώσεις. Πάντως ενα ναυτικό ατύχημα στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας, ένα κίνημα ανεξαρτησίας στην Ταιβάν, η  κατάρρευση της Βόρειας Κορέας, μία σφοδρή εμπορική σύγκρουση ή  μία μαζική κυβερνοεπίθεση μπορούν να κλιμακωθούν σε ένα σινοαμερικανικό πόλεμο. Με οδηγό όμως τη σύνεση και  αμοιβαίες υποχωρήσεις το εφιαλτικό αυτό σενάριο μπορεί να αποφευχθεί, καθώς την μεγαλύτερη αποτρεπτική επιρροή ασκούν σήμερα όχι  τόσο η οικονομική αλληλεξάρτηση όσο τα πυρηνικά οπλοστάσια των δύο υπερδυνάμεων, που εγγυώνται την αμοιβαία καταστροφή τους. Για παράδειγμα  σε τέσσερις περιπτώσεις στο παρελθόν, αναδυόμενες και κυρίαρχες δυνάμεις της εποχής τους διαχειρίσθηκαν τον ανταγωνισμό τους, χωρίς να πέσουν στην «παγίδα του Θουκυδίδη», αποφεύγοντας δηλαδή τον πόλεμο, μεταξύ Ισπανίας –Πορτογαλίας στο τέλος του 15ου αιώνα, ΗΠΑ- Βρετανίας στις αρχές του 20ου αιώνα, Σοβιετικής Ενωσης – ΗΠΑ στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου και Γερμανίας –Βρετανίας / Γαλλίας στην Ευρώπη από τη δεκαετία του 1990. Ο συγγραφέας προτείνει τη διαμόρφωση μιάς μακροπρόθεσμης και πολυεπίπεδης στρατηγικής για την αντιμετώπιση της κινεζικής πρόκλησης, στη βάση του σεβασμού  των θεμελιωδών συμφερόντων κάθε πλευράς και της κοινής δράσης στην αντιμετώπιση παγκοσμίων απειλών, όπως της πυρηνικής αναρχίας, της διεθνούς τρομοκρατίας και της  κλιματικής αλλαγής. Θέλετε να προστατεύσετε τα ζωτικά συμφέροντα σας αποφεύγοντας τον πόλεμο; Μελετήστε και διδαχθείτε από τον σπουδαίο Αθηναίο ιστορικό για τις αιτίες του πολέμου και την ανθρώπινη συμπεριφορά, συμβουλεύει  ο Γκραμ Αλισον τους ιθύνοντες στην Ουάσιγκτον και στο Πεκίνο.
Πηγή : https://www.tanea.gr/2018/07/10/opinions/i-pagida-toy-thoykydidi-2/
https://www.liberal.gr/diplomacy/o-thoukudidis-deichnei-tin-poreia-gia-ti-niki/253434
https://hellasjournal.com/2018/01/i-pagida-tou-thoukididi-ine-epikeri-ke-ston-21o-eona/





Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

Το Βυζάντιο πρίν τους Τούρκους (Μέρος Β') : Η κατάρρευση του Βυζαντίου και οι πρώτες Οθωμανικές κατακτήσεις στην Ευρώπη

Από τις 6 Αύγουστου 1354 ο Βενετός βαιλος, ο πρεσβευτής της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη, είχε γνωστοποιήσει στον δόγη Αντρέα Δάνδολο ότι οι Βυζαντινοί, μπροστά στην απειλή των Τούρκων και της Γένουας, ήσαν πρόθυμοι να υποταχθούν σε οποιαδήποτε άλλη δύναμη στη Βενετία, στον ηγεμόνα των Σέρβων ακόμη και στον βασιλέα της Ουγγαρίας. Στις 4 Απριλίου 1355 ο δόγης Marino Faliero κάλεσε την Βενετία να προσαρτήσει την αυτοκρατορία, διότι διαφορετικά στην άθλια κατάσταση που βρισκόταν, θα έπεφτε θύμα των Τούρκων. Ήταν πλέον κοινό μυστικό, ότι το Βυζάντιο βρισκόταν στο χείλος της καταστροφής και το μόνο ερώτημα που φαινόταν να υπάρχει, ήταν αν τα εναπομείναντα τμήματα της αυτοκρατορίας θα περιέρχονταν στους Τούρκους, ή σε μια Χριστιανική δύναμη.
Ο Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος όταν ανήλθε στο θρόνο ήταν μόλις εννέα ετών και επιτροπευόταν από τη μητέρα του Άννα της Σαβοΐας, ενώ τη διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων είχε ο πιστός και άμεσος συνεργάτης του Ανδρόνικου Γ' Παλαιολόγος, ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Κατά τη διάρκεια της σαραντάχρονης βασιλείας του Ιωάννη 5ου συνέβησαν πολλά και σημαντικά γεγονότα. Κυριότερο από αυτά ήταν η εγκατάσταση των Τούρκων στην Ευρώπη (1354) και η προέλαση τους στη Χερσόνησο του Αίμου, η ίδρυση μεγάλου σερβικού κράτους από τον Στέφανο Δουσάν, το οποίο όμως υπήρξε εφήμερο (από το 1346 ως το 1355), και η κοσμοϊστορικής σημασίας πρώτη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (Κόσσοβο) 1389. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου ο Καντακουζηνός προκειμένου να πετύχει το σκοπό του που ήταν η άνοδος στον αυτοκρατορικό θρόνο, κάλεσε σε βοήθεια κατ' αρχάς το φίλο του εμίρη του Αίδινίου, Ομάρ και έπειτα το σουλτάνο Ορχάν στον οποίο μάλιστα έδωσε ως σύζυγο την δεκατριάχρονη θυγατέρα του Θεοδώρα (1346). Το 1352 ο γιος του Ορχάν, Σουλεϊμάν, κατέλαβε το μικρό φρούριο Τζύμπη στη θρακική χερσόνησο, το οποίο υπήρξε η πρώτη βάση και το ορμητήριο των Οθωμανών στην Ευρώπη. Στις 2 Μαρτίου του 1354 (τη νύχτα) φοβεροί σεισμοί συνετάραξαν «την πολύπαθη γην της Θράκης». Οι Τούρκοι επωφελούμενοι από τη γενική σύγχυση που επεκράτησε κατέλαβον και άλλες πόλεις και την Καλλίπολη. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα οι σουλτάνοι (πρώτα ο Ορχάν μέχρι το 1362 και στη συνέχεια ο γιος του και διάδοχος του, ο ευφυής και δραστήριος Μουράτ Α' 1362 -1389), κατέλαβαν ολόκληρη σχεδόν τη Θράκη, η οποία είχε καταστραφεί από τους εμφύλιους πολέμους και από τους σεισμούς. Το 1360 κατέλαβαν οι Τούρκοι το Διδυμότειχο, το 1362 την Αδριανούπολη, η οποία ορίστηκε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα των σουλτάνων. Το 1359 η Κωνσταντινούπολη είδε για πρώτη φορά μπροστά στα τείχη της Οθωμανικές ορδές. Η εξαντλημένη αυτοκρατορία δεν ήταν σε θέση να προβάλει αντίσταση. Την ισχυρά οχυρωμένη πρωτεύουσα δεν απειλούσε βέβαια ακόμη άμεσος κίνδυνος, όμως η υπόλοιπη Θράκη, η οποία είχε χάσει και τις τελευταίες ζωτικές δυνάμεις της στον εμφύλιο πόλεμο, ήταν στη διάθεση του εχθρού. Οι πόλεις υπέκυπταν η μια μετά την άλλη. Το 1361 το Διδυμότειχο έπεσε οριστικά στους Τούρκους και ένα χρόνο αργότερα ακολούθησε η Αδριανούπολη.
Ο Ιωάννης Ε' για ν' αντιμετωπίσει τον τουρκικό κίνδυνο μετά από την κατάληψη της Καλλιπόλεως απευθύνθηκε στον Πάπα και υποσχέθηκε την υποταγή της Ανατολικής Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας στη Ρώμη, με αντάλλαγμα τη βοήθεια και την προστασία του Πάπα (1355). Οι προσπάθειες του Ιωάννη δεν κατέληξαν σε κανένα αποτέλεσμα. Και από τις ναυτικές πόλεις της Ιταλίας ζήτησε βοήθεια ο Ιωάννης Ε' αλλά μάταια. Δέκα χρόνια αργότερα όταν η ελπίδα βοήθειας από τον Πάπα και από τις ναυτικές πόλεις της Ιταλίας είχε εξανεμιστεί, αναζήτησε τη βοήθεια του Ούγγρου βασιλιά Λουδοβίκου του Μεγάλου (1366), αλλά και πάλι δεν υπήρξε κανένα αποτέλεσμα. Τρία χρόνια αργότερα (1362), ο Ιωάννης Ε' έφτασε στη Ρώμη για να εκλιπαρήσει τον Πάπα Ουρβανό Ε'. Πράγματι, στις 18 Οκτωβρίου του ίδιου έτους «προέβη σε πανηγυρική ομολογία πίστεως και υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα που επικύρωσε με τη χρυσή του αυτοκρατορική σφραγίδα. Τρεις μέρες αργότερα, στον Αγιο Πέτρο γονυπέτησε τρεις φορές και φίλησε το πόδι του Πάπα σε ένδειξη της υποταγής του». Η ενέργεια αυτή του Ιωάννη Ε' δεν έγινε αποδεκτή από τον κλήρο και το λαό της Κωνσταντινούπολης γιατί η ένωση των Εκκλησιών, όπως την εννοούσε ο Πάπας, εσήμαινε υποταγή της ανατολικής Εκκλησίας στη Δυτική. Ενώ ο Ιωάννης Ε' επέστρεφε στην Κωνσταντινούπολη τον συνέλαβαν οι Βενετοί ως οφειλέτη τους. Ο γιος του Μανουήλ Β' έσπευσε να καταβάλει λύτρα για να απελευθερώσει τον πατέρα του, ο οποίος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1371 και εκεί πληροφορήθηκε ότι οι Σέρβοι είχαν ηττηθεί στο Ορμένιο επί του Εβρου, 35 χιλιόμετρα δυτικά από την Αδριανούπολη. Η σημασία αυτής της μάχης είναι μεγάλη γιατί μετά από αυτή οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι αναγνώρισαν την τουρκική επικυριαρχία και υποχρεώθηκαν να πληρώνουν φόρο υποτέλειας στο σουλτάνο Μουράτ Α'. Ο Ιωάννης Ε' κουρασμένος από το βάρος των ετών, εξαντλημένος από τις αποτυχίες και τις θλίψεις και απογοητευμένος από τους Χριστιανούς της Δύσεως, κλείστηκε στα ανάκτορα και πέθανε το Φεβρουάριο του 1391.
Ο Ανδρόνικος Δ΄ Παλαιολόγος (1348 – 1385) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας (1376-1379), πρωτότοκος υιός του Ιωάννη Ε’ και της Ελένης Καντακουζηνής, άνθρωπος με ακτινοβολούσα, λαοφιλή αλλά και κενόδοξη προσωπικότητα, που αδημονούσε για την αυτόνομη άσκηση της εξουσίας, μιας και ο πατέρας του ήταν μόλις 16 χρόνια μεγαλύτερός του. Είχε νυμφευθεί την κόρη του Βουλγάρου τσάρου Ιβάν Αλεξάνδρου των Σισμάν, κυρά Μαρία και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το διάσημο αστρολόγο Αβράμιο. Ο Ανδρόνικος αρχικά επιχείρησε να εκμεταλλευτεί την απουσία του πατέρα του σε διπλωματική περιοδεία στο εξωτερικό έως το 1369. Οι αποτυχημένες διαπραγματεύσεις με τον Ούγγρο ηγεμόνα Λουδοβίκο A’ Καπέτων-Ανζού, η αισχρή για το λαό υποταγή του Ιωάννη Ε’ στον πάπα Ουρβανό και η ένδεια του αυτοκράτορα κατά την επίσκεψή του στη Βενετία για διευθέτηση οφειλών, δημιουργούσαν στην πρωτεύουσα κλίμα απογοήτευσης και αγανάκτησης προς τον απροκάλυπτα δυτικόφιλο Ιωάννη Ε’. Ο Ανδρόνικος δε φανέρωσε έμπρακτα τις προθέσεις του. Όμως αδράνησε προκλητικά, όταν ουσιαστικά ο πατέρας του ήταν όμηρος των Βουλγάρων (Βίντιν, 1366) και χρειάστηκε η επέμβαση του Αμεδαίου της Σαβοΐας (εξαδέλφου του Ιωάννη Ε’) για να ελευθερωθεί, αλλά και όταν ο Ιωάννης Ε’ ζήτησε οικονομική βοήθεια, ενώ βρισκόταν στη Βενετία, η συνδρομή του ευπειθούς Μανουήλ ήταν που τελικά έδωσε τη λύση. Επιπρόσθετα οι σχέσεις πατέρα και πρωτότοκου γιου ψυχράθηκαν περισσότερο, επειδή ο Ιωάννης Ε’ συμφώνησε με τους Βενετούς την παραχώρηση της νήσου Τενέδου, μήλο της έριδας μεταξύ των μεγάλων ιταλικών ναυτικών δυνάμεων Βενετίας και Γένοβας, με την οποία Γένοβα συνεργαζόταν μυστικά ο Ανδρόνικος. Η πρώτη ένοπλή του προσπάθεια να καταλάβει την εξουσία το 1373 απέτυχε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να φυλακιστεί μαζί με το γιο του Ιωάννη, αφού τιμωρήθηκαν με τύφλωση. Η εκτέλεση της εντολής δεν επέφερε βέβαια πλήρη τύφλωση, μια και σε διάστημα σχεδόν δύο χρόνων η όραση των κρατουμένων επανήλθε σε τέτοια επίπεδα, ώστε να διεκδικήσουν την εξουσία. Με τη βοήθεια λοιπόν των Γενουατών απέδρασε ο Ανδρόνικος και οργάνωσε πραξικόπημα που επέτυχε (Μάιος του 1376). Συνέλαβε και φυλάκισε τον Ιωάννη Ε’ και τον αδελφό του Μανουήλ. Κάθισε στο θρόνο από το 1376 μέχρι το 1379, παρεμβάλλοντας τη βασιλεία του σε αυτή του πατέρα του. Το 1379 Ιωάννης Ε’ και Μανουήλ απελευθερώθηκαν, πιθανόν από τους Τούρκους και τους Βενετούς, σταθερά εχθρούς του Ανδρόνικου, λόγω της φιλικής προς τους Γενουάτες πολιτικής του. Μετά από συμβιβασμό, στον Ανδρόνικο αποδόθηκε ο τίτλος του συναυτοκράτορα και του παραχωρήθηκε μια περιοχή στη Σηλυμβρία, καθώς και δικαίωμα διαδοχής στο βυζαντινό θρόνο από το γιο του Ιωάννη. Πέθανε το 1385 στις 28 Ιουνίου.
Στα χρόνια του σουλτάνου Μουράτ Α’ (1362-89) η κατάκτηση των Βαλκανικών χωρών συμπεριλαμβανομένων των Ελληνικών και Νοτιοσλαβικών, μπαίνει στην πιο κρίσιμη φάση της. Όπως το Βυζάντιο, το ίδιο και οι Νοτιοσλάβοι ήσαν ανίσχυροι μπροστά στην προέλαση του υπέρτερου εχθρού. Ύστερα από το θάνατο του Stefan Dušan (Δουσάν) η Σερβική αυτοκρατορία βρισκόταν σε διάλυση, ενώ οι συνθήκες ήσαν ακόμα χειρότερες στη Βουλγαρία, η οποία είχε καταρρεύσει τελείως εξαιτίας του καταμερισμού της σε επί μέρους κρατίδια και της παραλυσίας της από την βαριά οικονομική κρίση και τις θρησκευτικές έριδες. Ο ικανός στρατηγός Lala Šahin μπήκε το 1363 στη Φιλιππούπολη και εγκαθίδρυσε την έδρα του ως ο πρώτος Μπεηρλέμπεης (διοικητής) της Ρουμελίας. Επίσης και ο ίδιος ο Σουλτάνος μετέφερε την έδρα του στα Βαλκάνια και εγκατέστησε την αυλή του πρώτα στο Διδυμότειχο και ύστερα (από το 1365 περίπου) στην Αδριανουπόλη. Έτσι οι Οθωμανοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ευρώπη, αφού μάλιστα την Τουρκική προέλαση ακολουθούσαν συστηματικά μέτρα εποικισμού. Ο εγχώριος πληθυσμός σύρθηκε κατά μάζες στην αιχμαλωσία στη Μ. Ασία, ενώ Τούρκοι έποικοι εγκαταστάθηκαν στις κατειλημμένες περιοχές και οι Τούρκοι ευγενείς, προ παντός οι στρατηγοί του Σουλτάνου, ανταμείφθηκαν με γενναιόδωρες εκχωρήσεις γης. Η Βουλγαρία, τρομοκρατημένη καθώς ήταν από την Τουρκική εισβολή, αναζήτησε σωτηρία στην συνεργασία με τον πανίσχυρο κατακτητή, πράγμα που την οδήγησε σε ρήξη με την Ουγγαρία και την Βυζαντινή αυτοκρατορία. Το 1364 μάλιστα έλαβε χώρα μια ένοπλη σύρραξη ανάμεσα στο Βυζάντιο και την Βουλγαρία και ο Βυζαντινός αυτοκράτορας πέτυχε να καταλάβει το λιμάνι τηςΑγχιάλου στον Εύξεινο Πόντο. Έτσι ο άκαιρος αυτός πόλεμος απέφερε στους Βυζαντινούς τουλάχιστον την ικανοποίηση ότι υπήρχε έστω και μια χώρα που ήταν ακόμη πιο ανίσχυρη από τη δική τους άτυχη αυτοκρατορία.
Ο «πράσινος κόμης», Αμαδαιος VI της Σαβοΐας, που ήταν εξάδελφος του αυτοκράτορα, εμφανίσθηκε το καλοκαίρι του 1366 με ένα στρατό σταυροφόρων στα Βυζαντινά ύδατα. Σε μια πρώτη επίθεση απέσπασε από τους Τούρκους την Καλλίπολη στα Δαρδανέλλια, στη συνέχεια στράφηκε εναντίον της Βουλγαρίας και επέβαλε την εκκένωση της Μεσημβρίας και της Σωζοπόλεως. Έτσι εδραιώθηκε σημαντικά η θέση των Βυζαντινών στη δυτική ακτή της Μαύρης Θάλασσας. Ήταν ελάχιστη παρηγοριά και προσωρινή μόνο επιτυχία το γεγονός, ότι ο Μανουήλ εισέβαλε από τη Θεσσαλονίκη στην επικράτεια του νεκρού ηγεμόνα Uglješa και μπήκε στις Σέρρες (Νοέμβριος 1371). Το πόσο είχε χειροτερέψει η κατάσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας φανερώνει το γεγονός, ότι η αυτοκρατορική κυβέρνηση, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Μανουήλ σε ένα μεταγενέστερο έγγραφο, έλαβε τότε την απόφαση, «αμέσως μετά το θάνατο του δεσπότη της Σερβίας, του μακάριου Uglješa» στην μάχη του Ορμενιου Έβρου εναντίον των Οθωμανών, να δημεύσει τη μισή περιουσία των Βυζαντινών μοναστηριών και να την εκχωρήσει ως προνοιακά τιμάρια για να μπορέσει με τον τρόπο αυτό, μπροστά στην «υπερβολικά σοβαρή και χρόνια» Τουρκική εισβολή, να ενισχύσει την άμυνα της χώρας. Εκτός αυτού όμως αμέσως μετά τη μάχη του Έβρου (1371), το ίδιο το Βυζάντιο περιέπεσε σε τυπική υποτέλεια υπό την επικυριαρχία των Οθωμανών και υποχρεώθηκε να προσφέρει φόρους υποτέλειας και στρατιωτική υπηρεσία. Την ίδια εποχή αναγνώρισε την Τουρκική επικυριαρχία και η Βουλγαρία. Έτσι, πριν περάσουν είκοσι χρόνια από την πρώτη εγκατάσταση των Οθωμανών στο ευρωπαϊκό έδαφος, τόσο η Βυζαντινή αυτοκρατορία όσο και ο άλλοτε ισχυρός της αντίπαλος, το τσαρικό κράτος της Βουλγαρίας, κατέληξαν να γίνουν υποτελείς των Τούρκων.
Ο πόλεμος ανάμεσα στη Βενετία και τη Γένουα συνεχίσθηκε αμείωτος. Και οι δυο πλευρές διεξήγαγαν τον αγώνα με αυξανόμενη βιαιότητα. Τελικά οι εξαντλημένοι αντίπαλοι, ύστερα από μεσολάβηση του κόμη Αμαδαίου της Σαβοΐας, έκλεισαν συνθήκη ειρήνης στο Τορίνο στις 8 Αυγούστου 1381. Επιτεύχθηκε κάποιος συμβιβασμός: η Τένεδος δεν θα παραδινόταν ούτε στη Βενετία ούτε στη Γένουα, τα οχυρά της θα καταστρέφονταν, οι κάτοικοι της θα μεταφέρονταν στην Κρήτη και την Εύβοια και το αποστρατικοποιημένο νησί θα παραδινόταν στον εντολοδόχο του κόμη της Σαβοΐας. Στον διακανονισμό αυτό το Βυζάντιο αγνοήθηκε εντελώς, σαν να μην είχε ποτέ στην κατοχή του το νησί. Ωστόσο ο Βενετός βάιλος της Τενέδου αρνήθηκε να παραδώσει το σημαντικό νησί, ώστε οι όροι της συμφωνίας εφαρμόσθηκαν μόλις το χειμώνα του 1383/84, ενώ οι Βενετοί συνέχισαν για μακρό χρόνο να χρησιμοποιούν την Τένεδο ως ναυτική βάση.
Με μια συνθήκη στις 2 Νοεμβρίου του 1382 τα κατάλοιπα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας διαμελίσθηκαν σε πολλές μικρές ηγεμονίες, τις οποίες διοικούσαν τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας: Την Κωνσταντινούπολη εξουσίαζε ο Ιωάννης Ε’, τις πόλεις στη θάλασσα του Μαρμαρά που απέμεναν στην αυτοκρατορία διατήρησε ο Ανδρόνικος Δ’, ο οποίος βρισκόταν τώρα σε εξάρτηση περισσότερο από το Σουλτάνο παρά από τον πατέρα του. Ο παραγκωνισμένος Μανουήλ κατέλαβε με αυθαίρετο τρόπο τη Θεσσαλονίκη, την παλαιά του επικράτεια, ενώ στο Μοριά κυβερνούσε από το 1382 ο τρίτος γιος του αυτοκράτορα, ο Θεόδωρος Α’. Οι Παλαιολόγοι δηλαδή είχαν κατορθώσει να αποσπάσουν από τους Καντακουζηνούς τις Βυζαντινές κτήσεις της Πελοποννήσου. Αυτή ήταν και η μοναδική επιτυχία της δυναστείας των Παλαιολόγων την κρίσιμη αυτή εποχή.
Οι επιθέσεις των Οθωμανών γίνονταν συνεχώς βιαιότερες και προκαλούσαν πάντα μεγάλες απώλειες τόσο στους Έλληνες όσο και στους Σέρβους. Είναι γεγονός, ότι ο Μανουήλ Β’ ξεκίνησε το 1382 από τη Θεσσαλονίκη μια αντεπίθεση εναντίον των Τούρκων. Τούτο ήταν μια ανοιχτή επανάσταση εναντίον των Οθωμανών επικυρίαρχων και μια τολμηρή πρόκληση, που βρισκόταν σε φανερή αντίθεση με την πολιτική του πατέρα του στην Κωνσταντινούπολη. Η αντεπίθεση όμως αυτή δε μπορούσε να έχει σημαντικά και μόνιμα αποτελέσματα. Οι Τούρκοι διατήρησαν την υπεροχή και το 1383 κατέλαβαν οριστικά τις Σέρρες. Λίγο χρόνο αργότερα άρχισε η πολιορκία της Θεσσαλονίκης. Το ισχυρά οχυρωμένο λιμάνι αμύνθηκε αποτελεσματικά περισσότερο από τρία χρόνια, τελικά όμως τον Απρίλιο του 1387 αναγκάσθηκε να ανοίξει τις πύλες του στους Οθωμανούς. Ο Μανουήλ εγκατέλειψε την πόλη λίγο πριν την πτώση της και κατέφυγε στη Λέσβο.
Ο πρίγκιπας Λάζαρος με τα Σερβικά και Βοσνιακά στρατεύματα, συνάντησε τον σουλτάνο Μουράτ  στο Κοσσυφοπέδιο και στις 15 Ιουνίου 1389 έγινε η ιστορική μάχη, που ύστερα από την καταστροφή στον ποταμό Έβρο, αποτελεί το σημαντικότερο ορόσημο στην κατάκτηση της Βαλκανικής χερσονήσου από τους Οθωμανούς και στη συνείδηση του λαού καθιερώθηκε ως το κεντρικό γεγονός της μεσαιωνικής ιστορίας της Σερβίας. Στην αρχή φάνηκε ότι η τύχη ευνοούσε τους Σέρβους. Ο ίδιος ο Σουλτάνος έπεσε στο πεδίο της μάχης, υπό την ηγεσία όμως του διαδόχου του θρόνου Βαγιαζίτ οι υπέρτερες Οθωμανικές δυνάμεις κέρδισαν τελικά τη νίκη. Ο πρίγκιπας Λάζαρος συνελήφθη αιχμάλωτος και εκτελέσθηκε μαζί με όλους τους ευγενείς του. Οι διάδοχοί του αναγκάσθηκαν να υποταγούν στο νικητή και να αναγνωρίσουν την Οθωμανική επικυριαρχία. Έτσι κατέρρευσε το τελευταίο και ισχυρότερο κέντρο αντιστάσεως και η Τουρκική κατάκτηση εξαπλώθηκε με ακόμη μεγαλύτερη μανία στις χώρες της Βαλκανικής.
Ο Ιωάννης Ζ’ Παλαιολόγος γεννήθηκε το 1370 και υπήρξε πρωτότοκος γιος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Δ’ Παλαιολόγου (1348-1385) και της συζύγου του Μαρίας Κυράτζας (1348-1390), κόρης του τσάρου της Βουλγαρίας Ιβάν Αλεξάντρ. Παππούς του ήταν ο επίσης αυτοκράτορας Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος (1332-1391). Συμβασίλευσε με τον πατέρα του (1376-1379), ο οποίος με τη βοήθεια των Οθωμανών Τούρκων είχε ανατρέψει τον παππού του Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο. Μετά την παλινόρθωσή του το 1379, ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος τύφλωσε μερικώς, τόσο τον γιο του, όσο και τον εγγονό του. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1385, ο Ιωάννης Ζ’ Παλαιολόγος θεώρησε εαυτόν νόμιμο διάδοχο του θρόνου και αντιτάχθηκε στις βλέψεις του θείου του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου. Στις 14 Απριλίου 1390 ανέτρεψε τον παππού του Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο, με τη βοήθεια των Γενουατών και του Οθωμανού Σουλτάνου. Ο Βαγιαζήτ Α’ (1354-1403) επιθυμούσε την ανατροπή του αυτοκράτορα, που έτρεφε αντιτουρκικά και φιλοβενετικά αισθήματα. Είχε προηγηθεί ταξίδι του Ιωάννη Ζ’ στη Γένουα το 1389 προς αναζήτηση πολιτικής υποστήριξης έναντι του θείου του, Μανουήλ. Ο Ιωάννης Ζ’ παρέμεινε στον θρόνο για λίγους μήνες έως τις 17 Σεπτεμβρίου 1390, οπότε ανατράπηκε με πρωτοβουλία του θείου το Μανουήλ Β’. Ο πατέρας του  Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος ανακηρύχθηκε για τρίτη φορά αυτοκράτορας.
Αμέσως μετά την αποκατάσταση του Ιωάννη Ε’ στον θρόνο του Βυζαντίου, ο Ιωάννης Ζ’ και ο Μανουήλ Β’ κλήθηκαν από τον σουλτάνο Βαγιαζήτ, βάσει των όρων υποτέλειας που είχε συμφωνήσει ο Ιωάννης Ε’ να συμμετάσχουν στην επόμενη στρατιωτική εκστρατεία των Τούρκων, κατά της Φιλαδέλφειας, η οποία μέχρι εκείνη την ώρα ήταν σε Βυζαντινά χέρια. Ενώ βρίσκονταν στη Μικρά Ασία τους αναγγέλθηκε η είδηση για τον θάνατο του  Ιωάννη Ε’ (16 Φεβρουαρίου 1391). Οι δυο τους συμφώνησαν να στεφθεί αυτοκράτορας ο Μανουήλ Β’ και ο Ιωάννης Ζ’ να ανακηρυχθεί διάδοχός του, αφού ο Μανουήλ ήταν ακόμη ανύπαντρος. Ο Βαγιαζήτ επιθυμούσε την αποκατάσταση του Ιωάννη Ζ’ στον θρόνο του Βυζαντίου και δεν δίστασε να αποκλείσει και να πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη. Ο κλοιός γύρω από την πόλη έγινε ασφυκτικότερος μετά την αποτυχημένη Σταυροφορία του 1396, που τερματίστηκε με τη συντριπτική νίκη του σουλτάνου στη μάχη της Νικόπολης στις όχθες του Δούναβη στην Βουλγαρία, το ίδιο έτος. Το 1399 εισήλθε πανηγυρικά ο Ιωάννης Ζ’ στην Πόλη, χωρίς όμως να επιτρέψει την παράδοσή της στους Οθωμανούς. Ο ίδιος τέθηκε επικεφαλής της άμυνας ως αντιβασιλιάς, ενώ ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ περιόδευσε στη Δύση, με σκοπό να συγκεντρώσει πολύτιμη βοήθεια.
Η βασιλίδα ταυτιζόταν τώρα με την αυτοκρατορία. Εκτός από το Μοριά οι Βυζαντινοί δεν είχαν άλλες κτήσεις στην ηπειρωτική χώρα παρά μόνο την παλαιά τους πρωτεύουσα, η οποία κατόρθωνε να παρατείνει την ύπαρξή της, μόνη μέσα στις Τουρκικές κατακτήσεις, χάρη στα ισχυρά της τείχη. Κι αυτή όμως ήταν εξαθλιωμένη και ερημωμένη, ενώ ο αριθμός των κατοίκων της είχε μειωθεί στις 40 ως 50 χιλιάδες. Η Βυζαντινή πρωτεύουσα βρισκόταν σε άθλια κατάσταση και το πρόβλημα της τροφοδοσίας που εδώ και πολλές δεκαετίες γινόταν οξύτερο, έφθασε τώρα στο απροχώρητο. Ο Μοριάς επίσης αντιμετώπιζε τις καταστρεπτικές επιδρομές των Τούρκων. Το 1393 ο στρατηγός Γαζή Αχμέτ Εβρενός κατέλαβε τη Θεσσαλία και στη συνέχεια οι Οθωμανοί στράφηκαν προς τη λοιπή Ελλάδα. Την κατάκτησή της διευκόλυναν οι διαφωνίες ανάμεσα στους διάφορους ηγεμόνες της. Ο Ιταλός κόμης Κάρολος Τόκκος της Κεφαλληνίας έκαμε έκκληση για βοήθεια στους Οθωμανούς. Οι δυνάμεις του Εβρενός μπέη κατάφεραν βαριά ήττα στον Παλαιολόγο μπροστά στα τείχη της Κορίνθου, εισέβαλαν στον Βυζαντινό Μοριά και κατέλαβαν, με την ένθερμη υποστήριξη των Φράγκων Ναβαραίων, τα Βυζαντινά οχυρά του Λεονταρίου και του Άκοβου (αρχές του 1395). Στη μάχη της Νικοπόλεως στις 25 Σεπτεμβρίου 1396 οι Τούρκοι εξολόθρευσαν τον ισχυρό αλλά ανακατεμένο συρφετό κυρίως εξαιτίας της ασυνεννοησίας ανάμεσα στις Ουγγρικές και τις Γαλλικές δυνάμεις. Ο βασιλέας Σιγισμούνδος δραπέτευσε διαφεύγοντας την αιχμαλωσία και με τη συνοδεία του αρχηγού των Ιωαννιτών και πολλών Γερμανών ιπποτών έφθασε με πλοίο στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί επέστρεψε στην πατρίδα του μέσω του Αιγαίου και του Αδριατικού πελάγους. Κατά τη διέλευσή του από τα Δαρδανέλια τον συνόδευαν οι οιμωγές των Χριστιανών αιχμαλώτων, τους οποίους ο Σουλτάνος είχε διατάξει να παραταχθούν δεμένοι κατά μήκος των στενών με σκοπό να ταπεινώσει το ηττημένο βασιλέα. Το 1397 καταλήφθηκε προσωρινά η Αθήνα από τους Τούρκους και ο Βυζαντινός Μοριάς δοκίμασε μια νέα καταστρεπτική εισβολή. Οι Τούρκοι πέρασαν τον Ισθμό, κυρίευσαν με έφοδο το Βενετικό Άργος, διέλυσαν το στρατό του Βυζαντινού δεσπότη και αφού πέρασαν μέσα από τις Βυζαντινές κτήσεις έφθασαν ως τις νότιες ακτές, καίγοντας και λεηλατώντας. Η Κωνσταντινούπολη άρχισε να ζει τις πιο κρίσιμες στιγμές της και η πτώση της βασιλίδας, που είχε αποκλεισθεί από τους Τούρκους, διαγραφόταν στο άμεσο μέλλον.
Όλοι περίμεναν το θαύμα, το οποίο ήρθε με τη μορφή του Ταμερλάνου. Το 1402 ο Βαγιαζήτ έλυσε την πολιορκία για να αντιμετωπίσει την στρατιά του Μογγόλου ηγέτη. Υπέστη συντριβή στη μάχη της Άγκυρας (1402) και συνελήφθη αιχμάλωτος. Τον επόμενο χρόνο ο Ιωάννης Ζ’, εκμεταλλευόμενος τις εσωτερικές διαμάχες των Οθωμανών, υπογράφει συνθήκη μαζί τους και η Θεσσαλονίκη περιέρχεται και πάλι στο Βυζάντιο (3 Ιουνίου 1403). Έχοντας αποκαταστήσει πλήρως τις σχέσεις του με τον αυτοκράτορα και θείο του Μανουήλ Κομνηνό εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη και αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιοχής ως «Δεσπότης της Θεσσαλονίκης» και «Βασιλεύς πάσης Θεσσαλίας». Το 1399 νυμφεύτηκε τη γενουατικής καταγωγής Ευγενία Γκατιλούζιο, πρωτότοκο κόρη του Λόρδου της Λέσβου Φραντσέσκο Β’ Γκατιλούζιο, η οποία μετονομάστηκε σε Ειρήνη. Μαζί απέκτησαν τον Ανδρόνικο Ε’ Παλαιολόγο, ο οποίος συμβασίλευσε με τον πατέρα του από το 1403 έως το 1407, οπότε πέθανε σε ηλικία επτά ετών. Ο Ιωάννης Ζ’ Παλαιολόγος πέθανε στις 22 Σεπτεμβρίου 1408, σε ηλικία 38 ετών.
Πηγή : https://anemourion.blogspot.com/2018/07/blog-post_5.html
https://www.sansimera.gr/biographies/534
https://www.timesnews.gr/ανδρόνικος-δ-παλαιολόγος-βυζαντινό/
https://chilonas.com/2015/12/15/httpwp-mep1op6y-2np/





Το Βυζάντιο πρίν τους Τούρκους (Μέρος Α') : Οι εμφύλιοι πόλεμοι και η οθωμανική απόβαση στην Θράκη

Ο Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός (1292 - 15 Ιουνίου 1383) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας και ιστορικός ο οποίος κάθισε στο θρόνο από το 1341 μέχρι την εκούσια παραίτησή του το 1354. Τυπικά όμως, στέφθηκε αυτοκράτορας μόλις το 1347, ως συναυτοκράτορας του Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου, διότι κατά το διάστημα που μεσολάβησε από το θάνατο του Ανδρόνικου Γ' Παλαιολόγου μέχρι το 1347, δεν υπήρχε επίσημος εστεμμένος αυτοκράτορας, αφού ο τελευταίος αυτοκράτορας δεν είχε ορίσει διάδοχο. Η απρονοησία του Ανδρόνικου Γ' Παλαιολόγου να ορίσει διάδοχο έφερε το κράτος σε ένα επικίνδυνο καθεστώς ακυβερνησίας. Ο ανήλικος γιος του Ιωάννης Ε' δεν είχε στεφθεί συναυτοκράτορας και έτσι δημιουργήθηκε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα, το οποίο έσπευσαν να εκμεταλλευτούν διάφοροι παράγοντες της εξουσίας, όπως η Αυτοκράτειρα και χήρα του Ανδρόνικου Άννα της Σαβοΐας, ο φιλόδοξος Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας και ο στρατηγός Αλέξιος Απόκαυκος. Μόνος εγγυητής της ομαλότητας σε αυτό το χάος ήταν ο έντιμος και πιστός Ιωάννης Καντακουζηνός, ο οποίος είχε σταθεί στο πλευρό του αυτοκράτορα μέχρι το τέλος, και ο οποίος αρχικά προσπάθησε να εξασφαλίσει τα δικαιώματα του νεαρού Ιωάννη, στο τέλος όμως βρέθηκε αντιμέτωπος μαζί του. Όντας συχνά σε εκστρατείες, ήταν εύκολος στόχος των μηχανορραφιών της Κωνσταντινούπολης. Ο Δεύτερος Εμφύλιος των Βυζαντινών ξεκινά το 1341 και στη διάρκειά του οι αντίπαλες πλευρές αναγκάστηκαν να συνάψουν συμμαχίες με εχθρούς του Βυζαντίου, όπως το Στέφανο Δουσάν της Σερβίας ο οποίος άλλαξε στρατόπεδα κατά τα ίδια συμφέροντα, αλλά ακόμα και τους ίδιους τους Τούρκους, τους οποίους έφεραν ως επιδιαιτητές οι ίδιοι οι Βυζαντινοί στην καθαρά εσωτερική αυτή υπόθεση. Παράλληλα, ξόδεψαν κάθε ίχνος χρυσού που υπήρχε διαθέσιμο, με χαρακτηριστικό δείγμα την κατάθεση των αυτοκρατορικών κοσμημάτων σε βενετικό ενεχυροδανειστήριο από την Άννα της Σαβοίας έναντι ευτελούς ποσού. Η διαμάχη τελείωσε το 1347, με πρώτο αυτοκράτορα τον ανήλικο Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο και συναυτοκράτορα τον Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνό. Οι εμφύλιες συγκρούσεις, όμως, έληξαν οριστικά μόνο όταν ο δεύτερος παραιτήθηκε από το θρόνο το 1354, και εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ, αφήνοντας μόνο ηγέτη το νεαρό Παλαιολόγο.
Επίσης, το 1347 ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη επιδημία πανούκλας, που οδήγησε στο θάνατο, κατά ορισμένες εκδοχές, έως και τα 8/9 του πληθυσμού της Βασιλεύουσας. Τον ίδιο καιρό, σημειώθηκαν διαμάχες μεταξύ των Βενετών και Γενουατών, με πεδίο μάχης την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Προσπαθώντας να επιλύσει το πρόβλημα που του προκαλούσε αυτή η αναταραχή, ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπέστη οδυνηρή ναυτική ήττα από τους Γενουάτες στον Κεράτιο το 1349. Νέα μάχη το 1352 είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Μελανότερο ίσως σημείο της διακυβέρνησής του είναι η συμμαχία του με το Σουλεϊμάν πασά, σε εκστρατεία κατά του Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου, ο οποίος πολιορκούσε την Αδριανούπολη ενάντια στο διοικητή της, γιο του ίδιου του Καντακουζηνού. Οι τουρκικές ορδές επιδόθηκαν στις γνωστές τους συνήθειες των σφαγών και της λεηλασίας, πράξεις που στα μάτια των Βυζαντινών υπηκόων έγιναν με τη συγκατάθεση ή έστω την ανοχή του συναυτοκράτορά τους. Το 1354, η ερημωμένη από καταστροφικό σεισμό Καλλίπολη εποικήθηκε από Τούρκους του Σουλεϊμάν, οι οποίοι (προσκεκλημένοι του ίδιου του Καντακουζηνού) διαπίστωσαν και μόνοι τους τον πλούτο και την ευφορία της Θράκης. Έτσι, πατούν για πρώτη φορά πόδι με αξιώσεις στην ίδια την ευρωπαïκή γη, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την ίδια τη Βασιλεύουσα.
Συμμετέχοντας ενεργά στη διακυβέρνηση για περισσότερα από 25 χρόνια, αλλά εστεμμένος Αυτοκράτορας μόλις για επτά, ο Ιωάννης Καντακουζηνός είναι σημαντική μορφή ανάμεσα στους Βυζαντινούς ηγέτες. Προικισμένος με πλείστα από τα προσόντα που απαιτούνται για έναν άξιο Αυτοκράτορα, βρέθηκε να έχει τα ηνία του κράτους υπό τόσο δυσμενείς διεθνείς συγκυρίες, που πιθανόν άλλος, λιγότερο ικανός, να μην είχε καταφέρει να το διασώσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι αν και ποτέ δεν αμφισβήτησε επίσημα την πρωτοκαθεδρία του Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου στο θρόνο, βρέθηκε μονίμως κατηγορούμενος για έλλειψη αφοσίωσης σε αυτόν, με αποτέλεσμα μακροχρόνιες εμφύλιες διαμάχες οι οποίες συνέθλιψαν οικονομικά αλλά και πολιτικά το Βυζάντιο.
Ο Βυζαντινός εμφύλιος πόλεμος 1341-47, μερικές φορές αναφερόμενος ως Δεύτερος Παλαιολόγειος Εμφύλιος Πόλεμος, ήταν μια σύγκρουση που ξέσπασε μετά το θάνατο του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου για την κηδεμονία του εννιάχρονου γιου και διαδόχου του, Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου. Ενέπλεξε από την μία πλευρά τον κύριο συνεργάτη του Ανδρόνικου Γ΄, Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό, και από την άλλη την αντιβασιλεία υπό την αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη ΙΔ΄ Καλέκα, και τον μέγα δούκα Αλέξιο Απόκαυκο. Ο πόλεμος πόλωσε την Βυζαντινή κοινωνία διαχωρίζοντας τις κοινωνικές τάξεις, με την αριστοκρατία να υποστηρίζει τον Καντακουζηνό και τις κατώτερες και μεσαίες τάξεις να υποστηρίζουν την αντιβασιλεία. Σε μικρότερο βαθμό, η σύγκρουση απέκτησε και θρησκευτική χροιά. Το Βυζάντιο είχε εμπλακεί στη διαμάχη του Ησυχασμού, και η τήρηση του μυστικιστικού δόγματος του Ησυχασμού συχνά ταυτιζόταν με υποστήριξη προς τον Καντακουζηνό. Ως βασικός συνεργάτης και πιο στενός φίλος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ΄, ο Καντακουζηνός ανέλαβε την κηδεμονία του ανήλικου Ιωάννη Ε΄ μετά το θάνατο του αυτοκράτορα, τον Ιούνιο του 1341. Ενώ όμως ο Καντακουζηνός ήταν απών από την Κωνσταντινούπολη το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ένα πραξικόπημα με επικεφαλής τον Αλέξιο Απόκαυκο και τον Πατριάρχη Ιωάννη ΙΔ΄ εξασφάλισε την υποστήριξη της αυτοκράτειρας Άννας και καθιέρωσε μια νέα αντιβασιλεία. Σε απάντηση, ο στρατός και οι οπαδοί του Καντακουζηνού τον ανακήρυξαν συναυτοκράτορα τον Οκτώβριο, επιβεβαιώνοντας το χάσμα μεταξύ του ιδίου και της νέας αντιβασιλείας, το οποίο κλιμακώθηκε αμέσως σε ένοπλη σύγκρουση.
Κατά τα πρώτα χρόνια του πολέμου, οι δυνάμεις της αντιβασιλείας επικράτησαν. Στον απόηχο διαφόρων αντιαριστοκρατικών εξεγέρσεων, κυρίως αυτή των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη, η πλειοψηφία των πόλεων της Θράκης και της Μακεδονίας τέθηκαν υπό τον έλεγχο της αντιβασιλείας. Με τη βοήθεια του Στεφάνου Δουσάν της Σερβίας και του Τούρκου Ουμούρ Μπέη του Αϊδινίου, ο Καντακουζηνός σταδιακά αντέστρεψε την κατάσταση. Μέχρι το 1345, παρά την αποστασία του Δουσάν και την απόσυρση του εμιρη Ουμούρ, ο Καντακουζηνός απέκτησε το πάνω χέρι και το διατήρησε με τη βοήθεια του Ορχάν, μπέη του Οθωμανικού εμιράτου. Η δολοφονία τον Ιούνιο του 1345 του μέγα δούκα Απόκαυκου, του βασικού ιθύνοντα νου της αντιβασιλείας, της επέφερε ένα σοβαρό πλήγμα. Επισήμως εστεμμένος ως αυτοκράτορας στην Αδριανούπολη το 1346, ο Καντακουζηνός εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη στις 3 Φεβρουαρίου 1347. Κατόπιν συμφωνίας θα κυβερνούσε για δέκα χρόνια ως πρώτος αυτοκράτορας και αντιβασιλέας για τον Ιωάννη Ε΄, έως ότου αυτός να ενηλικιωθεί και να κυβερνήσει ως ίσος. Παρά την προφανή του νίκη, σε λίγα χρόνια η επανάληψη του εμφυλίου πολέμου ανάγκασε τον Καντακουζηνό να παραιτηθεί και να αποσυρθεί για να μονάσει το 1354.
Οι συνέπειες της παρατεταμένης σύγκρουσης αποδείχθηκαν καταστροφικές για την Αυτοκρατορία, η οποία είχε ανακτήσει μια σχετική σταθερότητα υπό το Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο. Επτά χρόνια πολέμου, η επιδρομές των διαφόρων στρατών, η κοινωνική αναταραχή, και η έλευση του Μαύρου Θανάτου (πανούκλας) κατέστρεψε το Βυζάντιο και το κατέστησε σκιά του εαυτού του. Η σύγκρουση επίσης επέτρεψε στον Δουσάν να κατακτήσει την Αλβανία, την Ήπειρο και το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας, όπου ίδρυσε τη Σερβική Αυτοκρατορία. Το Β΄ Βουλγαρικό βασίλειο απέκτησε επίσης έδαφος βόρεια του ποταμού Έβρου. Τις ημέρες βασιλείας του Καντακουζηνού, ξέσπασε και η ησυχαστική διαμάχη που δίχασε τον ορθόδοξο λαό και κλήρο. Αντίπαλοι στην έριδα αυτή, ο Γρηγόριος Παλαμάς από την πλευρά των ησυχαστών και ο Νικηφόρος Γρηγοράς από τους ενάντιους. Η έριδα αυτή, αν και βαθειά θεωρητική, αποτέλεσε σημαντικό πρόβλημα που προσετέθη στα λοιπά δεινά του κράτους, αφού δηλητηρίασε την κοινωνική ειρήνη για πολλά χρόνια. Κατά την υπερχιλιόχρονη βυζαντινή παράδοση, ο ίδιος ο Αυτοκράτορας κλήθηκε να το αντιμετωπίσει το θέμα, με την σύγκλιση 4 διαδοχικών συμβουλίων και τελική έκβαση τη δικαίωση του ησυχαστικού κινήματος το 1349.
Αποφασίζοντας να δώσει μια λύση στη διαμάχη του εκκλησιαστικού ζητήματος μεταξύ Ησυχαστών και αντιησυχαστών, ο Ιωάννης Στ’ Καντακουζηνός δίνει εντολή για την σύγκλιση συνόδου στην οποία θα συμμετείχε ως πρόεδρος, λίγο μετά την επιστροφή του από τη Θεσσαλονίκη το 1351. Μαζί με τον πατριάρχη Κάλλιστο, ο οποίος εξελέγη σε αυτή την θέση από τις 10/6/1350, ξεκίνησαν τις εργασίες στις 28/5/1351. Με τον Αθωνίτη μοναχό και φίλο του Παλαμά, πατριάρχη και τους φίλια προσκείμενους στον ησυχασμό επισκόπους, το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν προδεδικασμένο. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς όμως παραμένει ανένδοτος και υπερασπίζεται σθεναρά την γνώμη του. Στις 9/6 αναγνώσθηκαν οι αποφάσεις κατά των αντιπαλαμικών που απαγγέλθηκαν τα έτη 1341 κι 1347. Τον επόμενο μήνα, σε νέα σύνοδο, αυτή τη φορά μόνο με παλαμικούς, απαγγέλλεται η ορθόδοξη διδασκαλία του Γρηγόριου Παλαμά, αφορίζονται οι διαφωνούντες και σε τελετή στις 15/8 στην Αγία Σοφία ο Τόμος υπογράφεται και από τον Καντακουζηνό. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς θα εγκλειστεί στη μονή της Χώρας απ’ όπου θα συνεχίσει να υπερασπίζεται την αξία της δικής του θεολογικής ερμηνείας.
Στο πεδίο των επιχειρήσεων, ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος αναλαμβάνει θερινή εκστρατεία ενάντια στον ήδη δυσαρεστημένο Ματθαίο, που νιώθει παραγκωνισμένος από τον πατέρα του, πολιορκώντας την Αδριανούπολη. Με Τούρκους ενισχυτικούς η πολιορκία σπάει και ο Ιωάννης Ε’ κλιμακώνει την σύγκρουση καλώντας τους Σέρβους του Δουσάν που καταφθάνει με 4.000 ιππείς και τους Βούλγαρους. Οι προσπάθειες, από τις 10/6/1352, του μεσολαβητή πατριάρχη Κάλλιστου αποβαίνουν άκαρπες. Ο Οθωμανός εμίρης Ορχάν της Προύσσας καταφθάνει με 10.000-12.000 ιππείς υπό τον Σουλεϊμάν και συντρίβει τους συμμάχους του Ιωάννη Ε’ τον χειμώνα του 1352, στον ποταμό Έβρο. Ο τελευταίος εγκαταλείπει την Θράκη στις αρχές του 1353 και μεταβαίνει στην Τένεδο, μαζί με τη σύζυγό του. Αυτή θα ήταν η τελευταία φορά όπου οι Οθωμανοί θα έρχονταν μετά από πρόσκληση των Βυζαντινών. Η ουσιαστική μεταβολή της Οθωμανικής πολιτικής απέναντι στο Βυζάντιο αποκαλύφθηκε, όταν ο δραστήριος Σουλεϊμάν κατέλαβε το 1352 το Θρακικό φρούριο της Τζύμπης στα Δαρδανέλλια, αρνούμενος να το επιστρέψει στον Καντακουζηνό. Η νέα, μόνιμη πλέον, βάση των Οθωμανών από τον συγγενή μάλιστα του αυτοκράτορα άφηνε ανοιχτή πλέον την «κερκόπορτα» για την κατάληψη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Μέσα σε αυτή την εξαιρετικά ταραγμένη περίοδο αποφασίζεται πλέον να κοπεί το νήμα της δυναστείας των Παλαιολόγων και να αναγορευθεί, ο Ματθαίος Καντακουζηνός συναυτοκράτορας. Οι συνεχείς συγκρούσεις είχαν διαλύσει οριστικά πλέον την ιδέα του «προστάτη» του Ιωάννη Ε’. Όμως η πράξη αυτή βρήκε αντιμέτωπη την άρνηση του πατριάρχη Κάλλιστου, καθώς αρνούνταν να συναινέσει στον παραγκωνισμό του νόμιμου αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου, υπενθυμίζοντάς του να μην αθετήσει τον όρκο που έδωσε το 1347. Τον Απρίλιο του 1353 γίνεται η αναγόρευση του Ματθαίου Καντακουζηνού στο παλάτι και πλέον με διάταγμα, θα μνημονεύονταν το όνομά του στη θέση του Ιωάννη Παλαιολόγου και θα συνεχιζόταν η μνημόνευση της αυτοκράτειρας Άννας και του υιού του Ιωάννη Ε’, Ανδρόνικου. Το ζητούμενο ήταν η απαλοιφή και η απομόνωση του Ιωάννη Ε’ , όπως και έγινε. Το αποτέλεσμα ήταν να παραιτηθεί από την θέση του ο Κάλλιστος, να προσφύγει στη συνοικία του Γαλατά, όπου οι Γενουάτες τον βοήθησαν να μεταβεί στην Τένεδο για να τύχει θερμής υποδοχής από τον Ιωάννη Ε’, ο οποίος τον αντάμειψε. Την θέση του Κάλλιστου ανέλαβε να αναπληρώσει ο Φιλόθεος Κόκκινος, ο επίσκοπος Ηράκλειας, ο οποίος πρόθυμα τέλεσε την στέψη του Ματθαίου με την Ειρήνη τον Φεβρουάριο του 1354. Η τελετή έλαβε μέρος, στο ναό της Παρθένου στις Βλαχέρνες. Σύμφωνα με το εθιμοτυπικό ο ίδιος ο Ματθαίος τοποθέτησε το στέμμα στην σύζυγό του. Φαινομενικά, η γραμμή διαδοχής είχε εξασφαλιστεί.
Τα προβλήματα όμως ήταν ακόμα αξεπέραστα. Η παρουσία των Τούρκων βοηθητικών είχε γίνει ανυπόφορη για τους ήδη σκληρά δοκιμαζόμενους κατοίκους της Θράκης. Σταδιακά οι Οθωμανοί, συμπεριφέρονταν σαν να ήταν κύριοι των εδαφών και με αιχμή τους ημιανεξάρτητους γαζήδες (ιππείς) ερήμωναν και ξεχαρβάλωναν την όποια άμυνα προσπαθούσε να αντιτάξει το Βυζάντιο. Ο φιλόδοξος υιός του Ορχάν, Σουλεϊμάν, αποτελεί μια μόνιμη απειλή στην εύθραυστη συμμαχία με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα. Οι Οθωμανοί εξαπλώνονται και καταλαμβάνουν έναν λιμένα, τον Akca Liman, το φρούριο του Εξαμιλίου, τη Μάδυτο και το χωριό Σόφους. Με διπλωματικούς ελιγμούς ο Ορχάν προσπαθούσε να αναβάλλει συνεχώς την προσφορά του Καντακουζηνού να αποχωρήσει από την χερσόνησο της Καλλίπολης, με αντάλλαγμα 10.000 υπέρπυρα. Η νύχτα της 2ας Μαρτίου του 1354, σημαδεύτηκε από έναν ισχυρότατο σεισμό που διέλυσε ολοσχερώς τους οικισμούς πέριξ της Καλλίπολης, προκαλώντας εκατόμβες νεκρών, χιλιάδες προσφύγες και τεράστιες υλικές ζημιές. Τα ισοπεδωμένα τείχη της διαλυμένης Καλλίπολης, το «μάτι» του Βυζαντίου αυτή την περίοδο, αποτέλεσαν μια θαυμάσια ευκαιρία για τον Σουλεϊμάν, να διεκπεραιώσει την αποστολή πλήθους Οθωμανών στην Θράκη, τοποθετώντας ισχυρή φρουρά στην πόλη που καταλήφθηκε, ανοικοδομώντας τα τείχη. Στις διαμαρτυρίες των Βυζαντινών ο Σουλεϊμάν απάντησε ότι δεν μπορεί να αρνηθεί ένα «θεόσταλτο» δώρο, οδηγώντας τον Καντακουζηνό στην απεγνωσμένη κίνηση να τετραπλασιάσει το αρχικό προσφερόμενο ποσό. Η επιστροφή του αυτοκράτορα από συνάντηση στη Νικομήδεια που αναβλήθηκε, επειδή ο Ορχάν προφασίστηκε ότι ασθένησε, έδειχνε αν μη τι άλλο, ένα τετελεσμένο γεγονός. Η δοκιμασία για την ειλικρινή ή μη, η ήδη αμφίβολη πρόθεση των Οθωμανών θα χαθεί με την πτώση του Ιωάννη Καντακουζηνού.
Μη έχοντας πολλές επιλογές ο Καντακουζηνός πλέει για Τένεδο το καλοκαίρι του 1354 προκειμένου να λύσει τις διαφορές με τον γαμπρό του Ιωάννη, χωρίς όμως να προκύψει τίποτα. Στις 29/11 ο Ιωάννης Ε’ αναχώρησε από την Τένεδο και κατάφερε να περάσει απαρατήρητος στο λιμάνι του Επτασκάλου και να εισέλθει στη Βυζαντινή πρωτεύουσα. Ο Ιωάννης Παλαιολόγος με ισχυρή βοήθεια από τον λαό της Κωνσταντινούπολης, καταλάμβανε μία προς μία τις οχυρωμένες θέσεις των στρατευμάτων του αυτοκράτορα. Ο Φιλόθεος κατέφυγε σε μυστική εσοχή στον Ναό της Αγίας Σοφίας και την 1/12 ο Ιωάννης Ε’ πρότεινε την γενική αμνηστία και την από κοινού άσκηση της εξουσίας με προβάδισμα του πεθερού του. Σε κρατική σύνοδος που συγκλήθηκε, συζητήθηκε το επείγον ζήτημα της απειλής των Τούρκων. Ο Καντακουζηνός επέμεινε στο μάταιο της ένοπλης αντιπαράθεσης, παρά μόνο αν υπήρχε υποστήριξη από ισχυρούς συμμάχους, ένα ρεαλιστικό αλλά μάλλον αντιφατικό επιχείρημα από την κατάσταση που κατά μέγα μέρος είχε αυτός προκαλέσει. Δεδομένης της εχθρότητας του λαού απέναντι στον Καντακουζηνό, ο τελευταίος τελικώς παραιτήθηκε στις 10/12/1354 από το αξίωμά του και απεκδύθηκε όλα τα βασιλικά του ενδύματα, αποσυρόμενος ως Ιωάσαφ στη Μονή Αγίου Γεωργίου της Μαγνάυρας στην πρωτεύουσα.
Ούτε αυτό όμως ήταν αρκετό για να αποτρέψει μια νέα σύγκρουση. Το 1355 νέες μάχες μεταξύ Ιωάννη Ε’ και Ματθαίου, οδήγησαν στη συμφωνία να διατηρήσουν αμφότεροι τον τίτλο του αυτοκράτορα, όμως ο Ματθαίος να χρησιμοποιεί τον τίτλο του στο Μοριά. Το επόμενο έτος ξεσπά για ακόμα μια φορά πόλεμος, με τον Ματθαίο υποστηριζόμενο από Οθωμανικά και Σερβικά στρατεύματα να προελαύνει προς την Κωνσταντινούπολη. Ενεργώντας αποτελεσματικά ο Ορχάν στρέφεται αποκλειστικά προς τον Ιωάννη Ε’ ενώ αφήνει πολεμιστές νομάδες με τους οποίους έχει χαλαρή εξάρτηση να προσβάλλουν την επικράτεια του Ματθαίου. Τελικώς, η επιχείρηση κατέληξε σε φιάσκο με τους Τούρκους και τους Σέρβους να μάχονται μεταξύ τους και τον Ματθαίο να καταλήγει αιχμάλωτος του Σέρβου διοικητή της Δράμας, Vojihna. Τα λύτρα της απελευθέρωσης θα πληρώσει τελικά ο Ιωάννης Ε’ και ο Ματθαίος μετά από μια αποτυχημένη συνωμοσία θα πεισθεί να αποποιηθεί τον αυτοκρατορικό τίτλο του. Τον Δεκέμβριο του 1357 σε επίσημη τελετή στους Επιβάτες της Ανατολικής Θράκης, παρουσία αυτοκρατόρων, πατριαρχών Κωνσταντινούπολης και Ιεροσολύμων και πλήθους επισκόπων και συγκλητικών ο Ματθαίος Καντακουζηνός δίνει όρκο υποταγής στον Ιωάννη Ε’. Με αυτή την τελετή τερματίστηκε η εμφύλια διαμάχη Παλαιολόγων και Καντακουζηνών που σπάραξε το Βυζάντιο, αφαίμαξε τους λιγοστούς πόρους, εξάντλησε το στράτευμα και τον κοινωνικό ιστό και έβαλε ταφόπλακα στις όποιες ελπίδες είχε η Αυτοκρατορία να ανασυσταθεί.
Πηγή : https://www.pentapostagma.gr/2019/04/το-βυζάντιο-υπό-διάλυση-ο-εμφύλιος-πόλ.html
http://avagnon.blogspot.com/2015/10/blog-post_26.html





Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

Οχυρά θέση Κρήτης (1944-1945) : Η τελευταία γωνιά της Ευρώπης που απελευθερώθηκε από τους Γερμανούς

Η απόφαση για την επίθεση στην Κρήτη ελήφθη από το Χίτλερ στις 25 Απριλίου 1941, λίγες μέρες μετά την παράδοση της ηπειρωτικής Ελλάδας στις δυνάμεις του Άξονα, και έλαβε την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Ερμής» («Unternehmen Merkur»). Ήταν αμυντική και όχι επιθετική επιχείρηση, όπως αποδείχθηκε αργότερα. Οι Γερμανοί είχαν ως στόχο να εξασφαλίσουν τα νοτιοανατολικά τους νώτα, ενόψει της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα (Εκστρατεία στη Ρωσία) και να εξορμήσουν στη Βόρεια Αφρική, με εφαλτήριο την Κρήτη, όπως πίστευαν οι Σύμμαχοι. Τις παραμονές της επίθεσης, οι Σύμμαχοι είχαν τακτικό πλεονέκτημα σε ξηρά και θάλασσα, ενώ οι Γερμανοί στον αέρα. Την Κρήτη υπερασπίζονταν όσοι έλληνες στρατιώτες είχαν παραμείνει στο νησί και δυνάμεις της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιωτικοί), που είχαν διεκπεραιωθεί από την κατεχόμενη Ελλάδα. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο νεοζηλανδός στρατηγός Μπέρναρντ Φράιμπεργκ, 52 ετών, βετεράνος και αυτός του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι υπερασπιστές της Μεγαλονήσου ανήρχοντο σε περίπου 40.000, αλλά είχαν ανεπαρκή και απαρχαιωμένο οπλισμό, ιδίως οι Έλληνες. Οι Σύμμαχοι γνώριζαν με μεγάλες λεπτομέρειες το γερμανικό σχέδιο επίθεσης, αφού είχαν κατορθώσει για πρώτη φορά να σπάσουν του γερμανικό κώδικα επικοινωνιών («Επιχείρηση Αίνιγμα»). Όμως, το πλεονέκτημα αυτό δεν το εκμεταλλεύτηκαν, εξαιτίας των διαφωνιών του Φράιμπεργκ με τους ανωτέρους του στο Λονδίνο. Η συμμετοχή χιλιάδων αμάχων στις επιχειρήσεις ήταν ένας παράγων που δεν είχαν υπολογίσει οι γερμανοί σχεδιαστές της επιχείρησης. Πίστευαν ότι οι Κρητικοί, γνωστοί για τα αντιμοναρχικά τους αισθήματα, θα υποδέχονταν τους Γερμανούς ως ελευθερωτές. Οι Κρητικοί ζητούσαν με επιμονή όπλα εν όψει της γερμανικής επίθεσης. Οι Βρετανοί δεν ήθελαν, όμως, να δώσουν όπλα του τακτικού στρατού σε μη επιστρατευμένους πολίτες. Σχέδια επιστράτευσης εκπονούνταν και ματαιώνονταν. Η προετοιμασία εν όψει της επίθεσης δεν ήταν η καλύτερη δυνατή, παρά την ισχυρή αριθμητικά παρουσία συμμαχικών στρατευμάτων κι ελληνικών μονάδων. Ο Βασιλιάς Γεώργιος και ο Πρωθυπουργός Εμμ. Τσουδερός, μετά από προτροπή των Βρετανών, είχαν αναχωρήσει για την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τη νύκτα 22/23 Μαΐου από τον όρμο Αγία Ρουμέλη, με βρετανικό αντιτορπιλικό. Στις 28 Μαΐου οι Γερμανοί είχαν απωθήσει τις συμμαχικές δυνάμεις προς τα νότια, καθιστώντας τον αγώνα τους μάταιο. Έτσι, το Λονδίνο αποφάσισε την απόσυρση των δυνάμεων της Κοινοπολιτείας από την Κρήτη και τη μεταφορά τους στην Αίγυπτο. Όσες μονάδες δεν τα κατάφεραν, παραδόθηκαν στους Γερμανούς. Πολλοί Έλληνες μαχητές και μαζί τους 500 Βρετανοί ανέβηκαν στα απρόσιτα βουνά της Κρήτης για να συνεχίσουν τον αγώνα. Την 1η Ιουνίου, με την παράδοση 5.000 μαχητών στα Σφακιά, έπεσε η αυλαία της Μάχης της Κρήτης. Οι απώλειες για τους Συμμάχους ήταν: 3.500 νεκροί, 1.900 τραυματίες και 17.500 αιχμάλωτοι. Οι Γερμανοί, σύμφωνα με δικά τους στοιχεία, είχαν 3.986 νεκρούς και αγνοούμενους, 2.594 τραυματίες, ενώ έχασαν 370 αεροπλάνα. Σύμφωνα, όμως, με συμμαχικούς υπολογισμούς, οι γερμανικές απώλειες ξεπέρασαν τις 16.000.
Σήμερα, η μάχη της Κρήτης θεωρείται η πρώτη μεγάλη αεραποβατική επιχείρηση και παραμένει μοναδική στο ότι ο κύριος αντικειμενικός σκοπός κατελήφθη εξ ολοκλήρου από αέρος. Η μάχη θεωρείται επίσης πολύ σημαντική για τους Κρητικούς λόγω της αναπάντεχης σθεναρής αντίστασης που κατέβαλαν ενάντια στους αριθμητικά ανώτερους Γερμανούς και το μεγάλο τίμημα που η επίθεση και η επακόλουθη κατοχή είχαν στον πληθυσμό του νησιού. Συνολικά οι απώλειες του επίλεκτου σώματος των Γερμανών αλεξιπτωτιστών ξεπέρασαν τους 8.000 άνδρες. Οι απώλειες σε αεροσκάφη ανήλθαν σε 220 τελείως κατεστραμμένα και 150 περίπου με σοβαρές ζημιές. Σύμφωνα όμως με τον Κουρτ Στούντεντ, ο οποίος είχε και την διοίκηση της επιχείρησης από την Γερμανική πλευρά, αναφέρει ότι οι απώλειες ανέρχονταν σε 4.000 νεκρούς και αγνοούμενους αλεξιπτωτιστές και στρατιώτες της 5ης Ορεινής Μεραρχίας. Στο Γερμανικό νεκροταφείο Μάλεμε βρίσκονται οι τάφοι 4.465 στρατιωτών του Γερμανικού Στρατού της μάχης της Κρήτης και της κατοχικής περιόδου. Αυτή όμως η κατάκτηση της Κρήτης είχε κοστίσει στους Γερμανούς πολύ ακριβά. Εχασαν 4.000 άνδρες, ενώ οι τραυματίες ήταν άλλοι 2.500, το ένα τρίτο του συνόλου των γερμανικών απωλειών τον Μάιο του 1941 σε όλα τα μέτωπα. Πάνω από ένας στους τέσσερις αλεξιπτωτιστές που έπεσαν στο νησί πέθανε στη μάχη. Οι βαριές απώλειες του σώματος αλεξιπτωτιστών ουσιαστικά έβαλαν τέρμα σ’ αυτό το είδος πολέμου. Οι Κρητικοί αποκαλούσαν τους αλεξιπτωτιστές Ουρανίτες, επειδή τους έβλεπαν για πρώτη φορά. Ουρανίτες ονόμασε τους αλεξιπτωτιστές ο απλός Κρητικός λαός, γιατί η λέξη αλεξιπτωτιστής του ήταν άγνωστη.
Από το ξεκίνημα της κατοχής οι Γερμανοί προέβησαν σε εκτελέσεις αμάχων ως αντίποινα για την αντίσταση που συνάντησαν στις περιοχές τους. Από τις πρώτες περιπτώσεις μαζικών εκτελέσεων είναι οι σφαγές στα χωριά Κοντομαρί και Κάνδανος των Χανίων. Στις 2 Ιουνίουτου 1941 (μία ημέρα μετά την ολοκλήρωση της κατάληψης της Κρήτης) οι Γερμανοί εκτέλεσαν στο χωριό Κοντομαρί 25 άνδρες ηλικίας 18 έως 50 ετών. Στις 3 Ιουνίου του 1941 κατέστρεψαν ολοσχερώς το χωριό Κάνδανος ως αντίποινα για την αντίσταση που συνάντησαν από τους κατοίκους του. Ο λυσσαλέος αγώνας  των κατοίκων για την ελευθερία και την υπεράσπιση του νησιού τους, το παλλαϊκό μέτωπο αντίστασης κατά των ναζί κατακτητών, μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, θα οδηγήσει του κατακτητές στην «τακτική των αντιποίνων» που θα φέρει ολόκληρα χωριά στο εκτελεστικό απόσπασμα και θα οδηγήσει στον απόλυτο εκβαρβαρισμό του πολέμου. Όμως μόλις οι Γερμανοί έγιναν κύριοι της Κρήτης  η ζωή και η περιουσία των πολιτών ήταν πλέον στη διάθεση του πρώτου Γερμανού στρατιώτη. Χιλιάδες Κρήτες  εκτελέστηκαν ομαδικά ή μεμονωμένα εντός των οικιών ή των κτημάτων τους ή και καθ’ οδόν χωρίς άλλη κατηγορία παρά μόνον γιατί ήθελαν να ‘ναι ελεύθεροι και  είχαν αντισταθεί στον κατακτητή.
Από τις αρχές του Σεπτέμβρη άρχισε η απαγκίστρωση του ναζιστικού στρατού από την Ανατολική Κρήτη και η συγκέντρωσή του στην περιοχή των Χανίων απ’ όπου έφευγαν αεροπορικώς, αλλά και όσα άλλα μέσα διέθεταν, στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η φυγή είναι μαζική και ανεμπόδιστη από τη συντριπτική αεροναυτική βρετανική υπεροπλία που ελέγχει τις ελληνικές θάλασσες και όλη τη Μεσόγειο. Η ανεμπόδιστη αποχώρηση των ναζιστικών στρατευμάτων έχει εξασφαλιστεί από άκρως μυστική αγγλογερμανική συμφωνία με αντάλλαγμα το κράτημα του ΕΛΑΣ μακριά από την Αθήνα και Θεσσαλονίκη τις οποίες τέλη του Οκτώβρη θα παραδώσουν στο βρετανικό στρατό. Ξαφνικά, και ενώ από τις 70.000 Γερμανοϊταλών της Κρήτης είχαν φύγει οι 50.000, οι Βρετανοί καταστρέφουν τα γερμανικά μεταφορικά αεροπλάνα στα αεροδρόμια της ηπειρωτικής Ελλάδας και διακόπτουν τη φυγή. Οι απομείναντες Γερμανοί καταλαβαίνουν ότι θα μείνουν στην Κρήτη μέχρι το τέλος του πολέμου με τη διαφαινόμενη βέβαιη ήττα των και αποφασίζουν να συγκεντρωθούν σε μια παραλιακή λωρίδα στα Χανιά (από Γεωργιούπολη μέχρι Κίσαμο) με φυσική προστασία και να οχυρωθούν. Τη λωρίδα την ονόμαζαν ΟΧΥΡΑ ΘΕΣΗ ΚΡΗΤΗΣ με διοικητή τον συντ/ρχη Μπέντακ που προάγεται σε υποστράτηγο. Στόχος του στρατού του Μπέντακ είναι η επιβίωση μέχρι το τέλος του πολέμου. Πολύ δύσκολη αποστολή για 20.000 στρατό αποκομμένο από την επιμελητεία του για οκτώ μήνες με γύρω του ένα εξαθλιωμένο πληθυσμό από τη δική τους καταλήστευση και την εγκατάλειψη από τους συμμάχους και το αδύναμο έως ανύπαρκτό Ελληνικό Κράτος. Αυτή την κατάσταση αντιμετώπισαν οι Νάθενας και Κάββος. Αγωνίστηκαν, πικράθηκαν και απογοητεύτηκαν από τη συμμαχική συμπεριφορά και την παντελή εγκατάλειψη του κράτους της Αθήνας.
Οι Γερμανοί παραμένουν οπλισμένοι στην Κρήτη! Το σύνολο των εγκλωβισμένων κατοχικών δυνάμεων στην Ελλάδα, τον Νοέμβριο του 1944, υπολογίζεται σε 24.000-25.000 Γερμανούς και 10.000 Ιταλούς. Η κύρια δύναμη παρέμεινε στην Κρήτη (περίπου 15.000 Γερμανοί και 5.000 Ιταλοί). Αυτή συμπτύχθηκε στην περιοχή των Χανίων, υπό τον υποστράτηγο Χ. Μπέντακ. Αναπτύχθηκε στην παραλιακή λωρίδα σε μήκος 65 και βάθους 16 χιλ. Η ζώνη αυτή, από τη Γεωργιούπολη μέχρι τα Πλακάλωνα Κισσάμου, ανακηρύχτηκε σε «Οχυρά Θέση Κρήτης». Ηταν πάνοπλη, μόνο αεροπλάνα και πλοία έλειπαν για να είναι μια πλήρης μονάδα τακτικού στρατού. Το συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής ουδέποτε ασχολήθηκε επιχειρησιακά μαζί της ούτε η κυβέρνηση των Αθηνών. Οι αντάρτικες δυνάμεις στο νησί (ΕΟΚ και κυρίως ο ΕΛΑΣ) μάταια ανέμεναν διαταγές για συγκέντρωση δυνάμεων, ώστε να εκκαθαρίσουν την περιοχή. Αλλά ακόμη και η συγκέντρωσή τους γύρω από την κατεχόμενη περιοχή απαγορευόταν! Καμιά ανταπόκριση δεν έβρισκαν οι προτροπές των ηγετών του ΕΛΑΣ (Σαράφης κ.ά.) για την εκδίωξη των Γερμανικών στρατευμάτων από το νησί. Οι Αγγλοι με πρόσχημα τον φόβο αντιποίνων σε βάρος των Γερμανών από τον ντόπιο πληθυσμό (!) δεν το επέτρεπαν! «Στις μάχες», γράφει ο ιστορικός Γ. Μαργαρίτης, «αποδείxτηκε ότι οι αντάρτες δεν ήταν σε θέση να απειλήσουν τους ισχυρά εξοπλισμένους και περιχαρακωμένους Γερμανούς. Σε μια απελπισμένη κίνηση έγινε προσπάθεια να οργανωθεί στην Αθήνα (με πρωτοβουλία του ίδιου του γραμματέα του ΚΚΕ, Γιώργη Σιάντου) εκστρατευτικό σώμα του ΕΛΑΣ για την Κρήτη... Οι εκρηκτικές εξελίξεις στην Αθήνα και το ξέσπασμα των Δεκεμβριανών -που προκάλεσαν συγκρούσεις και στην Κρήτη- ακύρωσαν όλα αυτά τα σχέδια».
Ο υποστράτηγος Γ. Φουντουλάκης ζήτησε από την κυβέρνηση του Π. Βούλγαρη και το Ελληνικό Γ.Ε.Σ. οδηγίες για τη συνθηκολόγηση της Γερμανοϊταλικής Φρουράς της ΟΧΥΡΑΣ ΘΕΣΗΣ ΚΡΗΤΗΣ. Παίρνει εξουσιοδότηση από τον πρωθυπουργό και υπουργό Στρατιωτικών να συνυπογράψει με τον Άγγλο ταξίαρχο Κρήτης. Είναι η μόνη επικοινωνία που μπόρεσε να έχει ο υποστρ/γος Γ. Φουντουλάκης με την κυβέρνηση της Αθήνας και είναι η μόνη που ο υποστρ/γος Γ. Φουντουλάκης αναφέρεται με τον τίτλο του Στρ/κού Δ/τη Κρήτης. Η εξουσιοδότηση αυτή προφανώς εδόθηκε με τον βρετανικό ασύρματο και με τη βρετανική έγκριση αφού τότε ανώτατη αρχή στην Ελλάδα ήταν ο βρετανικός στρατός. Δεδομένου ότι αυτή έγινε μέσω της FORCE 133 δεν είναι βέβαιο ότι είναι πραγματική. Είναι όμως προφανές ότι οι Βρετανοί ήθελαν ελληνική προσυπογραφή για τους δικούς τους αφανείς λόγους. Στις 9 Μάη 1945 το βράδυ στη βίλλα ΑΡΙΑΔΝΗ της Κνωσού ο Βρετανός ταξίαρχος Κίρκμαν, εκπρόσωπος του «Ανώτατου σύμμαχου αρχηγού του Μεσογειακού επιχειρησιακού θεάτρου» και ο Γερμανός Διοικητής της γερμανοϊταλικής Φρουράς Κρήτης υπογράφουν το έγγραφο της τοπικής παράδοσης σε εφαρμογή της γενικής άνευ όρων παράδοσης της Γερμανίας που υπογράφηκε στο Βερολίνο την προηγούμενη μέρα (8.5.1945) από τις ηγεσίες των συμμαχικών στρατών και της Γερμανίας. Την προηγούμενη μέρα ο Κίρκμαν ζήτησε «να τον βοηθήσουν στη σύνταξη των όρων της συνθηκολογήσεως». Ο Γ. Κάββος συντάσσει ένα «προσχέδιον», το εγκρίνανε ο Φουντουλάκης και ο επιτελάρχης του αντ/ρχη Μιχ. Σγούρος και το παραδίδουν στον Κίρκμαν. Την επομένη που υπογράφεται το έγγραφο της συνθηκολόγησης και οι συνοδευτικές του διαταγές, οι Έλληνες αξιωματικοί πιστεύουν ότι αυτό έγινε με βάση το «προσχέδιο» του Κάββου. Στη σελ 768 του βιβλίου του ο Γ. Κάββος δημοσιεύει το κείμενο που προφανώς τους έδωσαν οι Βρετανοί και που πιστεύουν ότι είναι αυτό που υπέγραψαν ο Μπέντακ, ο Κίρκμαν και ο Φουντουλάκης. Το γεγονός της συνθηκολόγησης της 9.5.1945 στη βίλλα Αριάδνη της Κνωσού έχει δύο όψεις, την πραγματική και την παραπλανητική. Η πραγματική όψη που έπρεπε να κρύβεται από τα μάτια των Ελλήνων και ιδιαίτερα των Κρητικών γιατί είχε ανθελληνικούς και ιδιαίτερα αντικρητικούς στόχους και η παραπλανητική όψη για να κρύβει την πραγματική ώστε να μην εμποδισθεί η πραγματοποίηση των βρετανικών στόχων και να αποφευχθούν δυσμενείς για τους Βρετανούς συνέπειες από την πραγματοποίησή των.
Ας δούμε τις τρεις σημαντικές διαφορές του δημοσιευμένου και του απόρρητου κυρίως εγγράφου.
1. Η απουσία της ελληνικής γλώσσας στο αυθεντικό (αγγλικό) κείμενο έγινε για να μην υπάρχει στο επίσημο αυτό έγγραφο καμία ένδειξη ανάμιξης της Ελλάδας στη δοσοληψία της Κατοχής της Κρήτης μεταξύ Βρετανών και Γερμανών.
2. Για τον ίδιο λόγο δεν υπάρχουν και στοιχεία ταυτότητας και ιδιότητας του προσώπου που υπέγραψε κάτω από τον Κίρκμαν που είναι γνωστό ότι ανήκει στον υποστρ/γο Γ. Φουντουλάκη φαινόμενο Στρατιωτικό Δ/τη Κρήτης. Αλλά τότε γιατί υπάρχει η υπογραφή του; Η απάντηση είναι αυτονόητη: για να μην μπορεί να αμφισβητηθεί το περιεχόμενο του εγγράφου από τον θιγόμενο απ’ αυτό, δηλαδή από τους Έλληνες ή μόνο από τους Κρήτες αφού οι Βρετανοί θα ισχυρισθούν ότι ο εκπρόσωπός τους το υπέγραψε και άρα το εγνώριζε και το ενέκρινε.
3. Για τον ίδιο λόγο των δύο παραπάνω διαφορών είναι και μια διαφορά όχι μεταξύ φανερών και κρυφών εγγράφων αλλά μεταξύ της πραγματικής ιδιότητας της γερμανοϊταλικής φρουράς που είναι της ΟΧΥΡΑΣ ΘΕΣΗΣ ΚΡΗΤΗΣ και της αναγραφόμενης στο αυθεντικό έγγραφο: ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ γιατί η δεύτερη αγνοεί ότι είχε ήδη απελευθερωθεί η Κρήτη, πλην της ΟΧΥΡΑΣ ΘΕΣΗΣ, πριν από εφτά μήνες (από τον Οκτώβρη του 1944) είχαν εγκατασταθεί στρατιωτικές και πολιτικές αρχές του ελληνικού κράτους από Κρητικούς στρατιωτικούς και πολιτικούς και η ελεύθερη Κρήτη αποτελούσε το 94,2% του συνόλου ενώ η ΟΧΥΡΗ ΘΕΣΗ το 5,8%.
Ο άμεσος στόχος της αναγραφής Φρουρά Κρήτης και όχι το σωστό Φρουρά Οχυρής Θέσης Κρήτης, είναι να μη φαίνεται ότι είχε απελευθερωθεί το μέγιστο μέρος της Κρήτης και αποτελούσε ήδη αυτοδίκαια και ουσιαστικά μέρος της ελληνικής επικράτειας αλλά ότι όλη η Κρήτη ήταν υπό Γερμανική κατοχή (από την 1η Ιουνίου 1941) που οι Βρετανοί φεύγοντας από τα Σφακιά την παρέδωσαν στους Γερμανούς στο χωριό Κομητάδες και τώρα οι Γερμανοί την επιστρέφουν στους προηγούμενους νόμιμους κατόχους των.
Των συνοδευτικών διαταγών του κυρίως κειμένου θα γίνει εδώ μόνο μια σύντομη αναφορά λόγω οικονομίας δημοσιογραφικού χώρου. Η μόνη σημαντική αλλά καταλυτική διαφορά του δημοσιευμένου από το αυθεντικό κείμενο είναι ότι στις παρ. 418, 11γ και 15β όπου το δημοσιευμένο κείμενο γράφει συμμάχους αξιωματικούς είναι λανθασμένο και το σωστό (του αυθεντικού κειμένου) είναι Βρετανούς αξιωματικούς. Επίσης στην παρ. 10 στο αυθεντικό κείμενο δεν υπάρχει η λέξη «συμμάχων» πριν από την τελευταία λέξη: αξιωματικών. Η σημασία της διαφοράς είναι ολοφάνερη: Η συνθηκολόγηση αυτή των Γερμανοϊταλών έγινε μόνο προς τους Βρετανούς και Βρετανοί θα έχουν την αρμοδιότητα της εφαρμογής της. Το γράμμα και το πνεύμα, λοιπόν, των αυθεντικών εγγράφων της συνθηκολόγησης της 9.5.1945 στη βίλλα ΑΡΙΑΔΝΗ της Κνωσού είναι: «Οι Γερμανοϊταλικές στρατιωτικές δυνάμεις της Φρουράς της Κρήτης παραδίδονται και παραδίδουν την Κρήτη στους Βρετανούς, οι δε Βρετανοί εξουσιοδοτούν τις Γερμανοϊταλικές στρατιωτικές δυνάμεις να εξακολουθήσουν την κατοχή, της περιοχής που κατείχαν μέχρι την 9.5.1945, για λογαριασμό των νέων κατόχων Βρετανών, μέχρις ότου ο ανώτατος σύμμαχος Διοικητής αποφασίσει να την παραλάβει».
Οι Άγγλοι ήρθαν σε συμφωνία και χρησιμοποίησαν τα γερμανικά στρατεύματα που είχαν εγκλωβιστεί στην Κρήτη περιμένοντας την κατάληξη της εμφύλιας σύρραξης στην ηπειρωτική Ελλάδα. Αν επικρατούσε το ΕΑΜ, οι Βρετανοί δεν θα επέτρεπαν την ενσωμάτωση της Κρήτης σε μια κομμουνιστική Ελλάδα. Πολλές μαρτυρίες επιβεβαιώνουν ότι οι Άγγλοι προωθούσαν σχέδια πολιτικής αυτονομίας του νησιού που ευτυχώς δεν χρειάστηκε να πραγματοποιηθούν.«Όσο πλησίαζε το τέλος της γερμανικής κατοχής στην Κρήτη, ιδιαίτερα στον νομό Ρεθύμνου άρχισε μια αγγλοκίνητη κίνηση γι’ «αυτονομία» της Κρήτης με επικεφαλής κάποιο Παπαδογιάννη «. (Δ. Βλαντάς). Ο Εμμανουήλ Μπαντουβάς αναφέρει ότι του προτάθηκε από τον πράκτορα της SOE Γουντχάουζ να ηγηθεί αυτονομιστικής κίνησης με την οικονομική στήριξη της Αγγλίας. Σε αντάλλαγμα ο Μπαντουβάς θα χριζόταν πρώτος πρόεδρος της αυτόνομης Κρήτης. Κι ο Ανδρέας Νενεδάκης γράφει στο βιβλίο του: » Τον Απρίλη 1943 ο άγγλος αξιωματικός Φίλντινγκ προπαγάνδιζε πάνω στην Κρήτη για την προσάρτηση της στην Αγγλία με την θεωρία ότι οι Κρητικοί είναι Δωρικής καταγωγής ενώ οι άλλοι Έλληνες είναι Πελασγοί. Ότι οι Κρητικοί δεν είναι Έλληνες αλλά αποτελούν ξεχωριστή φυλή. Ότι οι Κρητικοί μαλώνουν διαρκώς με τους υπόλοιπους Έλληνες και γι’ αυτό καλό θα ήταν να αποτελέσουν ιδιαίτερο κράτος. Αλλά επειδή η Κρήτη είναι μικρή θα ευρίσκεται στη διάθεση των Μεγάλων και γι’ αυτό καλό θα είναι να μπει κάτω από την προστασία της Αγγλίας και να έχει ένα πολίτευμα παρόμοιο με της Αυστραλίας. Ρωτούσε μάλιστα «μήπως οι Αυστραλοί δεν είναι ελεύθεροι;
Ιούλιος 1945. 9 ολόκληρους μήνες απ’ την απελευθέρωση της Αθήνας, ο τελευταίος πλήρης σχηματισμός της Wehrmacht στον κόσμο παραδίδει οπλισμό και αναχωρεί από την Κρήτη με αγγλικά πλοία. Ο υποστράτηγος Μπέντακ συνελήφθη το 1945, δικάστηκε και κρίθηκε αθώος των κατηγοριών που του είχαν απαγγελθεί αφού «επιχειρούσε κάτω απ’ την εξουσία των Άγγλων για την τήρηση της τάξεως στην Κρήτη στην οποία ήταν Διοικητής πριν και μετά το τέλος του πολέμου». Η ναζιστική σημαία κατέβηκε στις 23 Μαΐου 1945, 11 μέρες μετά την παράδοση της » Οχυράς Θέσης Κρήτης » και ήταν η προτελευταία στον κόσμο. Η τελευταία έμεινε σ’ ένα φυλάκιο στον Αρκτικό Κύκλο ξεχασμένη από θεούς κι ανθρώπους. Κι αν οι εχθροί μας κατάφεραν να συνεννοηθούν, εμείς συνεχίσαμε με λύσσα τον πόλεμο μεταξύ μας μέχρι το 1949, καταστρέφοντας ότι είχε απομείνει όρθιο από τη λαίλαπα του 40.
Η Κρήτη το νησί που κατακτήθηκε μετά απ' όλα τα ελληνικά εδάφη (Μάιος 1941) ήταν το τελευταίο που απελευθερώθηκε (Μάιος 1945). Κι όχι μόνο αυτό, αλλά τελούσε για μήνες μετά τη συντριβή των χιτλερικών δυνάμεων υπό ένα ιδιότυπο αγγλογερμανικό καθεστώς σε μεγάλο μέρος του. Κατάσταση χωρίς προηγούμενο, αν εξαιρεθούν οι συμμαχικές ζώνες κατοχής στην ίδια τη Γερμανία. ​Στην Κρήτη υπογράφτηκε, πριν από 72 χρόνια, η τελευταία επίσημη πράξη παράδοσης ναζιστικών στρατευμάτων σε όλη της Ευρώπη. Αλλά αυτό και τα παράδοξα παρεπόμενά του δεν ήταν η μόνη ελληνική πρωτοτυπία εκείνων των ημερών. Μια άλλη, που συνήθως διαφεύγει, είναι ότι την ίδια μέρα με την υπογραφή τής άνευ όρων παράδοσης στο Βερολίνο, παρόμοια συμφωνία συναπτόταν και στα Δωδεκάνησα. Μόνο που εκεί τη γερμανική κατοχή διαδεχόταν η αγγλική! Η συμφωνία παράδοσης των Γερμανών στην Κρήτη υπογράφηκε μόλις το βράδυ στις 9 προς 10 Μαΐου 1945 στη Βίλα Αριάδνη στο Ηράκλειο. Δηλαδή 24ωρα μετά την άνευ όρων παράδοση των χιτλερικών στους συμμάχους (7 - 9 Μαΐου στη Ρεμς και το ίδιο το Βερολίνο). Αρχισε μάλιστα να ισχύει αργότερα. Από τις 10 το πρωί ώρα Γκρίνουιτς της 10ης Μαίου.
Εκ των υστέρων προκύπτει ότι για γενικότερους λόγους, που σχετίζονταν με τους υπολογισμούς των Αγγλων για την επόμενη μέρα, μετά την παράδοση της Γερμανίας, ήθελαν τη διατήρησή τους στο «Φρούριο». Βεβαίως, ενδιαφέρονταν και για την τύχη του οπλισμού τους, που δεν έπρεπε να πέσει σε κρητικά χέρια... Αλλά και όταν φάνηκε ότι οι υπολογισμοί αυτοί και κάποια «αδιανόητη επιχείρηση» του Τσόρτσιλ για τον έλεγχο της μεταπολεμικής κατάστασης στην Ευρώπη δεν ευοδώθηκαν, τους έθεσαν υπό την προστασία τους και τους φυγάδευσαν ουσιαστικά (Ιούνιος - Iούλιος 1945) με πλοία στη Μέση Ανατολή, μαζί με τον οπλισμό τους! Πρόκειται για πρωτοφανή στα χρονικά του πολέμου πράξη. Λες και τους μετέφεραν αλλού για να χρησιμοποιηθούν σε άλλο μέτωπο... Ο αντιναύαρχος Σ. Μανουσογιαννάκης σε μια αναλυτική μελέτη του για το όλο ζήτημα καταλήγει στο συμπέρασμα: Σύμφωνα με τη σχεδίαση των Aγγλων «ήταν επιθυμητές συμφωνίες με Γερμανούς Διοικητές οι οποίοι θα διατηρούσαν το status quo αλλά θα υπήκουαν στις διαταγές τους», αλλά και επειδή ειδικά για την Κρήτη οι Αγγλοι φαίνεται ότι είχαν άλλα σχέδια στην περίπτωση που το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ επικρατούσε στην υπόλοιπη Ελλάδα (τα γεγονότα μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Πελοπόννησο τους είχαν θορυβήσει), τους οδήγησαν στη χρησιμοποίηση των γερμανικών στρατευμάτων που είχαν εγκλωβίσει στην Κρήτη. Οι Αγγλοι μπροστά σε μια επαπειλούμενη εμφύλια σύρραξη στον Ελλαδικό χώρο που τυχόν οδηγούσε σε ανατροπή του στρατηγικού τους στόχου θα προσπαθούσαν να διασφαλίσουν την παραμονή τους τουλάχιστον στην Κρήτη ώστε να μη χαθεί ολοκληρωτικά η παρουσία τους στην Ανατολική Μεσόγειο και ο έλεγχός της απ’ αυτούς. Γι’ αυτό τον λόγο εξ άλλου και οι προσπάθειές τους για τη δημιουργία αυτονομιστικού κινήματος στο νησί...»
Πηγή : https://archive.patris.gr/articles/156693
https://www.cretanmagazine.gr/giati-i-nazi-pareminan-stin-kriti-akoma-8-mines-meta-tin-apeleftherosi/
https://www.ekriti.gr/afieromata/stin-kriti-i-teleytaia-praxi-toy-polemoy-stin-eyropi-pos-paradothikan-oi-nazi#sthash.jjmrPwyZ.dpbs
https://www.sansimera.gr/articles/267
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μάχη_της_Κρήτης
http://agonaskritis.gr/το-φάντασμα-της-ιστορίας-η-μάχη-και-η-α/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κατοχή_της_Ελλάδας_1941-1944#%CE%97_%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B6%CF%8E%CE%BD%CE%B7_%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CF%87%CE%BF%CF%85
https://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/kritika-olokaytomata





Τετάρτη, 8 Μαΐου 2019

Η μάχη Περσίδες Πύλες (330 Π.Χ.) : Η αντιστροφή της μάχης των Θερμοπυλών από τον Μέγα Αλέξανδρο

'Ως μάχη της Περσίδας πύλης αναφέρεται στο πλαίσιο της πανελλήνιας εκστρατείας του Μεγάλου Αλέξανδρου κατά της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών η μάχη που έδωσε ο Αλέξανδρος στο πέρασμα της Περσίδας πύλης, στη διάρκεια της εισβολής και κατάληψης των βασιλικών πόλεων της Περσίδας, πόλεων αναπόσπαστα δεμένων με την κυριαρχία επί της Περσίας. Ηγετικά πρόσωπα : Έλληνες (Βασιλιάς Αλέξανδρος Γ´, Παρμενίων, Φιλώτας), Πέρσες (στρατηγός Αριοβαρζάνης). Η Περσίδα Πύλη ήταν το αρχαίο όνομα του περάσματος που είναι γνωστό ως Tang-e Meyran, που συνδέει τη πόλη Yasuj με την Sedeh στα ανατολικά, διασχίζοντας τα σύνορα των σύγχρονων επαρχιών Kohgiluyeh va Boyer Ahmad και Fars, περνώντας νότια από το όρος Kuh-e-Dinar. Το πέρασμα ελέγχει τη σύνδεση μεταξύ της ακτής και του κεντρικού τμήματος της Περσίας. Στις πρώτες εβδομάδες του 330 π.Χ., ο Μακεδόνας βασιλιάς, αντιμετώπισε σκληρή αντίσταση από τα τελευταία στρατεύματα των Αχαιμενίδων υπό τις διαταγές του σατράπης Αριοβαρζάνη.
Η μάχη στην Περσίδα πύλη είναι τμήμα της οριστικής κατάλυσης της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών και θεμελιώνεται πάνω στην κυριαρχία των Ελλήνων σε δύο πόλεις οικονομικά κέντρα, όπως η Βαβυλώνα, και τα Σούσα και άλλες δύο πόλεις αρχαία κέντρα της δυναστείας των Αχαιμενιδών, την Περσέπολη, και τα Εκβάτανα, που νομιμοποιούσαν την εξουσία του Αλέξανδρου σε όλη την αυτοκρατορία. Η Βαβυλώνα και τα Σούσα παραδόθηκαν αμαχητί. Παρά τις αξιοσημείωτες ανακαλύψεις του επιστημονικού του επιτελείου, παρόλο που ο Αλέξανδρος προσπάθησε να πάρει με το μέρος του τον τοπικό πληθυσμό στη Βαβυλώνα, η επαφή του μακεδονικού στρατού με τους κατοίκους και ιδιαίτερα τις γυναίκες στη Βαβυλώνα κατά την περίοδο της εκεί ανάπαυσής του υπήρξε τουλάχιστον ατυχής. Περί τα τέλη του 331 Π.Χ. ο στρατός ξεκίνησε με κατεύθυνση την πρωτεύουσα της περσικής αυτοκρατορίας, τα Σούσα, που είχαν οικειοθελώς υποταχθεί στον Μακεδόνα Φιλόξενο και ένα τμήμα ψιλών. Ο Φιλόξενος είχε ήδη ενημερώσει τον Αλέξανδρο ότι οι θησαυροί ήταν ασφαλείς και ότι ο σατράπης της πόλης Αβουλίτης επιθυμούσε να παραδοθεί δίχως αντίσταση. Κατόπιν πορείας είκοσι ημερών, ο Αλέξανδρος εισήλθε στα Σούσα και έγινε κύριος των θησαυρών οι οποίοι υπήρχαν στην πόλη. Οι αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι στην κυριότητα του Μακεδόνα βασιλιά περιήλθαν 50.000 αργυρά τάλαντα, πολυτελή σκεύη και πολύτιμα αντικείμενα τα οποία ανήκαν στον Δαρείο, σωροί πορφύρας και ελληνικά λάφυρα από την εποχή της εκστρατείας του Ξέρξη, μαζί με τους χάλκινους ανδριάντες των τυραννοκτόνων Αρμόδιου και Αριστογείτονα, που έστειλε στην Αθήνα. Ωστόσο, ο Αλέξανδρος βιάζεται να κινηθεί για τις βασιλικές πόλεις της Περσίδας, πόλεις αναπόσπαστα δεμένες με την κυριαρχία επί της Περσίας. Τακτοποιεί γρήγορα τα της Σουσιανής, παραχωρεί στη μάνα και τα παιδιά του Δαρείου ως μόνιμη κατοικία τα ανάκτορα και τη βασιλική αυλή, καθώς και λόγιους για να μάθουν τα Ελληνικά. Τελειώνοντας όσα ζητήματα ήθελε να ρυθμίσει ο Αλέξανδρος το 330 Π.Χ. προελαύνει για την ορεινή Περσία, κίνηση σημαντικής στρατιωτικής δυσκολίας λόγω των γεωγραφικών προβλημάτων που παρουσιάζονται και των επακόλουθων προβλημάτων επισιτισμού, μορφολογίας του εδάφους και του άγνωστου κλίματος αλλά και από τους παράγοντες εκείνους που κάνουν αξιοθαύμαστες τις εκστρατείες του Αλέξανδρου, όπως το θέτει ο Droysen. Ο Αλέξανδρος πέρασε τον ποταμό Πασίτιγρι και εισέβαλε στη χώρα των πεδινών Ουξίων, οι περισσότεροι από τους οποίους παραδόθηκαν στον δίχως να προβάλλουν την παραμικρή αντίσταση, ήδη υποταγμένοι στον Πέρση βασιλέα. Οι ορεινοί Ούξιοι, αντίθετα, του ζήτησαν δώρα που πάντα έπαιρναν από τους Πέρσες βασιλείς. Ο Αλέξανδρος μέσα στη νύχτα διείσδυσε στις ορεινές περιοχές τους ακολουθώντας αφύλακτη ορεινή ατραπό και έχοντας μαζί του το άγημα με τους υπασπιστές και 8.000 πεζούς, τους περισσότερους ψιλούς, ξάφνιασε τους αντιπάλους του και έπληξε με σφοδρότητα τα χωριά τους και κατέβαλε πολλούς από αυτούς στον ύπνο. Στη συνέχεια ο στρατός όρμησε στα στενά όπου είχαν συγκεντρωθεί οι Ούξιοι. Στέλνοντας τον Κρατερό με ένα τμήμα του στρατού στα υψώματα, πίσω από τους Ουξίους, ο ίδιος εφόρμησε στο στενό με πυκνή φάλαγγα. Μετά από την παράκληση της μητέρας του Δαρείου, της Σισύγαμβης ο Αλέξανδρος δέχθηκε να εξακολουθήσουν οι Ούξιοι να κατοικούν σε εκείνη την περιοχή, αναλαμβάνοντας όμως την υποχρέωση να πληρώνουν ετήσιο φόρο 100 αλόγων, 500 υποζυγίων και 30.000 προβάτων, καθώς χρήματα για να πληρώσουν δεν είχαν.
Μετά την συντριπτική νίκη έναντι των Περσών στα Γαυγάμηλα ο Αλέξανδρος επιθυμούσε να ολοκληρώσει την κατάκτηση και των ανατολικότερων επαρχιών της Περσικής αυτοκρατορίας. Ο Αλέξανδρος τον χειμώνα του 331 -330 π.Χ. είχε ήδη κατακτήσει τα Σούσα. Στόχος του ήταν να κινηθεί μέσω της «Βασιλικής Οδού» προς την Περσέπολη και τους Πασαργάδες καθώς είχε πληροφορίες ότι ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος Γ΄ Κοδομανός επιχειρούσε να συγκροτήσει νέο στρατό στα Εκβάτανα. Ο σατράπης της Περσίδος Αριοβαρζάνης διατάχθηκε από τον Δαρείο να συγκρατήσει τους Έλληνες κερδίζοντας χρόνο προς συγκρότηση του στρατού αυτού. Ο Πέρσης σατράπης εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι ο Αλέξανδρος έπρεπε υποχρεωτικά να περάσει από τις δύσβατες διαβάσεις του όρους Ζάγρου μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Ο Αλέξανδρος με τμήμα του στρατού του κινήθηκε προς τις Περσίδες ή Περσικές Πύλες, ένα στενό ορεινό πέρασμα στο όρος Ζάγρος. Ο Αριοβαρζάνης είχε οχυρώσει το πέρασμα, όχι στην είσοδό του, αλλά στην έξοδό του, σχεδόν, κτίζοντας και τείχος. Ο Αλέξανδρος επικεφαλής 17.000 περίπου ανδρών εισήλθε στο πέρασμα χωρίς να συναντήσει αντίσταση φτάνοντας σε στη μικρή κοιλάδα του Τανγκέ Μεϊράν. Ο Αριοβαρζάνης είχε αναπτύξει τους 40.000, σύμφωνα με τον Αρριανό, 25.000 σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη και τον Κούρτιο, άνδρες του κοντά στο σημερινό χωριό Σεσμέχ Σενάρ. Στο σημείο εκείνο ο δρόμος έστριβε νοτιοανατολικά και στένευε πολύ, έχοντας πλάτος λίγων μόνο μέτρων. Παράλληλα ο Αριοβαρζάνης είχε στείλει άνδρες του κατά μήκος του δρόμου με σκοπό να κυλήσουν βράχους κατά των Ελλήνων, όταν αυτοί θα εισέρχονταν για τα καλά στο στενό. Έτσι και έγινε. Οι Έλληνες ξαφνικά άκουσαν τον τρομακτικό ήχο βράχων που κατρακυλούσαν και παράλληλα άρχισαν να πλήττονται από τα περσικά βέλη. Η ελληνική δύναμη υπέστη σοβαρές απώλειες και ο Αλέξανδρος σκέφτηκε να υποχωρήσει. Όμως ο στενός δρόμος δεν βοηθούσε. Τελικά ο Αλέξανδρος κατάφερε να οδηγήσει τους άνδρες του στην έξοδο αφήνοντας όμως πίσω τους νεκρούς του, γεγονός ασύμβατο με το ελληνικό ήθος. Για πρώτη φορά ο Αλέξανδρος βρέθηκε σε αδιέξοδο. Παρέμεινε έναν σχεδόν μήνα εμπρός από τα στενά αναζητώντας λύση. Άλλωστε ήταν χειμώνας και η εκβίαση του στενού γινόταν ακόμα πιο δύσκολη. Ωστόσο η λύση δόθηκε από έναν βοσκό, ή σύμφωνα με άλλες πηγές αιχμάλωτο του περσικού στρατού. Αυτός γνώριζε ένα μονοπάτι που οδηγούσε πίσω από τις περσικές θέσεις. Από κάποιον Λύκιο αιχμάλωτο βοσκό δίγλωσσο έμαθε ο Αλέξανδρος ότι μπορούσε να τον οδηγήσει από κάποιο τραχύ και δύσβατο μονοπάτι στα νώτα του εχθρού. Ο Λυκιος ήταν από την Λυκία, στα νότια παράλια της Μικράς Ασίας, απέναντι από το Καστελόριζο. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο και τον Παυσανία οι Λύκιοι ήταν Κρήτες που μετανάστευσαν στην Μικρά Ασία. Η μυθολογία λέει ότι ο Σαρπηδόνας με τον Μίνωα φιλονίκησαν για το ποίος θα γίνει βασιλιάς , και επικράτησε ο Μίνωας διώχνοντας από την Κρήτη τον Σαρπηδόνα. Ο Σαρπηδόνας παίρνοντας μαζί του και αυτούς που τον υποστήριζαν πήγε στην Μικρά Ασία σε μια περιοχή που ονομαζόταν Μιλυάδα. Ο Σαρπηδόνας εγκαταστάθηκε εκεί μαζί με τον λαό του, οι ίδιοι οι Λύκιοι ονόμαζαν τον λαό τους Τερμίλαι μέχρι που ήρθε στην περιοχή ο Αθηναίος Λύκος, γιος του Πανδίονα και αδελφός του Αιγέα. Ο Λύκος πήρε τη εξουσία όταν πέθανε ο Σαρπηδόνας στον Τρωικό πόλεμο και από αυτόν ονομάστηκε Λυκία η χώρα και Λύκιοι ο λαός. Οι Λύκιοι λάτρευαν ιδιαίτερα τον Απόλλωνα και την Λήδα. Τα έθιμα τους ήταν παρόμοια με των Κρητών. Χαρακτηριστικό των Λυκίων είναι οι λαξευτοί τάφοι στους βράχους.
Αφήνοντας πίσω του ο Αλέξανδρος τον Κρατερό με την φάλαγγα τη δική του και του Μελέαγρου, προχώρησε παράτολμα, οδηγούμενος από τον Λύκιο αιχμάλωτο. Με τους υπασπιστές, το τάγμα του Περδίκκα, τους Αγριάνες, τη βασιλική ίλη των εταίρων και μία τετραρχία προχώρησε τη νύχτα, μέσα στη θύελλα και το βαρύ σκοτάδι. Ήταν ένα καπρίτσιο της τύχης ο Αλέξανδρος να αντιστρέψει και τη μάχη των Θερμοπυλών…
Οι διηγήσεις των αρχαίων συγγραφέων διαφέρουν μεταξύ σχετικά με τον τρόπο που ο Αλέξανδρος εκβίασε το πέρασμα. Η πιθανότερη εκδοχή όμως θέλει τον ίδιο, επικεφαλής των επίλεκτων Υπασπιστών, των πεζεταίρων του Περδίκα, των περίφημων Αγριάνων ακοντιστών και το Άγημα των Εταίρων ιππέων, να κινείται μέσα στη νύκτα, ακολουθώντας τον αιχμάλωτο, μέσω ενός δύσβατου μονοπατιού, στα νώτα των Περσών. Αμέσως επιτέθηκε και κατανίκησε τις περσικές προφυλακές. Κατόπιν περίμενε τον Κρατερό ο οποίος θα επιτίθετο κατά μέτωπο. Με το πρώτο φως τα δύο ελληνικά σώματα επιτέθηκαν ταυτόχρονα κατά των Περσών. Οι τελευταίοι πολέμησαν απελπισμένα. Ο Αριβαρζάνης σύμφωνα με ορισμένες πηγές, παγιδεύτηκε αλλά πολέμησε μέχρις εσχάτων και έπεσε με τιμή. Σύμφωνα με άλλες πρόλαβε και υποχώρησε αλλά αργότερα συνελήφθη. Μια τρίτη εκδοχή τον θέλει να σκοτώνεται αργότερα έξω από την Περσέπολη. Σε κάθε περίπτωση η περσική δύναμη καταστράφηκε. Ο δρόμος για τον Αλέξανδρο ήταν πλέον ανοικτός. Ο Αλέξανδρος έφτασε στη Περσέπολη τις τελευταίες ημέρες του Ιανουαρίου του 330 πΧ. Η σχετικά άγνωστη Μάχη της Περσίδας Πύλης, έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι οι Μακεδόνες αρχικά απωθήθηκαν από τους Πέρσες αντιπάλους και τυχόν οριστική ανακοπή της πορείας τους, ίσως να διαμόρφωνε μια διαφορετική ιστορική εξέλιξη από αυτή που γνωρίζουμε σήμερα. Χάρη στην ευφυΐα του Αλεξάνδρου και πιθανότατα τη βοήθεια ντόπιων, ο μακεδονικός στρατός πέτυχε να υπερκεράσει ένα δύσκολο εμπόδιο και να συνεχίσει τη πορεία του προς τα ανατολικά. Η μάχη στις Περσίδες Πύλες ήταν η πλέον αιματηρή για τα ελληνικά όπλα στη Ασία. Όχι τυχαία όλοι σχεδόν οι ιστορικοί, αρχαίοι και σύγχρονοι, την θεωρούν το ανάλογο των Θερμοπυλών. Οι ελληνικές απώλειες, ανάλογα με την πηγή, φέρονται να φτάνουν έως και τους 7.000 νεκρούς και τραυματίες, αριθμός υπερβολικός. Αντίστοιχα το περσικό σώμα καταστρέφηκε. Η νίκη του Αλεξάνδρου είχε ως αποτέλεσμα να ανοίξει το πέρασμα προς την καρδιά της Περσικής Αυτοκρατορίας και την Περσέπολη. Οι Έλληνες έφτασαν στην μεγάλη και πλούσια περσική πόλη η οποία λεηλατήθηκε και καταστράφηκε. Ήταν μια πράξη εκδίκησης για την καταστροφή της Αθήνας από τον Ξέρξη.
Μετά από μικρή ανάπαυση, περνώντας τον Αξάρη που ήταν ήδη γεφυρωμένος, ο Αλέξανδρος προέλασε για την Περσέπολη, προσπαθώντας κυρίως να διαφυλάξει τους θησαυρούς του μεγάλου βασιλέα, αν δεχθούμε ότι είναι αληθής η αναφορά του Διόδωρου και του Κούρτιου πως καθ’ οδόν έλαβε επιστολή από τον βασιλικό θησαυροφύλακα και διοικητή Τιριδάτη να βιαστεί, γιατί κινδύνευε ο θησαυρός. Ένας πραγματικά μεγάλος θησαυρός -120.000 τάλαντα τον ορίζουν ο Κούρτιος και ο Διόδωρος- για τα ελληνικά δεδομένα, τόσο στην Περσέπολη, όσο και στις Πασαργάδες όπου βρισκόταν ο θησαυρός του Κύρου Α΄. Η παράδοση θέλει 20.000 ημίονους και 3.000 καμήλες για τη μεταφορά τους στα Σούσα. Η Περσέπολη ξεκίνησε να χτίζεται την εποχή του Δαρείου Α' στη γόνιμη κοιλάδα του ποταμού Πουλβάρ, η οποία περιβαλλόταν από επιμήκη οροσειρά που τους αρχαίους χρόνους λειτουργούσε ως φυσική άμυνα της πόλης. Αν και η αρχαιολογική σκαπάνη έδειξε ότι κατοικούνταν και υπήρχε ανθρώπινη δραστηριότητα κατά τους προϊστορικούς χρόνους, τόσο οι επιγραφές όσο και τα υπόλοιπα ευρήματα του Γάλλου αρχαιολόγου Αντρέ Γκοντάρ, που πρώτος οργάνωσε ανασκαφές τη δεκαετία του '30, αποδεικνύουν ότι η επιλογή της τοποθεσίας έγινε από τον Κύρο τον Μέγα. Εκείνος ήταν που αποφάσισε και την κατασκευή του μεγαλύτερου και πιο σύνθετου οικοδομήματος της Περσέπολης, της Αίθουσας Ακροάσεων (Apadana). Η μεγάλη της αίθουσα αποτελούνταν από 72 κολόνες, εκ των οποίων σήμερα σώζονται οι 13. Επίσης, κατόπιν απόφασης του ιδίου χτίστηκε η Αίθουσα Συνεδριάσεων (Τρίπυλον) και η ακρόπολης όπου φυλασσόταν το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο. Άλλωστε, η πιθανότερη εκδοχή είναι ότι επί της βασιλείας του έγινε η Περσέπολη πρωτεύουσα της Περσίας, παίρνοντας τη θέση των Πασαργαδών, της πόλης όπου θάφτηκε ο Κύρος Β'. Τα ερείπιά της ορθώνονται επάνω σε μια γιγάντια τεχνητή εξέδρα από ασβεστόλιθο που αποτελεί και το βασικό οικοδομικό υλικό της Περσέπολης. Εντούτοις το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής της ήταν οι ξύλινες κολόνες από κέδρους Λιβάνου και  ξυλείας από την Ινδία. Η πέτρα χρησιμοποιούνταν συμπληρωματικά, όταν δεν ταίριαζαν οι διαστάσεις των ξύλων. Έχουν διασωθεί εξαιρετικά γλυπτά και αγάλματα, τα οποία προβάλλουν τις δοξασίες των αρχαίων Περσών. Τα κτίρια χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες: στους στρατώνες, στο Θησαυροφυλάκιο με την αίθουσα υποδοχής και στα βασιλικά κτίρια (Πύλη των Εθνών, Apadana, Αίθουσα του Θρόνου). Όλα τα οικοδομήματα ήταν διακοσμημένα με ταύρους, λιοντάρια και εικόνες λουλουδιών. Περί το 333 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος εισέβαλε στην Περσία και κατέλαβε την Περσέπολη. Κατά τη διάρκεια γιορτής ξέσπασε πυρκαγιά στα ανάκτορα και καθώς η φωτιά επεκτάθηκε, η πόλη κινδύνεψε να καταστραφεί ολοσχερώς. Μολονότι παραμένει μυστήριο για τους ιστορικούς αν ήταν ένα τυχαίο περιστατικό ή εσκεμμένη πράξη, πιθανολογείται ότι με αυτό τον τρόπο ο Αλέξανδρος, παρακινούμενος από την αθηναϊκής καταγωγής ερωμένη του Θαΐδα, πήρε εκδίκηση για την πυρπόληση της Ακρόπολης της Αθήνας από τον Ξέρξη κατά τους Περσικούς Πολέμους, 150 χρόνια νωρίτερα, το 480 π.Χ.
Πηγή : https://www.history-point.gr/persides-pyles-i-machi-ton-quot-thermopylon-quot-toy-alexandroy-stin-asia
https://www.ptisidiastima.com/battle-of-the-persian-gate/
https://www.lifo.gr/articles/archaeology_articles/115033
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μάχη_της_Περσίδας_πύλης
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λύκιοι