Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2018

Η Κιβωτός του Γαβριήλ και τα υπερφυσικά φαινόμενα που την ακολουθούν

Η Κιβωτός της Διαθήκης, η οποία ονομάζεται και "Κιβωτός του Μαρτυρίου", ήταν ένα ιερό κιβώτιο, μέσα στο οποίο φυλάσσονταν οι πέτρινες πλάκες όπου ήταν γραμμένες οι Δέκα Εντολές που είχε παραδώσει ο Κύριος, για δεύτερη φορά, στον Μωυσή. Η Κιβωτός της Διαθήκης κατασκευάστηκε με εντολή του Κυρίου, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που έθεσε στον Μωυσή στο όρος Σινά. Φυλασσόταν αρχικά μέσα στην «Σκηνή του Μαρτυρίου» κατά την περιπλάνηση στην έρημο του Σινά και αργότερα μέσα στο Ναό της Ιερουσαλήμ. Η Κιβωτός της Διαθήκης αποτελούσε το σύμβολο της παρουσίας του Κυρίου ανάμεσα στον λαό του, τον Ισραήλ, και επικοινωνούσε μαζί τους, παρέχοντας συγκεκριμένες εντολές και κατευθύνσεις όταν ήταν απαραίτητο.
Η Παλαιά Διαθήκη αναφέρει ότι η Κιβωτός ήταν κατασκευασμένη από ξύλο ακακίας, το οποίο δεν σαπίζει. Είχε μήκος 2,5 πήχεις, 1,5 πλάτος και 1,5 ύψος (περίπου 114 x 68 x 68 εκ.). Η κιβωτός ήταν καλυμμένη μέσα κι έξω ολόκληρη με τον πιο καθαρό χρυσάφι και η επάνω επιφάνειά της ήταν επίσης σκεπασμένη με χρυσάφι. Γύρω της υπήρχε μια χρυσή στεφάνη, η οποία φαινόταν σαν συστρεφόμενα κύματα. Στις δύο απέναντι πλευρές κατά μήκος έφερε από δύο χρυσούς κρίκους, συνολικά τέσσερις, από όπου περνούσαν δύο άσηπτοι και επιχρυσωμένοι ξύλινοι μοχλοί μεταφοράς. Οι μοχλοί αυτοί είχαν χρυσές διακοσμήσεις και ήταν μόνιμοι στους κρίκους της Κιβωτού. Το σκέπασμα της Κιβωτού, το ιλαστήριο, ήταν κατασκευασμένο από καθαρό χρυσάφι, 2,5 πήχεις μήκος και 1,5 πλάτος. Επίσης πάνω από την Κιβωτό βρίσκονταν τοποθετημένα στα άκρα της δύο χρυσαφένια ομοιώματα Χερουβείμ, με τα πρόσωπά τους αντικριστά το ένα προς το άλλο και ενωμένα με το ιλαστήριο. Τα Χερουβείμ είχαν ανοιχτές τις φτερούγες τους προς τα πάνω, έτσι που να σκεπάζουν μ' αυτές το ιλαστήριο Ο Κύριος φανερωνόταν στο Μωυσή εκεί πάνω από την Κιβωτό, πάνω από το ιλαστήριο, ανάμεσα στα δύο Χερουβείμ. Από 'κει του μιλούσε κάθε φορά που ήθελε να του δώσει κάποιες εντολές για τους Ισραηλίτες. Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή παράδοση, η παρουσία του Κυρίου γινόταν αντιληπτή ανάμεσα στα Χερουβείμ με μια φωτεινή πηγή φωτός. Η ύπαρξη των Χερουβείμ αποτελούσε αναπαράσταση του ουράνιου θρόνου του Θεού ο οποίος περιστοιχίζεται από αγγελικές δυνάμεις. Κατά τη μεταφορά της η Κιβωτός ήταν πάντα τυλιγμένη με ένα κάλυμμα από δέρμα φώκιας και με ένα γαλανό ύφασμα, κρυμμένη προσεκτικά ακόμα και από τα μάτια των Λευιτών που τη μετέφεραν.
Το βιβλίο της Εξόδου της Παλαιάς Διαθήκης περιγράφει με λεπτομέρεια ένα κουτί, επικαλυμμένο με χρυσό, το οποίο κατασκεύασαν οι Ισραηλίτες με τις οδηγίες του Θεού, για να τοποθετήσουν τις σπασμένες πλάκες στις οποίες ήταν γραμμένες οι Δέκα Εντολές. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ο Θεός είπε επίσης: «Εκεί θα συναντηθώ μαζί σας και θα σας μιλήσω… για όλα όσα θα σας δώσω σε εντολές, τέκνα του Ισραήλ.» Οι Ισραηλίτες το μετέφεραν μαζί τους στα ταξίδια τους, ακόμα και στις μάχες, γιατί πίστευαν ότι είχε τρομερή δύναμη. Κάποιοι πιστεύουν ότι η Κιβωτός ήταν στην πραγματικότητα ένας διαβιβαστής στο Θεό και ένα φονικό όπλο, αλλά το πιο μυστηριώδες είναι τι απέγινε η Κιβωτός. Πολλοί ερευνητές πιστεύουν πως η Κιβωτός υπάρχει μέχρι και σήμερα, κρυμμένη και προστατευμένη από τη δημόσια θέα.
Μετά την αναχώρηση από το Σινά και μέχρι τη διάβαση του Ιορδάνη, η Κιβωτός μεταφερόταν μπροστά από τον λαό και αποτελούσε το σήμα για την προέλασή του. Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή παράδοση, η Κιβωτός έκαιγε τους αγκαθωτούς θάμνους και άλλα εμπόδια κατά την πορεία στην έρημο, ενώ σπινθήρες εκπορευόμενοι από τα δύο χερουβείμ σκότωναν φίδια και σκορπιούς. Κατά τη διάβαση του Ιορδάνη, ο ποταμός ξηράνθηκε μόλις τα πόδια των ιερέων που μετέφεραν την Κιβωτό άγγιξαν τα νερά του, και παρέμενε ξηρός μέχρι που οι ιερείς και η Κιβωτός βγήκαν από το ποτάμι, αφού ο λαός είχε περάσει. Δώδεκα πέτρες συλλέχθηκαν από τον Ιορδάνη και στήθηκαν στο σημείο όπου είχαν σταθεί οι ιερείς σε ανάμνηση εκείνης της θαυματουργικής ενέργειας. Η Κιβωτός μεταφερόταν μέσα στη μάχη, όπως στον πόλεμο με τους Μαδιανίτες. Πριν την πτώση των τειχών της Ιεριχώ, ο Ισραήλ έλαβε εντολή από τον Κύριο να περιφέρει την Κιβωτό γύρω από την πόλη πίσω από τους ένοπλους άνδρες και επτά αρχιερείς φέροντες επτά σάλπιγγες από κέρατα κριών.
Μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους και τη λεηλασία του Ναού, η Κιβωτός της Διαθήκης εισήλθε στον χώρο του θρύλου. Πολλοί ιστορικοί υποθέτουν ότι την πήρε ο Ναβουχοδονόσορας και την κατέστρεψε. Σε αντίθεση με τη γενική συμφωνία των ιστορικών ότι η κιβωτός καταστράφηκε, διάφορες παραδόσεις σχετικά με την τελική της τύχη υποστηρίζουν την απόκρυψή της κάτω από το Όρος του Ναού στην Ιερουσαλήμ, ή τη φυγάδευσή της από την Ιερουσαλήμ πριν έρθουν οι Βαβυλώνιοι (στην Αιθιοπία), είτε από τον Αιθίοπα πρίγκηπα Μενελίκ Α΄ (γιο της Βασίλισσας του Σαβά), είτε από τους Ισραηλίτες αρχιερείς κατά τη βασιλεία του Μανασσή, οι οποίοι πιθανώς την μετέφεραν σε Ιουδαϊκό ναό στην Ελεφαντίνη της Αιγύπτου. Ακόμα, αναφέρεται η παράδοση ότι η Κιβωτός της Διαθήκης αφαιρέθηκε με θαυματουργικό τρόπο από τη γη με θεϊκή παρέμβαση.
Ο Γαβριήλ ειναι ένας από τους τέσσερις αρχάγγελος που αναφέρονται ονομαστικά στην Αγία Γραφή. Το όνομά του στα εβραϊκά έχει διάφορες σημασίες, όπως άνθρωπος του Θεού, ο γενναίος του Θεού, ο ήρωας του Θεού, ανήρ του Θεού και ο Θεός δείχθηκε ισχυρός. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ αναφέρεται τόσο στην Αγία Γραφή όσο και στο Κοράνιο. Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται να εξηγεί στον προφήτη Δανιήλ το όραμα του κριού και του τράγου και τη σημασία της προφητείας του Ιερεμία περί των 70 ετών, καθώς να αναγγέλλει τον χρόνο του ερχομού του Μεσσία στη γη. Στην Καινή Διαθήκη αναφέρεται μόνο στο Ευαγγέλιο του Λουκά: να προλέγει στον προφήτη Ζαχαρία τη γέννηση του Ιωάννου του Προδρόμου, να αναγγέλλει στην Παρθένο Μαρία τη γέννηση του Χριστού από αυτήν, και να αποστέλλει τους ποιμένες τη νύχτα της γέννησης του Χριστού στη Βηθλεέμ, για να δουν και να προσκυνήσουν τον γεννηθέντα Σωτήρα του κόσμου. Στο Κοράνιο, το ιερό βιβλίο των Μουσουλμάνων, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ μεταφέρει τις αποκαλύψεις του Αλλάχ στον Μωάμεθ. Σύμφωνα με τον ιδρυτή της Μουσουλμανικής θρησκείας, ο αρχάγγελος Γαβριήλ συμπολέμησε μαζί του επικεφαλής τριών χιλιάδων αγγέλων εναντίον των ειδωλολατρών στασιαστών στη Μέκκα. Από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έγινε αντικείμενο απεικονίσεων στη ζωγραφική, τη γλυπτική και τη μικροτεχνία. Στη βυζαντινή ζωγραφική εικονίζεται ολόσωμος με πλούσια ενδυμασία (ιμάτιο και χιτώνα), πλούσια κόμη και κρατά τα σύμβολα της εξουσίας του, σφαίρα και ράβδο (σκήπτρο) ή μετάλλιο, που παριστάνει τη μορφή του Χριστού. Οι απεικονίσεις του καλύπτουν πολλά μέρη του ορθόδοξου ναού, από τον τρούλο και την αψίδα του ιερού μέχρι τον νάρθηκα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στις 8 Νοεμβρίου, μαζί με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και με τρεις Συνάξεις, στις 26 Μαρτίου, την επαύριο της εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στις 11 Ιουνίου και στις 13 Ιουλίου. 
Ήταν 40 ετων το 610 μ.χ. ο Μωάμεθ όταν όπως θέλει η παράδοση, του φα­νερώθηκε ο άγγελος Γαβριήλ και του υπαγόρευσε τις «θελήσεις του θεού». Τη βαθιά αυτή πνευματική εμπειρία την αισθάνθηκε ως κλήση στο προφητικό έργο. Από το 613 άρχισε να διαδίδει το «θέλημα του ενός και μοναδικού θεού», διαμορφώνοντας μία νέα θρησκεία. Καλούσε τους ανθρώπους να τον ακολουθήσουν στο δρόμο του «Ισλάμ», της υποταγής στο Θεό (Αλάχ). Παρά τις προσπάθειές του το θρησκευτικό του μήνυμα δεν συγκινούσε ιδιαίτερα τους πιστούς «των θρησκειών της Βίβλου» (Ιουδαίους και Χριστιανούς). Διακήρυξε τότε ότι αυτές είχαν εκφυλιστεί και υποστήριξε ότι ο μουσουλμανισμός αποτελεί την αποκατάσταση της θρησκείας, την οποία από την αρχή ο Θεός είχε δώσει στην ανθρωπότητα, μέσω των προφητών του, Αβραάμ, Μωυσή και Ιησού. Αντλώντας στοιχεία από την αραβική παράδοση, τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, καθόρισε με διαύγεια τις θεολογικές του θέσεις. Επέμεινε στον απόλυτο μονοθεϊσμό, την ανάσταση των νεκρών και την έσχατη κρίση. Τόνισε την πίστη στους αγγέλους, τη σπουδαιότητα των προφητών της Βίβλου, κρατώντας την καθοριστική θέση για τον εαυτό του και τη σημασία των βιβλίων των προφητών, υψώνοντας στην κορυφή το Κοράνιο, ως το ιερό βιβλίο του Ισλάμ. Οι Μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι το Κοράνιο είναι ο λόγος του Θεού, η καταγραφή της αποκάλυψής του στο ανθρώπινο γένος, έτσι όπως μεταδόθηκε στον προφήτη Μωάμεθ σε μια περίοδο 23 ετών από τον άγγελο Τζιμπριήλ (Γαβριήλ). Ο Μωάμεθ δεν ήξερε να διαβάζει ή να γράφει. Απλώς απήγγειλε ό,τι του αποκαλυπτόταν, προκειμένου να το αποστηθίσουν και να το καταγράψουν οι σύντροφοί του. Οι Μουσουλμάνοι λόγιοι πιστεύουν ότι το κορανικό κείμενο αντιστοιχεί ακριβώς σε αυτά που αποκαλύφθηκαν στον Μωάμεθ μέσω του αγγέλου Τζιμπριήλ (Γαβριήλ). Οι αποκαλύψεις δόθηκαν σε μια περίοδο 20 με 23 χρόνων περίπου, από το 610 ως το θάνατό του το 632. Τον καιρό του θανάτου του Προφήτη Μωάμεθ, πολλές απο τις αποκαλύψεις του Θεού προς το πρόσωπό του βρίσκονταν ήδη καταγεγραμμένες. 
Το υπουργείο Άμυνας της Ρωσίας είχε ενημερώσει, πριν από περίπου έναν χρόνο, πως είχε ανατεθεί στον ρωσικό Στρατό με εντολή Πούτιν, να προστατεύσει  το ομοσπονδιακό ερευνητικό σκάφος «Admiral Vladimisky», καθώς αυτό κατευθυνόταν στην Ανταρκτική, κουβαλώντας ένα μυστήριο αντικείμενο με το όνομα «Κιβωτός του Γαβριήλ». «Η Κιβωτός του Γαβριήλ» λέγεται ότι έχει μεγάλη στρατιωτική και θρησκευτική αξία. Ως εκ τούτου ο «Τσάρος» διέταξε έναν μεγάλο αριθμό πολεμικών πλοίων να την συνοδεύσουν από την Σαουδική Αραβία μέχρι την Ανταρκτική. Η μυστηριώδης αυτή συσκευή ανακαλύφθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου κάτω από το μεγάλο Τζαμί Masjid al-Haram Mosque. Όπως μεταδίδεται, 15 εργάτες οι έσκαβαν μέσα σε μια σήραγγα, την βρήκαν και στην προσπάθειά τους να την μετακινήσουν σκοτώθηκαν από μια μαζική «εκπομπή πλάσματος». Η εκπομπή ήταν τόσο ισχυρή που ανέτρεψε ακόμα και τους γερανούς που βρίσκονταν πάνω από το έδαφος, καθώς βρίσκονταν εκεί για επισκευές στο Τζαμί. Ως συνέπεια σκοτώθηκαν άλλα 107 άτομα. 15 μέρες μετά, ακόμα 4.000 άτομα έχασαν την ζωή τους, από ακόμα μία μαζική «εκπομπή πλάσματος» της «Κιβωτού». Ο Πατριάρχης της Ρωσίας Κύριλλος είχε στην κατοχή του ένα από τα παλαιότερα Ισλαμικά χειρόγραφα που κατέχει η ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, το οποίο έχει τον τίτλο «Οδηγίες Γαβριήλ προς τον Μωάμεθ». Το εν λόγω χειρόγραφο διασώθηκε από τους αιμοσταγείς Σταυροφόρους της Καθολικής Εκκλησίας κατά την λεηλασία της Βυζαντινής Κωνσταντινούπολης (1204) και προφανώς είχε σχέση με την μυστηριώδη συσκευή. Ως εκ τούτου ο θεματοφύλακας των Μεγάλων Τζαμιών στην Μέκκα παρέδωσε την «Κιβωτό» στον πατριάρχη Κύριλλο. Μέσα στο ισλαμικό χειρόγραφο αναφέρεται πως ο άγγελος Γαβριήλ έδωσε οδηγίες στον Μωάμεθ μέσα σε μία σπηλιά που ονομάζεται Hira και βρίσκεται στο βουνό Jabal an- Nour κοντά στη Μέκκα. Σύμφωνα πάντα με τα γραφόμενα, η «Κιβωτός» τέθηκε υπό την προστασία του Μωάμεθ. Χαρακτηρίζεται συσκευή με τεράστια δύναμη, της οποίας η χρήση είναι απαγορευμένη γιατί άνηκε μόνο στον Θεό, προφανώς θα εννοεί τον Αλλάχ, και πρέπει να θαφτεί σε ένα ιερό «τόπο εκεί όπου οι άγγελοι υπήρχαν πριν από την δημιουργία του ανθρώπου μέχρι την Αποκάλυψη στο μέλλον, κατά τις ημέρες της Yawm al-Qīyāmah, ή Qiyâmah, που σημαίνει "Ημέρα της Αναστάσεως"». Στις 27. Σεπτεμβρίου, ο Πρόεδρος Πούτιν ενημερώθηκε για όλα αυτά και αμέσως έδωσε την εντολή μεταφοράς της συσκευής στην Ανταρκτική υπό την συνοδεία ισχυρού Στόλου. Τρεις μέρες αργότερα διέταξε τις Αεροδιαστημικές Δυνάμεις της Ρωσίας να ξεκινήσουν τους βομβαρδισμούς κατά του Ισλαμικού Κράτους. Όταν ο πρόεδρος Πούτιν ενημερώθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου, έδωσε αμέσως εντολή για την μεταφορά της συσκευής στην Ανταρκτική με το ερευνητικό σκάφος "Ναύαρχος Vladimisky" και 3 ημέρες αργότερα, στις 30 Σεπτεμβρίου, διέταξε τις να αρχίσουν βομβαρδισμούς των τρομοκρατών και να κτυπήσουν στόχους του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία.. Αξιοσημείωτο είναι πως, σύμφωνα με το ρωσικό υπουργείο Άμυνας, ο Πατριάρχης Κύριλλος μετέβη ο ίδιος στην Ανταρκτική, όπου τέλεσε «ειδικό αρχαίο τελετουργικό» διαβάζοντας ένα αρχαίο μυστικό κείμενο, για να εξευμενίσει τις «άγριες διαθέσεις» της «Κιβωτού»! Το μυστικό κείμενο λέγεται πως του το έδωσε ο Πάπας Φραγκίσκος. Πρόκειται για ένα πανάρχαιο υπερόπλο που έχει στα χέρια της η Ρωσία; Τι είδους λόγια «εξευμενίζουν» μία βόμβα;
Οι Ρώσοι έχουν χτίσει μια Ορθόδοξη Εκκλησία, αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα, σε ένα από τα πιο αφιλόξενα σημεία του πλανήτη. Στην Ανταρκτική! Βρίσκεται στο νησί King George στο Νότιο Πόλο και έχει θέα στη ρωσική βάση της Ανταρκτικής. Την έχτισαν εκεί οι Ρώσοι το 1990 για να προσεύχονται όσοι περνούν το χειμώνα τους στη βάση. Τα ξύλα που χρειάστηκαν για να κατασκευαστεί μεταφέρθηκαν στη βάση Bellingshausen με πλοία. Έπρεπε η δομή να είναι πολύ ανθεκτική ώστε να αντέχει στην καταστρεπτική δύναμη των πολικών ανέμων και στις ισχυρές χιονοπτώσεις. Για αυτό το λόγο οι κορμοί των δέντρων στερεώθηκαν με ειδικές αλυσίδες, ενώ μια ειδική επένδυση στο εσωτερικό προφυλάσσει την εκκλησία από το νερό της βροχής. Δύο Ρώσοι μοναχοί ήταν οι πρώτοι που λειτούργησαν εθελοντικά για πρώτη φορά στην Εκκλησία. Από τότε, οι ιερείς λειτουργούν εκ περιτροπής. Στα καθήκοντά τους περιλαμβάνονται οι προσευχές για τις ψυχές των Ρώσων που έχασαν τη ζωή τους σε διάφορες αποστολές. Στο παρελθόν δύο ζευγάρια Ρώσων έχουν τελέσει τους γάμους τους στην Αγία Τριάδα της Ανταρκτικής, πιστεύοντας πως η επιλογή τους θα φέρει καλή τύχη! Ο ιερέας της εκκλησίας λέει: «Η εκκλησία μόνο με την παρουσία της εδώ λέει πολλά!. Για κάθε πιστό, όχι μόνο για τους Ρώσους αλλά κυρίως για τους ξένους, η εμφάνιση μιας εκκλησίας στο πουθενά δηλώνει απερίφραστα την παρουσία του Θεού στην Ανταρκτική. Ακόμη καλύτερα θα έλεγα ότι: ο Θεός είναι παντού!. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε αυτή την εκκλησία οι πιστοί αισθάνονται πιο κοντά στον Θεό. Βοηθάει και το γαλήνιο τοπίο που την περιβάλλει»..
Ο αξιωματικός του ρωσικού στρατού Eugene Gavrikov αποκαλύπτει τα μυστικά της Ανταρκτικής. Επιβεβαιώνει ότι υπάρχει πραγματικά μια πυραμίδα κρυμμένη στα παγωμένα βουνά και ότι υπάρχουν ίχνη στρατιωτικών υποδομών από το Τρίτο Ράιχ, και σημάδια δραστηριότητας από το παρελθόν. Αναφέρει επίσης ότι οι ΗΠΑ έχουν επίγνωση του τι συμβαίνει στην Ανταρκτική, όπου οι δορυφόροι έδειξαν την τρύπα του όζοντος που δεν μπορεί να αποδοθεί σε ανθρώπινες δραστηριότητες, αλλά σε κάτι πιο μυστηριώδη. Η Ανταρκτική όπως ισχυρίζεται «κρατά το κλειδί» για το μέλλον της ανθρωπότητας » και αυτό που δεν κάνουμε είναι να συνδέσουμε τις πολλές τελείες, και να οικοδομήσουμε μια εικόνα που να καθιστά τα όρια μεταξύ συνωμοσίας και πραγματικότητας. Υπάρχουν πολλά μυστήρια και θεωρίες για την Ανταρκτική, όπως μυστικές κρυμμένες βάσεις, αρχαίες τεχνολογίες, ανθρώπινος πειραματισμός, και κρυφές είσοδοι για την κοίλη Γη.
Πρίν από λίγες μέρες (2017) ανακαλύφθηκε η πολύ συζητούμενη εδώ και πολλά χρόνια μυστική βάση των Ναζιστών στην Ανταρκτική. Το θέμα αυτό έχει πολύ μεγάλο βάθος με ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στη σημερινή εποχή μας. Τα τελευταία χρόνια έχουμε επανωτές επισκέψεις Αμερικανών και Ρώσων ‘‘ειδικών’’ που κάτι αναζητούν στην περιοχή της Ανταρτικής και κάτι ετοιμάζουν πάλι για την ίδια περιοχή. Για την Ανταρκτική έγραψαν και αναφερθήκαν πολλοί γνωστοί Ιλλουμινάτι όπως ο Ιούλιος Βερν και ο Edgar Allen Poe και Jules Verne. Μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο ο Αμερικανός ερευνητής και ναύαρχος του αμερικανικού στόλου Admiral Richard Byrd, έκανε κάποιες έρευνες στην περιοχή τις Ανταρκτικής ‘’Operation Highjump’’, και στις αναφορές του έγραφε ότι είχε παρατηρήσει περίεργα φαινόμενα και ότι κάποιοι έκαναν περίεργα πράγματα στην περιοχή. Πρίν από λίγο καιρό (2017) ο Πατριάρχης της Ρωσίας Κύριλλος και λίγο μετά την συνάντηση που είχε με τον Πάπα της Ρώμης πήγε και αυτός στην Ανταρκτική σε ένα πολύ περίεργο επίσης ταξίδι ο Ρώσος πατριάρχης είναι εντυπωσιακό, πως προσευχήθηκε και ευλόγησε την περιοχή αυτήν, θεωρεί ότι είναι μια παρθένα περιοχή (άγονη γη) κατάλληλη για το μέλλον της ανθρωπότητας γιατί δεν μολύνθηκε ποτέ από πολέμους, και από επιστημονικά καταστροφικά πειράματα. Παρολες αυτές τις δηλώσεις είναι γνωστό ότι στην περιοχή τις Ανταρκτικής έχουν γίνει πολλές επιστημονικές πειραματικές αποστολές και επιστημονικά πειράματα και από Αμερικανούς και από Ρώσους με άγνωστες συνέπειες. Σήμερα η περιοχή της Ανταρκτικής είναι ένα μεγάλο πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στους Αμερικανούς και δυτικούς από την μια πλευρά και από τους Ρώσους από την άλλη, γεγονός που δείχνει ότι η περιοχή αυτή έχει πολλά μυστικά και προσπαθούν να ανακαλύψουν και να εκμεταλλευτούν και οι 2 πλευρές.
Πηγή : https://www.sansimera.gr/articles/1236
https://www.sansimera.gr/biographies/1642
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κοράνιο
http://www.liakonews.gr/ellinismos/paraxena/item/2677-i-kivotos-tou-gavriil-ena-panarxaio-yperoplo-sta-xeria-ton-roson
https://www.ekklisia-aggeorgiou-agdometiou.com/thaymata-kai-martyries/perigrafi-tis-kivotoy-symfona-me-tin-palaia-diathiki/
https://www.teamgr.gr/index.php?option=com_kunena&func=view&catid=48&id=1787&Itemid=314
http://users.sch.gr/aiasgr/Biblos/Biblos/Kibwtos_ths_Diathikhs.htm
https://www.ypaithros.gr/deite-monadiki-orthodoxi-ekklisia-xtismeni-antarktiki/
https://m.apocalypsejohn.com/stratiotikos-simvoulos-rosias-apokalipti-mistika-antarktikis-video/
http://nikosxeiladakis.gr/ποιουσ-εμπλεκει-το-μεγαλο-μυστηριο-τη/

Τα θεραπευτικά βότανα των αρχαίων Ελλήνων στην σύγχρονη Ελλάδα

Ο Ιπποκράτης υποστηρίζει πως η τροφή μπορεί να γίνει και φάρμακο. Τα βότανα χρησιμοποιήθηκαν σε θεραπευτικές πρακτικές ως φαρμακευτικά είδη αλλά και ως φορείς της θεϊκής ευλογίας. Οι αρχαίοι Θεοί συνδέθηκαν με τα φυτά και τα δέντρα: Δάφνη - Απόλλωνας, Μαρούλι - Άδωνις, Λεύκη - Δίας, Ελιά - Αθηνά. Σημαντικός ήταν ο ρόλος των φυτών στον πόλεμο, αφού οι πληγές των πολεμιστών γιατρεύονταν με βότανα. Η ίδια η θεά Αφροδίτη έψαξε στην Κρήτη και έκοψε δίκταμο για να γιατρέψει το λαβωμένο Αινεία που ο μύθος λέει ότι ήταν γιος της. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην τροφή και το φάρμακο ήταν δύσκολη υπόθεση. Οι περισσότεροι γιατροί συμφωνούσαν με την άποψη του Ιπποκράτη ότι η τροφή είναι ταυτόχρονα και φάρμακο. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους υπήρχαν βότανα που αδυνάτιζαν όπως τα σκόρδα, τα κάρδαμα, τα πράσα. Η ρίγανη, η μέντα, ο δυόσμος, το φλισκούνι, η θρούμπα, το θυμάρι προσφέρονταν χλωρά, πριν ξεραθούν, γιατί αν ξεραθούν μετατρέπονται σε φάρμακα. Η Ελληνική Μυθολογία, η οποία ερμηνεύει κοινωνικά και ψυχολογικά φαινόμενα δια μέσου των μύθων, είναι πλούσια θεματολογικά από μύθους που έχουν σχέση με τα φυτά και αναδεικνύουν την τάση του ανθρώπου να ασχολείται και να ερευνά το φυσικό περιβάλλον, τμήμα του οποίου αποτελεί και ο ίδιος.
Τα φυτά αποτέλεσαν, μαζί με άλλες οργανικές και ανόργανες ουσίες, την βάση της θεραπευτικής, η οποία στηριζόμενη στην μακρόχρονη εμπειρία, δρούσε με αντικειμενική επίδραση στην νόσο, χωρίς να αποκλείεται και η αυθυποβολή της προσωπικότητας του θεραπευτή. Κάτι που συμβαίνει ακόμα και στις μέρες μας. Πασίγνωστα ήταν τα μεγάλα μαντεία θεραπευτήρια της αρχαιότητας στον Ελλαδικό χώρο, με επικεφαλής τα Ασκληπιεία. Οι Έλληνες έχουν τον Αριστοτέλη με 500 περίπου φάρμακα στην «Ιστορία των Φυτών». Ο πατέρας της παγκόσμιας Ιατρικής ο Ιπποκράτης ο Κώος (460-337 π.Χ.) στα συγγράμματα του αποδίδονται στην εμπειρία του, αναφέρει 400 δείγματα φαρμακευτικών ουσιών από φυτά. Μετά είναι ο Ερέσιο Τύρταμο, τον πασίγνωστο Θεόφραστο (372-287 π.Χ.). στο βιβλίο του «Περί Φυτών Ιστορίαι», που σώζεται, θεμελιώνονται οι βάσεις της βοτανικής. Μάζευε από παντού πληροφορίες και στα 450 φυτά που περιγράφει, αναφέρει και τις φαρμακευτικές του εφαρμογές. Ο Διοσκουρίδης (Κιλικία 1ος μ.Χ. αι.) θεωρείται ο «θεμελιωτής της φαρμακολογίας». Οι γνώσεις του για την θεραπευτική δράση των φυτών, δεν ξεπεράστηκαν για αιώνες. Ο άλλος μεγάλος γιατρός της αρχαιότητας, ο Γαληνός (129-199 μ.Χ.) παρασκεύασε τα φυσικά θεραπευτικά σχήματα, που ονομάστηκαν «Γαληνικά σκευάσματα» που ίσχυαν έως τον 18α αι. Συνέγραψε 300 περίπου βιβλία, σε ένα από τα οποία τα φυτά με αλφαβητική σειρά.
Ο Διοσκουρίδης ως στρατιωτικός Ιατρός είχε την δυνατότητα να περιέλθει τις περισσότερες περιοχές του γνωστού τότε κόσμου, να κάνει προσωπικές παρατηρήσεις, αναφορικά με φαρμακευτικά φυτά, αλλά και χρησιμοποιώντας τις μέχρι τότε αποθησαυρισμένες γνώσεις σχετικά με τα διάφορα φυτά και κυρίως τα φαρμακευτικά, διέσωσε πολύτιμες πληροφορίες. Μεταξύ άλλων αναφέρει για σχεδόν κάθε ένα φυτό, όλα τα διάφορα ονόματα, το οποίο αυτό έφερε και διά του τρόπου αυτού βοηθά στην συσχέτιση και την ταύτιση πολλών φυτών, που διαφορετικά αυτό θα ήταν δύσκολο. Γνώριζε τις ιδιότητες του Μανδραγόρα του φαρμακευτικού (Μandragora officinarum), τη θεραπευτική αξία και τη χρησιμότητά του για την προνάρκωση και τη νάρκωση, αλλά και τις παρενέργειες τις οποίες μπορεί να προκαλέσει. Είχε, επίσης, παρατηρήσει και περιγράψει το φαινόμενο της αλλεργικής καταπληξίας από τη λήψη φαρμακευτικών ουσιών. Ο Διοσκουρίδης κατέγραψε περισσότερες από 1.000 φαρμακευτικές ουσίες, η πλειοψηφία των οποίων προερχόταν από φυτά. Περισσότερες από 120 αντιμετωπίζουν οδοντιατρικά και στοματολογικά προβλήματα. Περιέγραψε επίσης ουσίες που σήμερα είναι γνωστές ως αντισηπτικά, αντιφλεγμονώδη ή αντισυλληπτικά. Αντίγραφα του πολύτομου έργου του «Περί ύλης ιατρικής» βρίσκονταν σε διαρκή κυκλοφορία και χρησιμοποιούνταν στην πράξη από την περίοδο της ακμής της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Και ξαφνικά μια κοινωνία λυσσούσε πια για σίλφιο! Ήταν βλέπετε αφροδισιακό και αντισυλληπτικό τρομερό, αλλά και λαχταριστό καρύκευμα για το φαγητό. Τα είχε όλα και κανείς δεν το έκρυβε. Μας το λέει εξάλλου ο Ιπποκράτης, ο Διοσκουρίδης και ο Σωρανός ο Εφέσιος, αλλά και πλήθος άλλων Ελλήνων και Ρωμαίων. Βλέπετε το σίλφιο (ή σύλφιο) ήταν το διασημότερο βότανο της αρχαιότητας, ένα φυτικό πασπαρτού για τα πάντα. Ήταν όμως, σαν από τραγική ειρωνεία, και όσο σπάνιο χρειαζόταν για να φτάσει να αξίζει το βάρος του σε ασήμι. Φυόταν αποκλειστικά σε μια στενή λωρίδα γης στην Κυρήνη, εκεί στις ακτές της Βόρειας Αφρικής (σημερινή Λιβύη), και δεν ευδοκιμούσε πουθενά αλλού, φέρνοντας στον νου τη σημερινή μαστίχα της Χίου. Όσοι το εμπορεύονταν πλούτιζαν, καθώς το λαχταρούσε όλος ο αρχαίος κόσμος. Το απαθανάτιζαν σε νομίσματα και αγγεία και το πήραν μετά οι Ρωμαίοι στέλνοντάς το στα ουράνια. Μόνο που κανείς τους δεν κατάλαβε πως η υπερεντατική του καλλιέργεια και η μαζική συγκομιδή του προσυπέγραφαν το τέλος του. Σύντομα θα ζούσαν όλοι χωρίς σίλφιο και θα έπρεπε να βρουν πια υποκατάστατά του, αφήνοντάς το στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας να πονοκεφαλιάζει ακόμα και σήμερα τους βοτανολόγους. Το βότανο λεγόταν σίλφιο και ήταν ένα φυτό που συγγένευε πιθανότατα με τον γιγαντιαίο μάραθο ή το σέλινο. Οι σοφιστικέ Έλληνες το καλλιεργούσαν αποκλειστικά για τη ρητίνη του, αν και οι πιο χοντροκομμένοι σε αυτά Ρωμαίοι το εκμεταλλεύονταν όλο, ακόμα και για τις ρίζες του είχαν κάποια χρήση. Σίλφιο το έλεγαν οι πρόγονοί μας και silphium οι Ρωμαίοι, αν και αυτοί του επεφύλαξαν πολλές ακόμα ονομασίες (laserpicium, lasarpicium κ.ά.). Και το χρησιμοποιούσαν για τα πάντα, από αρωματικό καρύκευμα για τη νοστιμάδα της μαγειρικής και τοπική αναλγητική αλοιφή μέχρι φάρμακο για πάμπολλες νόσους. Σχεδόν όλες! Αν και περιβόητο σε όλο τον γνωστό κόσμο δεν θα γινόταν παρά για τις διεγερτικές και αντισυλληπτικές του ιδιότητες. Ήταν οι Θηραίοι αυτοί που το ανακάλυψαν ήδη από το 630 π.Χ., όταν ίδρυσαν την ελληνική τους αποικία στη Βόρεια Αφρική, την περίφημη Κυρήνη. Οι Έλληνες ονόμασαν την αποικία τους από την πηγή Κύρη, αφιερωμένη στον θεό Απόλλωνα, και εκείνος τους έκανε δώρο το σίλφιο. Όπως κι αν έχει, ο Απόλλωνας του χάρισε το σίλφιο, ένα πολύτιμο βοτάνι που συνέβαλε τα μέγιστα στη μετατροπή της πόλης σε επίκεντρο του ελληνικού πολιτισμού στα άγνωστα εδάφη, καθώς η εμπορική του εκμετάλλευση κόμιζε στην Κυρήνη πλούτη θαυμαστά. Το σίλφιο έγινε τόσο σημαντικό για την κυρηναϊκή οικονομία που εμφανίζονταν από ένα σημείο και μετά σε κάθε σχεδόν νόμισμα της πόλης! Ήταν το απόλυτο έμβλημα της πόλης. Οι Έλληνες αποξήραιναν τον χυμό του για τη μαγειρική του χρήση, ενώ οι πάντα υπερβολικοί Ρωμαίοι το έτρωγαν ολόκληρο. Ακόμα και τις ρίζες του γεύονταν, τις οποίες διατηρούσαν στο ξίδι. Το θαυματουργό χορτάρι είχε και πολλές θεραπευτικές χρήσεις, αν και είναι δύσκολο να αποτιμήσουμε με σύγχρονους ιατρικούς όρους την αποτελεσματικότητά τους. Από πονόλαιμο, πυρετό και δυσπεψία μέχρι αφροδίσια νοσήματα (κονδυλώματα) και ανεπιθύμητες κυήσεις λεγόταν πως θεράπευε, ποιος να πει όμως με αποφασιστικότητα; Ο Ιπποκράτης ενδεχομένως, που παρότρυνε τους ασθενείς του: «Όταν εξέχει το έντερο και δεν επιστρέφει στη θέση του, ξύστε σε μικρά κομμάτια το καλύτερο και πιο συμπαγές σίλφιον και εφαρμόστε το ως κατάπλασμα».
Η Αχίλλεια είναι πολυετές αυτοφυές φυτο που συναντάται σε όλη την Ευρώπη την Ασία και τη βόρεια Αφρική. Το ύψος της μπορεί να φτάσει μέχρι τα 80 εκατοστά. Ανθίζει από τα τέλη της άνοιξης έως τις αρχές του φθινοπώρου. Η ονομασία της είναι Achillea millefolium. Ωφείλει το όνομά της στον ήρωα Αχιλλέα. Η θεά Αφροδίτη, κλαίγοντας τον συμβούλεψε να δέσει την πληγή του με αυτό το φυτό,  για να σταματήσει την αιμορραγία όταν πληγώθηκε από το δόρυ του Πάρη.  Από αυτόν τον μύθο το φυτό έχει και την ονομασία το "δάκρυ της Αφροδίτης". Ως βότανο χρησιμοποιείται ευρύτατα στη βοτανοθεραπεία. Παραδοσιακά θεωρείται ότι είναι αιμοστατικό και έχει την ιδιότητα να σταματά την αιμορραγία, είναι επουλωτικό με εξωτερική χρήση καθώς και ιδανικό για την τριχόπτωση. Επιπλέον είναι  ορεκτικό, τονωτικό,  αντιπυρετικό,  αντισπασμωδικό, διουρητικό, ιδανικό σε περιπτώσεις ακμής και έρπητα, ανθελμινθικό και ιδανικό για το κρυολόγημα. Θεωρείται ότι βοηθάει στη ρύθμιση της περιόδου, στη δυσμηνόρροια και στους σπασμούς της μήτρας. Ανακουφίζει τους πόνους από ρευματισμούς και απο αρθριτικά.
Η Αψιθιά είναι από τα πιο παλιά γνωστά φαρμακευτικά φυτά. Ο Ιπποκράτης τη χρησιμοποιούσε σε σκόνη ενώ η θεά Άρτεμις της έδωσε το όνομά της, σε αναγνώριση των πολύτιμων ιδιοτήτων της. Η Αρτεμισία αναφέρεται συχνά στον πρώτο μ.Χ. αιώνα στα Ελληνικά και Ρωμαϊκά κείμενα. Αναφέρεται επίσης στην Κινέζικη ιατρική βιβλιογραφία πριν από το 500 μ.Χ. ενώ και σήμερα χρησιμοποιείται στη Μοξαθεραπεία (καύση της αψιθιάς σε σημεία βελονισμού). Οι Ρωμαίοι τη φύτευαν στις άκρες των δρόμων και οι στρατιώτες τους στις μεγάλες πεζοπορίες, την τοποθετούσαν στα σανδάλια τους για να αντέχουν καλύτερα. Η φήμη ότι το φυτό καταπραΰνει τα πληγωμένα και κουρασμένα πόδια κρατάει μέχρι σήμερα. Ο Αέτιος τη συνιστούσε κατά των πνευμονικών παθήσεων ενώ ο Planchon θεωρούσε ότι πετύχαινε την καταστροφή των εντερικών σκουληκιών και ο Cazin πίστευε ότι ήταν μοναδικό φάρμακο κατά της χλώρωσης, της αμηνόρροιας, του σκορβούτου, των διαλειπόντων πυρετών, των σπληνικών και ηπατικών εμφράξεων, της υδρωπικίας και της καχεξίας. Ο Διοσκουρίδης τη σύστηνε να την πίνουν με σέσελη ή με τη νάρδο την Κελτική, κατά της ανορεξίας και των ικτέρων, σε αφέψημα και έκχυμα και σε δόση πολλών φλιτζανιών. Για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες χρησιμοποιούνται η ρίζα, οι ανθοφόροι μίσχοι και τα φύλλα. Το φυτό δρα ως πικρό τονωτικό, διεγερτικό, νευροτονωτικό και εμμηναγωγό. -Βοηθά την πέψη με την πικρή διέγερση των πεπτικών υγρών και ταυτόχρονα περιέχει ένα άφυσο έλαιο. -χρησιμοποιείται για την ανορεξία, τη αδρανή πέψη και τον υπογάστριο κολικό. -είναι ακόμη, ένα από τα καλύτερα τονωτικά του στομάχου, εναντίον της δυσπεψίας, της γαστραλγίας και των ανεπαρκειών του ήπατος. -έχει βαλσαμώδεις ιδιότητες, αποχρεμπτικές και αντισπασμωδικές (άσθμα, κοκίτης). -έχει ελαφρά αντιπυρετική δράση, αντισηπτική και διουρητική. -σε μέτριες δόσεις αυξάνει την όρεξη, επιταχύνει την κυκλοφορία του αίματος, προκαλεί εκκρίσεις, συντελεί στο αδυνάτισμα και χωνεύει τα λίπη. -κάνει ιδιαίτερα καλό στα αναιμικά και παχύσαρκα άτομα αλλά πρέπει να το αποφεύγουν όσοι έχουν υψηλή αιματική πίεση. -χρησιμοποιείται επίσης για τον σακχαρώδη διαβήτη. Σύμφωνα με μελέτες που έχουν δημοσιευθεί σε τεύχος του επιστημονικού περιοδικού “Επιστήμες της Ζωής” η artemesinin ένα παράγωγο του φυτού αρτεμισία μπορεί να σκοτώσει το 98% των καρκινικών κυττάρων του μαστού σε λίγες ώρες χωρίς να επηρεαστούν τα υγιή κύτταρα. Οι επιστήμονες σε πειράματα τους δοκίμασαν μια συνταγή αρτεμισίας και σιδήρου για την καταστροφή των καρκινικών κυττάρων του μαστού, με άκρως ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Οι ισχυρές αυτές αντικαρκινικές ιδιότητες της αψιθιάς ενεργοποιούνται από τις υψηλότερες συγκεντρώσεις από τα κανονικά επίπεδα σιδήρου των καρκινικών κυττάρων.
Ο Αμάραντος, ή Ελίχρυσος ο πολύτιμος ή Μάης, με διεθνή επιστημονική ονομασία Helichrysum stoechas και ελληνική επιστημονική ονομασία Λειμώνιο το Κολπωτό, είναι αγριολούλουδο της ελληνικής υπαίθρου. Στεφάνια από ελίχρυσο πρόσφεραν οι αρχαίοι Έλληνες στους αθάνατους θεούς. Ο Θεόφραστος το ονόμασε “χρυσάνθεμον” και ελίχρυσο και το εκτιμούσε ιδιαίτερα για την καταπραϋντική επίδραση που είχε στο θυμικό του ανθρώπου. Το φυτό αναφέρεται ακόμα στον Θεόκριτο που θαυμάζει το χρυσοκίτρινο χρώμα του, στον Διοσκουρίδη και τον Πλίνιο που το θεωρούν από τα καλύτερα αφιερώματα στα αγάλματα των θεών. Ο πρώτος βοτανικός κήπος με καθαρά επιστημονικό, ερευνητικό και μορφωτικό χαρακτήρα, ήταν εκείνος που ιδρύθηκε από τον Αριστοτέλη το 350 π.χ. κοντά στον Ηριδανό, παραπόταμο του Ιλισού. Είχε εμπλουτιστεί και με Ελίχρυσο και πολλά σπάνια φυτά που έστελνε ο Μέγας Αλέξανδρος στο δάσκαλο του από τις ασιατικές χώρες τις οποίες κατακτούσε. Επιμελητής του κήπου ήταν ο Θεόφραστος, μαθητής και φίλος του Αριστοτέλη, ο οποίος θεωρείται σήμερα ως ο θεμελιωτής της Βοτανικής Επιστήμης. Η προέλευση της ονομασίας του πιθανόν πηγάζει από τις ελληνικές λέξεις ελίσσω -χρυσός ή ήλιος χρυσός. Είναι γνωστό και ως Αμάραντος, ή Μάης, Σεμπρεβίβα (από το ιταλικό «sempre» και το «vivere», που σημαίνει ζωντανό για πάντα…).  Στην αρχαιότητα αλλά και στη μυθολογία οι αναφορές είναι πολλές. Συμβολίζει την αιώνια αγάπη και εμείς θα σταθούμε στη σύνδεσή του με το μύθο του Πάρη και της ωραίας Ελένης. Σε μία στάση τους στα Κύθηρα, στο ταξίδι τους προς την Τροία, η ωραία Ελένη ζήλεψε τη θεά Αφροδίτη και ο Πάρης θέλοντας να την καθησυχάσει της είπε, δείχνοντας το κίτρινο άνθος: «Βλέπεις αυτό το λουλούδι Τα μαλλιά σου έχουν το χρυσαφί του χρώμα, το σώμα σου μοιάζει με τον μίσχο του και το δέρμα σου είναι απαλό σαν τα πέταλά του. Η ομορφιά σου θα διατηρηθεί έτσι για πάντα». Και το λουλούδι ονομάστηκε σεμπρεβίβα (Ιταλικά : ζωή για πάντα). Το αποκαλούν επίσης φυτό της αιώνιας νεότητας χάρη στις ιδιότητές του. Λένε πως συμβάλλει στην αναγέννηση των ιστών και βοηθά στο σχηματισμό ουλώδους ιστού. Εχει άριστες επουλωτικές ιδιότητες, επαναφέρει το δέρμα σε πιο υγιή κατάσταση και καθυστερεί τη γήρανση χάρη στην ισχυρότατη κυταρρο-αναπλαστική του δράση. Στη λαϊκή ιατρική το αιθέριο έλαιο φαίνεται να εμφανίζει σπασμολυτικές, αναλγητικές, αντιμικροβιακές, αντισηπτικές, χολαγωγές, διουρητικές και αντικαταθλιπτικές ιδιότητες, μεταξύ άλλων. Το λάδι του ελίχρυσου αποτελεί εξαιρετικό λάδι για μασάζ και εντριβές, ειδικά για πόνους μυών και έντονη σωματική καταπόνηση.
Ο Δίκταμος είναι το πιο φημισμένο από τα κρητικά ενδημικά φυτά. O Δίκταμος, λέγεται επίσης, έρωντας, σταθάρι, σταμνόχορτο, σταματόχορτο, στομαχόχορτο. Φυτρώνει σε ορεινές και απότομες ασβεστολιθικές εκτάσεις. Σε απότομες πλαγιές φαραγγιών και χαράδρων αλλά και σε απόκρημνους παραλιακούς βράχους. Το φυτό είναι τριχωτό και έχει μια βελούδινη υφή. Τα φύλλα είναι πρασινόλευκα, τα λουλούδια του ροζ, και το άρωμα του θεσπέσιο. Είναι σπάνιο, διότι ο τόπος που το παράγει είναι μικρός και οι κατσίκες το βόσκουν επειδή τους αρέσει. Ο Δίκταμος ήταν γνωστός από την αρχαιότητα και οι αρχαίοι γιατροί του απέδιδαν πολλές θεραπευτικές ιδιότητες. Kατά την αρχαιότητα το άγαλμα της θεάς Aρτέμιδος, η οποία εκτός των άλλων ήταν και προστάτης των επιλόχων γυναικών, έφερε στο κεφάλι της στεφάνι από δίκταμο. Eπίσης, κατά την αρχαιότητα θεωρούσαν το δίκταμο ικανό να απορρίπτει τα σιδερένια τόξα από τα πληγωμένα σώματα. Σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς αυτό έγινε γνωστό από τα αγριοκάτσικα της Kρήτης τους Kρητικούς Aίγαγρους τα οποία όταν πληγώνονταν και έμενε το βέλος στο σώμα τους, έτρωγαν δίκταμο και αυτό έπεφτε αμέσως. Το πιο γνωστό είδος είναι το Ορίγανον ο δίκταμος (Οriganum dictamnus) ή δίκταμο της Κρήτης, με τα γκριζοπράσινα, χνουδωτά φύλλα, το οποίο παραδοσιακά βράζουν και πίνουν ως τσάι. Εκτός από εξαιρετικό αφέψημα, το δίκταμο έχει και θεραπευτικές ιδιότητες. Ο δίκταμος είναι φυτό τονωτικό και διεγερτικό του πεπτικού συστήματος, επουλωτικό, καταπραϋντικό των πόνων του στομαχιού και των εντέρων. Καταπραΰνει τον πονοκέφαλο και τον πονόδοντο. Ευεργετικό σε περιπτώσεις νευρικών διαταραχών, πυρετούς. Το δίκταμο έχει αντισηπτική δράση, τονωτική και αντισπασμωδική. Χρησιμοποιείται για την επούλωση των τραυμάτων, ως καταπραϋντικό του πεπτικού συστήματος, καθώς και κατά της γρίπης και του κρυολογήματος. Δρα σπασμολυτικά και συμβάλει στην πρόληψη και στην αντιμετώπιση των κυκλοφορικών και καρδιολογικών προβλημάτων, ανακουφίζει από πονοκεφάλους, και στομαχικές διαταραχές, πονόδοντους και αποστήματα. Ενεργεί επίσης, ως αφροδισιακό(στην Κρήτη το αναφέρουν και ως «έρωντα»). Το φυτό του δικτάμου από την αρχαιότητα έβρισκε πολλές χρήσεις σε αρκετά προβλήματα υγείας. Στις μέρες μας, στις ήδη γνωστές θεραπευτικές ιδιότητές του προστέθηκαν και ορισμένες ακόμα. Ο δίκταμος εμφανίζει επουλωτικές και στυπτικές ιδιότητες και για το λόγο αυτό θεωρείται φάρμακο για το στομάχι. Είναι ευστόμαχο και πολύ χωνευτικό. Σε πονοκεφάλους και πονόδοντους, κάνει καλό όταν μασάει κανείς για πολλή ώρα φύλλα δικτάμου. Καταπολεμά την κακοσμία του στόματος και βοηθάει στην αντιμετώπιση ουλίτιδας. Συνιστάται σε νευρικές διαταραχές, νευρικούς πονοκεφάλους και άλλα νοσήματα του νευρικού συστήματος, εξαιτίας των καταπραϋντικών ιδιοτήτων που εμφανίζει. Για τις αντισηπτικές του ιδιότητες χρησιμοποιείται σε πυρετούς, γρίπη και κρυολογήματα. Τέλος, χρησιμοποιείται ως αιμοστατικό σε μώλωπες.
Πηγή : https://www.newsbeast.gr/weekend/arthro/2890605/to-mistiriodes-votano-ton-archeon-ellinon-pou-kostize-to-varos-tou-se-asimi
http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2012/11/blog-post_9138.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Βότανο
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Διοσκουρίδης_ο_Πεδάνιος
http://www.vermionherbs.com/votana-herbs/achillia-achillea
https://enallaktikidrasi.com/2016/03/apsiuia-idiothtes-syntages/
https://www.life-events.gr/ygeia-epistimi/mitera-gi/elixrysos-giati-to-apokaloyn-fyto-tis-aionias-neotitas/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αμάραντος_(φυτό)
http://www.arolithos.com/blog/δίκταμο-ή-έρωντας-το-πολύτιμο-βότανο-τ/


Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

Demenna (Lacedaimona): The Byzantine descendants of Spartans in medieval Sicily

The Emirate of Sicily was an emirate on the island of Sicily which existed from 831 to 1091. Its capital was Palermo. Muslim Moors, who first invaded in 652, seized control of the entire island from the Byzantine Empire in a prolonged series of conflicts from 827 to 902. An Arab-Byzantine culture developed, producing a multiconfessional and multilingual state. The Emirate was conquered by Christian Norman mercenaries under Roger I of Sicily, who founded the County of Sicily in 1071. The last Muslim city in the island, Noto, was conquered in 1091. In 826 Euphemius, the commander of the Byzantine fleet of Sicily, forced a nun to marry him. Emperor Michael II caught wind of the matter and ordered that General Constantine end the marriage and cut off Euphemius' nose. Euphemius rose up, killed Constantine and then occupied Syracuse; he in turn was defeated and driven out to North Africa. He offered rule of Sicily over to Ziyadat Allah the Aghlabid Emir of Tunisia in return for a place as a general and safety; a Muslim army was sent. The latter agreed to conquer Sicily, promising to give it to Euphemius in exchange for a yearly tribute, and entrusted its conquest to the 70-year-old qadi Asad ibn al-Furat. The Muslim force counted 10,000 infantry, 700 cavalry and 100 ships, reinforced by Euphemius' ships and, after the landing at Mazara del Vallo. A first battle against the loyal Byzantine troops occurred on July 15, 827, near Mazara, resulting in an Aghlabid victory. The conquest was a see-saw affair; with considerable resistance and many internal struggles, it took over a century for Byzantine Sicily to be conquered. Syracuse held out for a long time but fell in 878, Taormina fell in 902, and the last Byzantine outpost was taken in 965. Throughout this reign, continued revolts by Byzantine Sicilians occurred, especially in the east, and part of the lands were even re-occupied before being quashed. The local population conquered by the Muslims were Greek speaking Orthodox Christians mainly in the eastern half of the island. The conquered population could avoid subservient status by converting to Islam. Whether by honest religious conviction or compulsion large numbers of native Sicilians converted to Islam. However, even after 100 years of Islamic rule, numerous Greek speaking Christian communities prospered, especially in north-eastern Sicily, as dhimmis. Throughout the Islamic epoch of Sicilian history, a significant Greek-speaking population remained on the island and continued to use the Greek language.
In 1038, Byzantine forces began a reconquest of Sicily under the Greek general George Maniakes. This invasion relied on a number of Norse mercenaries, the Varangians, including the future king of Norway Harald Hardrada, as well as on several contingents of Normans. Although Maniakes' death in a Byzantine civil war in 1043 cut the invasion short, the Normans followed up on the advances made by the Byzantines and completed the conquest of the island from the Saracens. Norman Robert Guiscard, son of Tancred, invaded Sicily in 1060 after taking Apulia and Calabria, Roger I occupied Messina with an army of 700 knights. The Zirids of North Africa sent a support force, led by Ali and Ayyub ibn Tamin. However, Sicilians and Africans were defeated in 1063, in the Battle of Cerami. The sizeable Christian population rose up against the ruling Muslims. The island was split politically between three Arab emirs, and the sizable Byzantine Christian population rebelled against the ruling Muslims. In 1068, Roger de Hauteville and his men defeated again the Muslims forces commanded by Ayu ibn Tamim in Misilmeri. The Africans left Sicily in disarray after the defeat and Catania fell to the Normans in 1071, followed, after one year of siege, by Palermo in 1072. Trapani capitulated the same year. The loss of the main port cities dealt a severe blow to Muslim power on the island. In 1091, Butera and Noto in the southern tip of Sicily and the island of Malta, the last Arab strongholds, fell to the Christians with ease. After the conquest of Sicily, the Normans removed the local emir, Yusuf Ibn Abdallah from power, but did so by respecting Arab customs. "The transformation of Sicily into a Christian island", remarks Abulafia, "was also, paradoxically, the work of those whose culture was under threat". Despite the presence of an Arab-speaking Christian population, it was Greek churchmen who attracted Muslim peasants to receive baptism and even adopt Greek Christian names; in several instances, Christian serfs with Greek names listed in the Monreale registers had living Muslim parents. Under Norman rule, Palermo confirmed its role as one of the great capitals of Europe and the Mediterranean. Numerous Classical Greek works, long lost to the Latin speaking West, were translated from Byzantine Greek manuscripts found in Sicily directly into Latin. For the following two hundred years, Sicily under Norman rule became a model which was widely admired throughout Europe. At the end of the 12th century, the population of Norman Sicily is estimated to have been up to one-third Byzantine Greek speaking, with the remainder speaking Latin dialects brought from mainland Italy, Norman and Sicilian Arabic. During a raid on the Byzantine Empire, Roger II's admiral George of Antioch had transported the silk weavers from Thebes, Greece, where they had formed a part of the, until then, closely guarded monopoly that was the Byzantine silk industry. The Santa Maria dell'Ammiraglio built in 1143 by Roger II's "emir of emirs" George of Antioch was originally consecrated as a Greek Orthodox church, according to its Greek-Arab bilingual foundation charter, and was built in the Byzantine Greek cross style with some Arab influences. Arabic and Greek art and science continued to be influential in Sicily during the two centuries following the Norman conquest.
The Nebrodi is a mountain range that runs along the north east of Sicily. Together with the Madonie and the Peloritani, they form the Sicilian Apennines. The mountains run from the Peloritani on the eastern part of the island to the foothill of the Madonie mountains to the west, facing the Tyrrhenian Sea on the north. Mount Etna, from which it is separated by the rivers Alcantara and Simeto, forms the range's southern border. Several of the peaks are above 1500 meters with the highest being the Monte Soro (1,847 m) and the Serra del Re (1,754 m). The mountain range mostly made up of sandstone and clay rocks, but include also limestone landscapes. Towns that are situated in the mountains include Troina, Nicosia, Mistretta, and a number of other towns in the province of Messina. Much of the mountains are covered by thick forests of cork trees on the lowest slopes giving way to oak and then beech at the higher elevations. Yew trees occur in the beech forests. In many areas the upland forest has been cleared to make mountain pastures.
The Chronicle of Monemvasia is a medieval text of which four versions, all written in medieval Greek, are extant. The Chronicle, specifically the version from the Iberikon monastery, narrates the events that depict the Avaro-Slavic invasion of Greece, covering a period from 587 to 805 AD. As a result, many Greeks retreated to other areas: the inhabitants of Patras fled to Rhegium in Calabria, the Argives fled to the island of Orobe, the Corinthians fled to Aegina, and the Laconians fled to Sicily. The city of Monemvasia, specifically, was built at the time on the coast in an inaccessible region of the Peloponnese by groups that would later be known collectively as Tzakones.... A Byzantine military member of the Skleroi family, general Leon Skliros, helped make way for the native Greeks to reclaim their lands. Upon hearing these events, Emperor Nikephoros I (r. 802–811) contributed towards revitalizing the cities, rebuilding the churches, and Christianizing the barbarians. The barbarians that resisted they were slaughtered and enslaved. The land populated from Greek refugees.
Demenna or Dèmena is an ancient city, or perhaps a territorial whole, of central Sicily founded by the Byzantines. The name should derive from the Greek word Lacedemonion (inhabitants of Sparta) who had to leave the Peloponnese in the 7th century. The so-called "Chronicle of Monemvasia" gives ample information.
Because of its location it was an important city in the Byzantine era and later gave its name to Val Demone, one of the three administrative districts in which Sicily was divided from the Arab invasion to the Bourbon period. It was conquered by the Saracens around the year 885 and lost its importance. It was reduced to a core of a few houses with few inhabitants when in 920 San Luca di Demenna was born there. In the twelfth century, during the Norman domination it ceased to exist as an independent village. The survivors probably went to swell Turiano (the current Alcara li Fusi), which thus became a fairly important city for the merger of the territories and populations of three civic group. Some scholars identify Demenna with a center that was located north-east of Alcara Li Fusi, about three kilometers away, in the district that is still called Dèmina or Lémina, falling in the northern part of the former fiefdom San Giorgio. But a careful campaign of archaeological excavations corroborates and confirms the hypothesis according to which the ancient center corresponds to San Marco d'Alunzio. Certainly the Rocche del Crasto, located nearby, represented the main kastron of Demenna's chora. Demenna is the current San Marco d'Alunzio confirms the Arab geographer 'Al-Sharif' al-Idrisi in his 'Al kitab' al Rudjari, where he refers to the convent of San Filippo di Demenna, kanisat Sant Marku (The church of San Marco). Not far from Demenna stood the Basilian monastery of San Barbaro di Demenna, with an adjoining church. The monastery of San Barbaro di Demenna stood in the territory of Alcara li Fusi then Turiano, and precisely in the fiefdom San Giorgio, contrada Pascì. This Monastery of which the precise year of foundation is unknown, must have been most probably built towards the end of the eighth century or the beginning of the ninth century, since it appears pre-existent to the Arab invasion. During the Saracen domination, the cenobio, already very flourishing, was reduced to a few monks and, even if forced to a gracious and difficult life, managed to overcome among many difficulties the difficulty of those calamitous times and to survive. After the Norman occupation, the monastery was reduced in very pitiful conditions and Count Roger in 1097 placed it under the abbey of San Filippo di Demenna, whose abbot Gregorio took care of the restoration works and in a few years it caused it to flourish again. In 1323 the monastery was ceded to a powerful lord, a certain Giovanni di Forlì, for two bodies, that is, about five quintals and a half, of wheat per year. So after more than 5 centuries of life, the old Basilian monastery of San Barbarian of Demenna.
The Val Dèmone sometimes referred to as Valdemone, Val di Demona or Val Demona was one of the valleys (or real domains beyond the Faro) in which Sicily was subdivided from the Muslim domination to the Bourbon period. The positions on the origin of Dimnsac-Deminæ were therefore different. According to the scholar and orientalist Michele Amari they would have to be searched in the Greek language, in particular he supposed that it could derive from the name with which the inhabitants of that territory were indicated, during the Arab conquest, that is "persisting" or "permanent" (perhaps in the faith or in the Empire), as it would derive from the present participle of the verb διαμένω (perpetual, lasting) of the Byzantine Greek, ie tondemenon, term that gave name to the vall and at the same time to a fortress later become city later called Demona or Demenna. Significant is the fact that a throat near Rometta, capital of Sikelia thema not yet dissolved, is called in a document of 963 "Dimnasc" (which pronounced would be dimnaʃ). Other hypotheses bring the etymology to the woodedness of the Nebrodi mountains, for which the territory would have been called Vallis Nemorum, or land of the woods; or they base the bases on a legend that would indicate Etna as inhabited by demons and would like the volcano as a point of access to the underworld, from which the territory would have been called Vallis Dæmonorum and finally there were those who put forward a presumed from Lacedemoni, the inhabitants of Sparta. Val Demone was the last part of the island to be conquered by the Arabs in the 10th century. Christian refugees from other parts of Sicily congregated there, and the region remained in contact with the Byzantine provinces in southern Italy. It was the base for the Byzantine attempt to reconquer Sicily under George Maniakes in the early 11th century. Consequently it was the least Arabicized and Islamicized part of Sicily, and was still mostly Greek-speaking at the time of the Norman conquest in the 11th century.
San Marco d'Alunzio is an Italian town of 1.996 inhabitants of the metropolitan city of Messina in Sicily. It is part of the circuit of the most beautiful villages in Italy. It is a municipality of the Nebrodi Park. Its foundation dates back to the 4th century BC and during the period of Greek domination it was a flourishing center called Alontion (Αλοντιον) and it fought its own currency. During the Punic Wars it was conquered by the Romans, who proclaimed it autonomous municipium, renaming it Aluntium and, in this period, the town experienced an artistic and economic development of which there is still evidence in archaeological monuments and in a vast epigraphic literature. It will also be cited by Pliny and Cicero himself in the famous trial against Verre, which seized the treasures of many Sicilian cities. With the fall of the Western Roman Empire (in the VI century AD), in a period of full decadence, a community of Byzantine refugees from Sparta came to Aluntium, who called it Demenna, and then by the Arabs who surrounded the town of walls and they made it the political administrative center of a vast area of ​​Sicily called Val Demone. According to the historian Ali Ibn al-Athir, the Islamists attempted a first siege in 901, succeeding the following year in putting the inhabitants to flight. But the Byzantines succeeded in resuming it by forcing the Muslims in 910 to new battles until the final submission. The Normans, defeated the Arabs, made it their center of government and called it San Marco in honor of the evangelist and in memory of the first city conquered in Calabria. From the eleventh century it was the domain of Robert the Guiscard of the Altavilla, who chose it as a starting point and as a military garrison for the conquest of Sicily. In this period the monastery of the Benedictine nuns was built with the adjoining church of the Santissimo Salvatore. In 1061 Roberto il Guiscardo founded the first Norman castle of Sicily, dedicating it to San Marco, thus erasing the memory of Demenna, in order to eradicate the memory of the Arab era. In 1150 the geographer ibn Idris describes it as: "thriving locality, with a flourishing silk production and with an arsenal on the coast for the construction of canals with the woods taken from the rich forests of the hinterland."
Troina (Traina) is a town and comune (municipality) in the province of Enna, Sicily, southern Italy. It is located in the Nebrodi Park. Excavations have proved that the area of Troina was settled as early as the 7th millennium BC (a farm dating from that period, and a later necropolis). Of the Greek town (most likely known as Engyon) parts of the 4th-century-BC walls remain, while from the Roman age are baths. After the fall of the Western Roman Empire it was a Byzantine stronghold and during the Islamic period the religious and moral capital of the Greek and Christian orthodox part of Sicily; Roger I of Sicily had in its castle (which he captured in 1061) also a start base of his conquest of the island. Nicosia (Nicusìa, Lefkosia) is a village and comune of the province of Enna in Sicily, southern Italy. Nicosia, along with Troina are the northernmost towns in the province of Enna. The vicinity traditionally contained are salt mines and arable lands. The origin of Nicosia is uncertain. Engio, Erbita and Imachara are the three cities of antiquity with which historians have attempted to identify Nicosia with, but there is no evidence that the mentioned towns are in fact Nicosia. The present name of the town suggests Greek origins: it is believed to get its name from Saint Nicholas (Νίκου Οίκος). Another theory suggests it is a derivative of the Greek saying "City of Victory" (Νίκης Οίκος). The town is believed to stand on the site of the ancient Engynum. The modern town was founded by Byzantine colonists in the 7th century. It expanded under the Arab domination and later under that of the Normans, who settled numerous immigrants from Lombardy and Piedmont, called "Lombards", giving rise to the Gallo-Italic dialect still spoken in the town and surrounds. King William II made Nicosia a royal city. It played an important strategic role, favoured by its position halfway between Palermo and Messina. It often gave hospitality to important figures, including Emperor Charles V.
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Chronicle_of_Monemvasia
https://it.m.wikipedia.org/wiki/Monastero_di_San_Barbaro_di_Demenna
https://it.m.wikipedia.org/wiki/San_Marco_d%27Alunzio
https://it.m.wikipedia.org/wiki/Alcara_li_Fusi
https://it.m.wikipedia.org/wiki/Demenna
https://it.m.wikipedia.org/wiki/Val_Demone
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Val_Demone
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Troina
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Nebrodi
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Nicosia,_Sicily
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Norman-Arab-Byzantine_culture
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Emirate_of_Sicily
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Sicilian_language
https://en.m.wikipedia.org/wiki/History_of_Sicily



Μανουήλ Παλαιολόγος : Ο ιδεολόγος Βυζαντινός αυτοκράτορας και η οπτική του για τον μουσουλμανικό κόσμο

Υιός του Ιωάννη Ε΄ (1341-1391) και της Ελένης Καντακουζηνού, ο Μανουήλ Β΄, όγδοος αυτοκράτορας της δυναστείας των Παλαιολόγων και προ προτελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας, γεννήθηκε, σε μία ταραχώδη εποχή εισβολών, στις 27 Ιουνίου του 1350. Έχοντας πλήρη συνείδηση της δυσοίωνης αυτής εποχής, κατά την οποία του έτυχε να μεγαλώσει και αργότερα να εξασκήσει την εξουσία, ο Μανουήλ με λύπη γράφει σε ένα από τα έργα του: «Βγαίνοντας μόλις από την παιδική ηλικία και λίγο πριν αγγίξω την ενηλικίωση, βρέθηκα εν μέσω μιας ζωής γεμάτης κακών και αναταραχών, που ωστόσο επέτρεπε να προβλέψουμε πως το μέλλον θα μας έκανε να θεωρήσουμε το παρελθόν ως μία εποχή απόλυτης ηρεμίας». Πιστός στον πατέρα του, παρόλο που δεν είχε το προνόμιο του πρωτογέννητου, ο Μανουήλ συμμετείχε στην άσκηση της εξουσίας από την παιδική ακόμη ηλικία. Ήδη από την ηλικία των πέντε ετών κατείχε τον τίτλο του δεσπότη. Ανάμεσα στις αναρίθμητες υπηρεσίες που πρόσφερε από την εφηβεία του στον αυτοκράτορα, μπορεί να υπολογιστεί και εκείνη η περίπτωση κατά την οποία, ενώ ο Ιωάννης είχε ταξιδέψει στη Βενετία στην προσπάθειά του να ζητήσει βοήθεια έτσι ώστε να αντιμετωπίσει την απειλή εισβολής του Αμουράτη (σουλτάνου Μουράτ), βρέθηκε φυλακισμένος λόγω αφερεγγυότητας. Ενώ ο Ανδρόνικος δίστασε να προσφέρει βοήθεια από την Κωνσταντινούπολη στον πατέρα του βλέποντας στη φυλάκισή του μία ευνοϊκή περίσταση για τον ίδιο ώστε να καταλάβει τον θρόνο, ο Μανουήλ πήγε αμέσως στην Ιταλία πληρώνοντας τα λύτρα και ελευθερώνοντας με τον τρόπο αυτό τον πατέρα του. Για το κατόρθωμα αυτό του απονεμήθηκε ο τίτλος του Δεσπότη της Θεσσαλονίκης, κατά τη διάρκεια του έτους 1369, καθώς και ο τίτλος του συναυτοκράτορα, ξεπερνώντας έτσι στην ιεραρχία τον μεγαλύτερο αδερφό του Ανδρόνικο, δύο χρόνια αργότερα. Στη νεαρή ηλικία των εικοσιτριών ετών, ως αναγνώριση του ταλέντου και της πίστης του, ο πατέρας του τον ονόμασε διάδοχο αυτοκράτορά του στις 25 Σεπτεμβρίου του 1373. Ωστόσο η ανάληψη της εξουσίας δεν ήταν απλή διαδικασία. Τόσο οι εσωτερικές διαμάχες για την βυζαντινή εξουσία όσο και η ενδυνάμωση της εξωτερικής πολιτικής της τουρκικής αυτοκρατορίας καθυστέρησαν την πραγματική ανάβασή του στον θρόνο. Ο ίδιος ο Μανουήλ αναγκάστηκε να παραμείνει στην αυλή του σουλτάνου και να του προσφέρει στρατιωτικές υπηρεσίες με απώτερο σκοπό την απελευθέρωση του πατέρα του και του αδερφού του. Ένα από τα πιο θλιβερά επεισόδια στη ζωή του Μανουήλ ήταν  η στρατιωτική συμμετοχή του στην τουρκική εισβολή στη Φιλαδέλφεια, η τελευταία βυζαντινή πόλη στην Μικρά Ασία. Έπειτα από την φυγή του από την αυλή του Βαγιαζήτ στην οποία παρέμενε ως υποτελής στον σουλτάνο, ο Μανουήλ ανέλαβε τελειωτικά την εξουσία το 1391. Η είδηση του θανάτου του πατέρα του τον παρακίνησε να επιστρέφει εσπευσμένα στην Κωνσταντινούπολη λαμβάνοντας στα χέρια του, τον ίδιο χρόνο μετά τον θάνατο του Ιωάννη, μία Αυτοκρατορία γεωγραφικά συρρικνωμένη και πολιτικά εξαρτημένη από τις αποφάσεις της ισχυρής εκείνη την εποχή Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, η επίσημη στέψη από τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης με όλη την πολιτικο- θρησκευτική τελετουργία σύμφωνα με το βυζαντινό τελετουργικό, τελέστηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 13928, ημέρα κατά την οποία συνήψε γάμο με την πριγκίπισσα της Σερβίας Helena Dragas.
Ο Πάπας Βενέδικτος μίλησε για μια συζήτηση, διάλογο, που έγινε ίσως το 1391 στους χειμερινούς στρατώνες κοντά στην Άγκυρα από τον πολυμαθή και θεολόγο βυζαντινό αυτοκράτορα Μανουήλ Β' Παλαιολόγο, σχετικά με το θέμα του Ισλάμ, την απειλή που είχε αυτό, με τη μορφή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και του διογκούμενου βίαιου επεκτατισμού της. Έχει καταγραφεί ότι ο αυτοκράτορας Μανουήλ, στον οποίον αναφέρθηκε ο Βενέδικτος, είχε μια συζήτηση με έναν Πέρση λόγιο, η οποία είχε θέμα τα πιστεύω του Ισλάμ και του Χριστιανισμού και ανέφερε: «Δείξε μου τι νέο έφερε ο Μωάμεθ και εκεί θα βρεις μόνον πράγματα διαβολικά και απάνθρωπα, όπως η διαταγή του να διαδοθεί η πίστη που κήρυττε με το σπαθί». «Ο αυτοκράτορας, αφού εκφράστηκε τόσο απότομα, προσπάθησε να εξηγήσει λεπτομερώς τους λόγους που η διάδοση της πίστεως διά της βίας είναι κάτι παράλογο. Η βία είναι ασύμβατη με τη φύση του Θεού και τη φύση της ψυχής». «Ο Θεός ... δεν είναι ευχαριστημένος από το αίμα - και το να ενεργείς όχι εύλογα (συν λόγω) είναι αντίθετο προς τη φύση του Θεού. Η πίστη γεννιέται από την ψυχή, όχι από το σώμα. Όποιος θα οδηγήσει κάποιον στην πίστη χρειάζεται την ικανότητα να μιλήσει καλά και να συζητήσει  σωστά, χωρίς βία και απειλές ... Για να πείσουμε μια λογική ψυχή, δεν χρειάζεται ένα δυνατό χέρι ή όπλα οποιουδήποτε είδους, ή οποιαδήποτε άλλα μέσα με τα οποία θα απειλούμε ένα άτομο με θάνατο ...»
Ήδη αιώνες πρίν, ο σκληρός στρατιωτικός και πολιτικός ανταγωνισμός Βυζαντινών και Αράβων, κυρίως κατά την κορύφωσή του (9ος-10ς αι.), έβρισκε την ιδεολογική του έκφραση στα κείμενα των εκπροσώπων της εξουσίας και των δύο πλευρών. Είναι χαρακτηριστικές, για παράδειγμα, δύο σχετικές αναφορές, προερχόμενες αντίστοιχα από μία αραβική και μία βυζαντινή πηγή. Στο αίτημα του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Β΄ προς τον χαλίφη των Φατιμιδών al-Mu’iiz για σύναψη αιώνιας ειρήνης (957-958), εκείνος, σύμφωνα με τον άραβα ιστορικό Al-Nu’man (al-majalis wa l-musayarat), απάντησε μέσω του βυζαντινού πρεσβευτή ως εξής: η θρησκεία και ο ισλαμικός νόμος απαγορεύουν τη σύναψη αιώνιας ειρήνης διότι ο Αλλάχ έστειλε τον προφήτη του Μωάμεθ και εγκαθίδρυσε το θεσμό των Ιμάμηδων προκειμένου να καλέσουν τον κόσμο ν’ ασπασθεί τη θρησκεία του και να διεξάγουν, για το σκοπό αυτό, ιερό πόλεμο εναντίον των απίστων. Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός ήταν άριστος γνώστης του Ισλάμ. Με ανη­συχία έβλεπε εκτός της πολιτικής και στρατιω­τικής επεκτάσεως και την εξάπλωση των ιδεών του, όπως αυτό εμφανώς έχει διαπιστωθεί και από τις πηγές και από την έρευνα στην περίπτωση των εικονομάχων, που είχαν επηρεασθεί από τον ανεικονισμό και του Ιουδαϊσμού και του Μουσουλμανισμού. Περιλαμβάνει το Ισλάμ στα Περί αιρέσεων έργο του ως μία από τις τελευταίες αιρέσεις, που εμφανίσθηκαν μετά τον Ηράκλειο. Ο χαρακτηρισμός του Ισλάμ ως αιρέσεως οφείλεται ασφαλώς στα πολλά ιουδαϊκά και χριστιανικά στοιχεία πού έχει εν­σωματώσει. Ονομάζεται πάντως θρη­σκεία από τον άγιο Ιωάννη στην αρχή του σχετικού κεφαλαίου, όπου με αυ­στηρή γλώσσα την χαρακτηρίζει ως λαο­πλάνο και πρόδρομο του Αντίχριστου. «Έστι δε και η μέχρι του νυν κρατούσα λαοπλάνος θρησκεία των Ισμαηλιτών πρόδρομος ούσα του Αντίχριστου». Δεν παρα­λείπει να αναφερθεί και στην παχυλή εσχατολογία του Ισλάμ. Ονομάζει «κτη­νώδεις» τις αντιλήψεις των και τους προειδοποιεί ότι αντί των υλικών αγα­θών και απολαύσεων τους περιμένει η αιώνια κόλαση· «Εκείσε δε σκότος εστί το εξώτερον και κόλασις ατελεύτητος· πυρ ηχούν, σκώληξ ακοίμητος και ταρτάριοι δαίμονες. Αυτές οι παραπάνω ήταν οι απόψεις Ορθοδόξων χριστιανών και μουσουλμάνων τον μεσαίωνα.
Ο Μανουήλ Παλαιολόγος ήταν κατά της ένωσης των εκκλησιών, μένοντας πιστός στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά και γιατί γνώριζε πολύ καλά ότι οι υπήκοοί του δεν επρόκειτο ποτέ να αποδεχτούν την ένωση. Στον ταξίδι του στη Δύση, για αναζήτηση βοήθειας, επιδίωξε επαφές με κοσμικούς ηγέτες, για να αποφύγει τις εκκλησιαστικές πιέσεις. Το πέρασμα του Μανουήλ από τις διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, έχει καταγραφεί από τους Δυτικούς χρονογράφους της εποχής, τους οποίους εντυπωσίασε η ευγενής μορφή, η βαθιά λόγια μόρφωση και οι αυτοκρατορικοί τρόποι του Μανουήλ. Κοιτάξτε τι εντύπωση έκανε σε έναν Ευρωπαίο (τον Αδάμ του Ασκ) η αντιπροσωπεία των Βυζαντινών: …αυτός ο αυτοκράτορας περπατούσε πάντα συνοδεία των αντρών του, που ήταν ντυμένοι ομοιόμορφα με άσπρους μακρείς μανδύες, που έμοιαζαν με χιτώνες ιπποτών (…) Ξυράφι δεν είχε αγγίξει το κεφάλι ή τα γένια των κληρικών. Οι Έλληνες αυτοί, τελούσαν με ευλάβεια τη Θεία Λειτουργία, στην οποία συμμετείχαν τόσο στρατιώτες όσο και ιερείς που έψαλλαν όλοι μαζί στη μητρική τους γλώσσα, τα ελληνικά. Κι αναλογίστηκα, τι θλιβερό θέαμα είναι, αυτός ο μέγας Χριστιανός πρίγκιπας από τη μακρινή Ανατολή να αναγκάζεται να ταξιδεύει στη Δύση, ζητώντας βοήθεια ενάντια στους άπιστους που τον απειλούν....
Το πέρασμα του Μανουήλ από τις διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, έχει καταγραφεί από τους Δυτικούς χρονογράφους της εποχής, τους οποίους εντυπωσίασε η ευγενής μορφή, η βαθιά λόγια μόρφωση και οι αυτοκρατορικοί τρόποι του Μανουήλ, ο οποίος «αλλάζοντας άλογα, δεν καταδεχόταν να πατήσει στο χώμα». Ήταν στα μάτια τους ο Αυτοκράτορας της Ανατολής, ο οποίος αγωνιζόταν «ως στρατιώτης του Χριστού στις επάλξεις των μαχών κατά των απίστων βαρβάρων» (J.J.Norwich). Οι διπλωματικές προσπάθειες του Μανουήλ βρήκαν ανταπόκριση σε λόγια και κάποιες οικονομικές ενισχύσεις, από τη Βενετία, Γαλλία, Αγγλία, Αραγονία και Πορτογαλία. Οι άρχοντες της Δύσης δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν στην ανάληψη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικής πρωτοβουλίας, ίσως και Σταυροφορίας, που ήταν ο μόνος τρόπος να διασωθεί το Βυζάντιο από τους Τούρκους. Η περιοδεία είχε ήδη συμπληρώσει δύο χρόνια, όταν έφτασαν τα νέα της καταστροφής του Βαγιαζήτ από τον Ταμερλάνο στη μάχη της Άγκυρας και το μαρτυρικό θάνατο του Σουλτάνου το 1401. Μετά από αυτό, ο Μανουήλ επέστρεψε στη Βασιλεύουσα. Αμέσως, άρχισαν οι έριδες διαδοχής μεταξύ των τεσσάρων γιων του Βαγιαζήτ, που επέτρεψαν στο Βυζάντιο να σταθεί κάπως στα πόδια του. Ο Μανουήλ ακολούθησε στο σημείο αυτό ήπια πολιτική, παρακολουθώντας από μακριά τις εσωτερικές διαμάχες των Τούρκων, προκειμένου να ανασυνταχθεί, με μακροπρόθεσμο στόχο την οργάνωση μεγάλης ευρωπαϊκής εκστρατείας οριστικής εξάλειψης του Τουρκικού κινδύνου. Δεν ήταν δυνατόν όμως να μείνει εντελώς εκτός των εξελίξεων, και έτσι όταν δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, πρόσφερε υποστήριξη στο Μωάμεθ Α΄, ο οποίος ήταν ο πλέον συνεννοήσιμος από τους επίδοξους διαδόχους. Τα επόμενα χρόνια, ο Μανουήλ εξεστράτευσε στην Ελληνική χερσόνησο για να ενισχύσει τις εκεί κτήσεις της Θεσσαλονίκης και του Μυστρά. Δυστυχώς όμως, την ίδια περίοδο η Δύση βυθίστηκε στις δικές της διαμάχες, με βασικότερη αυτή του παπικού προβλήματος και των αντιπάλων παπών. Δεν ήταν δυνατό να αναμένει κανείς οποιαδήποτε βοήθεια υπό αυτές τις συνθήκες.
Δυστυχώς οι διπλωματικές προσπάθειές του δεν έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα και έτσι με τον θάνατο του Μανουήλ το 1425, η άλλοτε πανίσχυρη Βυζαντινή Αυτοκρατορία περιοριζόταν, πρακτικά και ουσιαστικά, γύρω από την πρωτεύουσά της. Ωστόσο, η συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού, της γλώσσας, της θρησκείας, των αρχαίων παραδόσεων κτλ., παρέμεινε ισχυρή, όπως πίστευε ο ίδιος ο Μανουήλ και όπως δείχνουν τα γραπτά του, γεγονός που φαίνεται στην αντίσταση που πρόβαλλε ο ελληνικός λαός ενάντια στην τουρκική κυριαρχία για 400 χρόνια. Συνεπώς, το 1453 μπορεί να έπεσε η ελληνική αυτοκρατορία, αλλά όχι ο ελληνισμός. Εκτός από την πολιτική του ιδιότητα ως δεσπότης, συναυτοκράτορας και βυζαντινός αυτοκράτορας, ο Μανουήλ “...καλλιεργημένος αυτοκράτορας και με ταλέντο στα γράμματα, μας είναι γνωστός για την ποιότητα των λογοτεχνικών συνθέσεών του, που κατά τη γνώμη του Krumbacher, τοποθετούνται ανάμεσα στις πλέον αξιόλογες των τελευταίωναιώνων του Βυζαντίου. Κατά τη διάρκεια της νιότης του και ενώ συμμετείχε στην αυτοκρατορική διακυβέρνηση, την εκπαίδευσή του ανέλαβε ο Δημήτριος Κυδώνης, ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές της εποχής, ο οποίος μαζί με άλλους όπως ο Φιλόθεος Κόκκινος, Δημήτριος Τρίκλινος, Γρηγόριος Παλαμάς, Νικηφόρος Γρηγοράς, Νικόλαος Καβάσιλας ή ακόμη ο Θωμάς ο Μάγιστρος, έδωσαν πνοή στο γόνιμο βυζαντινό πνευματικό κίνημα της παλαιολόγειας εποχής του 15ου αιώνα. Πιστός στη μόρφωσή του, ο Μανουήλ συνέθεσε κατά τη διάρκεια της ζωής του σημαντικά έργα, κυρίως ρητορικά και επιστολές, οι οποίες διατηρήθηκαν μέσω της χειρόγραφης παράδοσης. Εκτός από τον «Κάτοπτρον Ηγεμόνος» που μας απασχολεί, οι (Υποθήκαι βασιλικής αγωγής Υποθήκαι βασιλικής αγωγής, έργο απευθυνόμενο στον γιο του Ιωάννη, καθώς και τα ακόλουθα: Διάλογος με έναν Πέρση, θεωρούμενο ως ένα από τα βασικά έργα που εξετάζουν την βυζαντινή πολεμικής απέναντι στον τουρκικό κόσμο και αποδεικνύει την εκ του σύνεγγυς γνώση που είχε ο Μανουήλ Β’ σχετικά με το Ισλάμ, ένα ανέκδοτο έργο με τίτλο: Σχετικά με τις επτά οικουμενικές συνόδους, μία σειρά Ομιλιών, Λόγων και Κανόνων, ένας Πανηγυρικός  για την υγεία του πατέρα του, ένας εκτεταμένος Επιτάφιος  για τον αδερφό του Θεόδωρο, μία επιστολή σχετικά με την έννοια των ονείρων  τιτλοφορούμενη Περί ’ονειράτων, ένα ακόμη με τον τίτλο: Διάλογος γύρω από τον θεσμό του γάμου, ένα θεατρικό έργο με τίτλο Τι άρα  να είπε ο Ταμερλάνος προς τον ηττηθέντα Βαγιαζήτ, ένα σύνολο  Επιστολών που διατηρήθηκαν, οι οποίες μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε το προσωπικό του ενδιαφέρον για την πολιτική, εκκλησιαστική και πνευματική ζωή της εποχής του καθώς και ένα corpus Δοκιμών σχετικά με το καλό, την ρητορική τέχνη και την ελευθερία της βούλησης.
Ο Μανουήλ Β' Παλαιολόγος πέθανε στις 21 Ιουλίου 1425, αφού προηγουμένως είχε ασπασθεί τον μοναχισμό με το όνομα Ματθαίος. Από τον γάμο του με την Ελένη Δραγάση, κόρη του σέρβου πρίγκηπα Κωνσταντίνου Δραγάση, απέκτησε έξι αγόρια, δύο από τα οποία έγιναν αυτοκράτορες (Ιωάννης Η' και Κωνσταντίνος ΙΑ', ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου), ενώ απέκτησε και μία εξώγαμη κόρη, την Ισαβέλλα. Άφησε πίσω του πλούσιο συγγραφικό έργο, αποτελούμενο από επιστολές, ποιήματα, βίους Αγίων, θεολογικά και ρητορικά δοκίμια. Στις 21 Ιουλίου η εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του Οσίου Μανουήλ Β' Παλαιολόγου, αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Η Αγία Υπομονή, κατά κόσμον Ελένη Δραγάση, και αργότερα, ως σύζυγος του Μανουήλ Β' Παλαιολόγου, «Ελένη η εν Χριστώ τω Θεώ αυγούστα και αυτοκρατόρισσα των Ρωμαίων η Παλαιολογίνα», ήταν θυγατέρα του Κωνσταντίνου Δραγάση, ενός από τους πολλούς ηγεμόνες κληρονόμους του μεγάλου Σέρβου κράλη (=βασιλιά) Στεφάνου Δουσάν. Καταγόταν από βασιλική και ευλογημένη γενιά. Στους προγόνους της συγκαταλέγονται άνθρωποι που αγίασαν. Η Ελένη αγία Υπομονή απεδείχθη εξαιρετικός άνθρωπος που συγκέντρωνε πολλές και μεγάλες αρετές, και ψυχική δύναμη. Έδειξε ότι είχε απόλυτη συναίσθηση τόσο της θέσης της και των περιστάσεων, όσο και του ρόλου που αυτές της υπαγόρευαν, σε όλα τα επίπεδα. Στάθηκε αντάξια του φιλόσοφου και φιλόχριστου συζύγου της Μανουήλ. Στάθηκε άξια δίπλα του για 35 χρόνια, «συνευδοκόντας», σύμφωνα με σύγχρονή τους μαρτυρία, δηλ. όλα γινόντουσαν με συμφωνία, ομόνοια, συναπόφαση, εν πνεύματι Χριστού και αγωνιστική αγιότητα. Κατόρθωναν να τιμούν την αρετή με λόγια και έργα. «Λόγω μεν διδάσκοντας το πρακτέον, έργω δε γενόμενοι πρότυπα και εικόνες εφηρμοσμένης αγάπης». Ο Θεός ευδόκησε να μην ζήσει τις τελευταίες τραγικές στιγμές της Αυτοκρατορίας. Την κάλεσε κοντά Του στις 13 Μαρτίου 1450, έχοντας διανύσει 35 χρόνια ως Αυτοκρατόρισσα και 25 ως ταπεινή μοναχή. 
Πηγή : http://redskywarning.blogspot.com/2014/08/2006.html
http://protagorasnews.blogspot.com/2017/07/1349-1425.html
http://vizantinaistorika.blogspot.com/2015/06/1350-1425.html
https://proskynitis.blogspot.com/2013/06/blog-post_1.html
http://www.pontos-news.gr/article/13847/osios-manoyil-v-palaiologos-aytokrator-vyzantioy
https://www.impantokratoros.gr/agiaypomoni.el.aspx
https://www.timesnews.gr/μανουήλ-β-παλαιολόγος-με-την-πολυσχιδ/
https://argolikivivliothiki.gr/2015/12/22/war-and-diplomacy/
https://enromiosini.gr/arthrografia/ιωαννησ-δαμασκηνοσ-και-ισλαμ/

Οι υπερτροφές των Αρχαίων Ελλήνων : Ιπποφαές, Λύκιον, Ελιές, Σύκα

Πάνω στον πλανήτη, οι τροφές που είχαν ευεργετικές ιδιότητες στον οργανισμό του ανθρώπου, υπήρχαν από την αρχαιότητα. Οι διατροφικές ανάγκες ενός αθλητή για παράδειγμα, στην αρχαία Ελλάδα ήταν πολύ μεγάλες εξαιτίας του πολύ δύσκολου τρόπου ζωής και της συνεχούς προπόνησης. Πατέρες του ρητού "Νούς υγιής εν σώματι υγιεί" έτρωγαν κρεμμύδιακαι σκόρδα, πίτες φτιαγμένες με αλεύρι, κριθάρι και μία ενεργειακή μπάρα που ονομαζόταν "σήσαμις" κι ήταν φτιαγμένη από μέλι και σουσάμι κάτι σαν το σημερινό παστέλι. Με αυτό το τρόπο αποκτούσαν αντοχή και αποκατάσταση του οργανισμού μετά από προπονητικές και αγωνιστικές επιβαρύνσεις. Ο Τζον Γουίλκινς, ειδικευμένος στο αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, και επικεφαλής της έρευνας τονίζει: «Ο Γαληνός και άλλοι γιατροί πίστευαν ότι η γεύση είναι μέτρο της διατροφικής ισχύς και η κατανάλωση τροφίμων που βοηθούν την εύκολη κυκλοφορία των υγρών του σώματος ενισχύει τον οργανισμό. Θεωρούσε ότι η διατροφή αποτελεί ένα από τα τρία βασικά συστατικά της ιατρικής επιστήμης, μαζί με την φαρμακευτική αγωγή και την χειρουργική επέμβαση». Οι ειδικοί που διεξήγαγαν την έρευνα διαπίστωσαν ότι οι αρχαίοι Έλληνες γιατροί έβλεπαν την μαγειρική όχι ως μέσο ευχαρίστησης αλλά ως μέθοδο για να ενισχύουν τις φαρμακευτικές ιδιότητες των τροφίμων. Σύμφωνα με τους ερευνητές η αρχαία διατροφή θυμίζει πολύ την σύγχρονη μεσογειακή διατροφή καθώς βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα προϊόντα της περιοχής, τα οποία οι γιατροί γενικά προτιμούσαν σε σχέση με τα εισαγόμενα τρόφιμα πολυτελείας. Ακολουθεί ανάλυση τεσσάρων δέντρων με καρπούς για ιδιότητες υπερτροφία που γνώριζαν και χρησιμοποίησαν οι αρχαίοι Έλληνες και Βυζαντινοί.
Το ιπποφαές είναι ένας θάμνος με πορτοκαλοκίτρινους καρπούς σε τσαμπιά, που ανήκει στις λεγόμενες υπερτροφές, δηλαδή εκείνα τα τρόφιμα που είναι πλούσια σε θρεπτικά συστατικά υψηλής βιολογικής αξίας και περιλαμβάνουν σημαντικό ποσοστό των συστατικών που χρειάζεται το ανθρώπινο σώμα για να λειτουργήσει σωστά. Αν και στη σύγχρονη Ελλάδα το ιπποφαές χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια, στην αρχαιότητα η χρήση του ήταν πολύ διαδεδομένη. Σχετικές αναφορές υπάρχουν σε διάφορα αρχαία κείμενα, μεταξύ των οποίων πολλά του Διοσκουρίδη, του πατέρα της Φαρμακολογίας. Το όνομά του το οφείλει στα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που παρατήρησαν ότι τα άρρωστα και τραυματισμένα άλογα που έτρωγαν τα φύλλα και τους καρπούς αυτού του φυτού, ανάρρωναν γρηγορότερα, αποκτούσαν περισσότερη δύναμη, ενώ το τρίχωμά τους δυνάμωνε και γινόταν πιο λαμπερό.  Αν και στη σύγχρονη Ελλάδα το ιπποφαές χρησιμοποιείται την τελευταία διετία, στην αρχαιότητα η χρήση του ήταν πολύ διαδεδομένη. Σχετικές αναφορές υπάρχουν σε κείμενα του Θεόφραστου, μαθητή του Αριστοτέλη, αλλά κυρίως του Διοσκουρίδη, του πατέρα της Φαρμακολογίας. Το όνομά του το οφείλει στα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που παρατήρησαν ότι τα άρρωστα και τραυματισμένα άλογα που έτρωγαν τα φύλλα και τους καρπούς του φυτού ανάρρωναν γρηγορότερα, αποκτούσαν περισσότερη δύναμη, ενώ το τρίχωμά τους δυνάμωνε και γινόταν πιο λαμπερό. Το ονόμασαν ιπποφαές, που στα νέα ελληνικά σημαίνει φωτεινό, λαμπερό άλογο (ίππος: άλογο, φάος: φως, λάμψη). Πάνω από το 90% των παγκόσμιων πηγών του ιπποφαούς, εντοπίζονται στην Κίνα, όπου γίνεται η εκμετάλλευσή του με σκοπό τον έλεγχο των απωλειών νερού και της διάβρωσης του εδάφους. Το «Ιερό φρούτο των Ιμαλαΐων», όπως συνηθίζεται να λέγεται, εκτιμάται ιδιαιτέρως από τους Θιβετιανούς εδώ και αιώνες για τις απίστευτα θρεπτικές ιδιότητές του, ενώ Ρώσοι και κινέζοι επιστήμονες το κατατάσσουν στην πρώτη δεκάδα των πιο ισχυρών θεραπευτικών φυτών στον κόσμο. Πρόκειται για ένα από τα αρχαιότερα φυτά στη Γη. Η παρουσία του χρονολογείται πολύ πριν την εποχή των παγετώνων. Η επιστημονική του ονομασία είναι: Ιπποφαές το ραμνοειδές (Hippophae rhamnoides). Ευδοκιμεί ακόμα και στα πιο φτωχά χώματα και ανάλογα με το μικροκλίμα της κάθε περιοχής, το συναντάμε σε παράκτιες ζώνες, αλλά και σε ημιερημώδεις ή ορεινές περιοχές. Oι καρποί του μοιάζουν με ρώγες σταφυλιού, είναι πορτοκαλί και χυμώδεις και έχουν υπόξινη γεύση. Σύμφωνα με το «Διεθνές Κέντρο Έρευνας και Εκπαίδευσης για το Ιπποφαές», το φυτό ευδοκιμεί και καλλιεργείται στην Ευρώπη και στην Ασία. Το συναντάμε κυρίως στις εξής χώρες: Κίνα, Μογγολία, Ινδία, Νεπάλ, Πακιστάν, Ρωσία, Oυκρανία, Αγγλία, Γαλλία, Δανία, Oλλανδία, Γερμανία, Πολωνία, Φιλανδία, Σουηδία και Νορβηγία. Στη χώρα μας καλλιεργείται στη βόρεια Εύβοια, στην περιοχή Αχούρια. Στην κλασική θιβετιανή φαρμακευτική βίβλο «Sibu Yidian», που έχει γραφτεί το 18ο αιώνα, τριάντα ολόκληρα κεφάλαια είναι αφιερωμένα στις θεραπευτικές ιδιότητες και χρήσεις του φυτού. Στην Ινδία αποτελεί βασική παράμετρο της Ayurveda, ενώ είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κινεζικής φαρμακευτικής. Στη Μογγολία χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες ως άριστο τονωτικό. O θρύλος λέει ότι ο Τζένγκις Χαν και ο στρατός του έπιναν χυμό από ιπποφαές, προκειμένου να αυξήσουν την αντοχή και να επιταχύνουν τη θεραπεία των πληγών τους. Στη Ρωσία χρησιμοποιείται εδώ και πολλά χρόνια ως συστατικό της διατροφής των αστροναυτών. Το 1929 έγινε η πρώτη βιοχημική ανάλυση των συστατικών του. Oι πρώτες κλινικές δοκιμές για τις θεραπευτικές χρήσεις του φυτού ξεκίνησαν στη Ρωσία τη δεκαετία του 1950. Τη δεκαετία του 1970 συμπεριλήφθηκε στον επίσημο κατάλογο των φαρμακευτικών ουσιών που χρησιμοποιούνται στη Ρωσία και την Κίνα και τα επόμενα χρόνια συμπεριλήφθηκε στους επίσημους φαρμακευτικούς καταλόγους των χωρών όπου καλλιεργείται.  Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι το ιπποφαές αποτελεί σημαντικό σύμμαχο της υγείας μας. Οι καρποί του είναι εδώδιμοι και θρεπτικοί, αν και πολύ όξινοι και ελαιώδεις, γι’ αυτό και δυσάρεστοι αν φαγωθούν ωμοί, εκτός κι αν υπερ-ωριμάσουν ή παγώσουν ώστε να μειωθεί η στυπτικότητά τους ή αν αναμειχθούν με γλυκύτερο χυμό από μήλο, σταφύλι κ.λ.π. Επίσης, το ιπποφαές περιέχει λίπη που χρησιμοποιούνται για καλλυντικούς σκοπούς. Το ιπποφαές περιέχει πάνω από 190 βιολογικά δραστικές ενώσεις και μια πλήρη γκάμα ωμέγα λιπαρών οξέων σε τέλεια ισορροπία. Επίσης, περιέχει περισσότερα από 60 αντιοξειδωτικά και υψηλή αξία ORAC (Ικανότητα Απορρόφησης Ριζών Οξυγόνου) και είναι πλούσιο σε μακροθρεπτικά και μικροθρεπτικά συστατικά. Οι θρεπτικές ουσίες και τα φυτοχημικά συστατικά των καρπών του έχουν θετική επίδραση έναντι των φλεγμονών, του καρκίνου και άλλων ασθενειών, αν και ακόμα δεν έχει αποδειχθεί κανένα όφελος για τους ανθρώπους από κλινικές μελέτες. Eπίσης, ο καρπός του φυτού έχει υψηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνη C, περίπου 15 φορές περισσότερη από το πορτοκάλι, αλλά και σε καροτενοειδή, βιταμίνη E, αμινοξέα, μέταλλα, β-σιτοστερόλη και πολυφαινολικά οξέα. Τα έλαια από τους σπόρους και τον πολτό του ιπποφαούς, έχουν θρεπτικές ιδιότητες που διαφέρουν ανάλογα με τη διαδικασία επεξεργασίας και χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων και σε συμπληρώματα διατροφής. Συμπεριλαμβάνεται στην κατηγορία των «υπερτροφών» (super foods), μερικές από τις οποίες είναι: η σπιρουλίνα, η αλόη, η γύρη, το τζίνσενγκ, το κερί του ζαχαροκάλαμου, η χλωρέλα, το αιθέριο έλαιο δενδρολίβανου. Σύμφωνα με ρώσους και κινέζους επιστήμονες, το ιπποφαές περιέχει 190 πολύτιμες ουσίες, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν ισχυρή αντιοξειδωτική δράση. Oι περισσότερες και δραστικότερες (106) έχουν εντοπιστεί στο έλαιο που περιέχουν οι καρποί του. Σύμφωνα με τους μελετητές, το σημαντικότερο επιστημονικό εύρημα για το ιπποφαές δεν είναι μόνο ότι περιέχει πολύτιμες ουσίες για την υγεία του ανθρώπου, αλλά και το ότι τόσο οι συγκεντρώσεις τους όσο και ο συνδυασμός τους έχουν συνταιριαστεί από τη φύση με τέτοιον τρόπο, ώστε να προσφέρουν την καλύτερη δυνατή κάλυψη στον ανθρώπινο οργανισμό. Το ιπποφαές περιέχει ένα μοναδικό συνδυασμό αντιοξειδωτικών συστατικών που δρουν προληπτικά κατά της γήρανσης, των καρδιαγγειακών νοσημάτων και του καρκίνου. Αποτοξίνωση του οργανισμού, οξυγόνωση και ανανέωση των κυττάρων, αντιμετώπιση πρόωρης γήρανσης.
Χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι το γκότζι μπέρι για μακροζωία; Και βέβαια. Παρά το εξωτικό όνομά του, το γκότζι μπέρι, ελληνιστί λύκιον, φύτρωνε και στην Ελλάδα. Δεν ήταν το μοναδικό που περιελάμβαναν στη δίαιτά τους. Το ιπποφαέςήταν ένα ακόμη φυτό στο οποίο απέδιδαν θεραπευτικές ιδιότητες. Οπως και σε άλλα βότανα, αλλά και σε καρπούς δέντρων, σαν τη μαστίχα. Το γκότζι μπέρι επιστημονικά ονομάζεται (Lycium barbarum) και ανήκει στο γένος (Lycium) και στην οικογένεια των σολανωδών (Solanaceae), δηλαδή στην ίδια οικογένεια που ανήκει η ντομάτα, η πατάτα, κλπ που συναντάται στην Ασία και την Νότια Ευρώπη. Στη Γαλλία, υπάρχουν στη φύση τρία είδη του γένους Lycium. To (Lycium europaeum), το (Lycium barbarum) και το (Lycium chinensis). Από αυτά τα δύο πρώτα είναι αυτοφυή φυτά της Νοτίου Ευρώπης ενώ το τρίτο έχει εισαχθεί από την Ανατολική Ασία, αλλά έχει προσαρμοσθεί σε πολλά ευρωπαϊκά περιβάλλοντα. Τα είδη του γένους (Lycium) είναι γνωστά από τα αρχαία χρόνια από τους αρχαίους έλληνες και ρωμαίους σαν φαρμακευτικά φυτά. Στην συνέχεια ξεχάσθηκαν και επανήλθαν στην επιφάνεια σαν πολύ ενδιαφέροντα φαρμακευτικά φυτά, μετά από την αλματώδη οικονομική πρόοδο της Κίνας από τις αρχές του 2000 με την γενική ονομασία «καρποί γκόζι». Η ονομασία (Lycium) προέρχεται από την ελληνική λέξη λύκιον, που δηλώνει ότι πρόκειται για τον «ακανθώδη θάμνο από την Λυκία». Η κοινή ονομασία γκότζι προέρχεται από τον εθνοβοτανολόγο Bradley Dobos που είναι ειδικός στην θιβετιανή ιατρική. Το όνομα του γκότζι στα κινέζικα είναι Ningxia gouqi, δηλαδή «λύκιο του Ningxia» που είναι μία επαρχία της Κίνας. Ο τόπος καταγωγής του δεν τελείως εξακριβωμένος. Για πολλά χρόνια θεωρούνταν η Κίνα ήταν η χώρα καταγωγής του, όμως νεώτερες εργασίες έδειξαν ότι ίσως να κατάγεται από την λεκάνη της Μεσογείου. Άλλωστε η ονομασία barbarum φανερώνει την Αφρική που ονομαζόταν έτσι τον καιρό του Λιναίου. Κατά τον 4ο πΧ αιώνα ο έλληνας βοτανολόγος Θεόφραστος και στην συνέχεια τον 1ο π.Χ αιώνα ο Διοσκουρίδης και ο Πλίνιος ο αρχαίος, έχουν καταγράψει κάποιους θάμνους που οι περιγραφές τους παραπέμπουν στο γκότζι. Το 1813 ο μεγάλος γενετιστής Λαμάρκ σημείωσε δύο είδη του γένους Lycium να καλλιεργούνται σε κήπους. Τα Lycium barbarum και το Lycium chinense που καλλιεργούνται σε πολλά μέρη της Ευρώπης μοιάζουν με την ιτιά την κλαίουσα με τους χαρακτηριστικούς βλαστούς τους. Οι αρχαίοι έλληνες γνώριζαν το γκότζι, μάλιστα ο Διοσκουρίδης αναφέρει ένα αφέψημα από τους καρπούς του. Για πολλά χρόνια το Lycium barbarum καλλιεργήθηκε σαν καλλωπιστικός θάμνος με την ονομασία jasminoide ενώ είχαν ξεχασθεί οι φαρμακευτικές του ιδιότητες.
Το κλασικό ιατρικό κινέζικο βιβλίο Shennong jing που γράφτηκε πριν από 2.000 χρόνια, γράφει για το γκότζι ότι είναι «πικρό, κρύο, δυναμωτικό των τενόντων και των οστών που σταματά την γήρανση». Από τα αρχαία χρόνια το γκότζι χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή διαφόρων σκευασμάτων σύμφωνα με συνταγές ταοιστών ιατρών, με σκοπό την αθανασία. Λέγεται ότι πολλοί ταοιστές ιατροί και ποιητές, λάμβαναν το γκότζι με σκοπό την επιμήκυνση της ζωής τους. Δεκαέξι αιώνες αργότερα ο βοτανολόγος και ιατρός Li Shizhen επαναλαμβάνει τις ιδέες των ταοιστών στο ιατρικό βιβλίο του Bencao gangmu, ότι το γκότζι δίνει μακροζωία. Η αυξημένη παραγωγή ελεύθερων ριζών στον οργανισμό του ανθρώπου μπορεί να προκαλέσει σημαντικές ζημιές στα μακρομόρια και τα κύτταρα του οργανισμού. Οι αντιοξειδωτικές ουσίες μπορούν να δράσουν σε διάφορα στάδια. Ανάλογα με το επίπεδο της επίδρασης που έχουν οι αντιοξειδωτικές ουσίες συμπεριφέρονται διαφορετικά. Στο γκότζι, οι βιταμίνες C και Ε, τα καροτινοειδή, τα φλαβονοειδή, τα φαινολικά οξέα και οι πολυσακχαρίτες, παίζουν σημαντικό αντιοξειδωτικό ρόλο αν και διαφορετικό στον οργανισμό του ανθρώπου. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι ο καρπός του γκότζι έχει προληπτική δράση όσον αφορά ασθένειες όπως ο διαβήτης, μερικά είδη καρκίνου, ηπατίτιδα, θρόμβωση. Σε πειράματα επάνω σε πειραματόζωα έχει παρατηρηθεί ότι με κατανάλωση καρπών γκότζι, αύξηση των λευκοκυττάρων, με αποτέλεσμα την ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος και την εμφάνιση αντικαρκινικών ιδιοτήτων.
Ο καθηγητής Αρχαιολογίας Π. Φάκλαρης παραθέτει σειρά στοιχείων που μαρτυρούν την παρουσία του ελαιόδενδρου στον ελλαδικό χώρο από τη Νεολιθική ακόμη εποχή και αποδεικνύουν την κυρίαρχη σημασία που είχαν για τους Ελληνες το ελαιόλαδο, η βρώσιμη ελιά, το ξύλο, ακόμη και τα φύλλα του δένδρου. Την ελιά έφερε στους Ελληνες η θεά Αθηνά, η οποία δίδαξε και την καλλιέργειά της. Είναι χαρακτηριστικό το γνωστό επεισόδιο της φιλονικίας της Αθηνάς με τον Ποσειδώνα για το όνομα της Αθήνας. Στην Ακρόπολη υπήρχε η ιερή ελιά της Αθηνάς, η πρώτη ελιά που η θεά χάρισε στους Ελληνες, και στην Ακαδημία οι 12 ιερές ελιές, οι μορίαι, και ο ιερός ελαιώνας από τον οποίο προερχόταν το λάδι που δινόταν ως έπαθλο στους νικητές των Παναθηναίων. Οι Αθηναίοι στα νομίσματά τους απεικόνιζαν την Αθηνά με στεφάνι ελιάς στο κράνος της και έναν αμφορέα με λάδι ή ένα κλαδί ελιάς. Ο Ηρακλής (του οποίου το ρόπαλο ήταν από αγριελιά) έφερε βλαστάρι ελιάς από τη χώρα των Υπερβορείων (μυθικός λαός που κατοικούσε πέρα από τον Βορρά ή στον ουρανό) και το φύτεψε στην Ολυμπία. Με τα κλαδιά του κοτίνου, της αγριελιάς αυτής, στεφανώνονταν οι ολυμπιονίκες. Με κλάδους ελιάς ήταν στεφανωμένο και το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός στην Ολυμπία, έργο του Φειδία, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Το λάδι χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα και για τις θεραπευτικές ιδιότητές του. Στον Ιπποκράτειο Κώδικα αναφέρονται περισσότερες από 60 φαρμακευτικές χρήσεις του. Οι βρώσιμες ελιές αποτελούσαν βασικό στοιχείο της διατροφής, κυρίως όσων γευμάτιζαν εκτός σπιτιού εργαζόμενοι στην ύπαιθρο, σε ταξίδια, ή σε εκστρατείες. Οι ελιές προσφέρονται για τέτοια χρήση αφού μεταφέρονται εύκολα, δεν αλλοιώνονται και έχουν μεγάλη θρεπτική αξία. Σε διάφορες ανασκαφές έχουν βρεθεί κουκούτσια από ελιές που αποτελούν τροφικά κατάλοιπα. Οι αρχαίοι συγγραφείς σώζουν πληροφορίες για τη μεγάλη ποικιλία βρώσιμων ελιών. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τις ελιές ως σύμβολο της καλοσύνης και της ευγένειας, ενώ ακόμη και σήμερα, τα κλαδιά της ελιάς συμβολίζουν την ειρήνη. Το δέντρο της καλλιεργείται εδώ και πολλά χρόνια και πολλά μέρη του χρησιμοποιούνται για τα οφέλη τους. Οι ελιές, το ελαιόλαδο, το κομψό του ξύλο, ακόμη και τα φύλλα τους.
Οι ελιές είναι πλούσιες σε θρεπτικά συστατικά. Ο καρπός της ελιάς είναι θαυμάσια πηγή μονοακόρεστων λιπαρών οξέων. Η ελιά παρέχει φυτικές ίνες και μέταλλα στον οργανισμό και είναι σημαντική πηγή της βιταμίνης Ε, που είναι φυσικό αντιοξειδωτικό. Θεωρείται επίσης ότι η βιταμίνη Ε επιβραδύνει τις αλλοιώσεις των κυτταρικών μεμβρανών. Τα μονοακόρεστα λιπαρά σε συνδυασμό με τις τοκοφερόλες (βιταμίνη Ε) που περιέχονται στις ελιές έχουν αντιοξειδωτικές ιδιότητες, προσφέροντας προστασία από τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τα εγκεφαλικά επεισόδια και τον καρκίνο. Οι ελιές επίσης περιέχουν ικανοποιητική ποσότητα βιταμίνης Α, η οποία βοηθά τον οργανισμό στην ανάπτυξη-αναπαραγωγή, έχει σημαντικό ρόλο στην υγεία των ματιών, ενώ σε συνδυασμό με τη βιταμίνη Ε συμβάλλει στην υγεία του δέρματος. Ταυτόχρονα, περιέχουν ποσότητες βιταμινών Β1, Β6 και Β12, οι οποίες βελτιώνουν την καλή λειτουργία του νευρικού συστήματος και ενισχύουν τον μεταβολισμό. Οι φαινολικές ενώσεις που περιέχονται στην ελιά (ολευρωπαΐνη και τυροσόλη), ασκούν ευεργετική επίδραση τόσο στην καρδιαγγειακή λειτουργία όσο και στην πρόληψη των νεοπλασιών. Τα ιχνοστοιχεία που διαθέτουν οι ελιές είναι: ο σίδηρος (απαραίτητος για την καλή κατάσταση του αίματος), ο φώσφορος (απαραίτητος για γερά οστά και δόντια) και το κάλιο (απαραίτητο για την ομαλή λειτουργία της καρδιάς). Οι ελιές στην πραγματικότητα δεν έχουν υψηλή θερμιδική αξία. Οι 10 μικρές ελιές ή 6 μεγάλες περιέχουν περίπου 45-50 θερμίδες. Οι θερμίδες αυτές είναι ελάχιστες και ταυτόχρονα μπορεί να σκεφτεί κανείς την πολύ σημαντική επίδραση των μονοακόρεστων λιπαρών στη βελτίωση της ινσουλινοευαισθησίας και στην αποτελεσματική διαχείριση του μεταβολισμού των απλών υδατανθράκων (γλυκόζη). Εξάλλου, δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ελιές αποτελούσαν για πολλά χρόνια το δημοφιλέστερο κολατσιό των αγροτικών πληθυσμών της Μεσογείου, συνοδεύοντας τα λαδερά φαγητά, τις σαλάτες και πολλά ορεκτικά εδέσματα. Γιατί λοιπόν πρέπει να τρώμε ελιές. Είναι η απόλυτη ελληνική «υπερτροφή» και για τον λόγο αυτόν θα πρέπει να καταναλώνουμε σχεδόν καθημερινά ελιές. Συγκεκριμένα:
- Ρυθμίζουν τα υψηλά επίπεδα χοληστερόλης
- Μειώνουν την υψηλή αρτηριακή πίεση
- Αποτελούν μια πλούσια πηγή φυτικών ινών
- Αποτελούν μια καταπληκτική λύση για κάποιο ενδιάμεσο γεύμα
- Περιέχουν άφθονη βιταμίνη Ε
- Παρουσιάζουν αντιοξειδωτικές ιδιότητες
- Μειώνουν τον κίνδυνο για ορισμένες ασθένειες όπως η νόσος Αλτσχάιμερ, αλλά και για καλοήθεις και κακοήθεις όγκους
- Συμβάλλουν στην πρόληψη της πήξης του αίματος, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά χρόνια νοσήματα
- Προστατεύουν τις μεμβράνες των κυττάρων
- Αυξάνουν τη γονιμότητα και τη βελτιώνουν συνολικά το αναπαραγωγικό σύστημα
- Έχουν σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος
- Περιέχουν το ολεϊκό οξύ (μονοακόρεστο λιπαρό), το οποίο είναι εξαιρετικό για την υγεία της καρδιάς
- Περιέχουν θαυμάσια αντιοξειδωτικά συστατικά που ονομάζονται πολυφαινόλες. Περιορίζουν το οξειδωτικό στρες και βελτιώνουν τη μνήμη έως και 25%. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι 10 ελιές πριν από το γεύμα είναι δυνατό να μειώσουν την όρεξη κατά 20%, λόγω των μονοακόρεστων λιπαρών οξέων που περιέχουν. Παράλληλα επιβραδύνουν την πέψη και στέλνουν σήματα κορεσμού στον εγκέφαλο. Βοηθούν επίσης το σώμα στην παραγωγή της αδιπονεκτίνης, μιας ορμόνης που συμβάλλει στην αύξηση της οξείδωσης (καύσης) του λίπους. Συνεπώς, η μέτρια κατανάλωση ελιών στα πλαίσια μιας ισορροπημένης διατροφής αποτελεί σύμμαχο στην ομορφιά και στην ανθρώπινη υγεία.
Το σύκο στην κλασική Ελλάδα ήταν ο τρίτος σε σπουδαιότητα καρπός μετά την ελιά και το σταφύλι, ενώ το δέντρο της συκιάς συνδεόταν με τη λατρεία του θεού Διονύσου και της θεάς Δήμητρας. Στην αρχαία Αθήνα, η εμπορία και η εξαγωγή σύκων αποξηραμένων ή φρέσκων ελέγχονταν από το κράτος, αποφέροντας μεγάλα κέρδη στα κρατικά ταμεία, ενώ οι εξαγωγές από ιδιώτες απαγορεύονταν. Όσους παρανομούσαν οι πολίτες της Αθήνας είχαν την υποχρέωση να τους καταδίδουν, να τους αποκαλύπτουν για το καλό της πόλης και γι’ αυτό ονομάστηκαν «συκοφάντες» λέξη που πολύ αργότερα έλαβε τη αντίθετη έννοια της ανέντιμης κατάδοσης, της συκοφαντίας. Από τότε τα φρέσκα σύκα, λόγω της εξαίσιας γεύσης αλλά και της ευπαθούς τους συμπεριφοράς, θεωρούνταν είδος πολυτελείας για τον αρχαίο και τον βυζαντινό κόσμο, ενώ τα ξερά, οι «ισχάδες», ήταν ο αγαπημένος καρπός των λαϊκών τάξεων. Από το Βυζάντιο, μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα όταν εμφανίστηκαν τα τυποποιημένα σνακ, το αποξηραμένο σύκο και το λουκούμι παρέμεναν τα αγαπημένα τραταρίσματα των ελληνικών νοικοκυριών στους απροσδόκητους επισκέπτες. Τα αποξηραμένα σύκα είχαν σπουδαία θέση στη διατροφή των αρχαίων Ελλήνων, καθώς συχνά τα απολάμβαναν ως επιδόρπιο, τα λεγόμενα “τραγήματα”. Μέχρι σήμερα συνεχίζουμε να τα λατρεύουμε, καθώς αποξηραμένα στον ήλιο, γεμισμένα με ξηρούς καρπούς, βρασμένα σε ελαφρύ σιρόπι με μέλι, αλλά και στο φαγητό ή τις σαλάτες, τα ξερά σύκα είναι ένας πραγματικός θησαυρός για την υγεία. Τι είναι: Τα αφυδατωμένα φρούτα της συκιάς, του φυλλοβόλου δέντρου που ευδοκιμεί σε πολλές περιοχές της χώρα μας. Τα δημιούργησε η ανάγκη του ανθρώπου να τα διατηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα πρώτα ξερά σύκα βρέθηκαν σε ανασκαφή μινωικής έπαυλης, στις Στέρνες Ακρωτηρίου Χανίων, και χρονολογούνται το 1340 -1190 π.Χ. Από τότε μέχρι και σήμερα η παραγωγή τους συνεχίζεται χωρίς διακοπή και με την ίδια σχεδόν μέθοδο. Τα ξερά σύκα, ασκάδες ή ισχάδες, στην αρχαιότητα και το Βυζάντιο, ήταν πάντα το πρόχειρο χειμωνιάτικο κέρασμα τα έβαζαν σε μεταλλικό τάσι και μετά στη φωτιά για να μελώσουν. Για αιώνες τα ξερά σύκα ήταν αγαπητά στα νησιά του Αιγαίου, του Ιονίου, την Πελοπόννησο και την Κρήτη. Τα ξερά σύκα είναι πλούσια σε φυτικές ίνες και σάκχαρα, σίδηρο, κάλιο, σελήνιο και ασβέστιο. Περιέχουν ακόμα μικρές ποσότητες βιταμίνης Α και C. Η αντιοξειδωτική τους σύνθεση προστατεύει το καρδιαγγειακό σύστημα, ενώ αποτελούν έναν από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους “καθαρισμού” του οργανισμού. Οι φυτικές ίνες που περιέχονται σε αυτά απορροφούν το νερό, τη χοληστερίνη, το τοξικό λίπος και τα περιττά στοιχεία που έχουν “τρυπώσει” στον οργανισμό σου, ενώ βοηθούν στην αποβολή τους ενισχύοντας γερά τη λειτουργία του εντέρου. Το πιο δυνατό τους όπλο μάλιστα στον εν λόγω καθαρισμό είναι τα ταπεινά τους σπόρια! Όσο για τις θερμίδες, που θα προσδώσουν, δεν χρειάζεται να ανησυχείς στο παραμικρό, καθώς τα σύκα είναι τα ξερά φρούτα με τις λιγότερες θερμίδες (109 θερμίδες ανά δύο σύκα) έχοντας ταυτόχρονα τη μαγική ιδιότητα να σε κάνουν να αισθάνεσαι χορτάτος λόγω της υψηλής περιεκτικότητας τους σε φυτικές ίνες. Τα καλά σύκα πρέπει να έχουν μαλακή υφή. Διατηρούνται σε δροσερό στεγνό μέρος. Τα τοποθετείτε σε σειρές μέσα σε μεταλλικό κουτί που έχετε στρώσει λαδόκολλα και βάζετε ενδιάμεσα φύλλα δάφνης. Τα ξερά σύκα μπαίνουν σε γεμίσεις για κρεατικά, εμπλουτίζουν κομπόστες και σαλάτες, μπαίνουν σε κέικ, γίνονται τρουφάκια, μπισκότα και τάρτες. Ταιριάζουν με άλλα αποξηραμένα φρούτα, ξηρούς καρπούς και σουσάμι, αλλά η γαστρονομική τους αποθέωση είναι με προσούτο και γραβιέρα ή γαλλικό σεβρ.
Πηγή : https://www.clickatlife.gr/your-life/story/13452/ippofaes-mia-upertrofi-apo-tin-arxaiotita
https://briefingnews.gr/ygeia/asygkrito-giatriko-toy-malexandroy-ti-etrogan-oi-arhaioi-kai-den-arrostainan
https://ellas2.wordpress.com/2014/11/26/λύκιον-το-γκότζι-μπέρι-των-αρχαίων-ελλ/
https://www.symagro.com/goji-berry-kalliergia/
http://politis.com.cy/article/13-logi-gia-tous-opious-prepi-na-trome-kathe-mera-elies
https://www.olivemagazine.gr/χρήσιμα/διατροφικά-χρήσιμα/ξερά-σύκα-η-σούπερ-τροφή-που-έτρωγαν-κα/
https://www.athensvoice.gr/taste/368399_syko-froyto-ton-arhaion-ellinon
https://www.clickatlife.gr/your-life/story/12284
http://www.kairatos.com.gr/elia.htm
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Υπερτροφές
https://ellas2.wordpress.com/2015/01/24/οι-υπερτροφές-των-αρχαίων-ελλήνων/