Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Κυριακή 12 Ιουνίου 2022

Μάχες του Μεσαιωνικού Ελληνισμού : Οι Σελτζούκοι Τούρκοι στην βυζαντινή Μικρά Ασία και Αρμενία (Μέρος Α)

Την εποχή της βασιλείας της αυτοκράτειρας Ζωής και των διαφόρων συζύγων της (1028-1055), η κατάσταση στο Βυζαντινό κράτος διαμορφώνεται ως εξής: Στον θρόνο και στην Αυλή έρχονται και παρέρχονται τυχάρπαστες προσωπικότητες που προβαίνουν σε ενέργειες και παίρνουν αποφάσεις που μεσοπρόθεσμα βλάπτουν σοβαρά την αυτοκρατορία. Όμως στρατιωτικά το Βυζάντιο είναι ακόμα δυνατό, μετά από μια σειρά βασιλέων με εξαιρετικές στρατιωτικές ικανότητες (Νικηφόρος Φωκάς, Τσιμισκής, Βασίλειος Β’) που δημιούργησαν μεγάλη παράδοση. Έτσι παρά την ανεκδιήγητη κατάσταση στην αυτοκρατορική αυλή, ο στρατός (και ο στόλος) εξακολουθεί να είναι αποτελεσματικός και να επανδρώνεται από ικανά στελέχη. Μετά το 1030 και παρά την ήττα τους στο Αζάζιον, οι Βυζαντινοί ανέπτυξαν έντονη δραστηριότητα στα νοτιοανατολικά σύνορα, δηλαδή στην άνω Μεσοποταμία και στη Βόρειο Συρία. Εκ των πρωταγωνιστών ήταν ο Θεόκτιστος στην περιοχή της Αντιόχειας, όπου κυρίευσε διάφορα φρούρια, αλλά και ο Μανιάκης, που αφού ανακατέλαβε την Έδεσσα, αποκατέστησε τη Βυζαντινή κυριαρχία και σε άλλες περιοχές πιο ανατολικά. Πιθανόν είχε πάρει και την Μαρτυρόπολη (στο έσχατο ΝΑ άκρο της Τουρκίας) και ίσως να είχε φτάσει και πιο μακριά (δεν έχουμε σαφή εικόνα). Ένας άλλος παράγοντας που γεννά εξελίξεις αυτήν την περίοδο είναι ότι δεν υπάρχει μία μεγάλη και κυρίαρχη μουσουλμανική δύναμη στα νότια και ανατολικά σύνορα του Βυζαντίου. Υπάρχουν διάφορες μικρές και κατακερματισμένες ηγεμονίες (αρμενικές, γεωργιανές, τουρκμενικές, αραβικές, κουρδικές) που αντιμάχονται μεταξύ τους. Κάποιες από αυτές, όταν περιέρχονται σε δύσκολη θέση αναζητούν εσπευσμένα προστασία, οπότε το ισχυρό στρατιωτικά και πλούσιο Βυζάντιο είναι μια προφανής επιλογή.
Σε αυτό το κλίμα, ο τοπικός «Σαρακηνός» Εμίρης Αλείμ παρέδωσε στο Βυζάντιο το φρούριο Περκρί(ν) ή Περκίν βορειοανατολικά από τη λίμνη Βαν. Συγχρόνως έστειλε τον γιο του στη Κωνσταντινούπολη για να οριστικοποιήσει τη συμφωνία. Ο εμίρης προσδοκούσε ότι η εθελούσια υπαγωγή του στο Βυζάντιο θα του απέφερε τίτλους, αξιώματα και χρηματικές απολαβές (ελπίσας πατρικιότητός τε και πλείστων άλλων αμοιβών δωθήναι), σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική της Βυζαντινής διπλωματίας. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί με την προσάρτηση του γειτονικού Αρμενικού κρατιδίου Βασπουρακάν (Βαασπρακανία) λίγα χρόνια πριν, την εποχή του Βουλγαροκτόνου. Όμως ο αυτοκράτορας Ρωμανός Γ’ ήταν πολύ άρρωστος (μάλλον επειδή τον δηλητηρίαζε σιγά-σιγά η Ζωή ) και δεν μπόρεσε να δεχθεί τον γιο του εμίρη, ο οποίος αποχώρησε άπρακτος και βαρύτατα προσβεβλημένος. Λόγω της προσβολής, αλλά και πιθανόν επειδή διέγνωσε αδυναμία στη Βυζαντινή διοίκηση, ο γιος του εμίρη έπεισε τον πατέρα του να ξεχάσει τη συμφωνία. Ο εμίρης Αλείμ, αν και είχε παραδώσει το φρούριο στο οποίο είχε εγκατασταθεί Βυζαντινή φρουρά, έμενε ακόμα στην ακρόπολη του φρουρίου. Από την άλλη, ο Βυζαντινός διοικητής Νικόλαος Χρυσήλιος (ή Νικόλαος ο Βούλγαρος), ο οποίος πρέπει να ήταν ο Κατεπάνω της Βαασπρακανίας, δεν έδωσε τη δέουσα προσοχή στη φύλαξη του φρουρίου. Έτσι ο Αλείμ ζήτησε βοήθεια από ομοεθνείς του «Πέρσες» γειτονικών κρατιδίων και κατέλαβε αιφνιδιαστικά το φρούριο σκοτώνοντας όλους τους Βυζαντινούς στρατιώτες της φρουράς, η δύναμη της οποίας ήταν τουλάχιστον 6.000 (σύμφωνα με Γεωργιανές πηγές ήταν 24.000). Η εξέλιξη αυτή ήταν πολύ σοβαρή και απεστάλη στο Περκρί ισχυρή Βυζαντινή δύναμη αποτελούμενη κατά κύριο λόγο από Βαράγγους, επικεφαλής της οποίας ήταν ο πατρίκιος Νικήτας Πηγονίτης . Ο Πηγονίτης ανακατέλαβε το φρούριο μετά από πολυαίμακτη πολιορκία και θανάτωσε τον εμίρη Αλείμ και τον γιο του.


Δεδομένου ότι ο Αλείμ ήταν Τουρκομάνος, τα γεγονότα στο φρούριο Περκρί ήταν η πρώτη σύγκρουση ανάμεσα σε Βυζαντινές δυνάμεις και Τούρκους. Μέχρι τότε δεν είχε σημειωθεί πολεμική σύγκρουση με κάποιο από τα νομαδικά τουρκικά φύλα που επεκτείνονταν σιγά-σιγά από ανατολικά. Με άλλα λόγια, στο Περκρί το 1034 έγινε η πρώτη μάχη στην ιστορία ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους. Το Περκρί παρέμεινε για ένα διάστημα Βυζαντινή κτήση. Ήταν έδρα στρατηγίδος, με διοικητή στρατηγό, υπαγόμενη στο Δουκάτο της Βαασπρακανίας. Παρέμεινε σε αυτό το καθεστώς για μερικές δεκαετίες μέχρι που άρχισαν οι εδαφικές απώλειες εξαιτίας των Σελτζούκων. Φαίνεται ότι είχαν αρχίσει από την εποχή εκείνη τα προβλήματα με τους Τουρκομάνους και, μπροστά στον διαφαινόμενο νέο κίνδυνο, μετατέθηκε εκεί ο ικανότατος Γεώργιος Μανιάκης που έγινε Κατεπάνω Βαασπρακανίας για λίγο, το 1036/37.


Το 1045-1046 ο Στέφανος Λειχούδης, Κατεπάνω Βαασπρακανίας (της επαρχίας γύρω από τη λίμνη Βαν), αιφνιδιάστηκε από μια ληστρική επιδρομή Τουρκομάνων και Σελτζούκων του φύλαρχου Κουτλουμούς. Ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε και κατέληξε στο σκλαβοπάζαρο της Ταυρίδος (Ταμπρίζ, στο σημερινό Ιράν). Ο Κουτλουμούς ενημέρωσε για το κατόρθωμά του τον ξάδελφό του Τογρούλ Μπέη, τον (μετέπειτα) πρώτο σουλτάνο των Σελτζούκων, και τον παρότρυνε να καταλάβει την περιοχή της Βαασπρακανίας στα ανατολικά σύνορα του Βυζαντίου, καθώς αυτή ήταν πλούσια και την υπεράσπιζαν γυναίκες! Ο Τογρούλ Μπέης δεν πείστηκε τότε από αυτό το απαξιωτικό σχόλιο και δεν έδωσε συνέχεια. Το 1048 ο Ασάν, ανιψιός του Τογρούλ πραγματοποίησε μεγάλη επιδρομή στη Γεωργία. Γυρνώντας προς την Ταυρίδα μέσω της Βαασπρακανίας (καίγοντας και λεηλατώντας καθ’οδόν), του έστησαν ενέδρα οι Βυζαντινοί ανατολικά της λίμνης Βαν. Επικεφαλής των Βυζαντινών ήταν ο νέος Κατεπάνω Βαασπρακανίας Ααρώνιος Ραδομηρός ή Ααρών Ραντομίρ (γιος του τελευταίου Βούλγαρου τσάρου Ιβάν Βλαδισλάβ) και ο Κατεπάνω Aνίου και Ιβηρίας (και διακεκριμένος στρατηγός ) Κατακαλών Κεκαυμένος. Οι Βυζαντινοί είχαν αφήσει σκόπιμα το στρατόπεδό τους αφύλακτο και οι Τούρκοι όταν το είδαν αυτό επιδόθηκαν αμέσως σε φρενήρη λαφυραγώγηση, αλλά τότε αιφνιδιάστηκαν από τους καραδοκούντες Βυζαντινούς και εξοντώθηκαν σχεδόν όλοι, πάνω από 20.000. Ο Σκυλίτζης αποκαλεί τον Ασάν «κωφό» επειδή δεν κατάλαβε το παμπάλαιο κόλπο των Βυζαντινών. Όταν ο ο Τογρούλ έμαθε τα νέα, εξοργίστηκε και έστειλε στη Βαασπρακανία τον ετεροθαλή αδελφό του Ιμπραήμ Ινάλ (Αβράμιο Αλείμ για τους Βυζαντινούς) με έναν μεγάλο στρατό 100.000 (το νούμερο ίσως να είναι υπερβολικό). Κύριος στόχος η κοιλάδα του Ουρτρού όπου οι δύο Βυζαντινοί διοικητές είχαν στρατοπεδεύσει σε αναμονή ενισχύσεων από τον αυτοκράτορα. Τα βυζαντινά στρατεύματα είχαν αποσυρθεί εκεί με απόφαση του Ααρών Ραντομίρ και παρά την αντίθετη γνώμη του Κεκαυμένου που προτιμούσε άμεση σύγκρουση με τους Σελτζούκους. Στο μεταξύ ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’ Μονομάχος είχε έρθει σε συνεννόηση με τον ημιανεξάρητο τοπικό άρχοντα της Μεσχίας (στο βασίλειο της Ιβηρίας) Λεπαρίτη Δ’ ο οποίος πείστηκε να ενώσει τις δυνάμεις του με αυτές των Ραδομήρου και Κεκαυμένου. Στα τέλη του 1048 οι μεγάλος στρατός του Ιμπραήμ Ινάλ εμφανίστηκε στην περιοχή Ουρτρού. Οι Ραδομηρός και Κεκαυμένος περίμεναν τον Λιπαρίτη έχοντας λάβει ρητές εντολές να μην ξεκινήσουν τη μάχη χωρίς αυτόν. Για να αποφύγουν τους Τούρκους υποχώρησαν σε ορεινές θέσεις γύρω από την κοιλάδα Ουρτρού και παρότρυναν τον χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής να καταφύγει στα φρούρια. Ο Ιμπραήμ Ινάλ, αφού δεν τον σταμάτησε κανείς, πολιόρκησε και κατέλαβε την Αρμενική πόλη Άρτζε και αργότερα στις αρχές του 1049 την Θεοδοσιούπολη που ήταν το κέντρο της περιοχής. Οι σφαγές και οι καταστροφές στις πόλεις αυτές από τους Σελτζούκους περιγράφονται με δραματικό τρόπο από τους χρονογράφους της εποχής.


Στα  μέσα του 1049, ο Λιπαρίτης εμφανίστηκε επιτέλους με ένα στράτευμα Γεωργιανών στην περιοχή των συγκρούσεων. Οι Ραδομηρός και ο Κεκαυμένος κατέβηκαν από τα βουνά όπου είχαν καταφύγει και στρατοπέδευσαν στους πρόποδες του λόφου του Καπετρού, 35 χιλιόμετρα ανατολικά της Θεοδοσιούπολης, στο σημερινό Πασινλέρ (Pasinler). Ο Βυζαντινογεωργιανός στρατός πιστεύεται ότι έφτανε τους 50.000 άντρες. Υπήρχε η δυνατότητα να αιφνιδιάσουν τους Σελτζούκους που ήταν απασχολημένοι με τις ληστρικές τους δραστηριότητες, αλλά η ευκαιρία αυτή χάθηκε επειδή ο Λιπαρίτης το είχε σε κακό να πολεμάει Σάββατο! («εν ταις αποφράσι δε των ημερών τω Λιπαρίτῃ το Σάββατον ενομίζετο».)
Τελικά αιφνιδίασε ο Ιμπραήμ Ινάλ και επιτέθηκε πρώτος το βράδυ της Παρασκευής 18 Σεπτεμβρίου. Η μάχη συνεχίστηκε με σφοδρότητα όλη τη νύχτα και την επόμενη ημέρα, το Σάββατο. Στα δεξιά της βυζαντινής παράταξης βρισκόταν ο Κεκαυμένος, στο μέσο ο Λιπαρίτης και στα αριστερά ο Ααρών Ραδομηρός. Απέναντι από τον πρώτο βρισκόταν ο Ιμπραήμ, απέναντι από τον Λιπαρίτη ο ετεροθαλής αδελφός του Ινάλ, Ασπάν Σαλάριος και απέναντι από τον Ααρών ο Χωροσάντης. Τα δύο βυζαντινά άκρα υπό τον Κεκαυμένο και τον Ραδομηρό έτρεψαν τους αντιπάλους τους σε φυγή και τους καταδίωξαν, σκοτώνοντας και τον Χωροσάντη. Όμως στο κέντρο ο Λιπαρίτης νικήθηκε και αιχμαλωτίστηκε. Ο Ιμπραήμ Ινάλ μετά τη μάχη αποχώρησε προς τις τουρκικές περιοχές στα ανατολικά αρκούμενος στην αιχμαλωσία του Λιπαρίτη. Η υποχώρησή του δείχνει ότι δεν πολυπίστευε ότι ήταν ο νικητής. Οι Βυζαντινοί διοικητές πήραν εντολή να επιστρέψουν στα Καπετανίκιά τους και έφυγαν και αυτοί. Κατά γενική ομολογία, η μάχη δεν ανέδειξε νικητή, αν και ο Σκυλίτζης παρόλο που δεν είναι καθόλου αμερόληπτος, ισχυρίζεται ότι επρόκειτο για ήττα των Βυζαντινών. Κρίνοντας πιο αντικειμενικά σήμερα, φαίνεται πως οι Σελτζούκοι ναι μεν δεν εξουδετερώθηκαν, αλλά μάλλον νικήθηκαν. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορεί να θεωρηθούν χαμένοι, με το σκεπτικό ότι μια ορδή επιδρομέων που ξεφεύγει με μεγάλη λεία είναι κερδισμένη.


Οι Σελτζούκοι επέστρεψαν στον τόπο τους παίρνοντας μαζί τους 100.000 αιχμαλώτους (αμάχους κυρίως) και τεράστια λεία φορτωμένη σε 10.000 καμήλες. Στο Άρτζε μόνο κατέστρεψαν 700-800 εκκλησίες. Τα θύματα της σφαγής στη Θεοδοσιούπολη ήταν πάνω από 140.000. Όλα αυτά, όσο υπερβολικά κι αν φαίνονται, εξιστορούνται από πολλές διαφορετικές πηγές. Ο Λιπαρίτης έμεινε αιχμάλωτος για 2 χρόνια και παρόλο που ο αυτοκράτορας έστειλε λύτρα, ο ευφυής Τογρούλ τον απελευθέρωσε χωρίς να τα πάρει. Ο πόλεμος με τους Σελτζούκους δεν συνεχίστηκε άμεσα. Η μάχη έγινε αφορμή για τις πρώτες επίσημες διαπραγματεύσεις και συμφωνίες με τους Σελτζούκους που τους προσέδωσαν διεθνές κύρος ως προμάχους της Τζιχάντ. Οι Σελτζούκοι επιτέθηκαν ξανά το 1054 και σε λίγες δεκαετίες, και αφού μεσολάβησε το Ματζικέρτ, επικράτησαν στο μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας.


Η Πολιορκία του Μαντζικέρτ, η οποία έλαβε χώρα το 1054, ήταν ανεπιτυχής προσπάθεια των σελτζουκικών στρατευμάτων του σουλτάνου Τογκρούλ-Μπεγκ να καταλάβουν τη βυζαντινή πόλη του Μαντζικέρτ, στην Αρμενία, την οποία υπεράσπιζε ο στρατηγός Βασίλειος Αποκάπης. Τα στρατεύματα του Τογκρούλ πολιόρκησαν το Μαντζικέρτ με όλα τα μέσα πολιορκίας που διέθεταν αλλά η πόλη άντεξε. Οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν πολιορκητικές χελώνες, κινητά καταφύγια που προστάτευαν τους άνδρες και τον οπλισμό από τα πυρά των Βυζαντινών. Λέγεται ότι ο Βασίλειος είχε αποθηκεύσει ακονισμένα μεγάλα δοκάρια, τα οποία ρίχνονταν πάνω στις χελώνες. Η ίδια η πόλη ήταν σε θέση να αντέξει την επίθεση λόγω του τριπλού τείχους και λόγω της πρόσβασης σε πηγή νερού. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, το 1071, οι Τούρκοι πολέμησαν πάλι με τους Βυζαντινούς, στην περιοχή της πόλης. Εκείνη η μάχη μεταξύ των Βυζαντινών (υπό τον αυτοκράτορα Ρωμανό Διογένη) και των Τούρκων υπό τον Αλπ Αρσλάν οδήγησε στην γνωστή ήττα των Βυζαντινών και στην απαρχή της πτώσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.


Οι Τουρκοι εμιρηδες Sokmen (Θα πολεμουσε στο Ματζικερτ, 12 χρονια μετα), Dinar (Σκοτωθηκε απο Βαραγγους στον Ποντο το 1061), και Samuh (Συμμαχησε το 1066 με τον Νορμανδο Λιποτακτη Ηerve Frankopouloς για να λεηλατησουν απο κοινου την Αρμενικη επαρχια του Sassoun, δεν τα βρηκαν στην μοιρασια των λαφυρων και προεβησαν σε ενα τρομερο αιματοκυλισμα), εξω απο τα τειχη της φρικτα λεηλατημενης επι 8(!) συνεχεις μερες, Σεβαστειας. Οι Τουρκοι προωθηθηκαν σχετικα ευκολα προς την Σεβαστεια, αφου τα γηγενη Ελληνικα στρατευματα της περιοχης ειχαν ανακληθει προς τα Δυτικα, για να συμμετασχουν στην πολυνεκρη εμφυλια διαμαχη της Νικαιας (20 Αυγουστου 1057) οπου υπεστησαν τρομερες απωλειες, ενω οσα απεμειναν μετατεθηκαν στα Βαλκανια για να πολεμησουν τους Πετσενεγγους. Οι Τουρκοι αρχηγοι τα γνωριζαν αυτα, και στα τελη Σεπτεμβριου 1059 30.000 Σελτζουκοι και Τουρκομανοι με μαυρες σημαιες ( Τυπικα ηταν υπο τις διαταγες του Αββασιδη Χαλιφη της Βαγδατης- στην ουσια απο το 1055 του Σελτζουκου Σουλτανου Togrul-Beg), προωθηθηκαν εξω απο την Σεβαστεια, που ειχε Αρμενιους πλεον μονο για φρουρα, ενω τα τειχη της ηταν μαλλον σε κακη κατασταση. Παρα το γεγονος οτι η Αρμενικη φρουρα της πολεως ( Κατα βασιν Ιππικη δυναμη, υπο καποιον Γαβριηλ) επιχειρησε εξοδο, ηττηθηκε οικτρα, οι Τουρκοι, γνωστοι για τον θρασυδειλο χαρακτηρα τους, ανεμεναν 3(!) ολοκληρες μερες για να επιτεθουν στην πολη, αφου περασαν τους τρουλους των “αμετρητων” εκκλησιων, (μεταξυ τους και η κολοσσιαια μητροπολη των Τεσσαρακοντα Μαρτυρων) για σκηνες του…Αυτοκρατορικου Στρατου. Μολις καταλαβαν το λαθος τους, επιτεθηκαν αμεσως και κυριευσαν εξ εφοδου την πολη. Στην φοβερη λεηλασια που ακολουθησε, 30.000 κατοικοι βρηκαν τον θανατο, (πολλοι απο αυτους στην πυρκαγια που εκαιγε επι μερες την πολη) ενω αλλοι 20.000 ( κυριως γυναικες και παιδια) πιαστηκαν αιχμαλωτοι. Η δε λεια σε χρυσο, ασημι, πολυτιμους λιθους και γουνες “αμυθητη”.


Σε καθε περιπτωση, η φοβερη Αλωση της Σεβαστειας ηταν η πρωτη μιας σχεδον αμιγους Ελληνικης πολεως ( Ειχαν προηγηθει αυτες του Αρτζε (1048) και Μελιτηνης (1057), αλλα αυτες ειχαν κυριως Αρμενιους και Χριστιανους Συρους- οι Ελληνες κατοικοι εκει ηταν πολυ λιγοι) και κακο προμυνημα για το τι θα ακολουθουσε, αφου οι Τουρκοι ειχαν διαγνωσει την ανωμαλη κατασταση που επικρατουσε στην Αυτοκρατορια και το οτι ειχαν νεα, μεγαλυτερα σχεδια για τα Δυτικα. Οι λιγοι Ελληνες κατοικοι που διεφυγαν επεστρεψαν συντομα, ο δε Ρωμανος ο Διογενης οταν περασε απο εκει οδευοντας για το Μαντζικερτ, εγινε δεκτης τρομερων παραπονων για την αμυντικη ανεπαρκεια των Αρμενιων καθως και για την ληστρικη τους δραση, αφου πολλοι Αρμενιοι λιποτακτες συγκροτουσαν συμμοριες και δρουσαν ανεξελεγκτα. Γεγονος ειναι, οτι μετα το 1059 η κεντρικη και αμιγως Ελληνικη Μικρα Ασια ηταν ανοικτη πλεον στις Τουρκικες εισβολες, και τα χειροτερα ερχοταν…Η δε Σεβαστεια, εμεινε Ελληνικη για λιγα χρονια ακομα, οταν καταληφθηκε οριστικα απο τις Τουρκομανικες ορδες του Εμιρη Malik- Danishmend, με λιγοτερα βεβαια θυματα, αφου την χοντρη δουλεια την ειχαν κανει οι τρεις προαφερομενοι Εμιρηδες, σχεδον 30 χρονια πριν….


Η πόλη Ανί ή Ανίον , που βρισκόταν στα σημερινά σύνορα Αρμενίας-Τουρκίας στο Καρς σε υψόμετρο 1.464 μέτρων, υπήρξε πρωτεύουσα του μεσαιωνικού βασιλείου της Αρμενίας. Ήταν γνωστή ως «η πόλη με τις 1001 εκκλησίες». Το Ανί ήταν πολύ σημαντική πόλη και είχε ισχυρά τείχη. Στην ακμή του, τον 10ο αιώνα, μπορεί ο πληθυσμός του να έφτανε τις 700.000 (!), ενώ ήταν εμπορικό σταυροδρόμι και σταθμός στον δρόμο του μεταξιού. Επιπλέον, όπως το θέτει ο Μιχαήλ Ατταλειάτης, ήταν «χαράκωμα μέγιστον και αποτροπὴ των εκείθεν εισβάλλειν μελλόντων βαρβάρων εις την Ιβηρικήν». Το 1045 το βασίλειο της Μεγάλης Αρμενίας ενσωματώθηκε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία με βάση παλιότερη συμφωνία που είχε γίνει επί των ημερών του Βασιλείου Β’ Βουλγαροκτόνου. Μετά απ’ αυτό, το Ανί έγινε η έδρα του διευρυμένου Βυζαντινού δουκάτου «Ιβηρίας και Μεγάλης Αρμενίας». Τα επόμενα χρόνια, διοικητές της επαρχίας (με τον τίτλο του «δούκα») αναλάμβαναν συνήθως Αρμένιοι ευγενείς που ακολουθούσαν το Χαλκηδόνιο δόγμα (ένας από αυτούς υπήρξε ο Κατακαλών Κεκαυμένος). Στο μεταξύ, την ίδια περίπου εποχή που έγινε η προσάρτηση της Αρμενίας είχαν ξεκινήσει και τα προβλήματα με μια πρωτοεμφανιζόμενη ορδή, τους Σελτζούκους, που το 1048 κατέστρεψαν την αρμενική πόλη Άρτζε. Οι επιδρομές εντάθηκαν ιδιαίτερα μετά το 1055 προκαλώντας ερήμωση στις βορειοανατολικές επαρχίες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1060, δούκας Ανίου έγινε ο Παγκράτιος, ο οποίος είχε ζητήσει από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ι’ Δούκα αυτή τη θέση με την υπόσχεση ότι υπό τη διοίκησή του το το δουκάτο δεν θα επιβάρυνε οικονομικά το Βυζάντιο. Ο αυτοκράτορας δέχθηκε μετά χαράς αυτή τη ρύθμιση. Ο Παγκράτιος για να αντεπεξέλθει οικονομικά επέβαλε φόρους προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του πληθυσμού και, το χειρότερο, αναγκάστηκε να κάνει περικοπές στις αμυντικές δαπάνες περιορίζοντας τον αριθμό των στρατιωτών. Σύντομα παρατηρήθηκε και έλλειψη εφοδίων λόγω της οικονομικής δυσπραγίας και γενικά δημιουργήθηκε ένα πολύ κακό κλίμα μεταξύ των ντόπιων και της Βυζαντινής διοίκησης. Το 1064 ο νέος σουλτάνος των Σελτζούκων Αλπ Αρσλάν μόλις είχε κατορθώσει να εδραιώσει την εξουσία του και επιδίωκε να διευρύνει τα όρια της επικράτειάς του αρχίζοντας από τις γειτονικές πλούσιες περιοχές της Αρμενίας και της Ιβηρίας. Ξεκίνησε προετοιμασίες για εκστρατεία εφοδιάζοντας τον στρατό του με πολιορκητικές μηχανές, για τον χειρισμό των οποίων προσέλαβε έμπειρους Άραβες και Πέρσες χειριστές. Στην εκστρατεία συμμετείχε ο γιος και διάδοχός του Μαλίκ Σαχ και ο βεζίρης Νιζάμ αλ-Μουλκ.


Ο Σουλτάνος έχοντας ως αντικειμενικό στόχο το Ανί, ακολούθησε μια κυκλωτική πορεία και αρχικά κυρίευσε τις ορεινές περιοχές βόρεια από το Ανί και στη συνέχεια πέρασε στη Γεωργία όπου νίκησε τον βασιλιά Βαγκράτ Δ’ και τον έκανε υποτελή του. Λίγο πριν ένα άλλο τμήμα του στρατού των Σελτζούκων υπό τον βεζίρη Νιζάμ αλ-Μουλκ κυρίευσε βυζαντινά φρούρια στην κοιλάδα του Αράξη και δυτικότερα. Στις αρχές Ιουλίου του 1064 τα δύο αυτά τουρκικά στρατεύματα συνέκλιναν στο Ανί. Μαζί τους ήταν και Γεωργιανές δυνάμεις υπό τον Βαγκράτ. Η πολιορκία κράτησε 25 μέρες με συνεχείς επιθέσεις από τους Τούρκους.
Οι υπερασπιστές βρισκόταν σε δεινή θέση καθώς ήταν λίγοι και ανέτοιμοι, υπήρχε έλλειψη εφοδίων, οι σχέσεις μεταξύ των ηγετών και του πληθυσμού ήταν άθλιες, ενώ υπήρχε και προσωπική έχθρα μεταξύ του Παγκρατίου και του έτερου στρατιωτικού διοικητή του Γρηγορίου Πακουριανού (που μάλλον ήταν ο δουκας της γειτονικής Θεοδοσιούπολης). Τα μόνα που θα μπορούσαν να σώσουν την πόλη ήταν τα ισχυρά τείχη της, τα οποία όμως πολύ γρήγορα υπέστησαν σοβαρές ζημιές εξαιτίας της υπονόμευσής τους από τους Τούρκους με υπόγειες σήραγγες σε συνδυασμό με τη χρήση των πολιορκητικών μηχανών. Η πόλη έπεσε στις 16 Αυγούστου 1064 όταν οι υπερασπιστές των τειχών εγκατέλειψαν τις θέσεις τους. Η Βυζαντινή φρουρά οχυρώθηκε για λίγο στην Ακρόπολη, αλλά σύντομα τράπηκε και αυτή σε φυγή. Η πόλη λεηλατήθηκε και ο πληθυσμός σφαγιάσθηκε. Ο Άραβας ιστορικός Σιβτ ιμπν αλ-Γκάβζι μεταφέροντας τις περιγραφές ενός αυτόπτη μάρτυρα, αφηγείται: Το ασκέρι μπήκε στην πόλη, έσφαξε τους ανθρώπους, λεηλάτησε, έκαψε, ερήμωσε και σκλάβωσε όλους όσοι είχαν μείνει ζωντανοί... Τα πτώματα ήταν τόσα πολλά που οι δρόμοι είχαν μπλοκάρει και κανείς δεν μπορούσε να πάει πουθενά χωρίς να πατάει πάνω τους. Ο αριθμός των αιχμαλώτων δεν ήταν μικρότερος από 50.000... Προσπάθησα να βρω ένα δρόμο στο οποίο μπορώ να περπατήσω χωρίς να πατάω σε πεθαμένους. αλλά ήταν αδύνατον...


Ο μεγάλος ασημένιος σταυρός της μητρόπολης του Ανίου αφαιρέθηκε και τοποθετήθηκε στο κατώφλι του τζαμιού του Ναχιτσεβάν (σήμερα αυτόνομη περιοχή στο Αζερμπαϊτζάν), έτσι ώστε οι πιστοί που έμπαιναν στο τζαμί να τον πατάνε. Το γεγονός προκάλεσε αγαλλίαση στους απανταχού πιστούς τους Ισλάμ. Η άλωση του Ανίου ήταν ορόσημο στις κατακτήσεις των Σελτζούκων και προκάλεσε μεγάλο σοκ στους Βυζαντινούς, ενώ έκανε εντύπωση σε όλο τον μουσουλμανικό κόσμο ανεβάζοντας κατακόρυφα το κύρος του Αλπ Αρσλάν. Η πόλη κατοικήθηκε ξανά αλλά δεν ξανάγινε ποτέ αυτό που ήταν. Το 1072 οι Σελτζούκοι πούλησαν το Ανί στους Σανταντίντ, μια Κουρδική φυλή, και μετά άλλαξε πολλές φορές χέρια. Εγκαταλείφθηκε τον 18ο αιώνα. Μέχρι πριν 100 χρόνια σώζονταν πολλά, αλλά το 1921 το μέρος ισοπεδώθηκε από τους Τούρκους.


Η φοβερη αλωση και καταστροφή της Καισαρειας, της φημισμένης Καππαδοκικης Μητρόπολης, από τους Τουρκομανους των Εμιρηδων Santuk και Afsin κατά πασα πιθανοτητα στα τελη Ιουνιου/αρχες Ιουλιου 1067. Πραγματι, ηδη από το 1064, με την αλωση του Ανιου, το ΒΑ συνορο της Αυτοκρατοριας βρισκοταν υπο καταρρευση, ενώ ηδη οι πρωτοεμφανιζόμενοι (από το 1062) στην Συρια Τουρκομανοι του δραστηριου Εμιρη Afsin “κατεστρεφαν τα παντα” (Ματθαιος Εδεσσης 45-9) και απειλουσαν ολο τον νοτιο τομεα του Μικρασιατικου συνορου ( Αντιοχεια, Εδεσσα, Ιεραπολις (Manbij), Αδανα, Ταρσος). Οι Σελτζούκοι ομως, μαζι με στιφη Τουρκομανων σε μια τρομερη επιδρομή που κρατησε 8(!) μηνες (Δεκέμβριος 1066-Ιουλιος 1067) επεδραμαν στο κεντρικο τομεα, ισοπεδώνοντας τα παντα, καιγοντας χωρια, λεηλατώντας επαύλεις και μοναστηρια, εκτελώντας μοναχους, και αρπαζοντας χιλιαδες αιχμαλωτους και ζωα σαν λεια. Η Αυτοκρατορικη αμυνα μετα την απιστευτη πολιτικη του ανεκδιηγητου Κων/νου Ι΄Δουκα βρισκοταν σε χαλια, αν όχι τραγικη κατασταση, αφου οι οικονομικες περικοπες και το εν γενει αντιστρατιωτικο πνευμα ειχαν σαρωσει το στράτευμα, που ηταν ηδη αποδυναμωμενο από τον τραγικο εμφυλιο πολεμο του 1057. Η κατασταση ηταν τετοια, ώστε ο Ατταλειατης να τραβάει τα μαλλια του γιατι “Οι στρατιώτες δεν ηταν τοσοι οσοι επρεπε να είναι, οι στρατιωτικοι καταλογοι ηταν αλαλούμ, τα οπλα και οι σημαιες τους ηταν της πλακας, ενώ οι καλυτεροι στρατιώτες ειτε αποστρατευοταν για να γινουν…δικηγοροι και γραφεις, ειτε πηγαιναν απλα στα σπιτια τους, αφου ο Αυτοκρατορας δεν “πληρωνε” ενώ ακόμα και ο “ειρηνιστής” Ψελλός διαμαρτυρόταν ότι ο Αυτοκράτορας το είχε…παραξηλωσει στις περικοπές του Στρατού. Οι μονοι βασικα που πληρωνονταν και μαλιστα ακριβα, ηταν οι περιπου 8.000 Νορμανδοι, που με τους ηγετες τους Herve Φραγκοπουλο, Robert Krispin και Rimbault εκαναν ότι μπορουσαν , αλλα μαλλον αυτό δεν ηταν αρκετο, γιατι ηταν διεσπαρμένοι σε “Ταγματα” των 500-1000 ανδρων σε μια τεραστια εκταση 150.000 τ.χλμ, από την Τραπεζουντα μεχρι την Συρια, και φυσικα δεν μπορουσαν να είναι παντου. Τα χειροτερα όμως δεν ειχαν ελθει ακομη…


Τον Ιουνιο του 1067, οι προναφερομενοι εμίρηδες με τα στρατεύματα τους (περιπου 15.000 ανδρες) μαζι με ένα στιφος από νεοφερμένους Τουρκομανους Yavgiyya υπο τις διαταγες του κοντοστουπη νεαρου Εμιρη Χρυσοσκουλου, (Xtric) επεπεσαν σαν ακριδες πανω στην Καισαρεια, της οποιας τα τειχη ηταν σε ασχημη κατασταση μετα από παραμεληση ετων, ενώ η φρουρα της δεν φαινεται να ηταν ιδιαιτερα μεγαλη. Μετα από συντομη πολιορκια, η πολη επεσε, και ακολουθησε ένα οργιο σφαγης, που συνεχιστηκε ακομα και μεσα στην ιδια την Μητροπολη του Μεγαλου Βασιλειου, έναν πραγματι περικαλλή ναο, (από τον οποιο δεν σωζεται σημερα ουτε πετρα, ενώ ο Ιππόδρομος της πολεως κειτοταν σε ερειπια οταν οι πρωτοι Σταυροφοροι εφτασαν στην πολη, το 1097). Οι Τουρκοι ηταν τοσο μανιασμένοι, ώστε έσφαξαν ανθρωπους και ζωα μεσα στον Ναο, ενώ προσπαθησαν να συλησουν και το σκηνωμα του Αγιου, που ειχε κτερισματα αμυθητης αξιας. Ηταν όμως τοσο γερα κτισμενο, που καταφεραν να παρουν μονο τα στολιδια που βρισκοταν στα προθυρα της λαρνακος, αλλα δεν μπορεσαν να προχωρησουν περισσοτερο. Εφυγαν απρακτοι, αλλα με κολοσσιαια λεια από χρυσο, ασημι, γουνες, αιχμαλωτους και ζωα, ενώ ηταν φανερο πλεον οτι η Αυτοκρατορικη αμυνα ηταν για τα μπαζα, αφου δεν λεηλατουταν πλεον μονο η μακρινη Αρμενια η τα υψιπεδα της Συριας, αλλα κανονικα Ελληνικα εδάφη, όπως ηταν η Καππαδοκια, ενώ σύντομα θα έπαιρνε σειρά η Γαλατία, Ονωριαδα, Παφλαγονία, Λυκαονια και ακόμα χειρότερα, η Φρυγία.


Τα πρώτα προβλήματα των Βυζαντινών με τους Σελτζούκους Τούρκους άρχισαν το 1046, όταν οι Σελτζούκοι εισέβαλαν στην Αρμενία. Το Βυζάντιο συνειδητοποίησε ότι οι Σελτζούκοι είχαν εξελιχθεί σε σοβαρή απειλή όταν κατέλαβαν και λεηλάτησαν πόλεις όπως το Άνι το 1064 ή την Καισάρεια το 1067. Το 1068, ο Ρωμανός Δ’ Διογένης ανέβηκε στον θρόνο του Βυζαντίου και μετά από μερικές γρήγορες στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις ξεκίνησε τις εκστρατείες κατά των Σελτζούκων. Κατά τη διάρκεια των εκστρατειών του 1068 και 1069, οι Σελτζούκοι απέφυγαν την εμπλοκή σε μάχη και ο Ρωμανός δεν μπόρεσε να πετύχει πολλά πράγματα. Το πιο σημαντικό κέρδος εκείνης της προσπάθειας ήταν ότι κατέλαβε και οχύρωσε την πόλη της Ιεράπολης στη βόρεια Συρία. Το 1070 η αρχηγία των δυνάμεων της Καππαδοκίας και των ανατολικών συνόρων ανατέθηκε στον πρωτοπρόεδρο, κουροπαλάτη, πρωτοστράτορα και στρατηγό του πολέμου Μανουήλ Κομνηνό. Ο νεαρός Μανουήλ, που ήταν ανιψιός του Ισαακίου Α΄ και αδερφός του μετέπειτα αυτοκράτορα Αλεξίου Α’. Ο Μανουήλ αντικατέστησε τον έμπιστο τού Ρωμανού Δ’ Φιλάρετο Βραχάμιο, που δεν μπόρεσε να αποσοβήσει την κατάληψη του Ικονίου.
Την ίδια περίοδο, ο Ρωμανός είχε αρχίσει διαπραγματεύσεις για σύναψη ειρήνης με τον σουλτάνο των Σελτζούκων Αλπ Αρσλάν.


Ο Μανουήλ Κομνηνός έκανε κάποιες στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή και είχε στην αρχή μικρές επιτυχίες δείχνοντας ότι έχει ικανότητες. Όμως ο Ρωμανός τού έδωσε εντολή να αποσπάσει ένα μεγάλος μέρος των δυνάμεών του για να σταλούν ενισχύσεις στην Ιεράπολη που πολιορκούσαν οι Τούρκοι. Μετά από αυτή την αποδυνάμωσή του, ο Μανουήλ Κομνηνός πληροφορήθηκε πως μια ομάδα Τουρκομάνων Ογούζων (μια από τις ορδές που συνεργαζόταν με τους Σελτζούκους) με αρχηγό τον Αρισιάγκι έκαναν επιδρομές στην περιοχή βόρεια από τη Σεβάστεια. Ο Αρισιάγκι, που στις Βυζαντινές πηγές αναφέρεται ως Χρυσόσκουλος, ήταν γαμπρός του Αλπ-Αρσλάν, αλλά φθονούσε και εποφθαλμιούσε την εξουσία του σουλτάνου των Σελτζούκων. Ο Μανουήλ Κομνηνός έσπευσε με τις λίγες δυνάμεις του εναντίον των επιδρομέων τού Χρυσόσκουλου. Μετά από μια πρώτη αψιμαχία κοντά στη Σεβάστεια, οι Τούρκοι προσποιήθηκαν ότι υποχωρούν και τρέπονται σε φυγή. Ο Βυζαντινοί χαλάρωσαν και ανυποψίαστοι πλησίασαν το εγκαταλειμμένο εχθρικό στρατόπεδο, και τότε δέχθηκαν την αιφνιδιαστική επίθεση των Τούρκων και υπέστησαν πανωλεθρία. Ο ίδιος ο Μανουήλ Κομνηνός μαζί με τους δύο γαμπρούς του, γόνους μεγάλων οικογενειών του Βυζαντίου, συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Όμως, όλως παραδόξως, ο Μανουήλ έπεισε τον Χρυσόσκουλο για τα οφέλη μιας προσωπικής του συμμαχίας με το Βυζάντιο και ο ο Χρυσόσκουλος (που προφανώς δεν ήθελε και πολύ για να πειστεί) αυτομόλησε και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Μανουήλ για συνεννοήσεις με τον αυτοκράτορα, ο οποίος του επιφύλαξε μεγάλες τιμές. Ο Σελτζούκος σουλτάνος Αλπ-Αρσλάν όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα, και γνωρίζοντας το ποιόν του Χρυσόσκλουλου, έστειλε στην Κωνσταντινούπολη τον εμίρη Αφσίν (ελλ. Αυσινάλιος ή Αψινάλιος) ο οποίος απαίτησε την παράδοση του προδότη. Ο Ρωμανός αρνήθηκε και το γεγονός αυτό έγινε η αφορμή της διακοπής των συζητήσεων για ειρήνη με τους Σελτζούκους.
Ο Αφσίν κινούμενος ανατολικά άρχισε τις λεηλασίες και καταστροφές και μεταξύ αυτών κατέστρεψε τις Χώνες στο θέμα Θρακησίων με πρωτοφανή αγριότητα (αν και σύμφωνα με αρκετούς ιστορικούς, οι Χώνες μπορεί να καταστράφηκαν πριν τη μάχη της Σεβάστειας και την αυτομόληση του Χρυσόσκουλου). Η μάχη αυτή καθ’ εαυτή δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντική, αλλά τα γεγονότα που ακολούθησαν έφεραν ραγδαία επιδείνωση στις σχέσεις Σελτζούκων – Βυζαντινών και επιτάχυναν τις εξελίξεις που οδήγησαν στην καταστροφική ήττα από τους Σελτζούκους στο Μαντζικέρτ, το επόμενο έτος. O Μανουήλ Κομνηνός συμμετείχε στην εκστρατεία στο Μανζτικέρτ, αλλά αρρώστησε και πέθανε καθ’ οδόν.
Πηγή : https://cognoscoteam.gr/η-τουρκική-λαίλαπα-στην-μικρά-ασία-η-ά/
https://cognoscoteam.gr/%CE%B7-%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%83%CE%B5%CE%B2%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BA%CE%BF/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%81%CF%84_(1054)
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_05b
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_12
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_13d
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_15

Μάχες του Μεσαιωνικού Ελληνισμού : Οι Νορμανδοί στην βυζαντινή Ιταλία

Ο Αρντουίνο (ή Αρδουίνος), ήταν Λομβαρδός μισθοφόρος και τυχοδιώκτης. Μιλούσε Ελληνικά. Ήταν ένας από τους ηγέτες των «Φράγκων» (Λομβαρδών και επιστράτων της Νοτίου Ιταλίας) οι οποίοι είχαν πολεμήσει με τους Βυζαντινούς στη Σικελία, στην εκστρατεία του Γεωργίου Μανιάκη εναντίον των Μουσουλμάνων (1038-1040).
Μετά τη μεγάλη νίκη στη μάχη των Δραγγινών, τα λάφυρα δεν μοιράστηκαν δίκαια και ο Αρντουίνο πήγε να δει τον στρατηγό, ζητώντας καλύτερη μοιρασιά για τους στρατιώτες του. Η συμπεριφορά του ήταν προσβλητική κατά των Ελλήνων και μάλιστα αρνήθηκε να επιστρέψει ένα αραβικό άλογο που είχε κρατήσει από τα λάφυρα. Ο πάντα άγριος και ευέξαπτος Μανιάκης έδωσε διαταγή να τον μαστιγώσουν. Το μαστίγωμα αυτό έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην εξέγερση των Λομβαρδών και των Νορμανδών στη Νότια Ιταλία. Η αυταρχική συμπεριφορά του Μανιάκη σε συνδυασμό με την υψηλή φορολογία που επέβαλαν οι Βυζαντινοί, συν τη δυσαρέσκεια για τη μοιρασιά της λείας, δημιούργησαν άσχημο κλίμα στο εκστρατευτικό σώμα της Σικελίας και όλοι οι Φράγκοι στον στρατό του Μανιάκη ήταν έτοιμοι να αποσκιρτήσουν. Το 1039 είχαν εξεγερθεί πρώτοι οι Κονταράτοι (ή Κονδεράτοι –οι επίστρατοι Ιταλοί αγρότες που από την αρχή δεν συμμετείχαν πολύ πρόθυμα). Η εξέγερση αυτή κατεπνίγη με σκληρότητα από τον Κατεπάνω της Ιταλίας Νικηφόρο Δοκειανό. Όμως τον επόμενο χρόνο με την αποχώρηση του Μανιάκη (ανακλήθηκε στην Κων/πολη και φυλακίστηκε), η κατάσταση κλιμακώθηκε. Οι επαναστάτες κατέλαβαν πολλές πόλεις το 1040, συμπεριλαμβανομένου του Άσκολι, όπου σκότωσαν τον Νικηφόρο Δοκειανό. Σε όλα αυτά τα γεγονότα πρωταγωνιστούσαν κυρίως Λομβαρδοί και Νορμανδοί μισθοφόροι, οι οποίοι σε αυτή τη φάση ήταν απλά τυχοδιώκτες που είχαν βρει ένα κενό εξουσίας και έκαναν πλιάτσικο. 
Ο νέος Κατεπάνω Μιχαήλ Δοκειανός προσπάθησε να ελέγξει την κατάσταση και ανέκτησε το Μπάρι, ενώ για να πάρει με το μέρος του τον Αρντουίνο, του έδωσε τον τίτλο του τοποτηρητή και τον έκανε διοικητή στο φρούριο Μέλφι στα βόρεια σύνορα της Απουλίας. Ο Αρντουίνο όμως αντί να γίνει σύμμαχος, εκμεταλλεύτηκε το νεοαποκτηθέν κύρος του για να αναζωπυρώσει την εξέγερση και να οργανώσει μια συμμαχία διαφόρων ετερόκλητων τοπικών ηγεμονίσκων που ο καθένας είχε τους λόγους του να μη θέλει τους Βυζαντινούς στη Νότια Ιταλία.
Οι πρωταγωνιστές αυτής της κίνησης ήταν οι Νορμανδοί αδελφοί ντ΄Ωτβίλ (διακριθέντες στον στρατό του Μανιάκη), ο Αργυρός του Μπάρι (Λομβαρδός με ελληνική παιδεία, τέως Βυζαντινός αξιωματούχος), ο πρίγκιπας του Σαλέρνο Guaimario IV (πρώην σύμμαχος και υπόσπονδος του Βυζαντίου), ο Νορμανδός Rainulfo Drengot (Νορμανδός κόμης της Aversa) και o Λομβαρδός πρίγκιπας του Benevento. Βλέποντας ότι η εξέγερση έπαιρνε διαστάσεις, ο Μιχαήλ Δοκειανός συγκέντρωσε πρόχειρα έναν στρατό αποτελούμενο από ένα απόσπασμα Βαράγγων και μονάδες του τάγματος του Οψικίου και του στρατού του θέματος Θρακησίων. Δεν μπορούσε να μαζέψει περισσότερους, γιατί ο πόλεμος στη Σικελία εναντίον των Σαρακηνών συνεχιζόταν και μάλιστα με πολύ σοβαρά προβλήματα. Με αυτό το λιγοστό στράτευμα έφυγε από το Μπάρι και αρχικά απώθησε τους στασιαστές. Μετά τους κυνήγησε προς το Άσκολι Σατριάνο.
Η σύγκρουση έλαβε χώρα στους πρόποδες του βουνού (και ανενεργού ηφαιστείου) Βουλτούρε, κοντά στον ποταμό Ολιβέντο (άγνωστος σήμερα), λίγα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά από το κάστρο του Μέλφι και δυτικά από την πόλη Venosa. Οι στασιαστές είχαν 700 ιππείς και 500 πεζούς. Επικεφαλής τους σε αυτή τη μάχη ήταν ο Αρντουίνο (των Λομβαρδών) και ο Γουλιέλμος ντ’ Ωτβίλ ή Αλταβίλλα (των Νορμανδών). Οι υπόλοιποι επιφανείς άρχοντες που υποστήριζαν την κίνηση προτίμησαν να μην εκδηλώσουν –ακόμα– ανοιχτά ότι αντιμάχονται τους Βυζαντινούς και έμειναν στο παρασκήνιο. Οι στασιαστές παρέταξαν το ιππικό στο κέντρο, με το πεζικό στα πλευρά. Οι Βυζαντινοί εξαπέλυσαν αρκετά κύματα επιθέσεων κατά του ιππικού των στασιαστών. Όμως, οι Νορμανδοί αμύνθηκαν και αντεπιτέθηκαν, νικώντας τους Βυζαντινούς με μια αποφασιστική επέλαση του ιππικού. Τα Ελληνικά τμήματα σκορπίστηκαν και υποχώρησαν άτακτα. Ο ίδιος ο Κατεπάνω μόλις και μετά βίας κατάφερε να ξεφύγει ζωντανός. Οι Βυζαντινοί ιστορικοί μιλούν με τα χειρότερα λόγια για τον Μιχαήλ Δοκειανό. Αναφέρουν ότι εξαιτίας της κακής του συμπεριφοράς, της αλαζονείας και της σκληρότητάς του αποξενώθηκαν οι σύμμαχοι Νορμανδοί και Λομβαρδοί του στρατού του Μανιάκη και πήρε διαστάσεις η εξέγερση. Μάλιστα, αποδίδουν σε αυτόν και όχι στον Μανιάκη τη διαταγή για τη μαστίγωση του Αρδουίνου. Πρέπει να πούμε ότι σίγουρα ο Δοκειανός είχε μερίδιο της ευθύνης, αλλά τα γεγοντότα είχαν ξεκινήσει πριν τον ερχομό του. Ήταν η πρώτη από μια σειρά επιτυχιών που πέτυχαν οι Νορμανδοί εναντίον των Βυζαντινών κατά τη διάρκεια της κατάκτησης της νότιας Ιταλίας. Μετά τη μάχη αυτή, κατέλαβαν το Άσκολι, τη Βενόζα και άλλες πόλεις της Απουλίας. Ακολούθησαν και άλλες νίκες των Λομβαρδών-Νορμανδών επί των Βυζαντινών. Το Ολιβέντο ήταν η αρχή.
Η γενικευμένη δυσαρέσκεια (λόγω φόρων κυρίως) στη Νότια Ιταλία εναντίον του Βυζαντίου είχε αρχίσει να εκδηλώνεται τουλάχιστον από το 1039. Το 1040 πήρε τη μορφή ένοπλης εξέγερσης που έπαιρνε διαστάσεις σιγά-σιγά. Μετά τις πρώτες επιτυχίες φούντωσε, ειδικά όταν ο Μανιάκης ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Μιλάμε για «στάση» και «εξέγερση», επειδή οι Λομβαρδοί και οι Νορμανδοί που συμμετείχαν ήταν υπήκοοι ή υπόσπονδοι ή σύμμαχοι των Βυζαντινών μέχρι τότε. Μάλιστα οι εκ των πρωταγωνιστών της εξέγερσης, ο Λομβαρδός Αρντουίνο και ο Νορμανδός Γουλιέλμος ντ΄Ωτβίλ είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες τους και είχαν διακριθεί στον Βυζαντινό στρατό του Μανιάκη στην εκστρατεία της Σικελίας.
Στη μάχη του Ολιβέντο τον Μάρτιο του 1041, η νίκη των στασιαστών επί ενός ανεπαρκούς Βυζαντινού στρατού είχε σαν αποτέλεσμα να διευρυνθεί η υποστήριξη που είχαν από τους υπόλοιπους Φράγκους & Λατίνους και να διπλασιαστεί η στρατιωτική τους δύναμη. Επιπλέον οι διάφοροι ευγενείς που στήριζαν την κίνηση ξεθάρρεψαν και εκδήλωσαν ανοιχτά την υποστήριξή τους. Αρχηγός των στασιαστών εξελέγη τώρα ο Ατενόλφο, αδερφός του Λομβαρδού πρίγκιπα του Μπενεβέντο (μέχρι τότε η πρωτοκαθεδρία δεν ήταν ξεκάθαρη και ήταν υπόθεση μισθοφόρων και ανθρώπων ταπεινής καταγωγής όπως ο Αρντουίνο). Ο Κατεπάνω Ιταλίας Μιχαήλ Δοκειανός, μετά την αποτυχία του στη μάχη του Ολιβέντο, προσπάθησε να οργανωθεί καλύτερα παίρνοντας μονάδες από τον στρατό που ήταν στη Σικελία, μεταξύ των οποίων το απόσπασμα των Βαράγγων, αρχηγός των οποίων ήταν ο Χάρλαντ Χαντράντε (που αργότερα έγινε βασιλιάς και εθνικός ήρωας της Νορβηγίας). Ο Δοκειανός κινήθηκε εναντίον των στασιαστών για να πάρει ρεβάνς για την προηγούμενη ήττα του. Τον συνόδευαν για λόγους εξύψωσης του ηθικού και δύο Έλληνες επίσκοποι της Ιταλίας.
Οι Βυζαντινοί συνάντησαν τον στρατό των Νορμανδών και Λομβαρδών κάτω από το βουνό Ματζιόρε και δίπλα στον ποταμό Οφάντο. Όχι πολύ μακριά βρίσκεται η τοποθεσία της μάχης των Καννών του 1018 όπου τότε οι Βυζαντινοί είχαν κατατροπώσει Νορμανδούς και Λομβαρδούς. Ο στρατός των στασιαστών εκτιμάται ότι ήταν περίπου 2.000 εκ των οποίων οι 700 ήταν Νορμανδοί ιππότες. Αρχηγός είχε εκλεγεί ο Γουλιέλμος ντ΄Ωτβίλ ο Σιδηρόχειρ(1) (για τους Νορμανδούς) και ο Ατενόλφο (για τους Λομβαρδούς). Ο Βυζαντινός στρατός ήταν πολύ μεγαλύτερος, αλλά δεν έφτανε τις 18.000 όπως ισχυρίζονται δυτικές πηγές εκείνης της εποχής (Annales barenses–Τα Χρονικά του Μπάρι). Επικεφαλής ήταν ο ίδιος ο Κατεπάνω Μιχαήλ Δοκειανός. Οι Νορμανδοί επιτέθηκαν κατά των Βυζαντινών σε σχηματισμό δόρατος. Οι Βυζαντινοί είχαν παραταχθεί σε δύο σειρές. Το σιδερόφρακτο Νορμανδικό ιππικό έσπασε την πρώτη γραμμή, η οποία έπεσε πάνω στην δεύτερη και προκάλεσε πλήρη αταξία στους Βυζαντινούς. Ο Γουλιέλμος υπέφερε από πυρετό και στην αρχή παρακολουθούσε τη μάχη από ένα λόφο. Όμως, παρασύρθηκε από τον βίαιο ενθουσιασμό των ανδρών του και όρμησε στην μάχη κι αυτός.
Σύντομα η μάχη μετατράπηκε σε σφαγή. Ο Βυζαντινός στρατός ετράπη σε άτακτη φυγή και πολλοί στρατιώτες –μαζί και οι δύο επίσκοποι– πνίγηκαν στην προσπάθειά στους να περάσουν το ποτάμι. Ο ίδιος ο Μιχαήλ Δοκειανός κινδύνεψε καθώς έπεσε από το άλογό του, αλλά τελικά σώθηκε. 
Η νίκη αποδίδεται κυρίως στην παρουσία και τη μαχητικότητα του Νορμανδικού ιππικού που εκείνη την εποχή (όπως φάνηκε και από τα γεγονότα στις επόμενες δεκαετίες –σε πολλά μέτωπα) είχαν εξελιχτεί σε φοβερούς πολεμιστές, με άνευ προηγουμένου αποτελεσματικότητα στο πεδίο της μάχης. Τα λάφυρα στο τέλος της μάχης ήταν πολλά. Στα χέρια των Νορμανδών έπεσαν πολλά όπλα, σκηνές, υποζύγια, πολύτιμα σκεύη. Το κέρδος δεν είχε να κάνει μόνο με τον εξοπλισμό. Τα πολλά λάφυρα ήταν πόλος έλξης για περισσότερους μισθοφόρους και περιπλανώμενους τυχοδιώκτες που έσπευδαν να πυκνώσουν τις τάξεις των στασιαστών κατά του Βυζαντίου. Όλοι αυτοί δεν είχαν τόσο πρόβλημα με το Βυζάντιο, αλλά έβλεπαν μια καλή ευκαιρία να συμμετάσχουν στο πλιάτσικο των πλούσιων Βυζαντινών περιοχών. Μετά τη μάχη ο Μιχαήλ υποχώρησε στο Μπάρι. Σύντομα αντικαταστάθηκε από τον Εξακουστό Βοϊωάννη, αλλά οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν ξανά μετά από λίγους μήνες. Οι Νορμανδοί που είχαν πάρει τα ηνία από τους Λομβαρδούς έθεταν τις βάσεις για πλήρη επικράτηση στη Νότια Ιταλία. Το Μοντεματζιόρε είναι η πρώτη πράξη στη μακραίωνη διαμάχη των Νορμανδών με το Βυζάντιο.
Μετά από δύο απανωτές ήττες από τους στασιαστές Νορμανδούς και Λομβαρδούς, ο Κατεπάνω της Ιταλίας Μιχαήλ Δοκειανός αντικαταστάθηκε από τον Εξακουστό Βοϊωάννη, γιο του παλιού, ένδοξου Κατεπάνω Βασιλείου Βοϊωάννη ή Βουγιάννη (1017-1027). Ο Εξακουστός Βοϊωάννης δεν μπόρεσε να οργανώσει μεγαλύτερο στρατό από αυτόν που είχε ο Δοκειανός στο Μοντε Ματζιόρε τον περασμένο Μάιο. Πήρε λίγες ακόμα μονάδες από το εκστρατευτικό σώμα της Σικελίας , που έτσι αποδυναμώθηκε ακόμα περισσότερο. Είχε ήδη μαζί του ένα απόσπασμα Βαράγγων, ό,τι είχε απομείνει από την προηγούμενη μάχη. Σύμφωνα με το Χρονικό του Μπάρι, τον Βυζαντινό στρατό συμπλήρωνε ένα χαμηλού επιπέδου συνονθύλευμα που το αποτελούσαν Παυλικανοί, στρατιώτες του θέματος Μακεδονίας και Έλληνες της Καλαβρίας. Σημειωτέον, όλοι ήταν ήδη τρομοκρατημένοι από την επιθετική δεινότητα των Νορμανδών. Ο Βοϊωάννης συγκέντρωνε το στρατό του στο Μοντεπελόζο μια οχυρωμένη πόλη στο μέσο της απόστασης ανάμεσα στο Μπάρι και το κάστρο του Μέλφι (που ήταν το κέντρο επιχειρήσεων των στασιαστών). Οι Νορμανδοί βγήκαν από το Μέλφι και ήρθαν πιο νότια, στο Καστέλο του Μόντε Σέρικο (ή «Μόντε Σιρίκολο», όπως αναφέρεται στις ιστορικές πηγές).
Οι Βυζαντινοί ήταν προφυλαγμένοι πίσω από την οχύρωση του Μοντεπελόζο και αρχικά δεν τόλμησαν να επιδιώξουν μια σύγκρουση. Όμως οι στασιαστές έκοψαν τον εφοδιασμό προς το ελληνικό στρατόπεδο και έτσι εκβίασαν τη μάχη. Οι Βυζαντινοί βγήκαν από την πόλη και συνάντησαν τους αντιπάλους ανάμεσα στους λόφους Μοντεπελόζο και Μόντε Σιρίκολο. Σύμφωνα με το εντελώς «ανθελληνικό» Χρονικό του Μπάρι, ο Βυζαντινός στρατός αριθμούσε περί τους 10.000 ενώ οι αντίπαλοι ήταν μόνο 700 Νορμανδοί ιππότες. Οι αριθμοί αυτοί είναι μάλλον υπερβολικοί αλλά σίγουρα οι Βυζαντινοί ήταν πολύ περισσότεροι. Αρχηγός των Νορμανδών ήταν ο Γουλιέλμος ντ΄Ωτβίλ ή Αλταβίλλας, ενώ δεν είναι βέβαιο αν συμμετείχε στη μάχη ο γενικός αρχηγός των στασιαστών, ο Λομβαρδός Ατενόλφο. Αυτή τη φορά η μάχη ήταν πιο σκληρή και κράτησε ολόκληρη τη μέρα. Στο τέλος οι Νορμανδοί επικράτησαν και πάλι. Οι απώλειες των Βυζαντινών ήταν πολύ βαριές. Ο ίδιος ο Κατεπάνω Εξακουστός Βοϊωάννης πιάστηκε αιχμάλωτος και αφέθηκε αργότερα ελεύθερος μετά από καταβολή λύτρων.
Από τις Βυζαντινές κτήσεις της Ιταλίας είχαν μείνει πια (μετά την μεταμέλεια του Αργυρού) μόνο 4 παραλιακές πόλεις: Το Βάριο, το Βρινδήσιον, Ρήγιον, και ο Τάραντας.
Μετά τη μάχη η εξέγερση έληξε, επειδή αφενός οι Βυζαντινοί είχαν νικηθεί και αφετέρου επειδή ο Ατενόλφο πήρε όλο το ποσό των λύτρων του Βοϊωάννη και έφυγε στο Μπενεβέντο αφήνοντας πίσω τους αγανακτισμένους Νορμανδούς, οι οποίοι κυριάρχησαν στην ενδοχώρα της Απουλίας με κέντρο το Μέλφι. Την άνοιξη του 1042 κατέλαβαν το Μπάρι και ανακήρυξαν τον Αργυρό «Δούκα Ιταλίας». Ο Αργυρός αργότερα πήγε με τους Βυζαντινούς και έγινε Κατεπάνω Ιταλίας, έτσι το Κατεπανίκιον έμεινε Βυζαντινό για λίγο ακόμα.
Μέχρι το 1060, μερικές μόνο παραθαλάσσιες πόλεις της Απουλίας ήταν ακόμη σε Βυζαντινά χέρια: κατά τη διάρκεια των προηγουμένων δεκαετιών, οι Νορμανδοί είχαν αυξήσει την κατεχόμενη επικράτειά τους στη Νότια Ιταλία και τώρα σκόπευαν να εκδιώξουν πλήρως τους Βυζαντινούς από τη χερσόνησο, πριν επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στην κατάκτηση της Σικελίας. Μεγάλες στρατιωτικές μονάδες εκκλήθησαν από τη Σικελία και υπό τον κόμη Γκοφρουά του Κονβερσάνο πολιόρκησαν το Ότραντο. Η επόμενη κίνηση ήταν η άφιξη του Ροβέρδου Γυισκάρδου(1), με ένα μεγάλο στρατιωτικό σώμα, ο οποίος και έστησε πολιορκία στο Βυζαντινό Μπάρι στις 5 Αυγούστου 1068.
Ο Αυτοκράτορας Ρωμανός Δ’ Διογένης, όρισε νέο Κατεπάνω(2), τον Αβαρτουτέλη, τον οποίο απέστειλε στο Μπάρι, αφού του παρέδωσε στόλο με άνδρες και προμήθειες. Ο Βυζαντινός στόλος κατέπλευσε στην πόλη στις αρχές του 1069, όμως στο μεταξύ ένα Βυζαντινό στράτευμα είχε ηττηθεί από τους Νορμανδούς, οι οποίοι κατέλαβαν την Γκράβινα και το Ομπιάνο. Ο Ροβέρδος δεν επέστρεψε αμέσως στο Μπάρι, και τον Ιανουάριο του 1070 κινήθηκε προς το Μπρίντιζι, για να βοηθήσει τις Νορμανδικές δυνάμεις που τότε πολιορκούσαν το παραθαλάσσιο αυτό φρούριο. Το Μπρίντιζι παραδόθηκε το φθινόπωρο του 1070. Η κατάσταση στο Μπάρι έγινε κρίσιμη, ενώ ο πληθυσμός υπέφερε από την πείνα. Ο Ρωμανός Δ’ έκανε μια ύστατη προσπάθεια να σώσει το Μπάρι στέλνοντας έναν στόλο 20 πλοίων με επικεφαλής τον Νορμανδό αποστάτη Γκοσελίν. Μαζί του ήταν και ο νέος κατεπάνω Ιταλίας Στέφανος Πατεράνος. Οι Νορμανδοί αντιμετώπισαν με επιτυχία τα Βυζαντινά καράβια στα ανοιχτά ενώ αιχμαλώτισαν τον Γκοσλίν. Ο Πατεράνος κατόρθωσε τελικά να φτάσει στο Μπάρι όπου διαπίστωσε ιδίοις όμμασι ότι η κατάσταση ήταν απελπιστική. Μετά κι από αυτήν την αποτυχημένη προσπάθεια να ανεφοδιαστεί και να ενισχυθεί η πόλη, οι κάτοικοι αναγκάσθηκαν να διαπραγματευθούν. Οι Νορμανδοί προσέφεραν ικανοποιητικές συνθήκες και το Μπάρι παραδόθηκε τον Απρίλιο του 1071. Η πτώση του Μπάρι ήταν ένα ορόσημο. Αυτό ήταν το τέλος της Βυζαντινής (Ελληνικής) παρουσίας στην Ιταλία. Οι Βυζαντινοί έκαναν μια προσπάθεια να επιστρέψουν 90 χρόνια μετά, το 1155-1156 και επανέκτησαν προσωρινά μερικές πόλεις στην Απουλία, αλλά εκδιώχθηκαν οριστικά μετά από λίγο.
Το 1147 ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός χρειάστηκε να αντιμετωπίσει για άλλη μια φορά την επιθετικότητα των Νορμανδών, όταν ο Ρογήρος Β’(1) της Σικελίας έστειλε τον στόλο του να καταλάβει την Κέρκυρα και λεηλάτησε τη Θήβα και την Κόρινθο. Ο Μανουήλ ανακατέλαβε τα εδάφη το 1149, αλλά οι Νορμανδοί παρέμεναν σοβαρή απειλή. Ο θάνατος του Ρογήρου Β’ τον Φεβρουάριο του 1154 (τον διαδέχτηκε ο Γουλιέλμος Α’ ο «Κακός»), ενεθάρρυνε τον Μανουήλ να εκμεταλλευτεί την αστάθεια στην Ιταλική χερσόνησο. Ο Μανουήλ Α΄ έστειλε τους Μιχαήλ Παλαιολόγο και Ιωάννη Δούκα (αμφότεροι είχαν τον υψηλό αυτοκρατορικό τίτλο του Σεβαστού), με Βυζαντινά στρατεύματα, 10 πλοία και άφθονο χρυσό να εισβάλλουν στην Απουλία. Η εκστρατεία πέτυχε γρήγορα θεαματικά αποτελέσματα, καθώς ολόκληρη η Νότια Ιταλία επαναστάτησε κατά του Σικελικού Στέμματος. Ο Μανουήλ είχε επίσης την υποστήριξη του Πάπα, καθώς οι Πάπες ουδέποτε είχαν καλές σχέσεις με τους απρόβλεπτους Νορμανδούς της Σικελίας. Η πόλη του Μπάρι, η οποία ήταν στο παρελθόν η πρωτεύουσα του Βυζαντινού Κατεπανάτου της Νότιας Ιταλίας για αιώνες πριν την άφιξη των Νορμανδών, άνοιξε τις πύλες της στον στρατό του Αυτοκράτορα, και οι κατενθουσιασμένοι κάτοικοι κατέστρεψαν το Νορμανδικό κάστρο. Μετά την πτώση του Μπάρι, οι πόλεις Τράνι, Άντρια, Τάραντο και Μπρίντιζι κατελήφθησαν επίσης, ενώ ο Γουλιέλμος Α’ που κατέφθασε με τον στρατό του (που περιλάμβανε και 2.000 ιππότες) κατανικήθηκε. Οι Βυζαντινοί κατόρθωσαν να επιστρέψουν μετά από 90 χρόνια στη Νότια Ιταλία. Δυστυχώς αυτή η επιτυχία δεν κράτησε πολύ, καθώς εκδιώχτηκαν οριστικά σε ένα χρόνο.
Ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός μετά τον θάνατο του βασιλιά της Σικελίας Ρογήρου Β’ τον Φεβρουάριο του 1154 (τον διαδέχτηκε ο Γουλιέλμος Α’ ο «Κακός»), αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να πάρει εκδίκηση από τους Νορμανδούς. Έστειλε τους Μιχαήλ Παλαιολόγο και Ιωάννη Δούκα (αμφότεροι είχαν τον υψηλό αυτοκρατορικό τίτλο του Σεβαστού), με Βυζαντινά στρατεύματα, 10 πλοία και άφθονο χρυσό να εισβάλλουν στην Απουλία (1155). Η εκστρατεία σημείωσε εκπληκτικά γρήγορη πρόοδο, καθώς ολόκληρη η Νότια Ιταλία επαναστάτησε κατά της Νορμανδικής κυριαρχίας. Ο Μανουήλ είχε επίσης την υποστήριξη του Πάπα, καθώς οι Πάπες ουδέποτε είχαν καλές σχέσεις με τους απρόβλεπτους Νορμανδούς της Σικελίας. Η πόλη του Μπάρι, η οποία ήταν στο παρελθόν η πρωτεύουσα του Βυζαντινού Κατεπανάτου της Νότιας Ιταλίας για αιώνες πριν την άφιξη των Νορμανδών, άνοιξε τις πύλες της στον στρατό του Αυτοκράτορα, και οι κατενθουσιασμένοι κάτοικοι κατέστρεψαν το Νορμανδικό κάστρο. Μετά την πτώση του Μπάρι, οι πόλεις Τράνι, Άντρια, Τάραντο και Μπρίντιζι κατελήφθησαν επίσης, ενώ ο Γουλιέλμος Α’ που κατέφθασε με τον στρατό του (που περιλάμβανε και 2.000 ιππότες) κατανικήθηκε. Όμως, μετά τις αρχικές επιτυχίες, άρχισαν τα προβλήματα. Ο Βυζαντινός διοικητής Μιχαήλ Παλαιολόγος είχε δυσαρεστήσει τους συμμάχους με την συμπεριφορά του. Και τούτο επηρέασε την εκστρατεία, καθώς ο κόμης Ροβήρος Γ’ του Λοριτέλλο αρνήθηκε να συνεχίσει να επικοινωνεί μαζί του. Αν και οι δυο τους συνεννοήθηκαν τελικά, η εκστρατεία είχε χάσει μέρος της ορμής της. Ο Μιχαήλ σύντομα ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και η απουσία του αποδείχθηκε μεγάλη απώλεια για την εκστρατεία.
Το σημείο καμπής για την όλη επιχείρηση στη Νότια Ιταλία ήταν η μάχη του Μπρίντιζι (ελληνική ονομασία: Βρινδήσιον). Οι Νορμανδοί της Σικελίας εξαπέλυσαν μεγάλη αντεπίθεση στο Μπρίντιζι, τόσο από την ξηρά όσο και από τη θάλασσα. Με την προσέγγιση του εχθρού, οι μισθοφόροι που είχαν προσληφθεί χάρη στο χρυσάφι του Μανουήλ, απαίτησαν τεράστιες αυξήσεις στην πληρωμή τους. Όταν αυτό δεν έγινε δεκτό, λιποτάκτησαν. Ακόμη και οι τοπικοί Βαρώνοι άρχισαν να εγκαταλείπουν και σύντομα ο Ιωάννης Δούκας έμεινε με απελπιστικά εις βάρος του αριθμητικό μειονέκτημα. Η άφιξη του Αλεξίου Κομνηνού Βρυένιου με αριθμό πλοίων δεν βελτίωσε πολύ την κατάσταση των Βυζαντινών. Η ναυμαχία έληξε υπέρ των Σικελών, ενώ οι Βυζαντινοί διοικητές Ιωάννης Δούκας και Αλέξιος Βρυένιος (μαζί με 4 πλοία) πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο Γουλιέλμος ανακατέλαβε όλα τα εδάφη που είχε χάσει προηγουμένως στην Απουλία και βάδισε κατά του Μπενεβέντο. Ο Πάπας Ανδριανός Δ’ υποχρεώθηκε να τον αναγνωρίσει. Δύο χρόνια αργότερα, ο Μανουήλ Α’ αναγκάστηκε να συνάψει ειρήνη και να αποσυρθεί από την Ιταλία. Έτσι οι Βυζαντινοί έφυγαν για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ.
Πηγή : https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_07
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_08
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_09
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_14
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c12_03
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c12_04

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

Φρούραρχος Μιχαήλ Σπανός : Ο πραγματικός ιδρυτής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Μέρος Α)

Οι νομάδες Τούρκοι, που αργότερα έγιναν γνωστοί ως Οθωμανοί, προέρχονταν από την Κεντρική Ασία. Ωθούμενοι από τους Μογγόλους, μετακινήθηκαν προς τα δυτικά και εγκαταστάθηκαν κοντά στην Προύσα (1281). Η μικροσκοπική αυτή ηγεμονία προσέλκυσε πλήθος από μισθοφόρους που αναζητούσαν λάφυρα και από καλλιεργητές που αναζητούσαν κτήματα. Ιδρυτής του Οθωμανικού κράτους θεωρείται ο Οσμάν ή Οθμάν (1289-1326), ο οποίος έκανε τις πρώτες κατακτήσεις, αξιοποιώντας τον παλιό ισλαμικό θεσμό των γαζήδων (φανατικών πολεμιστών της πίστης). Οι κατακτήσεις του Οσμάν διευκολύνθηκαν από τη διάλυση των βυζαντινών ακριτικών σωμάτων μετά το 1261. Η πρώτη νικηφόρα σύγκρουση του Οσμάν με τα βυζαντινά στρατεύματα έγινε το 1301 κοντά στην Προύσα. Το 1326 η Προύσα καταλήφθηκε από τον Ορχάν, διάδοχο του Οσμάν, ο οποίος την έκανε πρωτεύουσά του.
Ο Οσμάν Α΄ ή Οσμάν Γαζής (Ghazi σημαίνει "ιερός πολεμιστής"), (1258 - 1326) ήταν ιδρυτής και σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γεννήθηκε στο χωριό Θηβάσιο (Söğüt) της Βιθυνίας. Ήταν γιος του Τούρκου φύλαρχου Ερτογρούλ και της Χαλιμέ Χατούν. Ο πατέρας του ήταν αρχηγός της νομαδικής φυλής των Καγί ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Θηβάσιο αφού μετανάστευσε με την φυλή και την οικογένειά του από τη Αρμενία (ενδιάμεσο σταθμό μεταξύ Κεντρικής Ασίας, Περσίας και Βυζαντινής αυτοκρατορίας). Μετά τον θάνατο του πατέρα του έγινε Μπέης. Σε νεαρή ηλικία, ο Οσμάν, επιτέθηκε εναντίον του βυζαντινού φρουρίου της Αγγελοκώμης (İnegöl), το οποίο και κατέλαβε. Έγινε στρατηγός του Σελτζούκου σουλτάνου Μαχσούντ Β΄ και στη συνέχεια, μετά τον θάνατο του τελευταίου, έγινε ηγεμόνας της Βιθυνίας. Το 1299 αυτοανακηρύχτηκε Σουλτάνος του δικού του ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο έδωσε το όνομα του. Σταδιακά άρχισε να επεκτείνει την κυριαρχία του, αρχικά στην περιοχή του Μαρμαρά και αργότερα στη Μικρά Ασία. Πολιόρκησε την Προύσα, την οποία τελικά κατέλαβε ο γιος του Ορχάν στις 6 Απριλίου 1326. Η πρωτεύουσα του κράτους του ήταν το Καρά Χισάρ (Μαύρο Κάστρο?) ενώ είχε κόψει νομίσματα τα οποία έφεραν το όνομά του. Απεβίωσε το 1326 ενώ πολιορκούσε την βυζαντινή πόλη Προύσα σε ηλικια 68 ετων. 
Η βυζαντινή και οθωμανική κουλτούρα είναι ένα πολιτισμικό συνεχές κατά τον Αχμέτ Ερτούγκ, μία φυσιογνωμία του εκδοτικού χώρου. Πριν πέσει η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, οι βυζαντινοί άρχοντες ζούσαν στην περιοχή της Προύσας και πάντρευαν τις θυγατέρες τους με Οθωμανούς πρίγκιπες. Εχω πεισθεί ότι αυτές οι ευγενείς γυναίκες επηρέασαν τους συζύγους τους ώστε να ακολουθήσουν τα πρότυπα πλούτου και αρχιτεκτονικής που έθετε η Κωνσταντινούπολη.
Από παλιά βυζαντινή οικογένεια –το εξισλαμισθέν όνομά της σημαίνει Ουρανός– ο ιδρυτής της δυναστείας, Γαζή Εβρενός, μαζί με έναν άλλο Βυζαντινό αξιωματούχο, τον Κιοσέ [Σπανός, στα ελληνικά] Μιχαήλ, συνέπηξαν στη Βιθυνία «ανίερη συμμαχία» με τον πρώτο σουλτάνο Οσμάν, τον γενάρχη της δυναστείας, και από μιαν άποψη υπήρξαν συνιδρυτές της Αυτοκρατορίας των Οθωμανών.
Στην οργάνωση του νέου κρατιδίου, των Οθωμανών Τούρκων, θα βοηθήσει σημαντικά και καταλυτικά ένας Βυζαντινός αξιωματούχος, Μιχαήλ Σπανός, γνωστός ως Κιοσέ Μιχαήλ , διοικητής του φρουρίου της Κερμεγκίας (Chirmenkia) στη Βιθυνία (σημερινό Harmankaya), ο οποίος συνελήφθη αιχμάλωτος από τον Οσμάν, ωστόσο γίνεται στενός φίλος και συνεργάτης του Οσμάν. Ο Μιχαήλ μαζί με τον υπόλοιπο πληθυσμό του φρουρίου ασπάστηκαν το Ισλάμ, ακολουθώντας την κύρια πολιτική του Οσμάν, η οποία ήταν ο εξισλαμισμός του Βυζαντινού Πληθυσμού και κυρίως αξιωματούχων. Ήταν ο πρώτος σημαντικός βυζαντινός αποστάτης και εξισλαμισμένος αξιωματούχος που μπήκε στην Οθωμανική υπηρεσία. Είναι επίσης γνωστός ως Gazi Mihal και Abdullah Mihal Gazi. Ο Μιχαήλ Σπανός ήταν Έλληνας στην καταγωγή και κυβερνήτης της Κερμεγκίας. Το κάστρο του ήταν στις πλαγιές του Βιθυνικου Ολύμπου (Uludağ) στην Βηλοκώμη (Bilecik). Πρίν τον εξισλαμισμό διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον φύλαρχο Οσμάν, ήταν σύμμαχος του στο πόλεμο και ήταν ηγέτης του τοπικού ελληνικού πληθυσμού. Επίσης ήταν σύμβουλος και διπλωματικός αντιπρόσωπος του Οσμάν. Ο εξισλαμισμός του έγινε μεταξύ 1304 και 1313, την εποχή της εκστρατείας των Καταλανών εναντίον των Τούρκων στην Μικρά Ασία ή λίγο αργότερα. Μέχρι την κατάκτηση της Παρούσας, της πρώτης μεγάλης πόλης που κατέκτησαν και πρώτης πρωτεύουσας των Τούρκων, ο Μιχαήλ Σπανός έπαιξε σημαντικό ρόλο σαν διπλωματικός αντιπρόσωπος του διαδόχου σουλτάνου, του Ορχάν. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην δημιουργία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ίδρυσε δυναστεία δική του μέσα στο νέο κράτος, τους Mihaloğlu που ήταν διάσημοι τους πρώτου αιώνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (15-16ος αιώνας). Ήταν πολιτικά και στρατιωτικά δυνατή οικογένεια στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Αλλά δεν ανέβηκαν στην κορυφή της ιεραρχίας. Ο εγγονός του Μιχαήλ Σπανού λεγόταν Ghazi Mihal Bey, κρατώντας το ελληνικό όνομα του παππού του. Στις 5 Δεκεμβρίου 2020, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας ανακοίνωσε ότι το σπαθί του Μιχαήλ Σπανού καταγράφηκε ως το παλαιότερο οθωμανικό χειροποίητο τεχνούργημα και μεταφέρθηκε στο Στρατιωτικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης.
https://www.google.gr/amp/s/www.kathimerini.gr/opinion/996843/en-thessaloniki/amp/
http://turkeyhistory.blogspot.com/2013/03/blog-post_19.html?m=1
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CF%83%CE%BC%CE%AC%CE%BD_%CE%91%CE%84
https://en.m.wikipedia.org/wiki/K%C3%B6se_Mihal
https://www.google.gr/amp/s/www.kathimerini.gr/culture/278632/vyzantio-kai-othomanoi-einai-mia-synecheia/amp/
http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2698/Istoria_B-Lykeiou_html-empl/index4_6.html

Φρούραρχος Μιχαήλ Σπανός : Ο πραγματικός ιδρυτής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Μέρος Β)

Οι νομάδες Τούρκοι, που αργότερα έγιναν γνωστοί ως Οθωμανοί, προέρχονταν από την Κεντρική Ασία. Ωθούμενοι από τους Μογγόλους, μετακινήθηκαν προς τα δυτικά και εγκαταστάθηκαν κοντά στην Προύσα (1281). Η μικροσκοπική αυτή ηγεμονία προσέλκυσε πλήθος από μισθοφόρους που αναζητούσαν λάφυρα και από καλλιεργητές που αναζητούσαν κτήματα. Ιδρυτής του Οθωμανικού κράτους θεωρείται ο Οσμάν ή Οθμάν (1289-1326), ο οποίος έκανε τις πρώτες κατακτήσεις, αξιοποιώντας τον παλιό ισλαμικό θεσμό των γαζήδων (φανατικών πολεμιστών της πίστης). Οι κατακτήσεις του Οσμάν διευκολύνθηκαν από τη διάλυση των βυζαντινών ακριτικών σωμάτων μετά το 1261. Η πρώτη νικηφόρα σύγκρουση του Οσμάν με τα βυζαντινά στρατεύματα έγινε το 1301 κοντά στην Προύσα. Το 1326 η Προύσα καταλήφθηκε από τον Ορχάν, διάδοχο του Οσμάν, ο οποίος την έκανε πρωτεύουσά του.
Ο Οσμάν Α΄ ή Οσμάν Γαζής (Ghazi σημαίνει "ιερός πολεμιστής"), (1258 - 1326) ήταν ιδρυτής και σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γεννήθηκε στο χωριό Θηβάσιο (Söğüt) της Βιθυνίας. Ήταν γιος του Τούρκου φύλαρχου Ερτογρούλ και της Χαλιμέ Χατούν. Ο πατέρας του ήταν αρχηγός της νομαδικής φυλής των Καγί ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Θηβάσιο αφού μετανάστευσε με την φυλή και την οικογένειά του από τη Αρμενία (ενδιάμεσο σταθμό μεταξύ Κεντρικής Ασίας, Περσίας και Βυζαντινής αυτοκρατορίας). Μετά τον θάνατο του πατέρα του έγινε Μπέης. Σε νεαρή ηλικία, ο Οσμάν, επιτέθηκε εναντίον του βυζαντινού φρουρίου της Αγγελοκώμης (İnegöl), το οποίο και κατέλαβε. Έγινε στρατηγός του Σελτζούκου σουλτάνου Μαχσούντ Β΄ και στη συνέχεια, μετά τον θάνατο του τελευταίου, έγινε ηγεμόνας της Βιθυνίας. Το 1299 αυτοανακηρύχτηκε Σουλτάνος του δικού του ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο έδωσε το όνομα του. Σταδιακά άρχισε να επεκτείνει την κυριαρχία του, αρχικά στην περιοχή του Μαρμαρά και αργότερα στη Μικρά Ασία. Πολιόρκησε την Προύσα, την οποία τελικά κατέλαβε ο γιος του Ορχάν στις 6 Απριλίου 1326. Η πρωτεύουσα του κράτους του ήταν το Καρά Χισάρ (Μαύρο Κάστρο?) ενώ είχε κόψει νομίσματα τα οποία έφεραν το όνομά του. Απεβίωσε το 1326 ενώ πολιορκούσε την βυζαντινή πόλη Προύσα σε ηλικια 68 ετων. 
Η βυζαντινή και οθωμανική κουλτούρα είναι ένα πολιτισμικό συνεχές κατά τον Αχμέτ Ερτούγκ, μία φυσιογνωμία του εκδοτικού χώρου. Πριν πέσει η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, οι βυζαντινοί άρχοντες ζούσαν στην περιοχή της Προύσας και πάντρευαν τις θυγατέρες τους με Οθωμανούς πρίγκιπες. Εχω πεισθεί ότι αυτές οι ευγενείς γυναίκες επηρέασαν τους συζύγους τους ώστε να ακολουθήσουν τα πρότυπα πλούτου και αρχιτεκτονικής που έθετε η Κωνσταντινούπολη.
Από παλιά βυζαντινή οικογένεια –το εξισλαμισθέν όνομά της σημαίνει Ουρανός– ο ιδρυτής της δυναστείας, Γαζή Εβρενός, μαζί με έναν άλλο Βυζαντινό αξιωματούχο, τον Κιοσέ [Σπανός, στα ελληνικά] Μιχαήλ, συνέπηξαν στη Βιθυνία «ανίερη συμμαχία» με τον πρώτο σουλτάνο Οσμάν, τον γενάρχη της δυναστείας, και από μιαν άποψη υπήρξαν συνιδρυτές της Αυτοκρατορίας των Οθωμανών.
Στην οργάνωση του νέου κρατιδίου, των Οθωμανών Τούρκων, θα βοηθήσει σημαντικά και καταλυτικά ένας Βυζαντινός αξιωματούχος, Μιχαήλ Σπανός, γνωστός ως Κιοσέ Μιχαήλ , διοικητής του φρουρίου της Κερμεγκίας (Chirmenkia) στη Βιθυνία (σημερινό Harmankaya), ο οποίος συνελήφθη αιχμάλωτος από τον Οσμάν, ωστόσο γίνεται στενός φίλος και συνεργάτης του Οσμάν. Ο Μιχαήλ μαζί με τον υπόλοιπο πληθυσμό του φρουρίου ασπάστηκαν το Ισλάμ, ακολουθώντας την κύρια πολιτική του Οσμάν, η οποία ήταν ο εξισλαμισμός του Βυζαντινού Πληθυσμού και κυρίως αξιωματούχων. Ήταν ο πρώτος σημαντικός βυζαντινός αποστάτης και εξισλαμισμένος αξιωματούχος που μπήκε στην Οθωμανική υπηρεσία. Είναι επίσης γνωστός ως Gazi Mihal και Abdullah Mihal Gazi. Ο Μιχαήλ Σπανός ήταν Έλληνας στην καταγωγή και κυβερνήτης της Κερμεγκίας. Το κάστρο του ήταν στις πλαγιές του Βιθυνικου Ολύμπου (Uludağ) στην Βηλοκώμη (Bilecik). Πρίν τον εξισλαμισμό διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον φύλαρχο Οσμάν, ήταν σύμμαχος του στο πόλεμο και ήταν ηγέτης του τοπικού ελληνικού πληθυσμού. Επίσης ήταν σύμβουλος και διπλωματικός αντιπρόσωπος του Οσμάν. Ο εξισλαμισμός του έγινε μεταξύ 1304 και 1313, την εποχή της εκστρατείας των Καταλανών εναντίον των Τούρκων στην Μικρά Ασία ή λίγο αργότερα. Μέχρι την κατάκτηση της Παρούσας, της πρώτης μεγάλης πόλης που κατέκτησαν και πρώτης πρωτεύουσας των Τούρκων, ο Μιχαήλ Σπανός έπαιξε σημαντικό ρόλο σαν διπλωματικός αντιπρόσωπος του διαδόχου σουλτάνου, του Ορχάν. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην δημιουργία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ίδρυσε δυναστεία δική του μέσα στο νέο κράτος, τους Mihaloğlu που ήταν διάσημοι τους πρώτου αιώνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (15-16ος αιώνας). Ήταν πολιτικά και στρατιωτικά δυνατή οικογένεια στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Αλλά δεν ανέβηκαν στην κορυφή της ιεραρχίας. Ο εγγονός του Μιχαήλ Σπανού λεγόταν Ghazi Mihal Bey, κρατώντας το ελληνικό όνομα του παππού του. Στις 5 Δεκεμβρίου 2020, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας ανακοίνωσε ότι το σπαθί του Μιχαήλ Σπανού καταγράφηκε ως το παλαιότερο οθωμανικό χειροποίητο τεχνούργημα και μεταφέρθηκε στο Στρατιωτικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης.
https://www.google.gr/amp/s/www.kathimerini.gr/opinion/996843/en-thessaloniki/amp/
http://turkeyhistory.blogspot.com/2013/03/blog-post_19.html?m=1
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CF%83%CE%BC%CE%AC%CE%BD_%CE%91%CE%84
https://en.m.wikipedia.org/wiki/K%C3%B6se_Mihal
https://www.google.gr/amp/s/www.kathimerini.gr/culture/278632/vyzantio-kai-othomanoi-einai-mia-synecheia/amp/
http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2698/Istoria_B-Lykeiou_html-empl/index4_6.html

Βρετανία 400-600 Μ.χ. - Το τέλος της Ορθόδοξης Χριστιανικής Ελληνορωμαϊκής Αλβιωνας (Μέρος Δ)

Η περίοδος που ακολούθησε την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας είδε ορισμένες από τις σημαντικότερες τέτοιες αλλαγές.  Με την αποχώρηση των λεγεώνων προς την Ευρώπη στις αρχές του 5ου αιώνος η Britannia, ρωμαϊκή επαρχία επί αιώνες, έμεινε έκθετη σε εχθρικές επιδρομές.  Οι εκλατινισμένοι και εκχριστιανισμένοι Κελτο-Ρωμαίοι άρχισαν να δέχονται ολοένα και περισσότερο την πίεση των γερμανικών φυλών που έπλεαν από τα ανατολικά, αναζητώντας τη δική τους τύχη στη λεγόμενη «Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών».  Από την περιοχή της σημερινής Δανίας και βορείου Γερμανίας οι φυλές των Άγγλων (Angli, Angles), των Σαξόνων (Saxons, Sassenach, Saeson) και των Ιούτων (Jutes), μαζί με Φρισίους από την Ολλανδία, έφθαναν κατά κύματα στα βρετανικά εδάφη.  Ένας μακρύς και επίμονος αγώνας ξεκίνησε ανάμεσα σε γηγενείς και εισβολείς:  η αντίσταση των «πολιτισμένων» Κελτο-Ρωμαίων χριστιανών εναντίον των «βαρβάρων» Αγγλοσαξόνων παγανιστών θα αποτυπωθεί ανεξίτηλα στη βρετανική συλλογική μνήμη μέσα από το θρύλο του βασιλιά Αρθούρου.
Μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνος οι αγγλοσαξονικές φυλές είχαν ολοκληρώσει την κατάκτηση του μεγαλύτερου μέρους της Βρετανίας.  Γεωργοί όντας, όπως είχαν συνηθίσει από τις ηπειρωτικές τους πατρίδες, εγκαταστάθηκαν στα βοσκοτόπια και τις εύφορες πεδιάδες της ανατολής.  Οι Κέλτες περιορίστηκαν στα ορεινά της Ουαλίας, της Κορνουάλης και των σκωτικών συνόρων, διαμορφώνοντας περίπου τα σύγχρονα σύνορα της Αγγλίας.  Η ερήμωση των παλαιών ρωμαϊκών πόλεων, η καταστροφή των εκκλησιών και οι σφαγές που συνόδευσαν την κατάκτηση οδήγησαν στην πτώση του κλασσικού πολιτισμού του νησιού και τη βίαιη λήξη της κελτικής «Εποχής των Αγίων».  Η οικονομική και κοινωνική ζωή μαράζωσαν, ενώ η παρακμή της μόρφωσης είχε ως αποτέλεσμα ο πρώιμος αγγλικός μεσαίωνας να έχει εξαιρετικά περιορισμένα γραπτά μνημεία, οδηγώντας στο χαρακτηρισμό του ως «σκοτεινών χρόνων».
Εν μέσω των ερειπίων οι Αγγλοσάξονες εδραιώθηκαν και άρχισαν να οικοδομούν τον δικό τους κόσμο.  Κατά παράδοση οργανώνονταν σε επίπεδο κοινότητας και φυλής, σε μία συμφωνία ελευθέρων αγροτών με ηγεμονίσκους-πολεμιστές (earls).  Συν τω χρόνω δημιουργήθηκαν βασίλεια, μεγαλύτερες και πιο συγκεντρωτικές δομές.  Ο αριθμός και η έκταση των βασιλείων άλλαζε συχνά διότι, όπως θα φανεί παρακάτω, οι βασιλείς πολλές φορές διαιρούσαν τα εδάφη τους μεταξύ των διαδόχων τους, ύστερα επανενώνονταν κτλ.  Ύστερα από τις ανακατατάξεις των πρώτων χρόνων, σχηματίστηκε ένα σύστημα αγγλοσαξονικών βασιλείων που αργότερα οι ιστορικοί επονόμασαν «Επταρχία».  Ξεκινώντας από το βορρά προς το νότο, αποτελείτο από τη Νορθουμβρία, τη Μερκία, την Ανατολική Αγγλία (East Anglia), το Έσσεξ (Ανατολικοί Σάξονες), το Κεντ, το Σάσσεξ (Νότιοι Σάξονες) και το Ουέσσεξ (Δυτικοί Σάξονες).  Αυτά τα βασίλεια (πρωτόγονα και εντελώς υποτυπώδη ακόμη και για δυτικοευρωπαϊκά δεδομένα) βρίσκονταν σε έναν διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους και με τους Κέλτες, εμποδίζοντας ή καθιστώντας θνησιγενείς οποιαδήποτε εγχειρήματα για νησιωτική ενότητα (αν θεωρήσουμε πως απασχολούσαν τους εκάστοτε ηγεμόνες, πέραν της επέκτασης της δικής τους επικρατείας).  Τον 7ο αιώνα, ύστερα από δραστήριες ιεραποστολές από τη Ρώμη, επετεύχθη ο εκχριστιανισμός των Αγγλοσαξόνων.  Από το σημείο εκείνο ξεκινά η ανάπτυξη ενός νέου πολιτισμού, με επίκεντρο πλούσια και δραστήρια μοναστήρια όπως του Λίντισφαρν στις βορειοανατολικές ακτές της Νορθουμβρίας.  Με τη βοήθεια Ελλήνων και Λατίνων κληρικών η μάθηση και η κλασσική παιδεία άρχισαν να ανακάμπτουν στη Βρετανία.  Η άνθιση της τέχνης (χρυσοχοΐα, μικρογραφία κ.α.), της παραγωγής βιβλίων και η πρώτη μεταφορά της παλαιάς αγγλικής γλώσσας σε γραπτή μορφή κάνουν τους ιστορικούς να ομιλούν για μια μικρή «Χρυσή Εποχή» μέσα στη γενική οπισθοδρόμηση του πρώιμου Μεσαίωνος.
Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν αναλυθεί μέχρι στιγμής οι Βρετανοί διαθέτουν υψηλό αριθμό γερμανικών αρσενικών προγόνων. Οι ερευνητικές προσπάθειες έδειξαν ότι η γενετική δεξαμενή του βρετανικού πληθυσμού της χώρας περιέχει κατά 50 έως 100% γερμανικά φυλοκαθοριστικά χρωμοσώματα Y. H αγγλοσαξονική επικράτηση, ωστόσο, έχει προκαλέσει πολλές απορίες στους ερευνητές καθώς όπως υποδεικνύουν αρχαιολογικά ευρήματα εκείνη την περίοδο ο αριθμός των εισβολέων ήταν περιορισμένος. Σύμφωνα με υπολογισμούς αυτοί οι άνθρωποι, που βρέθηκαν στη Βρετανία κατά τη διάρκεια του 5ου έως τον 7ο αιώνα μ.Χ. ξεπερνούσαν τους 10 έως 200 χιλιάδες. Οι αυτόχθονες ξεπερνούσαν τα δύο εκατομμύρια άτομα.
https://cognoscoteam.gr/%CE%B7-%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%B1%CE%BE%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B2%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AF/
https://www.google.gr/amp/s/www.kathimerini.gr/world/257421/vretaniko-apartchaint-sta-mesaionika-chronia/amp/

Βρετανία 400-600 Μ.χ. - Το τέλος της Ορθόδοξης Χριστιανικής Ελληνορωμαϊκής Αλβιωνας (Μέρος Γ)

Οι Ρωμαίοι εγκατέλειψαν τη Βρετανία κατά τον πρώιμο 5ο αι. αφήνοντας πίσω τους το Τείχος του Αδριανού και άλλα δημόσια κτίσματα μαζί με μια σειρά πόλεων, δρόμων και στρατοπέδων. Εντούτοις, σύμφωνα με νεότερες έρευνες, αυτό που κράτησε περισσότερο από αυτούς βρίσκεται στα χρωμοσώματα των Βρετανών, καθώς ένα εκατομμύριο Βρετανών ανδρών φαίνεται ότι κατάγεται από τους εισβολείς. 
Μια γενετική μελέτη σε δείγμα 5.000 ατόμων έδειξε ότι πάνω από πέντε εκατομμύρια Άγγλοι και Ουαλοί φέρουν ξεχωριστές γενετικές υπογραφές που βρίσκονται συχνά, και μάλλον έχουν τις απαρχές τους, στην Ιταλία. Ακόμη, τα γενετικά χαρακτηριστικά αυτά είναι σπάνια σε περιοχές που γνώρισαν λίγο ή καθόλου τη ρωμαϊκή κατάκτηση, όπως η Σκωτία και η Ιρλανδία. Έτσι, αν και η επιστήμη δεν μπορεί ακόμη να βρει το πότε εισήχθησαν τα γενετικά χαρακτηριστικά του κάθε ατόμου, οι επιστήμονες υπολογίζουν ότι ο ερχομός των Ρωμαίων ευθύνεται για το λιγότερο το ένα τέταρτο των συνολικών ιταλικών χαρακτηριστικών.
Οι Ρωμαίοι έφτασαν στη Βρετανία το 43 μ.Χ, για να απαρτίσουν με τον ερχομό τους το 8% του συνολικού ανδρικού πληθυσμού της χώρας. Όπως αναφέρει το άρθρο της εφημερίδας Telegraph, «Οι επιστήμονες ανέλυσαν γενετικό υλικό από το χρωμόσωμα Υ που κληρονομείται στους άνδρες και ταύτισαν πέντε σπάνιους τύπους που είναι όμως ασυνήθιστα συχνοί μεταξύ Άγγλων, Ουαλών και Ιταλών ανδρών. Ο πιο χαρακτηριστικός αυτός τύπος είναι ο Αλπικός (R1b-S28), που βρίσκεται στο 13% των Ιταλών, στο 6,5% των Άγγλων και Ουαλών αλλά μόνο στο 4,3 των Σκωτσέζων και το 1,8 των Ιρλανδών. Εφαρμόζοντας τους αριθμούς αυτούς στον συνολικό πληθυσμό, συστήνεται ότι 1,6 εκ. Άγγλοι και Ουαλοί φέρουν το Αλπικό γενετικό αποτύπωμα. 2,3 εκ. περισσότεροι επίσης φέρουν μία από τις τέσσερις άλλες γενετικές υπογραφές που ταύτισε η έρευνα». Και ο συνολικός αριθμός θα πρέπει να είναι ακόμη μεγαλύτερος δεδομένου ότι οι αριθμοί αυτοί αντιπροσωπεύουν τους ανθρώπους που σχετίζονται με τους Ρωμαίους μόνο μέσω των αρσενικών προγόνων τους.
Μετά την εγκατάλειψη της Βρετανίας από τους Ρωμαίους (410 μ.Χ.) ο Geoffrey παρουσιάζει τα γεγονότα που θα οδηγήσουν στην ανάληψη της εξουσίας από τον Αρθούρο. Η αποχώρηση των Ρωμαίων δημιουργεί κενό εξουσίας, το οποίο εκμεταλλεύεται ο Vortigern σφετεριζόμενος  το θρόνο από τους νόμιμους διαδόχους (Aurelius Ambrosius, Uther Pendragon). Μάλιστα, προκειμένου να εδραιώσει τη θέση του καλεί σαξονικά φύλα να μεταναστεύσουν στη Βρετανία με αντάλλαγμα τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες. Ωστόσο, ο Vortigern δεν μπορεί να ελέγξει τους Σάξονες οι οποίοι επιδίδονται σε καταστροφές. Ο Vortigern καταφεύγει στην Ουαλία, όπου ο Merlin προλέγει το χαμό του.
Την εξουσία αναλαμβάνουν αρχικά ο Aurelius Ambrosius και στη συνέχεια ο Uther Pendragon. Ο Αρθούρος αναφέρεται ως γιος του Uther και παρουσιάζεται ως  ένα είδος σωτήρα από τη σαξονική λαίλαπα. Σύμφωνα με τον Geoffrey η σύλληψη του Αρθούρου έγινε στο κάστρο του Tintagel, όταν ο Uther «κοιμήθηκε» με την Igraine (ή Ygraine), αφού πήρε τη μορφή του συζύγου της, Gorlois, με τη βοήθεια του Merlin. O Αρθούρος ανέβηκε στο θρόνο σχετικά νέος και αφού κατανίκησε τους Σάξονες και τα συμμαχικά σε αυτούς φύλα (Πίκτοι και Σκώτοι) εισέβαλε και κατάκτησε και το νησί της Ιρλανδίας. Μετά από μία περίοδο ειρήνης, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Αρθούρος παντρεύεται την Guinevere και δημιουργεί το οχυρό του στο Caerleon, εισβάλλει στη Γαλατία, την οποία προσθέτει στο βασίλειό του. Ακολουθεί ακόμα ένα διάστημα ειρήνης και ο Αρθούρος εκστρατεύει εκ νέου στη Γαλατία για να αντιμετωπίσει τον Ρωμαίο άρχοντα Lucius, αφήνοντας αντικαταστάτη στο θρόνο τον ανιψιό του Mordred. Ο Αρθούρος επικρατεί του Lucius στη Βουργουνδία αλλά πίσω στη Βρετανία ο Mordred σφετερίζεται το θρόνο και τη γυναίκα του Αρθούρου. Οι δύο αντίπαλοι πολεμούν στις όχθες του ποταμού Camel στην Κορνουάλη με τον Αρθούρο να σκοτώνει τον Mordred αλλά και ο ίδιος να τραυματίζεται σοβαρά. Ο Geoffrey στη διήγησή του μεταφέρει τον Αρθούρο στο Νησί του Avalon (Insula Avallonis) προκειμένου να θεραπευθεί. Η ονομασία του Avalon αποτελεί πιθανόν παράφραση της ουαλικής λέξης «Avallach» (Τόπος των Μήλων). Η βασιλεία του κατά τον Geoffrey κράτησε περίπου 25 χρόνια. Ο Geoffrey δεν αναφέρει τίποτα για το θάνατο του Αρθούρου, υιοθετώντας έτσι έναν ουαλικό θρύλο, σύμφωνα με τον οποίο αναμένεται η Επιστροφή του Βασιλιά. Κατά μία άλλη εκδοχή ο Αρθούρος πέθανε στη μάχη του Camlann και θάφτηκε στο Αβαείο του Glastonbury.
https://www.archaiologia.gr/blog/2013/05/10/%CE%B2%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%AF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1/
https://www.e-telescope.gr/history/world-history/king-arthur

Βρετανία 400-600 Μ.χ. - Το τέλος της Ορθόδοξης Χριστιανικής Ελληνορωμαϊκής Αλβιωνας (Μέρος Β)

Ο χρόνος άμβλυνε την αντιπαλότητα. Ο ρωμαϊκός τρόπος ζωής κυριάρχησε στον Νότο, ενώ δυο τείχη ορθώθηκαν από ακτή σε ακτή για να ασφαλίσουν τη ρωμαϊκή επαρχία από τους εισβολείς του Βορρά. Το Λονδίνο εξελίχθηκε σε μεγαλούπολη με 60.000 κατοίκους. Στη Ρώμη, όμως, ξέσπασαν εμφύλιοι πόλεμοι. Οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι αποσύρονταν από τη Βρετανία για να χρησιμοποιηθούν στις μάχες για την κυριαρχία. Ο τελευταίος Ρωμαίος στρατιώτης εγκατέλειψε το νησί στα 442. Οι Κέλτες του Βορρά, ξεχύθηκαν στο Νότο. Ο άρχοντας, Βορτέγερνος (Βόρντιγκερν), κάλεσε τους Γερμανούς να τον βοηθήσουν. Ήρθαν, τσάκισαν τους εισβολείς κι έμειναν αυτοί κυρίαρχοι της χώρας. Ήταν γύρω στα 516, όταν ξεπρόβαλε η μορφή του θρυλικού βασιλιά Αρθούρου, του πιο γνωστού από τους ήρωες των Κελτών. Ο «τελευταίος από τους Δρυίδες», ο μάγος Μέρλιν, έφταιγε γι’ αυτό. Κελτικοί μύθοι και χριστιανισμός μπερδεύονται στους θρύλους που τους συνδέουν. 
Ο ισχυρισμός ότι ο Αρθούρος είναι πραγματικό πρόσωπο ενισχύεται από το γεγονός ότι το «Άρθουρ/Arthur» είναι Ουαλικό όνομα προερχόμενο από το Ρωμαϊκό οικογενειακό όνομα Αρτόριος/Artorius. Η φιγούρα του Αμβρόσιου Αυρηλιανού, σύμφωνα με ισχυρισμούς, θα μπορούσε να έχει το όνομα Αρτόριος. Σημειώνεται ότι τα Ρωμαϊκά ονόματα ήταν διαδεδομένα στη Βρετανία μετά την κατάκτηση από τον Κλαύδιο το 43 μ.Χ.
Η Ρώμη άρχισε να αποσύρει τα στρατεύματά της τον 3ο αιώνα για να προστατεύσει την αυτοκρατορία από εισβολές βαρβάρων. Οι βαρβαρικές απειλές συνεχίστηκαν για περίπου 200 χρόνια και η Ρώμη μείωνε σταδιακά τις φρουρές της στη Βρετανία, καθώς χρειαζόταν ενισχύσεις στην ηπειρωτική χώρα. Μέχρι το 410 μ.Χ., την χρονιά που οι Γότθοι πολιόρκησαν τη Ρώμη, όλες οι Ρωμαϊκές φρουρές είχαν αποσυρθεί από τη Βρετανία.
Η απόφαση της Ρώμης να απομακρύνει τα στρατεύματα άφησε τους Βρετανούς ανυπεράσπιστους. Ο Ρωμαϊκός στρατός κατά μήκος του Τείχους του Αδριανού και σε άλλες περιοχές προστάτευε τους Βρετανούς για περισσότερα από 300 χρόνια. Με την εξουσία της Ρώμης να παρακμάζει, οι βόρειοι Πίκτες και Σκωτσέζοι βρήκαν ευκαιρία και άρχισαν εφόδους σε Βρετανικά αγροκτήματα και χωριά.
Την ίδια περίπου εποχή, διασπάστηκε η Σαξονική συνομοσπονδία και άρχισαν να εμφανίζονται στη νοτιοανατολική ακτή της Βρετανίας Σάξονες μετανάστες και επιδρομείς . Το Αγγλοσαξονικό Χρονικό αναφέρει: «Το 443 μ.Χ. μετέβησαν οι Βρετανοί στη Ρώμη και ικέτευσαν για βοήθεια προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους Πίκτες, αλλά δεν βρήκαν ανταπόκριση, διότι οι Ρωμαίοι ήταν σε πόλεμο με τον βασιλιά των Ούνων Αττίλα. Μετά απευθύνθηκαν στους Άγγλους και ζήτησαν το ίδιο από τους ευγενείς αυτού του έθνους».
Χωρίς βοήθεια από τη Ρώμη, ένας Βρετανός βασιλιάς ονόματι Βόρτιγκερν στράφηκε στους Σάξονες για να αποκρούσει τους Πίκτες και τους Σκώτους. Οι Σάξονες συμφώνησαν αλλά αφού νίκησαν τους εισβολείς, αποφάσισαν να παραμείνουν.
Σύμφωνα με τους ιστορικούς Γκίλντα/Gildas (500-570) Βέδα/Bede (672-735) και Νέννιο/Nennius (9ος αιώνας) – καθώς και άλλους – η Σαξονική συνδρομή κατέληξε σε εισβολή (ισχυρισμός που αμφισβητήθηκε από σύγχρονους μελετητές) κατά την οποία η Βρετανία πολιορκήθηκε και λεηλατήθηκε.
Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε ένας μεγάλος Βρετανός ηγέτης, ο οποίος συσπείρωσε τους ανθρώπους γύρω του και νίκησε τους Σάξονες στη μάχη του Μπάτον Χίλ/Badon Hill. Ο ηγέτης αναφέρεται ως Αμβρόσιος Αυρηλιανός, από τους Χίλντα και Βέδα και ως Αρθούρος από τον Νέννιο, ο οποίος είναι ο πρώτος ιστορικός που αναφέρει το όνομά του.
https://www.protagon.gr/themata/flashback/oi-keltes-kai-oi-agwnes-tou-londinou-16685000000
https://chilonas.com/2021/03/08/https-wp-me-p1op6y-eul/amp/