Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Η πρώτη μικρασιατική καταστροφή : Από το Βυζάντιο στους Τούρκους (Μέρος Β)

Ο Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας Βυζαντινός αυτοκράτορας (1059 -1067) ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας από την Δυναστεία των Δουκών. Υποτίμησε σοβαρά τις ικανότητες του στρατού με αποτέλεσμα να εξασθενήσουν σοβαρά οι ένοπλες δυνάμεις της αυτοκρατορίας, την ίδια εποχή που έκαναν επέλαση οι Σελτζούκοι και τα Τουρκομανικά Εμιράτα διαλύθηκε η Αρμενική πολιτοφυλακή 50.000 ανδρών. Ακύρωσε τις περισσότερες θετικές μεταρρυθμίσεις του Ισαάκιου Α΄ Κομνηνού, την διοίκηση του στρατού ανέλαβαν υψηλά αμοιβώμενοι αξιωματούχοι και η Γερουσία ήταν γεμάτη με οπαδούς του. Η απόφαση του να αντικαταστήσει τους μόνιμους στρατιώτες του με μισθοφόρους και η άρνηση του να επισκευάσει τις ορεινές οχυρώσεις τον έκαναν αντιδημοφιλή στους παλιούς οπαδούς του Ισαάκιου που επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν (1061). Η απόφαση του να ανεβάσει τους φόρους για να πληρώσει τον στρατό μεγάλωσε περισσότερο το μίσος απέναντι του.
Ο Ιωάννης Δούκας (πέθανε περ. 1088) ήταν ο μικρότερος αδελφός του Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι΄. Του δόθηκε ο τίτλος του Καίσαρα από τον αδελφό του, αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ι΄, ο Ιωάννης ήρθε στο προσκήνιο μετά το θάνατο του αδελφού του το 1067 ως φυσικός προστάτης των δικαιωμάτων του ανιψιού του Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα. Κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών ετών έγινε πικρός εχθρός του αυτοκράτορα Ρωμανου Δ' Διογένη. Εγκατέλειψε τον αυτοκράτορα στην καταστροφική εκστρατεία που τελειώνει με τη Μάχη του Μαντζικέρτ στο 1071.

Η μάχη του Μαντζικέρτ θεωρείται γεγονός εξαιρετικής σημασίας για την τύχη του Βυζαντίου. Σηματοδοτεί την αρχή κατάρρευσης του βυζαντινού κράτους και για πολλούς ερευνητές αποτελεί το συμβατικό όριο ανάμεσα στη Μεσοβυζαντινή και Υστεροβυζαντινή εποχή. Πρόκειται για την τελευταία στρατιωτική επιχείρηση του Ρωμανού Δ' Διογένη (1067-1071). Η πορεία μέχρι το Mαντζικέρτ της Αρμενίας σημαδεύτηκε από σειρά συμβάντων που ερμηνεύτηκαν ως κακοί οιωνοί για την έκβαση της εκστρατείας. Στις 26 Αυγούστου 1071 ο αυτοκράτορας, απορρίπτοντας συνθήκη ειρήνης από το σουλτάνο Αλπ Αρσλάν (1063-1072), πήρε την απόφαση να αντιμετωπίσει τους Τούρκους. Πραγματοποιώντας μια σύντομη νίκη, ο Ρωμανός αποφάσισε να επιστρέψει στο στρατόπεδο. Ωστόσο, ο Ανδρόνικος Δούκας διέδωσε την ψεύτικη είδηση ότι ο αυτοκράτορας ηττήθηκε και απέσυρε τους άνδρες του. Διάφορες φήμες διαδόθηκαν γρήγορα. Την αναστάτωση που προκλήθηκε αντιλήφθηκαν οι Τούρκοι και την εκμεταλλεύτηκαν. Επιτέθηκαν, με αποτέλεσμα ο Ρωμανός να βρεθεί αιχμάλωτός τους και ο βυζαντινός στρατός να ηττηθεί. Από τότε και τις επόμενες οκτώ μέρες που τον κράτησε ο Αλπ Αρσλάν συμπεριφέρθηκε στον Ρωμανό Δ΄ βασιλικά, στην συνέχεια τον απελευθέρωσε αφού του υποσχέθηκε ένα μεγάλο ποσό για λύτρα.

Ο Ιωάννης Δούκας έγινε ντε φάκτο επικεφαλής της κυβέρνησης στο όνομα του Μιχαήλ Ζ΄, αρνήθηκε να αναγνωρίσει ως αυτοκράτορα τον Ρωμανό. Ο καίσαρ Ιωάννης έστειλε τους γιους του Ανδρόνικο και ο Κωνσταντίνο να συλλάβουν τον Ρωμανό Δ΄, ο οποίος είχε απελευθερωθεί από την αιχμαλωσία. Ο Ιωάννης Δούκας αρχικά συμφώνησε να επιτρέψει στον Ρωμανό να παραιτηθεί από τα δικαιώματα του στον θρόνο και αποσυρθεί σε μοναστήρι. Αλλά το μίσος του Ρωμανού ήταν τόσο μεγάλο που ο ίδιος υπαναχώρησε από τη συμφωνία και διέταξε ο Ρωμανός να τυφλωθεί, στέλνοντας του ένα μήνυμα σκωπτικό, συγχαίροντας τον για την απώλεια του στα μάτια, αργότερα ο Ρωμανός πέθαινε από τη μολυσμένη πληγή. Το 1073 ο ευνουχος Νικηφορίτζης έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη του Μιχαήλ Ζ, τον έστρεψε εναντίον του θείου του. Ο Ιωάννης αναγκάστηκε να αποσυρθεί, όπου στην συνέχεια διασκέδαζε με το κυνήγι στα δάση κοντά στις ακτές του Βοσπόρου. Εν τω μεταξύ, η πρόοδος των Σελτζούκων Τούρκων ξεσήκωσε τη βυζαντινή κυβέρνηση που ανέλαβε δράση, συγκεντρώνοντας ένα στρατό μισθοφόρων υπό τις διαταγές του Ισαακίου Κομνηνού. Οι Νορμανδοί μισθοφόροι, με επικεφαλής τον Ουρσέλ ντε Μπαγιέλ, επαναστάτησαν εναντίον των Βυζαντινών, και προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο βασίλειο στην Ανατολία. Το 1073, επικεφαλής 400 μισθοφόρων, πήρε μέρος στην εκστρατεία του στρατηγού Ισαάκιου Κομνηνού εναντίον των Τούρκων, αλλά στασίασε και, αφού εγκατάλειψε τους Βυζαντινούς, κατευθύνθηκε στο Ικόνιο, όπου επιδόθηκε σε εγκληματικές πράξεις και λεηλασίες. Η εκστρατεία του στρατηγού Ισαάκιου Κομνηνού απέτυχε και τον αιχμαλωτισαν οι Σελτζουκοι Τούρκοι.

Η κατάσταση στη Μικρά Ασία ήταν πλέον τόσο τρομερή, ώστε το 1074 ο Μιχαήλ αναγκάστηκε να διατάξει τον θείο του Ιωάννη να αναλάβει τη διοίκηση του αυτοκρατορικού στρατού και να νικήσει τους Νορμανδούς μισθοφόρους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στο Δορύλαιο κοντά στη γέφυρα του ποταμού Ζομπί, στην περιοχή του Σαγγαριου ποταμού, όπου ήταν μία από τις μεγάλες γραμμές επικοινωνίας ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τις κεντρικές επαρχίες της Μικράς Ασίας. Προδομένος από Φράγκους μισθοφόρους του και από την επαίσχυντη υποχώρηση των ασιατικών στρατευμάτων με από την εντολή του μελλοντικού αυτοκράτορα Νικηφόρου Γ Βοτανειάτη, ο Ιωάννης νικήθηκε και συνελήφθη μαζί με τον γιο του Ανδρόνικο. Οι Φράγκοι μισθοφόροι στη συνέχεια προχώρησαν στις ακτές του Βοσπόρου, υπό τον νεότερο γιο του Ιωάννη Κωνσταντίνο και διαλύθηκαν. Ο Μπαγιέλ, σίγουρος ότι θα μπορούσε να ανατρέψει τον αυτοκράτορα στη Κωνσταντινούπολη, αποφάσισε να δράσει ως επικεφαλής. Κήρυξε αυτοκράτορα τον Ιωάννη Δούκα, πείθοντας εύκολα τον κρατούμενο του να αναλάβει τον τίτλο και να εκθρονίσει τον ανιψιό του, και συνέχισαν την πορεία τους προς την Κωνσταντινούπολη. Ο Μιχαήλ Ζ, και ο Νικηφορίτζης ήταν σε βαθιά ανησυχία για τη δική τους ασφάλεια. Σχημάτισαν μια συμμαχία με τον Σουλεϊμάν, σύναψη επίσημης συμφωνίας μεταξύ Βυζαντινών και Τούρκων, σύμφωνα με την οποία ο Μιχαήλ αναγνώριζε στον Σουλεϊμάν την εξουσία του στις επαρχίες που οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχαν στην κατοχή τους. Οι Τούρκοι συμφώνησαν να στείλουν στρατό για να πολεμήσει για λογαριασμό του Μιχαήλ, και ο στρατός κινήθηκε γρήγορα στο Άγιο Σόφων όπου στρατοπέδευαν ο Ιωάννης Δούκας και Ρουσελ ντε Μπαγιέλ. Οι μισθοφόροι όμως έπεσαν σε ενέδρα και ο Μπαγιέλ κατάφερε να διαφύγει, και ο Ιωάννης συνελήφθη, έτσι τελείωσε και η εξέγερση. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ως αιχμάλωτος των Σελτζούκων, ο Ιωάννης εξαγοράστηκε από τον ανηψιό του Μιχαήλ, επέτρεψε. Στη συνέχεια ο Ρουσελ ντε Μπαγιέλ εγκαταστάθηκε στην Αμάσεια του Πόντου, όπου ζούσε ως ανεξάρτητος άρχοντας. Εκεί, ύστερα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις με τους Βυζαντινούς, πιάστηκε αιχμάλωτος τελικά από τον αρχηγό των Τούρκων Τουτάχ, που είχε συμμαχήσει μαζί τους και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου φυλακίστηκε. Απελευθερωθηκε σε επόμενο εμφύλιο πόλεμο.

Ο Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας (1078 - 1081). Ο Νικηφόρος Γ΄ είχε σημαντικό ρόλο την εποχή που ήταν αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας, υποστήριξε τον Ισαάκιο Α΄ Κομνηνό στην επιτυχή του προσπάθεια να καταλάβει τον θρόνο. Επαναστάτησε εναντίον του ανίκανου αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄, διεκδίκησε και πήρε τον θρόνο (1078), τον βοήθησαν οι Σελτζούκοι. Τα πρώτα χρόνια υπηρέτησε σαν στρατηγός τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ τον Μονομάχο, έγινε κυβερνήτης του θέματος Ανατολής, του Θέματος Κύπρου και διοικητής του στρατού στην Ασία. Διετέλεσε Δούκας της Αντιόχειας και Δούκας της Εδέσσης, κατείχε επίσης τους τίτλους του "Μάγιστρου" και του "Βεστάρχη". Ο Νικηφόρος ήταν ικανός και πετυχημένος στρατηγός αλλά στην διάρκεια της θητείας του υπέστη πολλές φορές σημαντικές ήττες και ταπεινώσεις. Ο Ρωμανός Διογένης δεν του είχε εμπιστοσύνη και τον απέκλεισε από την Μάχη του Μαντζικέρτ. Ο Μιχαήλ Ζ΄ τον διόρισε ξανά στρατηγό στο Θέμα Ανατολικών και αρχηγό των στρατευμάτων του στην Μικρά Ασία. Οι Νορμανδοί μισθοφόροι επαναστάτησαν, ο αυτοκράτορας έστειλε στρατεύματα με αρχηγό τον θείο του Καίσαρα Ιωάννη Δούκα αλλά ηττήθηκαν και ο Καίσαρας αιχμαλωτίστηκε. Ο Νικηφόρος Γ΄ επαναστάτησε εναντίον του Μιχαήλ Ζ΄ και του υπουργού Οικονομικών Νικηφορίτζη, με την βοήθεια των Σελτζούκων συγκέντρωσε στρατό βάδισε στην Νίκαια και ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας. Ο στρατηγός Νικηφόρος Βρυέννιος διεκδίκησε και αυτός τον θρόνο αλλά η εκλογή του Νικηφόρου Γ΄ επικυρώθηκε από την αριστοκρατία και τον κλήρο, ο Μιχαήλ Ζ΄ αποσύρθηκε στην Μονή Στουδίου. Ο Νικηφόρος Γ΄ εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη θριαμβευτικά, ο πατριάρχης Κοσμάς Α΄ Ιεροσολυμίτης τον έστεψε αυτοκράτορα (1078). Με την βοήθεια του στρατηγού Αλέξιου Κομνηνού νίκησε τον Νικηφόρο Βρυέννιο και τους υπόλοιπους διεκδικητές αλλά δεν μπόρεσε να διώξει τους Σελτζούκους από την Μικρά Ασία. Στην εποχή του ο τελευταίος βασιλιάς του Αρμενικού βασιλείου του Ανί, Γκαζίκ Β' που είχε καταλυθεί από τους Βυζαντινούς (1045) δολοφονείται στην Καισάρεια της Καππαδοκίας από φανατικούς Ορθοδόξους λόγω προστριβών σχετικά με το δόγμα της Αρμενικής εκκλησίας η οποία είχε δεχτεί τον Μονοφυσιτισμό από τον 6ο αιώνα. Ο πρίγκιψ Ρουπέν Α΄ της Αρμενίας από τον Οίκο των Ρουπενιδών συγγενής του Γκαζίκ Β΄ που ανήκε στον Οίκο των Βαγρατιδών κατέλαβε την πόλη Σις (Κοζάν) κοντά στα Άδανα της Κιλικίας. Ο Ρουπέν Α΄ έγινε ο πρώτος Πρίγκιπας της Μικρής Αρμενίας με πρωτεύουσα την Σις (1080). Το πριγκιπάτο θα προαχθεί στο Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας (1199) με πρώτο βασιλιά τον Λέων Β΄ της Αρμενίας, επιβίωσε συνολικά περίπου τρεις αιώνες ως την κατάλυσή του απο τους Μαμελούκους (1375) την εποχή του Λέων ΣΤ΄ της Αρμενίας. 

Ο Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης απέτυχε να κερδίσει την υποστήριξη των Σελτζούκων και του στρατηγού Νικηφόρου Κομνηνού, μετά το αιματηρό πραξικόπημα του 1081 παραιτήθηκε για χάρη της δυναστείας των Κομνηνών. Ανέλαβε αυτοκράτορας ο Αλέξιος Κομνηνός.
Η ήττα στο Mαντζικέρτ σήμανε την κατάρρευση του διοικητικού συστήματος στις ανατολικές επαρχίες. Σειρά εσωτερικών διαμαχών των Βυζαντινών, οι οποίοι ζητούσαν ακόμη και τη βοήθεια των Τούρκων, σημάδεψαν την επόμενη δεκαετία (1071-1081). Είναι χαρακτηριστικό, και ενδεικτικό του βαθμού στον οποίο η περιοχή της Μικράς Ασίας είχε αρχίσει να κατακλύζεται από τους Τούρκους, το γεγονός ότι ο μελλοντικός αυτοκράτορας Αλέξιος, επιστρέφοντας από την Αμάσεια στην Κωνσταντινούπολη το 1074, ταξίδεψε με πλοίο γιατί όλοι οι χερσαίοι δρόμοι ελέγχονταν από Τούρκους. Η ήττα του Mαντζικέρτ δεν ήταν ένα γεγονός που ξάφνιασε. Ήταν το αποτέλεσμα των εσωτερικών και εξωτερικών εξελίξεων που είχαν διαρκέσει πάνω από μισό αιώνα μετά το θάνατο του Βασιλείου Β' (976-1025). H Mικρά Aσία δεν κατέρρευσε αμέσως μετά το 1071. Ωστόσο η μάχη του Mαντζικέρτ σήμανε την αρχή του τέλους, την απαρχή της κατάληψης ενός από τα σημαντικότερα και πλουσιότερα τμήματα της αυτοκρατορίας, της Μικράς Ασίας, και την ίδρυση ισχυρού κράτους από τους Σελτζούκους Τούρκους. Η μάχη του Μαντζικέρτ δεν ήταν εντέλει μια στρατιωτική καταστροφή, όπως την παρουσιάζουν οι Βυζαντινοί ιστορικοί της εποχής. Ασφαλώς επρόκειτο για σημαντική ήττα των αυτοκρατορικών στρατευμάτων και, το σπουδαιότερο, για τη σύλληψη του ίδιου του αυτοκράτορα, αλλά όχι για ολοκληρωτική καταστροφή.

Η ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολή δεν μεταβλήθηκε ριζικά και η εμφύλια σύγκρουση που ακολούθησε την απελευθέρωση του Ρωμανού Διογένη (αρχές Σεπτεμβρίου 1071) προξένησε πολύ σοβαρότερες ζημιές στο μικρασιατικό χώρο σε σύγκριση με την ήττα στο Μαντζικέρτ. Επιπλέον, μετά την ήττα ο βυζαντινός στρατός δεν φαίνεται να υπέστη βαριές απώλειες, καθώς οι αρχηγοί του κατάφεραν να διαφύγουν μαζί με το κύριο μέρος του εκστρατευτικού σώματος. Σπουδαιότερη ήταν η σημασία της μάχης του Μαντζικέρτ σε πολιτικό επίπεδο: αφενός εγκαινίασε μία δεκαετή περίοδο εμφύλιου πολέμου στην αυτοκρατορία, αφετέρου η συνθήκη στην οποία συμφώνησε ο Διογένης από κοινού με τον σουλτάνο Αλπ Αρσλάν άφηνε σχεδόν ολόκληρη τη Μικρά Ασία ανέπαφη. Ρητή μνεία γινόταν στη διατήρηση του υπάρχοντος εδαφικού καθεστώτος, στην ελεύθερη επικοινωνία μεταξύ των δύο κρατών και στην αποχή των Σελτζούκων από τις λεηλασίες στα βυζαντινά εδάφη. Επίσης, προβλεπόταν ανταλλαγή των αιχμαλώτων και, τέλος, η σύναψη επιγαμίας μεταξύ των τέκνων των δύο ηγετών. Έτσι, οι Βυζαντινοί έχαναν λίγα ή και καθόλου εδάφη. Από την άλλη, εξίσου σημαντική ήταν η ήττα στο Μαντζικέρτ και στο οικονομικό επίπεδο, διότι η ίδια η εκστρατεία ήταν πολύ δαπανηρή, αλλά και η λεία που έπεσε στα χέρια των εχθρών, όταν λεηλάτησαν το στρατόπεδο του Ρωμανού, ήταν ιδιαίτερα πλούσια. Επιπλέον, οι οικονομικές δυσκολίες που έγιναν εμφανείς επί Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα (1071-1078) ήταν και αυτές αποτέλεσμα της ατυχούς έκβασης της μάχης. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο ψυχολογικός παράγοντας της ήττας, καθώς για πρώτη φορά Βυζαντινός αυτοκράτορας έπεφτε ζωντανός στα χέρια του εχθρού. Ωστόσο, παρ' όλες τις προαναφερθείσες συνέπειες της ήττας στο Μαντζικέρτ, δεν μπορεί να δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την απίστευτα γρήγορη κατάκτηση της ανατολικής Μικράς Ασίας από τους Σελτζούκους. Πιθανώς να εκμεταλλεύθηκαν τις πολιτικές αδυναμίες που επέφερε η συγκεκριμένη ήττα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η προσοχή των Βυζαντινών είχε πλέον στραφεί εκ των πραγμάτων στη Δύση, όπου ένας νέος και επικίνδυνος εχθρός, οι Νορμανδοί, έκανε απειλητικά την εμφάνισή του.

Μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ (1071), πολλές νομαδικές ληστρικές φυλές των Σελτζούκων, οι λεγόμενοι Τουρκομάνοι, εκμεταλλευόμενοι τις εμφύλιες συρράξεις των Βυζαντινών, εισήλθαν στη Μικρά Ασία. Ο Σουλεϊμάν, που έλαβε τον τίτλο του τοπικού σουλτάνου, μέλος της σελτζουκικής δυναστείας, είχε κάποιο στοιχειώδη έλεγχο στην περιοχή, που περιελάμβανε το Βόσπορο δυτικά (απέναντι από την Κωνσταντινούπολη) έως τη βόρεια Συρία ανατολικά. Μετά το θάνατο του Σουλεϊμάν (1085 ή 1086), η περιοχή χωρίστηκε σε μικρά κρατίδια υπό τον έλεγχο διάφορων εμίρηδων, μέχρι την άφιξη του γιου του, Κιλίτζ Αρσλάν Α΄, που εγκατέστησε σχετικά ενιαία διοίκηση με πρωτεύουσα τη Νίκαια. Το σελτζουκικό Σουλτανάτο του Ρουμ βρισκόταν σε μόνιμο πόλεμο με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ρουμ σημαίνει Ρωμανία ή χώρα των Ρωμαίων (Βυζαντινών). Ο Σουλεϊμάν Α΄ ιμπν Κουτουλμίς (πέθανε το 1086) ίδρυσε ένα ανεξάρτητο Σελτζουκικό κράτος στην Ανατολή και κυβέρνησε σαν ο πρώτος Σουλτάνος του Ρουμ (1077 - 1086). Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς ήταν γιος του Κουτουλμίς, που είχε έρθει σε σύγκρουση με τον εξάδελφό του Αλπ Αρσλάν για τον θρόνο της Μεγάλης Αυτοκρατορίας των Σελτζούκων. Με τον θάνατο τού πατέρα του (1064) ο Σουλεϊμάν δραπέτευσε με τους τρεις αδελφούς του στην οροσειρά τού Ταύρου (Μικρά Ασία), στα σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μαζί με φυλές Τουρκομάνων. Ο Αλπ Αρσλάν απάντησε με μία σειρά από επιδρομές, στις οποίες σκοτώθηκαν όλα τα αδέλφια τού Σουλεϊμάν, επέζησε μόνο ο ίδιος ο Σουλεϊμάν και έγινε αρχηγός των Τουρκομάνων. 

Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄  Δούκας ζήτησε την βοήθεια τού Σουλεϊμάν Α΄ εναντίον του Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη, που διοικούσε το Θέμα Ανατολικών και τον αμφισβητούσε στον θρόνο. Ο Σουλεϊμάν αιφνιδίασε ένα μικρό στρατιωτικό σώμα του Βοτανειάτη ανάμεσα στην Κιουτάχεια και το Ιζνίκ(Νικαια)· ο σφετεριστής Βοτανειάτης έπεισε ωστόσο στο τέλος τον Σουλεϊμάν να τον υποστηρίξει. Η υποστήριξη του Σουλεϊμάν ήταν επιτυχής και ο Βοτανειάτης σαν ανταμοιβή του παραχώρησε πρόσβαση στην Ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς υποστήριξε σε δύο χρόνια έναν άλλον σφετεριστή, τον Νικηφόρο Μελισσηνό. Ο Νικηφόρος Μελισσηνός άνοιξε τις πύλες της Νίκαιας στους Τουρκομάνους και επέτρεψε στον Σουλεϊμάν να εγκαταστήσει μία μόνιμη στρατιωτική βάση. Σε λίγο καιρό ολόκληρη η Βιθυνία βρισκόταν στον έλεγχο του Σουλεϊμάν· αυτό δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς εγκατέλειψε την Νίκαια (1084) και άφησε στην θέση του τον ευγενή Αμπντούλ Κασίμ. Ο Σουλεϊμάν επέκτεινε σύντομα το βασίλειο του: κατέλαβε την Αντιόχεια και αφού έσφαξε τους κατοίκους, έκλεψε τους θησαυρούς από την εκκλησία του Αγίου Κασσιανού και ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί. Δολοφονήθηκε κοντά στην Αντιόχεια από τον Τουτούς (1086), τον Σελτζούκο κυβερνήτη της Συρίας· δεν είναι βέβαιο αν τον θανάτωσε ο Τουτούς από πίστη στον Μεγάλο Σουλτάνο των Σελτζούκων Μαλίκ Σαχ Α΄ ή για προσωπικούς λόγους. Ο γιος του Κιλίτζ Αρσλάν Α΄ μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στο Ισφαχάν, αλλά με τον θάνατο του Μαλίκ Σαχ Α΄ έγινε ο νέος Σουλτάνος του Ρουμ.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CF%84%CE%B6%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CE%B9
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%93%CE%84_%CE%92%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%94%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1%CF%82_(%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B1%CF%81)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%8A%CE%BC%CE%AC%CE%BD_%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%BD_%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BC%CE%AF%CF%82
https://greek_greek.enacademic.com/233387/%CE%A1%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%AE_%CE%9F%CF%85%CF%81%CF%83%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%99%CE%84_%CE%94%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1%CF%82
http://www.ime.gr/chronos/09/gr/p/1025/main/p18a.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82_%CE%94%CE%84_%CE%94%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82
http://asiaminor.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=5256

Η πρώτη μικρασιατική καταστροφή : Από το Βυζάντιο στους Τούρκους (Μέρος Α)

Ο 11ος αι. αποτελεί μία εποχή καθοριστικής σημασίας για τις τύχες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μέχρι και το πρώτο τέταρτο του αιώνος αυτού κυριαρχεί η ισχυρή προσωπικότητα του αυτοκράτορος Βασιλείου Β΄ Βουλγαροκτόνου (976-1025), επί της εποχής του οποίου το κράτος έφθασε στο απόγειο της ακμής του. Το 1018, μετά από μακροχρόνιο και αιματηρό πόλεμο, υποτάχθηκαν οι Βούλγαροι και τα βόρεια σύνορα του κράτους έφθασαν πάλι έως τον Δούναβη, σταθεροποιήθηκαν οι βυζαντινές κτήσεις στη Νότια Ιταλία, ενώ στον Καύκασο τα αρμενικά και ιβηρικά εδάφη είτε προσαρτώνται, είτε μετατρέπονται σε προτεκτοράτα. Την ίδια εποχή φθάνει στο τέλος της η μεγάλη περίοδος των αραβοβυζαντινών συγκρούσεων, καθώς οι Άραβες πλέον έχουν παρακμάσει ως στρατιωτική δύναμη, ύστερα από τις επιτυχημένες εκστρατείες του Νικηφόρου Β΄ Φωκά, του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή και του Βασιλείου Β΄. Συνέπεια αυτών των στρατιωτικών επιτυχιών ήταν η επέκταση του ανατολικού συνόρου και η σταθεροποίησή του στην περιοχή της Μεσοποταμίας. Το κύρος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας βρίσκεται στο απόγειό του, ενώ η πνευματική ακτινοβολία του Βυζαντίου, ύστερα και από τον εκχριστιανισμό των Ρως, ήταν τεράστια. 

Κατά το β΄ τέταρτο του 11ου αι. το Βυζάντιο ζει με την ψευδαίσθηση της παρατεταμένης ειρήνης και της διαρκούς ηρεμίας. Πράγματι, μετά το 1025 και έως τα μέσα του αιώνος κανένα οργανωμένο κράτος δεν θα απειλήσει σοβαρά τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Τα προβλήματα που κατά καιρούς παρουσιάζονταν οφείλονταν κατά κύριο λόγο στις επιδρομές ατάκτων ή, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, νομαδικών φύλων (όπως οι Πετσενέγκοι) και σε επαναστατικά κινήματα τα οποία δεν φαίνεται να αποτελούν σημαντικούς παράγοντες αστάθειας. Η Κωνσταντινούπολη κατορθώνει κάθε φορά να αποκαταστήσει την τάξη και να διατηρήσει ανέπαφα τα εδάφη της χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Η εικόνα αυτή, όμως, επρόκειτο να αλλάξει δραματικά περί τα μέσα του αιώνος. Πέρα από το ότι είχε δημιουργήσει ένα επικίνδυνο αίσθημα εφησυχασμού, η προσωρινή έλλειψη κάποιας ορατής απειλής στα σύνορα επέτρεψε να εκδηλωθούν στο εσωτερικό του κράτους κοινωνικές συγκρούσεις τις οποίες για ένα διάστημα η δυναμική προσωπικότητα του Βουλγαροκτόνου είχε αποτρέψει. Δύο είναι οι κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες που συγκρούονται, οι γραφειοκράτες της κεντρικής διοίκησης και η αριστοκρατία της πρωτεύουσας από τη μία και η μικρασιατική στρατιωτική αριστοκρατία από την άλλη. Μετά το 1025 (και έως το 1057), η άνοδος στον θρόνο αυτοκρατόρων προερχομένων από την πρώτη ομάδα επέφερε την εγκατάλειψη του στρατού, που αποτελούσε το έρεισμα των αντιπάλων τους. Το σύστημα των θεμάτων σταδιακά παρήκμασε, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζονται μεγάλα οικονομικά προβλήματα, που κορυφώνονται με την υποτίμηση του βυζαντινού χρυσού νομίσματος. Συνέπεια αυτής της πολιτικής αναστάτωσης ήταν η υποτίμηση των αναταραχών στα σύνορα του κράτους και η σχεδόν παντελής αδιαφορία για τις διαρκώς κλιμακούμενες επιδρομές που τρομοκρατούν τους κατοίκους της παραμεθορίου. Οι επιδρομείς σύντομα θα αποτελέσουν πολύ σοβαρή απειλή για το Βυζάντιο, η οποία σταδιακά θα κάμψει την αντίσταση των αυτοκρατορικών δυνάμεων και θα οδηγήσει τελικά στην απώλεια σχεδόν του συνόλου των βυζαντινών επαρχιών της Μικράς Ασίας.

Την ίδια εποχή που το Βυζαντινό κράτος παρουσιάζεται να ανακτά την παλαιά του αίγλη και δόξα και να εξουδετερώνει σχεδόν όλους τους εξωτερικούς κινδύνους που απειλούσαν την εδαφική του ακεραιότητα, ένας νέος και πιο επικίνδυνος αντίπαλος εμφανίζεται στο ανατολικό σύνορο. Ο εχθρός αυτός θα αποδειχθεί με το πέρασμα του χρόνου μοιραίος, όχι μόνο για τις εδαφικές κτήσεις της αυτοκρατορίας αλλά ακόμη και για την ίδια της την υπόσταση. Πρόκειται για τους Σελτζούκους Τούρκους. Οι Σελτζούκοι ανήκαν στο τουρκικό φύλο των Ουγούζων ή Ούζων γνωστών και ως Τουρκομάνων. Η ονομασία τους προήλθε από το όνομα του αρχηγού τους Selcuk. Οι Σελτζούκοι για των οποίων την προέλευση γνωρίζουν ελάχιστα οι Βυζαντινοί και Άραβες συγγραφείς, ήταν νομάδες που άρχισαν κατά τον 10ο αιώνα με διαδοχικές μετακινήσεις να προχωρούν αργά από την Ανατολική Ασία προς την Κεντρική, πέρα από τη λίμνη Αράλη. Από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα το φύλο αυτό κυριαρχεί σε μεγάλες εκτάσεις της Κεντρικής Ασίας κι ακόμη δυτικότερα. Ο αρχηγός Selcuk, γιος του Dokak, της φυλής Kinik είναι ελάχιστα γνωστός και είναι αμφίβολο αν ήταν μουσουλμάνος. Οι απόγονοί του ασπάστηκαν το Μωαμεθανισμό, αλλά διατήρησαν παράλληλα πολλά στοιχεία από τις παλαιότερες δοξασίες τους. Οι Βυζαντινοί ωστόσο, φαίνεται να μην ανησυχούν ιδιαίτερα για τις μετακινήσεις αυτής της νέας εθνότητας στα ανατολικά τους σύνορα, όμως από την άλλη δείχνουν ότι δεν τις αγνοούν κιόλας. Οι Ογούζοι Τούρκοι είναι οι κοινοί φυλετικοί και εθνολογικοί (όχι όμως και γλωσσικοί) πρόγονοι των τουρκικών λαών του Μεσαίωνα και αποτέλεσαν μεγάλη συνομοσπονδία τουρκοφωνων φύλων της κεντρικής Ασίας στις περιοχές των Αλταΐων Ορέων (Ανάμεσα στην Κίνα, την Μογγολία, την Ρωσία και το Καζακστάν). Εμφανίζονται κατά τον 6ο-8ο αιώνα ως νομάδες της κεντροασιατικής στέπας και η γνωστότερη ομάδα τους, οι εννέα Ογούζοι (Dokuz Oghuzz) κατόρθωσαν σταδιακά να ενώσουν από τον 6ο αιώνα όλα τα ογουζικά φύλα, από την Κίνα ως τον Εύξεινο Πόντο. Ολα σχεδόν τα τουρκόφωνα φύλα έχουν την καταγωγή τους στους Ογούζους Τούρκους, οι οποίοι τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες ξεκίνησαν από τις πεδιάδες των ποταμών Ορχόν και Σελεγκά, νότια της λίμνης Βαϊκάλης (της βαθύτερης λίμνης της Γης με μέγιστο βάθος 1660 μέτρα) στη Μογγολία. Οι πολυαριθμότεροι από αυτούς, οι Ογούζοι Τούρκοι, δημιούργησαν από τον 6ο ως τον 8ο αιώνα ένα εκτενές κράτος. Στα μέσα του 10ου αιώνα, οι Σελτζούκοι με επικεφαλής τον φύλαρχο Σελτζούκ (Selcuk), αποτελούσαν τη σημαντικότερη φυλή των Ογούζων. Γύρω στο 960, έγιναν σουνίτες ("ορθόδοξοι" μουσουλμάνοι) και μεταφέρθηκαν από τους επικυριάρχους τους Σαμανίδες, στους οποίους πρόσφεραν τις μισθοφορικές τους υπηρεσίες, στις συνοριακές επαρχίες της Μπουχάρα.

Επωφελούμενοι από τις έριδες των λοιπών λαών της Κεντρικής Ασίας οι Τούρκοι εγκαταστάθηκαν στην Τρανσοξιανή (Τρανζοξιάνα) (περιοχή της Σογδιανης, Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν, Κιργιστάν) κατόπιν στην Μπουχάρα (Boukhara), ανατολικά του ποταμού Ώξου (Amou-Darya) (βόρεια του Αφγανιστάν). Κατά την εγκατάστασή τους εκεί ήρθαν σε σύγκρουση με τους Πέρσες Γαζνεβίδες, τους οποίους νίκησαν και έδιωξαν από την κοιλάδα του Χορασάν (1035-1040) (ανατολικά του Ιράν) στα σύνορα του ισλαμικού κόσμου. . Οι Σελτζούκοι το 1040 συνέτριψαν στην μάχη του Νταντανκάν τους ιρανόφωνους Γασνεβίδες και εισήλθαν αρχικά στο Τουρκεστάν και έπειτα στην Περσία. Κατόπιν το σπουδαιότερο τμήμα των Σελτζούκων κινήθηκε δυτικότερα με αρχηγούς τον Toghrulbeg (Τογρούλ) και τον Caghribeg, εγγονούς του Σελτζούκ. Ο Τογρούλ (1038-1063), ή Ταγγρολίπηξ όπως αναφέρεται από τους Βυζαντινούς, μετά από σειρά κατακτήσεων κατέστησε το αλωθέν Ισπαχάν της Περσίας (1051) πρωτεύουσα του κράτους του, ολοκληρώνοντας την κατάκτηση Περσίας- Μεσοποταμίας ως το 1055. Ο Τογρούλ μέσα στο πλαίσιο της διασφάλισης και διατήρησης της ακεραιότητας των κατακτήσεων του, τάχθηκε υπέρ της σουννιτικής ορθοδοξίας και διαδήλωσε εμπράκτως την πίστη του στον χαλίφη της Βαγδάτης, όταν ανταποκρινόμενος σε αίτημα του τελευταίου έσπευσε στη Βαγδάτη (1055) για να του προσφέρει βοήθεια. Η ανταπόδοση του χαλίφη ήταν διπλή. Πάντρεψε την κόρη του με τον Τογρούλ και του έδωσε τον τίτλο του σουλτάνου, νομιμοποιώντας με αυτόν τον τρόπο την εξουσία του γαμβρού του.Το αδύναμο και άνευ συνοχής αραβικό κράτος αντικατεστάθη από μια νέα δύναμη, της οποίας ο ηγέτης φιλοδοξούσε να ανακαινίσει την ισλαμική παράδοση και ταυτόχρονα να υπερασπιστεί την ενότητα του μουσουλμανικού κόσμου. Ωστόσο η προέλαση των Τούρκων προς την Μ. Ασία έφερε την τελευταία μεγάλη εθνολογική αλλοίωση στη Μέση Ανατολή.

Ύστερα από την κατάκτηση της Περσίας- Μεσοποταμίας, ο Τογρούλ συγκέντρωσε γύρω του και άλλα τουρκικά και ουννικά φύλα, και έτσι δημιούργησε ένα πολύ ισχυρό στρατό, ο οποίος κινήθηκε πλέον απροκάλυπτα εναντίον των βυζαντινών κτήσεων. Οι Σελτζούκοι κινήθηκαν στην Περσίδα, Ιβηρία (Γεωργία), Βαασπαρακανία (Αρμενία)  μεγάλες δυνάμεις και καταστροφικές διαθέσεις. Η πρώτη επίθεση εναντίον του βυζαντινού στρατού γίνεται το 1045/46 αιφνιδιαστικά για την κατάληψη της Βαασπαρακανίας. Ο αιφνιδιασμός ήταν επιτυχής. Ο βυζαντινός στρατηγός της περιοχής Στέφανος Λειχούδης ηττάται κατά κράτος και συλλαμβάνεται αιχμάλωτος. Μετά από αυτή την ήττα άνοιξε ο δρόμος στους επιδρομείς να καταλάβουν ολοένα και περισσότερα μέρη. Πόλεις- κλειδιά σε σπουδαίες οδικές αρτηρίες, που είχαν εξελιχθεί σε πλούσια εμπορικά κέντρα πέφτουν στα χέρια των επιδρομέων. Η κατάσταση εξελίχθηκε ως εξής: Μετά την ήττα του Λειχούδη, δύο χρόνια αργότερα οι Σελτζούκοι επιχείρησαν και πάλι νέα μεγάλη εκστρατεία στην περιοχή της Βαασπαρακανίας. Κατά την διάρκειά της όμως, οι επιδρομείς υπέστησαν συντριπτική ήττα από τις συνασπισμένες δυνάμεις του στρατηγού της επαρχίας Ααρών και του τοπικού άρχοντα Ανίου και Ιβηρίας, Κατακαλών Κεκαυμένου. Μάλιστα σ’ αυτή τη μάχη σκοτώθηκε και ο ίδιος ο αρχηγός των Σελτζούκων Ασάν. Ωστόσο, αυτή η ήττα αντί να καταπτοήσει τις επελάσεις των Σελτζούκων, αύξησε τη συχνότητά τους με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να φτάσουν μέχρι τη Θεοδοσιούπολη, αφού πρώτα κατέλαβαν το Άρτζε (1048), γειτονικό στην αρχαία Θεοδοσιούπολη, βορειότερα το φρούριο Παϊπέρτ κοντά στον ποταμό Άκαμψι, ή το Πεκρί στη βορειοανατολική άκρη της λίμνης Βαν- τα τελευταία φρούρια έπεσαν το 1054. Σημαντικό επεισόδιο αυτής της τελευταίας σελτζουκικής επιδρομής (1054) ήταν η διάρκειας τριάντα ημερών πολιορκία της πόλης Μαντζικέρτ «ανενδότως» από τον Τογρούλ και η απόκρουσή της από τον πολυμήχανο στρατηγό, Βασίλειο Αποκάπη. Η αποτυχία κατάληψης της πόλης από τους πολιορκητές έκανε σαφές ότι το αμυντικό σύστημα της αυτοκρατορίας λειτουργούσε ακόμη ικανοποιητικά εφόσον αντιμετώπιζε τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις αποτελεσματικά. Ταυτόχρονα μαζί με τη βυζαντινή στρατιωτική μηχανή άρχισε να λειτουργεί, ενδεχομένως αποτελεσματικότερα, η περίφημη βυζαντινή διπλωματία. Έτσι η βυζαντινή κυβέρνηση στο ενδιάμεσο των δύο εκστρατειών (1049-1054) διάστημα δεν φείσθηκε διπλωματικών συνεννοήσεων, οι οποίες ωστόσο είχαν περιορισμένη απόδοση. Οι τουρκικές αξιώσεις όπως τις μεταφέρει ο Σκυλίτζης θεωρήθηκαν απαράδεκτες. Ο σουλτάνος φέρεται να αποδοκιμάζει τις ληστρικές επιδρομές των ομοεθνών του, ισχυριζόμενος «ότι τινες των επί της ληστείας ουδ’ αυτώ γινωσκόμενοι την έφοδον δίκην αγρίων λύκων πεποίηνται». Όμως ενδεικτικό της διαμορφούμενης πλέον σχέσης Βυζαντίου και Σελτζούκων είναι ότι στο μουσουλμανικό τέμενος της Κωνσταντινούπολης δεν μνημονεύεται πια ο φατιμίδης σιίτης χαλίφης της Αιγύπτου, αλλά ο σουνίτης Τούρκος σουλτάνος. Παρόλη όμως την στρατιωτική και διπλωματική κινητικότητα και από τις δύο πλευρές, οι επιδρομές συνεχίσθηκαν και εντάθηκαν από τακτικό στρατό αλλά και από άτακτους νομάδες, οι οποίοι έφταναν μέχρι τη Φρυγία (Κεντρική Μικρά Ασία) και απειλούσαν την Αντιόχεια. Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι και ο ίδιος ο σουλτάνος αντιμετώπιζε την ίδια περίοδο εσωτερικά προβλήματα από τους συγγενείς του. Συγκεκριμένα οι ανιψιοί του Κουτλουμούς και Μελέχ, ήρθαν σε αντίθεση με τον Τογρούλ λεηλατώντας μάλιστα σελτζουκικά εμπορικά κέντρα όπως το Κάρσε (1054), την ώρα που διεξάγονταν διαπραγματεύσεις με τον βυζαντινό αυτοκράτορα να τους δεχτεί ως συμμάχους.

Εντούτοις, οι εσωτερικές διενέξεις ανάμεσα στους Σελτζούκους δεν άλλαξαν σημαντικά την υπάρχουσα κατάσταση. Μάλιστα η σύγχυση ενετάθη, όταν επαναστάτησε ο Ισαάκιος Α΄ Κομνηνός (1057-1059) και απέσυρε μεγάλο μέρος του θεματικού στρατού, οπότε κατέστη πλέον αδύνατο να καλυφθούν οι ανατολικές επαρχίες στρατιωτικά. Έτσι την τύχη του Άρτζε και Κάρσε ακολούθησε η Μελιτηνή (1057), η Σεβάστεια (1059), το Άνιο (1064), η Καισάρεια (1067), πλούσια εμπορικά κέντρα στα σταυροδρόμια καραβανιών με ανθηρή, πολυάριθμη εμπορική τάξη, που καταδικάστηκε έτσι σε μαρασμό. Η άλωση όλων αυτών των πόλεων αποδεικνύει ότι η αυτοκρατορία είχε πια αρχίσει να εξασθενεί, την ίδια στιγμή που οι τουρκικές επιθέσεις γίνονταν σε ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα. Την δραματική κατάσταση των περιοχών αυτών τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο, περιγράφουν με τα μελανώτερα χρώματα οι Βυζαντινοί και προ πάντων οι ανατολικοί συγγραφείς. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι όταν ο Ευστάθιος Βοΐλας ξαναγύρισε στα κτήματά του στην Καππαδοκία μεταξύ 1050-1053, τα βρήκε παντελώς ερημωμένα και το αρδευτικό σύστημα κατεστραμμένο. Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης με τη σειρά του αναφέρεται στην ακμή και την καταστροφή του Ανίου, πρωτεύουσας της Μεγάλης Αρμενίας, η οποία ήταν για το Βυζάντιο «χαράκωμα μέγιστον και αποτροπή των εκείθεν εισβάλλειν μελλόντων βαρβάρων εις την Ιβηρικήν». Η ανικανότητα του τοπικού ηγεμόνα Παγκρατίου έβαλε σε κίνδυνο την πόλη, ώσπου την κυρίευσαν οι Τούρκοι υπό τον νέο σουλτάνο Άλπ Αρσλάν (18/8/1064). Η άλωση της πλούσιας πολιτείας προκάλεσε αίσθηση σ’ όλη την Ανατολή. Η κατάληψη του Ανίου προκάλεσε όπως ήταν αναμενόμενο σύγχυση και στις δύο πλευρές, Βυζαντινούς και Αρμένιους. Το αποτέλεσμα ήταν ορισμένοι τοπικοί αρχηγοί να συμπράξουν με την ηγεσία των Σελτζούκων, ενώ άλλοι να αντιταχθούν στην πολιτική τους. Ο νέος Σελτζούκος σουλτάνος Άλπ Αρσλάν (1063-1072), ανιψιός και διάδοχος του Toghrulbeg (Τογρούλ), έθεσε ως πρωταρχικό στόχο της πολιτικής του την υποταγή ολόκληρου του μουσουλμανικού κόσμου και γι’ αυτό έστρεψε την προσοχή του στα αραβικά εμιράτα και στο κράτος των Φατιμιδών της Αιγύπτου. Την ίδια στιγμή από την πλευρά του Βυζαντίου ολόκληρο το μικρασιατικό σύνορο από τον Αραξη στην Βαασπαρακανία (Αρμενία) μέχρι την Αντιόχεια στη Συρία, υφίσταται την πίεση των Σελτζούκων επιδρομέων, οι οποίοι το 1067 και 1068 λεηλατούν την Έδεσσα, την Καισάρεια, τη Νεοκαισάρεια, τη Δολίχη (Τελούχ). Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι μέσα σ’ ένα διάστημα λιγότερο των είκοσι χρόνων, η ακτίνα δράσης των επιδρομέων επεκτάθηκε από την περιοχή της Μεσοποταμίας μέχρι την ανατολική Μικρά Ασία.

Η αντίδραση από την πλευρά της Κωνσταντινούπολης ήρθε μάλλον αργά όταν πλέον η κατάσταση ήταν σχεδόν μη αναστρέψιμη. Βασικό σημείο αδυναμίας ήταν η αξιοθρήνητη κατάσταση του βυζαντινού στρατού. Αγύμναστοι, άοπλοι κακοπαθιασμένοι στρατιώτες, χωρίς ιππικό, χωρίς εξασφαλισμένο ανεφοδιασμό. Αυτό το στράτευμα, το οποίο επιπροσθέτως ήταν και ετερογενές-αποτελούμενο από Μακεδόνες, Βούλγαρους, Καππαδόκες, Ούζους, Φράγκους, Βαράγγους και άλλους- ανέλαβε να συγκροτήσει και να το καταστήσει και πάλι ετοιμοπόλεμο, ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ Διογένης (1068-1071). Η πολιτική του βυζαντινού αυτού ηγεμόνα ήταν να αποκαταστήσει τα σύνορα της αυτοκρατορίας με τα όπλα. Ωστόσο η κατάσταση δεν ήταν πλέον η ίδια όπως στην εποχή του Ηρακλείου, όπου το κράτος είχε εσωτερικές αντοχές για να αντεπεξέλθει στις τότε αραβικές επιδρομές. Τώρα η αυτοκρατορία είχε φτάσει πια στο απόγειο της δύναμής της και η εσωτερική παρακμή των τελευταίων χρόνων είχε επηρεάσει σοβαρά τα θεμέλια που την στήριζαν.

Αφήνοντας πίσω του τα σοβαρά αυτά εσωτερικά προβλήματα ο αυτοκράτορας ξεκίνησε τις εκστρατείες του εναντίον των Σελτζούκων. Η πρώτη εκστρατεία του Ρωμανού (Μάρτιος 1068-Ιανουάριος 1069) επιχειρήθηκε όπως μαρτυρεί ο Ατταλειάτης, παρά την άθλια κατάσταση του στρατεύματος. Οι δυνάμεις στρατοπέδευσαν στη Βιθυνία και στη Φρυγία και μόνο τον Οκτώβριο μετακινήθηκαν προς τη Συρία, όπου απελευθέρωσαν την Ιεράπολη. Από κει, περνώντας από τις κλεισούρες του Ταύρου, ο Ρωμανός εισέδυσε στην Κιλικία και στην Καππαδοκία για να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο. Αλλά στο μεταξύ οι Τούρκοι είχαν λεηλατήσει το Αμόριον. Την εποχή αυτή ο Ψελλός είχε παραμείνει στην πρωτεύουσα και, σ’ όλο το διάστημα της εκστρατείας, άσκησε μια αληθινή δολιοφθορά εναντίον του αυτοκράτορα. Η δεύτερη εκστρατεία του Ρωμανού στη Μικρά Ασία, έγινε την άνοιξη του 1069. Σ’ αυτήν ο βασιλιάς είχε την πρόνοια να πάρει μαζί του έναν από τους πολιτικούς του αντιπάλους, τον Μιχαήλ Ψελλό, με το πρόσχημα να τον συμβουλεύει κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, ουσιαστικά όμως για να μην μηχανορραφεί εναντίον του κατά την απουσία του. Τα βυζαντινά στρατεύματα, μέσω του Δορυλαίου, έφτασαν στην Καισάρεια και στη Λάρισα της Καππαδοκίας κι από κει διέτρεξαν πολλές φορές την περιοχή ως τον Ευφράτη και την Μελιτηνή. Σκοπός του αυτοκράτορα ήταν να μειώσει την τουρκική πίεση, κυρίως γύρω από τα μεγάλα κέντρα. Αλλά στο μεταξύ οι Τούρκοι κατέλαβαν το Ικόνιον. Τα αποτελέσματα και των δύο εκστρατειών ήταν πενιχρά και ο αυτοκράτορας δεν μπόρεσε ούτε τον Ψελλό να ελέγξει, αφού αμέσως μετά την επιστροφή του στην πρωτεύουσα ο τελευταίος συνέχισε με αμείωτο ζήλο να δολοπλοκεί εναντίον του βυζαντινού ηγεμόνα.

Αλλά και από στρατηγικής απόψεως αυτή η επιχείρηση δεν ήταν άρτια. Αποδείχτηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να μετακινηθεί ένα μεγάλο και βαρυφορτωμένο στράτευμα από τον Ευφράτη στην περιοχή της λίμνης Βαν. Είναι μια δύσκολη περιοχή και ήταν δύσκολο να βρεθεί τροφή. Είχε ληφθεί η απόφαση ότι ο στρατός έπρεπε να χωριστεί στα δύο. Ένα μέρος ηττήθηκε από τους Τούρκους, το άλλο δεν έφτασε ποτέ στο Χλιάτ. Το καλύτερο που είχε να κάνει ο αυτοκράτορας ήταν να απεμπλέξει τα στρατεύματά του από τους αρμένικους λόφους στους πρόποδες των βουνών και να τα οδηγήσει πίσω στη συγκριτικά ασφαλέστερη Σεβάστεια. Οι Τούρκοι όμως στο μεταξύ είχαν κόψει δρόμο μέσα από το Ικόνιο, το οποίο ήδη λεηλάτησαν. Μια προσπάθεια των Βυζαντινών να τους ανακόψουν καθώς επέστρεφαν μέσω της Κιλικίας απέτυχε. Διαπιστώνοντας τις δυσκολίες αυτές αλλά και τα πενιχρά αποτελέσματα των δύο εκστρατειών του, ο Ρωμανός καταβεβλημένος ψυχικά, αποφάσισε να μην δοκιμάσει νέα επιχείρηση κατά το έτος 1070. Ανέθεσε λοιπόν τη διοίκηση του στρατού στο Μανουήλ Κομνηνό, ο οποίος αν και κατάφερε να αναδιοργανώσει τα στρατεύματα και να επιβάλλει πειθαρχία, δεν μπόρεσε επίσης να νικήσει τους Τούρκους αλλά ηττήθηκε στη Σεβάστεια και συνελήφθη. Ο βυζαντινός στρατηγός απελευθερώθηκε λίγο καιρό αργότερα, αλλά το γεγονός αυτό φανέρωνε για ακόμη μια φορά ότι η Μικρά Ασία είχε πάψει πλέον να είναι υπό τον απόλυτο έλεγχο του αυτοκρατορικού στρατού. Ήταν λοιπόν ζήτημα χρόνου να επέλθει ένα σοβαρό κτύπημα που θα αποκάλυπτε το μέγεθος της κατάρρευσης που είχε συντελεστεί σ’ όλους τους τομείς. Το κτύπημα αυτό δεν άργησε να έλθει στην σπουδαιότερη μάχη που δόθηκε στο πλαίσιο των Βυζαντινο-Σελτζουκικών συγκρούσεων, στην μάχη του Μαντζικέρτ (1071) όπου ο βυζαντινός στρατός ηττήθηκε κατά κράτος και το σπουδαιότερο «ο περιώνυμος βασιλεύς Ρωμαίων αιχμάλωτος γίνεται».
Πηγή : http://asiaminor.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=6254
https://www.protothema.gr/stories/article/786923/oi-progonoi-ton-tourkon-ogouzoi-tourkoi-seltzoukoi-kai-othomanoi/