Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Νεότερη Θεσσαλια : Απο την Τουρκοκρατία στην απελευθέρωση και τον πολεμο του 1897

Η Θεσσαλία κατακτήθηκε το 1393 και απελευθερώθηκε το 1881. Η Τουρκοκρατία σ' αυτήν διήρκησε 487 χρόνια, πέντε αιώνες. Στη διάρκειά τους η Θεσσαλία έχασε ποταμούς αίματος και δακρύων. Θυσίασε χιλιάδες τέκνων της. Τα βουνά της υπήρξαν καταφύγια του έθνους και άσβεστες εστίες του ανεπανάληπτου ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, του ανυπότακτου πνεύματος και της λεβεντιάς. Ανυψώθηκε στην πρωτοπορία της οικονομικής αναπτύξεως , με τις φημισμένες συντεχνίες της και εισχώρησε στο ευρωπαϊκό εμπόριο χωρίς κρατική στήριξη ή επιδοτήσεις, αλλά με την συνέπεια και με προϊόντα ανώτερα ποιοτικώς ξένων ομοειδών. Με την παιδεία της, με τους διδασκάλους της και με τον Ρήγα, κατέχει πρώτη θέση στην προσπάθεια αφύπνισης της εθνικής συνείδησης. Στον ένοπλο αγώνα κατέλαβε αξιόλογη θέση με τα αμέτρητα ξεσπάσματα των αρματωλών της και με τις επαναστάσεις των Διονύσιου, Νικοτσάρα, παπα-Βλαχάβα, Γεωργάκη Ολυμπίου. Αυτοί, ο Ρήγας, ο Άνθιμος Γαζής, ο Χριστόφορος Περραιβός κ.α. διαπνέονταν από την ιδέα Επαναστάσεως Εθνικής όχι Τοπικιστικής. Αυτή ακριβώς η Ιδέα αποτελεί το κύριο γνώρισμα της αγωνιζόμενης Θεσσαλίας. Στη διάρκεια της Επαναστάσεως του ΄21 πρόσφερε τον υπουργό στρατιωτικών Χρ. Περαιβό, πολεμιστή και λόγιο, τον αρχηστράτηγο Γεώργιο Καραϊσκάκη και αρκετές χιλιάδες έμπειρων πολεμιστών και καπετάνιων, οι οποίοι κατήλθαν και πολέμησαν στη Στ. Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, αλλά δεν επέστρεψε κανένας στην πατρώα τους γη. Στο νεαρό ακόμα Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία πρόσφερε τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, τον Οικονόμου Εξ Οικονόμων, τον Διονύσιο Πύρρο, που με άλλους λόγιους έδωσαν την μαγιά για την πνευματική αναγέννηση της ελεύθερης πατρίδας. Μ' αυτά και με άλλα επιτεύγματά της η Θεσσαλία προσήλθε στην μητέρα Ελλάδα με το κεφάλι ψηλά. Και με τη βεβαιότητα ότι στη διάρκεια της μακράς δουλείας ανταποκρίθηκε στις παραδόσεις και στις προσδοκίες του Ελληνισμού.
Στις 7 Μαΐου 1821 επαναστάτησαν με πρώτο τις Μηλιές, τα Εικοσιτέσσερα (τα χωριά του Πηλίου) της Θεσσαλίας, όπου ο υπεύθυνος για την περιοχή Φιλικός Άνθιμος Γαζής είχε προετοιμάσει το έδαφος από νωρίς με σημαντική εθνεγερτική δράση και επαφές με τους ντόπιους αρματολούς Μπασδέκηδες (Κυριάκο και Παναγιώτη). Οι ισχυροί προεστοί (κοτζαμπάσηδες) ήταν πολύ αρνητικοί στην ιδέα της επανάστασης, όμως όταν εμφανίστηκαν από τοΤρίκερι τρία πλοία του ελληνικού στόλου, ο λαός δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί. Στις 9 Μαΐου οι επαναστάτες από όλα τα χωριά μαζεύτηκαν έξω από το Βόλο και πολιόρκησαν τους Οθωμανούς που κλείστηκαν στο φρούριο της πόλης. Στην πολιορκία βοήθησαν και τα ελληνικά πλοία και πληρώματα. Στις 11 Μαΐου οι επαναστάτες μπήκαν στο Βελεστίνο (οι Οθωμανοί κλείστηκαν στους 4 ισχυρότερους πύργους) και εκεί μαζεύτηκαν την ίδια μέρα αντιπρόσωποι από τα επαναστατημένα χωριά, κηρύχθηκε επίσημα η επανάσταση και συστάθηκε η Βουλή της Θετταλομαγνησίας, με πρόεδρο τον Άνθιμο Γαζή και γραμματέα τονΦίλιππο Ιωάννου. Οι επαναστάτες στη Θεσσαλία ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία άτακτοι χωρικοί, χωρίς στρατιωτική εμπειρία, αλλά και χωρίς όπλα και πολεμοφόδια και όταν λίγες μέρες αργότερα εμφανίστηκε πολυπληθής οθωμανική στρατιά από τη Λάρισα υπό τη διοίκηση του Μαχμούτ πασά Δράμαλη (από τη Δράμα), διαλύθηκαν αμέσως προς τα χωριά τους. Ο Δράμαλης έκαψε την Κάπουρνα και τα Κανάλια, ανέβηκε μέχρι τη Μακρυνίτσα και ζήτησε από όλα τα χωριά να πληρώσουν μεγάλα πρόστιμα. Οι περισσότεροι επαναστάτες φοβισμένοι υπέκυψαν και οι κοτζαμπάσηδες προσκύνησαν φέρνοντας στον Δράμαλη πλούσια δώρα. Αυτός προωθήθηκε προς το Λαύκο επιδιώκοντας να μπει στις Μηλιές, που ήταν το στρατηγείο της επανάστασης, όμως στις 25 Μαΐου συνάντησε αντίσταση στα Λεχώνια και δεν προχώρησε. Στις Μηλιές η κατάσταση ήταν αντιφατική, με τους κοτζαμπάσηδες να θέλουν να προσκυνήσουν και τους επαναστάτες με τον Γαζή να θέλουν να αντισταθούν. Τελικά ο Γαζής αναγκάστηκε να φύγει στη Σκιάθο και οι Μηλιές προσκύνησαν στα μέσα Ιουνίου τον Δράμαλη που έφτασε μέχρι τη Μηλίνα και δεν προχώρησε άλλο. Όσοι επαναστάτες απέμειναν προωθήθηκαν προς το Τρίκερι και πολλά γυναικόπαιδα πέρασαν σε Σκιάθο και Σκόπελο. Όταν αποχώρησε ο Δράμαλης η επανάσταση έμεινε ζωντανή στο Λαύκο, την Αργαλαστή, το Προμμύρι και το Τρίκερι.
«Στις αρχές του 1878 ανυπάκουοι και λιποτάκτες υπαξιωματικοί με τους στρατιώτες τους, δεν υπάκουσαν στις εντολές της Κυβερνήσεως  και στις διαταγές τού  υποστράτηγου της Λαμίας, διοικητού τους Σκαρλάτου Σούτσου και εισέβαλαν   στην τουρκοκρατούμενη  Ελληνική περιοχή με σκοπό να προστατεύσουν τους σκλαβωμένους Έλληνες από του διωγμούς των μουσουλμανικών ορδών. Ο επιλοχίας Δημήτριος Τερτίπης,  ο  λοχίας Γεώργιος Λάϊος, και άλλοι  δώδεκα (12) λοχίες, εφτά (7) δεκανείς και εκατόν εβδομήντα (170) στρατιώτες λιποτάχτησαν  από τη μιζέρια της πολιτικής, και  αφού ένωσαν τις δυνάμεις τους με τους  ντόπιους καπεταναίους και άλλους επαναστάτες της περιοχής, συγκεντρώθηκαν  στις 7 Μαρτίου 1878 στον Ιερό Ναό  του Αγίου Αθανάσιου του χωριού Παλαμάς Δομοκού, ύψωσαν τη σημαία της επαναστάσεως και ορκίστηκαν «Ελευθερία ή Θάνατος».  Ο παπα- Αλέξης, σαν άλλος Παλαιών Πατρών Γερμανός στην Αγία Λαύρα το 1821,  ευλόγησε τα όπλα και οι ήρωες εφόρμησαν κατά των Τούρκων κατακτητών οι οποίοι ετράπησαν σε φυγή.  Ελευθερώθηκε και ανάσανε ο τόπος από τους άξεστους της Τουρκιάς. Ήταν η τελευταία επιτυχημένη επανάσταση με αποτέλεσμα την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και μέρους της Άρτας, που ενώθηκαν με τον κορμό της  ελεύθερης Ελλάδας, αργότερα το 1881 με τη Συνθήκη  των Μεγάλων Δυνάμεων του Βερολίνου. Έως τότε τα σύνορα της Ελλάδας  ήσαν  έως τη Σούρπη  και Κραβασαρά. Ας είναι αιώνια η μνήμη των λιποτακτών υπαξιωματικών και των  συστρατιωτών τους που έσωσαν την τιμή της Πατρίδας μαζί με τους ντόπιους καπεταναίους και άλλους επαναστάτες.
Μετά το τέλος του Pωσο-οθωμανικού πολέμου στα 1877-78 η Eλλάδα παρουσιάστηκε στο συνέδριο του Bερολίνου (13 Ιουνίου-13 Ιουλίου 1878) για να εισπράξει από τις Δυνάμεις τα ανταλλάγματα για τη φρόνιμη στάση που επέδειξε κατά τη βαλκανική κρίση. Mε μεσολάβηση της Aγγλίας ελληνική αντιπροσωπεία, αποτελούμενη από τον υπουργό των Εξωτερικών Θεόδωρο Δηλιγιάννη και τον Aλέξανδρο Pίζο Pαγκαβή, παρουσίασε τις ελληνικές θέσεις στην ολομέλεια του συνεδρίου στις 17/29 Iουλίου. Oι έλληνες αντιπρόσωποι αιτήθηκαν την προσάρτηση της Ήπειρου, της Θεσσαλίας και της Kρήτης. Mε το 13ο πρωτόκολλο το συνέδριο "προσκαλούσε την Yψηλή Πύλη να συμφωνήσει με την Eλλάδα σε μια [νέα] ρύθμιση των συνόρων στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο". Tο συνέδριο πρότεινε τη γραμμή των ποταμών Kαλαμά-Σαλαμβρία, ρύθμιση που απέδιδε στην Eλλάδα μεγάλο μέρος της Hπείρου και της Θεσσαλίας.
Mε το 24 άρθρο οι έξι Δυνάμεις προσφέρονταν σε περίπτωση αδιεξόδου στις διαπραγματεύσεις των δύο πλευρών να μεσολαβήσουν στα δύο μέρη "για διευκόλυνση". H οθωμανική αντιπροσωπεία στο Bερολίνο αντέδρασε σθεναρά στην προοπτική να παραχωρηθούν εδάφη και τήρησε παρελκυστική πολιτική στις διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των συνόρων. H τελική ρύθμιση δεν επρόκειτο να επιτευχθεί παρά ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις των δύο πλευρών και των Δυνάμεων που διήρκεσαν τρία χρόνια. H ελληνική κυβέρνηση με διακοίνωσή της προς τις Δυνάμεις στις 8/20 Iανουαρίου 1881 ζητούσε την εφαρμογή των "δικαίων και καταλλήλων αποφάσεών τους, με τα μέτρα που αυτές έκριναν", για να εδραιωθεί η ειρήνη. Παρά τις φραστικές εμμονές της η ελληνική κυβέρνηση είχε ουσιαστικά αποδεχτεί ενδόμυχα μια αρνητική γι' αυτήν εξέλιξη και υποχωρούσε βήμα βήμα από τα σύνορα που είχε προτείνει η συνθήκη του Bερολίνου. Στις διαπραγματεύσεις της Kωνσταντινούπολης για την οριστική διευθέτηση του ζητήματος, που άρχισαν στις 20 Φεβρουαρίου του 1881, η Eλλάδα δε συμμετείχε. Tις ελληνικές θέσεις διαπραγματεύονταν οι πρέσβεις των έξι Δυνάμεων, οι οποίοι επικοινωνούσαν με την Aθήνα. Mε την έναρξη του 1883 το ζήτημα των θεσσαλικών συνόρων είχε διευθετηθεί. Στο ελληνικό κράτος περιήλθε η Θεσσαλία εκτός από την περιοχή της Ελασσόνας και η πόλη της ’ρτας με ελάχιστα ηπειρωτικά εδάφη. Το ζήτημα των θεσσαλικών συνόρων θα ανακινηθεί ξανά με την πρόσκαιρη κατάληψη της Θεσσαλίας από τα οθωμανικά στρατεύματα το 1897.
H Eλλάδα χρεωκοπημένη ήδη οικονομικά χρεωκόπησε επιπλέον πολιτικά και στρατιωτικά με τον ατυχή πόλεμο του 1897. Mε την έναρξη του 1897 τα πνεύματα στην Eλλάδα ήταν ήδη πολύ οξυμένα από την κρητική εξέγερση και τις σφαγές από τους Τούρκους. Στην Eυρώπη πολλές πλευρές απαιτούσαν μιαν επέμβαση των Δυνάμεων υπέρ των Kρητικών και στην Eλλάδα η κοινή γνώμη πίεζε για την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί. Την περιορισμένη δράση του ελληνικού στόλου συμπλήρωσε η αποστολή στην Κρήτη του υπασπιστή του βασιλιά Tιμολέοντος Bάσσου με δύναμη 1.500 αντρών. Oι ελληνικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στις 3 Φεβρουαρίου στον όρμο Kολυμπάρι και προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα τετελεσμένο κατοχής και προσάρτησης του νησιού στο ελληνικό κράτος.
Oι Δυνάμεις δεν αποφάσισαν τον αποκλεισμό του Πειραιά ή κάποια δυναμική κίνηση εναντίον της Eλλάδας, όπως ζητούσε η Πύλη και ο Kάιζερ. H αποβίβαση ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στην Kρήτη δημιούργησε ένα κλίμα άμεσης σύγκρουσης, αλλά η συμπάθεια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Eλλάδα κλίμα απέτρεπε αυστηρότερη στάση της Aγγλίας και της Γαλλίας. Πιθανόν η κυβέρνηση Δηλιγιάννη περίμενε έναν αποκλεισμό ανάλογο με του 1886, για να απεμπλακεί από την υπόθεση με κάποια διπλωματικά κέρδη για την Kρήτη. H τελεσιγραφική διακοίνωση των Δυνάμεων στις 18 Φεβρουαρίου/2 Mαρτίου οδήγησε στην ανάκληση του ελληνικού στόλου. Oι στόλοι των Δυνάμεων απέκλεισαν το νησί και αποβίβασαν στρατεύματα κατοχής, επιβάλλοντας τη λύση της αυτονομίας του νησιού. Στα ελληνοτουρκικά σύνορα όμως η ένταση είχε κλιμακωθεί επικίνδυνα. Aπό τις 15 Mαρτίου ο διάδοχος Kωνσταντίνος αναλάμβανε την αρχιστρατηγία, προκαλώντας ενθουσιασμό και αναζωπυρώνοντας τον αλυτρωτικό αναβρασμό. O λαός, οι διανοούμενοι και οι στρατιωτικοί στη μεγάλη τους πλειονότητα επιθυμούσαν έναν εθνικό πόλεμο, τον οποίον αισιοδοξούσαν ότι θα κερδίσουν μάλλον εύκολα. Mετά την εισβολή των ενόπλων της Eθνικής Eταιρείας στη Mακεδονία, η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να αποσείσει τις ευθύνες από πάνω της. Όμως η Πύλη ανακοίνωσε στις 5 Aπριλίου την απόφασή της να διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με την Aθήνα.
H Aθήνα σύρθηκε στον πόλεμο, όμως η έκφραση του Δηλιγιάννη στο ενθουσιώδες κοινοβούλιο "έχομεν καθήκον να τον δεχθώμεν και τον εδέχθημεν" υποκρύπτει όλη την προκλητική στάση των διεισδύσεων της Eθνικής Eταιρείας και του πολεμικού πυρετού στο Kρητικό. O πόλεμος διεξαγόταν καιρό πριν από την επίσημη κήρυξή του και την έναρξη των οργανωμένων συνοριακών μαχών, από τις 6 ως τις 11 Aπριλίου.
Tα ελληνικά στρατεύματα απροετοίμαστα και άπειρα από πόλεμο ηττήθηκαν και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν από τις αρχικές τους θέσεις. Oι οθωμανικές δυνάμεις άρχισαν να προωθούνται στα ελληνικά εδάφη. Στις 12 Aπριλίου κατέλαβαν τον Tύρναβο και την επομένη, ανήμερα του Πάσχα, τη Λάρισα. Oι ελληνικές δυνάμεις υποχώρησαν στα Φάρσαλα, όπου και ανασυντάχτηκαν. Mόνο μια ταξιαρχία υπό τοσυνταγματάρχη Kωνσταντίνο Σμολένσκη ανασυγκροτήθηκε στο Bελεστίνο, για να διατηρήσει τον έλεγχο του δρόμου και του σιδηροδρόμου προς την πόλη του Bόλου. Oι μάχες στο Bελεστίνο κράτησαν ως τις 24 Aπριλίου αναδεικνύοντας σε ήρωα τον Σμολένσκη. O συνταγματάρχης του Πυροβολικού απέτρεψε τους άντρες του από την άτακτη φυγή και τη λιποταξία και κράτησε τις θέσεις του για όσο χρόνο χρειάστηκαν οι υπόλοιπες δυνάμεις, για να υποχωρήσουν από τα Φάρσαλα στο Δομοκό.
Oι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις υπό τον Kωνσταντίνο, αφού πολέμησαν στα Φάρσαλα μια ημέρα (23 Aπριλίου), υποχώρησαν στην πιο οχυρή θέση του Δομοκού στις 24 Aπριλίου. Δύο μέρες μετά τα οθωμανικά στρατεύματα κατέλαβαν το Bόλο. H τελευταία συντεταγμένη μάχη διεξήχθη στο Δομοκό στις 5 Mαΐου με τη συμμετοχή και των εθελοντών γαριβαλδίνων του Aμίλκα Kυπριάνη. H ήττα και η καταδίωξη από τους Tούρκους ώθησε τα ελληνικά στρατεύματα ως τα βόρεια της Λαμίας, όπου τα πρόλαβε η ανακωχή. Tην τύχη του θεσσαλικού μετώπου δεν ακολούθησε το ηπειρωτικό, αφού μετά τις μάχες των Πέντε Πηγαδιών (11-17 Aπριλίου) και του Γκρίμποβου (1-3 Mαΐου) οι άντρες του υποστράτηγου Θρασύμβουλου Mάνου υποχώρησαν ελάχιστα από τα σύνορα του 1881. Στη Θεσσαλία, μέσα σε ένα μήνα ο ελληνικός στρατός είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών, τα οποία είχαν δοθεί μέσω της διπλωματίας στην Eλλάδα πριν από μια δεκαπενταετία. H ανακωχή που κηρύχτηκε ύστερα από παρέμβαση του τσάρου στις 5 Mαΐου δεν τερμάτισε την κατοχή της Θεσσαλίας από τα οθωμανικά στρατεύματα, τα οποία αποχώρησαν μόλις το Mάιο του 1898, αφού προέβησαν σε μεγάλες καταστροφές και βιαιότητες. Oι εδαφικές απώλειες ήταν τελικά μικρές. Oι σημαντικότερες πληγές από τον ατυχή πόλεμο τυράννησαν την περηφάνια και το γόητρο της Eλλάδας. Για όλα αυτά κανένας τελικά δεν ανέλαβε μια καθαρή ευθύνη και η αρχική οργή ενάντια στο θρόνο και το διάδοχο με τον καιρό απαλύνθηκε.  Ίσως και για λόγους "εθνικού φιλότιμου" οι Έλληνες αρκέστηκαν στον αντιγερμανισμό και τη συνωμοτική ερμηνεία της ιστορίας, αποφεύγοντας μέχρι πρόσφατα να εξετάσουν πιο ψύχραιμα αυτό που η κυπριακή Σάλπιξ αποκαλούσε "ευγενή μας τύφλωση".
Επανάσταση του Κιλελερ ηταν Αιματηρά επεισόδια, που συνέβησαν στις 6 Μαρτίου 1910 και εντάσσονται στη μακρά ιστορία του αγροτικού ζητήματος στη Θεσσαλία. Παρότι έλαβαν χώρα κατά κύριο λόγο στην Λάρισα, πήραν το όνομά τους από το χωριό Κιλελέρ (Κυψέλη), από το οποίο δόθηκε το έναυσμα. Η επέτειος αυτή τιμάται κάθε χρόνο και αποτελεί την κορυφαία εκδήλωση της ελληνικής αγροτιάς, που έχει την ευκαιρία να προβάλει τα αιτήματά της. Το αγροτικό ζήτημα στη Θεσσαλία εμφανίζεται οξυμένο από την επαύριο της ένταξης της περιοχής στην ελληνική επικράτεια το 1881. Οι κολίγοι υπήρξαν οι χαμένοι της ενσωμάτωσης και οι τσιφλικάδες οι μεγάλοι κερδισμένοι. Το λάθος των κυβερνήσεων εκείνης της εποχής ήταν ότι εφάρμοσαν το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε στην Παλαιά Ελλάδα, παραγνωρίζοντας τα δικαιώματα των κολίγων, βάσει του οθωμανικού δικαίου. Επί Τουρκοκρατίας, οι τσιφλικάδες είχαν μόνο το δικαίωμα εισπράξεως των προσόδων επί των μεγάλων εκτάσεων που κατείχαν, ενώ οι κολίγοι είχαν πατροπαράδοτα δικαιώματα επί των κοινόχρηστων χώρων του τσιφλικιού (επί της γης, των οικιών, των δασών και των βοσκοτόπων). Με τη νέα κατάσταση, οι έλληνες πλέον τσιφλικάδες, που διαδέχθηκαν τους οθωμανούς, είχαν δικαιώματα απόλυτης κυριότητας σε όλη την ιδιοκτησία τους, ενώ οι κολίγοι είχαν περιπέσει σε καθεστώς δουλοπαροίκου. Οι κολίγοι διεκδίκησαν μαχητικά την επαναφορά των πραγμάτων στο προηγούμενο καθεστώς, ενώ έθεταν και θέμα απαλλοτριώσεων. Ο εκσυγχρονιστήςΧαρίλαος Τρικούπης, που κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή, ήταν αντίθετος με τη διανομή της γης στους κολίγους, γιατί δεν ήθελε να χάσει τους ξένους επενδυτές και την εισροή νέων κεφαλαίων στην Ελλάδα.
Η κατάσταση άλλαξε δραματικά στην αυγή του 20ου αιώνα, με την ίδρυση των πρώτων αγροτικών συλλόγων σε Λάρισα, Καρδίτσα και Τρίκαλα. Με τη βοήθεια φωτισμένων αστών της εποχής, οι κολίγοι υιοθέτησαν σύγχρονες μορφές πάλης (μαζικές κινητοποιήσεις, συλλαλητήρια στις μεγάλες πόλεις, ψηφίσματα σε Κυβέρνηση, Βουλή και Βασιλιά κ.ά.). Η δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα από όργανο των τσιφλικάδων το 1907 χαλύβδωσε το αγωνιστικό τους φρόνημα. Στις αρχές του 1910, κύριο αίτημα των κολίγων ήταν η απαλλοτρίωση της γης και η διανομή των τσιφλικιών στους καλλιεργητές της, πάνω στη βάση της μικρής οικογενειακής ιδιοκτησίας. Η χώρα βρισκόταν υπό τον αστερισμό του Στρατιωτικού Συνδέσμου και πρωθυπουργός ήταν ο «υπηρεσιακός» Στέφανος Δραγούμης. Οι κολίγοι είχαν προγραμματίσει το Σάββατο 6 Μαρτίου πανθεσσαλικό συλλαλητήριο στη Λάρισα, με αφορμή τη συζήτηση του αγροτικού νομοσχεδίου στη Βουλή. Από νωρίς το πρωί άρχισαν να συρρέουν στην πόλη διαδηλωτές από τα γύρω χωριά. Στο σιδηροδρομικό σταθμό του Κιλελέρ, κάπου 200 χωρικοί θέλησαν να επιβιβασθούν σε τρένο χωρίς να πληρώσουν εισιτήριο. Ο διευθυντής των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων, Πολίτης, που επέβαινε στο τρένο, τους το αρνήθηκε. Οι χωρικοί οργίστηκαν κι άρχισαν να λιθοβολούν το συρμό, σπάζοντας τα τζάμια των βαγονιών. Το τρένο απομακρύνθηκε, αλλά σε απόσταση ενός χιλιομέτρου επαναλαμβάνονται οι ίδιες σκηνές από ομάδα 800 χωρικών. Οι άνδρες της στρατιωτικής δύναμης που ευρίσκοντο εντός του τρένου και μετέβαιναν στη Λάρισα για το συλλαλητήριο, διατάχθηκαν από τον επικεφαλής τους να πυροβολήσουν στον αέρα για εκφοβισμό. Οι χωρικοί εξαγριώνονται και τους επιτίθενται με πέτρες και ξύλα. Οι στρατιώτες ξαναπυροβολούν, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο ή κατ' άλλους τέσσερις χωρικοί και να τραυματισθούν πολλοί. Ανάλογα επεισόδια έγιναν και στο χωριό Τσουλάρ (σήμερα Μελία), με δύο νεκρούς χωρικούς και 15 τραυματίες. Οι συμπλοκές μεταξύ άοπλων διαδηλωτών και δυνάμεων καταστολής επεκτάθηκαν και στη Λάρισα, όταν οι αγρότες πληροφορήθηκαν τα αιματηρά επεισόδια στο Κιλελέρ και το Τσουλάρ. Δύο κολίγοι έπεσαν νεκροί, όταν το ιππικό ανέλαβε δράση. Το συλλαλητήριο έγινε, τελικά, με ειρηνικό τρόπο στις 3 το μεσημέρι στην Πλατεία της Θέμιδος. Ο φοιτητής Γεώργιος Σχοινάς διάβασε το ψήφισμα της συγκέντρωσης, που απεστάλη στη Βουλή και την Κυβέρνηση. Οι αγρότες ζητούσαν άμεση ψήφιση του νομοσχεδίου για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών, ενώ εξέφρασαν τη βαθιά λύπη και οδύνη τους «για την άδικον επίθεσιν κατά του φιλήσυχου και νομοταγούς λαού, ής θύματα υπήρξαν άοπλοι και αθώοι λευκοί σκλάβοι της Θεσσαλίας». Για τις ταραχές στο Κιλελέρ, στο Τσουλάρ και τη Λάρισα, πολλά άτομα συνελήφθησαν και προφυλακίστηκαν. Αρκετοί αγρότες αθωώθηκαν στη συνέχεια με βουλεύματα, ενώ συνολικά 62 διαδηλωτές παραπέμφθηκαν σε δίκη. Αθωώθηκαν όλοι στις 23 Ιουνίου 1910, σε μια προσπάθεια εκτόνωσης της κατάστασης. Η εξέγερση του Κιλελέρ ξεσήκωσε κύμα συμπάθειας σε όλη τη χώρα, ενώ αυξήθηκε η κοινωνική πίεση για την επίλυση του αγροτικού ζητήματος. Η πολιτική εξουσία δεν μπορούσε άλλο να κλείνει τα μάτια. Το πρώτο δειλό βήμα για τη λύση του προβλήματος έγινε το 1911 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που διαδέχθηκε τον Στέφανο Δραγούμη στην πρωθυπουργία. Πάρθηκαν ορισμένα νομοθετικά μέτρα υπέρ των κολίγων, αλλά απαλλοτριώσεις δεν έγιναν κι ένας λόγος ήταν οι πόλεμοι που ακολούθησαν. Μόνο μετά το 1923, όταν το πρόβλημα της αποκατάστασης των προσφύγων έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις, άρχισαν από την κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα απαλλοτριώσεις τσιφλικιών σε μεγάλη κλίμακα.
Πηγή: http://www.biblionet.gr/book/157536/Αρσενίου,_Λάζαρος_Α./Η_Θεσσαλία_στην_Τουρκοκρατία
http://omospamari.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1139:-1821-1881&catid=86:2013-04-27-21-12-05&Itemid=120
http://www.ime.gr/chronos/12/gr/1833_1897/foreign_policy/facts/06.html
http://www.ime.gr/chronos/12/gr/1833_1897/foreign_policy/facts/08.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ελληνική_Επανάσταση_του_1821
https://www.sansimera.gr/articles/224

Μεσαιωνική Θεσσαλια : Από την Ρωμαϊκή κατάκτηση εως την Βυζαντινη εποχή και την Οθωμανική κατάκτηση

 Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, θέλησαν να απαλλαγούν από τους Μακεδόνες αλλά νικήθηκαν κι έμειναν υπήκοοι της Μακεδονίας ως το 197 π.Χ. Τη χρονιά εκείνη, οι Μακεδόνες νικήθηκαν από τους Ρωμαίους στις Κυνός Κεφαλές. Οι Θεσσαλοί έμειναν μισό αιώνα ελεύθεροι, ιδρύοντας ομοσπονδίες («κοινά»). Στα 146 π.Χ., η Θεσσαλία συγχωνεύτηκε στη ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας. Στα 27 π.Χ., οι Ρωμαίοι την ενέταξαν στην Αχαΐα. Οι Θεσσαλοί βρήκαν την ησυχία τους και μπόρεσαν να ευημερήσουν. Στα χρόνια του Πλίνιου (Α’ μ.Χ. αιώνας) η Θεσσαλία αριθμούσε 75 πόλεις με τη Λάρισα και τον Φάρσαλο να διατηρούν τα παλιά τους μεγαλεία και με την Δημητριάδα να τις συναγωνίζεται.
Τον Δ’ αιώνα, η Θεσσαλία βρέθηκε στον δρόμο των επιδρομέων Γότθων και Ούννων και λεηλατήθηκε άγρια. Τον Ε’, ξέσπασαν διωγμοί εναντίον των εβραίων κατοίκων της περιοχής, ενώ, από το 540, ενέσκηψαν οι Σλάβοι. Οι συνεχείς επιδρομές τους κατάφεραν οδυνηρά πλήγματα στους Θεσσαλούς αλλά τον επόμενο αιώνα, όσοι από τους Σλάβους είχαν εγκατασταθεί σε χωριστές κοινότητες, είχαν αφομοιωθεί όπως μαρτυρούν επεισόδια που έχουν να κάνουν με πολιορκία της Θεσσαλονίκης (κάτοικοι σλαβικών κοινοτήτων έσπευσαν σε βοήθεια των πολιορκημένων). Το διάλειμμα ηρεμίας που ακολούθησε, επέτρεψε στους κατοίκους της Θεσσαλίας να ζήσουν ειρηνικά και να ευημερήσουν. Οι πηγές αναφέρουν τεράστια ακμή της Λάρισας και μεγάλη άνθιση της Τρίκκης (Τρικάλων), των Σταγών, της Ελασσόνας και του Φάρσαλου, ενώ σε ακμή (μικρότερη των προηγουμένων) βρίσκονταν η Καρδίτσα, το Βελεστίνο, ο Αλμυρός, ο Πλάτανος και η Δημητριάδα. Η τελευταία, γνώρισε τη φρίκη των Σαρακηνών πειρατών, όταν το 896 πολιορκήθηκε και υπέκυψε σ’ αυτούς. Οι Σαρακηνοί έσφαξαν, λεηλάτησαν, άρπαξαν κι αποχώρησαν. Μετά, ήρθε η σειρά των Βουλγάρων να εισβάλουν στα εδάφη της Θεσσαλίας. Ο Ι’ αιώνας πέρασε με συνεχείς βουλγαρικές επιδρομές και διαλείμματα ησυχίας. Σε μια από αυτές, ο τσάρος Σαμουήλ πήρε τη Λάρισα, ανάγκασε πολλούς κατοίκους της να μετοικήσουν στη Βουλγαρία και ενέταξε στον στρατό του εκείνους που θεώρησε ότι μπορούσαν να φέρουν όπλα. Ακολούθησαν μερικές ειρηνικές δεκαετίες ώσπου, στα 1081, στη Θεσσαλία επέπεσαν οι Νορμανδοί. Ο υπερασπιστής της Λάρισας, Λέων Κεφαλάς, άντεξε την στενή πολιορκία του Νορμανδού Βοημούνδου ώσπου, μετά από έξι μήνες, εδέησαν να εμφανιστούν τα βυζαντινά στρατεύματα και να λύσουν την πολιορκία (1084). Είναι η εποχή που η Θεσσαλία διέθετε μόνο ορθόδοξες ελληνικές εκκλησίες, οι Θεσσαλοί μιλούσαν ελληνικά και αυτοπροσδιορίζονταν Έλληνες. Είναι όμως και η εποχή που η Θεσσαλία άρχισε να αποκαλείται Μεγάλη Βλαχία. Με τους Βλάχους να νιώθουν και να είναι Έλληνες. Στα 1084, κατοικούσαν στα ορεινά της Βόρειας Θεσσαλίας. Τον επόμενο αιώνα, σε όλα τα θεσσαλικά βουνά. Τον μεθεπόμενο, γύρω από την Όθρη. Με τη Θεσσαλία να έχει διανεμηθεί σε φέουδα (πολλά ως προσωπικές περιουσίες αυτοκρατορικών συζύγων), ανάμεσα στα οποία και της κραταιάς οικογένειας των Μελισσηνών. Μετά, ήρθαν οι Φράγκοι.
Κατά την Βυζαντινή περίοδο αυτή στάλθηκαν από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ευγενείς, οι λεγόμενοι Κεφαλάδες, για να διοικήσουν την περιοχή. Από εκείνα τα χρόνια αρχίζει και ο κερματισμός της Θεσσαλικής γης σε μεγάλα φέουδα υπό τη διοίκηση ισχυρών οικογενειών. Η περιοχή της Θεσσαλίας χαρακτηριζόταν και ως Βλαχία ή Μεγαλοβλαχία. Ύστερα από την Δ' Σταυροφορία (1204) τμήματα της Θεσσαλίας έλαβαν ως φέουδα σταυροφόροι, όπως ο Γουλιέλμος ντι Λάρσα (τη Λάρισα) και ο Βερθόλδος (τις Φερές). Αργότερα, βρέθηκε στη διοίκηση του Δεσποτάτου της Ηπείρου, αλλά μετά τον θάνατο του Μιχαήλ Β΄ (1268) ιδρύθηκε ανεξάρτητο θεσσαλικό κρατίδιο που έφτανε στην ακμή του μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο, με πρωτεύουσα την Υπάτη και διοικητή τον Ιωάννη Α' Δούκα, νόθο γιο του Μιχαήλ, ο οποίος το διοίκησε από το 1263 ως το 1289-90. Έπειτα τον διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος Δούκας και αυτόν ο Ιωάννης Β'. Από το 1320 μέχρι το 1390 σημαντικό ρόλο παίζει στην περιοχή της Θεσσαλίας το Δουκάτο των Νέων Πατρών, με αρχικό διοικητή τον Αλφόνσο Φαντρίκ, αρχηγό της Καταλανικής Εταιρείας, ο οποίος μετά το θάνατο του Ιωάννη Β΄ Δούκα το 1318, εισέβαλε στη Θεσσαλία και κατέκτησε το Λιδωρίκι, το Σιδηρόκαστρο, το Ζητούνι, το Γαρδίκι, το Γαλαξίδι και τη Βιτρινίτζα και έγινε «γενικός Βικάριος» των δουκάτων των Αθηνών και Νέων Πατρών το 1319.
Το Δουκάτο Νέων Πατρών ιδρύθηκε στην Ελλάδα μετά την κατάκτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά την Δ' Σταυροφορία (Φραγκοκρατία), με κέντρο την πόλη των Νέων Πατρών, τη σημερινή Υπάτη, στην κοιλάδα του Σπερχειού, δυτικά της Λαμίας. Το 1318-1319 οι Αλμογάβαροι της Καταλανικής εταιρείας, αφού είχαν κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος του Δουκάτου των Αθηνών, επεκτάθηκαν στα εδάφη της αυτόνομης ηγεμονίας της Θεσσαλίας, όπου επικρατούσε αναρχία μετά τον θάνατο του ηγεμόνα Ιωάννη Β΄ Δούκα. Υπό την ηγεσία του Αλφόνσο Φαντρίκε, γιου του Βασιλιά του Βασιλείου της Σικελίας, κατέλαβαν τμήματα της νότιας Θεσσαλίας. Τα νέα εδάφη ενώθηκαν με το Δουκάτο των Αθηνών με το όνομα Δουκάτο Αθηνών και Νέων Πατρών. Το Δουκάτο χωρίστηκε στα καπετανάτα Σιδηροκάστρου, Νέων Πατρών και Σαλώνων (Άμφισσας). Μεγαλο μέρος των κτήσεων του Δουκάτου στη Θεσσαλία κατακτήθηκε από τους Σέρβους του Στεφάνου Δουσάν το 1337. Το 1377, τον τίτλο του Δούκα Νέων Πατρών πήρε ο Πέτρος Δ΄ της Αραγωνίας. Ο τίτλος διατηρήθηκε από τους διαδόχους του και είναι ακόμη μέρος του πλήρους τίτλου των μοναρχών της Ισπανίας. Οι επιθέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σταδιακά μείωσαν τα εδάφη του Δουκάτου μέχρις ότου ό,τι απέμεινε από αυτό, έπεσε στα χέρια της Δημοκρατίας της Φλωρεντίας το 1390. Η Υπάτη από το 1180 μέχρι το 1824 είχε επίσκοπο με τον τίτλο «Επίσκοπος Νέων Πατρών» και για αποφυγή σύγχυσης ο Μητροπολίτης Πατρών λεγόταν «Παλαιών Πατρών».
Η πρώτη οθωμανική εισβολή στη Θεσσαλία έλαβε χώρα το 1386. Κατά τη διάρκειά της κατελήφθησαν κατά σειρά το κάστρο του Πλαταμώνα, το κάστρο της Ωριάς στα Τέμπη και η Λάρισα. Ο Στρατηγός των Οθωμανών, ένας από τους κορυφαίους του σουλτάνου, ο Εβρενός μπέης, ο ονομαζόμενος και πορθητής της Λάρισας, που ήταν Έλληνας αρνησίθρησκος, έχοντας μαζί του τον στρατιωτικό αρχηγό Χαϊρεντίν πασά κατέλαβαν τη Θεσσαλία επί Μουράτ Β΄, το 1386/7. Ο Εβρενός πέθανε το 1417 και θάφτηκε στη νέα οθωμανική πόλη της Δ. Μακεδονίας, τα Γιαννιτσά. Την ίδια περίοδο ο Αλέξιος Φιλανθρωπινός, ο λεγόμενος Καίσαρ της Μεγάλης Βλαχίας, παρέμενε οχυρωμένος στα Τρίκαλα μέχρι και το θάνατό του, που μάλλον συνέβη το 1388. Συνεπώς αυτή η πρώτη φάση της οθωμανικής εισβολής στη Θεσσαλία τερματίστηκε στην περιοχή της Λάρισας. Έξι χρόνια αργότερα, το 1392/3, άρχισε η δεύτερη φάση της οθωμανικής εξάπλωσης στη Θεσσαλία άρχισε υπό την ηγεσία και πάλι του Εβρενός και κατέληξε το 1394 υπό την αρχιστρατηγία του ίδιου του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄. Ο Εβρενός επικεφαλής ισχυρού στρατού, πέρασε το 1392 τα Τέμπη.
Η παράδοση έχει διασώσει  τραγούδια και θρύλους για το λεγόμενο Κάστρο της Ωριάς των Τεμπών, το οποίο βρισκόταν σε απόκρημνο σημείο της ομώνυμης κοιλάδας από την πλευρά της Όσσας, απέναντι από την Αγία Παρασκευή, ίχνη του οποίου σώζονται ως τις μέρες μας. Σύμφωνα με το θρύλο, κάποιος Οθωμανός εξαπάτησε την κόρη του άρχοντα του κάστρου υποδυόμενος ορθόδοξο μοναχό που ζητούσε καταφύγιο στο κάστρο. Έτσι η οχυρή θέση έπεσε στα χέρια των γαζήδων. Αφού οι Οθωμανοί κατέλαβαν και πάλι το κάστρο της Ωριάς, αντιμετώπισαν με άνεση στην έξοδο της κοιλάδας το στρατό του νέου Καίσαρα της Μεγαλοβλαχίας Μανουήλ Άγγελου Φιλανθρωπινού, που ήταν αδελφός του νεκρού Αλέξιου. Έτσι ο οθωμανικός στρατός, χωρίς καμιά άλλη αντίσταση, κατάλαβε ξανά τη Λάρισα. Την ίδια χρονιά έπεσαν προσωρινά (1403) στα χέρια των Οθωμανών η Σκιάθος και η Σκόπελος.  Το 1394 την αρχιστρατηγία του οθωμ. στρατού ανέλαβε ο Βαγιαζήτ ο οποίος και υπέταξε την ίδια χρονιά κατά σειρά τα Φάρσαλα, το Δομοκό, το Ζητούνι, τις Θερμοπύλες και την παλιά πρωτεύουσα του θεσσαλικού κράτους Υπάτη (Νέες Πάτρες), η οποία μετονομάστηκε από τους Οθωμανούς σε Πατρατζίκ. Μετά τη λήξη των επιχειρήσεων παραχώρησε μεγάλο μέρος της Θεσσαλίας, ως φέουδο, στον Εβρενός, τιμώντας τον κατ’ αυτόν τον τρόπο για την προσφορά του. Το 1396/7, ο Εβρενός συνέχισε το καταστροφικό του έργο, λεηλατώντας περιοχές της Στερεάς και της Πελοποννήσου, ενώ ο Βαγιαζήτ συνέχισε τις κατακτήσεις του στο θεσσαλικό έδαφος (Τρίκαλα, Βαθύρρεμα, Φανάρι, Γόλος [Βόλος] κ. ά.). Χρονιά σταθμός ήταν το 798 μετά Εγίραν, σύμφωνα με τις τουρκικές πηγές, (1395-6), διότι τότε έπεσε η πιο οχυρή θεσσαλική πόλη, τα Τρίκαλα, τα οποία στη συνέχεια απετέλεσαν έδρα του πρώτου Οθωμανού πασά (διοικητή) της Θεσσαλίας, Τουραχάν (ή Τουρχάν).
Κατόπιν της συμφωνίας του 1403, που συνήφθηκε μεταξύ του γιου του σουλτάνου Βαγιαζήτ, Σουλεϊμάν Α΄ και του Μανουήλ Παλαιολόγου, αρκετά από τα κατακτημένα εδάφη επιστράφηκαν στο βυζαντινό κράτος, μεταξύ των οποίων και η Ανατολική Θεσσαλία μέχρι τη Λάμία. Ο νέος σουλτάνος Μεχμέτ (Μωάμεθ) Α΄ (1423-1421) ανανέωσε τη συνθήκη του 1403 παραχωρώντας επιπλέον και άλλα φρούρια και χωριά της Θεσσαλίας στους Βυζαντινούς. Οι Βενετοί μ’ αυτή τη συνθήκη ήλεγχαν το κάστρο του Πτελεού και των Λεχωνίων έχοντας τη νομή των καλλιεργειών του κάμπου των Λεχωνίων. Μετά το θάνατο του Μεχμέτ (1421) ο Μανουήλ συνεργάστηκε με τους εμίρηδες κατά του νέου σουλτάνου Μουράτ Β΄. Ο Μουράτ αφού αντιμετώπισε με επιτυχία τους στασιαστές, ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Θεσσαλίας, σχεδόν αναίμακτα, με στρατηγό τον Τουραχάν μπέη. Η κατάκτηση τη φορά αυτή συνοδεύτηκε από οργανωμένη εγκατάσταση πολυάριθμων μουσουλμάνων από την Ανατολία. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν αγροτικές οικογένειες από το Ικόνιο της Καππαδοκίας. Αυτοί συνοικίστηκαν σε χωριά της βορειοανατολικής Θεσσαλικής πεδιάδας και ονομάζονταν Κονιαρέοι ή Κόνιαροι από τον τόπο καταγωγής τους (Ικόνιο). Μια άλλη ομάδα μουσουλμάνων εποίκων, που έφθασαν λίγο αργότερα στη Θεσσαλία (1463), ήταν οι Γιουρούκοι οι οποίοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και εγκαταστάθηκαν στις παρυφές του Ολύμπου. Στη συνέχεια ο Τουραχάν διαμοίρασε το θεσσαλικό κάμπο, σε ντόπιους εκούσια εξισλαμισθέντες φεουδάρχες και σε δικούς του αξιωματούχους, υπό τη μορφή φέουδων. Ο λόγος της διανομής ήταν η επιβράβευση αυτών για τη συμβολή τους στην κατάκτηση της Θεσσαλίας. Η ίδια η Λάρισα άλλαξε όνομα και μετονομάστηκε από τους Οθωμανούς «Γενή Χεσίρ», δηλαδή Νέα Πόλη, χωρίς όμως να καταφέρουν να εκτοπίσουν το παλιό της όνομα.
Το 1423 ολοκληρώθηκε και η τρίτη φάση της οθωμανικής κατάκτησης της Θεσσαλίας. Η τελευταία προσπάθεια των Βυζαντινών εναντίον της οθωμανικής επέκτασης στη Θεσσαλία ήταν μια παράτολμη ενέργεια του Δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. O Κων/νος, επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, το 1445 προέλασε στη Στερεά και εισήλθε στη Θεσσαλία περνώντας από το Φανάρι και έφτασε στα ορεινά των Αγράφων. Επειδή όμως ότι ισχυρές τουρκικές δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στο Βελεστίνο (1446), αναγκάστηκε να υποχωρήσει νοτιότερα. Η αντίσταση των Ελλήνων που ήταν περιορισμένη στα ορεινά της Θεσσαλίας εγκαταλείφθηκε μετά την άλωση της Πόλης (1453). Τότε φαίνεται πως έπεσε οριστικά και το Φανάρι στα χέρια των εισβολέων. Το 1454 υπογράφηκε συνθήκη μεταξύ του Μωάμεθ Β΄ (Πορθητή) και των Βενετών, οι Τούρκοι αποκτούσαν τον έλεγχο των τελευταίων δυο οχυρών της Θεσσαλίας: των κάστρων του Πτελεού και του Γαρδικίου. Όμως η συμφωνία έμελλε να γίνει πράξη το 1470, μετά την πτώση της Εύβοιας (1470). Τα τελευταία οχυρά εκπορθήθηκαν, ενώ οι Βενετοί υπερασπιστές των σκοτώθηκαν μέχρι ενός από τους Τούρκους, και οι Έλληνες κάτοικοι αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν σιδηροδέσμιοι στην Κων/λη.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δουκάτο_Νέων_Πατρών
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θεσσαλία
http://aktines.blogspot.gr/2014/06/blog-post_5007.html
http://aktines.blogspot.gr/2016/01/1470.html
http://historyreport.gr/index.php/Πατριδογνωσία/Θεσσαλία/1540--4-------

Αρχαία Θεσσαλια - Απο την Προϊστορική Εποχη μεχρι την Ελληνικη Αρχαιότητα και την Ρωμαϊκή κατάκτηση

Το Σέσκλο είναι ένας από τους αρχαιότατους νεολιθικούς οικισμούς της Θεσσαλίας, που κατοικήθηκε για πρώτη φορά στην αρχή της 7ης χιλιετίας (6800 π.Χ) και ερημώθηκε λίγο πριν το τέλος της 5ης χιλιετίας π.Χ. Ο νεολιθικός οικισμός του Σέσκλου βρίσκεται νοτιοανατολικά από το σύγχρονο ομώνυμο χωριό και απέχει 14 χιλιόμετρα από την πόλη του Βόλου. Ο οικισμός αναπτύχθηκε στο λοφώδες περιβάλλον κοντά στον Παγασητικό κόλπο και την λίμνη Κάρλα. Σημαντικό ρόλο στην επιλογή της θέσης από τους πρώτους κατοίκους της διαδραμάτισε η γεωμορφολογία της ευρύτερης περιοχής, με τα βαθιά ρέματα και τους χαμηλούς λόφους με τη μεγάλη αποστραγγιστική ικανότητα. Η συνεχής κατοίκηση στον ίδιο χώρο και οι αλλεπάλληλες οικοδομικές φάσεις χωρίς την απομάκρυνση των ερειπίων από τα παλαιότερα κτίσματα πρόσθεσαν ύψος στο χώρο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία λόφου. Το πιο εκτεταμένο τμήμα του οικισμού, με πυκνά δομημένα σε συστάδες οικήματα, που χρονολογούνται στην Αρχαιότερη και Μέση Νεολιθική Εποχή, γνωστό ως πόλη, αναπτύχθηκε στην επίπεδη πλαγιά στα δυτικά της Ακρόπολης, σε έκταση μεγαλύτερη των 100 στρεμμάτων. Το Σέσκλο αποτελεί έναν από τους ελάχιστους οικισμούς του ελλαδικού χώρου όπου εντοπίστηκαν ίχνη της λεγόμενης Ακεραμικής Φασης (7η χιλιετία π.Χ). Στη φάση αυτή, ο οικισμός ήταν αραιοκατοικημένος και περιορίστηκε πάνω στο χαμηλό λόφο και βορειοανατολικά έξω από αυτόν. Κατά την 6η χιλιετία π.Χ, ο οικισμός παραμένει αραιοκατοικημένος. Πάνω στο λόφο χτίζονται τα πρώτα σπίτια, με λίθινα θεμέλια, τοίχους από πλιθιά, δάπεδα από πατημένο πηλό, ενώ ανάμεσα στα οικήματα αναπτύσσονται ενδιάμεσοι ανοικτοί χώροι για τις καθημερινές οικοτεχνικές δραστηριότητες των κατοίκων. Κατά την 5η χιλιετία π.Χ, ο οικισμός απέκτησε μεγάλη έκταση και κατοικήθηκε και ο χώρος απέναντι από το λόφο. Η περίοδος αυτή ταυτίζεται με τον "Πολιτισμό του Σέσκλου" και χαρακτηρίζεται από την αρχιτεκτονική οργάνωση του οικισμού, την αύξηση της γραπτής κεραμικής με παράλληλη βελτίωση της τεχνικής όπτησης της κεραμικής, που επιτυγχάνει θαυμάσια κόκκινα χρώματα και από τη γενικευμένη χρήση λίθινων εργαλείων και οψιανού από τη Μήλο. Σχεδόν όλα τα αρχιτεκτονικά λείψανα που είναι σήμερα ορατά πάνω στο λόφο ανήκουν στη φάση αυτή. Στη Νεότερη Νεολιθική Εποχή, η κατοίκηση περιορίστηκε στο χώρο της Ακρόπολης, όπου κτίζεται ένα μεγάλο μεγαροειδές οίκημα, που περιβάλλεται από περιβόλους με χωρορυθμιστικό ρόλο, όπως και στην περίπτωση του Διμηνίου. Τα υπόλοιπα κτίρια διατάσσονται γύρω απ' αυτό. Το Διμήνι ήταν προϊστορικός οικισμός (4.800 π.Χ.) της νεότερης νεολιθικής εποχής δηλαδή μετά την προκεραμική περίοδο και πριν την τελική νεολιθική που βρίσκεται κοντά στη σημερινή ομώνυμη κωμόπολη και απέχει 4 χλμ. ΝΔ του Βόλου. Η Αισωνία χρονολογείται από την αρχαιότητα και είναι το δυτικότερο μέρος της περιοχής του Βόλου. Το 1901, ο Βαλέριος Στάης ανακάλυψε τον θολωτό τάφο στο λόφο του Νεολιθικού οικισμού. Εργάστηκε στον οικισμό Διμηνίου με τον Χρήστο Τσούντα από το 1901 μέχρι το 1905. Οι συστηματικές αυτές ανασκαφές ανέδειξαν τη σπουδαιότητα του συνοικισμού. Λείψανα του νεολιθικού αυτού οικισμού έφεραν στο φως τον συνοικισμό που διέθετε οχυρωμένη ακρόπολη, διαδοχικούς περιβόλους, οικίες και τάφους. «Οι φάσεις της νεολιθικής εποχής ( μεσολιθική, προ-κεραμική, νεότερη και τελική νεολιθική) δεν είναι ενιαίες σ΄όλες τις περιοχές του κόσμου. Κατά τον καθηγητή αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα η νεολιθική εποχή στο ελλαδικό χώρο αρχίζει το 6.800 π.Χ.» Το Διμήνι μας προσφέρει την πιο ολοκληρωμένη εικόνα ενός νεολιθικού οικισμού που βρέθηκε μέχρι σήμερα και επιπρόσθετα μας δίδει την πληροφορία μιας ειδικἀ οχυρωμένης ακρόπολης με τους διαδοχικούς περιβόλους.
Το όνομα Πελασγοί χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, οι οποίοι αναφέρονταν στους πληθυσμούς αυτούς που θεωρούσαν προγόνους των Ελλήνων ή ως ανθρώπους που βρέθηκαν πριν από τους Έλληνες σε μέρη που σήμερα αποτελούν την Ελλάδα. Κάποιοι το χρησιμοποιούν όμως και για να περιγράψουν αμιγώς ελληνικούς πληθυσμούς. Περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Αττική θεωρούνταν παραδοσιακά ως περιοχές στις οποίες κατοικούσαν Πελασγοί. Γενάρχης των Πελασγών αναφέρεται ο Πελασγός. Με τ' όνομά του συνδέθηκαν πολυάριθμοι θρύλοι και παραδόσεις. Στους Πελασγούς της Φθίας αναφέρεται ο Στράβων. Εκεί, μεταξύ άλλων περιοχών, ζούσαν Πελασγοί και κατονομάζει τη μία από τις τέσσερις πόλεις του κράτους Πηλέα - Αχιλλέα, το οποίο συμπίπτει με τη σημερινή Ανατολική - Βορειανατολική Φθιώτιδα και τμήματα των σημερινών νομών Λαρίσης και Μαγνησίας, το Πελασγικόν Άργος, η Κρεμαστή Λάρισα (Πελασγία) στην περιοχή που εκτείνονταν από "τη Θεσσαλία μεταξύ των εκβολών του Πηνειού και των Θερμοπυλών μέχρι της ορεινής χώρας σε όλη την έκταση της Πίνδου, αφού οι Πελασγοί ήταν κυρίαρχοι των τόπων αυτών" και ιδιαίτερα πως είχαν επεκταθεί "προπάντων μεταξύ των Αιολέων που ήταν ανά τη Φθία και τη Θεσσαλία." Αργότερα, κατά τους ιστορικούς χρόνους, το νότιο τμήμα της Θεσσαλίας μεταξύ Λάρισας και Φερών διατηρούσε το όνομα Πελασγιώτις.
Οι Θεσσαλοί ήταν αρχαίος λαός με κοιτίδα την περιοχή της Θεσπρωτίας. Κατά τον 11ο αιώνα π.Χ. μετακινήθηκαν στην περιοχή της σημερινής Θεσσαλίας στην οποία έδωσαν το όνομά τους. Κατά την εγκατάστασή τους στην Θεσσαλία υπέταξαν ή εκτόπισαν τους προγενέστερους λαούς που ήταν εγκατεστημένοι εκεί. Οι παλαιότεροι κάτοικοι της Θεσσαλίας, οι Αιολείς, οι Βοιωτοί, οι Αινιάνες κ.α. μετακινήθηκαν ανατολικά ή νότια ιδρύοντας νέα κράτη και αποικίες. Οι Αιολείς εγκαταστάθηκαν στα νησιά του βορείου Αιγαίου και στα βόρεια παράλια της Μικράς Ασίας απέναντι από την Λέσβο και την Χίο, οι Βοιωτοί εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Βοιωτίας ενώ οι Αινιάνες στον κάμπο του Σπερχειού. Οι Θεσσαλοί μετά την εγκατάστασή τους στην περιοχή του Θεσσαλικού κάμπου χωρίστηκαν σε τέσσερα κράτη, την Πελασγιώτιδα, την Εστιαιώτιδα, την Θεσσαλιώτιδα και την Φθιώτιδα (ή Αχαΐα Φθιώτιδα). Σε καιρό πολέμου εξέλεγαν έναν αρχηγό ανάμεσα στους τέσσερις βασιλείς που ονομαζόταν Ταγός. Ο Ταγός προερχόταν από την αριστοκρατική οικογένεια των Αλευάδων της Λάρισας. Οι Θεσσαλοί σταδιακά κυριάρχησαν πάνω στα γειτονικά κράτη των παλαιότερων λαών της Θεσσαλίας, των Μαγνητών, των Περραιβών, των Αινιανών, των Μαλιέων, των Οιταίων και των ορεινών Δολόπων. Η Θεσσαλία απλωνόταν από τον Όλυμπο, μέχρι την Οίτη. Κατά την Αρχαϊκή περίοδο η Θεσσαλία απέκτησε μεγάλη δύναμη. Μαζί με άλλες έντεκα φυλές οι Θεσσαλοί ίδρυσαν την Δελφική Αμφικτυονία. Ελέγχοντας όμως τις πέντε από τις έντεκα φυλές απέκτησαν την μεγαλύτερη δύναμη στο αμφικτυονικό συνέδριο.
Πρώτη πολιτική παρέμβαση των Θεσσαλών στην νότια Ελλάδα ήταν στον Α' ιερό πόλεμο (601-591 π.Χ.), όταν επενέβησαν εναντίον των πόλεων Κρίσσας και Κίρρας που εκμεταλλεύονταν τους προσκυνητές του μαντείου των Δελφών. Οι Θεσσαλοί με συμμάχους την Αθήνα και την Σικυώνα κατέστρεψαν την Κίρρα και ανέλαβαν τον έλεγχο του μαντείου των Δελφών. Παράλληλα υποδούλωσαν τους Φωκείς που είχαν βοηθήσει στον ιερό πόλεμο τους Κρισσαίους. Τα επόμενα χρόνια απέκτησαν βλέψεις προς την Βοιωτία αλλά ηττήθηκαν και το 571 εγκατέλειψαν και την Φωκίδα. Επόμενη απόπειρα να επεκταθούν προς τον νότο απέτυχε καθώς ηττήθηκαν από τους Βοιωτούς στην μάχη του Κερρησού και από τους Φωκείς στην μάχη της Υάμπολης και περιορίστηκαν στην περιοχή της Θεσσαλίας. Στους Περσικούς πολέμους οι Θεσσαλοί συμμάχησαν με τους Πέρσες. Σε αυτή την απόφαση στράφηκαν μετά το συνέδρειο του Ισθμού, όταν οι υπόλοιπες Ελληνικές πόλεις απέρριψαν το σχέδιο των Θεσσαλών να αντισταθούν στα Τέμπη. Το Θεσσαλικό ιππικό πάντως κατά την μάχη των Πλαταιών κράτησε ουδέτερη στάση, γεγονός που βοήθησε τον ελληνικό στρατό. Τα επόμενα χρόνια η Θεσσαλία εξασθένησε. Μετά την ήττα των Περσών έγιναν σύμμαχοι των Αθηναίων στάση που κράτησαν μέχρι τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Διατήρησαν την δύναμή τους όμως στην Δελφική Αμφικτυονία η οποία εξακολουθούσε να υπάρχει. Η Θεσσαλία απέκτησε δύναμη όταν έγινε ταγός ο τύραννος των Φερών Ιάσονας. Ο Ιάσονας κυριάρχησε σε όλη την Θεσσαλία. Απέβλεπε στην ένωση όλων των Ελλήνων και σε κοινή εκστρατεία κατά των Περσών. Η περίοδος αυτή ήταν σύντομη καθώς ο Ιάσονας δολοφονήθηκε μετά από δέκα χρόνια στην εξουσία. Οι διάδοχοί του δεν κατάφεραν να διατηρηθούν στην εξουσία. Ακολούθησαν εμφύλιες συγκρούσεις και τελικά η Θεσσαλία υποτάχθηκε στους Μακεδόνες του Φιλίππου. Η κύρια ασχολία των Θεσσαλών ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία, συγκεκριμένα η εκτροφή αλόγων. Εκτός αυτού ήταν επιτήδειοι έμποροι και επιδέξιοι τεχνίτες σε πολλά επαγγέλματα. Οι Θεσσαλοί διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις και έκαναν εξαγωγή σιτηρών και οίνου δικής τους παραγωγής. Στην κτηνοτροφία, μικρό ρόλο έπαιζε η εκτροφή του προβάτου, κτηνοτροφική τέχνη που εισήγαγαν από την Μικρά Ασία. Φημισμένοι ήταν όμως για την αρτοποιιτική τους τέχνη, ιδίως για το θεσσαλικό ψωμί. Οι Θεσσαλοί ήταν επίσης δεξιοτέχνες επιπλοποιοί. Οι πολυθρόνες από την Θεσσαλία ήταν δείγματα καλαισθησίας για την εποχή τους. Είχαν φανταχτερά χρώματα και να ήταν πολύ μαλακά και αναπαυτικά έπιπλα. Οι Θεσσαλοί φημίζονταν στην αρχαία Ελλάδα για την αρχοντιά και την καλοπέραση. Οι λεξικογράφοι αναφέρουν τα θεσσαλικά παπούτσια, δείγμα ότι υπήρχε και υποδηματοποιία. Στις παραλιακές περιοχές γινόταν παρασκευή πορφύρας. Στην Μελίβοια ήταν εγκατεστημένες βιοτεχνίες βαφής υφασμάτων.
Η Θεσσαλία κατά την αρχαιότητα καταλάμβανε μία περιοχή από τον Όλυμπο μέχρι την Οίτη και το Μαλιακό κόλπο. Ήταν χωρισμένη σε φυλετικα κρατιδία. Τα ισχυρότερα απ' αυτά, η Θεσσαλιώτιδα, η Πελασγιώτιδα, η Εστιαιώτιδα και η Φθιώτιδα συγκρότησαν μία κοινοπολιτεία, γνωστή ως κοινό των Θεσσαλών. Ο αρχηγός της κοινοπολιτείας ονομαζόταν Ταγός και επιλεγόταν ανάμεσα στους τέσσερις ηγεμόνες των Θεσσαλικών κρατών. Οι Θεσσαλοί κυριαρχούσαν επίσης στα γειτονικά κράτη των Περραιβών στα βόρεια, των Αινιανών και των Μαλιέων στα νότια και των Μαγνητών στα ανατολικά. Οι Θεσσαλοί αναμείχθηκαν στον πρώτο ιερό πόλεμο που ξέσπασε με αφορμή τον έλεγχο του μαντείου των Δελφών και για σύντομο διάστημα κυριάρχησαν πάνω στους Φωκείς. Οι Θεσσαλοί, κατά τους Περσικούς πολέμους, συμμάχησαν με τους Πέρσες. Μετά την ήττα των Περσών έγιναν σύμμαχοι των Αθηναίων στάση που κράτησαν μέχρι τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Η Θεσσαλία απέκτησε δύναμη, όταν έγινε ταγός ο τύραννος των Φερών Ιάσων. Η περίοδος αυτή ήταν σύντομη και τα επόμενα χρόνια η Θεσσαλία υποτάχθηκε στους Μακεδόνες του Φιλίππου. Σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Θεσσαλίας ήταν η Λάρισα, οι Φερές, η Άρνη, οι Παγασές, οι Φθιώτιδες Θήβες, η Φαρκαδόνα, η Φάρσαλος, η Κραννών, η Τρίκκη κ.α.
Η μάχη των Κυνός Κεφαλών πραγματοποιήθηκε το 197 π.Χ. ανάμεσα στην Μακεδονία και τη Ρώμη στη θέση Κυνός Κεφαλαί της Θεσσαλίας κατά το Δεύτερο Μακεδονικό Πόλεμο. Το 197 π.Χ. οι Ρωμαίοι με αρχηγό τον Τίτο Κόιντο Φλαμινίνο κατευθύνθηκαν με 34.000 άνδρες στη θέση των Κυνός Κεφαλών στη Θεσσαλία. Ο Φλαμινίνος διέθετε ακόμη κάποιο αριθμό ελεφάντων. Απέναντί του ήταν ο Φίλιππος Ε' της Μακεδονίας. Διέθετε 16.000 φαλαγγίτες, 7.500 πεζούς κι 2.000 ιππείς. Πριν τη μάχη έπεσε βροχή και ακολούθησε ομίχλη. Έτσι ένα τμήμα στρατού του Φιλίππου βρέθηκε σε κάποιους λόφους. Εκεί συναντήθηκε με ένα τμήμα ιππικού του Φλαμινινου. Ο τελευταίος ενίσχυσε το τμήμα για να απασχολήσει την μακεδονική φάλαγγα να την κρατήσει σε έδαφος που δε μπορούσε να αναπτυχθεί και να την αντιμετωπίσει. Ο Φίλιππος παρά τις δυσκολίες κατάφερε και απώθησε τους Ρωμαίους, αλλά βρέθηκε σε ακατάλληλο έδαφος για τη φάλαγγα. Τότε έφτασε και το άλλο τμήμα του μακεδονικού στρατού στο αριστερό άκρο. Τότε διέταξε τους στρατιώτες του να βγάλουν τα ξίφη τους και να επιτεθούν. Οι Ρωμαίοι υποχώρησαν, αλλά το άκρο της φάλαγγας δεν είχε σχηματίσει παράταξη. Ο Φλαμινίνος έστειλε τους ελέφαντές του και νίκησε το αριστερό άκρο. Η υποχώρηση έκανε το δεξί άκρο που νικούσε να μείνει ακάλυπτο. Ενα τμήμα Ρωμαίων επιτέθηκε από τα νώτα στους Μακεδόνες. Οι τελευταίοι κυκλώθηκαν και συνετρίβησαν. Μετά τη μάχη οι Μακεδόνες μετρούσαν απώλειες των 5.000 ανδρών και οι Ρωμαίοι των 2.000 ανδρών. Η μάχη των Κυνός Κεφαλών αποτέλεσε μια αιματηρή μάχη του Δεύτερου Μακεδονικού πολέμου. Ακολούθησε η μάχη των Θερμοπυλών το 191 π.Χ. όπου ο Αντίοχος Γ'ηττήθηκε και το 190 π.Χ. ηττήθηκε εκ νέου στη μάχη της Μαγνησίας. Έτσι οι Ρωμαίοι άρχισαν την υποταγή της Ελλάδας.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θεσσαλοί
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θεσσαλία
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σέσκλο_Μαγνησίας
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Διμήνι
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πελασγοί
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μάχη_των_Κυνός_Κεφαλών_(197_π.Χ.)

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Castrignano dei Greci : L'antica città della Puglia con l'origine minoica e lingua greca

Castrignano de' Greci (o Castrignano dei Greci, Kastrignàna o Kascignàna, Cascignanu o Casṭṛignanu) è un comune italiano di 4.062 abitantindella provincia di Lecce in Puglia. Il territorio del comune di Castrignano de' Greci, che si estende nella parte centrale della provincia di Lecce per 9,52 km², è totalmente pianeggiante. È situato sul calcare magnesifero che si addossa sul calcare compatto nella parte nord-orientale del suo territorio. Il nucleo urbano è posizionato a 90 m s.l.m.; dista 26,3 km dal capoluogo, 18 km da Otranto e 34 km da Gallipoli. La morfologia pianeggiante del territorio e il clima mite favoriscono la coltivazione di piante tipiche dell'area mediterranea. Il centro è circondato da terre coltivate con alberi di ulivo, fichi, mandorli e vigneti. Confina a nord con il comune di Martano, a est con il comune di Carpignano Salentino, a sud con i comuni di Cannole, Bagnolo del Salento, Cursi e Melpignano, a ovest con il comune di Corigliano d'Otranto. Dal punto di vista meteorologico Castrignano de' Greci rientra nel territorio del Salento orientale che presenta un clima mediterraneo, con inverni miti ed estati caldo umide. In base alle medie di riferimento, la temperatura media del mese più freddo, gennaio, si attesta attorno ai +9 °C, mentre quella del mese più caldo, agosto, si aggira sui +24,7 °C. Le precipitazioni, frequenti in autunno ed in inverno, si attestano attorno ai 626 mm di pioggia/anno. La primavera e l'estate sono caratterizzate da lunghi periodi di siccità.
Facendo riferimento alla ventosità, i comuni del Salento orientale sono influenzati fortemente dal vento attraverso correnti fredde di origine balcanica, oppure calde di origine africana. Il toponimo potrebbe derivare dalla parola latina castrum. Infatti, con la conquista romana della penisola salentina nel 487 d.C., i Romani insediarono un accampamento militare (Praesidium Castrinianum). Un'altra ipotesi, farebbe derivare il nome da Castrinius, il centurione romano al quale fu affidato il territorio. L'etimologia potrebbe anche ricondurre al vocabolo greco Κάστρον (Kástron) che significa castello.
Le origini di Castrignano de' Greci sono molto discusse e legate anche a leggende popolari. Secondo la tradizione, ripresa dallo storico Cosimo De Giorgi, la fondazione del paese è attribuita ai posteri dei Candioti di Minosse o dagli Ateniesi e Cretesi seguaci di Giapige. Secondo Domenico De Rossi la fondazione avvenne con la colonizzazione greca del Salento, durante il periodo della Magna Grecia. L'ipotesi più avvalorata è quella che i Romani, conquistata lapenisola salentina nel III secolo a.C., favoriti dalla presenza di acque, vi abbiano istituito un loro presidio militare ("Praesidium Castrinianum" oppure "Castrinius"). Tra il IX ed il X secolo, sotto il dominio dei bizantini che diffusero le loro leggi, le loro usanze e la loro lingua, Castrignano divenne un casale fortificato e fu costruito un castello. La lunga permanenza bizantina è ancora visibile in alcune usanze e soprattutto nella lingua locale, il griko. Castrignano conservò il rito religioso greco fino al 1614. Con i Normanni, il casale, divenuto parte della Contea di Lecce, venne donato da Tancredi d'Altavilla a Pietro Indrimi nel 1190. Nel corso dei secoli il feudo passò sotto il controllo di varie famiglie feudatarie come i Prato, gli Acaya, i Brayda, i Guarini, i Marescallo e infine fu di proprietà dei baroni Gualtieri che ne mantennero il possesso fino all' eversione della feudalità nel 1806.
Il castello, di origine medievale, fu riedificato nel XVI secolo per volere della famiglia Gualtieri, come ricorda l'epigrafe sopra il portale:NICOLAUS EX ANTIQUISS. FAMILIA DE GUALTERIIS F.F. A pianta rettangolare con base scarpata, si articola su due livelli divisi esternamente da un toro marcapiano. Nel Settecento è stato oggetto di numerosi rimaneggiamenti volti a ingentilirne il prospetto e il cortile interno. Il castello viene ricordato nelle fonti come eccellente strumento di difesa, con un fossato, ancora visibile nell' Ottocento, e le cannoniere strombatedisposte al piano terra per spazzare il lato a ovest e a sud. Verso est, un'epigrafe fu fatta apporre dal feudatario Giovanni Donato Prato per ammonire i nemici provenienti dal mare: 1618 FORTIS [...] INDOMITU (S). Sulla facciata troneggia un'altra iscrizione: PROCUL THAUMANTIA PROLES DULCIOR CUM PULVERE PALMA NE QUID INVITA MINERVA. (State lontano, figlie di Taumante; la palma della vittoria è più dolce con la polvere, affinché tu non faccia niente contro la volontà di Minerva). Interessanti sono i doccioni zoomorfi e quello bicefalo rivolto verso sud. All'interno si distingue il portale adornato da motivi floreali, angeli e mascheroni che dal piano terra, dove trovavano posto le scuderie, il forno e i magazzini, conduce al piano nobile.
A Castrignano de' Greci, comune della Grecìa Salentina, oltre al dialetto salentino, si parla il Griko. Il grecanico o griko (anche grico) è un dialetto (o gruppo di dialetti) di tipo neo-greco residuato probabilmente di una più ampia e continua area linguistica ellenofona esistita anticamente nella parte costiera della Magna Grecia. I greci odierni chiamano la lingua Katoitaliótika ("Italiano meridionale"). La lingua, scritta in caratteri latini, presenta punti in comune con il neogreco e nel frattempo vocaboli che sono frutto di evidenti influenze leccesi o comunque neolatine.

Πηγή: https://it.m.wikipedia.org/wiki/Castrignano_de%27_Greci