Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Βρύγες, Βεσσοί, Δωριείς, Ηπειρώτες, Μακεδόνες, Ιλλυριοί : Οι πρόγονοι των Αρβανιτών της Ελλάδας και της Ιταλίας

ΒΡΎΓΕΣ : Οι Βρύγες ήταν πολυάριθμος λαός από τη Θράκη που ζούσε στα αρχαία Βαλκάνια. Η κοιτίδα πιστεύεται πως ήταν η χώρα των Κικόνων (τα παράλια μεταξύ Έβρου και Νέστου) και η περιοχή γύρω από τις Βρυγηΐδες λίμνες (μικρή και μεγάλη Πρέσπα). Στη συνέχεια, περί το 700 π.Χ. οι Βρύγες εγκαταστάθηκαν στα βόρεια εδάφη της Ηπείρου, όπου και μνημονεύονται ως Ιλλυρική φυλή. Από εκεί και με αφετηρία την περιοχή γύρω από την Επίδαμνο (το σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας) απλώθηκαν στην Ιλλυρία κοντά στη Λυχνίτιδα λίμνη, τη σημερινή Αχρίδα, όπως διασώζει ο Σκύμνος ο Χίος, στην Αδριατική θάλασσα, όπου συναντώνται οι Βρυγηΐδες νήσοι, καθώς και στους ομοφύλους τους Παίονες, στις όχθες του Εριγώνα ποταμού.  Οι ιστορικοί όπως ο Νίκολας Χάμοντ και ο Γιουτζίν Ν. Μπόρζα αναφέρουν ότι στη μετέπειτα Εποχή του Χαλκού οι απόγονοι τους μετανάστευσαν στη Μικρά Ασία και άλλαξαν το όνομα τους από "Φρύγες" σε "Βρύγες". O Ηρόδοτος ήταν ο ιστορικός που αναφέρει πρώτος ότι οι Βρύγες ήταν οι Μακεδόνες που μετανάστευσαν πρώτοι στην Ανατολή (1200 π.Χ. - 800 π.Χ.) και άλλαξαν το όνομα τους σε Φρύγες. Όταν έπεσαν οι Χετταίοι δημιουργήθηκε κενό στην Ασία, στην περιοχή εγκαταστάθηκαν οι Βρύγες που ζούσαν στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας, της βορείας Ηπείρου και της Μυγδονίας που βρισκόταν δυτικά του Αξιού και κατακτήθηκε από το αρχαίο Μακεδονικό βασίλειο τον 5ο αιώνα π.Χ. Οι Βρύγες ζούσαν ειρηνικά με τους υπόλοιπους κατοίκους της Μακεδονίας αλλά ο Ευγάμμονας ο Κυρηναίος στο έργο του Τηλεγόνεια έγραψε ότι ο Οδυσσέας οδήγησε τους Ηπειρώτες Θεσπρωτούς εναντίον των Βρυγών. Πολλοί Βρύγες παρέμειναν ακόμα και μετά τη μετανάστευση στην Ανατολή στη βόρεια Πελαγονία και γύρω από την περιοχή που οικοδομήθηκε η μετέπειτα Επίδαμνος (Δυρράχιο). Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι πολλοί Βρύγες της Θράκης αντιστάθηκαν σκληρά στον Μαρδόνιο και τον τραυμάτισαν, αυτός ωστόσο αργότερα τους υπέταξε και μπόρεσε να συνεχίσει τον δρόμο του προς την νότια Ελλάδα.

Η φρυγική είναι αναμφίβολα η περισσότερο γνωστή παλαιοβαλκανική γλώσσα. Εντάσσεται στις παλαιοβαλκανικές γλώσσες διότι στην αρχαιότητα ήταν γνωστό ότι οι Φρύγες είχαν μεταναστεύσει στην Μικρά Ασία από τα Βαλκάνια λίγο μετά τα Τρωικά. Όσο περισσότερο την κατανοούσαν οι γλωσσολόγοι τόσο πιο πολύ συνειδητοποιούσαν τις ομοιότητες που έχει με την ελληνική. Σήμερα, οι περισσότεροι γλωσσολόγοι μιλάνε για Ελληνο-Φρυγικό κλάδο της ΙΕ οικογένειας, δηλαδή πιστεύουν ότι η Ελληνική και Φρυγική γλώσσα κατάγονται από κοινό γλωσσικό πρόγονο που μιλιόταν στα Βαλκάνια κατά την περίοδο 2500-2000 π.Χ. Ο Ελληνο-Φρυγικός κλάδος με τη σειρά του μαζί με τον Αρμενικό και τον Ινδο-Ιρανικό («Άριο») σχηματίζουν τον λεγόμενο Ελληνο-Άριο. Ο Ηρόδοτος πίστευε ότι η Φρυγική ήταν η αρχαιότερη γλώσσα του κόσμου. Για να «δικαιολογήσει» αυτήν του την πεποίθηση εφηύρε μια ιστορία με ένα «πείραμα» που έκανε ο Αιγύπτιος Φαραώ Ψαμμήτιχος Α΄ θέλοντας να εξακριβώσει ποια είναι η αρχαιότερη γλώσσα. Απομόνωσε δυο νεογέννητα και περίμενε ν΄ακούσει ποια θα είναι η γλώσσα που θα χρησιμοποιούσαν όταν θα πρωτομιλούσαν. Τα παιδιά είπαν «βέκος» που ήταν φρυγιστί το ψωμί και τότε ο φαραώ κατάλαβε ότι η Φρυγική είναι η παλαιότερη γλώσσα του κόσμου.

ΔΩΡΙΕΊΣ : Οι Δωριείς ήταν ελληνικό φύλο, ένα από τα τέσσερα της αρχαιότητας, το οποίο καταγόταν σύμφωνα με τις γραπτές παραδόσεις από την οροσειρά της Πίνδου. Κατά την παλαιά παραδοσιακή θεωρία και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι Δωριείς κατέβηκαν στη νότια Ελλάδα περίπου τον 12ο π.Χ. αιώνα και κατέλυσαν τον Μυκηναϊκό πολιτισμό. Αυτή η εσωτερική μετανάστευση των Δωριέων αποτέλεσε τμήμα της γενικότερης προσπάθειας των δυτικών φυλετικών ομάδων να κατακτήσουν νέες περιοχές. Οι ακριβείς συνθήκες της μετακίνησής τους προς νότον παραμένουν άγνωστες. Οι Δωριείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους εγκατάστασής τους, καθώς είτε δέχτηκαν την πίεση άλλων φυλετικών ομάδων, είτε οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι δεν επαρκούσαν. Οι Δωριείς ήταν ένα ελληνικό ποιμενικό και πρωτόγονο σχετικά φύλο. Πολιτιστικά κατώτεροι των Αχαιών αλλά στρατιωτικά ισχυρότεροι επιβλήθηκαν στα 2/3 της Πελοποννήσου. Εκπληκτικό είναι το γεγονός της πλήρους επικράτησης του δωρικού γλωσσικού ιδιώματος σε μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, παρ' όλη τη μακρά πολιτιστική πορεία του τόπου αυτού. Κατά το δεύτερο ελληνικό αποικισμό, μαζί με τις άλλες ελληνικές δυνάμεις, οι Δωριείς δημιούργησαν αποικίες στη Μεγάλη Ελλάδα, δηλαδή τη νότια Ιταλία και Σικελία, όπως τις Συρακούσες, στα παράλια του Ιονίου πελάγους, της Αδριατικής Θάλασσας καθώς και στα στενά του Βοσπόρου.
Δύο ακόμη γεωγραφικές και πολιτιστικές ενότητες συνδέονται με τους Δωριείς. Πρόκειται για την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Η Ήπειρος έμεινε στην αφάνεια μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους. Κατοικήθηκε από δωρικά φύλα, που δεν είχαν εξελιχθεί πολιτιστικά και δεν ακολούθησαν την ανάπτυξη των άλλων πόλεων της νότιας Ελλάδας, σημαντικότερα από τα οποία ήταν οι Μολοσσοί και οι Θεσπρωτοί.

Το έντονο ορεινό ανάγλυφο της Ηπείρου επέδρασε καθοριστικά στη γλώσσα και τις συνήθειες των Ηπειρωτών. Το ιδίωμα όμως της αρχαίας Ηπείρου φαίνεται να ήταν το δωρικό. Παρ' όλα αυτά θα πρέπει να τονιστεί ότι η σύνδεση μεταξύ Δωριέων και Μακεδνών αναφέρεται κυρίως στη φυλετική τους σχέση και λιγότερο στη γλωσσική, αφού η μακρόχρονη γεωγραφική απομόνωση της Μακεδονίας αποτέλεσε τροχοπέδη για τη γλωσσική εξέλιξη της Μακεδονικής διαλέκτου. Οι Δωριείς ήταν πολεμοχαρείς και πειθαρχημένοι, μία φυλή καθαρά στρατιωτική. Αυτό αντανακλάται και στην αρχιτεκτονική τους. Ο δωρικός ρυθμός διακρίνεται για τη λιτότητα και την αυστηρότητά του. Ο ρυθμός άκμασε κυρίως στα μεγάλα δωρικά κέντρα της Πελοποννήσου, όπως ήταν η Κόρινθος και το Άργος. Οι Δωριείς εισέβαλαν στην Πελοπόννησο διάμεσω της Ηπείρου και της Μακεδονίας στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.χ. (περίπου 1.100 με 1.000 π.χ.),όμως οι λόγοι αυτής της μετακίνησης δεν έχουν διασαφηνιστεί. Ενώ πολλοί κάτοικοι της περιοχής μετανάστευσαν προς νότο,εκείνη την εποχή εμφανίστηκαν στην Ήπειρο οι τρεις βασικές φυλές της (σύμφωνα και με τους ιδρυτικούς μύθους των φυλών αυτών).Τα φύλλα αυτά ήταν οι Χάονες στα βορειοδυτικά (σημερινή Αλβανία), οι Μολοσσοί στο κέντρο (Ιωάννινα και Άρτα) και οι Θεσπρωτοί στο νότο (Θεσπρωτία και Πρέβεζα). Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα που διαμορφώθηκαν στα πρότυπα της πόλης-κράτους, όπως η Αθήνα, η Σπάρτη και η Κόρινθος,οι Ηπειρώτες ζούσαν σε μικρά χωριά. Η περιοχή βρίσκονταν στο άκρο του ελληνικού κόσμου και συχνά οι ηπειρώτικες φυλές είχαν να αντιμετωπίσουν εισβολείς από τον βορρά. Η περιοχή πάντως ήταν ιδιαίτερης θρησκευτικής σημασίας για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, λόγω της παρουσίας του Μαντείου του Δία της Δωδώνης.

ΒΕΣΣΟΙ ΚΑΙ ΣΑΤΡΕΣ : Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και, ταυτόχρονα, λιγότερο μελετημένες εθνογλωσσικές ομάδες της ύστερης ρωμαϊκής αρχαιότητας είναι οι «Βέσσοι», δηλαδή οι πληθυσμοί της βαλκανικής ενδοχώρας που συνέχισαν να μιλάνε δακομυσικά ιδιώματα μέχρι το τέλος της αρχαιότητας, πέρα από τον παράλληλο -μερικό ή ολικό- εκλατινισμό τους. Κατά την ύστερη αρχαιότητα (4ος μ.Χ. αιώνας και έπειτα) ο «βεσσικός χώρος» περιελάμβανε τα εδάφη της παλαιάς Άνω και Κάτω Μυσίας. Τα εδάφη αυτά λίγο αργότερα διαιρέθηκαν διοικητικά στην Διοίκηση Δακίας που ανήκε στην Υπαρχία του Ιλλυρικού και στα βορειοδυτικά εδάφη της Διοικήσεως Θράκης που ανήκε στην Υπαρχία του Ανατολικού. Για τον Ηρόδοτο οι Βέσσοι ήταν οι ιερείς του «Διονύσου» [= Σαβαδίου προφανώς] του θρακικού φύλου των Σατρών. Οι τελευταίοι περιγράφονται ως ένα «αεί ανυπότακτο» και «ακραίως πολεμικό» θρακικό φύλο που κατοικούσε σε ψηλά όρη. Η κατάσταση έτσι όπως την περιγράφει ο Ηρόδοτος είναι αυτή ενός θρακικού φύλου με -τουλάχιστον- δύο κάστες: μία κάστα πολεμιστών (οι «τὰ πολέμια ἄκροι» Σάτραι) και μία κάστα ιερέων (οι «τῶν Σατρῶν προφητεύοντες τοῦ ἱροῦ» Βησσοί). Ο Στράβων, τέσσερεις αιώνες μετά από τον Ηρόδοτο, παρουσιάζει μια διαφορετική και λιγότερο κολακευτική εικόνα για τους Βέσσους. Για τον Στράβωνα οι Βέσσοι ήταν ένα ληστρικότατο φύλο («καὶ ὑπὸ τῶν ληιστῶν ληισταὶ προσαγορεύονται» = «ακόμα και οι ληστές τους αποκαλούν ληστές») «λυπρόβιων καλυβιτών» που κατοικούσε στον Αίμο και στα περικείμενα όρη. Ο Στράβων παραθέτει και την γεωγραφική κατανομή των Βεσσών, λέγοντας ότι «συνάπτονται» με τους Παίονες στη Ροδόπη και, από τα Ιλλυρικά φύλα, με τους Αυταριάτες και τους Δαρδανίους. Οι ορεσίβιοι Βέσσοι εκχριστιανίστηκαν στα τέλη του 4ου αιώνα από τον επίσκοπο Νικήτα της Ρεμεσιάνας, έναν λόγιο και μάλλον γηγενή («Βέσσο») της Μεσόγειας Δακίας που γνώριζε άπταιστα τη Λατινική και την Ελληνική γλώσσα και, προφανώς, την «Βεσσική» γλώσσα. Αρκετές πηγές του 6ου μ.Χ. αιώνα αναφέρονται σε Βέσσους μοναχούς σε μοναστήρια των Αγίων Τόπων, οι οποίοι προσεύχονταν στην οικεία τους [Βεσσική] γλώσσα. Ο κορυφαίος στρατηγός του Ιουστινιανού Βελισάριος επίσης καταγόταν από την νοτιοανατολική εσχατιά της Διοικήσεως Δακίας (από τη Γερμάννη, σημερινά Sapareva Banya). Αν δεν είχε γοτθική καταγωγή (μια πιθανότητα που πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη στα άτομα της ύστερης αρχαιότητας που προέρχοντια από την βαλκναική ενδοχώρα) τότε είναι πολύ πιθανό να είχε «βεσσική» καταγωγή. Το τελευταίο πρόσωπο που προσδιορίζεται ως «Βέσσος» στις πηγές μας ήταν «ο Πατρίκιος Μαύρος ο Βέσσος» που αναφέρει ο Θεοφάνης στο έτος 710/711 (επί βασιλείας Ιουστινιανού Β΄) και τον οποίο πολλοί μελετητές ταυτίζουν με τον Πατρίκιο και «Άρχοντα των Σερμησιανών και των Βουλγάρων» Μαύρο που αναφέρει το δεύτερο βιβλίο των «Θαυμάτων» του Αγίου Δημητρίου. Ο Μαύρος των «Θαυμάτων» ήταν η κεφαλή των Σερμησιανών (απόγονοι Ρωμαίων πολιτών από την βαλκανική ενδοχώρα που οι Άβαροι είχαν συγκεντρώσει αιχμαλώτους πολέμου στην περιοχή του Σιρμίου στον Δούναβη) και έγινε υπαρχηγός του βούλγαρου Κούβερ που οδήγησε τους Σερμησιανούς και τους Βούλγαρούς του πίσω στα ελεύθερα εδάφη της βυζαντινής (ρωμαϊκής) αυτοκρατορίας. 

Ο Βούλγαρος Χάνος Κρούμος έστρεψε τις προσπάθειές του προς τον νότο, με σκοπό να καθυποτάξει τους Σλάβους της κοιλάδας του Στρυμόνα και της υπόλοιπης Μακεδονίας. Το κυριώτερο εμπόδιο στα σχέδιά του ήταν το ισχυρό φρούριο της Σαρδικής (σημερινή Σόφια) που το κατείχαν ανέκαθεν οι Βυζαντινοί. Ο Κρούμος πολιόρκησε την πόλη με ένα μεγάλο στράτευμα την άνοιξη του 809. Ο Κρούμος πολιόρκησε την πόλη, αλλά δεν μπορούσε να κάμψει την αντίσταση των υπερασπιστών της για αρκετές εβδομάδες. Στο τέλος, υποσχέθηκε ότι θα σεβαστεί την ζωή των Βυζαντινών αν παραδοθούν. Η πόλη παραδόθηκε και ο Κρούμος εισήλθε στη Σαρδική πριν από το Πάσχα, δεν τήρησε όμως την υπόσχεσή του σκοτώνοντας ολόκληρη τη φρουρά των 6.000 ανδρών και αριθμό αμάχων. Η Σαρδική ήταν ένας από τους βασικούς κόμβους κόμβων συγκοινωνιών στα Βαλκάνια. Τα επόμενα χρόνια (και αιώνες) χρησίμευσε σαν βάση για την επέκταση των Βουλγάρων προς νότο. Ο Γερμανός ιστορικός Gottfried Schramm υπέθεσε ότι οι Αρβανίτες προέρχονται από τους εκχριστιανισμένους Βέσσους της Θράκης, αφού τα υπολείμματά τους απωθήθηκαν από τους Σλάβους και τους Βουλγάρους κατά τον 9ο αιώνα δυτικά, προς τη σημερινή Αλβανία, δημιουργώντας σαν αντίσταση το βυζαντινό θέμα του Δυρραχίου. Το Δυρράχιον ήταν διοικητική διαίρεση του Βυζαντίου. Βρισκόταν στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας, ανατολικά της Αδριατικής. Ιδρύθηκε τον 9ο αι. και ονομάστηκε έτσι από την πρωτεύουσά του το Δυρράχιο (Dyrrachium). Η ακριβής ημερομηνία της ίδρυσης του Θέματος Δυρραχίου είναι ασαφής, ένας Βυζαντινός Στρατηγός καταγράφεται στο Δυρράχιο (842) αλλά έχουν διασωθεί πολλές σφραγίδες Στρατηγών της εποχής. Στα τέλη του 11ου αιώνα και τον 12ο αιώνα η πόλη του Δυρραχίου και η επαρχία του είχε κορυφαία σημασία για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η πόλη αποτελούσε το κορυφαίο εμπορικό λιμάνι στην δύση αλλά και το βασικό σημείο για να ελέγξουν τόσο τους εισβολείς από την Ιταλία όσο και τους δυτικούς Σέρβους ηγεμόνες. Ο Δουξ του Δυρραχίου αποτελούσε το μεγαλύτερο αξίωμα σε όλες τις δυτικές επαρχίες, δύο από αυτούς την δεκαετία του 1070 ο Νικηφόρος Βρυέννιος ο Πρεσβύτερος και ο Νικηφόρος Βασιλάκης χρησιμοποίησαν την θέση τους ακόμα και να διεκδικήσουν την αυτοκρατορία. 

ΙΛΛΥΡΙΟΊ: Ομάδα φύλων του δυτικού τμήματος της χερσονήσου του Αίμου. Η ονομασία τους αυτή, με την οποία έγιναν γνωστοί στις αρχαιοελληνικές πηγές, φαίνεται ότι προήλθε αρχικά από ένα μικρό φύλο της Ιλλυρίδος (*), δηλ. της περιοχής της σημερινής κεντρικής Αλβανίας, με το οποίο ήλθαν σε επαφή για πρώτη φορά οι Έλληνες και στην συνέχεια η χρήση του διαδόθηκε και περιέλαβε όλα τα «ιλλυρικά» φύλα. Οι πρόγονοι των Ιλλυριών υποστηρίζεται ότι προήλθαν από την συγχώνευση των ιθαγενών Νεολιθικών Πελασγών κατοίκων των Βαλκανίων με τους Διναρικους εισβολείς από τις Ρωσο-ουκρανικές στέπες, η οποία σημειώθηκε στην διάρκεια της Χαλκολιθικής Εποχής (4η χιλιετία π.Χ.), κυρίως στις περιοχές της κεντρικής και ανατολικής χερσονήσου του Αίμου. Στο δυτικό τμήμα θα διεισδύσουν αργότερα, με αποτέλεσμα η περιοχή να εμφανίζει καθυστέρηση και η Εποχή του Ορειχάλκου να αρχίσει μόλις το 2.100/2.000 π.Χ. Η φάση πάντως του σχηματισμού των λεγομένων Πρωτο-Ιλλυριών καλύπτει ολόκληρη την Εποχή του Ορειχάλκου (Bronze Age, 2.100/2.000 – 1100 π.Χ.), ενώ στην διάρκεια των πρώτων αιώνων της Εποχής του Σιδήρου (1.100 – 700 π.Χ.), έχουμε την διαμόρφωση των Πρώϊμων Ιλλυριών. Από το 700 π.Χ. και μετά αναφερόμαστε πλέον στα ήδη σχηματισμένα φύλα των Ιλλυριών που αναφέρονται στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς.
Θα πρέπει πάντως να τονίσουμε, ότι οι συστηματικές έρευνες των τελευταίων δεκαετιών, που συγκέντρωσαν έναν τεράστιο όγκο αρχαιολογικού και γλωσσολογικού υλικού, απέδειξαν ότι οι Ιλλυριοί δεν απετέλεσαν ποτέ μια ομοιογενή εθνική και φυλετική οντότητα. Η ανομοιογένεια αυτή ερμηνεύεται όχι μόνον από την ανάμειξη των ιθαγενών Νεολιθικών Πελασγικών πληθυσμών με τους νομάδες της Ρωσικής στέπας εισβολείς όπως προαναφέραμε, αλλά και από την είσοδο κεντροευρωπαϊκών λαών των λεγομένων «πολιτισμών των Τεφροδόχων» στις κεντρικές και δυτικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου.

Η είσοδος αυτών των λαών έγινε σε δύο κύματα: Το πρώτο σημειώθηκε γύρω στο 1200 π.Χ. και ταυτίζεται με την μεγάλη «Φρυγική μετανάστευση», ενώ το δεύτερο πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 12ου αιώνα και στην διάρκεια του 11ου αιώνα π.Χ. Αυτό το δεύτερο κύμα είχε αξιοσημείωτη επίδραση ειδικά στις δυτικές περιοχές, όχι μόνον στα υλικά στοιχεία των τοπικών πολιτισμών, αλλά κυρίως στο ότι προκάλεσε νέες μετακινήσεις λαών από τα ανατολικά παράλια της Αδριατικής προς την ιταλική χερσόνησο και ειδικότερα το νοτιοανατολικό της άκρο (αρχ. Ιαπυγία ή Καλαβρία, σημερινή Απουλία). Οι λαοί που εγκαταστάθηκαν στις ιταλικές ακτές της Αδριατικής ήσαν οι Ιάπυγες, οι Μεσσάπιοι και οι Χώνες. Για τους τελευταίους, πιστεύεται ότι σχετίζονται με το Δυτικό (Ηπειρωτικό) ελληνικό φύλο των Χαόνων. Τα νότια όρια εξάπλωσης των ιλλυρικών φύλων τοποθετούνται στην κοιλάδα του ποταμού Αώου, στην σημερινή νότια Αλβανία, ενώ ορισμένοι τα τοποθετούν βορειότερα, στην κοιλάδα του ποταμού Γενούσου (σημερ. Shkumbi). Οι Ταυλάντιοι, αποτελούσαν μια ομάδα ιλλυρικών φύλων, που κατά καιρούς κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της παραλιακής πεδιάδας μεταξύ των ποταμών Αώου στα νότια και Δρίλωνος (σημερ. Drin) στον βορρά. Η παράδοση για την ίδρυση (γύρω στο 627 π.Χ.) της Επιδάμνου (αποικία των Κερκυραίων, σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας), την οποία κατέγραψε επίσης ο Αππιανός, αναφέρει τους Βρίγες ως τους παλαιοτέρους κατοίκους της περιοχής, που τους διαδέχθηκαν αργότερα οι Ταυλάντιοι, με τους οποίους, όπως σαφώς συμπεραίνεται, οι Βρίγες δεν είχαν καμιά σχέση ή συγγένεια. Οι Ιλλυριοί επιδίδονταν κυρίως στην κτηνοτροφία (αιγοπρόβατα, χοίροι), το κυνήγι, το ψάρεμα και λιγότερο στη γεωργία. Καλλιεργούσαν ήμερο σιτάρι, βρώμη, κεχρί, και όσπρια. Μάλλον δεν γνώριζαν την καλλιέργεια του αμπελιού και της ελιάς. Αξιοποίησαν φυτά αρωματικά για φαρμακευτικούς λόγους (π.χ. ιλλυρική ίριδα). Υπάρχουν αναφορές για τέλεση ανθρωποθυσιών πριν τη μάχη με τον Μέγα Αλέξανδρο το 335 π.Χ. Οι Ιλλυριοί υιοθετούν την άποψη πως η μαγεία και η βασκανία ασκούν επίδραση στους ανθρώπους. Δεν είχαν συγκροτημένη κοσμογονική θεωρία. Συχνά ετυμολογείται η ονομασία του λαού των Ιλλυριών από κάποια λέξη με τη σημασία ερπετό -κάτι που δείχνει την κεντρική σημασία που είχε στο κοσμοείδωλο των Ιλλυριών το ερπετό. Το φίδι κυριαρχεί στις απεικονίσεις σημαίνοντας γονιμότητα, δύναμη κι αργότερα, με τη διάδοση του Χριστιανισμού, γίνεται σύμβολο αντίδρασης προς αυτόν. Δεν υπάρχει μια μοναδική ή κυρίαρχη θεότητα και οι θεότητές τους είχαν μάλλον τοπικό χαρακτήρα. 

Ο Διναρικός τύπος παρουσιάζει αρκετή εξάπλωση στην Ευρώπη. Γεωγραφικός πυρήνας του είναι τα Βαλκάνια, όμως έχει διαδοθεί γενικότερα στην κεντρική Ευρώπη, όπως σε νότια Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Τσεχία, Ρουμανία, Ουκρανία κτλ. ενώ ίχνη του εντοπίζονται ακόμη και στη βόρεια, δυτική και ανατολική Ευρώπη. Κατά τον Günther το βλέμμα τους δείχνει δύναμη και αυτοπεποίθηση, γεγονός που προφανώς δεν προκύπτει από τη μορφή του βλέμματος, αλλά από τη σύνδεση που κάνουμε όλοι ασυνείδητα στο μυαλό μας μεταξύ αυτής της μορφής και συγκεκριμένου χαρακτήρα. Τους αναγνωρίζει τραχύτητα και ευθύτητα, όπως επίσης ηρωισμό και σκληρότητα. Ο Διναρικός τύπος χαρακτηρίζεται από ενεργητικότητα, σκληρότητα και εργατικότητα. Εκνευρίζεται πολύ εύκολα και μνησίκακα. Έχει ικανότητα για επιφανειακή μάθηση και όχι για σύλληψη βαθύτερων εννοιών. Απουσιάζει πλήρως το οργανωτικό πνεύμα και η εθνική συνείδηση, με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να μην έχουν συνεκτικούς δεσμούς και να είναι υπό διάλυση. Όταν πειστεί για κάτι προσκολλάται σε αυτό και γίνεται ισχυρογνώμων. Είναι ατίθασος, διαθέτει μεγάλες αντοχές, είναι ενεργητικός και σκληρός. Όλα αυτά τα στοιχεία τον καθιστούν γενναίο πολεμιστή και ιδιαίτερα αντάρτη, αν και οι επιφανειακές του γνώσεις δεν τον καθιστούν κατάλληλο για ηγεσία. Είναι σε υπερβολικό βαθμό υλιστής και για το χρήμα μπορεί να εργαστεί σκληρά, να οδηγηθεί σε μετανάστευση ή στην πιο μακρινή περιπέτεια. Η απουσία έμφυτης αγάπης για την πατρίδα και όχι μόνο για το σπίτι του, τον κάνουν να αποκτά δύσκολα εθνική συνείδηση. Η σκληρότητα και η βαρύτητα του τρόπου έκφρασης απορρίπτουν κάθε έννοια πάθους και συναισθηματισμού. Εντυπωσιάζεται από τη δύναμη και το μεγαλείο και συντάσσεται υπό τις γραμμές του αντίστοιχου ηγέτη με γενναιότητα αλλά χωρίς καμία υποτακτικότητα. Αγαπάει τη φύση και συχνά αποτελεί αγροτικό και ορεινό πληθυσμό, που ασχολείται με την κτηνοτροφία ή τη γεωργία. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των Διναρικών είναι η μύτη τους. Λεπτόρρινη, μακριά και κυρτή τις περισσότερες φορές. Οι Διναρικοί είναι συνήθως λεπτοπρόσωποι. Το κεφάλι είναι κοντό, ψηλό και πλατύ, εμφανίζοντας μεγάλο μέτωπο. Ως προς τα σωματικά γνωρίσματα, οι Διναρικοί περιγράφονται ως ψηλοί, βραχυκέφαλοι και με σκούρα μαλλιά. 

Η ΑΡΧΑΊΑ ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΤΑΝΆΣΤΕΥΣΗ ΤΩΝ ΛΑΏΝ  : Μετά τον Τρωικό πόλεµο συνεχίστηκαν οι µετακινήσεις πληθυσµών και οι εισβολές στην Ελλάδα, η οποία δεν έµεινε ήσυχη και δεν µπόρεσε να προκόψει.......Εξήντα χρόνια µετά την εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία, οι Θεσσαλοί έδιωξαν από την περιοχή τους Βοιωτούς που πήγαν και εγκαταστάθηκαν στη γη του Κάδµου, που σήµερα λέγεται Βοιωτία. Oγδόντα χρόνια µετά τα Τρωικά, οι ∆ωριείς µε αρχηγούς τους Ηρακλείδες* κυρίευσαν την Πελοπόννησο. Μόνο µετά από πολλά χρόνια ηρέµησε εντελώς η Ελλάδα, γιατί σταµάτησαν οι µετακινήσεις πληθυσµών. Οι Ηρακλείδες: οι απόγονοι του Ηρακλή. Θουκυδίδης, βιβλίο Α, κεφ. 12 (διασκευή) Η χώρα που σήµερα ονοµάζεται Ελλάδα πολύ παλιά δεν είχε µόνιµους κατοίκους. Oι µετακινήσεις τότε ήταν συχνές. Oι κάτοικοι πιέζονταν από άλλα νεότερα φύλα και έφευγαν εύκολα από τις περιοχές που έµεναν. Τότε δεν υπήρχε εµπόριο ούτε ασφάλεια στη στεριά και τη θάλασσα. Oι άνθρωποι δεν καλλιεργούσαν µεγάλα χωράφια. ∆ε µάζευαν χρήµατα ούτε φύτευαν δέντρα, γιατί δεν είχαν τείχη για να τους προστατεύουν. Πάντα υπήρχε ο φόβος µήπως παρουσιαστεί κάποιος και τους τα αρπάξει. Εξασφάλιζαν µόνο τις καθηµερινές τους ανάγκες και µετακινούνταν µε µεγάλη ευκολία. Oι µετακινήσεις ήταν πιο συχνές στα εύφορα µέρη, όπως η Θεσσαλία, η Βοιωτία και οι περισσότερες περιοχές της Πελοποννήσου, εκτός από την Αρκαδία. Θουκυδίδης, βιβλίο Α, κεφ.2 (διασκευή).
Πηγή : 
https://smerdaleos.wordpress.com/2016/07/14/%CE%BF%CE%B9-%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%83%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82/
https://smerdaleos.wordpress.com/2014/02/14/%CE%B7-%CF%86%CF%81%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1-1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CF%81%CF%8D%CE%B3%CE%B5%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%B5%CE%AF%CF%82
https://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2174/Istoria_D-Dimotikou_html-empl/index1_1.html
https://www.google.com/amp/s/www.mixanitouxronou.gr/dorieis-kai-iones-diafores-kai-omoiotites-poy-diamorfosan-tin-archaia-ellada-apo-poy-xekinisan-kai-poy-eftasan/amp/
https://arvanitika.blogspot.com/2016/07/blog-post_18.html?m=1
https://ethnologic.blogspot.com/2009/11/blog-post_07.html?m=1
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CE%BB%CE%BB%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1
https://en.wikipedia.org/wiki/Origin_of_the_Albanians
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%AD%CE%BC%CE%B1_%CE%94%CF%85%CF%81%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%BF%CF%85
https://fyletika.blogspot.com/2018/05/blog-post_23.html?m=1
https://fyletika.blogspot.com/2013/03/blog-post_6.html?m=1
https://fyletika.blogspot.com/2013/03/blog-post_7.html?m=1
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=b9_03

Οι πρώτοι ελεύθεροι Έλληνες πολίτες στα ρωμαϊκά όπλα, ο αυτοκράτορας Καρακάλλας και η αναβίωση του Περσικού κινδύνου

Ο Καρακάλλας υπήρξε αποτελεσματικός ως στρατιωτικός και δημοφιλής στους στρατιώτες του. Εξεστράτευσε με επιτυχία εναντίον των Γερμανών, αλλά και των Πάρθων, στην προσπάθειά του να ταυτιστεί με τον Μέγα Αλέξανδρο. Ο θαυμασμός του για το Μακεδόνα στρατηλάτη τού είχε γίνει έμμονη ιδέα. Έλαβε μόνος του την προσωνυμία Μagnus (Μέγας), οργάνωσε μία φάλαγγα στο πρότυπο της Μακεδονικής και έκοψε νομίσματα, στα οποία εικονίζεται ο ίδιος ως θεός. Ο Καρακάλλας μεταβαίνει αρχικά στο Ίλιον (Τροία) για να επισκεφθεί τον τάφο του Αχιλλέα (ο ίδιος διακοσμεί με γιρλάντες και λουλούδια). Ο ίδιος περιόδευσε στην Αίγυπτο, όπου αντίκρυσε το ταριχευμένο σώμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και στην συνέχεια διέταξε να σφραγισθεί ο τάφος, ώστε ουδείς άλλος να είναι σε θέση να τον δει. 
Το διάταγμα του 212 (Constitutio Antoniniana) που παρείχε την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη στους ελεύθερους πολίτες όλης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προκειμένου να αυξηθούν δια της φορολογίας τα κρατικά έσοδα. Συνέπεια αυτού του γεγονότος ήταν να ονομάζονται Ρωμαίοι όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της αυτοκρατορίας μεταξύ των οποίων και οι Έλληνες. Η ονομασία αυτή διατηρήθηκε και στο Ανατολικό Ρωμαϊκό (Βυζαντινό) Κράτος μέχρι την κατάλυσή του από τους Τούρκους και έφθασε ως τις μέρες μας με τη μορφή "Ρωμιός", που πλέον είναι συνώνυμο του "Έλληνας".  Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι το κύριο –αν όχι μοναδικό– αίτιο για την εκστρατεία του Καρακάλλα εναντίον των Πάρθων πήγαζε από τον απεριόριστο και μάλλον νοσηρό θαυμασμό του για το Μέγα Αλέξανδρο και όχι από κάποια ιδιαίτερη στρατηγική ανάγκη της εποχής. Άλλωστε η επιθυμία του αυτοκράτορα να μιμηθεί το Μακεδόνα βασιλιά και τα επιτεύγματά του φαίνεται να καθόρισε γενικότερα την όλη πολιτική του.
Από το 213 μ.Χ. περίπου, η Παρθία αντιμετώπιζε μια ακόμα εμφύλια σύρραξη καθώς ο Αρτάβανος Δ΄είχε υπό τον έλεγχό του τη Μηδία και διεκδικούσε με σταδιακή επιτυχία τη Μεσοποταμία και το θρόνο από τον αδελφό του, βασιλιά Βολογάση ΣΤ΄. Φυσικά, ο Καρακάλλας ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος από ένα τέτοιο γεγονός που συνέβαλε στην αποδυνάμωση του παραδοσιακού εχθρού και μάλιστα καυχόταν ότι ο ίδιος ήταν ο υποκινητής της εσωτερικής διένεξης στο παρθικό κράτος. Προοίμιο του πολέμου και ενδεικτικές των προθέσεων του Καρακάλλα μπορούν να θεωρηθούν οι ακόλουθες ενέργειες που έγιναν ίσως στα τέλη του 213-αρχές 214 μ.Χ. Ο ηγεμόνας του υποτελούς βασιλείου της Οσροηνής, Άγβαρος Θ' (ή Άβγαρος), προσκλήθηκε στη Ρώμη αλλά φυλακίστηκε, και η μικρή επικράτειά του προσαρτήθηκε στην αυτοκρατορία. Στην Αρμενία, σύνηθες πεδίο ανταγωνισμού και συγκρούσεων μεταξύ Ρωμαίων και Πάρθων ο τοπικός βασιλιάς βρισκόταν σε διαμάχη με τους γιους του. Ο Καρακάλλας τούς κάλεσε με πρόσχημα τη διαμεσολάβηση για την επίτευξη ειρήνης εκεί όμως τους περίμενε η τύχη του Άγβαρου. Όμως παρά τη σύλληψη της ηγεσίας τους οι Αρμένιοι αρνήθηκαν να υποταγούν και κατέφυγαν στα όπλα. Λίγο αργότερα, ο αυτοκράτορας ξεκίνησε για την Ανατολή και έφτασε τελικά στη Θράκη, όπου πέρασε τον Ελλήσποντο το φθινόπωρο του 214 μ.Χ.4 Την εποχή αυτή ο Καρακάλλας επισκέφθηκε το Ίλιον, την Πέργαμο, τα Θυάτειρα και πιθανώς τη Φιλαδέλφεια. Γενικά, το πέρασμά του από τη Μικρά Ασία συνοδεύτηκε από απόδοση νεωκοριών και προνομίων σε διάφορες πόλεις, ενώ βέβαια και ο ίδιος έλαβε τιμές και τίτλους από τους κατοίκους τους. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα παρέμεινε στη Νικομήδεια και αναχώρησε τον Απρίλιο του 215 μ.Χ. Από τη Βιθυνία πορεύτηκε μάλλον μέσω Γαλατίας και Καππαδοκίας, όπου επισκέφτηκε τα Τύανα, πέρασε στην Κιλικία και στις αρχές του καλοκαιριού έφτασε στην Αντιόχεια, η οποία χρησίμευε ως βάση των επιχειρήσεων. 
Η στρατιά που είχε συγκεντρώσει ο Καρακάλλας αποτελούνταν από τις λεγεώνες I και II Adiutrix, II Parthica, III Augusta, III Italica, III Cyrenaica, IV Scythica,11 και XVI Flavia Firma –ίσως όχι όλες πλήρεις– 16.000 Μακεδόνες οργανωμένους σε φάλαγγα κατ' αποτίμηση του στρατού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μια δύναμη ενόπλων ανδρών από τη Σπάρτη (θαυμασμός του ηρωισμού των Λακεδαιμονίων), καθώς και γερμανικά συμμαχικά σώματα (auxilia). Ο Καρακάλλας απαίτησε την παράδοση του κυνικού φιλόσοφου Αντίοχου, πρώην ευνοούμενού του, και του Τιριδάτη, πιθανότατα διεκδικητή του αρμενικού στέμματος, οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Παρθία. Πράγματι ο Βολογάσης ικανοποίησε το αίτημα και η εκστρατεία εναντίον του αναβλήθηκε. Την ίδια εποχή ή και νωρίτερα, ο αυτοκράτορας έστειλε ένα εκστρατευτικό σώμα στην Αρμενία υπό τον απελεύθερο πρώην χορευτή Θεόκριτο ο οποίος όμως υπέστη εκεί βαριά ήττα. Είναι ωστόσο αξιοπερίεργο γιατί ο Καρακάλλας ανέβαλε τόσο εύκολα τη σχεδιαζόμενη εισβολή. Πιθανώς να ήρθε σε κάποια συνεννόηση με τον Πάρθο βασιλιά ή ίσως ανέμεινε ακόμα πιο ευνοϊκές γι' αυτόν εξελίξεις από την εμφύλια παρθική διαμάχη. Έτσι αναχώρησε για την Αλεξάνδρεια.
Μετά την επιστροφή του στη Αντιόχεια την άνοιξη του 216 μ.Χ., ο Καρακάλλας, προφασιζόμενος την ένωση των δύο μεγάλων δυνάμεων του κόσμου, ζήτησε σε γάμο την κόρη του Αρτάβανου ο οποίος θα πρέπει πλέον να είχε αναγνωριστεί ως βασιλιάς από τους περισσότερους ομοφύλους του. Δεν αποκλείεται η πρότασή του να ήταν ειλικρινής, μια ακόμα προσπάθεια μίμησης του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μάλλον όμως ενήργησε έτσι επιδιώκοντας ένα casus belli από την αναμενόμενη άρνηση του Αρτάβανου. Όποια κι αν ήταν η αρχική πρόθεση του Καρακάλλα ή η απάντηση του Αρτάβανου, ο αυτοκράτορας πέρασε τελικά τον Τίγρη και εισέβαλε στην Αδιαβηνή το καλοκαίρι/φθινόπωρο του 216 μ.Χ. Κατέλαβε, λεηλάτησε και κατέστρεψε αρκετά οχυρά χωριά και πόλεις ενώ στα Άρβηλα οι στρατιώτες του βεβήλωσαν και τους τάφους των Πάρθων βασιλέων. Ο ίδιος ο Καρακάλλας φέρεται να είχε δώσει απόλυτη ελευθερία στους άντρες του για διενέργεια σφαγών και λεηλασιών. Οι Πάρθοι δε διακινδύνευσαν μάχη εκ παρατάξεως και αποσύρθηκαν χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση στα ορεινά για να συγκεντρώσουν δυνάμεις. Ύστερα από αυτή την εύκολη και σχετικά μικρής έκτασης επιτυχία του, ο Καρακάλλας πέρασε τους επόμενους μήνες στη Μεσοποταμία, κυρίως στην Έδεσσα, προετοιμάζοντας την επόμενη φάση των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η δράση και η ζωή του τερματίστηκαν απροσδόκητα στις αρχές Απριλίου του 217 μ.Χ., όταν δολοφονήθηκε στο δρόμο από την Έδεσσα προς τις Κάρρες μετά από συνωμοσία του Μακρίνου, επικεφαλής των πραιτωριανών, ο οποίος και τον διαδέχτηκε.
Ο 3ος αιώνας είναι η περίοδος που ξυπνάει ο «αιώνιος εχθρός» της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλαδή η Σασσανιδική Περσία ( Ērānšahr = «Βασίλειο των Αρίων/Ιρανών»), η οποία θα ανταγωνίζεται εμπολέμως με την Ρωμανία για τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής σχεδόν συνεχώς για τα επόμενα 400 χρόνια, μέχρι την οριστική ρωμαϊκή νίκη επί Ηρακλείου στην μάχη της Νινευί (627). Η μόνη περίοδος όπου τα ρωμαιοπερσικά σύνορα ήταν σχετικά ήρεμα ήταν κατά την περιόδο του Αττίλα (πρώτο μισό 5ου αιώνα) λόγω κοινού φόβου για τους Ούννους. Μάλιστα, οι δύο αυτοκρατορίες εκείνη την περίοδο συμφώνησαν την από κοινού οχύρωση του Καυκάσου για την αποτροπή Ουννικών εισβολών. Το 260, για πρώτη φορά στα ρωμαϊκά χρονικά, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Βαλεριανός θα αιχμαλωτιστεί σε μάχη κατά των Σασσανιδών και θα ζήσει ταπεινωτικά το υπόλοιπο του βίου του ως αιχμάλωτος στην Περσία του Σαπώρη Α΄, ο οποίος απαθανάτισε την αιχμαλωσία του Ρωμαίου αυτοκράτορα στην ανάγλυφη σκηνή του Naqsh-e-Rustam.
Πηγή : 
http://asiaminor.ehw.gr/Forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=6823
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%82
https://www.sansimera.gr/biographies/247
https://chilonas.com/2014/12/01/httpwp-mep1op6y-1kf/
https://smerdaleos.wordpress.com/2015/10/02/%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82-235-337-1/

Οι εξισλαμισμοί των ελληνορθόδοξων πληθυσμών της Βορείου Ηπείρου κατά την τουρκοκρατία

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β' ο Πορθητής θα προωθεί –ή μάλλον θα βαυκαλίζει τους Έλληνες με– τη γραμμή της συνεργασίας Τούρκων και Ελλήνων· προκειμένου δε να εδραιώσει την αίσθηση της συνέχειας με το Βυζάντιο, θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί τα ελληνικά στις επαφές του με τη Δύση και στα επίσημα έγγραφα. Οι Οθωμανοί αισθάνονταν ακόμα σφετεριστές και επιθυμούσαν να επιβεβαιώσουν τη νομιμότητα και τη συνέχεια της εξουσίας τους, η δε κατοχύρωση των προνομίων του Πατριαρχείου ήταν ένα απαραίτητο μέτρο τακτικής για τη συντήρηση μιας τεράστιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας. Στην ίδια κατεύθυνση, προσπαθούν να προσεταιριστούν και τους τοπικούς χριστιανούς τιμαριούχους, αφήνοντάς τους τα προνόμια και τη γη τους, ενώ, στον βαλκανικό χώρο, σε αντίθεση με τον μικρασιατικό, οι εξισλαμισμοί θα λάβουν επιλεκτικό χαρακτήρα. Οι διάδοχοί του όμως, όταν πλέον η κατάκτηση θα έχει εδραιωθεί, θα αφαιρέσουν αρκετά από τα προνόμια που είχαν παραχωρήσει στο Πατριαρχείο, θα καταργήσουν τη χρήση της ελληνικής στις επαφές με τους ξένους, θα γενικεύσουν τους εξισλαμισμούς, το παιδομάζωμα, καθώς και τους εποικισμούς από Τουρκομάνους και μουσουλμανικά φύλα. Οι τιμαριούχοι, στο εξής, θα είναι αποκλειστικά μουσουλ­μάνοι και μόνον οι Μοραΐτες πρόκριτοι, μετά την οριστική κατάληψη της Πελοποννήσου, το 1715, έπειτα από συγκρούσεις τριών αιώνων, θα διατηρήσουν ορισμένα από τα προνόμιά τους, στα πλαίσια της αρχόμενης παρακμής των Οθωμανών. Απέναντι στο κύμα των εξισλαμισμών, ιδιαίτερα στη δυτική Ελλάδα, θα αντιδράσει η ορθοδοξία και ο Κοσμάς Αιτωλός θα αναδειχθεί στον πρωτεργάτη της πάλης ενάντια τους.
Οι εξισλαμισμοί και το παιδομάζωμα συνεχίζονται μέχρι τον ύστερο 18ο αιώνα στη δυτική Ελλάδα, την Ήπειρο και την Αλβανία και ο Κοσμάς Αιτωλός θα αναδειχθεί στον πρωτεργάτη της πάλης ενάντιά τους. Πρόδρομος και πνευματικός μέντοράς του, σχετικά άγνωστος στο ευρύτερο κοινό, υπήρξε ο Βορειοηπειρώτης ιερομόναχος από τη Μοσχόπολη, Νεκτάριος Τέρπος (γεννήθηκε μεταξύ 1675 και 1690 και απεβίωσε μεταξύ 1740 και 1741), τόσο με τη δράση του όσο και με τα βιβλία του. Ανάμεσά τους το Βιβλιάριον, καλούμενον Πίστις, το οποίο γνώρισε 12 εκδόσεις, μεταξύ 1732 και 1818.* Η Πίστις είχε ως κύριο αντικείμενό την αντιμετώπιση των εξισλαμισμών και της αλλαξοπιστίας των ορθοδόξων.
Ο Νεκτάριος χρημάτισε διδάσκαλος στη σχολή της Μοσχόπολης –τη μετέπειτα περιβόητη Νέα Ἀκαδήμια– περιόδευσε δε ως ιεροκήρυκας στη σημερινή Βόρειο Ήπειρο, Βεράτι, Σπαθία και Μουζακιά, καθώς και στη Νότια Ήπειρο μέχρι την Άρτα, ως πρόδρομος του Κοσμά Αιτωλού. Οι αντι­μωαμεθανικές και αντιτουρκικές θέσεις του οδήγησαν και στην κακοποίησή του τα Χριστούγεννα του 1724, στο χωριό Τραγότι, κοντά στο Ελβασάν (αρχαία ελληνικά Αλβανόπολη). Όταν κήρυσσε παρατήρησε ότι το ακροατήριό του το αποτελούσαν 120 γυναίκες και μόλις 15 άνδρες, διότι οι υπόλοιποι είχαν αλλαξοπιστήσει. Τότε στράφηκε εναντίον του Μωά­μεθ, γεγονός που οδήγησε στον άγριο ξυλοδαρμό του.
Ο Τέρπος, στα κείμενα και στο κήρυγμά του, χρησιμοποιεί μια βίαιη αντιτουρκική, αντιισλαμική γλώσσα, που δύσκολα συναντούμε σε κείμενα που κυκλοφορούσαν, και μάλιστα σε τέτοια έκταση, στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό. 
Δεδομένης της τεράστιας κυκλοφορίας των βιβλίων του –η κυκλοφορία της Πίστεως ξεπερνούσε τα 10.000 αντίτυπα– οι θέσεις του δεν πέρασαν απαρατήρητες τόσο από τους Τούρκους όσο και τους Έλληνες φιλότουρκους και «αδικητές», ακόμα και κληρικούς. Εξάλλου, παρεμβαίνει και στις κοινωνικές συγκρούσεις που ελάμβαναν χώρα στη Μοσχόπολη. Στις αιματηρές συγκρούσεις του 1724, οι εργάτες αντιστάθηκαν στους Τουρκαλβανούς που είχαν προσκαλέσει οι «κουμπανίες». Οι δε συγκρούσεις γύρω από τη διοίκηση της πόλης, μεταξύ των «αρχόντων», των συντεχνιών, καθώς και οι διεκδικήσεις των εργατών που ζητούσαν αύξηση των ημερομισθίων, είχαν προσλάβει ενδημικό χαρακτήρα. Λίγα χρόνια μετά καταγράφεται νέα αιματοχυσία, με τη δολοφονία προεστών και μεγαλεμπόρων, μέσα στο μοναστήρι, το 1735, κατά την εορτή της Διακαινησίμου. Ο Νεκτάριος, σε δεκάδες ευθείες και βίαιες επιθέσεις, επιτίθεται όχι μόνο στον Μωάμεθ, αλλά και στον ιδρυτή του σιϊτισμού, Αλή, και τον γιο του, Χουσεΐν, διότι στην Ήπειρο και την Αλβανία ήταν ισχυρή η παρουσία των σιϊτών και μπεκτασήδων μωαμεθανών, οπαδών τους. Εξάλλου, δεν περιορίζεται στην αποδοκιμασία των εξωμοσιών αλλά και σε εκείνη της «κρυπτείας» των κρυπτο­χριστιανών, εξαιρετικά εκτεταμένης εκείνη την περίοδο, την οποία θεωρούσε προθάλαμο της οριστικής απομάκρυνσης από την πάτρια θρησκεία.
Οι διωγμοί πήραν αγριότερη μορφή εναντίον του Πωγωνίου και ιδιαίτερά της Πολύτσανης στα μέσα του 17ου αιώνα, σε σημείο που ενώ το 1626 μαρτυρείται τοπικός πληθυσμός 4000 κατοίκων με 3 ιερές Μονές και τουλάχιστον 24 μικρούς και μεγάλους ναούς, το 1661 μετά τις επιδρομές Τουρκαλβανών, να υπάρχουν μόνο 4 πατριές ( οικογένειες) με περίπου 200 άτομα. Η πίεση βεβαίως καθίσταται σκληρότερη προς τους Έλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς, που πέρα από την γενικότερη πολιτική της Υψηλής Πύλης, έχουν να αντιμετωπίσουν τις τοπικές αυθαιρεσίες των Τουρκαλβανών και τον προσηλυτισμό των φανατικών δερβίσηδων, που επιδεινώνουν την ήδη άθλια οικονομική κατάσταση των φτωχών κατοίκων που σε ένα δύσκολο περιβάλλον, δίνουν πραγματικό αγώνα επιβίωσης. Σταδιακά οι πεδινές περιοχές της σημερινής κεντρικής και βόρειας Αλβανίας εξισλαμίζονται, ενώ στη συνέχεια το ίδιο συμβαίνει και στα ορεινά, με αποτέλεσμα στα τέλη του 16ου αιώνα να έχουν εξισλαμισθεί τα 2/3 των Αλβανών, τους οποίους ούτως η άλλως επιθυμούσαν να προσεταιρισθούν οι Τούρκοι για τον σκληροτράχηλο χαρακτήρα τους και την εγνωσμένη στρατιωτική τους ικανότητα. Καθόλου τυχαία στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας έχουμε 27 Βεζίρηδες αλβανικής καταγωγής και περίπου 100 διοικητές ταγμάτων. Οι επιθέσεις αυτές σαφώς και εντάσσονται σε γενικότερο πλαίσιο βίας και προσπάθειας εξισλαμισμού από την οθωμανική εξουσία προς τους υπόδουλους χριστιανούς. Η προσπάθεια αυτή με διάφορες διακυμάνσεις, ίσχυσε όλο τον 16ο και 17ο αιώνα και εντάθηκε ιδιαίτερα μετά από επαναστατικά κινήματα των ραγιάδων.
Βασική αιτία για τον μαζικό εξισλαμισμό ολόκληρων χωριών και περιοχών ήταν η ωμή σωματική βία που ασκήθηκε από τον κατακτητή. Ρόλο έπαιξαν ωστόσο και οι οικονομικοί λόγοι ιδιαίτερα με την βαθμιαία διαφορετική φορολογική αντιμετώπιση χριστιανών και μωαμεθανών. Οι περισσότερες φυλές των Αλβανών και ιδιαίτερα τοπικοί φύλαρχοι για να διατηρήσουν τα προνόμια και την ακίνητη περιουσία τους, ασπάζονταν τον μωαμεθανισμό, άλλοι τυπικά και παραμένοντας χριστιανοί στο παρασκήνιο (όπως οι χριστιανοί της Σπαθίας), ενώ άλλοι ουσιαστικά και συνειδητά. Οι δεύτεροι στην πορεία χάνουν πέρα από την θρησκευτική και την εθνική τους ταυτότητα και καταλήγουν σκληρότατοι διώκτες και των ίδιων των πρώην ομοθρήσκων τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περιοχή του Βερατίου αλλά και της Κολώνιας και του Αργυροκάστρου μαρτυρούνται εξισλαμισμοί ολόκληρων χωριών με τον ιερέα τους και σε μία περίπτωση και με τον επίσκοπό τους.
Για το Νεκτάριο, κοινωνική και εθνική διάσταση φαίνεται να διαπλέκονται αδιάρρηκτα. Η απελευθέρωση από την οθωμανική κυριαρχία συναρτάται άμεσα με τους «πολλοὺς τοῦ Θεοῦ», τους «πτωχούς». Ο απελευθερωτικός και ελληνοκεντρικός χαρακτήρας του κηρύγματός του υπογραμμίζεται και από τις συχνές συχνή αναφορές στους αρχαίους Έλληνες: «Η καλλίτερη αρχή όλων των πραγμάτων είναι ο θεός, μα η κεφαλή ολονών των αρετών είναι η πίστις”, καθώς λέγει ο Αριστοτέλης». «Σωκράτης ο φιλόσοφος, έστωντας να ιδή κάποιον πλούσιον απαίδευτον, είπεν εις εκείνους οπού ήτον σιμά του· να ίδετε το χρυσόν είδωλο».
Επανειλημμένες αναφορές κάνει στους Αλέξανδρο, Πλούταρχο, Διογένη, Σόλωνα, Διογένη Λαέρτιο, Επίκτητο, Επίχαρμο, Θουκυδίδη, Πίνδαρο, Στίλπωνα, Ξενοφώντα, Αριστείδη, Δημόκριτο, Πυθαγόρα, Εμπεδοκλή, Λουκιανό κ.λπ. Τέλος, ο Γ. Βαλέτας εξαίρει τη λογοτεχνική αξία της γλώσσας του προδρόμου του Μακρυγιάννη.
Αν, για τους λογίους και τους πεπαιδευμένους Έλληνες, συστατικό και ενισχυτικό της ταυτότητάς τους, εκτός από τη θρησκεία, ήταν η γλώσσα και η ιστορία, για τον λαό η ορθόδοξη πίστη αποτελούσε το μοναδικό ανάχωμα στην απώλεια της ταυτότητας και τους εξισλαμισμούς. Εξ ου και η τεράστια σημασία των νεομαρτύρων. Ο Τέρπος αναφέρεται στην περίπτωση του νεομάρτυρα της Βορείου Ηπείρου, άγιου Νικόδημου του Ελβασάν, που μαρτύρησε το 1722 και η μνήμη του τιμάται στις 11 Ιουλίου. Ο Τέρπος, περισσότερο από οποιονδήποτε συγγραφέα της οθωμανικής περιόδου πριν τον Ρήγα, τον Κοραή και τον «Ανώνυμο» της Νομαρχίας, χρησιμοποιεί το βιβλίο του ως μια πολεμική μηχανή ενάντια στην τουρκική κυριαρχία, διότι βρίσκεται στην καρδιά της πάλης εναντίον των εξισλαμισμών. Η δε ιδιαίτερη πατρίδα του, η Μοσχόπολη, ήταν προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού στη Βόρεια Ήπειρο. Η τεράστια διάδοση των γραπτών του μαρτυρεί και τον άμεσα αντιστασιακό χαρακτήρα της επίκλησης της ορθόδοξης πίστης για τους Έλληνες ραγιάδες.
Πηγή : 
https://www.himara.gr/istoria/exislamismoi-sti-borio-ipiro-kai-o-nektarios-terpos/
https://ardin-rixi.gr/archives/258695
https://www.himara.gr/istoria/eksislamismoi-vorio-ipiro-kata-tourkokratia-kai-drasi-osiou-sofianou/

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Η τεχνητή νοημοσύνη στην υπηρεσία της ιστορίας και της αρχαιολογίας (Μέρος Ε)

Η τεχνητή νοημοσύνη ως αποτέλεσμα της εξερεύνησης των ορίων μεταξύ μηχανής και ανθρώπου δεν είναι διόλου καινούργιο φαινόμενο, καθώς σύμφωνα με τους ιστορικούς τα θεμέλια έθεσαν οι Αρχαίοι Έλληνες πριν από 2.500 χρόνια. Ανάμεσα στα μεγάλα επιτεύγματα στη μηχανική και στην τεχνολογία, ξεχωριστή θέση είχαν τα «αυτόματα» αλλά και ο χάλκινος γίγαντας της Κρήτης, που πιστεύεται ότι στην ουσία ήταν ανθρωποειδές. Η λέξη «αυτόματον» είναι ομηρική. «Αυτόματα, από μόνες τους, άνοιξαν τρίζοντας οι πύλες του ουρανού» γράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα. Γνωστοί είναι και οι αυτοματοποιημένοι μηχανισμοί στα αρχαία θέατρα ή το αυτόματο άνοιγμα θυρών στους ναούς κατά τις θυσίες. «Οι πόρτες ανοίγουν αυτόματα και μόλις σβήσει η φωτιά πάλι κλείνουν», περιγράφει ο Ήρων στα Πνευματικά. Και κάπως έτσι ο Τάλως, ο μυθολογικός φύλακας της Κρήτης που συνδύαζε μηχανικά και ανθρώπινα στοιχεία, φαντάζει περισσότερο με γεγονός. Πόσο εξελιγμένη τεχνολογία μπορεί να είχαν τελικά οι αρχαίοι Έλληνες που να τους επέτρεπε να φτιάχνουν ακόμα και γιγάντιες πολεμικές μηχανές που λειτουργούσαν αυτόνομα; Μήπως τελικά μιλάμε για πρώιμη τεχνητή νοημοσύνη, διερωτάται αρθρογράφος του περιοδικού Smithsonian που καταπιάνεται με το θέμα. Στο βιβλίο της «Θεοί και Ρομπότ» η ιστορικός στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, Άντριεν Μέγιορ, σημειώνει ότι «οι ιδέες για τη δημιουργία τεχνητής ζωής και οι ενδοιασμοί για την αντιγραφή της φύσης εξερευνήθηκαν στους ελληνικούς μύθους πολύ πριν από τις ωρολογιακές κατασκευές του Μεσαίωνα και τα [αυτόματα] της πρώιμης σύγχρονης Ευρώπης». Ο Τάλως δεν δημιουργήθηκε απλώς «με μαγικά ξόρκια ή θεϊκή βούληση» γράφει η Μέγιορ, αλλά κατασκευάστηκε από τον Ήφαιστο σε μια διαδικασία βιοτεχνολογίας, αφού έδωσε ζωή μέσω της τέχνης και της επιστήμης. «Υπάρχουν πολλοί ορισμοί του ρομπότ, αλλά ένας κοινά αποδεκτός είναι ότι μπορεί να κινείται μόνο του, να αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του και να έχει κάποιου είδους εσωτερική λειτουργία και πηγή ενέργειας», εξηγεί η ίδια στο αμερικανικό περιοδικό. «Ο Τάλως διαθέτει όλα αυτά τα στοιχεία» προσθέτει. Η βαλβίδα της τρωτότητας, η «φλέβα» όπως την αναφέρει ο Απολλώνιος για να τονίσει ενδεχομένως ότι ο Τάλως δεν ήταν απλώς μια αυτόνομη μηχανή, υπενθυμίζει με τον καλύτερο τρόπο την ανάγκη να δοθεί προτεραιότητα στην ασφάλεια της AI και όχι μόνο στην ανάπτυξη προηγμένων μοντέλων. Όπως εξάλλου έχει προειδοποιήσει ο δρ Σον ΜακΓκρέγκορ της AI Incident Database, «η άφιξη νέων συστημάτων φέρνει μαζί της κινδύνους που είναι σχεδόν αδύνατο να προβλεφθούν, καθώς ενώ γίνονται ασφαλέστερα κάθε χρόνο για τους ανθρώπους να τα χρησιμοποιούν, εισέρχονται και οι κακόβουλοι παράγοντες».
Τρεις είναι οι μεγάλοι κατακλυσμοί που αναφέρονται στην ελληνική Μυθολογία. Ο Κατακλυσμός του Ωγύγη ή Ωγύγιος κατακλυσμός, ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνος και ο Κατακλυσμός του Δάρδανου. Οι δύο πρώτοι, σύμφωνα με τον Ησίοδο, έδωσαν τέλος σε δύο γένη του Ανθρώπου μετά το «χρύσεον γένος» των θεών. Με τον Ωγύγιο κατακλυσμό τελείωσε το «αργύρεον γένος» («ασημένιο γένος»), ενώ ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνος έδωσε τέλος στο «χάλκειον γένος», δηλαδή το «γένος του χαλκού» (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι 109, 127 και 143), οπότε δημιουργήθηκε το «ἀνδρῶν ἡρώων θεῖον γένος» (Έργα και Ημέραι 159). Ο Ωγύγιος κατακλυσμός πήρε την ονομασία του από τον βασιλιά Ώγυγο ή Ωγύγη, και ήταν τόσο καταστροφικός που–σύμφωνα με τη μυθολογική μας παράδοση– άφησε την Αττική χωρίς βασιλιά μέχρι την εποχή του Κέκροπος. Ο Πλάτων στους Νόμους του, υπολογίζει πως η πλημμύρα συνέβη 10.000 χρόνια πριν από την εποχή του: «μυριάκις μύρια ἔτη διελάνθανεν» (Nόμοι, 677e)], δηλαδή αντίστοιχα γύρω στο 9500 π.Χ. Σύμφωνα με τη Μυθολογία μας ο Ωγύγιος κατακλυσμός συνέβη όταν στο Άργος βασίλευε ο Φορωνεύς, γιος του Ίναχου. Ο Ώγυγος ή Ωγύγης, που ανέφερα παραπάνω, ήταν γιος του θεού Ποσειδώνος. Το όνομα Ωγύγης και Ωγύγιος είναι άγνωστης ετυμολογίας, ωστόσο λόγω του πανάρχαιου Κατακλυσμού, θεωρείται συνώνυμο με τις λέξεις «αρχέγονο», «πρωταρχικός» ή «πανάρχαιος». Ο Ωγύγης θεωρείται σαν ένας από τους αρχέγονους βασιλείς στην Αρχαία Ελλάδα, ιδιαιτέρως στη Βοιωτία. Η μορφή του χάνεται στην αχλύ του μύθου. Ωστόσο θεωρείται ως ο βασιλιάς των Εκτενών, των αυτοχθόνων (προκατακλυσμιαίων) και πρώτων κατοίκων της Βοιωτίας. Ίδρυσε την πόλη Ωγυγία (πιθανότατα τη μετέπειτα Θήβα) και έγινε ο πρώτος βασιλιάς της. Αρκετοί αρχαίοι Έλληνες ποιητές αναφέρονται στους Θηβαίους ως «Ὠγυγίδαι». Κατά μία άλλη εκδοχή ο Ωγύγης ήταν ο πρώτος βασιλιάς της Αττικής. Ο Παυσανίας ο περιηγητής, αναφερόμενος στην Βοιωτία, τον 5ο αιώνα π.Χ., αναφέρει ότι ήταν βασιλιάς των Εκτήνων, των αυτοχθόνων, προκατακλυσμιαίων και πρώτων κατοίκων της Βοιωτίας. Διάφοροι ερευνητές πιστεύουν ότι τότε καταποντίστηκαν οι πόλεις της Αθήνας και της Ελευσίνας στις όχθες της λίμνης της Κωπαΐδας που υπερχείλισε. Σύμφωνα με τον Παυσανία, τούτο συνέβη επειδή ο Κηφισός ποταμός πλημμύρισε και έπνιξε την Αττική και την Βοιωτία [Βοιωτικά 5. 1 και 8, Σχόλ. Απόλλων. 3. 1177 κ.ά.]. Επί της βασιλείας του Ωγύγη έγινε ο πρώτος από τους τρεις μεγάλους κατακλυσμούς της ελληνικής Μυθολογίας, που από το όνομά του καλείται Ωγύγιος κατακλυσμός. Διάφοροι ερευνητές πιστεύουν ότι τότε καταποντίστηκαν οι πόλεις της Αθήνας και της Ελευσίνας στις όχθες της λίμνης της Κωπαΐδας που υπερχείλισε. Ο Πλάτων, όπως είδαμε ήδη, προτείνει, ότι -σε αντίστοιχες ημερομηνίες- ο κατακλυσμός αυτός έγινε το 9.500 π.Χ.
Ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνος συνέβη όταν βασίλευε στη Φθία ο Δευκαλίων, γιος του Προμηθέα και της Ησιόνης. Ο Προμηθέας συμβούλεψε τον γιο του να κατασκευάσει μια λάρνακα (κιβωτό), επειδή ο Δίας είχε αποφασίσει να καταστρέψει το διεφθαρμένο ανθρώπινο γένος. Η πλημμύρα που προκλήθηκε από τον Δία κάλυψε ολόκληρο τον κόσμο και αφάνισε το ανθρώπινο είδος εκτός από τον Δευκαλίωνα και τη γυναίκα του, την Πύρρα, από τους οποίους ξαναδημιουργήθηκε το τέταρτο γένος των ανθρώπων, που ονομάστηκε, όπως είδαμε, «το θείο γένος των ηρώων» («ἀνδρῶν ἡρώων θεῖον γένος»). Ας δούμε, όμως, αναλυτικά και κατά σειρά, τι αναφέρει η Μυθολογία μας. Στη βαθιά αρχαιότητα, ο Λυκάων, όπως λέγει η μυθολογική παράδοση, ήταν ικανός, δίκαιος και ευσεβής βασιλεύς της Πελασγίας. Φαίνεται όμως ότι κάτι δεν «κατάλαβε» καλά με τη νέα θρησκεία των Αχαιών και μάλλον δημιούργησε μια αίρεση, εκείνη του «Λυκαίου Διός», με ανθρωποθυσίες. Η λατρεία αυτή πιθανότατα αντιστοιχούσε στον αρχέγονο λυκόμορφο αγροτικό θεό των Πελασγών. Ο Ζευς έδρασε κεραυνοβόλα και «επισκέφθηκε» τον Λυκάονα προκειμένου να τον πείσει για την παντοδυναμία του – αυτό ακριβώς δείχνει –κατά την άποψή μου– την προσπάθεια των Αχαιών να εδραιώσουν τη δική τους λατρεία στους Πελασγούς. Ο βασιλιάς και οι γιοι του ασέβησαν προς το πρόσωπο του θεού, δίνοντάς του να φάει ανθρώπινο κρέας, του Νύκτιμου του μεγαλύτερου από τους πενήντα αδελφούς, που τον σκότωσαν και τον τεμάχισαν σερβίροντας ψητό το κρέας του για να διαπιστώσουν την παντογνωσία του Διός. Εξοργισμένος ο Δίας επανασύνδεσε τα μέλη του Νύκτιμου, τον ανέστησε και τον ανέβασε στον θρόνο της Πελασγίας την ίδια εποχή που έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνος, ενώ όλους τους άλλους για να τους τιμωρήσει τους κατακεραύνωσε ή τους μετέτρεψε σε λύκους.
Όπως είδαμε παραπάνω ο Δίας επισκέφτηκε τον Λυκάονα, έγιναν τα γεγονότα που διηγήθηκα και εξοργισμένος ο θεός τους μετέτρεψε όλους σε λύκους, ανέστησε τον Νύκτιμο και αποφάσισε να εξαφανίσει το κτηνώδες γένος των ανθρώπων με κατακλυσμό (χάλκινο γένος ανθρώπων). Τότε, ο Προμηθεύς, όπως ανέφερα παραπάνω, ενημέρωσε αμέσως τον γιο του από την Ησιόνη, τον βασιλιά της Φθίας Δευκαλίωνα, για τις προθέσεις του Δία συμβουλεύοντάς τον να φτιάξει μια λάρνακα (κιβωτό), να τη γεμίσει με εφόδια και ζώα και να μείνει μέσα σ’ αυτή μαζί με τη γυναίκα του Πύρρα, την κόρη του Επιμηθέως. Πράγματι, ο Δίας έστειλε κατακλυσμιαία βροχή ούτως ώστε να αφανίσει όλους τους ανθρώπου. Αυτός είναι ο γνωστός Κατακλυσμός του Δευκαλίωνος, από τον οποίο τελικά, όταν σταμάτησαν οι κατακλυσμιαίες βροχές μετά από εννιά ημέρες και εννιά νύκτες, η λάρνακά τους προσάραξε στον Παρνασσό. Έτσι, σύμφωνα με τον μύθο, σώθηκαν μόνο ο Δευκαλίων και η Πύρρα, οι οποίοι, όπως θα δούμε παρακάτω, δημιούργησαν τον «λαό» των Ελλήνων. Το ζευγάρι, κατά μία εκδοχή, πήγε στο Μαντείο των Δελφών, όπου ο χρησμός της Θέμιδας, τους συμβούλεψε να «ρίπτουν όπισθέν τους τα οστά της μητρός των» ή ομοίως το βασιλικό ζεύγος έκανε θυσία στον Φύξιο Δία και ήταν ίδια η συμβουλή του που τη διαβίβασε στο ζευγάρι ο Ερμής. Ο Δευκαλίων κατάλαβε ότι ως μητέρα τους ο χρησμός εννοούσε τη Γη και τότε άρχισαν να ρίχνουν πίσω τους λάας (= πέτρες)– αφού αυτές 1. Λας = λίθος, πέτρα εξού λαός, λατομείο, λαλούδι (= κάστρο) κλπ. προέρχονταν από τα σπλάχνα της μάνας Γης. Από τους λίθους που έριπταν δημιουργήθηκε ο «λαός», το γένος των ηρώων, που έζησαν και έδρασαν μαζί με τους θεούς: «καὶ Διὸς εἰπόντος ὑπὲρ κεφαλῆς ἔβαλλεν αἴρων λίθους, καὶ οὓς μὲν ἔβαλε Δευκαλίων, ἄνδρες ἐγένοντο, οὓς δὲ Πύρρα, γυναῖκες. ὅθεν καὶ λαοὶ μεταφορικῶς ὠνομάσθησαν ἀπὸ τοῦ λᾶας ὁ λίθος». Στο «γένος των ηρώων», λοιπόν, όσες πέτρες έριχνε πίσω του ο Δευκαλίων γίνονταν άντρες και όσες πέτρες έριχνε η Πύρρα γίνονταν γυναίκες. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε ξανά η Ανθρωπότητα. Ο Δευκαλίων και η Πύρρα, εκτός από τον λαό που δημιούργησαν, απέκτησαν και έξι παιδιά, τον Έλληνα, τον Αμφικτύονα, τον Ορεσθέα, την Πρωτογένεια, την Πανδώρα τη νεότερη και τη νύμφη Θυία (Αιθυία). Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, από την πρώτη πέτρα που πέταξε ο Δευκαλίων γεννήθηκε ο Έλληνας, ο γενάρχης των Ελλήνων.
Ο Κατακλυσμός του Δάρδανου οφείλει την ονομασία στον ομώνυμο βασιλιά, ο οποίος ζούσε στην Αρκαδία, όπου βασίλευε μαζί με τον αδελφό του τον Ίασο ή Ιασίωνα. Σύμφωνα με τον ιστορικό Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα (60-7 π.Χ.), τόσο ο Δάρδανος όσο και ο Ίασος ήταν γιοι του Δία και της Πλειάδας Ηλέκτρας, θυγατέρας του Άτλαντα. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς συνεχίζει λέγοντας ότι ο Δάρδανος έφυγε από την άγονη γη της Αρκαδίας, μετά από έναν μεγάλο κατακλυσμό, με μεγάλο στόλο προς το βορειοανατολικό Αιγαίο Πέλαγος προκειμένου να ιδρύσει εκεί μία αποικία. Πραγματικά, μετά τον ομώνυμο κατακλυσμό, το έδαφος πλημμύρισε και οι επιζώντες, που ζούσαν στα βουνά, τα οποία είχαν μετατραπεί σε νησιά, χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: Η πρώτη παρέμεινε στην Αρκαδία, με το Δείμα, τον γιο του Δάρδανου, ως βασιλιά. Η δεύτερη με αρχηγό τον Δάρδανο αναχώρησε με μεγάλο στόλο προς το βόρειο Αιγαίο καταλήγοντας τελικά στο νησί Σαμοθράκη. Εκεί ο Ίασος κεραυνοβολήθηκε από τον Δία όταν προσπάθησε να συνευρεθεί με τη θεά Δήμητρα. Τελικά, ο Δάρδανος και ο λαός του βρήκαν τη γη της Σαμοθράκης φτωχή, εγκατέλειψαν το νησί και πέρασαν στη Μικρά Ασία, στη μετέπειτα Τρωάδα. Η μυθολογική μας παράδοση αναφέρει ότι εκεί ο Δάρδανοςφοβούμενος για έναν νέο κατακλυσμό– δεν έχτισε καμιά πόλη, αλλά περιπλανιόταν για τα επόμενα πενήντα χρόνια στην περιοχή που από αυτόν ονομάστηκε Δαρδανία. Τελικά, ο εγγονός του, ο Τρώας, δημιούργησε εκεί μια πόλη, η οποία από αυτόν ονομάστηκε Τροία. Πραγματικά, όλες οι αρχαίες καταγραφές συμφωνούν ότι ο Δάρδανος ήλθε στην Τρωάδα από τη Σαμοθράκη και εκεί τον καλωσόρισε ο βασιλιάς Τεύκρος, γιος του ποταμού Σκαμάνδρου και της νύμφης Ιδαίας, από τον οποίο η μεν χώρα ονομάζονταν Τευκρίς και οι κάτοικοι Τεύκροι. Ο Τεύκρος έδωσε στον Δάρδανο, αφού είχε πεθάνει η πρώτη γυναίκα του η Χρύση, ως σύζυγο, την κόρη του Βάττεια ή Βατέα από την οποία ο Δάρδανος, κατά μία εκδοχή, απέκτησε δυο γιους τον Ίλον, (ή σύμφωνα με άλλον μύθο τον Τρώα), και τον Εριχθόνιο. 
Σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη, ο κατακλυσμός του Δάρδανου ήταν ο παλιότερος από όλους. Ο Διόδωρος μεταφέρει μια παράδοση των κατοίκων της Σαμοθράκης, ενώ ο Δάρδανος ήταν μυθικός βασιλιάς της Αρκαδίας, που έζησε στα χρόνια μετά τον κατακλυσμό. Ο Διόδωρος δίνει μια περιγραφή του φαινομένου και συγκεκριμένα αναφέρει ότι τα νερά ήρθαν από του Εύξεινο Πόντο, υπερχειλίζοντας αρχικά τις Κυάνεες Πέτρες (Βόσπορος), προς την Προποντίδα και στη συνέχεια προς το βορειοανατολικό Αιγαίο.
Πηγή : 
Θεοδοσίου Στράτος, «Αστρομυθολογία-Ο αστρονομικός αποσυμβολισμός των μύθων των Ελλήνων και των άλλων αρχαίων λαών στις αστρικές εποχές του Ταύρου, του Κριού και των Ιχθύων», Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα, Μάιος 2021.
https://www.in.gr/2025/04/25/greece/texniti-noimosyni-o-talos-os-paradeigma-proimis-rompotikis-stin-arxaia-ellada/


Η τεχνητή νοημοσύνη στην υπηρεσία της ιστορίας και της αρχαιολογίας (Μέρος Δ)

Η αρχαιολογία, μια επιστήμη που μας συνδέει με το παρελθόν, εισέρχεται σε μια νέα εποχή χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη. Από την αυτόματη μετάφραση αρχαίων κειμένων μέχρι την ανακάλυψη κρυμμένων μνημείων, οι τεχνολογικές καινοτομίες αναδεικνύουν νέες πτυχές της ιστορίας μας. Πράγματι, τα τελευταία χρόνια η επιστημονική κοινότητα καταφεύγει στη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης για να αυτοματοποιήσει εργασίες πολύπλοκες και πολυδάπανες. Χαρακτηριστικά, η εικονογράφηση, δηλαδή, η δημιουργία σχεδίων αρχαιολογικών αντικειμένων, όπως και η αναγνώριση μοτίβων και σχημάτων που βρίσκονται στα ευρήματα, είναι μερικές εργασίες οι οποίες μέσω χρήσης της τεχνολογίας AI μπορούν να βελτιώσουν τα αποτελέσματά τους και να μειωθεί το κόστος αυτών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ανάλυση των σημαδιών κοπής σε οστά, τα οποία δεν έχουν συντηρηθεί επαρκώς με το πέρασμα του χρόνου . Δεδομένου ότι οι αλγόριθμοι της μηχανικής μάθησης -machine learning, ML- όπως ονομάζεται η τεχνολογία AI που χρησιμοποιείται από την αρχαιολογική κοινότητα, είναι ικανοί να διαχειριστούν μεγάλα σύνολα δεδομένων, αποκαλύπτουν πρότυπα που δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμα από την ανθρώπινη ανάλυση. Το AI μπορεί να βοηθήσει να μειωθεί σημαντικά ο χρόνος που αφιερώνουν οι αρχαιολόγοι στη δημιουργία σχεδίων τα οποία έχουν ως στόχο να παραστήσουν αρχαία αντικείμενα και ευρήματα, όπως κεραμικά, γλυπτά ή νομίσματα, για την ανάδειξη νέων πληροφοριών και επιστημονικών ευκαιριών. Μία περίπτωση χρήσης της μηχανικής μάθησης στον κλάδο της αρχαιολογίας είναι η αυτόματη μετάφραση κειμένων τα οποία είναι βασισμένα σε περίπλοκες γραφές, όπως η σφηνοειδής γραφή, μία έρευνα που επιμελήθηκαν το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και το Πανεπιστήμιο του Αριέλ. Οι μελετητές χρησιμοποίησαν μεθόδους επεξεργασίας φυσικής γλώσσας για να μεταφράσουν αυτόματα τα ακκαδικά κείμενα χρησιμοποιώντας δύο μεθόδους: μετατροπή των σφηνοειδών γλυφών Unicode απευθείας σε αγγλικά και μετατροπή των γλυφών Unicode σε λατινική μεταγραφή πρώτα και μετά στα αγγλικά. Και οι δύο μέθοδοι πέτυχαν καλά αποτελέσματα για προτάσεις που ήταν μικρές ή μεσαίου μήκους. Τα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης, αν μη τι άλλο, συνεισφέρουν σημαντικά στην πρόοδο της τεχνολογίας σε όλους τους τομείς και τις επιστήμες. Η αρχαιολογία, λοιπόν, δεν αποτελεί εξαίρεση του κανόνα αυτού.
Η ιστορία της Κύπρου και Ελλάδας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες από την αρχαία εποχή και ειδικά μετά την επανάσταση του 1821 και την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους καλλιεργήθηκε έντονα τον 19ο αιώνα το αίτημα του Κυπριακού ελληνισμού, στην Ένωση με την Ελλάδα. Μια ένωση με την Ελλάδα, η οποία ήταν πολύ πιθανή και κοντά να συμβεί κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι Σύμμαχοι προσέφεραν ως «αντάλλαγμα» την Κύπρο για την είσοδο της χώρας μας στο πλευρό τους. Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη καθώς η «διαμάχη» Κωνσταντίνου – Βενιζέλου, οδήγησε την Ελλάδα στον Εθνικό Διχασμό του 1915 με αποτέλεσμα η χώρα μας να μπει στον Α’ Π.Π το 1918, λίγο πριν το τέλος του Μεγάλου Πολέμου και τότε δεν βρισκόταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων η ενσωμάτωση της Κύπρου στην Ελλάδα. Επιχειρήθηκαν και άλλες προσπάθειες τα επόμενα χρόνια για την Ένωση με την Ελλάδα, ο οποίος έγινε αυτοσκοπός κυρίως για ένα μεγάλο μέρος του Κυπριακού ελληνισμού, ενώ για να είμαστε ειλικρινείς ποτέ το ελληνικό κράτος δεν τάχθηκε και δεν αγωνίστηκε για την Ένωση.
Η Ένωση με την Ελλάδα, είχε μετατραπεί ειδικά μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ως ένα ουτοπικό σενάριο για την μητέρα Ελλάδα. Μια Ελλάδα, η οποία είδε το 1922 να γκρεμίζεται το όνειρο της «Μεγάλης Ελλάδας», το οποίο συντήρησε την ύπαρξη του Έθνους από την σύσταση του νεοελληνικού κράτους, αλλά εγκαταλείφθηκε μετά το 1922 μαζί με τις αλύτρωτες πατρίδες. Από τότε και μετά, διαπιστώνεται στην ελληνική ιστορία μια μεταστροφή από το όραμα της «Μεγάλης Ελλάδας», στην μικρή πλην τίμια και ηρωϊκή Ελλάδα, η οποία περιορίζεται γεωγραφικά στα σημερινά μας σύνορα. Σε αυτό το πλαίσιο η ιστορία και η πορεία της Κύπρου, άλλαξε ριζικά μετά την έναρξη του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α το 1955 για την ανεξαρτησία της από την Μεγάλη Βρετανία. Και εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε δύο σημαντικά και ουσιαστικά γεγονότα τα οποία διαφοροποίησαν την ιστορία της Κύπρου. Ο αντιαποικιακός αγώνας των Κυπρίων το 1955, με πρωτεργάτες τον Γρίβα Διγενή και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, δεν είχε ως αίτημα την ανεξαρτησία της Κύπρου, αλλά την Ένωση με την Ελλάδα και αυτό προκάλεσε ως ντόμινο πολλές αντιδράσεις και εξελίξεις. Η Τουρκία μέχρι τότε δεν είχε ασχοληθεί καθόλου με την τουρκοκυπριακή πλευρά, κάτι το οποίο έκανε μετά την κήρυξη του Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α με παρότρυνση της Μεγάλης Βρετανίας.
Η Μεγάλη Ιδέα υπήρξε ένα από τα πιο μεγαλόπνοα προγράμματα εθνικής ολοκληρώσεως και αναπτύξεως στη Ν. Βαλκανική: προέβλεπε την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση όλων των ιστορικών ελληνικών χωρών, δηλαδή της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Θράκης, των Επτανήσων, των Δωδεκανήσων, της Κρήτης, της Κύπρου, της Μικράς Ασίας και του Πόντου σε μια «Ελληνική Αυτοκρατορία». Παράλληλα και ταυτόχρονα υπήρξε ένα άλλο ελληνικό ρεύμα που συνέδεε την απελευθέρωση των ιστορικών ελληνικών χωρών, το οποίο προϋπήρξε της Μεγάλης Ιδέας. Ηταν ο φωτισμός της Ανατολής διά των φώτων της Δύσεως. Στον φωτισμό αυτό, η Ελλάς θα είχε τον ρόλο του «φάρου» της Δύσεως στην Ανατολή. Η Μεγάλη Ιδέα γεννήθηκε στη διάρκεια της Επαναστάσεως του 1821, μολονότι πολλά χαρακτηριστικά της κυοφορούνταν πριν από τον Αγώνα. Μάλιστα δε, η ιδέα της επικράτειας του έθνους, υπήρξε σε αντιδιαστολή με αυτή του ελληνικού κράτους προγενέστερη αυτής. Με έναυσμα τη Μεγάλη Ιδέα ξετυλίγεται το κουβάρι μιας αιματηρής ιστορίας, που αναδιαμόρφωσε τη γεωπολιτική κατάσταση της χώρας μας. «Η μάχη του Σαρανταπόρου ήτον μία από τας μάχας που θα ομιλήση η Ιστορία» έγραφε ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, ο αρχηγός πυροβολικού της Στρατιάς Θεσσαλίας, στη γυναίκα του το 1912. Η Ελλάδα πράγματι ξεκίνησε την πολεμική της εξόρμηση στις αρχές του 20ού αιώνα με «σιδηρά» ορμή και ακαταμάχητο επιθετικό πνεύμα. Οι εκστρατείες του 1912-13 αποτέλεσαν την κορύφωση των πόθων και των προσπαθειών ενός ολόκληρου αιώνα. Αναμφισβήτητα, το τελικό αποτέλεσμα των πολεμικών αγώνων της δεκαετίας 1912-1922 δεν ικανοποίησε τους Έλληνες. Η εκατονταετηρίδα από τη Μικρασιατική Καταστροφή αποτελεί αφορμή για αναστοχασμό και νέα «επίσκεψη» των σημαντικών αυτών γεγονότων. Όπως διαπίστωσε εύστοχα το 1934 ο Αριστοκλής Αιγίδης, ένας Μικρασιάτης στην καταγωγή δημοσιολόγος, το 1922 σήμανε τη λήξη ενός (διακεκομμένου) «εκατονταετούς πολέμου» μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, ο οποίος ξεκίνησε το 1821. Ωστόσο, ιδωμένο μέσα σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, το μέγεθος της Μικρασιατικής Καταστροφής μετριάζεται. Κι αυτό διότι η Ελλάδα, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, επιτέλεσε ένα τεράστιο ποιοτικό άλμα, και από απαξιωμένη δύναμη (1897) έφτασε να γίνει προσωρινά υπολογίσιμος γεωπολιτικός παράγοντας στην Εγγύς Ανατολή (1920).
Το τρίπτυχο "Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια” αποτελεί την πιο διαδεδομένη φράση της ελληνικής ιστορίας, που κάποιοι ανόητοι ταυτίζουν με συνθήματα που κρέμονταν από τα χείλη αντιδραστικών και ακροδεξιών, ως ένα τρίπτυχο που αποτελείται από τις τρεις λέξεις και ισχυρίζονται πως ενώνει τις πιο μαύρες σελίδες της ελληνικής ιστορίας! Όμως, το σύνθημα αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ίδια την ιστορία της Ελλάδος. Γεννήθηκε το 19ο αιώνα, διαδόθηκε κατά τον 20ο και κυριάρχησε στα στόματα και τις καρδιές όλων εκείνων που αγαπούν αυτή την Πατρίδα - την Ελλάδα μας! Σε αυτό το τρίπτυχο, η πατρίδα αποτελεί την μακραίωνη εστία του έθνους με το έθνος να προσδιορίζεται καθοριστικά από τη σχέση του με τη θρησκεία και την οικογένεια…Οι ανόητοι μηδενιστές - απάτριδες θέλουν να πιστεύουν, ότι πρόκειται για μια σύγχρονη ‘’κατασκευή’’ συνδεδεμένη με το κράτος, μετά τον συμμοριτοπόλεμο και συγκεκριμένα κατά τη δεκαετία του ‘50. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ιστορία αυτής της φράσης έχει ιδιαίτερα μεγάλο βάθος χρόνου και πολύ περίπλοκες και σύνθετες διαδρομές. Η φράση αυτή - κάτι σαν σύνθημα, δεν δημιουργήθηκε έτσι ξαφνικά, αλλά αντιθέτως, αποτελεί προϊόν πολύ μακρόχρονων διαδικασιών που συνδέονται άρρηκτα, με σημαντικές ιδεολογικές, πολιτικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις και μετασχηματισμούς, που έλαβαν χώρα…Δεν ξέρω ποιος άνθρωπος, που θα ήθελε να μπορεί να αισθάνεται πως ζει ελεύθερος, δεν θα γοητεύονταν από το τρίπτυχο "Πατρίς -Θρησκεία – Οικογένεια". Νομίζω πως δεν υπάρχουν τέτοιοι Έλληνες. Είναι αστεία η αριστερίστικη θεωρία - γνώμη, πως το τρίπτυχο που αναφέρεται σε ιερές έννοιες του Ελληνισμού, αποτέλεσε κάποιον αρμό της κρατικής ιδεολογίας, στο όνομα της οποίας εξαπολύθηκαν δήθεν διώξεις και καταπατήθηκαν λαϊκές ελευθερίες και ατομικά δικαιώματα… Πίστη λοιπόν στην πατρίδα… πάντα. Πίστη σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, μόνον όταν το αξίζει πραγματικά και τα μέλη που την απαρτίζουν νιώθουν όπως οι πραγματικοί Έλληνες για την Ελλάδα.
Η λέξη οικογένεια έχει ως πρώτο συνθετικό τη λέξη «οίκος» και δεύτερο τη λέξη «γένος». Στην αρχαιότητα «οικογενής» ονομαζόταν ο δούλος που γεννήθηκε στο σπίτι του κυρίου του. Οι αρχαίοι Έλληνες για να δηλώσουν την σημασία της λέξης οικογένεια χρησιμοποιούσαν την λέξη «οίκος», «γένος» ή «γενεά». Αργότερα, στην ελληνορωμαϊκή περίοδο χρησιμοποιήθηκε η λέξη «φαμίλια» (από το λατινικό familia). Η λέξη αυτή προήλθε από το επίθετο famulus που και στα λατινικά, αρχικά σήμαινε τον οικιακό δούλο, στην συνέχεια το σύνολο αυτών που ζούσαν στον ίδιο οίκο, για να καταλήξει τελικά να σηματοδοτεί τα πρόσωπα εκείνα που συνδέονται με συγγενικούς δεσμούς και ζουν κάτω από την ίδια στέγη. Η οικογένεια στην Ελλάδα, όπως και σε παγκόσμια κλίμακα, παίρνει διάφορες μορφές που υπαγορεύονται από οικονομικούς, γεωγραφικούς και πολιτισμικούς παράγοντες. Η Πολυπυρηνική οικογένεια είναι ο τύπος αυτός οικογένειας που απαντάται στην ηπειρωτική Ελλάδα και ήταν ο πιο διαδεδομένος μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα. Είναι αξιοσημείωτο ότι απουσίαζε εντελώς από τα νησιά του Αιγαίου, ενώ εμφάνιζε πολύ μικρά ποσοστά στα νησιά του Ιονίου, κυρίως λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης από την ηπειρωτική Ελλάδα. Ο κύκλος ανάπτυξης της πολυπυρηνικής οικογένειας αλλά και η μικροοικονομία της βασίζεται αφενός στην κτηνοτροφία (εκτροφή μεγάλων κοπαδιών άρα και ανάγκη από πολλά χέρια, κυρίως ανδρικά), αφετέρου στην γεωργία (εντατική καλλιέργεια δημητριακών).
Η αμφίπλευρη πολυπυρηνική οικογένεια είναι ουσιαστικά μια παραλλαγή του προηγούμενου τύπου οικογένειας με τη διαφορά πως στη διευρυμένη πατροπλευρική πολυπυρηνική οικογένεια συμβιώνουν εκτός από τους υιούς και οι θυγατέρες του πατέρα-πατριάρχη. Συναντάται στα Μεσόγεια Αττικής αλλά και σε άλλα πεδινά και ημιορεινά μέρη της επικράτειας, όπως τη Βοιωτία και το Πωγώνι της Ηπείρου. Συνδέεται με εύρωστες οικονομίες που βασίζονται στην εντατική καλλιέργεια, κυρίως δημητριακών, αμπελιών, ελαιών κ.ά. δημοφιλών προϊόντων της ελληνικής γης, καθώς επίσης και στην πώλησή τους/ στη χρήση τους ως εμπορεύματα. Λόγω των μεγάλων απαιτήσεων σε εργατικά χέρια ο πατέρας αντί να «παραχωρήσει» την κόρη του σε οικονομία άλλου οίκου, αποφασίζει να την κρατήσει στον δικό του και να «φιλοξενήσει» τον γαμπρό του (σώγαμπρο) προκειμένου να έχει επάρκεια εργατικού δυναμικού ώστε να εξυπηρετήσει τις αυξημένες ανάγκες καλλιέργειας της έγγειας περιουσίας του. Ο γάμος αυτός λέγεται πατρογυναιτοπικός και αντί της «εξαγοράς της νύφης» παρατηρείται ο θεσμός της «προγαμιαίας δωρεάς». Ο θεσμός προβλέπει ότι ο γαμπρός ή ο πεθερός της νύφης, της προσφέρει (προσωπικά και όχι σε άρρενα μέλος της πατρικής της οικογένειας) ένα αξιόλογο χρηματικό ποσό ή κοσμήματα υψηλής χρηματικής αξίας.
Πηγή : https://www.flowmagazine.gr/i-texniti-nohmosuni-fernei-tin-epanastash-stin-arxaiotita/
https://www.parapolitika.gr/stories/article/1619881/kupros-ellada-ena-ethnos-duo-krati-apo-tin-anexartisia-tis-megalonisou-stin-tourkiki-eisvoli/
https://www.lifo.gr/guide/book/news/i-sidira-dekaetia-oi-ethnikoi-polemoi-tis-elladas-1912-1922-neo-biblio-toy
https://www.kathimerini.gr/society/429125/i-megali-idea-tis-ethnikis-oloklirosis/
https://www.capital.gr/arthra/3801670/patris-thriskeia-oikogeneia-kai-s-opoion-aresei/
https://www.pontosnews.gr/725463/pontos/pagkosmia-imera-tis-oikogeneias-oi-vasikoi-typoi-paradosiakon-ellinikon-oikogeneion/

Η τεχνητή νοημοσύνη στην υπηρεσία της ιστορίας και της αρχαιολογίας (Μέρος Γ)

Μία πρόκληση για ερευνητές στον τομέα της Ιστορίας και της Αρχαιολογίας, είναι η αξιοποίηση ευάλωτων σε οποιαδήποτε έκθεση, αντικειμένων που έχουν ανακαλυφθεί και διατηρούνται. Πλέον, η Τεχνητή Νοημοσύνη έρχεται πολλά υποσχόμενη για τη λύση του μυστηρίου, πολυάριθμων ευρημάτων, όπως αντικειμένων που χρονολογούνται από την ελληνορωμαϊκή εποχή. Αν οι τρέχοντες διαγωνισμοί αποδείξουν ότι οι μελετητές μπορούν να διαβάσουν με ασφάλεια και ευκολία τους ανοιγμένους παπύρους, ο ρους της ιστορίας θα αλλάξει σημαντικά, με περισσότερο ιστορικό υλικό από την αρχαιότητα, να έρχεται στο φως.
Η τεχνητή νοημοσύνη ή αλλιώς ΑΙ, είναι ένα επίτευγμα του 21ου αιώνα όπως συχνά παρουσιάζεται στις μέρες μας. Με την βοήθεια των μηχανών της τεχνητής νοημοσύνης έχουμε πρόσβαση σε έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών (κείμενα, εικόνες, αριθμοί και ήχοι), ενώ το νευρωνικό δίκτυο όπου και αποτελείται, είναι εμπνευσμένο από τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Μπορεί η σύγχρονη τεχνητή νοημοσύνη να μην έχει αποκτήσει (ακόμα) συνείδηση, αλλά ο τρόπος και ο ρυθμός που αναπτύσσεται είναι τρομακτικά ταχύς. Αν δούμε αυστηρώς τεχνολογικά το ΑΙ -όπως το γνωρίζουμε σήμερα- αποτελούμενο από λογισμικά και αλγόριθμους, τότε η απάντηση στο αν υπήρχε τεχνητή νοημοσύνη στην αρχαιότητα θα είναι σαφώς αρνητική… Αν όμως δεχτούμε πως οι αυτοματισμοί και τα μυθολογικά “τεχνητά όντα”, είναι μια πρώιμη μορφή τεχνητής νοημοσύνης, ίσως να έχουμε και τους βασικούς εμπνευστές της ιδέας! Η ιδέα πως ο άνθρωπος μπορεί να δημιουργήσει μηχανές που να μιμούνται τη ζωή και τη σκέψη δεν είναι καινούργια και έχει πολλές εκφάνσεις στην μυθολογική αρχαιότητα. Η έννοια της τεχνητής νοημοσύνης στην αρχαιότητα, θα ήταν σίγουρα διαφορετική και συνδεδεμένη με διαφορετικές αρχές, από αυτό που σήμερα ενώνει τον σύγχρονο άνθρωπο μαζί της. Άλλοτε μέσα από τους μύθους και άλλοτε μέσω της πρωτότυπης μηχανικής, η τεχνητή νοημοσύνη στην αρχαιότητα δεν ήταν σίγουρα ψηφιακή, αλλά εξίσου συναρπαστική με την σημερινή της μορφή.
«Όταν ο Δίας πλάγιασε με τη Λήδα παίρνοντας τη μορφή του κύκνου, την ίδια νύχτα που εκείνη βρέθηκε ερωτικά με τον Τυνδάρεω, από τον Δία γεννήθηκε ο Πολυδεύκης και η Ελένη, από τον Τυνδάρεω ο Κάστορας <και η Κλυταιμνήστρα>. Ωστόσο, κάποιοι διηγούνται ότι η Ελένη είναι κόρη της Νέμεσης και του Δία. Αυτή δηλαδή, προκειμένου να αποφύγει την επαφή με τον Δία, μεταμορφώθηκε σε χήνα, αλλά ο Δίας πήρε τη μορφή του κύκνου και ενώθηκε μαζί της· από το σμίξιμό τους αυτή γέννησε ένα αυγό που κάποιος βοσκός βρήκε στα δάση και το έφερε και το έδωσε στη Λήδα· και αυτή το έβαλε σε ένα κιβώτιο και το φύλαξε και όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή γεννήθηκε η Ελένη που την ανέθρεψε σαν να ήταν δική της κόρη.» (Απολλόδ. 3.10.5-7). Οι δυο αυτές εκδοχές παραδίδονται με διάφορες παραλλαγές, όπως ότι και η Λήδα γέννησε ένα αυγό, το οποίο κρεμόταν με ταινίες από τον ναό της Ιλαείρας και της Φοίβης στη Σπάρτη (Παυσ. 3.16.1-2). Γι' αυτό και ο Παυσανίας (1.33.7-9) περιγράφει ένα ανάγλυφο του Φειδία στον ναό της Νέμεσης στον Ραμνούντα της Αττικής, μια και εκεί είχε γίνει η ένωσή τους (αυτή είναι η αττική εκδοχή του μύθου), που απεικονίζει τη Λήδα να οδηγεί την Ελένη στη μητέρα της Νέμεση. Ακόμη, παραδίδεται πως είχε γεννήσει δύο αυγά, από το ένα βγήκαν η Ελένη και ο Πολυδεύκης, από το άλλο η Κλυταιμνήστρα και ο Κάστορας. Άλλη εκδοχή θέλει μόνο την Κλυταιμνήστρα να γεννιέται φυσιολογικά και τα άλλα τρία αδέλφια από το ίδιο αυγό. Λέγεται (Σχόλ. Ευρ. Ορ. 249) ότι η Αφροδίτη, για κάποιο λόγο, είτε από θυμό προς τον Τυνδάρεο ή από ζήλεια για την ομορφιά των θυγατέρων του, καταράστηκε τις τρεις κόρες του -Τιμάνδρα, Κλυταιμνήστρα, Ελένη - να κάνουν πολλούς γάμους και να μην μείνουν πιστές στους άνδρες τους.
Αθώα ή ένοχη η Ελένη; Υπεύθυνη για ό,τι έγινε ή όργανο ενός πεπρωμένου ανεξάρτητου και πέρα από τη θέλησή της; Οι διάφορες παραλλαγές που θέλουν την Ελένη να πηγαίνει με τη θέλησή της στην Τροία ή με τη βία ή να μην πηγαίνει καθόλου η ίδια ή να φεύγει από εκεί για να επιστρέψει στον σύζυγό της, θέτουν στην ουσία αυτό το ερώτημα. Το ίδιο και οι παραλλαγές του θανάτου της -θνητή ή αθάνατη η Ελένη; Ωστόσο, ο αρχικός πυρήνας του μύθου προδηλώνει αυτό που προκύπτει από τις εισαγωγικές επισημάνσεις: ότι η Ελένη είναι μια παλαιά, προ- ή παλαιοελληνική, θεότητα της βλάστησης -εξού και η σχέση της με δέντρα και βότανα, όπως και των κοντινών της ανθρώπων, του Μενέλαου με πλάτανο στις Καρυές της Αρκαδίας (Παυσ. 8.23.4), των αδελφών της Διοσκούρων με αγριαχλαδιά στη Μεσσηνία (Παυσ. 4.16.5). Και ακόμη: οι μύθοι των αρπαγών της δεν είναι παρά η συμβολική μεταφορά της πραγματικότητας μιας αγροτικής διαδικασίας, του κρυψίματος του σπόρου στη γη ή της φύλαξής του σε σκοτεινές αποθήκες. Επομένως, οι παραστάσεις της Ελένης ανάμεσα σε δύο άνδρες μπορεί να είναι της παλαιάς θεότητας της βλάστησης και της γονιμότητας μαζί με τους παρέδρους της. Ακόμη και η θεοποίηση του Μενελάου και των Τυνδαρίδων, των Διοσκούρων, οφείλεται σε αυτή τη γυναικεία και κυριαρχούσα θεότητα, κάτι που υποστηρίζει την πρωταρχικότητά της.
 Ο Φωκίων (402-317 π. Χ.) υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα και υποστηρικτής της πολιτικής του Φίλιππου. Επικεφαλής του φιλομακεδονικού κόμματος, ήταν ως πολιτικός μετριοπαθής, φιλειρηνιστής, ικανότατος ρήτορας και αντίπαλος του Δημοσθένη. Υπηρέτησε την πατρίδα του στα πεδία των μαχών με επιτυχία, έχοντας διατελέσει στρατηγός 45 φορές, περισσότερες από κάθε άλλον. Περιφρονούσε τον πλούτο και ήταν γνωστός για τον λιτό τρόπο ζωής του. Οι Αθηναίοι τον αγαπούσαν, μολονότι ανήκε στους αριστοκράτες, για τη φιλοπατρία, τη φρόνηση και την τιμιότητά του, γι’ αυτό και ονομαζόταν Φωκίων ὁ χρηστός, ο ακέραιος. Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των διαδόχων του, που είχε αντίκτυπο και στην Ελλάδα. Και στη δίνη της σύγκρουσης του διαδόχου τού Αντίπατρου Πολυπέρχοντα και του Κάσσανδρου, γιου του πρώτου, παρασύρθηκε ο Φωκίων. Η Αθήνα τότε βρισκόταν υπό μακεδονική κυριαρχία, έχοντας χάσει την πολιτική της ανεξαρτησία, και στη Μουνυχία ‒ στον λόφο του Πειραιά, τη σημερινή Καστέλλα ‒ τοποθετήθηκε μακεδονική φρουρά με αρχηγό έμπιστο αξιωματικό του Κάσσανδρου. Ο Φωκίων ευνοούσε την παραμονή της φρουράς, γιατί είχε τη γνώμη πως μόνο αυτή μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλεια του καθεστώτος στην Αθήνα, για να αποφευχθούν τα δεινά από τις πολιτικές αναστατώσεις. ΄Έσι, όταν ο Πολυπέρχων υποσχέθηκε στους Αθηναίους την επαναφορά του δημοκρατικού πολιτεύματος και έφτασε στην Αθήνα ο γιος του, ο Αλέξανδρος με στρατιωτική δύναμη, οι δημοκρατικοί ξεσηκώθηκαν για την ανατροπή του πολιτεύματος. Ο Φωκίων κατέστη ύποπτος, και στην εκκλησία του δήμου που συγκλήθηκε του αφαιρέθηκε η στρατηγία, κατηγορήθηκε για προδοσία και καταδικάστηκε σε θάνατο. Αρχές Μαΐου του 318 και σε ηλικία 84 ετών ήπιε το κώνειο μαζί με άλλους φίλους του επίσης καταδικασμένους, και τα πτώματά τους πετάχτηκαν έξω από τα όρια της αττικής γης. Αργότερα οι Αθηναίοι μετάνιωσαν και το 305-4 τον τίμησαν· έφεραν και έθαψαν τα οστά του στην Αθήνα και έστησαν χάλκινο ανδριάντα του, τον δε κατήγορό του τον πέρασαν από δίκη και τον εκτέλεσαν.
Ο Βάρδας Σκληρός έλαβε το 970 τον τίτλο του μαγίστρου και το αξίωμα του στρατηλάτη Ανατολής και πρωταγωνίστησε τόσο στις εκστρατείες εναντίον των Ρως στη Βουλγαρία (970-971), όσο και στην καταστολή της στάσης του Βάρδα Φωκά. Προσωρινά η οικογένεια φάνηκε να αποκτά στο στράτευμα και στην πολιτική ζωή την πρωταγωνιστική θέση που είχαν τα προηγούμενα χρόνια οι Φωκάδες, ωστόσο το διάστημα 972-974 πρέπει να έπεσε στη δυσμένεια του αυτοκράτορα, πιθανότατα λόγω κάποιας συνωμοσίας που προσπάθησε να οργανώσει ο Βάρδας Σκληρός κατά του Τζιμισκή. Το 974 ο Βάρδας επανήλθε στο αξίωμα του στρατηλάτη και μαζί του η οικογένεια φαίνεται ότι επανέκτησε την κυρίαρχη θέση της. Ωστόσο, η πολιτική του Τζιμισκή, που αποσκοπούσε στην επάνοδο των νόμιμων εκπροσώπων της μακεδονικής δυναστείας στο θρόνο, περιόριζε σαφώς τις πολιτικές βλέψεις των Σκληρών, οι οποίοι, με δεδομένο τον παραμερισμό των αντιπάλων τους Φωκάδων, έβλεπαν πιθανώς στη στενή σχέση που τους συνέδεε με τον αυτοκράτορα μια ευκαιρία να αποτελέσουν τη διάδοχη κατάσταση στην κηδεμονία της μακεδονικής δυναστείας από τις ισχυρές στρατιωτικές οικογένειες της Μικράς Ασίας. Όμως η δολοφονία του Τζιμισκή και η άνοδος του Βασιλείου Β΄ (976-1025) στο θρόνο, υπό την εποπτεία του παρακοιμωμένου Βασιλείου Λακαπηνού, σήμανε εκ νέου τον περιορισμό της θέσης των Σκληρών, καθώς ο σημαντικότερος εκπρόσωπός τους, ο Βάρδας Σκληρός, θεωρήθηκε επικίνδυνος για το νέο καθεστώς και υποβιβάστηκε από το αξίωμα του στρατηλάτη Ανατολής σε εκείνο του δούκα Μεσοποταμίας στις αρχές του 976. Η αντίδραση της οικογένειας υπήρξε ιδιαίτερα δυναμική και εκφράστηκε με την εκδήλωση στάσης κατά του Βασιλείου Β΄ την άνοιξη του 976. Η στάση αυτή σήμανε την έναρξη της διαμάχης ανάμεσα στη μακεδονική δυναστεία και τις ισχυρότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Μικράς Ασίας, με στόχο την κατοχή της εξουσίας. Το κίνημα έληξε με την ήττα του Βάρδα Σκληρού και τη φυγή του (μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο και το γιο του Ρωμανό) στα αραβικά εδάφη, όπου παρέμεινε κρατούμενος του χαλίφη της Βαγδάτης έως το 987. Στο διάστημα αυτό, όπως είναι αυτονόητο, η οικογένεια χάνεται από το προσκήνιο και δε διαδραματίζει κανένα ρόλο στην πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας. Η απελευθέρωση του Βάρδα Σκληρού από τους Άραβες (Φεβρουάριος 987) σήμανε την επαναδραστηριοποίησή του στα πολιτικά δρώμενα, καθώς μαζί με τον αδελφό και το γιο του επέστρεψαν στα βυζαντινά εδάφη και οργάνωσαν (αρχές άνοιξης 987) ένα νέο κίνημα κατά του Βασιλείου Β΄. Η δεύτερη στάση των Σκληρών χαρακτηρίστηκε από τη συμμαχία τους με τους Φωκάδες, οι οποίοι με επικεφαλής το δομέστικο των σχολών της Ανατολής Βάρδα Φωκά είχαν επίσης στασιάσει κατά του Βασιλείου Β΄ το 987, αλλά και από την προσχώρηση του Ρωμανού Σκληρού στο πλευρό του αυτοκράτορα. Μετά την ήττα και το θάνατο του Βάρδα Φωκά (Απρίλιος 989) οι Σκληροί επανήλθαν στο προσκήνιο, συνεχίζοντας για μικρό χρονικό διάστημα την αντίστασή τους στη δυναστεία μέχρι τον Οκτώβριο του 989, οπότε και συνθηκολόγησαν. Ο Βάρδας Σκληρός έλαβε τον ανώτατο τιμητικό τίτλο του κουροπαλάτη και μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο αποσύρθηκαν στο Διδυμότειχο. Ο Ρωμανός Σκληρός παρέμεινε το μόνο ενεργό μέλος της οικογένειας, χωρίς ωστόσο οι πηγές να αναφέρονται στη δράση του μετά το 990.
Μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα την περίοδο της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Λουκάς Νοταράς. Αρχικά ανθενωτικός, δηλαδή, ενάντια στην ένωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την Καθολική. Ενώ αντιθέτως, ο Αυτοκράτορας και οι ενωτικοί για να εξασφαλίσουν βοήθεια από τον Πάπα για αντιμετώπιση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που επίκειτο να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν τότε που υπάρχει ισχυρισμός ότι είπε το γνωστό, «κριτότερον έστι ειδένα εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινική». Σε απλή γλώσσα, παρά τιάρα παπική καλύτερα τουρκικό φέσι. Ο αυτοκράτορας χρειαζόταν την συμμαχία και την οικονομική δύναμη του Νοταρά και εκείνος την εύνοια του αυτοκράτορα, άλλωστε εκείνος ήταν ο νόμιμος ηγέτης της Πόλης που κάνοντας χρήση της ισχύος του μοίραζε τα αξιώματα. Για αυτό και ήταν εκείνος που μπήκε εγγυητής στα δάνεια τα οποία ζήτησε και πήρε ο Αυτοκράτορας, από τους Γενουάτες του Πέρα, την Βενετία, αλλά και από ιδιώτες. Κατά την διάρκεια της πολιορκίας αρχικά είχε την ευθύνη του εφεδρικού σώματος και στη συνέχεια της παραλιακής ζώνης του Κεράτιου κόλπου. Επίσης είχε επωμιστεί με την ευθύνη ανακάλυψης και εξουδετέρωσης των λαγουμιών, μέσω των οποίων οι Οθωμανοί προσπαθούσαν να εισέλθουν στην Πόλη. Υπό την δική του καθοδήγηση (Nicolo Barbaro – Χρονικό της αλώσεως) , αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία όλες οι απόπειρες. Η αξιοποίηση του Νοταρά από τον Σουλτάνο, αναφέρεται από τους ιστορικούς της εποχής, όπως τον Χαλκοκονδύλη "Νοταράν δε τον βασιλέως Ελλήνων πρύτανιν", αλλά και τον Κριτόβουλο : "Τον δε γε Νοταράν και της πόλεως επιστάτην εσκόπει καταστήσαι και του συνοικισμού ταύτης κύριον συμβούλω χρησάμενος αυτώ πρότερον περί τούτου". Προκαλεί επίσης εντύπωση, ότι ενώ αμέσως μετά την άλωση, άρχισαν οι λεηλασίες και οι σφαγές ο Νοταράς όταν έφτασε σπίτι του, αυτό ήταν ήδη φρουρούμενο από την αστυνομία (τσαούσηδες) του Σουλτάνου… Παρότι ο Λουκάς Νοταράς πολέμησε με ανδρεία στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, έκρυψε μεγάλο χρηματικό ποσό από τα ταμεία της άμυνας, το οποίο έδωσε στον Μωάμεθ τον Πορθητή όταν μπήκε στην Κωνσταντινούπολη για να κερδίσει την εύνοιά του. Για να κερδίσει περαιτέρω την εύνοια του κατακτητή, του είχε παραδώσει λίστα με όλους τους ευγενείς της Αυτοκρατορίας, από τους οποίους έσφαξε αρκετούς, μετά όμως εκτέλεσε τον Νοταρά και τους δύο του γιους. Με την παράδοση της λίστας ευγενών και της κατάχρησης χρημάτων της άμυνας τα οποία έδωσε στον σουλτάνο Μωάμεθ Β' Πορθητή, κατατάχθηκε στη συνομοταξία του Εφιάλτη των Θερμοπύλων.
Πηγή :
https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/mythology/lexicon/atreides/page_014.html
https://www.lifo.gr/now/tech-science/pos-ai-mporei-na-allaxei-ton-roy-tis-istorias-diabasan-gia-proti-fora-papyro-2000
https://www.periou.gr/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%83-%CF%86%CF%89%CE%BA%CE%AF%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CF%84%CF%86%CF%81-%CE%B3%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%80/
http://constantinople.ehw.gr/Forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=6151
https://www.philenews.com/apopsis/article/452121/o-notaras-tou-vizantiou-ke-i-sigchroni-notarades/
https://www.istorikathemata.com/2020/05/29-1453.html

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Η τεχνητή νοημοσύνη στην υπηρεσία της ιστορίας και της αρχαιολογίας (Μέρος Β)

Μια ομάδα επιστημόνων που περιλαμβάνει ιστορικούς, φιλολόγους όσο και προγραμματιστές από διαφορετικά πανεπιστήμια (Ca’ Foscari της Βενετίας, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών) με επικεφαλής τον ελληνικής καταγωγής Yannis Assael και την Thea Sommerschield, κατάφερε σε συνεργασία με την Google και βασιζόμενη στο DeepMind να αναπτύξει ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης για την συμπλήρωση των αρχαίων ελληνικών επιγραφών, καθώς επίσης την προσέγγιση της γεωγραφικής προέλευσης και την χρονολόγησή τους. Το πρόγραμμα αυτό είναι το Ithaca (https://ithaca.deepmind.com). Mία παλαιότερη εκδοχή του ίδιου προγράμματος έφερε το όνομα Pythia. Οι αρχαίες ελληνικές επιγραφές είναι ένας συνεχώς ανανεωνόμενος θησαυρός γνώσεων και πληροφοριών για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο Πρόκειται για κείμενα, δημόσια και ιδιωτικά, χαραγμένα σε σκληρό υλικό (πέτρα, μέταλλο ή πηλό) που έχουν βρεθεί και συνεχίζουν να έρχονται στο φως σε περιοχές που εκτείνονται από την Μεγάλη Βρετανία ως το Αφγανιστάν και από την Ρουμανία ως το Σουδάν. Αποφάσεις πόλεων, επιστολές βασιλέων και αυτοκρατόρων, αφιερώσεις στους θεούς, επιτάφια κείμενα, μισθώσεις ή πωλήσεις ακινήτων, απολογισμοί και ευρετήρια ιερών, χρησμοί, κατάρες, απελευθερώσεις δούλων είναι μόνο μερικές από τις κατηγορίες αυτών των κειμένων που εμπλουτίζουν διαρκώς τις γνώσεις μας για την πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία, τη θρησκεία, τις αντιλήψεις, ακόμη και τα συναισθήματα των αρχαίων Ελλήνων αλλά και άλλων λαών της αρχαιότητας που ήρθαν σε επαφή με τους Έλληνες και εκφράστηκαν στην ελληνική γλώσσα. 
Ο Ασκληπιός είναι ο καρπός του έρωτα του θεού Απόλλωνα και μιας θνητής, το όνομα της οποίας ποικίλλει ανάλογα με τις τοπικές παραδόσεις. Όπως και άλλα μυθολογικά παιδιά, έτσι και τον Ασκληπιό ο πατέρας του Απόλλωνας τον εμπιστεύτηκε στον Κένταυρο Χείρωνα, ο οποίος τον ανέθρεψε και του δίδαξε την ιατρική και την τέχνη του κυνηγού. Έγινε μάλιστα χειρουργός και ασκώντας την τέχνη του για πολύ καιρό όχι μόνο εμπόδιζε κάποιους να πεθάνουν αλλά ανάσταινε και τους νεκρούς· γιατί πήρε από την Αθηνά το αίμα που έτρεξε από τις φλέβες της Γοργόνας, και το αίμα που είχε χυθεί από τα αριστερά το χρησιμοποιούσε για την καταστροφή των ανθρώπων [ήταν δηλητήριο], ενώ αυτό που είχε τρέξει από τις δεξιές φλέβες για τη σωτηρία τους [ήταν ευεργετικό], και με αυτό ανάσταινε τους νεκρούς. Μάλιστα ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι είχε ανακαλύψει μαρτυρίες για αυτούς που ανέστησε ο Ασκληπιός: τον Καπανέα και τον Λυκούργο, όπως λέει ο Στησίχορος <στην> Εριφύλη, τον Ιππόλυτο, όπως λέει ο συγγραφέας των Ναυπακτικών, τον Τυνδάρεω, όπως λέει ο Πανύασσις, τον Υμέναιο, όπως λένε οι Ορφικοί, τον Γλαύκο, τον γιο του Μίνωα, όπως αναφέρει ο Μελησαγόρας. Στη διάρκεια της μαθητείας του κοντά στον Χείρωνα, έμαθε από τη μάντισσα κόρη του Κένταυρου Ωκυρρόη και τη μυστική ιστορία των θεών. Ο θάνατος του Ασκληπιού προήλθε είτε από τον Δία είτε από τον Πλούτωνα κι αυτό γιατί διαταρασσόταν η κοσμική ισορροπία, καθώς παρατεινόταν η ζωή των θνητών με τις διάφορες θεραπείες, μέχρι και την επιδίωξη της αθανασίας που ήταν προνόμιο των θεών, ή γιατί ο Πλούτωνας είδε τον πληθυσμό της χώρας κυριαρχίας του να μειώνεται. Τον θάνατό του εκδικήθηκε ο Απόλλωνας σκοτώνοντας τους Κύκλωπες που είχαν ευεργετήσει τον Δία· με τη σειρά του ο Απόλλωνας τιμωρήθηκε από τον Δία για τον φόνο των αμέτοχων στον θάνατο του Ασκληπιού Κυκλώπων. Λεγόταν ότι είχε πάρει μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου -είχε μάθει την τέχνη του κυνηγιού από τον Χείρωνα- και στην Αργοναυτική εκστρατεία και ότι τα παιδιά του, οι γιατροί Ποδαλείριος και Μαχάονας, μνηστήρες και αυτοί της Ελένης, συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο. Εξάλλου, κάθε εκστρατεία έχει και τους γιατρούς της και οι ηγεμόνες ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την ιατρική τέχνη, ώστε να θεραπεύονται τα τραύματα των πολεμιστών. Ο Ασκληπιός τιμήθηκε ως καλός γιατρός και ήρωας και μόνο αργότερα κατατάχθηκε ανάμεσα στους αθανάτους. Σύμβολα του Ασκληπιού ήταν κουκουνάρια από κυπαρίσσια, στεφάνια δάφνης (από τον πατέρα του), μια κατσίκα ή ένας σκύλος (η κατσίκα τον έθρεψε, ο σκύλος τον φύλαξε), φίδια τυλιγμένα γύρω από ένα ραβδί.
Αυτοκράτορας της Ρώμης, ιδιοφυής, δραστήριος και πνευματώδης, ο Πόπλιος Αίλιος Αδριανός ηγήθηκε της πανίσχυρης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επί 29 χρόνια (117-138 μ.Χ.). Στο διάστημα αυτό έκανε πράξη την αγάπη του για την Αθήνα, προικίζοντας την με σημαντικά έργα που μεταμόρφωσαν τον αστικό ιστό της. Δικά του έργα είναι η Βιβλιοθήκη του Αδριανού, το Αδριάνειο Υδραγωγείο, η αποπεράτωση του ναού του Ολυμπίου Διός, η μνημειακή γέφυρα στον ελευσινιακό Κηφισό, η Πύλη του Αδριανού, το Πάνθεον, που ήταν πιθανόν ο ψηλότερος ναός της αρχαίας Ελλάδας, κ.ά. Η αγάπη του Αδριανού για την Αθήνα κρατούσε από την εφηβική ηλικία του, κατά την οποία αφοσιώθηκε με τόσο πάθος στην ελληνική παιδεία ώστε να τον αποκαλούν Graeculus (Γραικύλο), δηλαδή μικρό Έλληνα. Η Αθήνα, την οποία πρόβαλλε ως κοιτίδα του πνεύματος, του ανταπέδωσε την αγάπη και τις ευεργεσίες του. Αγάλματα του Αδριανού στην Ακρόπολη και την Αγορά υποδεικνύουν συλλατρεία με την Αθηνά και τον Ελευθέριο Δία, ενώ λατρεύτηκε και ως νέος Διόνυσος.  Το 131/2 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Αδριανός δημιούργησε μία νέα οργάνωση των ελληνικών πόλεων, το λεγόμενο "Πανελλήνιον". Η επίσημη τελετή της ίδρυσής του έγινε στο πλαίσιο της αποπεράτωσης και των εγκαινίων του ναού του Ολυμπιείου Διός από τον αυτοκράτορα στην Αθήνα. Σε αυτό συμμετείχαν πόλεις από 5 τουλάχιστον ρωμαϊκές επαρχίες: την Αχαΐα, τη Μακεδονία, την Ασία, τη Θράκη και την Κρήτη-Κυρηναϊκή, οι οποίες μπόρεσαν να αποδείξουν την ελληνική καταγωγή τους. Κάθε πόλη εκπροσωπούνταν από έναν συνήθως Πανέλληνα που υπηρετούσε για ένα χρόνο, ενώ επικεφαλής του θεσμού ήταν ο άρχων του Πανελληνίου διορισμένος για 4 χρόνια. Ως έδρα του Πανελληνίου και της διεξαγωγής των ομώνυμων αγώνων ορίστηκε η Αθήνα, η οποία αναδείχθηκε έτσι σε ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα της εποχής, γεγονός που ευνόησε τη διατήρηση του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της.
Η οικογένεια των Σκληρών καταγόταν από τη Μικρά Ασία και ήταν ελληνικής προέλευσης. Για τη γενέτειρά τους έχουν διατυπωθεί δύο διαφορετικές απόψεις. Σύμφωνα με τη μία, οι Σκληροί κατάγονταν από την περιοχή της Μικράς Αρμενίας (Ρωμαϊκό στρατόπεδο Σάταλα, το μεγαλύτερο της Ανατολής), ενώ, σύμφωνα με τη δεύτερη, κατάγονταν από το θέμα Σεβαστείας. Η πρώτη αναφορά σε εκπρόσωπο της οικογένειας των Σκληρών στις πηγές γίνεται στις αρχές του 9ου αιώνα. Πρόκειται για κάποιο Λέοντα Σκληρό, ο οποίος το 805 ήταν στρατηγός του θέματος Πελοποννήσου με έδρα την Κόρινθο όπου έδρασε επιτυχώς εναντίων των Σλάβων. Η οικογένεια εμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο στις αρχές του 9ου αιώνα, ωστόσο πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η ιστορία της ξεκινά πολύ νωρίτερα, καθώς τότε συγκαταλεγόταν ήδη στις γνωστές αριστοκρατικές οικογένειες της Μικράς Ασίας. Ο 9ος αιώνας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το στάδιο της μετεξέλιξης των Σκληρών σε μία από τις ισχυρότερες οικογένειες της στρατιωτικής αριστοκρατίας στην αυτοκρατορία. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Βασιλείου Α΄ οι Σκληροί είχαν ευνοϊκή μεταχείριση, η οποία έθεσε τα θεμέλια της μετέπειτα πρωταγωνιστικής παρουσίας τους στα πολιτικά και στρατιωτικά δρώμενα. Ο 10ος αιώνας αποτέλεσε την περίοδο κατά την οποία η οικογένεια βρέθηκε στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων και τα πλέον γνωστά μέλη της ανήλθαν στα ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα και πρωταγωνίστησαν στην πολιτική ζωή. Μετά τη σύγκρουση της οικογένειας με τη μακεδονική δυναστεία, στο απόγειο της δράσης της οικογένειας (τελευταίο τέταρτο 10ου αιώνα), οι Σκληροί συνέχισαν και κατά τον 11ο αιώνα να διατηρούν τη σημαντική θέση τους στους αριστοκρατικούς κύκλους και να διακρίνονται σε στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα. Από το 12ο αιώνα όμως αρχίζουν να χάνονται σταδιακά από το προσκήνιο και οι αναφορές που βρίσκουμε στις πηγές την περίοδο των Παλαιολόγων καταδεικνύουν ότι η οικογένεια κατά την Υστεροβυζαντινή περίοδο διατήρησε την πρόσβασή της σε πολιτικά αξιώματα, αλλά είχε χάσει την περίοπτη θέση που κατείχε στην πολιτική σκηνή πριν από τους Κομνηνούς.
ΚΑΚΙΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ : ΌΙ ΕΧΘΡΟΊ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΌΣ ΠΝΕΎΜΑΤΟΣ 
1) Να αποκτάς αγαθά δεν είναι αισχρό· όμως, το να τα αποκτάς αδικώντας, είναι το χειρότερο από όλα. Δημόκριτος Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος (470-370 π.Χ.)
2) Τα μακριά ενδύματα τα σώματα και οι υπέρμετρες περιουσίες τις ψυχές εμποδίζουν. Σωκράτης Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος (469-399 π.Χ.)
3) Όλη η αξία του πλουτισμού είναι στη χρήση του και όχι στην απόκτησή του. Αριστοτέλης Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος (384-322 π.Χ.)
4) Το κρασί παίρνει το σχήμα των μπουκαλιών και ο πλούτος [παίρνει το σχήμα] του χαρακτήρα αυτών που τον έχουν. Σωκράτης Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος (469-399 π.Χ.)
5) Ο υποταγμένος σε υλικά αγαθά δεν μπορεί να είναι ποτέ δίκαιος. Δημόκριτος
Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος (470-370 π.Χ.)
6) Μην παινεύεις ανάξιο άνθρωπο για τα πλούτη του. Βίας ο Πριηνεύς Εκ των 7 σοφών της αρχαίας Ελλάδος (625-540 π.Χ.)
7) Μη μου λες εμένα για τον Πλούτο. Δεν θαυμάζω έναν θεό που ο κάθε αχρείος μπορεί εύκολα να κάνει δικό του. Ευριπίδης Αρχαίος τραγικός (480-406 π.Χ.) – Αίολος
8) Καλύτερα να θέλεις να σε επαινούν παρά να είσαι πλούσιος. Μένανδρος Αρχαίος Έλληνας ποιητής (4ος αιών π.Χ.)
9) Βέβαια πολλοί, κακοί άνθρωποι πλουτίζουν, ενώ καλοί άνθρωποι είναι φτωχοί. Αλλά εμείς δεν θα ανταλλάξουμε την αρετή με τον πλούτο. Σόλων Αρχαίος Αθηναίος νομοθέτης & φιλόσοφος (630-560 π.χ.)
10) Ο όρκος της πόρνης μοιάζει με τον όρκο του πολιτικού: και οι δύο ορκίζονται σε όποιον απευθύνονται. Δίφιλος Αρχαίος κωμωδιογράφος (4ος/3ος αιώνας π.Χ.)
11) Βρώμικη φωνή, κακή ανατροφή, είσαι χυδαίος, τα έχεις όλα όσα χρειάζονται για να ασχοληθείς με την πολιτική. Αριστοφάνης Αρχαίος Έλληνας κωμωδιογράφος (445-386 π.Χ.) – Ιππής
12) Σε μια χώρα που κυβερνάται καλά, η φτώχεια είναι ντροπή. Σε μια χώρα που κυβερνάται άσχημα, ο πλούτος είναι ντροπή. Κομφούκιος ή Κουνγκ-φου-τζου, (551-479 π.X.) Κινέζος φιλόσοφος
Το διμηνιαίο περιοδικό 1843 του Economist δημοσίευσε (2017) ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ για την κατάσταση που επικρατεί στον Ασπρόπυργο Αττικής, υπό τον σαφής τίτλο «Europe’s Heart Of Darkness». Ο δημοσιογράφος Alexander Clapp και ο φωτογράφος Simon Norfolk επισκέφθηκαν την περιοχή και κατέγραψαν όλα όσα είδαν, τα οποία ήταν κάτι παραπάνω από συγκλονιστικά. Πόλεμος συμμοριών, απαγωγές, διακίνηση ναρκωτικών, διακίνηση παράνομων προϊόντων, κάθε λογής γκέτο. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, στον Ασπρόπυργο υπηρετούν μόλις 40 αστυνομικοί, οι οποίοι προφανώς αδυνατούν να θέσουν κανόνες στο χάος, με τον επικεφαλής τους να δηλώνει ότι «δεν καταλαβαίνουν πολλοί τι ακριβώς συμβαίνει εδώ». Όλα αυτά όχι σε κάποια δύσβατη ορεινή περιοχή της Πίνδου ή σε κάποιο απομακρυσμένο νησί. Στον Ασπρόπυργο, ελάχιστα έξω από την Αθήνα. Η σιωπή της κυβέρνησης εξυπηρετήθηκε και από τη σιωπή των ΜΜΕ, τα οποία είτε δεν πρόσεξαν καν ότι η χώρα μας απασχολεί κατά τον τρόπο αυτό τον Economist είτε έκριναν ότι δεν άξιζε τον κόπο να το αναδημοσιεύσουν.  Στη γη του «Κράτους» Ασπροπύργου μεγάλες εταιρείες έχουν εγκαταστήσει τις αποθήκες τους. Εκεί ανάμεσα στα βιομηχανικά κτίρια, από την 1η Μαΐου 2023 έχουν ανάψει περισσότερες από 500 πυρκαγιές. Το Πυροσβεστικό Σώμα προσέρχεται να σβήσει τη φωτιά και αποχωρεί αμέσως μη τυχόν και ενοχλήσει τους επαγγελματίες διακινητές προϊόντων μετάλλου. Σε δυσχερέστερη θέση είναι εκείνοι που μετακινούνται καθημερινά για να εργαστούν στη βιομηχανική περιοχή Ασπροπύργου και κυρίως οι νυχτερινοί φύλακες.  Η μετατόπιση ενός προαστίου της Αθήνας στην Άγρια Δύση. Ποιοι κερδίζουν από την ανομία και το χάος. Ακούγεται κάπως λυρικό αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι: ποιος κυβερνά τον Ασπρόπυργο;

Πηγή :
https://hub.uoa.gr/artificial-intelligence-in-service-of-ancient-greek-inscription/
https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/mythology/lexicon/metamorfoseis/page_050.html
https://www.ime.gr/chronos/07/gr/politics/index54.html
https://yougoculture.com/news-greek/adrianos-o-aytokratoras-poy-latrepse-tin-athina
http://asiaminor.ehw.gr/Forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=6151
http://constantinople.ehw.gr/Forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=6151
https://www.gnomikologikon.gr/authquotes.php?auth=6
https://www.gnomikologikon.gr/catquotes.php?categ=3031
https://www.gnomikologikon.gr/catquotes.php?categ=1640
https://www.athensvoice.gr/epikairotita/politiki-oikonomia/375687/sygklonistiko-reportaz-gia-ton-aspropyrgo-poy-den/
https://www.liberal.gr/portosalte/kratos-toy-aspropyrgoy