Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Ο Αλέξιος Κομνηνός και η υψηλή στρατηγική των Βυζαντινών Ελλήνων κατά τις Σταυροφορίες

Όταν ο Αλέξιος Κομνηνός κατέλαβε την εξουσία το 1081, δεν ήταν παρά ένας ακόμη σφετεριστής. Η πολιτική αστάθεια ήταν ενδημική και τίποτε δεν προμήνυε την εδραίωση μιας νέας δυναστείας. Ακόμη, ο Αλέξιος πέρασε την πρώτη δεκαπενταετία της βασιλείας του σε εκστρατείες, είχε λοιπόν ανάγκη ενός αξιόπιστου πυρήνα υποστηρικτών. Οι συγγενικοί δεσμοί πάντοτε είχαν σημασία για έναν αυτοκράτορα, ο Αλέξιος όμως τους έκανε «συνταγματικούς». Έχει ήδη γίνει λόγος για τη δυναμική μητέρα του Άννα Δαλασσηνή. Όταν ο Αλέξιος έγινε αυτοκράτορας και χρειάστηκε να εκστρατεύσει κατά των Νορμανδών (Αύγουστος 1081), όχι απλώς εμπιστεύθηκε την αντιβασιλεία στην μητέρα του, αλλά της έδωσε πλήρεις βασιλικές εξουσίες με χρυσόβουλο. Η Άννα Δαλασσηνή είχε πολύ μεγάλη επιρροή στον υιό της, ο οποίος τη σεβόταν και την υπάκουε. Ευσεβής και αυστηρή, η Άννα Δαλασσηνή ανέλαβε την αναμόρφωση της ζωής στο παλάτι, η οποία χαρακτηρίζονταν από τρυφηλότητα. Έχοντας η ίδια λάβει το αγγελικό σχήμα, μετέτρεψε τα ανάκτορα σε αληθινό μοναστήρι. Σύμφωνα όμως με τον Ιωάννη Ζωναρά, από κάποιο σημείο και έπειτα ο Αλέξιος πρέπει να ενοχλήθηκε από τις υπερεξουσίες της μητέρας του, η οποία όταν το αντιλήφθηκε αποσύρθηκε στη μονή Παντεπόπτου. Στην επικράτηση του κινήματος των Κομνηνών σημαντικό ρόλο έπαιξε η Μαρία της Αλανίας. Η παραμονή της στα ανάκτορα μετά την άνοδο του Αλεξίου τροφοδότησε φήμες για ανάρμοστες σχέσεις μεταξύ τους, και χρειάστηκε η δυναμική παρέμβαση των Δουκών ώστε να απομακρυνθεί. 
Η Ειρήνη Δούκαινα εγκαταστάθηκε επίσημα στα ανάκτορα και στέφθηκε αυτοκράτειρα. Το πρώτο διάστημα της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού πάντως, η Μαρία της Αλανίας διέμενε στο ανάκτορο της μονής των Μαγγάνων και ο υιός της, Κωνσταντίνος, εξακολουθούσε να προσφωνείται βασιλεύς. Ο Αλέξιος φρόντισε να τον αρραβωνιάσει με την πρωτότοκη κόρη του, Άννα. Σύντομα όμως η Μαρία της Αλανίας εξέπεσε από την εύνοια του αυτοκράτορα και αποσύρθηκε σε μοναστήρι «τὸ μὲν ἑκοῦσα, τὸ δέ τι τυραννουμένη», ενώ Κωνσταντίνος εξέπεσε από το αυτοκρατορικό αξίωμα και ο αρραβώνας του διαλύθηκε. Ο νεαρός Δούκας ασθένησε και απεβίωσε λίγο αργότερα, σε νεαρή ηλικία. Μετά τη μητέρα του, η αυγούστα Ειρήνη Δούκαινα είχε σημαντικό ρόλο στη βασιλεία του Αλεξίου Κομνηνού, ασκώντας μεγάλη επιρροή. Ο αυτοκράτορας προσπαθούσε να την παίρνει πάντοτε μαζί του στις εκστρατειες του, όπου όχι μόνo τον περιποιούταν αλλά και λειτουργούσε ως φύλακάς του από επιβουλές. Ο Ιωάννης Ζωναράς όμως ανέφερε πως τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο Αλέξιος, «ἀφροδισίων δ’ ἡττώμενος», ήταν ερωτικά άπιστος στη σύζυγό του, και μόνο μετέπειτα της αφοσιώθηκε. Όσο ο αυτοκράτορας μεγάλωνε και υπέφερε από ποδαλγίες, τόσο περισσότερο εξαρτιόταν από την αυγούστα και η επιρροή της γινόταν ισχυρότερη. Πρώτη κόρη του Αλεξίου ήταν η πορφυρογέννητη Άννα, γνωστή για το ιστοριογραφικό της έργο. Μετά τη διάλυση του αρραβώνα με τον Κωνσταντίνο Δούκα, ο αυτοκράτορας την πάντρεψε με το Νικηφόρο Βρυέννιο, υιό ή εγγονό του εξεγερμένου στρατηγού. Ο Βρυέννιος, άνθρωπος μεγάλης μόρφωσης και ικανοτήτων, επικουρούσε τον πεθερό του στις πολεμικές και διπλωματικές αποστολές του, ενώ είχε την εύνοια της αυγούστας. Η Ειρήνη και η Άννα μάλιστα τον προόριζαν για αυτοκράτορα αντί του υιού του Αλεξίου, πορφυρογέννητου Ιωάννη. Ο ίδιος όμως, προς απόγνωση της «φίλαρχης» Άννας, δε φαίνεται να έδειξε ενδιαφέρον για το θρόνο. Ο ανταγωνισμός για τη διαδοχή, ο οποίος σοβούσε για χρόνια, κορυφώθηκε στη νεκρική κλίνη του αυτοκράτορα, με νικητή τον Ιωάννη. 
Ο Αλέξιος Κομνηνός συγκρότησε έναν στενό κύκλο εξ συγγενών, με τους οποίους μοιραζόταν την εξουσία. Όπως η μητέρα του, κανόνιζε γάμους ώστε να συγγενέψει με τους περισσότερους ευγενείς οίκους. Παρακάμπτοντας τους παραδοσιακούς αυλικούς τίτλους, ο Αλέξιος εφηύρε πολλούς νέους. Ο τίτλος του καίσαρα δόθηκε στο Νικηφόρο Μελισσηνό και το Νικηφόρο Βρυέννιο. Ο Αλέξιος όμως δημιούργησε ειδικά για τον αδελφό του Ισαάκιο τον τίλο του σεβαστοκράτορα, ο οποίος τοποθετήθηκε μεταξύ αυγούστου και καίσαρα. Ο Ισαάκιος Κομνηνός υπηρέτησε πιστά τον αδελφό του, αντικαθιστώντας τον όταν εκστράτευε, συλλέγοντας χρήματα, συμμετέχοντας σε ανακρίσεις και εκπροσωπώντας τον στις σχέσεις με την Εκκλησία και την καταστολή των αιρέσεων. Ο Μιχαήλ Ταρωνίτης (σύζυγος της αδελφής του Αλεξίου, Μαρίας) χρίστηκε πρωτοβεστιάριος και πανυπερσέβαστος, ο Αδριανός Κομνηνός πρωτοσέβαστος και ο Νικηφόρος Κομνηνός δρουγγάριος του στόλου και σεβαστός. Αυτό το καθεστώς οικογενειοκρατίας κατακρίθηκε ως ευνοιοκρατικό. Ο Ιωάννης Ζωναράς κατηγορούσε τον Αλέξιο πως έβλεπε το κράτος ως προσωπική ιδιοκτησία και φρόντιζε για τον πλουτισμό των οικείων του. Από την άλλη βέβαια, κρίνοντας από τις πολυάριθμες απόπειρες εναντίον του θρόνου και της ζωής του Αλεξίου, η ύπαρξη ενός ασφαλούς και έμπιστου θεμελίου της εξουσίας του ήταν πρωταρχικής σημασίας για την επιβίωσή του. «Κέρβεροι» όπως η Άννα Δαλασσηνή, η Ειρήνη Δούκαινα και ο Ισαάκιος Κομνηνός πιστώνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό τη μακροημέρευση του Αλεξίου και το γεγονός ότι άντεξε πολύ περισσότερα πλήγματα από ότι άλλοι αυτοκράτορες. 
Η μεταβολή την οποία έφερε ο Αλέξιος Κομνηνός είχε και ιδεολογική πτυχή. Η επικράτηση της αριστοκρατίας και η υποχώρηση της χειραφέτησης των αστικών στρωμάτων οδήγησε στην παγίωση νέων αξιών. Η αντιμετώπιση των κινδύνων κινητοποίησε έναν αριστοκρατικό πατριωτισμό, με στόχο την απόκρουση των εισβολέων και την διαφύλαξη της Ορθοδοξίας. Η έμφαση στις στρατιωτικές ιδιότητες του αυτοκράτορα αποτελεί έκφραση αριστοκρατισμού, μαζί με το σεβασμό στην κληρονομικότητα, το αυξημένο κύρος της οικογένειας κ.α. Παρόλα αυτά δεν υπήρξε περιχαράκωση της αριστοκρατίας σε μία κλειστή τάξη κατά το δυτικό πρότυπο. Είναι πολύ πιθανό πως το έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα στην παραλλαγή του Εσκοριάλ, να γράφτηκε επί Αλεξίου Κομνηνού και με πρότυπο τον ίδιο. Η επεισοδιακή επαφή με τον ανερχόμενο κόσμο της Δύσης δημιούργησε μάλλον αρνητικές εντυπώσεις μεταξύ των δύο πολιτισμών. Η βυζαντινή υπερηφάνεια συγκροτούσε μία ανθεκτική ταυτότητα αλλά και τους εμπόδιζε να δουν την πρόοδο των μέχρι πρότινος «βαρβάρων». Παρότι ο Αλέξιος έκανε ότι μπορούσε ώστε να μείνουν ανοικτοί οι δίαυλοι με τη Δύση, το αντιλατινικό συναίσθημα ξεκίνησε να καλλιεργείται ήδη από τον καιρό του. Η Λατίνοι οικοδόμησαν την ταυτότητά τους σε μεγάλο βαθμό πάνω στην ετερότητά εν σχέσει με τους Έλληνες, ενώ οι τελευταίοι έκαναν τον αντιλατινισμό συστατικό της συνείδησής τους για πολλούς αιώνες.
 Όπως και σε άλλους τομείς της βασιλείας του, ο Αλέξιος επενέβαινε στον εκκλησιαστικό τομέα με στόχο να διατηρεί την πρωτοβουλία τον κινήσεων. Λίγο μετά την κατάληψη του θρόνου από τον Αλέξιο, ο πατριάρχης Κοσμάς (1075-1081) παραιτήθηκε, και την θέση του πήρε ο ευνούχος Ευστράτιος Γαριδάς. Εκείνος με τη σειρά του παραιτήθηκε το 1084, και τον διαδέχθηκε ο Νικόλαος Γ’ Γραμματικός (1084-1111). Παρότι δεν έλειψαν οι αντιδράσεις, η νέα κατάσταση αποδείχθηκε αμοιβαία επωφελής: ο αυτοκράτορας εξασφάλιζε την υποστήριξη της Εκκλησίας, και η Εκκλησία έναν προστάτη. Επί Αλεξίου Κομνηνού ο ρόλος του κλήρου της Αγίας Σοφίας ενισχύθηκε. Ο μοναχισμός, ειδικότερα, έβρισκε στο πρόσωπο του αυτοκράτορα μία μεταρρυθμιστική δύναμη η οποία θα τον έπαιρνε άμεσα από την σκέπη της. Η κριτική του μοναχισμού στην κοινωνία ερχόταν πολύ κοντά στην αντίληψη του Αλεξίου για κάθαρση της ηθικής διαφθοράς. Αναπτύσσοντας εγκάρδιες σχέσεις με αγίους πατέρες όπως ο Χριστόδουλος της Πάτμου, ο Αλέξιος και οι διάδοχοί του δεν αντιδρούσαν απλώς «στην άνοδο της μοναστικής ευσέβειας, αλλά επίσης την ανακατεύθυναν και την αξιοποιούσαν». Ειδικά οι γυναίκες της δυναστείας διακρίθηκαν στην ίδρυση και ενίσχυση μοναστηριών. Η εικόνα αυτοκρατορικής ευσέβειας τονιζόταν και από τη δημιουργία έργων πρόνοιας όπως το μεγάλο Ορφανοτροφείο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο αναδιοργάνωσε και επεξέτεινε ο Αλέξιος. Από «επικοινωνιακή» άποψη, αυτοκράτορας είχε την ανάγκη να προβάλει την εικόνα της φιλοθεΐας, καθώς η βασιλεία του ξεκίνησε με την αιματηρή κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, τις φήμες για τη σχέση με τη Μαρία της Αλανίας και την οικειοποίηση εκκλησιαστικών θησαυρών. Για τις σφαγές στην Κωνσταντινούπολη, ειδικά, ο Αλέξιος εμφανίστηκε στην ιερά σύνοδο και προέβη σε δημόσια πράξη μετανοίας, με αυστηρά επιτίμια. Στην τέχνη, αγιογραφία και ναοδομία της εποχής δόθηκε μεγάλη έμφαση στο σχήμα αντανάκλασης της θείας βασιλείας στην επίγεια, με τον αυτοκράτορα ως άμεσο εκπρόσωπο του Χριστού στην Οικουμένη.528 Ακόμη, ο Αλέξιος έκανε μεγάλη χρήση ιερών λειψάνων, μεγαλύτερη από κάθε προηγούμενο αυτοκράτορα, προσφέροντάς τα ως δώρα ή φέροντάς τα στη μάχη. 
Η βασιλεία του Αλεξίου Κομνηνού συνέπεσε με την εξάπλωση των αιρέσεων. Ο αυτοκράτορας έδειξε ενδιαφέρον για τον ευαγγελισμό των αλλοθρήσκων, όπως των Τούρκων, και των αιρετικών, όπως μαρτυρεί η προσωπική εμπλοκή του για την μεταστροφή των Μανιχαίων της Φιλιππούπολης. Η βασιλεία του σημαδεύθηκε από δίκες και καταδίκες για αίρεση, όπως του φιλοσόφου Ιωάννη Ιταλού, του μοναχού Νείλου Καλαβρού και του επισκόπου Τραπεζούντος Θεοδώρου Βλαχερνίτη. Ο αυτοκράτορας φρόντισε ο ίδιος να αναβαθμίσει τον ρόλο της Εκκλησίας στην παιδεία με το έδικτο του 1107, με διπλό στόχο την ηθική κάθαρση και την διδακτική επάρκεια των κληρικών. Η υπεράσπιση της Ορθοδοξίας συνδεόταν με την πολιτική υπακοή του πληθυσμού στον αυτοκράτορα και την πολιτεία. Ενώ οι Παυλικιανοί ήταν μία μάλλον σταθερή μειονότητα, η παραπλήσια αίρεση των Βογόμιλων εξαπλωνόταν ακόμη και στην ίδια την Βασιλεύουσα. Ο Βογομιλισμός αποτελούσε αμάλγαμα παλαιότερων δυστικών-γνωστικών δοξασιών. Η απόρριψη θεμελιωδών δογμάτων, όπως η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού, η ιεροσύνη, και η προσκύνηση των εικόνων, καθώς και η ιδέα ότι ο υλικός κόσμος δημιουργήθηκε από τον διάβολο, καθιστούσαν την αίρεση όλως ασύμβατη με την κρατούσα πίστη. Ο Βογομιλισμός εξαπλώθηκε στους φτωχούς αγροτικούς πληθυσμούς, ειδικά της Βουλγαρίας, Μακεδονίας και Θράκης. Στην Κωνσταντινούπολη η αίρεση εμφανίστηκε υπό τον Βασίλειο, ιατρό στο επάγγελμα, ο οποίος κατάφερε να προσηλυτίσει αρκετούς από τις ανώτερες τάξεις, ωθώντας τον Αλέξιο να αναλάβει δράση. Η καταστολή της αίρεσης πρέπει να έλαβε χώρα μεταξύ 1097 και 1100. Ο Αλέξιος παρέσυρε τον Βασίλειο στα ανάκτορα, προσποιούμενος πως ήθελε να μάθει για την πίστη του. Ενώ όμως ο Βασίλειος εξηγούσε τα του Βογομιλισμού, πίσω από ένα παραπέτασμα ένας γραμματικός σημείωνε τα λόγια του. Ο Βασίλειος συνελήφθη και καταδικάστηκε να καεί στην πυρά.
Ο 11ος και 12ο αιώνας υπήρξαν εποχή ανάπτυξης για το Βυζάντιο, παρά τις αναστατώσεις των ξένων εισβολών. Αυτό ισχύει τουλάχιστον για τη δυτική, παράκτια Μικρά Ασία, και τη χερσόνησο του Αίμου. Η Μακεδονία, η Θράκη, η Θεσσαλία, η Βουλγαρία και η Βιθυνία έγιναν οι βασικοί προμηθευτές της Κωνσταντινούπολης σε σιτηρά. Η πληθυσμιακή αύξηση, η οποία είχε ξεκινήσει τον 10 αιώνα, συνεχίστηκε και θα συνεχιζόταν ως τον 14ο. Η ενδημική ανασφάλεια όμως οδήγησε ορισμένες περιοχές σε ερήμωση. Από τον 11ο αιώνα εγκαταλείφθηκε η πολιτική των Μακεδόνων αυτοκρατόρων για την προστασία των μικροκαλλιεργητών, ενώ αυξήθηκαν τα προνόμια και οι ατέλειες. Η επέκταση της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας από τα μέσα του 11ου αιώνα είχε αξιολογηθεί ως μονοσήμαντα αρνητική. Σήμερα υπάρχει μία πιο ισορροπημένη προσέγγιση, η οποία αναγνωρίζει πως υπήρξαν και θετικές συνέπειες, με βασικότερη την αύξηση της παραγωγικότητας. Οι μεγάλες αυτές ιδιοκτησίες, ειδικά μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας (Ισαάκιος, Αδριανός) ή της ανώτερης αριστοκρατίας (Πακουριανός), μπορεί να περιελάμβαναν πλήθος οικισμών, ενώ οι άρχοντες αναλάμβαναν να ιδρύσουν νέα χωριά ή να οικοδομήσουν οχυρά. Η αύξηση της παραγωγικότητας είχε ως αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης αλλά και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των χωρικών. Η αστική οικονομία έφθασε στο απόγειό της τον 11-12ο αιώνα. Τα αρχαιολογικά στοιχεία υποδεικνύουν και εδώ αύξηση της δευτερογενούς παραγωγής, όπως και εξαγωγικό εμπόριο προς την Ευρώπη. Ο μικρότερος κρατικός έλεγχος και το «άνοιγμα» της αγοράς στους Βενετούς βοήθησε στην αύξηση της εμπορικής κίνησης. Δεν ισχύει η παλιότερη εικόνα του αδρανούς Βυζαντινού εμπόρου, ο οποίος στηριζόταν στον κρατικό παρεμβατισμό. Αντίθετα, οι Βυζαντινοί συνέχισαν να είναι δραστήριοι και να ταξιδεύουν σε όλον τον γνωστό κόσμο, από την Ισπανία ως την Ρωσία και τη Μέση Ανατολή. 
Εδώ ανακύπτει το ζήτημα των προνομίων στη Βενετία, μία ενέργεια για την οποία ο Αλέξιος Κομνηνός δέχθηκε σφοδρή κριτική από τη νεότερη ιστοριογραφία. Όπως αναφέρει η Άννα Κομνηνή, ο Αλέξιος Κομνηνός αντάμειψε τους Bενετούς για τις υπηρεσίες τους στον νορμανδικό πόλεμο με χρυσόβουλο το 1082. Στους Βενετούς δόθηκαν οι σκάλες και αποθήκες από την Εβραϊκή συνοικία ως τη Βίγλα της Κωνσταντινούπολης. Ακίνητα τους χαρίστηκαν στο Δυρράχιο και άλλες πόλεις. «Τὸ δὲ δὴ μεῖζον», ο Αλέξιος παραχώρησε στους Βενετούς πλήρη φορολογική ατέλεια. Ήταν το πρώτο βήμα για την ανάπτυξη της ναυτικής και εμπορικής αυτοκρατορίας των Βενετών. Οι ατέλειες έδιναν σαφώς ένα αθέμιτο πλεονέκτημα έναντι των Βυζαντινών εμπόρων, το οποίο όμως έχει τονιστεί υπερβολικά από τους ερευνητές. Βραχυπρόθεσμα, η έλευση των Βενετών δημιούργησε μία νέα αγορά για μεσάζοντες και οι Βυζαντινοί ωφελήθηκαν. Μόνο αργότερα, όταν οι Ιταλοί άρχισαν να εμπλέκονται και στο εσωτερικό εμπόριο, άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα, τα οποία δεν ήταν αισθητά την εποχή του Αλεξίου Κομνηνού. 
Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο Αλέξιος Κομνηνός συνέχισε τη νόθευση του νομίσματος. Καθώς το νομισματικό σύστημα όδευε προς την πλήρη αχρηστία, το 1092 ο αυτοκράτορας αποφάσισε να το αναδιοργανώσει. Όπως αναφέρει ο M. Hendy, «η νομισματική μεταρρύθμιση του Αλεξίου το 1092 επιχείρησε και κατόρθωσε τίποτε λιγότερο από μία ολοκληρωτική ανακατασκευή που νομισματικού συστήματος σε μία εντελώς νέα βάση, χρησιμοποιώντας κράματα μετάλλων αντί καθαρά. Συγκρίνοντάς την με προηγούμενες, μόνο η μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού υπήρξε ανάλογης κλίμακας, καθώς εκείνες του Αναστασίου Α’ και του Λέοντος Γ’ περιελάμβαναν συγκεκριμένες πτυχές μίας υφιστάμενης κατάστασης». Ο αυτοκράτορας εισήγαγε τέσσερα είδη νομίσματος: το χρυσό ὑπέρπυρον, το ἄσπρον τραχὺ ἐξ ἠλέκτρου, το ἄσπρον τραχὺ στάμενον και το χάλκινο τεταρτηρόν. Ήταν το πιο εξελιγμένο σύστημα υποδιαιρέσεων της εποχής, αποδεικνύοντας ότι ο Αλέξιος δεν είχε υπόψιν μόνο την καλύτερη είσπραξη φόρων, αλλά και την λειτουργία της αγοράς. Το ὑπέρπυρον θα έμενε απολύτως σταθερό μέχρι το 1180. Ελλείψει χρημάτων, ο αυτοκράτορας κατέφυγε στις δωρεές και τις ατέλειες ώστε να εξασφαλίσει την υποστήριξη της αριστοκρατίας (πιο γενναιόδωρα στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, σημαντικά λιγότερο στα επόμενα). Η οικονομική στήριξη και παραχώρηση ατέλειας σε μοναστήρια, όπως εκείνο που ίδρυσε ο Όσιος Χριστόδουλος στην Πάτμο, είχε το πολιτικό σκεπτικό της ανάπτυξης απομονωμένων και απομακρυσμένων περιοχών. Οι απονομές γης και εκμετάλλευσης φορολογικών εσόδων, ειδικά σε συγγενείς, δεν είχαν σκοπό μόνο τον πλουτισμό της δυναστείας και τον προσεταιρισμό των αρχόντων, αλλά και τον καταμερισμό διοικητικών καθηκόντων στις επαρχίες. Λειτουργούσαν ακόμη ως αμοιβές, σε μία εποχή που το κράτος δυσκολευόταν να καταβάλει μισθούς. Αυτή η μεταβολή έχει χαρακτηρισθεί «δημοσιονομική επανάσταση». Οι ατέλειες και η μίσθωση των φόρων σε ιδιώτες οδήγησαν σε μείωση των κρατικών εσόδων. Οι φοροεισπράκτορες ήταν ιδιαίτερα σκληροί και αρπακτικοί, ενώ ο Αλέξιος κατηγορήθηκε ότι, πλήρωνε με υποτιμημένα νομίσματα αλλά απαιτούσε πληρωμές σε παλιότερα, πλήρους αξίας. Η πολιτική αυτή ενέτεινε την αποξένωση του λαού των επαρχιών.
Πηγή : 
Υψηλή Στρατηγική του Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1081-1118) Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία Μάριος Νοβακόπουλος 
ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Βυζαντινός Κόσμος: Ιστορία και Αρχαιολογία» Ειδίκευση: Βυζαντινή Ιστορία 
ΑΘΗΝΑ 2021-2022

Οι Αρβανίτες στο Βυζάντιο : Από το Δεσποτάτο της Ηπείρου στο Δεσποτάτο του Μυστρά (Μορέως)

Το σημείο εκκίνησης της μετανάστευσης και επέκτασης των αλβανικών φύλων προς Νότο στο 13ο αιώνα θεωρείται το Άρβανον, μια περιοχή στην ενδοχώρα του Δυρραχίου τα όρια της οποίας δεν είναι καθορισμένα με ακρίβεια. Κατά τον Γάλλο καθηγητή Βυζαντινής ιστορίας Αlain Ducellier, η ορεινή αυτή περιοχή εκτεινόταν ως την Κρούγια και τα περίχωρα της λίμνης της Οχρίδας. Υπάρχει η άποψη ότι η ομάδα αυτή οι Αρβανίτες ίσως εγκαταστάθηκε στη περιοχή για την στρατιωτική φύλαξη της Εγνατίας Οδού, σε μια εποχή που ο μεγάλος αυτός οδικός άξονας που συνέδεε το Δυρράχιο με την Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη βρισκόταν ακόμα σε λειτουργία. Το Μεσαίωνα, το Άρβανον ήταν μια περιοχή ενταγμένη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και οι Αρβανίτες ένας λαός πολύ γνωστός στους Βυζαντινούς. Επρόκειτο για έναν «ποιμενικό-πολεμικό λαό», όπως τους περιγράφει ο Χαλκοκονδύλης, που ακολουθούσε ημι-νομαδικό βίο όπου κυριαρχούσε η κοινωνική οργάνωση σε φάρες (φάρα στα αρβανίτικα σημαίνει γένος), η πάγια κτηνοτροφική δραστηριότητα και η στρατιωτική λειτουργία της ομάδας. Τα μέλη της φάρας ήταν συγγενείς εξ αίματος, εξ αγχιστείας και αδελφοποιητοί (βλάμηδες) με κοινό πρόγονο, που ήταν και ο ονοματοδότης τους. Οι μεταξύ τους σχέσεις ρυθμίζονταν από κανόνες εθιμικού δικαίου (kanun δηλαδή κανόνες ελληνική λέξη). Η διαφύλαξη της κτηνοτροφικής παραγωγής καθόριζε τον τρόπο ζωής τους. Όντας εμπειροπόλεμοι φύλακες υπερασπίζονταν την ομάδα σε περίπτωση κινδύνου, την οδηγούσαν σε ασφαλέστερες περιοχές, διενεργούσαν τις διαπραγματεύσεις με τους επικρατούντες στις περιοχές αυτές ή υπερισχυουσών αυτών ζώντας παρασιτικά, αποσπώντας ζωτικό χώρο για τη φάρα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την επιβίωσή της. Φαίνεται μάλιστα ότι οι Αρβανίτες ανέκαθεν εκτρέφανε άλογα και ειδικεύονταν στο ελαφρύ ιππικό. Στις βυζαντινές πηγές του 12ου αιώνα, οι Αρβανίτες εμφανίζονται ως μισθοφόροι στην υπηρεσία των Βυζαντινών στην υπεράσπιση του Δυρραχίου έναντι των Νορμανδών εισβολέων. Για τις υπηρεσίες τους, το Βυζάντιο αντάμειψε τους ντόπιους αρχηγούς φατριών με προνόμια, αυλικούς τίτλους και τους τοποθέτησε επικεφαλής πολλών περιοχών.
Ο Ιωάννης Α΄ Ορσίνι μέλος της ιταλικής οικογένειας Ορσίνι ήταν Παλατινός Κόμης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου (1303 - 1317) ήταν μεγαλύτερος γιος και διάδοχος του Ριχάρδου Α΄ Ορσίνι. Παντρεύτηκε την Ηπειρώτισσα πριγκίπισσα Μαρία Αγγελίνα κόρη του βυζαντινού Δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρου Α΄ Κομνηνού Δούκα και μέχρι να διαδεχτεί τον πατέρα του (1303) έζησε μια δεκαετία στην αυλή του πεθερού του στα Ιωάννινα. Σαν υποτελής του πριγκιπάτου της Αχαΐας συμμετείχε σε πολλές εκστρατείες εναντίον της Ηπείρου με φιλοδοξίες να την κυβερνήσει. Ο Ιωάννης Β΄ Ορσίνι ήταν Κόμης Παλατινός Κεφαλληνίας και Ζακύνθου στα χρόνια 1323 – 1325 και Δεσπότης Ηπείρου ως Ιωάννης Κομνηνός Δούκας στα 1323 – 1335. Μετά το θάνατο του πατέρα του το 1317, την κομητεία ανέλαβε ο αδελφός του Νικόλαος Ορσίνι. Ο Ιωάννης, αφού δολοφόνησε τον αδελφό του το 1323, κατέλαβε αμέσως τις κτήσεις του και τις συνένωσε με το κράτος του. Έδωσε όρκο υποτελείας στον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β' ασπαζόμενος το Ορθόδοξο δόγμα και αναγνωρίστηκε ως Δεσπότης Ηπείρου. Για να εξασφαλίσει μεγαλύτερη εύνοια των Ηπειρωτών εξελλήνισε το όνομά του σε Ιωάννη Κομνηνό Δούκα και παντρεύτηκε την Ελληνίδα Άννα Αγγελίνα, κόρη του Ανδρονίκου (που ήταν εξάδελφος της μητέρας του και του αδελφού της Θωμά Α' δεσπότη της Ηπείρου). 
Ο Νικηφόρος Β΄ Ορσίνι ή Νικηφόρος Β΄ Δούκας (1328 - 1359) ήταν Δεσπότης της Ηπείρου από το 1335 ως το 1338 και από το 1356 ως το 1359. Το Δεσποτάτο την εποχή του γνώρισε αλλεπάλληλες εισβολές. Υπήρξε ο τρίτος και τελευταίος Δεσπότης της δυναστείας Ορσίνι. Ο Νικηφόρος ήταν γιος του Ιωάννη Β΄ Ορσίνι και της Άννας Αγγελίνας. Όταν η μητέρα του δηλητηρίασε τον πατέρα του το 1335, ο μόλις επτάχρονος Νικηφόρος Β' έγινε Δεσπότης. Η μητέρα του είχε αναλάβει ουσιαστικά τις τύχες του Δεσποτάτου, όμως απέτυχε να αποτρέψει τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο, από την επικείμενη εισβολή. Τα βυζαντινά στρατεύματα κατέλαβαν της κτήσεις του Δεσποτάτου στην Θεσσαλία και προήλασαν ως τα Ιωάννινα. Εν τω μεταξύ αρβανίτικα φύλα βρήκαν την ευκαιρία να εξεγερθούν στα βόρεια εδάφη του Δεσποτάτου, όμως οι όποιες εξεγέρσεις απέτυχαν μετά την εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας σε αυτή την περιοχή, το 1337. Ο Ανδρόνικος Γ' κάλεσε την Άννα σε διαπραγματεύσεις το 1337, όμως αρνήθηκε να αναγνωρίσει την τυπική βυζαντινή επικυριαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επί του Δεσποτάτου. Κρατώντας την Άννα αιχμάλωτη, πάντρεψε τον Νικηφόρο με την Μαρία Καντακουζηνή, κόρη του έμπιστού του Ιωάννη Καντακουζηνού. Οι αντιβυζαντινοί κύκλοι όμως του Δεσποτάτου φυγάδευσαν τον Νικηφόρο Β' εκτός του Δεσποτάτου και τον έστειλαν στους Ιταλούς συγγενείς του στον Τάραντα, ελπίζοντας σε παλινόρθωσή του με ιταλική παρέμβαση. Το 1339 ξέσπασε αντιβυζαντινή εξέγερση στην Άρτα και ο Νικηφόρος Β' εστάλη μυστικά στην περιοχή να την στηρίξει. Όμως ο Ανδρόνικος Γ΄ και ο Ιωάννης Καντακουζηνός την κατέπνιξαν γρήγορα και ο Νικηφόρος Β' βρέθηκε πολιορκημένος στο Θωμόκαστρο (παραλιακή τοποθεσία της Ηπείρου). Ευρισκόμενος σε δύσκολη κατάσταση, συμβιβάστηκε και παντρεύτηκε την Μαρία Καντακουζηνή, του δόθηκε ο βυζαντινός τίτλος του Πανυπερευσεβέστατου και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Το 1355, όταν αναζωπυρώθηκε ο βυζαντινός εμφύλιος, και μετά τον θάνατο του Στέφανου Δ΄ Δουσάν βασιλιά (τσάρου) της Σερβίας, ο οποίος κατέλαβε την Ήπειρο την δεκαετία του 1340, ο Νικηφόρος έσπευσε στην Ήπειρο να στηρίξει τον ηπειρώτικο αγώνα. Εκμεταλλευόμενος την αναρχία από τον θάνατο του Σέρβου ηγεμόνα της Θεσσαλίας, ο Νικηφόρος Β' κατέλαβε την περιοχή την άνοιξη του 1356 και προέλασε προς την Ήπειρο. Κυνήγησε τον Συμεών Ούρεση Παλαιολόγο, αδελφό του Σέρβου βασιλιά (ο οποίος είχε παντρευτεί την αδελφή του Θωμαΐδα) και ανακατέλαβε την Άρτα και άλλες κύριες πόλεις τις Ηπείρου. Όμως, πολλές περιοχές της υπαίθρου λεηλατούνταν από αρβανίτικα φύλα, το οποία ήταν δύσκολο να ελεγχθούν. Για να ενισχύσει τη θέση του και να αποτρέψει σερβική αντεπίθεση, ο Νικηφόρος Β' σκέφτηκε σοβαρά να διαζευχθεί την Μαρία Καντακουζηνή και να παντρευτεί την αδελφή της συζύγου του θανόντος τσάρου της Σερβίας Στεφάνου Δ΄. Όμως η ηπειρωτική αριστοκρατία διαμαρτυρήθηκε έντονα και απέτρεψε αυτή την κίνηση, καθώς η Μαρία ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στην Ήπειρο. Προσπάθησε να προσέγγισει τον Σέρβο ηγεμόνα Συμεών Ούρεση Παλαιολόγο, χωρίς επιτυχία. Τελικά ζήτησε την υποστήριξη από Τούρκους μισθοφόρους που εκείνη την εποχή λεηλατούσαν την Θεσσαλία και επιτέθηκε στους εξεγερθέντες υπηκόους του. 
Από τις αρχές του 14ου αι. η δύναμη τού δεσποτάτου της Ηπείρου μειωνόταν, ενώ οι Αρβανίτες φύλαρχοι αύξαναν τον έλεγχό τους σε πολλές περιοχές τού Δεσποτάτου. Ο Νικηφόρος Β΄ Ορσίνι, Δεσπότης της Ηπείρου αποφάσισε να δημιουργήσει στενότερες σχέσεις με τη Σερβική Αυτοκρατορία, εγκαταλείποντας την προηγούμενη Βυζαντινή σύζυγό του Μαρία Καντακουζηνή και νυμφευόμενος την Σέρβα αδελφή τής χήρας τού Στέφανου-Ούρου Δ΄ Ντουσάν. Οι Αρβανίτες τού δεσποτάτου απείλησαν με εξέγερση, εάν ο Ορσίνι νυμφευτεί την αδερφή τής Ελένης της Βουλγαρίας και δεν ανακαλούσε τη Μαρία, η οποία ήταν μέλος της οικογένειας των Καντακουζηνών τη σύμμαχό τους. Ο Ορσίνι αναγκάστηκε να ανακαλέσει τη Μαρία, αλλά αποφάσισε να ξεκινήσει πόλεμο εναντίον των Αρβανιτών, για να σταματήσει την αυξανόμενη ισχύ τους στο Δεσποτάτο.
Η μάχη του Αχελώου έλαβε χώρα το 1359 κοντά στον ποταμό Αχελώο, στην Αιτωλία της Ελλάδας. Ο πόλεμος έγινε μεταξύ των Αρβανίτικων στρατευμάτων, υπό τους Πέτρο Λιόσα και Ιωάννη Σπάτα, και τις δυνάμεις τού Δεσποτάτου της Ηπείρου, υπό τον Νικηφόρο Β΄ Ορσίνι. Οι Αρβανίτες νίκησαν τον στρατό τού Ορσίνι, ο οποίος υπέστη τεράστιες απώλειες κατά τη διάρκεια της μάχης. Η μάχη ίδρυσε δύο Δεσποτάτα από περιοχές, που προηγουμένως ανήκαν στο δεσποτάτο της Ηπείρου: το Δεσποτάτο της Άρτας και το Δεσποτάτο Αγγελοκάστρου και Ναυπάκτου. Οι Αρβανίτες κέρδισαν τη μάχη, ενώ ο Ορσίνι σκοτώθηκε και ολόκληρος ο στρατός του καταστράφηκε. Μετά το τέλος τού Νικηφόρου οι υπόλοιπες μεγάλες πόλεις στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, που κινδύνευαν να καταληφθούν από τα Αρβανίτικα στρατεύματα, υποτάχθηκαν στον Σέρβο Ηγεμόνα Συμεών Ούρεση και οι υπόλοιπες περιοχές τού Δεσποτάτου μοιράστηκαν μεταξύ αυτού και τού Σέρβου ηγεμόνα Ραδοσλάβου Χλάπενου. Ο Συμεών, μη μπορώντας να εκδιώξει τους Αρβανίτες ηγέτες, προσπάθησε να διατηρήσει τον έμμεσο έλεγχο της Ηπείρου αναγνωρίζοντας τον Πέτρο Λιόσα και τον Ιωάννη Σπάτα ως δεσπότες, στις περιοχές της Άρτας και τού Αγγελοκάστρου και τού Λεπάντο αντίστοιχα. Αν και το μεγαλύτερο μέρος της Ηπείρου περιήλθε προσωρινά υπό Αρβανίτικη κυριαρχία, λόγω της επιμέρους φυλετικής τους δομής και της έλλειψης κεντρικής εξουσίας, οι Αρβανίτες δεν αντικατέστησαν καμία υπάρχουσα ελληνική ή σερβική κυριαρχία με ένα συγκεντρωτικό Αρβανίτικο κράτος. Ως επακόλουθο το 1366-67 μόνο η πόλη των Ιωαννίνων δεν βρισκόταν υπό τον Αρβανίτικο έλεγχο.
Ο Μανουήλ Καντακουζηνός υπήρχε η κινητήριος δύναμη εξέλιξης του Δεσποτάτου του Μυστρά (Μορέως). Ο στρατός πάντως ήταν μικρός. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές ο δεσπότης διατηρούσε μικρές τακτικές δυνάμεις στον Μυστρά και αρκετούς προνοιάριους (κατόχους πρόνοιας, δηλαδή κλήρου γης με αντάλλαγμα στρατιωτική υπηρεσία). Παράλληλα όμως στρατεύονταν, έστω και για περιορισμένη χρονική διάρκεια, αγρότες, άλλα και οι φιλοπόλεμοι κάτοικοι του Ταϋγέτου και της Μάνης, οι περίφημοι Τσάκωνες και οι Μελίνγκοι. Οι προνοιάριοι συγκροτούσαν σώματα βαρέων ιππέων. Διέθεταν λόγχη, σπάθη, ασπίδα, κράνος και θώρακα. Οι τακτικοί πεζοί διακρίνονταν σε δορυφόρους και σε τοξότες. Οι πρώτοι έφεραν κράνη, ασπίδες, δόρατα και σπαθιά και συνήθως κάποιο είδος θωράκισης.
Οι τακτικοί τοξότες έφεραν σύνθετο τόξο, κράνος και συνήθως δερμάτινο θώρακα και σπαθί, αλλά και μικρή ασπίδα. Πολεμούσαν σε πυκνή τάξη εξαπολύοντας «ομοβροντίες» βελών, κατόπιν διαταγής. Οι αγρότες ήταν οπλισμένοι κυρίως με τόξα, αλλά πολεμούσαν σε χαλαρότερη τάξη ή και ως ακροβολιστές. Δεν διέθεταν την εκπαίδευση, συνοχή και πειθαρχία για να αντιμετωπίσουν βαρύτερα τμήματα.
Τέλος οι Μανιάτες και οι άλλοι ορεσίβιοι έφεραν δόρυ, σπαθί, ασπίδα και ακόντια. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον οι περίφημοι «Στρατιώτες» ελαφροί ιππείς και οι πεζοί ακόλουθοί τους. Επίσης χρησιμοποιήθηκαν και τμήματα Δυτικών μισθοφόρων ιπποτών.

Πηγές αναφέρουν πως το 1321 ο στρατός του Δεσποτάτου διέθετε 36.000 άνδρες, αριθμός μάλλον υπερβολικός. Ο δεσπότης Μανουήλ Καντακουζηνός διέθετε 300 επίλεκτους άνδρες της φρουράς του και Αρβανίτες. Πολλοί Αρβανίτες μετοίκησαν στην Πελοπόννησο στα τέλη του 14ου αιώνα καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους. 
Οι Τούρκοι το 1397 πραγματοποίησαν μια από τις φοβερότερες επιδρομές στην Πελοπόννησο καταστρέφοντας ολοσχερώς το Άργος που ανήκε στη Βενετία. Ο δεσπότης ήταν απελπισμένος από τα αδιέξοδα της πολιτικής του και αποθαρρυμένος. Για να ενισχύσει την άμυνα αλλά και την αγροτική παραγωγή ο Θεόδωρος επέτρεψε το 1405 σε 10.000 Αρβανίτες να εγκατασταθούν στην περιοχή του Ισθμού, σε γαίες που είχαν μείνει ακαλλιέργητες, εγκαινιάζοντας την πολύχρονη παρουσία Αρβανιτών στην Πελοπόννησο. Ο δεσπότης Θεόδωρος Α' Παλαιολόγος επέτρεψε την εγκατάσταση σε 10.000 Αρβανίτες με αντάλλαγμα παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας. Οι βυζαντινές πηγές αναφέρουν την εμφάνιση 10.000 Αρβανιτών στον Ισθμό της Κορίνθου το 1404-05, των οποίων την εγκατάσταση στο Δεσποτάτο του Μυστρά επέτρεψε ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος, παρά την καχυποψία των συμβούλων του.  Οι Αρβανίτες πολεμούσαν ως ελαφροί ιππείς και ελαφροί πεζοί. Αργότερα και άλλοι Αρβανίτες κατέβηκαν στη Πελοπόννησο. Πολέμησαν δε υπέρ του Δεσποτάτου κατά των Λατίνων και των Τούρκων, αλλά και πολλές φορές επαναστάτησαν, υπό την επιρροή δικών τους ή εντοπίων αρχόντων.
Η κάθοδος των Αρβανιτών στον σημερινό Ελλαδικό χώρο ξεκινά στα τέλη του 13ου αιώνα, με αρχική κοιτίδα την ορεινή περιοχή Άρβανον, δυτικά της λίμνης Οχρίδας, στην ενδοχώρα του Δυρραχίου. Μέρος τους έχει ήδη εγκατασταθεί στην Θεσσαλία περίπου το 1325, ενώ άλλο κομμάτι τους κατευθύνθηκε κάθετα, μέσω Ηπείρου, μέχρι την Αιτωλοακαρνανία. Περίπου το 1380-81 βρίσκονται εγκατεστημένοι στην κοιλάδα του Σπερχειού και το 1382 τους δίνεται η άδεια να εισέλθουν στο Φραγκικό Δουκάτο των Αθηνών, όπου εγκαθίστανται μεταξύ άλλων σε Αττική, Βοιωτία και Εύβοια. Βυζαντινές πηγές αναφέρουν ότι περίπου το 1404-05 ένας αριθμός 10.000 Αρβανιτών, μάλλον εκγαταλείποντας την Θεσσαλία, φτάνει στον Ισθμό της Κορίνθου και μετά από αρκετούς ενδοιασμούς τους επετράπη η είσοδος στο Δεσποτάτο του Μυστρά, εισερχόμενοι κατ' αυτόν τον τρόπο στην Πελοπόννησο. Είναι πιθανό πως ένα μέρος των Αρβανιτών εισήλθε στην Πελοπόννησο και μέσω θαλάσσης, από την Αιτωλοακαρνανία. Από τις αρχές του 15ου αιώνα και έπειτα, οι Αρβανίτες επεκτείνονται σε όλη την Πελοπόννησο και σε νησιά των Κυκλάδων.
Οι Αρβανίτες σκορπίστηκαν σε όλη σχεδόν την έκταση της Πελοποννήσου. Ο μεγαλύτερος αριθμός εξ αυτών φαίνεται πως κατέληξε σε περιοχές της Αρκαδίας, κυρίως στη Καρύταινα και στη Τεγέα. Τις πρώτες δεκαετίες μετακινούνταν με βραδύ και σταθερό ρυθμό αναζητώντας τις καλύτερες συνθήκες για αυτούς και τα κοπάδια τους. Χωρίς φανερές συγκρούσεις με τους ντόπιους πληθυσμούς κατέλαβαν ένα ζωτικό χώρο που αποτελούνταν κυρίως από ελεύθερες εκτάσεις, κατάλληλες για την εποχιακή κτηνοτροφία μέσω της οποίας εξασφάλιζαν τα αναγκαία βοσκοτόπια για τα πρόβατα και τα άλογά τους. Ο ελληνικός πληθυσμός ήταν συγκεντρωμένος τότε ακόμα σε οχυρωμένες κωμοπόλεις και σε μεγάλα χωριά. Αγρότες στη μεγάλη τους πλειοψηφία, είχαν κτήματα μακριά από τις κατοικίες τους, αλλά το βράδυ επιστρέφανε στο σπίτι για να κοιμηθούν με ασφάλεια. Οι ελληνικές οικογένειες που ζούσαν απομονωμένα στην ύπαιθρο ήταν λιγοστές. Οι Αρβανίτες ζούσαν αρχικά σε μικρούς, προσωρινούς οικισμούς, εγκαταστάσεις ημι-νομαδικής χρήσης σε ορεινά ή ημιορεινά εδάφη, τις λεγόμενες «κατούνες» που συνδέονταν με τις κτηνοτροφικές τους δραστηριότητες. Οι περισσότεροι οικισμοί έφεραν το όνομα της φάρας ή το όνομα της πιο σημαντικής οικογένειας, όταν πολλές οικογένειες με διαφορετικά ονόματα συγκατοικούσαν σε ένα χωριό. Στα εδάφη αυτά οι έποικοι αποκτούσαν περιστασιακή κατοχή ή νομή και όχι πλήρες εμπράγματο δικαίωμα. Ο αριθμός των ζώων που διατηρούσε μια κατούνα ήταν μεγάλος, κυρίως εκείνων των αλόγων. 
Η ενασχόλησή τους με την γεωργία οδήγησε τους Αρβανίτες σταδιακά στη μόνιμη εγκατάσταση. Αν και κάποιοι ιστορικοί τους θέλουν «ικανούς γεωργούς», οι πηγές μαρτυρούν ότι η αγροτική παραγωγή των Αρβανιτών δεν μπορούσε να θρέψει την οικογένεια όλο το χρόνο. Η επιβίωσή τους εξασφαλιζόταν από την κτηνοτροφία και τις εξωπαραγωγικές δραστηριότητες της ομάδας, όπως η συμμετοχή σε μισθοφορικά στρατεύματα. Σε μεμονωμένες (ευρείες) οικογένειες δόθηκαν κτήματα σε πεδιάδες ή στα περίχωρα αστικών περιοχών, στα οποία εγκαταστάθηκαν οι Αρβανίτες ως μόνιμοι καλλιεργητές, απολαμβάνοντας κάποια προνόμια, όπως φοροαπαλλαγές, τα οποία εξαγοράζονταν με την υπηρεσία των ανδρών στο βυζαντινό στράτευμα. Οι Βυζαντινοί είχαν έτσι στη διάθεσή τους πολεμικά χέρια που μπορούσαν να υπερασπιστούν την ύπαιθρο στο όνομα της επίσημης διοίκησης εναντίον κάθε εισβολέα αλλά και εσωτερικών εχθρών όπως ισχυρών γαιοκτημόνων που αμφισβητούσαν την κεντρική εξουσία. Το Δεσποτάτο χρησιμοποιούσε τους άτακτους Αρβανίτες στρατιώτες και για επιδρομές στις βενετικές κτήσεις.
Πηγή : 
https://berbati.gr/el/%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%82/
https://www.history-point.gr/to-despotato-toy-mystra-kai-o-stratos-toy-1261-1460-i-eschati-analampi
https://fyletika.blogspot.com/2016/02/blog-post_1.html?m=1
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%8C%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%91%CE%84_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%8C%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%91%CE%84_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%91%CF%87%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CE%BF%CF%85_(1359)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%91%CE%84_%CE%9F%CF%81%CF%83%CE%AF%CE%BD%CE%B9
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%92%CE%84_%CE%9F%CF%81%CF%83%CE%AF%CE%BD%CE%B9
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%92%CE%84_%CE%9F%CF%81%CF%83%CE%AF%CE%BD%CE%B9

Οι Αρβανίτισσες της Ελλάδας : Οι Αμαζόνες του θρύλου ανάμεσα στους σημερινούς Έλληνες

Στα αρβανιτοχώρια της Βοιωτίας συναντάμε την πυρηνική, την πολυπυρηνική διευρυμένη οικογένεια και την οικογένεια-κορμό. Η πολυπυρηνική οικογένεια όμως σε άλλα χωριά αποδιοργανώθηκε νωρίτερα, γύρω στο 1920 (συμπίπτει με τη διανομή των κτημάτων της Κωπαΐδας μετά την αποξήρανσή της), αλλού αργότερα, μεταξύ του 1920 και του 1940, ή πολύ αργότερα, μεταξύ του 1940 και του 1960.
Η πολυπυρηνική οικογένεια, η μεγάλη οικογένεια (φαμίλjε ε μάδε) ή το ασκέρι, όπως την ονόμαζαν στην περιοχή μεταφορικά, ακολουθούσε το γνωστό κύκλο ανάπτυξης που εμφανίζεται και αλλού, ο οποίος άρχιζε με το γάμο των παιδιών. Τα θηλυκά αποχωρούσαν συνήθως με το γάμο και εγκαθίσταντο στο σπίτι των πεθερικών τους. Τα αρσενικά έφερναν τις νύφες στο πατρικό σπίτι. Οι γάμοι γίνονταν και εδώ με τη σειρά γέννησης, αλλά με τις μικρότερες αδελφές να προηγούνται από τους αδελφούς ανάλογα με τη σειρά ηλικίας. Στην περίπτωση που δεν υπήρχαν αρσενικά παιδιά αλλά μόνο θηλυκά, οι γονείς έφερναν σώγαμπρο στην οικογένεια, που κληρονομούσε το σπίτι και την περιουσία των πεθερικών. Συχνά ο σώγαμπρος έπαιρνε και το παρωνύμιο (παρατσούκλι) του πεθερού του. Η ιεραρχία στην οικογένεια έδινε και εδώ το προβάδισμα στα αρσενικά και ηλικιωμένα μέλη. Αρχηγός της κάθετης πολυπυρηνικής οικογένειας ήταν ο πατέρας, αλλά μετά το θάνατό του την οριζόντια αδελφική πολυπυρηνική οικογένεια διηύθυνε ο μεγάλος αδελφός. Τα δύο αυτά πρόσωπα έκαναν τον καταμερισμό των κτηνοτροφικών, γεωργικών και άλλων εργασιών στα μέλη της οικογένειας και είχαν την ευθύνη της επιχείρησης. Η πιο ηλικιωμένη γυναίκα (μητέρα, γιαγιά, πρώτη συννυφάδα) έκανε τον καταμερισμό εργασιών μέσα στο νοικοκυριό. Οι γυναίκες βοηθούσαν και στα ζώα και στα κτήματα αλλά δεν έπρεπε να «κάνουν αλέτρι». Έσκαβαν μόνο με την τσάπα. Οι Αρβανίτες προτιμούσαν τα αγόρια, όπως λένε, «για να φυλάνε τα ζώα με τους γκράδες». Ο παντρεμένες γυναίκες και σε αυτά τα χωριά ήταν γνωστές με τα ανδρωνυμικά τους, π.χ. Μήτσαινα, Μητσέλιε. Τα τελευταία χρόνια η πολυπυρηνική οικογένεια μπορούσε να διαιρεθεί και πριν από το θάνατο του πατέρα. Σε μια τέτοια περίπτωση οι γονείς κρατούσαν στο σπίτι έναν παντρεμένο γιο, συνήθως τον τελευταίο (αποσπόρι), για να τους γηροκομήσει (οικογένεια-κορμός). Στο γιο που έμενε μαζί τους άφηναν το σπίτι και το μεγαλύτερο μερίδιο της περιουσίας, που περιλάμβανε μερίδιο ανάλογο με εκείνο που έπαιρναν οι άλλοι αδελφοί επαυξημένο με αυτό που κρατούσαν οι γονείς για το γηροκόμι (πjες ε πλέικτετ).
Στους Αρβανίτες της Βοιωτίας είναι σε χρήση και δύο άλλοι όροι: το «γκιρί» (συγγενείς) και το «τάνετε» (οι δικοί). Το γκιρί δηλώνει τους αμφιπλευρικούς συγγενείς αλλά αρχικά περιοριζόταν μόνο στους μητροπλευρικούς. Γκιρί (από το «γκίου») σημαίνει γυναικείο στήθος και κατ’ επέκταση συγγένεια από γάλα ή από γυναίκες. Ο όρος υποδηλώνει κάποιο υπόλειμμα μητρογραμμικής καταγωγής (residual matriliny). Πάντως το γκιρί δεν το χρησιμοποιούν στην ίδια έκταση σε όλα τα αρβανιτοχώρια. Στα αρβανιτοχώρια κατά κανόνα επικρατεί τοπική ενδογαμία, μεγαλύτερη στα ορεινά μέρη και λιγότερο αυστηρή στα πεδινά. Στα ορεινά χωριά η ενδογαμία κυμαίνεται από 80 έως 95%. Οι κάτοικοι σχολιάζοντας αυτή την πρακτική δηλώνουν ότι οι «πρώτοι» (οι καλοί) παντρεύονται μέσα στο χωριό. Οι «δεύτεροι» δε βρίσκουν γυναίκα από το χωριό και παντρεύονται έξω. Λένε τη γνωστή παροιμία: «Παπούτσι από τον τόπο σου και ας είν’ και μπαλωμένο» (κεπούτσ να βεντι λjε τε γιε τε δε αρνουάρι) ή «πέρα από το ποτάμι να μην περάσει ούτε πέτρα του χωριού» (τέντρε λjούμι μος τίχενι εδέ γκουρ να τε κατούντιτ). Και εδώ, όπως και στην υπόλοιπη αγροτική Ελλάδα, δε θεωρούνται ευοίωνοι οι γάμοι με ανταλλαγές νυφάδων. Οι νύφες πρέπει να ακολουθούν πάντα την ίδια κατεύθυνση. Ένα σόι δηλαδή πρέπει να παίρνει νύφες από ένα άλλο, αλλά όχι και να του δίνει (επιστρέφει). Αυτό δείχνει και την πατροπλευρικότητα των σογιών. 
Οι γαμήλιες παροχές συνίστανται κυρίως στην προίκα (πρικ) και στα προικιά/ρουχισμό (άρμετ, λίνjατ) της νύφης. H προίκα ήταν κυρίως χρήματα, κτήματα και σπανιότερα οικόπεδο ή σπίτι. Τελευταία έδιναν και διαμερίσματα στις πόλεις. Υπήρχαν όμως και γαμήλιες παροχές από την πλευρά του γαμπρού προς τη νύφη και τους γονείς της. Σημαντικότερη ήταν η προγαμιαία δωρεά, στα αρβανίτικα «ργκέρντετε», «γκενταρί», η οποία συνίστατο κυρίως σε κοσμήματα, φλουριά, γιορντάνια, αλυσίδες, στολίδια μαλλιών (θέκτε), αλλά και στη σεγκούνα και την μπόλια (κεφαλόδεσμος) κ.λπ., σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νύφης.
Οι Αρβανίτισσες (η γυναίκα στα αρβανίτικα λέγεται γκρουα) αποτελούν βασικό πυλώνα της αρβανίτικης κοινότητας στην Ελλάδα, διακρινόμενες ιστορικά για την εργατικότητα, τη δυναμική παρουσία τους στην αγροτική και οικογενειακή ζωή, και τη συμβολή τους στη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας. Σκληρά εργαζόμενες στα χωράφια, την κτηνοτροφία και τις οικιακές εργασίες. Κεντρικός ρόλος στη συνοχή της οικογένειας και την ανατροφή των παιδιών με αυστηρές ηθικές αρχές. Σημαντικός φορέας μετάδοσης της αρβανίτικης διαλέκτου και των προφορικών παραδόσεων. Συμμετοχή στα κοινοτικά δρώμενα, τα πανηγύρια και τα παραδοσιακά τραγούδια. Σκληρές, αλλά δυναμικές γυναίκες και με το γνωστό αρβανίτικο πείσμα, με μία γλώσσα που χάνεται. Ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία των Αρβανιτών, έχουν οι γυναίκες, που με τον σκληρό και περιπαιχτικό τους τρόπο, κατάφερναν κι έβαζαν στη θέση τους άντρες. Σαν μητριαρχική κοινωνία, οι θέση τους ήταν σχεδόν ίση με των αντρών και ακόμα και το «δυνατό» φύλο αποδέχεται ότι στην τελική, αυτές έκαναν το κουμάντο. Σκληρές, εργατικές, περιπαιχτικές, με υπομονή, χρυσοχέρες και με χιούμορ, οι αρβανίτισσες.
Οι Σουλιώτες ήταν γενναίοι και είχαν πάθος για την ελευθερία. Περιφρονούσαν τους δειλούς και τις συζύγους τους. Τηρούσαν τις συμφωνίες τους και τιμωρούσαν με θάνατο όσους παρέβαιναν ηθικές αρχές. Άλλα χαρακτηριστικά τους ήταν η φιλοπατρία, η αφιλοχρηματία και η μεγαλοψυχία προς τους ηττημένους. Δεν έκοβαν τα μαλλιά τους, φορούσαν φουστανέλα και στο στήθος ασημένια στολίδια (τσαπράζια). Τα φορέματα των γυναικών ήταν κεντητά. Το πιο διαδεδομένο μουσικό όργανο στο Σούλι ήταν ο ταμπουράς. Ζούσαν από τα λίγα γεωργικά προϊόντα της περιοχής τους, την κτηνοτροφία και από τα λάφυρα των επιδρομών τους στα χωριά της Θεσπρωτίας, που τα υποχρέωναν να πληρώνουν φόρους σε χρήμα και σε είδος. Οι κάτοικοι των 70 αυτών χωριών ονομάζονταν Παρασουλιώτες. Για να μην ενοχλούνται από τον σουλτάνο, οι Σουλιώτες πλήρωναν φόρους τόσο για τους ίδιους όσο και για τους Παρασουλιώτες. Ιδιάζουσα περίπτωση αποτελούν οι Σουλιώτισσες. Από αυτές εξαρτιόταν απόλυτα η βιολογική επιβίωση του γένους, αλλά και η αύξηση της πολεμικής και υλικής δύναμης και περιουσίας της οικογένειας εφόσον, βέβαια, έφερνε στον κόσμο αρσενικά παιδιά. Σουλιώτες και Σουλιώτισσες, όμως, δε δυσανασχετούσαν αν έφερναν στον κόσμο κορίτσια, όπως συνέβαινε σε άλλες περιοχές την εποχή εκείνη. Θεωρούσαν τις γυναίκες άξιες να φέρουν εις πέρας ακόμα και τις πιο δύσκολες καταστάσεις και τους έδειχναν απόλυτη εμπιστοσύνη ακόμα και σε πολεμικά θέματα. Πράγματι, οι γυναίκες έπαιρναν τις κρίσιμες αποφάσεις για λογαριασμό των αντρών. Στην περίπτωση, για παράδειγμα, διαμάχης ανάμεσα σε δύο άντρες οι αντίπαλοι ζητούσαν τη γνώμη μιας γυναίκας, η οποία και γινόταν δεκτή από όλους. Στην περίπτωση, όμως, διαμάχης ανάμεσα σε δύο γυναίκες κανένας άντρας δεν επενέβαινε, από φόβο μήπως πάνω στη σύγχυση κάποια γυναίκα σκοτωνόταν, καθώς αυτό συνιστούσε φοβερό έγκλημα και επιφύλασσε βαριά τιμωρία για τον φονιά.
Οι Σουλιώτισσες λοιπόν ξεχώρισαν και στον αγώνα, καθώς πέρα από το νοικοκυριό, έπαιρναν όλες μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπου ο ρόλος τους ήταν σε πρώτη φάση, εφεδρικός και βοηθητικός. Οταν όμως οι περιστάσεις το απαιτούσαν, οι γυναικείες εφεδρείες ρίχνονταν στη μάχη, άλλοτε κατρακυλώντας βράχους πάνω στον εχθρό, άλλοτε ορμώντας μπροστά με το σπαθί στο χέρι.
Συσχετίζοντας πάντα την εθνοτική ομάδα τους με τους αρχαίους Δωριείς, στο βαθμό που έχουν επηρεαστεί από τα δημοσιεύματα του Μπίρη, αναφέρουν ως χαρακτηριστικά της ομάδας τους: τη σκληρότητα, τον αγέλαστο χαρακτήρα (δωρικό ύφος), τον πατριωτισμό, τη συντηρητική ψυχοσύνθεση (πίστη στα πατροπαράδοτα), ότι είναι μισόξενοι, το σεβασμό προς τους γέροντες, τη λιτότητα κ.λπ. Από άποψη ιδιαίτερων συμπεριφορών: την μπέσα (λόγος), την εκδίκηση του αίματος, την πίστη στη βλαμιά (αδελφοποιία), τη ζωοκλοπή και τις απαγωγές γυναικών. Μάλιστα, στα χωριά του Ελικώνα αναφέρεται ότι οι κοπέλες δεν ήθελαν να παντρευτούν νέους που δεν είχαν κάνει πολλές κλεψιές. Επίσης τονίζεται ο δεισιδαίμων σε υπερβολικό βαθμό χαρακτήρας τους.
Πηγή : 
http://boeotia.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=12803
https://www.iefimerida.gr/politismos/oi-arbanites-sta-bilia-attikis
https://www.ekirikas.com/gynaikes-ipeirotisses/
https://www.protothema.gr/stories/article/1619806/oi-souliotes-kai-i-katagogi-tous-oi-fares-pou-katoikisan-sta-horia-tou-souliou-oi-sugrouseis-me-ton-ali-pasa/AMP/

Ασπρόπυργος Αττικής : Από το φώς της Ελλάδας στο σκοτάδι της Ευρώπης

Το όνομα Ασπρόπυργος (1899) ως όνομα της πόλεως απαντάται χρονολογικά από τον 19ο αιώνα. Η αρχική ονομασία ήταν Καλύβια της Χασιάς. Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν Αρβανίτες της Χασιάς και των γειτονικών χωριών και οικισμών. Ζούσαν στις περιοχές των Κούνδουρων και της Χασιάς. Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους ήρθαν Αρβανίτες και άλλοι Έλληνες από όλη ήταν ελεύθερη Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση ως αγρότες. Η ονομασία της λίμνης Κουμουνδούρου εκεί πήρε το όνομα της από τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κουμουνδούρο (1817-1883), στη θητεία του οποίου κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1860, έγιναν έργα επιχωμάτωσης και οδοποιίας μεταξύ της ακτής του Σκαραμαγκά και της λίμνης Κουμουνδούρου. Η επίσημη μετονομασία έγινε με βασιλικό διάταγμα τον Οκτώβριο του 1899, όταν ο οικισμός απέκτησε επίσημα το όνομα Ασπρόπυργος από τον Λευκό Πύργο που τον χαρακτήριζε. Πολύ παλαιότερα, ο οικισμός ονομαζόταν Χασιώτικα Καλύβια ή Καλύβια Χασιάς. Το όνομα αυτό συνδέεται με τις διάσπαρτες καλύβες που καταγράφηκε από τον περιηγητή και αρχαιοδίφη Edward Dodwell κατά το ταξίδι του στην Ελλάδα το 1800. Ως το 1899, ο Ασπρόπυργος ήταν γνωστός ως «Καλύβια της Χασιάς». Από προφορική παράδοση γνωρίζουμε, ότι μαζεύτηκαν, τότε, οι κεφαλές του χωριού για να καταλήξουν πώς θα ονομάσουν το χωριό τους. Αρκετά άτομα έλεγαν να το πουν Θρία ή Θριάσιο. Μη γνωρίζοντας όμως την ιστορική προέλευση του ονόματος Θρία και σκεπτόμενοι ότι «θρι» είναι η κόνιδα κατά την αρβανίτικη διάλεκτο, αποφάσισαν να το ονομάσουν Ασπρόπυργο, επειδή τότε γίνονταν οι ανασκαφές και είχαν βρεθεί τα ερείπια αρχαίου κτιρίου που οι ντόπιοι το έλεγαν «πυρκιμπαρδ», που σημαίνει στην αρβανίτικη διάλεκτο πύργος άσπρος». Κατά τον 20ό αιώνα και έως την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Ασπρόπυργος συνεχίζει να διαμορφώνεται μέσα από κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές. Η αγροτική βάση παραμένει κυρίαρχη, αλλά οι αλλαγές στις υποδομές, στις μετακινήσεις και στην οργάνωση της ζωής των κατοίκων σηματοδοτούν τη μετάβαση σε μια νέα εποχή. Οι δυσκολίες των πολέμων και οι ανακατατάξεις της εποχής αφήνουν το αποτύπωμά τους στην τοπική κοινωνία, η οποία, ωστόσο, διατηρεί ισχυρούς δεσμούς παράδοσης, συλλογικότητας και αντοχής, στοιχεία που καθόρισαν την πορεία της περιοχής στη σύγχρονη ιστορική της διαδρομή. 
Η μεγάλη μεταβολή στη ζωή του Ασπρόπυργου σημειώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1920, αρχές της δεκαετίας του 1930. Είναι η εποχή που ιδρύονται οι πρώτες βιομηχανικές μονάδες και εγκαθίστανται στην παράλια πλευρά του οι πρώτοι «ξένοι» εργάτες. Παρά το γεγονός ότι η έλευσή τους δεν διαταράσσει ιδιαίτερα την καθημερινότητα στην κλειστή κοινωνία των Αρβανιτών, αποτελεί το πρώτο βήμα για τις επικείμενες αλλαγές, που αποκτούν συμβολική έκφραση με την ανέγερση του πλέον προβεβλημένου τοπόσημου, του κεντρικού ρολογιού της κωμόπολης. Το έργο, δε, αποπερατώνεται με δωρεά των ΑΧΕΠΑΝΣ. Η προσωνυμία «μικρός Καναδάς» που αποδόθηκε στον Ασπρόπυργος αναφέρεται σε μια ιδιαίτερη περίοδο της μεταπολεμικής του ανάπτυξης, όταν η περιοχή γνώρισε σημαντική άνθηση στον τομέα της αγελαδοτροφίας. Τις δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η εκτροφή βοοειδών και η παραγωγή γάλακτος οργανώθηκαν σε πιο σύγχρονες βάσεις, με τη συμβολή συνεταιρισμών και την υιοθέτηση πρακτικών που θύμιζαν προηγμένα αγροτοκτηνοτροφικά μοντέλα του εξωτερικού. Η ονομασία παραπέμπει συμβολικά στον Καναδά, χώρα γνωστή για την εκτεταμένη και οργανωμένη κτηνοτροφία της, υποδηλώνοντας το επίπεδο ανάπτυξης που είχε φτάσει τότε η περιοχή. Ο «μικρός Καναδάς» δεν αποτελεί απλώς ένα τοπωνυμικό χαρακτηρισμό, αλλά συμπυκνώνει μια εποχή οικονομικής ευημερίας και παραγωγικής δυναμικής, κατά την οποία ο Ασπρόπυργος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην τροφοδοσία της Αθήνας με γαλακτοκομικά προϊόντα. 
Το 1936, όταν ιδρύθηκε ο συνεταιρισμός «Ασπρό» διέθετε περίπου 100 μέλη. Λίγο πριν την Κατοχή, τα μέλη έγιναν 400, ενώ μετά τον πόλεμο αυξήθηκαν στα 600. Το 1952 άρχισε η ανέγερση του εργοστασίου του συνεταιρισμού, στην περιοχή του σημερινού Αγροκηπίου στα όρια του παλιού χωριού. Ήταν το πρώτο συνεταιριστικό εργοστάσιο παστερίωσης γάλακτος στην Ελλάδα, ενώ επί χρόνια ο «Ασπρό» αποτελούσε τη δεύτερη γαλακτοβιομηχανία μετά την ΕΒΓΑ. Τα προϊόντα που παράγονταν ήταν γάλα, γιαούρτι αγελάδος και πρόβειο και για τρεις μήνες, λίγο πριν κλείσει, το 1990, γιαούρτι στραγγιστό. Κατά τα τελευταία χρόνια παραγόταν βούτυρο. Επίσης, από τον Φεβρουάριο έως τον Αύγουστο παράγονταν παγωτά, γύρω στους τρεις τόνους καθημερινά, που διοχετεύονταν στην αγορά ολόκληρης της χώρας. Στο εργοστάσιο πωλείτο ακόμα χύμα γάλα σε χονδρεμπόρους Ζαχαροπλαστικής. Η γαλακτοβιομηχανία διέθετε τακτικό προσωπικό 100 ατόμων, ενώ από τον Φεβρουάριο έως και τον Αύγουστο προσλαμβάνονταν πολλοί εποχικοί υπάλληλοι, για να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες της παραγωγής. Το 1960 οι κάτοικοι του Ασπροπύργου (2.000 περίπου στο σύνολό τους) ασχολούνταν κυρίως με την γεωργία και την κτηνοτροφία και προμήθευαν την Αθήνα με τα ανάλογα προϊόντα. Ο πληθυσμός έφτασε τις 12.000 το 1981 και δέκα χρόνια αργότερα, το 1991 όταν άνοιξαν τα σύνορα με το ανατολικό κομμουνιστικό μπλόκ χωρών τις 15.000 περίπου. Τότε ξεκίνησε η μεταβολή της κοινωνικής σύνθεσης του τοπικού πληθυσμού με εγκαταστάσεις Ποντίων προσφύγων από την Σοβιετική Ένωση και Αλβανών μεταναστών από τα Βαλκάνια. Ο πληθυσμός του Ασπροπύργου είναι 30.251 κάτοικοι, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011. Σύμφωνα με την απογραφή του 2021 ο πληθυσμός αυξήθηκε και έφτασε να είναι 31.420 κάτοικοι.  
Είκοσι χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Αθήνας, είναι αποκομμένος από την υπόλοιπη χώρα με θάλασσα απ’ τη μια πλευρά και με ένα τόξο βουνών απ’ την άλλη. Το ελληνικό κράτος στριμώχνει μέσα σ’ αυτή τη βραχώδη πεδιάδα, που απλώνεται σε μήκος 1.000 σταδίων, οτιδήποτε είναι υπερβολικά θορυβώδες ή βρόμικο για να μπει στην πρωτεύουσα. Ο Ασπρόπυργος είναι η πατρίδα των κυριότερων ελληνικών χαλυβουργείων, κεραμοποιείων, λατομείων, σιλό τσιμέντου, εργοστασίων παραγωγής ενέργειας και διυλιστηρίων. Το κανάλι του Μόρνου είναι ο κυριότερος προμηθευτής νερού της Αθήνας και το μεγαλύτερο φράγμα της Ελλάδας βρίσκεται σε ένα υψίπεδο στα βορειοανατολικά. Αποτελώντας λιγότερο από το 1% της επιφάνειας εδάφους της χώρας, ο Ασπρόπυργος και το περιβάλλον Θριάσιο Πεδίο ευθύνονται για το περίπου 40% της βιομηχανικής παραγωγής της Ελλάδας. Όμως ο Ασπρόπυργος είναι κάτι περισσότερο από ένα βιομηχανικό κέντρο· είναι μια αποθήκη. Κάθε χρόνο, 3 εκατομμύρια κοντέινερ γεμάτα εμπορεύματα κυκλοφορούν μέσω Ασπροπύργου χωρίς να αφήνουν κάποιο σημάδι. Τώρα η εθνική οδός φέρνει πάνω από 20.000 18τροχα (φορτηγά) για τις αποθήκες του Ασπροπύργου καθημερινά. Σχεδόν κάθε μεγάλη διεθνής εταιρία ειδών κατανάλωσης, από την EstéeLauder ως την AstraZeneca, λειτουργεί από μία. Τα προϊόντα κάθονται για μέρες, μερικές φορές για βδομάδες, προτού περάσουν στην υπόλοιπη Ελλάδα και στην Ευρώπη πάνω σε διαφορετικά φορτηγά. Μια μεγάλη αναλογία αυτών αργότερα επιστρέφει στον Ασπρόπυργο για να αποσυντεθεί στη χωματερή του. 
Οι 40 αστυνομικοί του Ασπρόπυργου είναι αριθμητικά πολύ λίγοι για να περιπολούν τις αποθήκες συστηματικά αλλά είναι κοινό μυστικό ότι πολλές αποθήκες περιέχουν περισσότερα από όσα ισχυρίζονται. Κάποιες είναι εγγεγραμμένες σε εταιρίες που δεν υπάρχουν. Άλλες έχουν μυστικούς ανελκυστήρες και υπόγεια. Ένα νεότευκτο εμπόριο ανθρώπων εξαπατά πρόσφυγες από το Αιγαίο, τους κρύβει προσωρινά στον Ασπρόπυργο, και μετά τους σπρώχνει προς την Αδριατική και την Ιταλία. Όπλα συνηθίζεται να έρχονται με πλοίο από την Αλβανία ή την Ουκρανία. Χασίς φτάνει από την Κρήτη, ηρωίνη από τα τουρκικά σύνορα, κοκαΐνη σε μέρη του αυτοκινήτου εισηγμένη από τη Νότια Αμερική. Η επιχείρηση λαθρεμπορίας τσιγάρων – ένα εμπόριο που φέρνει μόνο του 1 δις ευρώ παράνομου κέρδους στην Ελλάδα – είναι μια βιομηχανία στην οποία ειδικεύεται αυτή η πόλη. Μόνο σ’ ένα μέρος σαν τον Ασπρόπυργο, όπου η συντριπτική ποσότητα του παγκόσμιου εμπορίου χρησιμοποιείται σαν καμουφλάζ, θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν αυτές οι δραστηριότητες με σχεδόν εταιρική αποδοτικότητα. 
Ο διάσημος εισαγγελέας Νικόλα Γκρατέρι έχει πει για την Ελλάδα ότι (23.02.2023) : «Η Ελλάδα αποτελούσε ανέκαθεν σταυροδρόμι για τη διακίνηση, αρχικά του λαθρεμπορίου τσιγάρων και τώρα του εμπορίου ναρκωτικών. Τον τελευταίο καιρό, η χώρα σας έχει γίνει επίσης τόπος αποθήκευσης ναρκωτικών που φθάνουν από τη Νότια Αμερική, αλλά και από το Ιράν μέσω της Τουρκίας και της Συρίας. Ένα δρομολόγιο κοκαΐνης ξεκινά από την Κολομβία και μέσω του Ισημερινού φτάνει πρώτα στη Φρανκφούρτη, στη συνέχεια στην Αθήνα και στη συνέχεια στην Κέρκυρα. Συχνά χρησιμοποιούνται κοντέινερ – ψυγεία. Η μεθαμφεταμίνη από το Ιράν διέρχεται επίσης από την Ελλάδα υπό μορφή κρυστάλλων, με προορισμό την αγορά της Νοτιοανατολικής Ασίας. Υποθέτω ότι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, οι ιταλικές εγκληματικές οργανώσεις εκμεταλλεύτηκαν επίσης την ευνοϊκή συγκυρία για να επενδύσουν στη χώρα σας. Το λιμάνι του Πειραιά αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία και για τους «δρόμους» που ακολουθεί το εμπόριο ναρκωτικών. Η Ελλάδα, είναι μια χώρα στην οποία πράγματι μπορεί να «επενδύσει» το οργανωμένο έγκλημα. Επίσης, η χώρα σας, χρησιμοποιείται ήδη συχνά για να διευκολύνεται η διαφυγή των εμπόρων ναρκωτικών.» 
Ο Δημοσιογράφος και συγγραφέας Ρομπέρτο Σαβιάνο είπε για την Ελλάδα (09.06.2021): «Το πρόβλημα της μαφίας στην Ελλάδα ήταν πάντα υποτιμημένο. Σαν να αφορούσε τους ξένους, κυρίως τους Τούρκους και τους Αλβανούς. Στην πραγματικότητα, για εμάς τους Ιταλούς, που μελετάμε τη μαφία εδώ και χρόνια, η Ελλάδα ήταν πάντα πεδίο μαφιόζικης δράσης. Όλα τα ναρκωτικά στα τουριστικά νησιά της Ελλάδας, το χασίς, η ηρωίνη, η κόκα, τα προμηθεύουν οι οργανώσεις της ιταλικής μαφίας. Η Θεσσαλονίκη παίζει κεντρικό ρόλο για τη ρωσική μαφία. Η Κύπρος είναι πλατφόρμα ξεπλύματος για τα ρωσικά καρτέλ. Πάντα αναρωτιόμουν γιατί στην ελληνική κουλτούρα δεν υπάρχουν τέτοιου τύπου ανησυχίες· πώς μια χώρα διαβρωμένη από τις μαφίες ανησυχεί μόνο για το γεγονός ότι επιδίδονται σε αυτές τις δραστηριότητες ξένοι. Το ξέπλυμα στην Ελλάδα γίνεται μέσω του τουρισμού. Ωστόσο, οι Ελληνες πολιτικοί δεν μιλούν ποτέ για τη μαφία. Η Ελλάδα είναι κόμβος για τη διακίνηση κάνναβης. Αν μπορούσα να δώσω μία συμβουλή στην ελληνική κυβέρνηση, θα ήταν να νομιμοποιήσει αμέσως την κάνναβη, αλλιώς θα εξαγοραστεί από τις συμμορίες που τη διακινούν.» 
Άρης Πορτοσάλτε : Στη γη του «Κράτους» Ασπροπύργου μεγάλες εταιρείες έχουν εγκαταστήσει τις αποθήκες τους. Εκεί ανάμεσα στα βιομηχανικά κτίρια, από την 1η Μαΐου 2023 έχουν ανάψει περισσότερες από 500 πυρκαγιές. Το Πυροσβεστικό Σώμα προσέρχεται να σβήσει τη φωτιά και αποχωρεί αμέσως μη τυχόν και ενοχλήσει τους επαγγελματίες διακινητές προϊόντων μετάλλου. Το ίδιο διακριτική και η Αστυνομία του γειτονικού Ελληνικού Κράτους. Αποφεύγει, με κάθε τρόπο, να δυσαρεστήσει την ευαίσθητη τοπική Κοινωνία των Πολιτών. Σε δυσχερέστερη θέση είναι εκείνοι που μετακινούνται καθημερινά για να εργαστούν στη βιομηχανική περιοχή Ασπροπύργου και κυρίως οι νυχτερινοί φύλακες. Θα ήταν παραβάτες του Νόμου, εάν εφαρμοζόταν ο Νόμος. Στο «Κράτος» του Ασπροπύργου η ευνομία έχει αποχωρήσει ήσυχα, αποφεύγοντας να γίνει αντιληπτή. Οταν κάποιοι εκ των επαγγελματιών της θερμικής ανακύκλωσης πιαστούν να επιδίδονται σε έκνομες δραστηριότητες εκτός συνόρων και κατηγορούνται για συμμετοχή σε εγκληματική δραστηριότητα καταφέρνουν να μην δικαστούν καθώς υποστηρίζονται από τους δικηγόρους του Ελληνικού Κράτους. 
Μέσα σ’ αυτό το πλούσιο μίγμα επιχειρούν οι πιο πρόσφατοι νεοεισερχόμενοι της πόλης, οι Κινέζοι. Η China Ocean Shipping Company (COSCO) έχει γερές βλέψεις για τον Ασπρόπυργο. Οι Κινέζοι έχουν ήδη εξασφαλίσει την πλειοψηφική συμμετοχή στον γειτονικό Πειραιά και βρίσκονται στη διαδικασία μετατροπής του σε ένα καθαρά εμπορικό δίαυλο που θα απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της θαλάσσιας κίνησης που εισέρχεται στη Μεσόγειο από την Ασία. Ο Ασπρόπυργος είναι το λιγότερο γνωστό αλλά εξίσου σημαντικό project των Κινέζων στην Ελλάδα. Πάνω σε ένα φιλέτο του Θριάσιου Πεδίου που πρόσφατα συνδέθηκε με ράγες με τις προβλήτες του Πειραιά, οι Κινέζοι σχεδιάζουν να επενδύσουν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ στο μεγαλύτερο σιδηροδρομικό κόμβο της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Θα μεταφέρουν φορτία στον Ασπρόπυργο με τραίνο, κατόπιν στην Πράγα μέσω της νέας σιδηροδρομικής γραμμής, διανέμοντας αγαθά στις χώρες καθοδόν – εάν, δηλ., καταφέρουν να πάρουν το μέρος υπό τον έλεγχό τους. Οι άνθρωποι, όπως και τα αγαθά, έχουν έρθει από απομακρυσμένες γωνιές της Ευρώπης και της Ασίας. Η πλειονότητα των 40.000 κατοίκων έφτασαν από απλή ιστορική σύμπτωση, σπρωγμένοι από κλιματικά γεγονότα πάνω στα οποία είχαν μικρό έλεγχο. Αρβανίτες, Πόντιοι, Πελοποννήσιοι, Κρήτες, Ηπειρώτες, Αλβανοί, Πακιστανοί, τσιγγάνοι είναι μερικές από τις εθνολογικές ομάδες που υπάρχουν στον δήμο Ασπροπύργου. Ο Ασπρόπυργος βρίσκεται γύρω στα 20 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Αθήνας και 3 χιλιόμετρα ανατολικά της Ελευσίνας. Η πόλη του Ασπροπύργου εντοπίζεται στα νοτιοδυτικά, γύρω στο 1,5 χιλιόμετρο βόρεια της ακτής. Οι παλαιότεροι (Αρβανίτες) κάτοικοι του Ασπροπύργου διαβιούν στην κυρίως πόλη, ενώ στην παραλία έχουν εγκατασταθεί Αρκάδες, που ήρθαν να δουλέψουν στα «Τσιμέντα Χάλυψ» κατά την δεκαετία του 1930. Στην Γκορυτσά και Άνω και Κάτω Φούσα ζουν επαναπατρισθέντες Πόντιοι, όπως και στη Νέα Ζωή και στις συνοικίες Νεόκτιστα και Ρουπάκι εργατοτεχνικό προσωπικό από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Στην Νέα Ζωή υπάρχουν και εγκαταστάσεις Τσιγγάνων. 
Πηγές :  https://arxeionpolitismou.gr/2017/04/aspropyrgos.html https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%83%CF%80%CF%81%CF%8C%CF% 80%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82 https://www.parapolitika.gr/stories/article/1700313/oleukospurgospouedoseto onomastonaspropurgoiagnosti istoria/ https://www.kathimerini.gr/culture/402227/i istoriatoyaspropyrgoyanatrepei ta stereotypa/ https://www.economist.com/1843/2017/10/24/europesheartofdarkness https://vidarchives.gr/en/reports/2023_04_2589 https://oakke.gr/sabotaz crisis/%CF%83%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%B 6%E2%80%93 %CF%81%CF%89%CF%83%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B5%C E%B6%CE%B9%CE%BA%CE%B7 %CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B4%CF%85%CF%83%CE %B7/item/878%CE%B5%CE%BD%CE%B1 %CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%B9% CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF %CF%81%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B6 https://www.google.com/amp/s/www.zougla.gr/greece/i-elada-xrisimopite-giana-diefkolinete-i-diafigi-ton-emporon-narkotikon/amp/ 
https://commonality.gr/roberto-saviano-stin-ellada-oi-mafies-den-vriskoynantistasi/ https://www.kathimerini.gr/world/561389980/antimetopiste-ti-mafia-me-toitaliko-montelo/ https://eleftheriaonline.gr/stiles/emvolima/item/40821-rttg https://www.dimosaspropyrgou.gr/o-dimos/istoria-tou-dimou/ https://thriassio.gr/aspro-oi-ageladotrofoi-toy-aspropyrgoy-aristera-kai-schediomarsal/ https://www.lifo.gr/podcasts/istoria-mias-polis/kapote-o-aspropyrgosonomazotan-kai-mikros-kanadas https://www.liberal.gr/portosalte/kratos-toy-aspropyrgoy Σ.Ε.Υ.Π., Τ.Ε.Ι. ΗΠΕΙΡΟΥ, ΤΜΗΜΑ ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΟΚΟΜΙΑΣ, ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Με θέμα: «Η Ιστορική εξέλιξη του θεσμού της Προσχολικής αγωγής. Πώς ξεκίνησε, τί ανάγκες καλύπτει και πώς εξελίχθηκε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό». Ονοματεπώνυμο: Ζουριδάκη Βασιλική Υπεύθυνος καθηγητής: Κος Γκόγκας Θεμιστοκλής Ιωάννινα 2006 ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΛΛΙΕΡΗ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΒΙΟΙ ΥΛΙΚΟΣ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΑΣΠΡΟΠΥΡΓΟΣ 2008 ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΛΛΙΕΡΗ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΚΑΤΟΙΚΟΙ . ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ . ΔΙΓΛΩΣΣΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ . ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΑΣΠΡΟΠΥΡΓΟΣ 2010 

Βρύγες, Βεσσοί, Δωριείς, Ηπειρώτες, Μακεδόνες, Ιλλυριοί : Οι πρόγονοι των Αρβανιτών της Ελλάδας και της Ιταλίας

ΒΡΎΓΕΣ : Οι Βρύγες ήταν πολυάριθμος λαός από τη Θράκη που ζούσε στα αρχαία Βαλκάνια. Η κοιτίδα πιστεύεται πως ήταν η χώρα των Κικόνων (τα παράλια μεταξύ Έβρου και Νέστου) και η περιοχή γύρω από τις Βρυγηΐδες λίμνες (μικρή και μεγάλη Πρέσπα). Στη συνέχεια, περί το 700 π.Χ. οι Βρύγες εγκαταστάθηκαν στα βόρεια εδάφη της Ηπείρου, όπου και μνημονεύονται ως Ιλλυρική φυλή. Από εκεί και με αφετηρία την περιοχή γύρω από την Επίδαμνο (το σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας) απλώθηκαν στην Ιλλυρία κοντά στη Λυχνίτιδα λίμνη, τη σημερινή Αχρίδα, όπως διασώζει ο Σκύμνος ο Χίος, στην Αδριατική θάλασσα, όπου συναντώνται οι Βρυγηΐδες νήσοι, καθώς και στους ομοφύλους τους Παίονες, στις όχθες του Εριγώνα ποταμού.  Οι ιστορικοί όπως ο Νίκολας Χάμοντ και ο Γιουτζίν Ν. Μπόρζα αναφέρουν ότι στη μετέπειτα Εποχή του Χαλκού οι απόγονοι τους μετανάστευσαν στη Μικρά Ασία και άλλαξαν το όνομα τους από "Φρύγες" σε "Βρύγες". O Ηρόδοτος ήταν ο ιστορικός που αναφέρει πρώτος ότι οι Βρύγες ήταν οι Μακεδόνες που μετανάστευσαν πρώτοι στην Ανατολή (1200 π.Χ. - 800 π.Χ.) και άλλαξαν το όνομα τους σε Φρύγες. Όταν έπεσαν οι Χετταίοι δημιουργήθηκε κενό στην Ασία, στην περιοχή εγκαταστάθηκαν οι Βρύγες που ζούσαν στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας, της βορείας Ηπείρου και της Μυγδονίας που βρισκόταν δυτικά του Αξιού και κατακτήθηκε από το αρχαίο Μακεδονικό βασίλειο τον 5ο αιώνα π.Χ. Οι Βρύγες ζούσαν ειρηνικά με τους υπόλοιπους κατοίκους της Μακεδονίας αλλά ο Ευγάμμονας ο Κυρηναίος στο έργο του Τηλεγόνεια έγραψε ότι ο Οδυσσέας οδήγησε τους Ηπειρώτες Θεσπρωτούς εναντίον των Βρυγών. Πολλοί Βρύγες παρέμειναν ακόμα και μετά τη μετανάστευση στην Ανατολή στη βόρεια Πελαγονία και γύρω από την περιοχή που οικοδομήθηκε η μετέπειτα Επίδαμνος (Δυρράχιο). Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι πολλοί Βρύγες της Θράκης αντιστάθηκαν σκληρά στον Μαρδόνιο και τον τραυμάτισαν, αυτός ωστόσο αργότερα τους υπέταξε και μπόρεσε να συνεχίσει τον δρόμο του προς την νότια Ελλάδα.
Η φρυγική είναι αναμφίβολα η περισσότερο γνωστή παλαιοβαλκανική γλώσσα. Εντάσσεται στις παλαιοβαλκανικές γλώσσες διότι στην αρχαιότητα ήταν γνωστό ότι οι Φρύγες είχαν μεταναστεύσει στην Μικρά Ασία από τα Βαλκάνια λίγο μετά τα Τρωικά. Όσο περισσότερο την κατανοούσαν οι γλωσσολόγοι τόσο πιο πολύ συνειδητοποιούσαν τις ομοιότητες που έχει με την ελληνική. Σήμερα, οι περισσότεροι γλωσσολόγοι μιλάνε για Ελληνο-Φρυγικό κλάδο της ΙΕ οικογένειας, δηλαδή πιστεύουν ότι η Ελληνική και Φρυγική γλώσσα κατάγονται από κοινό γλωσσικό πρόγονο που μιλιόταν στα Βαλκάνια κατά την περίοδο 2500-2000 π.Χ. Ο Ελληνο-Φρυγικός κλάδος με τη σειρά του μαζί με τον Αρμενικό και τον Ινδο-Ιρανικό («Άριο») σχηματίζουν τον λεγόμενο Ελληνο-Άριο. Ο Ηρόδοτος πίστευε ότι η Φρυγική ήταν η αρχαιότερη γλώσσα του κόσμου. Για να «δικαιολογήσει» αυτήν του την πεποίθηση εφηύρε μια ιστορία με ένα «πείραμα» που έκανε ο Αιγύπτιος Φαραώ Ψαμμήτιχος Α΄ θέλοντας να εξακριβώσει ποια είναι η αρχαιότερη γλώσσα. Απομόνωσε δυο νεογέννητα και περίμενε ν΄ακούσει ποια θα είναι η γλώσσα που θα χρησιμοποιούσαν όταν θα πρωτομιλούσαν. Τα παιδιά είπαν «βέκος» που ήταν φρυγιστί το ψωμί και τότε ο φαραώ κατάλαβε ότι η Φρυγική είναι η παλαιότερη γλώσσα του κόσμου.
ΔΩΡΙΕΊΣ : Οι Δωριείς ήταν ελληνικό φύλο, ένα από τα τέσσερα της αρχαιότητας, το οποίο καταγόταν σύμφωνα με τις γραπτές παραδόσεις από την οροσειρά της Πίνδου. Κατά την παλαιά παραδοσιακή θεωρία και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι Δωριείς κατέβηκαν στη νότια Ελλάδα περίπου τον 12ο π.Χ. αιώνα και κατέλυσαν τον Μυκηναϊκό πολιτισμό. Αυτή η εσωτερική μετανάστευση των Δωριέων αποτέλεσε τμήμα της γενικότερης προσπάθειας των δυτικών φυλετικών ομάδων να κατακτήσουν νέες περιοχές. Οι ακριβείς συνθήκες της μετακίνησής τους προς νότον παραμένουν άγνωστες. Οι Δωριείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους εγκατάστασής τους, καθώς είτε δέχτηκαν την πίεση άλλων φυλετικών ομάδων, είτε οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι δεν επαρκούσαν. Οι Δωριείς ήταν ένα ελληνικό ποιμενικό και πρωτόγονο σχετικά φύλο. Πολιτιστικά κατώτεροι των Αχαιών αλλά στρατιωτικά ισχυρότεροι επιβλήθηκαν στα 2/3 της Πελοποννήσου. Εκπληκτικό είναι το γεγονός της πλήρους επικράτησης του δωρικού γλωσσικού ιδιώματος σε μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, παρ' όλη τη μακρά πολιτιστική πορεία του τόπου αυτού. Κατά το δεύτερο ελληνικό αποικισμό, μαζί με τις άλλες ελληνικές δυνάμεις, οι Δωριείς δημιούργησαν αποικίες στη Μεγάλη Ελλάδα, δηλαδή τη νότια Ιταλία και Σικελία, όπως τις Συρακούσες, στα παράλια του Ιονίου πελάγους, της Αδριατικής Θάλασσας καθώς και στα στενά του Βοσπόρου.
Δύο ακόμη γεωγραφικές και πολιτιστικές ενότητες συνδέονται με τους Δωριείς. Πρόκειται για την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Η Ήπειρος έμεινε στην αφάνεια μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους. Κατοικήθηκε από δωρικά φύλα, που δεν είχαν εξελιχθεί πολιτιστικά και δεν ακολούθησαν την ανάπτυξη των άλλων πόλεων της νότιας Ελλάδας, σημαντικότερα από τα οποία ήταν οι Μολοσσοί και οι Θεσπρωτοί.
Το έντονο ορεινό ανάγλυφο της Ηπείρου επέδρασε καθοριστικά στη γλώσσα και τις συνήθειες των Ηπειρωτών. Το ιδίωμα όμως της αρχαίας Ηπείρου φαίνεται να ήταν το δωρικό. Παρ' όλα αυτά θα πρέπει να τονιστεί ότι η σύνδεση μεταξύ Δωριέων και Μακεδνών αναφέρεται κυρίως στη φυλετική τους σχέση και λιγότερο στη γλωσσική, αφού η μακρόχρονη γεωγραφική απομόνωση της Μακεδονίας αποτέλεσε τροχοπέδη για τη γλωσσική εξέλιξη της Μακεδονικής διαλέκτου. Οι Δωριείς ήταν πολεμοχαρείς και πειθαρχημένοι, μία φυλή καθαρά στρατιωτική. Αυτό αντανακλάται και στην αρχιτεκτονική τους. Ο δωρικός ρυθμός διακρίνεται για τη λιτότητα και την αυστηρότητά του. Ο ρυθμός άκμασε κυρίως στα μεγάλα δωρικά κέντρα της Πελοποννήσου, όπως ήταν η Κόρινθος και το Άργος. Οι Δωριείς εισέβαλαν στην Πελοπόννησο διάμεσω της Ηπείρου και της Μακεδονίας στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.χ. (περίπου 1.100 με 1.000 π.χ.),όμως οι λόγοι αυτής της μετακίνησης δεν έχουν διασαφηνιστεί. Ενώ πολλοί κάτοικοι της περιοχής μετανάστευσαν προς νότο,εκείνη την εποχή εμφανίστηκαν στην Ήπειρο οι τρεις βασικές φυλές της (σύμφωνα και με τους ιδρυτικούς μύθους των φυλών αυτών).Τα φύλλα αυτά ήταν οι Χάονες στα βορειοδυτικά (σημερινή Αλβανία), οι Μολοσσοί στο κέντρο (Ιωάννινα και Άρτα) και οι Θεσπρωτοί στο νότο (Θεσπρωτία και Πρέβεζα). Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα που διαμορφώθηκαν στα πρότυπα της πόλης-κράτους, όπως η Αθήνα, η Σπάρτη και η Κόρινθος,οι Ηπειρώτες ζούσαν σε μικρά χωριά. Η περιοχή βρίσκονταν στο άκρο του ελληνικού κόσμου και συχνά οι ηπειρώτικες φυλές είχαν να αντιμετωπίσουν εισβολείς από τον βορρά. Η περιοχή πάντως ήταν ιδιαίτερης θρησκευτικής σημασίας για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, λόγω της παρουσίας του Μαντείου του Δία της Δωδώνης.
ΒΕΣΣΟΙ ΚΑΙ ΣΑΤΡΕΣ : Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και, ταυτόχρονα, λιγότερο μελετημένες εθνογλωσσικές ομάδες της ύστερης ρωμαϊκής αρχαιότητας είναι οι «Βέσσοι», δηλαδή οι πληθυσμοί της βαλκανικής ενδοχώρας που συνέχισαν να μιλάνε δακομυσικά ιδιώματα μέχρι το τέλος της αρχαιότητας, πέρα από τον παράλληλο -μερικό ή ολικό- εκλατινισμό τους. Κατά την ύστερη αρχαιότητα (4ος μ.Χ. αιώνας και έπειτα) ο «βεσσικός χώρος» περιελάμβανε τα εδάφη της παλαιάς Άνω και Κάτω Μυσίας. Τα εδάφη αυτά λίγο αργότερα διαιρέθηκαν διοικητικά στην Διοίκηση Δακίας που ανήκε στην Υπαρχία του Ιλλυρικού και στα βορειοδυτικά εδάφη της Διοικήσεως Θράκης που ανήκε στην Υπαρχία του Ανατολικού. Για τον Ηρόδοτο οι Βέσσοι ήταν οι ιερείς του «Διονύσου» [= Σαβαδίου προφανώς] του θρακικού φύλου των Σατρών. Οι τελευταίοι περιγράφονται ως ένα «αεί ανυπότακτο» και «ακραίως πολεμικό» θρακικό φύλο που κατοικούσε σε ψηλά όρη. Η κατάσταση έτσι όπως την περιγράφει ο Ηρόδοτος είναι αυτή ενός θρακικού φύλου με -τουλάχιστον- δύο κάστες: μία κάστα πολεμιστών (οι «τὰ πολέμια ἄκροι» Σάτραι) και μία κάστα ιερέων (οι «τῶν Σατρῶν προφητεύοντες τοῦ ἱροῦ» Βησσοί). Ο Στράβων, τέσσερεις αιώνες μετά από τον Ηρόδοτο, παρουσιάζει μια διαφορετική και λιγότερο κολακευτική εικόνα για τους Βέσσους. Για τον Στράβωνα οι Βέσσοι ήταν ένα ληστρικότατο φύλο («καὶ ὑπὸ τῶν ληιστῶν ληισταὶ προσαγορεύονται» = «ακόμα και οι ληστές τους αποκαλούν ληστές») «λυπρόβιων καλυβιτών» που κατοικούσε στον Αίμο και στα περικείμενα όρη. Ο Στράβων παραθέτει και την γεωγραφική κατανομή των Βεσσών, λέγοντας ότι «συνάπτονται» με τους Παίονες στη Ροδόπη και, από τα Ιλλυρικά φύλα, με τους Αυταριάτες και τους Δαρδανίους. 
Οι ορεσίβιοι Βέσσοι εκχριστιανίστηκαν στα τέλη του 4ου αιώνα από τον επίσκοπο Νικήτα της Ρεμεσιάνας, έναν λόγιο και μάλλον γηγενή («Βέσσο») της Μεσόγειας Δακίας που γνώριζε άπταιστα τη Λατινική και την Ελληνική γλώσσα και, προφανώς, την «Βεσσική» γλώσσα. Αρκετές πηγές του 6ου μ.Χ. αιώνα αναφέρονται σε Βέσσους μοναχούς σε μοναστήρια των Αγίων Τόπων, οι οποίοι προσεύχονταν στην οικεία τους [Βεσσική] γλώσσα. Ο κορυφαίος στρατηγός του Ιουστινιανού Βελισάριος επίσης καταγόταν από την νοτιοανατολική εσχατιά της Διοικήσεως Δακίας (από τη Γερμάννη, σημερινά Sapareva Banya). Αν δεν είχε γοτθική καταγωγή (μια πιθανότητα που πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη στα άτομα της ύστερης αρχαιότητας που προέρχοντια από την βαλκναική ενδοχώρα) τότε είναι πολύ πιθανό να είχε «βεσσική» καταγωγή. Το τελευταίο πρόσωπο που προσδιορίζεται ως «Βέσσος» στις πηγές μας ήταν «ο Πατρίκιος Μαύρος ο Βέσσος» που αναφέρει ο Θεοφάνης στο έτος 710/711 (επί βασιλείας Ιουστινιανού Β΄) και τον οποίο πολλοί μελετητές ταυτίζουν με τον Πατρίκιο και «Άρχοντα των Σερμησιανών και των Βουλγάρων» Μαύρο που αναφέρει το δεύτερο βιβλίο των «Θαυμάτων» του Αγίου Δημητρίου. Ο Μαύρος των «Θαυμάτων» ήταν η κεφαλή των Σερμησιανών (απόγονοι Ρωμαίων πολιτών από την βαλκανική ενδοχώρα που οι Άβαροι είχαν συγκεντρώσει αιχμαλώτους πολέμου στην περιοχή του Σιρμίου στον Δούναβη) και έγινε υπαρχηγός του βούλγαρου Κούβερ που οδήγησε τους Σερμησιανούς και τους Βούλγαρούς του πίσω στα ελεύθερα εδάφη της βυζαντινής (ρωμαϊκής) αυτοκρατορίας. 
Ο Βούλγαρος Χάνος Κρούμος έστρεψε τις προσπάθειές του προς τον νότο, με σκοπό να καθυποτάξει τους Σλάβους της κοιλάδας του Στρυμόνα και της υπόλοιπης Μακεδονίας. Το κυριώτερο εμπόδιο στα σχέδιά του ήταν το ισχυρό φρούριο της Σαρδικής (σημερινή Σόφια) που το κατείχαν ανέκαθεν οι Βυζαντινοί. Ο Κρούμος πολιόρκησε την πόλη με ένα μεγάλο στράτευμα την άνοιξη του 809. Ο Κρούμος πολιόρκησε την πόλη, αλλά δεν μπορούσε να κάμψει την αντίσταση των υπερασπιστών της για αρκετές εβδομάδες. Στο τέλος, υποσχέθηκε ότι θα σεβαστεί την ζωή των Βυζαντινών αν παραδοθούν. Η πόλη παραδόθηκε και ο Κρούμος εισήλθε στη Σαρδική πριν από το Πάσχα, δεν τήρησε όμως την υπόσχεσή του σκοτώνοντας ολόκληρη τη φρουρά των 6.000 ανδρών και αριθμό αμάχων. Η Σαρδική ήταν ένας από τους βασικούς κόμβους κόμβων συγκοινωνιών στα Βαλκάνια. Τα επόμενα χρόνια (και αιώνες) χρησίμευσε σαν βάση για την επέκταση των Βουλγάρων προς νότο. Ο Γερμανός ιστορικός Gottfried Schramm υπέθεσε ότι οι Αρβανίτες προέρχονται από τους εκχριστιανισμένους Βέσσους της Θράκης, αφού τα υπολείμματά τους απωθήθηκαν από τους Σλάβους και τους Βουλγάρους κατά τον 9ο αιώνα δυτικά, προς τη σημερινή Αλβανία, δημιουργώντας σαν αντίσταση το βυζαντινό θέμα του Δυρραχίου. Το Δυρράχιον ήταν διοικητική διαίρεση του Βυζαντίου. Βρισκόταν στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας, ανατολικά της Αδριατικής. Ιδρύθηκε τον 9ο αι. και ονομάστηκε έτσι από την πρωτεύουσά του το Δυρράχιο (Dyrrachium). Η ακριβής ημερομηνία της ίδρυσης του Θέματος Δυρραχίου είναι ασαφής, ένας Βυζαντινός Στρατηγός καταγράφεται στο Δυρράχιο (842) αλλά έχουν διασωθεί πολλές σφραγίδες Στρατηγών της εποχής. Στα τέλη του 11ου αιώνα και τον 12ο αιώνα η πόλη του Δυρραχίου και η επαρχία του είχε κορυφαία σημασία για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η πόλη αποτελούσε το κορυφαίο εμπορικό λιμάνι στην δύση αλλά και το βασικό σημείο για να ελέγξουν τόσο τους εισβολείς από την Ιταλία όσο και τους δυτικούς Σέρβους ηγεμόνες. Ο Δουξ του Δυρραχίου αποτελούσε το μεγαλύτερο αξίωμα σε όλες τις δυτικές επαρχίες, δύο από αυτούς την δεκαετία του 1070 ο Νικηφόρος Βρυέννιος ο Πρεσβύτερος και ο Νικηφόρος Βασιλάκης χρησιμοποίησαν την θέση τους ακόμα και να διεκδικήσουν την αυτοκρατορία. 
ΙΛΛΥΡΙΟΊ: Ομάδα φύλων του δυτικού τμήματος της χερσονήσου του Αίμου. Η ονομασία τους αυτή, με την οποία έγιναν γνωστοί στις αρχαιοελληνικές πηγές, φαίνεται ότι προήλθε αρχικά από ένα μικρό φύλο της Ιλλυρίδος (*), δηλ. της περιοχής της σημερινής κεντρικής Αλβανίας, με το οποίο ήλθαν σε επαφή για πρώτη φορά οι Έλληνες και στην συνέχεια η χρήση του διαδόθηκε και περιέλαβε όλα τα «ιλλυρικά» φύλα. Οι πρόγονοι των Ιλλυριών υποστηρίζεται ότι προήλθαν από την συγχώνευση των ιθαγενών Νεολιθικών Πελασγών κατοίκων των Βαλκανίων με τους Διναρικους εισβολείς από τις Ρωσο-ουκρανικές στέπες, η οποία σημειώθηκε στην διάρκεια της Χαλκολιθικής Εποχής (4η χιλιετία π.Χ.), κυρίως στις περιοχές της κεντρικής και ανατολικής χερσονήσου του Αίμου. Στο δυτικό τμήμα θα διεισδύσουν αργότερα, με αποτέλεσμα η περιοχή να εμφανίζει καθυστέρηση και η Εποχή του Ορειχάλκου να αρχίσει μόλις το 2.100/2.000 π.Χ. Η φάση πάντως του σχηματισμού των λεγομένων Πρωτο-Ιλλυριών καλύπτει ολόκληρη την Εποχή του Ορειχάλκου (Bronze Age, 2.100/2.000 – 1100 π.Χ.), ενώ στην διάρκεια των πρώτων αιώνων της Εποχής του Σιδήρου (1.100 – 700 π.Χ.), έχουμε την διαμόρφωση των Πρώϊμων Ιλλυριών. Από το 700 π.Χ. και μετά αναφερόμαστε πλέον στα ήδη σχηματισμένα φύλα των Ιλλυριών που αναφέρονται στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς.
Θα πρέπει πάντως να τονίσουμε, ότι οι συστηματικές έρευνες των τελευταίων δεκαετιών, που συγκέντρωσαν έναν τεράστιο όγκο αρχαιολογικού και γλωσσολογικού υλικού, απέδειξαν ότι οι Ιλλυριοί δεν απετέλεσαν ποτέ μια ομοιογενή εθνική και φυλετική οντότητα. Η ανομοιογένεια αυτή ερμηνεύεται όχι μόνον από την ανάμειξη των ιθαγενών Νεολιθικών Πελασγικών πληθυσμών με τους νομάδες της Ρωσικής στέπας εισβολείς όπως προαναφέραμε, αλλά και από την είσοδο κεντροευρωπαϊκών λαών των λεγομένων «πολιτισμών των Τεφροδόχων» στις κεντρικές και δυτικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου.
Η είσοδος αυτών των λαών έγινε σε δύο κύματα: Το πρώτο σημειώθηκε γύρω στο 1200 π.Χ. και ταυτίζεται με την μεγάλη «Φρυγική μετανάστευση», ενώ το δεύτερο πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 12ου αιώνα και στην διάρκεια του 11ου αιώνα π.Χ. Αυτό το δεύτερο κύμα είχε αξιοσημείωτη επίδραση ειδικά στις δυτικές περιοχές, όχι μόνον στα υλικά στοιχεία των τοπικών πολιτισμών, αλλά κυρίως στο ότι προκάλεσε νέες μετακινήσεις λαών από τα ανατολικά παράλια της Αδριατικής προς την ιταλική χερσόνησο και ειδικότερα το νοτιοανατολικό της άκρο (αρχ. Ιαπυγία ή Καλαβρία, σημερινή Απουλία). Οι λαοί που εγκαταστάθηκαν στις ιταλικές ακτές της Αδριατικής ήσαν οι Ιάπυγες, οι Μεσσάπιοι και οι Χώνες. Για τους τελευταίους, πιστεύεται ότι σχετίζονται με το Δυτικό (Ηπειρωτικό) ελληνικό φύλο των Χαόνων. Τα νότια όρια εξάπλωσης των ιλλυρικών φύλων τοποθετούνται στην κοιλάδα του ποταμού Αώου, στην σημερινή νότια Αλβανία, ενώ ορισμένοι τα τοποθετούν βορειότερα, στην κοιλάδα του ποταμού Γενούσου (σημερ. Shkumbi). Οι Ταυλάντιοι, αποτελούσαν μια ομάδα ιλλυρικών φύλων, που κατά καιρούς κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της παραλιακής πεδιάδας μεταξύ των ποταμών Αώου στα νότια και Δρίλωνος (σημερ. Drin) στον βορρά. Η παράδοση για την ίδρυση (γύρω στο 627 π.Χ.) της Επιδάμνου (αποικία των Κερκυραίων, σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας), την οποία κατέγραψε επίσης ο Αππιανός, αναφέρει τους Βρίγες ως τους παλαιοτέρους κατοίκους της περιοχής, που τους διαδέχθηκαν αργότερα οι Ταυλάντιοι, με τους οποίους, όπως σαφώς συμπεραίνεται, οι Βρίγες δεν είχαν καμιά σχέση ή συγγένεια. Οι Ιλλυριοί επιδίδονταν κυρίως στην κτηνοτροφία (αιγοπρόβατα, χοίροι), το κυνήγι, το ψάρεμα και λιγότερο στη γεωργία. Καλλιεργούσαν ήμερο σιτάρι, βρώμη, κεχρί, και όσπρια. Μάλλον δεν γνώριζαν την καλλιέργεια του αμπελιού και της ελιάς. Αξιοποίησαν φυτά αρωματικά για φαρμακευτικούς λόγους (π.χ. ιλλυρική ίριδα). Υπάρχουν αναφορές για τέλεση ανθρωποθυσιών πριν τη μάχη με τον Μέγα Αλέξανδρο το 335 π.Χ. Οι Ιλλυριοί υιοθετούν την άποψη πως η μαγεία και η βασκανία ασκούν επίδραση στους ανθρώπους. Δεν είχαν συγκροτημένη κοσμογονική θεωρία. Συχνά ετυμολογείται η ονομασία του λαού των Ιλλυριών από κάποια λέξη με τη σημασία ερπετό -κάτι που δείχνει την κεντρική σημασία που είχε στο κοσμοείδωλο των Ιλλυριών το ερπετό. Το φίδι κυριαρχεί στις απεικονίσεις σημαίνοντας γονιμότητα, δύναμη κι αργότερα, με τη διάδοση του Χριστιανισμού, γίνεται σύμβολο αντίδρασης προς αυτόν. Δεν υπάρχει μια μοναδική ή κυρίαρχη θεότητα και οι θεότητές τους είχαν μάλλον τοπικό χαρακτήρα. 
Ο Διναρικός τύπος παρουσιάζει αρκετή εξάπλωση στην Ευρώπη. Γεωγραφικός πυρήνας του είναι τα Βαλκάνια, όμως έχει διαδοθεί γενικότερα στην κεντρική Ευρώπη, όπως σε νότια Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Τσεχία, Ρουμανία, Ουκρανία κτλ. ενώ ίχνη του εντοπίζονται ακόμη και στη βόρεια, δυτική και ανατολική Ευρώπη. Κατά τον Günther το βλέμμα τους δείχνει δύναμη και αυτοπεποίθηση, γεγονός που προφανώς δεν προκύπτει από τη μορφή του βλέμματος, αλλά από τη σύνδεση που κάνουμε όλοι ασυνείδητα στο μυαλό μας μεταξύ αυτής της μορφής και συγκεκριμένου χαρακτήρα. Τους αναγνωρίζει τραχύτητα και ευθύτητα, όπως επίσης ηρωισμό και σκληρότητα. Ο Διναρικός τύπος χαρακτηρίζεται από ενεργητικότητα, σκληρότητα και εργατικότητα. Εκνευρίζεται πολύ εύκολα και μνησίκακα. Έχει ικανότητα για επιφανειακή μάθηση και όχι για σύλληψη βαθύτερων εννοιών. Απουσιάζει πλήρως το οργανωτικό πνεύμα και η εθνική συνείδηση, με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να μην έχουν συνεκτικούς δεσμούς και να είναι υπό διάλυση. Όταν πειστεί για κάτι προσκολλάται σε αυτό και γίνεται ισχυρογνώμων. Είναι ατίθασος, διαθέτει μεγάλες αντοχές, είναι ενεργητικός και σκληρός. Όλα αυτά τα στοιχεία τον καθιστούν γενναίο πολεμιστή και ιδιαίτερα αντάρτη, αν και οι επιφανειακές του γνώσεις δεν τον καθιστούν κατάλληλο για ηγεσία. Είναι σε υπερβολικό βαθμό υλιστής και για το χρήμα μπορεί να εργαστεί σκληρά, να οδηγηθεί σε μετανάστευση ή στην πιο μακρινή περιπέτεια. Η απουσία έμφυτης αγάπης για την πατρίδα και όχι μόνο για το σπίτι του, τον κάνουν να αποκτά δύσκολα εθνική συνείδηση. Η σκληρότητα και η βαρύτητα του τρόπου έκφρασης απορρίπτουν κάθε έννοια πάθους και συναισθηματισμού. Εντυπωσιάζεται από τη δύναμη και το μεγαλείο και συντάσσεται υπό τις γραμμές του αντίστοιχου ηγέτη με γενναιότητα αλλά χωρίς καμία υποτακτικότητα. Αγαπάει τη φύση και συχνά αποτελεί αγροτικό και ορεινό πληθυσμό, που ασχολείται με την κτηνοτροφία ή τη γεωργία. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των Διναρικών είναι η μύτη τους. Λεπτόρρινη, μακριά και κυρτή τις περισσότερες φορές. Οι Διναρικοί είναι συνήθως λεπτοπρόσωποι. Το κεφάλι είναι κοντό, ψηλό και πλατύ, εμφανίζοντας μεγάλο μέτωπο. Ως προς τα σωματικά γνωρίσματα, οι Διναρικοί περιγράφονται ως ψηλοί, βραχυκέφαλοι και με σκούρα μαλλιά. 
Η ΑΡΧΑΊΑ ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΤΑΝΆΣΤΕΥΣΗ ΤΩΝ ΛΑΏΝ  : Μετά τον Τρωικό πόλεµο συνεχίστηκαν οι µετακινήσεις πληθυσµών και οι εισβολές στην Ελλάδα, η οποία δεν έµεινε ήσυχη και δεν µπόρεσε να προκόψει.......Εξήντα χρόνια µετά την εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία, οι Θεσσαλοί έδιωξαν από την περιοχή τους Βοιωτούς που πήγαν και εγκαταστάθηκαν στη γη του Κάδµου, που σήµερα λέγεται Βοιωτία. Oγδόντα χρόνια µετά τα Τρωικά, οι ∆ωριείς µε αρχηγούς τους Ηρακλείδες* κυρίευσαν την Πελοπόννησο. Μόνο µετά από πολλά χρόνια ηρέµησε εντελώς η Ελλάδα, γιατί σταµάτησαν οι µετακινήσεις πληθυσµών. Οι Ηρακλείδες: οι απόγονοι του Ηρακλή. Θουκυδίδης, βιβλίο Α, κεφ. 12 (διασκευή) Η χώρα που σήµερα ονοµάζεται Ελλάδα πολύ παλιά δεν είχε µόνιµους κατοίκους. Oι µετακινήσεις τότε ήταν συχνές. Oι κάτοικοι πιέζονταν από άλλα νεότερα φύλα και έφευγαν εύκολα από τις περιοχές που έµεναν. Τότε δεν υπήρχε εµπόριο ούτε ασφάλεια στη στεριά και τη θάλασσα. Oι άνθρωποι δεν καλλιεργούσαν µεγάλα χωράφια. ∆ε µάζευαν χρήµατα ούτε φύτευαν δέντρα, γιατί δεν είχαν τείχη για να τους προστατεύουν. Πάντα υπήρχε ο φόβος µήπως παρουσιαστεί κάποιος και τους τα αρπάξει. Εξασφάλιζαν µόνο τις καθηµερινές τους ανάγκες και µετακινούνταν µε µεγάλη ευκολία. Oι µετακινήσεις ήταν πιο συχνές στα εύφορα µέρη, όπως η Θεσσαλία, η Βοιωτία και οι περισσότερες περιοχές της Πελοποννήσου, εκτός από την Αρκαδία. Θουκυδίδης, βιβλίο Α, κεφ.2 (διασκευή).
Πηγή : 
https://smerdaleos.wordpress.com/2016/07/14/%CE%BF%CE%B9-%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%83%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82/
https://smerdaleos.wordpress.com/2014/02/14/%CE%B7-%CF%86%CF%81%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1-1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CF%81%CF%8D%CE%B3%CE%B5%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%B5%CE%AF%CF%82
https://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2174/Istoria_D-Dimotikou_html-empl/index1_1.html
https://www.google.com/amp/s/www.mixanitouxronou.gr/dorieis-kai-iones-diafores-kai-omoiotites-poy-diamorfosan-tin-archaia-ellada-apo-poy-xekinisan-kai-poy-eftasan/amp/
https://arvanitika.blogspot.com/2016/07/blog-post_18.html?m=1
https://ethnologic.blogspot.com/2009/11/blog-post_07.html?m=1
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CE%BB%CE%BB%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1
https://en.wikipedia.org/wiki/Origin_of_the_Albanians
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%AD%CE%BC%CE%B1_%CE%94%CF%85%CF%81%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%BF%CF%85
https://fyletika.blogspot.com/2018/05/blog-post_23.html?m=1
https://fyletika.blogspot.com/2013/03/blog-post_6.html?m=1
https://fyletika.blogspot.com/2013/03/blog-post_7.html?m=1
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=b9_03