Όταν ο Αλέξιος Κομνηνός κατέλαβε την εξουσία το 1081, δεν ήταν παρά ένας ακόμη σφετεριστής. Η πολιτική αστάθεια ήταν ενδημική και τίποτε δεν προμήνυε την εδραίωση μιας νέας δυναστείας. Ακόμη, ο Αλέξιος πέρασε την πρώτη δεκαπενταετία της βασιλείας του σε εκστρατείες, είχε λοιπόν ανάγκη ενός αξιόπιστου πυρήνα υποστηρικτών. Οι συγγενικοί δεσμοί πάντοτε είχαν σημασία για έναν αυτοκράτορα, ο Αλέξιος όμως τους έκανε «συνταγματικούς». Έχει ήδη γίνει λόγος για τη δυναμική μητέρα του Άννα Δαλασσηνή. Όταν ο Αλέξιος έγινε αυτοκράτορας και χρειάστηκε να εκστρατεύσει κατά των Νορμανδών (Αύγουστος 1081), όχι απλώς εμπιστεύθηκε την αντιβασιλεία στην μητέρα του, αλλά της έδωσε πλήρεις βασιλικές εξουσίες με χρυσόβουλο. Η Άννα Δαλασσηνή είχε πολύ μεγάλη επιρροή στον υιό της, ο οποίος τη σεβόταν και την υπάκουε. Ευσεβής και αυστηρή, η Άννα Δαλασσηνή ανέλαβε την αναμόρφωση της ζωής στο παλάτι, η οποία χαρακτηρίζονταν από τρυφηλότητα. Έχοντας η ίδια λάβει το αγγελικό σχήμα, μετέτρεψε τα ανάκτορα σε αληθινό μοναστήρι. Σύμφωνα όμως με τον Ιωάννη Ζωναρά, από κάποιο σημείο και έπειτα ο Αλέξιος πρέπει να ενοχλήθηκε από τις υπερεξουσίες της μητέρας του, η οποία όταν το αντιλήφθηκε αποσύρθηκε στη μονή Παντεπόπτου. Στην επικράτηση του κινήματος των Κομνηνών σημαντικό ρόλο έπαιξε η Μαρία της Αλανίας. Η παραμονή της στα ανάκτορα μετά την άνοδο του Αλεξίου τροφοδότησε φήμες για ανάρμοστες σχέσεις μεταξύ τους, και χρειάστηκε η δυναμική παρέμβαση των Δουκών ώστε να απομακρυνθεί.
Η Ειρήνη Δούκαινα εγκαταστάθηκε επίσημα στα ανάκτορα και στέφθηκε αυτοκράτειρα. Το πρώτο διάστημα της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού πάντως, η Μαρία της Αλανίας διέμενε στο ανάκτορο της μονής των Μαγγάνων και ο υιός της, Κωνσταντίνος, εξακολουθούσε να προσφωνείται βασιλεύς. Ο Αλέξιος φρόντισε να τον αρραβωνιάσει με την πρωτότοκη κόρη του, Άννα. Σύντομα όμως η Μαρία της Αλανίας εξέπεσε από την εύνοια του αυτοκράτορα και αποσύρθηκε σε μοναστήρι «τὸ μὲν ἑκοῦσα, τὸ δέ τι τυραννουμένη», ενώ Κωνσταντίνος εξέπεσε από το αυτοκρατορικό αξίωμα και ο αρραβώνας του διαλύθηκε. Ο νεαρός Δούκας ασθένησε και απεβίωσε λίγο αργότερα, σε νεαρή ηλικία. Μετά τη μητέρα του, η αυγούστα Ειρήνη Δούκαινα είχε σημαντικό ρόλο στη βασιλεία του Αλεξίου Κομνηνού, ασκώντας μεγάλη επιρροή. Ο αυτοκράτορας προσπαθούσε να την παίρνει πάντοτε μαζί του στις εκστρατειες του, όπου όχι μόνo τον περιποιούταν αλλά και λειτουργούσε ως φύλακάς του από επιβουλές. Ο Ιωάννης Ζωναράς όμως ανέφερε πως τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο Αλέξιος, «ἀφροδισίων δ’ ἡττώμενος», ήταν ερωτικά άπιστος στη σύζυγό του, και μόνο μετέπειτα της αφοσιώθηκε. Όσο ο αυτοκράτορας μεγάλωνε και υπέφερε από ποδαλγίες, τόσο περισσότερο εξαρτιόταν από την αυγούστα και η επιρροή της γινόταν ισχυρότερη. Πρώτη κόρη του Αλεξίου ήταν η πορφυρογέννητη Άννα, γνωστή για το ιστοριογραφικό της έργο. Μετά τη διάλυση του αρραβώνα με τον Κωνσταντίνο Δούκα, ο αυτοκράτορας την πάντρεψε με το Νικηφόρο Βρυέννιο, υιό ή εγγονό του εξεγερμένου στρατηγού. Ο Βρυέννιος, άνθρωπος μεγάλης μόρφωσης και ικανοτήτων, επικουρούσε τον πεθερό του στις πολεμικές και διπλωματικές αποστολές του, ενώ είχε την εύνοια της αυγούστας. Η Ειρήνη και η Άννα μάλιστα τον προόριζαν για αυτοκράτορα αντί του υιού του Αλεξίου, πορφυρογέννητου Ιωάννη. Ο ίδιος όμως, προς απόγνωση της «φίλαρχης» Άννας, δε φαίνεται να έδειξε ενδιαφέρον για το θρόνο. Ο ανταγωνισμός για τη διαδοχή, ο οποίος σοβούσε για χρόνια, κορυφώθηκε στη νεκρική κλίνη του αυτοκράτορα, με νικητή τον Ιωάννη.
Ο Αλέξιος Κομνηνός συγκρότησε έναν στενό κύκλο εξ συγγενών, με τους οποίους μοιραζόταν την εξουσία. Όπως η μητέρα του, κανόνιζε γάμους ώστε να συγγενέψει με τους περισσότερους ευγενείς οίκους. Παρακάμπτοντας τους παραδοσιακούς αυλικούς τίτλους, ο Αλέξιος εφηύρε πολλούς νέους. Ο τίτλος του καίσαρα δόθηκε στο Νικηφόρο Μελισσηνό και το Νικηφόρο Βρυέννιο. Ο Αλέξιος όμως δημιούργησε ειδικά για τον αδελφό του Ισαάκιο τον τίλο του σεβαστοκράτορα, ο οποίος τοποθετήθηκε μεταξύ αυγούστου και καίσαρα. Ο Ισαάκιος Κομνηνός υπηρέτησε πιστά τον αδελφό του, αντικαθιστώντας τον όταν εκστράτευε, συλλέγοντας χρήματα, συμμετέχοντας σε ανακρίσεις και εκπροσωπώντας τον στις σχέσεις με την Εκκλησία και την καταστολή των αιρέσεων. Ο Μιχαήλ Ταρωνίτης (σύζυγος της αδελφής του Αλεξίου, Μαρίας) χρίστηκε πρωτοβεστιάριος και πανυπερσέβαστος, ο Αδριανός Κομνηνός πρωτοσέβαστος και ο Νικηφόρος Κομνηνός δρουγγάριος του στόλου και σεβαστός. Αυτό το καθεστώς οικογενειοκρατίας κατακρίθηκε ως ευνοιοκρατικό. Ο Ιωάννης Ζωναράς κατηγορούσε τον Αλέξιο πως έβλεπε το κράτος ως προσωπική ιδιοκτησία και φρόντιζε για τον πλουτισμό των οικείων του. Από την άλλη βέβαια, κρίνοντας από τις πολυάριθμες απόπειρες εναντίον του θρόνου και της ζωής του Αλεξίου, η ύπαρξη ενός ασφαλούς και έμπιστου θεμελίου της εξουσίας του ήταν πρωταρχικής σημασίας για την επιβίωσή του. «Κέρβεροι» όπως η Άννα Δαλασσηνή, η Ειρήνη Δούκαινα και ο Ισαάκιος Κομνηνός πιστώνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό τη μακροημέρευση του Αλεξίου και το γεγονός ότι άντεξε πολύ περισσότερα πλήγματα από ότι άλλοι αυτοκράτορες.
Η μεταβολή την οποία έφερε ο Αλέξιος Κομνηνός είχε και ιδεολογική πτυχή. Η επικράτηση της αριστοκρατίας και η υποχώρηση της χειραφέτησης των αστικών στρωμάτων οδήγησε στην παγίωση νέων αξιών. Η αντιμετώπιση των κινδύνων κινητοποίησε έναν αριστοκρατικό πατριωτισμό, με στόχο την απόκρουση των εισβολέων και την διαφύλαξη της Ορθοδοξίας. Η έμφαση στις στρατιωτικές ιδιότητες του αυτοκράτορα αποτελεί έκφραση αριστοκρατισμού, μαζί με το σεβασμό στην κληρονομικότητα, το αυξημένο κύρος της οικογένειας κ.α. Παρόλα αυτά δεν υπήρξε περιχαράκωση της αριστοκρατίας σε μία κλειστή τάξη κατά το δυτικό πρότυπο. Είναι πολύ πιθανό πως το έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα στην παραλλαγή του Εσκοριάλ, να γράφτηκε επί Αλεξίου Κομνηνού και με πρότυπο τον ίδιο. Η επεισοδιακή επαφή με τον ανερχόμενο κόσμο της Δύσης δημιούργησε μάλλον αρνητικές εντυπώσεις μεταξύ των δύο πολιτισμών. Η βυζαντινή υπερηφάνεια συγκροτούσε μία ανθεκτική ταυτότητα αλλά και τους εμπόδιζε να δουν την πρόοδο των μέχρι πρότινος «βαρβάρων». Παρότι ο Αλέξιος έκανε ότι μπορούσε ώστε να μείνουν ανοικτοί οι δίαυλοι με τη Δύση, το αντιλατινικό συναίσθημα ξεκίνησε να καλλιεργείται ήδη από τον καιρό του. Η Λατίνοι οικοδόμησαν την ταυτότητά τους σε μεγάλο βαθμό πάνω στην ετερότητά εν σχέσει με τους Έλληνες, ενώ οι τελευταίοι έκαναν τον αντιλατινισμό συστατικό της συνείδησής τους για πολλούς αιώνες.
Όπως και σε άλλους τομείς της βασιλείας του, ο Αλέξιος επενέβαινε στον εκκλησιαστικό τομέα με στόχο να διατηρεί την πρωτοβουλία τον κινήσεων. Λίγο μετά την κατάληψη του θρόνου από τον Αλέξιο, ο πατριάρχης Κοσμάς (1075-1081) παραιτήθηκε, και την θέση του πήρε ο ευνούχος Ευστράτιος Γαριδάς. Εκείνος με τη σειρά του παραιτήθηκε το 1084, και τον διαδέχθηκε ο Νικόλαος Γ’ Γραμματικός (1084-1111). Παρότι δεν έλειψαν οι αντιδράσεις, η νέα κατάσταση αποδείχθηκε αμοιβαία επωφελής: ο αυτοκράτορας εξασφάλιζε την υποστήριξη της Εκκλησίας, και η Εκκλησία έναν προστάτη. Επί Αλεξίου Κομνηνού ο ρόλος του κλήρου της Αγίας Σοφίας ενισχύθηκε. Ο μοναχισμός, ειδικότερα, έβρισκε στο πρόσωπο του αυτοκράτορα μία μεταρρυθμιστική δύναμη η οποία θα τον έπαιρνε άμεσα από την σκέπη της. Η κριτική του μοναχισμού στην κοινωνία ερχόταν πολύ κοντά στην αντίληψη του Αλεξίου για κάθαρση της ηθικής διαφθοράς. Αναπτύσσοντας εγκάρδιες σχέσεις με αγίους πατέρες όπως ο Χριστόδουλος της Πάτμου, ο Αλέξιος και οι διάδοχοί του δεν αντιδρούσαν απλώς «στην άνοδο της μοναστικής ευσέβειας, αλλά επίσης την ανακατεύθυναν και την αξιοποιούσαν». Ειδικά οι γυναίκες της δυναστείας διακρίθηκαν στην ίδρυση και ενίσχυση μοναστηριών. Η εικόνα αυτοκρατορικής ευσέβειας τονιζόταν και από τη δημιουργία έργων πρόνοιας όπως το μεγάλο Ορφανοτροφείο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο αναδιοργάνωσε και επεξέτεινε ο Αλέξιος. Από «επικοινωνιακή» άποψη, αυτοκράτορας είχε την ανάγκη να προβάλει την εικόνα της φιλοθεΐας, καθώς η βασιλεία του ξεκίνησε με την αιματηρή κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, τις φήμες για τη σχέση με τη Μαρία της Αλανίας και την οικειοποίηση εκκλησιαστικών θησαυρών. Για τις σφαγές στην Κωνσταντινούπολη, ειδικά, ο Αλέξιος εμφανίστηκε στην ιερά σύνοδο και προέβη σε δημόσια πράξη μετανοίας, με αυστηρά επιτίμια. Στην τέχνη, αγιογραφία και ναοδομία της εποχής δόθηκε μεγάλη έμφαση στο σχήμα αντανάκλασης της θείας βασιλείας στην επίγεια, με τον αυτοκράτορα ως άμεσο εκπρόσωπο του Χριστού στην Οικουμένη.528 Ακόμη, ο Αλέξιος έκανε μεγάλη χρήση ιερών λειψάνων, μεγαλύτερη από κάθε προηγούμενο αυτοκράτορα, προσφέροντάς τα ως δώρα ή φέροντάς τα στη μάχη.
Η βασιλεία του Αλεξίου Κομνηνού συνέπεσε με την εξάπλωση των αιρέσεων. Ο αυτοκράτορας έδειξε ενδιαφέρον για τον ευαγγελισμό των αλλοθρήσκων, όπως των Τούρκων, και των αιρετικών, όπως μαρτυρεί η προσωπική εμπλοκή του για την μεταστροφή των Μανιχαίων της Φιλιππούπολης. Η βασιλεία του σημαδεύθηκε από δίκες και καταδίκες για αίρεση, όπως του φιλοσόφου Ιωάννη Ιταλού, του μοναχού Νείλου Καλαβρού και του επισκόπου Τραπεζούντος Θεοδώρου Βλαχερνίτη. Ο αυτοκράτορας φρόντισε ο ίδιος να αναβαθμίσει τον ρόλο της Εκκλησίας στην παιδεία με το έδικτο του 1107, με διπλό στόχο την ηθική κάθαρση και την διδακτική επάρκεια των κληρικών. Η υπεράσπιση της Ορθοδοξίας συνδεόταν με την πολιτική υπακοή του πληθυσμού στον αυτοκράτορα και την πολιτεία. Ενώ οι Παυλικιανοί ήταν μία μάλλον σταθερή μειονότητα, η παραπλήσια αίρεση των Βογόμιλων εξαπλωνόταν ακόμη και στην ίδια την Βασιλεύουσα. Ο Βογομιλισμός αποτελούσε αμάλγαμα παλαιότερων δυστικών-γνωστικών δοξασιών. Η απόρριψη θεμελιωδών δογμάτων, όπως η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού, η ιεροσύνη, και η προσκύνηση των εικόνων, καθώς και η ιδέα ότι ο υλικός κόσμος δημιουργήθηκε από τον διάβολο, καθιστούσαν την αίρεση όλως ασύμβατη με την κρατούσα πίστη. Ο Βογομιλισμός εξαπλώθηκε στους φτωχούς αγροτικούς πληθυσμούς, ειδικά της Βουλγαρίας, Μακεδονίας και Θράκης. Στην Κωνσταντινούπολη η αίρεση εμφανίστηκε υπό τον Βασίλειο, ιατρό στο επάγγελμα, ο οποίος κατάφερε να προσηλυτίσει αρκετούς από τις ανώτερες τάξεις, ωθώντας τον Αλέξιο να αναλάβει δράση. Η καταστολή της αίρεσης πρέπει να έλαβε χώρα μεταξύ 1097 και 1100. Ο Αλέξιος παρέσυρε τον Βασίλειο στα ανάκτορα, προσποιούμενος πως ήθελε να μάθει για την πίστη του. Ενώ όμως ο Βασίλειος εξηγούσε τα του Βογομιλισμού, πίσω από ένα παραπέτασμα ένας γραμματικός σημείωνε τα λόγια του. Ο Βασίλειος συνελήφθη και καταδικάστηκε να καεί στην πυρά.
Ο 11ος και 12ο αιώνας υπήρξαν εποχή ανάπτυξης για το Βυζάντιο, παρά τις αναστατώσεις των ξένων εισβολών. Αυτό ισχύει τουλάχιστον για τη δυτική, παράκτια Μικρά Ασία, και τη χερσόνησο του Αίμου. Η Μακεδονία, η Θράκη, η Θεσσαλία, η Βουλγαρία και η Βιθυνία έγιναν οι βασικοί προμηθευτές της Κωνσταντινούπολης σε σιτηρά. Η πληθυσμιακή αύξηση, η οποία είχε ξεκινήσει τον 10 αιώνα, συνεχίστηκε και θα συνεχιζόταν ως τον 14ο. Η ενδημική ανασφάλεια όμως οδήγησε ορισμένες περιοχές σε ερήμωση. Από τον 11ο αιώνα εγκαταλείφθηκε η πολιτική των Μακεδόνων αυτοκρατόρων για την προστασία των μικροκαλλιεργητών, ενώ αυξήθηκαν τα προνόμια και οι ατέλειες. Η επέκταση της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας από τα μέσα του 11ου αιώνα είχε αξιολογηθεί ως μονοσήμαντα αρνητική. Σήμερα υπάρχει μία πιο ισορροπημένη προσέγγιση, η οποία αναγνωρίζει πως υπήρξαν και θετικές συνέπειες, με βασικότερη την αύξηση της παραγωγικότητας. Οι μεγάλες αυτές ιδιοκτησίες, ειδικά μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας (Ισαάκιος, Αδριανός) ή της ανώτερης αριστοκρατίας (Πακουριανός), μπορεί να περιελάμβαναν πλήθος οικισμών, ενώ οι άρχοντες αναλάμβαναν να ιδρύσουν νέα χωριά ή να οικοδομήσουν οχυρά. Η αύξηση της παραγωγικότητας είχε ως αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης αλλά και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των χωρικών. Η αστική οικονομία έφθασε στο απόγειό της τον 11-12ο αιώνα. Τα αρχαιολογικά στοιχεία υποδεικνύουν και εδώ αύξηση της δευτερογενούς παραγωγής, όπως και εξαγωγικό εμπόριο προς την Ευρώπη. Ο μικρότερος κρατικός έλεγχος και το «άνοιγμα» της αγοράς στους Βενετούς βοήθησε στην αύξηση της εμπορικής κίνησης. Δεν ισχύει η παλιότερη εικόνα του αδρανούς Βυζαντινού εμπόρου, ο οποίος στηριζόταν στον κρατικό παρεμβατισμό. Αντίθετα, οι Βυζαντινοί συνέχισαν να είναι δραστήριοι και να ταξιδεύουν σε όλον τον γνωστό κόσμο, από την Ισπανία ως την Ρωσία και τη Μέση Ανατολή.
Εδώ ανακύπτει το ζήτημα των προνομίων στη Βενετία, μία ενέργεια για την οποία ο Αλέξιος Κομνηνός δέχθηκε σφοδρή κριτική από τη νεότερη ιστοριογραφία. Όπως αναφέρει η Άννα Κομνηνή, ο Αλέξιος Κομνηνός αντάμειψε τους Bενετούς για τις υπηρεσίες τους στον νορμανδικό πόλεμο με χρυσόβουλο το 1082. Στους Βενετούς δόθηκαν οι σκάλες και αποθήκες από την Εβραϊκή συνοικία ως τη Βίγλα της Κωνσταντινούπολης. Ακίνητα τους χαρίστηκαν στο Δυρράχιο και άλλες πόλεις. «Τὸ δὲ δὴ μεῖζον», ο Αλέξιος παραχώρησε στους Βενετούς πλήρη φορολογική ατέλεια. Ήταν το πρώτο βήμα για την ανάπτυξη της ναυτικής και εμπορικής αυτοκρατορίας των Βενετών. Οι ατέλειες έδιναν σαφώς ένα αθέμιτο πλεονέκτημα έναντι των Βυζαντινών εμπόρων, το οποίο όμως έχει τονιστεί υπερβολικά από τους ερευνητές. Βραχυπρόθεσμα, η έλευση των Βενετών δημιούργησε μία νέα αγορά για μεσάζοντες και οι Βυζαντινοί ωφελήθηκαν. Μόνο αργότερα, όταν οι Ιταλοί άρχισαν να εμπλέκονται και στο εσωτερικό εμπόριο, άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα, τα οποία δεν ήταν αισθητά την εποχή του Αλεξίου Κομνηνού.
Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο Αλέξιος Κομνηνός συνέχισε τη νόθευση του νομίσματος. Καθώς το νομισματικό σύστημα όδευε προς την πλήρη αχρηστία, το 1092 ο αυτοκράτορας αποφάσισε να το αναδιοργανώσει. Όπως αναφέρει ο M. Hendy, «η νομισματική μεταρρύθμιση του Αλεξίου το 1092 επιχείρησε και κατόρθωσε τίποτε λιγότερο από μία ολοκληρωτική ανακατασκευή που νομισματικού συστήματος σε μία εντελώς νέα βάση, χρησιμοποιώντας κράματα μετάλλων αντί καθαρά. Συγκρίνοντάς την με προηγούμενες, μόνο η μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού υπήρξε ανάλογης κλίμακας, καθώς εκείνες του Αναστασίου Α’ και του Λέοντος Γ’ περιελάμβαναν συγκεκριμένες πτυχές μίας υφιστάμενης κατάστασης». Ο αυτοκράτορας εισήγαγε τέσσερα είδη νομίσματος: το χρυσό ὑπέρπυρον, το ἄσπρον τραχὺ ἐξ ἠλέκτρου, το ἄσπρον τραχὺ στάμενον και το χάλκινο τεταρτηρόν. Ήταν το πιο εξελιγμένο σύστημα υποδιαιρέσεων της εποχής, αποδεικνύοντας ότι ο Αλέξιος δεν είχε υπόψιν μόνο την καλύτερη είσπραξη φόρων, αλλά και την λειτουργία της αγοράς. Το ὑπέρπυρον θα έμενε απολύτως σταθερό μέχρι το 1180. Ελλείψει χρημάτων, ο αυτοκράτορας κατέφυγε στις δωρεές και τις ατέλειες ώστε να εξασφαλίσει την υποστήριξη της αριστοκρατίας (πιο γενναιόδωρα στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, σημαντικά λιγότερο στα επόμενα). Η οικονομική στήριξη και παραχώρηση ατέλειας σε μοναστήρια, όπως εκείνο που ίδρυσε ο Όσιος Χριστόδουλος στην Πάτμο, είχε το πολιτικό σκεπτικό της ανάπτυξης απομονωμένων και απομακρυσμένων περιοχών. Οι απονομές γης και εκμετάλλευσης φορολογικών εσόδων, ειδικά σε συγγενείς, δεν είχαν σκοπό μόνο τον πλουτισμό της δυναστείας και τον προσεταιρισμό των αρχόντων, αλλά και τον καταμερισμό διοικητικών καθηκόντων στις επαρχίες. Λειτουργούσαν ακόμη ως αμοιβές, σε μία εποχή που το κράτος δυσκολευόταν να καταβάλει μισθούς. Αυτή η μεταβολή έχει χαρακτηρισθεί «δημοσιονομική επανάσταση». Οι ατέλειες και η μίσθωση των φόρων σε ιδιώτες οδήγησαν σε μείωση των κρατικών εσόδων. Οι φοροεισπράκτορες ήταν ιδιαίτερα σκληροί και αρπακτικοί, ενώ ο Αλέξιος κατηγορήθηκε ότι, πλήρωνε με υποτιμημένα νομίσματα αλλά απαιτούσε πληρωμές σε παλιότερα, πλήρους αξίας. Η πολιτική αυτή ενέτεινε την αποξένωση του λαού των επαρχιών.
Πηγή :
Υψηλή Στρατηγική του Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1081-1118) Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία Μάριος Νοβακόπουλος
ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Βυζαντινός Κόσμος: Ιστορία και Αρχαιολογία» Ειδίκευση: Βυζαντινή Ιστορία
ΑΘΗΝΑ 2021-2022