Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Κάσσανδρος της Μακεδονίας : Ο πιο καταραμένος διάδοχος του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Ο Κάσσανδρος δεν ακολούθησε τον στρατό του Αλεξάνδρου, αλλά έμεινε στην Μακεδονία στο πλευρό του Αντιπάτρου. Μάλιστα, ο Αλέξανδρος προσπάθησε να αντικαταστήσει τον Αντίπατρο, ίσως μετά από ώθηση της μητέρας του, Ολυμπιάδας, που πίστευε ότι ο Αντίπατρος σκόπευε να τον προδώσει. Τότε, ο αντιβασιλέας Αντίπατρος έστειλε τον Κάσσανδρο στη Βαβυλώνα, για να μεταπείσει τον Αλέξανδρο - να του αλλάξει γνώμη ή σύμφωνα με άλλους να τον εξοντώσει. Εκεί βρισκόταν, ως οινοχόος του στρατηλάτη, και ένας άλλος γιος του Αντίπατρου, ο Ιόλαος. 
Το βέβαιο είναι ότι ο χαμός του μεγάλου στρατηλάτη έσωσε τον πατέρα του Κάσσανδρου και έδωσε μια.. νέα, μεγάλη ώθηση και στη δική του καριέρα. Ο Κάσσανδρος επέστρεψε στην Μακεδονία. Μετά τον πατέρα του Αντίπατρο έλαβε τη δεύτερη θέση στην ιεραρχία και το βαθμό του χιλιάρχου και εξελίχθηκε σε "σφαγέα" της βασιλικής οικογένειας. Το 324 π.Χ., ο Αλέξανδρος, λίγο πριν τον θάνατό του, διέταξε την παλλινόστηση των παλαίμαχων πολεμιστών στη Μακεδονία αλλά, σε αντικατάστασή τους, ζήτησε από τον Αντίπατρο να οδηγήσει ο ίδιος τα παιδιά τους από τη Μακεδονία προς τον Αλέξανδρο, μια διαταγή που σίγουρα δε θα ακούστηκε ευχάριστα στον Αντίπατρο. Αυτά σκεφτόταν η Ολυμπιάδα, αλλά και κάτι άλλο, πως ο γιος του, ο Κάσσανδρος δεν είχε καλές σχέσεις με τον Αλέξανδρο ενώ ο άλλος ο γιος του, ο Ιόλας ήταν οινοχόος του, γι’ αυτό η Ολυμπιάδα πίστευε πως τόσο ο Αντίπατρος όσο και οι δύο γιοι του ήταν υπεύθυνοι για τη δηλητηρίαση του Αλέξανδρου. Τον Ιούνιο του 323 π.Χ. ο Αλέξανδρος ο Μακεδών, που αργότερα αποκλήθηκε Μέγας, κλείνει για πάντα τα μάτια του, μακριά από την πατρίδα του. Η ημερομηνία θανάτου του κυμαίνεται σε υπολογισμούς κυρίως μεταξύ 10ης και 13ης Ιουνίου του 323 π.Χ. Ωστόσο η ακριβέστερη προσέγγιση ως υπολογισμός της ημέρας του θανάτου του, είναι η 30η Δαισίου, με βάση τα στοιχεία του Πλουτάρχου. Αντιστοιχεί, όπως όλα δείχνουν, στην 10η Ιουνίου του 323 π.Χ. Αυτά τα στοιχεία παραθέτει ο θεολόγος Κωνσταντίνος Κόττης (απλή συνωνυμία με την υπογράφουσα) στο εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενό του με τίτλο «Περί του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου: Μύθοι, υποψίες και πραγματικότητες».

Ο μελετητής έχει ερευνήσει όλες τις αρχαίες πηγές και παραθέτει συμπεράσματα που εξήγαγε ύστερα από αυτή τη μελέτη. Στην αρχή εξετάζει όλους τους «ψιθύρους» που έχουν ακουστεί και έφτασαν ως εμάς από την αρχαιότητα, σχετικά με το αν κάποιος δηλητηρίασε ή έβαλε να δηλητηριάσουν τον στρατηλάτη. Ξεκινά από τη διαμάχη του Αντιπάτρου, τον οποίο ο Αλέξανδρος είχε αφήσει ως αντιβασιλέα ο Αλέξανδρος στη Μακεδονία, με την Ολυμπιάδα. «Ο ίδιος ο Αντίπατρος είχε διασπείρει συγγενείς αυτού σε διάφορες κομβικές θέσεις ανά την ελληνική νεότευκτη αυτοκρατορία» σημειώνει. «Ένας από αυτούς, ο νεότερος υιός του Ιόλ(λ)ας ήταν παρά το πλευρό του Αλεξάνδρου. Περί το 317 π.Χ., φαίνεται πως αναδύεται το θέμα του θανάτου του ως δηλητηρίασης και της απόδοσης αυτής της ενέργειας στον Ιόλα, από την Ολυμπιάδα. Έτσι προχώρησε σε βεβήλωση των λειψάνων του Ιόλα ως προδότη, ο οποίος έχει στον μεταξύ πεθάνει και έχει φυσικά συντελεσθεί η εκφορά του στην Ελλάδα.

Η δεύτερη περίπτωση που εξετάζει είναι του Αριστοτέλη, που υπήρξε δάσκαλος του νεαρού βασιλιά. «Ήταν γνωστό στις αρχαίες πηγές, το ότι ο φιλόσοφος είχε κατηγορηθεί, τότε, πως έστειλε μέσω του Κασσάνδρου, υιού και διαδόχου του Αντιπάτρου, δηλητήριο για τον Αλέξανδρο, εξαιτίας της εκτέλεσης του συγγενούς αυτού Καλλισθένους» γράφει ο Κ. Κόττης. ‘Για τον Αριστοτέλη μπορούμε να πούμε τα εξής: τιμήθηκε, ήδη, εν ζωή, ως πνευματικός 2ος οικιστής των Σταγείρων. Μετά την φιλίππεια καταστροφή, είχε πετύχει την ανοικοδόμησή της πόλης του, είτε από τον Φίλιππό Β΄, είτε από τον Αλέξανδρο τον Γ΄ (και μάλλον αυτό είναι το πιθανότερο).
Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του στη Χαλκίδα το 322, τελέσθηκε η ανακομιδή των λειψάνων του, όπου και ετέθη ως ο ήρως της 2ης οίκησης των Σταγείρων. Επίσης είναι, μάλλον, άγνωστο στο ευρύ κοινό, πως άφησε διαχειριστή της διαθήκης του, τον μισητό στην αλεξανδρινή οικογένεια Αντίπατρο. Αυτά τα θέματα αναδείχθηκαν τα τελευταία χρόνια, από τις μελέτες του αρχαιολόγου Κ. Σισμανίδη. Ωστόσο αν και στον Πλούταρχο αυτά αναγνωρίζονται ως υπαρκτές από τότε κατηγορίες, όχι, όμως, αποδεκτές, στις ρωμαϊκές πηγές, η δηλητηρίαση του Αλεξάνδρου είναι δεδομένη, προερχόμενη από τον Αντίπατρο και χωρίς να εμπλέκεται, πάντως, ο Αριστοτέλης».
«Υποστηρίζεται» λέει, «στο πλαίσιο των υποθέσεων δολοφονίας του Αλεξάνδρου, ότι οι αυτουργοί προέρχονταν από το ιερατείο των Χαλδαίων, το οποίο χαρακτηρίζεται αυθαίρετα ‘ιουδαϊκό’. Βασική επίκληση αυτών, είναι ότι ο Αλέξανδρος σχεδίαζε να καταστήσει περίλαμπρη την Βαβυλώνα, ενώ υπήρχε παλαιότατη βιβλική προφητεία, για την ερήμωση της Βαβυλώνος. Έτσι η προφητεία θα ακυρωνόταν και οι ίδιοι θα απαξιώνονταν.» Από άλλες αρχαίες πηγές, συνάγεται ότι η Βαβυλώνα περικλειόταν από μολυσμένα έλη, τα οποία κάλλιστα θα μπορούσαν να έχουν σκοτώσει τον βασιλιά. Δεν ξεχνάμε άλλωστε πως κουραζόταν τρομερά, πως είχε πληγωθεί πολλές φορές στη μάχη και πως τα ξενύχτια και κυρίως το κρασί, τον είχαν κάνει ευάλωτο. Το μυστήριο που προκύπτει πλέον είναι πού είναι ο τάφος του, πού είναι ο τάφος της Ολυμπιάδας, της Ρωξάνης, αλλά και της Βαρσίνης με τον άλλο γιο του, τον Ηρακλή. Αμέτρητες σελίδες έχουν γραφτεί για τον τάφο με την αλαβάστρινη πύλη μέσα στον οποίο υπάρχει ο νεκρός του ταριχευμένος, σε γυάλινο φέρετρο. Στην αρχή ήταν χρυσό, αλλά κάποια Κλεοπάτρα το πήρε για να πληρώσει τα στρατεύματά της και το αντικατέστησε με γυάλινο.

Ο Κάσσανδρος (353 – 298 π.Χ) ήταν ο μεγαλύτερος από τα 12 παιδιά του στρατηγού Αντίπατρου. Χαρακτηρίσθηκε «Αντιαλέξανδρος», επειδή σκότωσε τη μητέρα, τη σύζυγο και το γνήσιο γιό του Μ. Αλεξάνδρου, ενώ υπήρξε ο ηθικός αυτουργός στο στραγγαλισμό του Ηρακλή, νόθου γιού του Αλεξάνδρου, από τον στρατηγό Πολυσπέρχονα, μέχρι τότε έμπιστο της Ολυμπιάδας και της οικογένειας του Αλεξάνδρου. Επίσης, ο Κάσσανδρος συνοίκισε στην Κασσανδρεία τους Ολυνθίους, άσπονδους εχθρούς των Μακεδόνων και ανοικοδόμησε τη Θήβα, την οποία είχε καταστρέψει ο Αλέξανδρος. Ο Κάσσανδρος νυμφεύθηκε βιαίως τη Θεσσαλονίκη, ετεροθαλή αδελφή του Αλεξάνδρου, με σκοπό ν’ αποκτήσει προβάδισμα στην κατάκτηση του μακεδονικού θρόνου, ως συγγενής εξ αγχιστείας της μακεδονικής δυναστείας. Μετά τις δολοφονίες των Ολυμπιάδας, Ρωξάνης, Αλεξάνδρου Δ΄ και Ηρακλή (μητέρας, συζύγου, γνησίου και νόθου τέκνων του Μ. Αλεξάνδρου), απέμειναν πλέον στη ζωή, από το γένος του Μ. Αλεξάνδρου, μόνο οι δύο αδελφές του, η αμφιθαλής Κλεοπάτρα και η ετεροθαλής Θεσσαλονίκη. Επειδή δε η Θεσσαλονίκη ήταν σύζυγος του Κασσάνδρου, οι στρατηγοί Πτολεμαίος και Αντίγονος επιχείρησαν να νυμφευθούν τη μεσήλικα Κλεοπάτρα, η οποία επέλεξε για σύζυγό της τον Πτολεμαίο Λάγου. Όταν όμως ξεκίνησε από τις Σάρδεις να τον συναντήσει στην Αίγυπτο, το πρώτο εξάμηνο του 309 π.Χ, ο διοικητής των Σάρδεων απαγόρευσε την έξοδό της από την πόλη. Τις επόμενες ημέρες η Κλεοπάτρα βρέθηκε δολοφονημένη, οπότε μοναδική κληρονόμος του μακεδονικού θρόνου απέμεινε η σύζυγος του Κασσάνδρου, τον οποίο η «Συνέλευση των Μακεδόνων», που την αποτελούσαν οι πεζέταιροι, δηλαδή οι πεζικάριοι του μακεδονικού στρατού, εξέλεξε νέο βασιλιά της Μακεδονίας το 304 π.Χ., ένδεκα ολόκληρα χρόνια μετά την ίδρυση της Θεσσαλονίκης.

Η Κλεοπάτρα ήταν κόρη της Ολυμπιάδας και του Φιλίππου Β΄ και χήρα του αδελφού της μητέρας της Ολυμπιάδας, δηλαδή του θείου της βασιλιά των Μολοσσών Αλεξάνδρου Α΄, ο οποίος δολοφονήθηκε στην ιταλική χερσόνησο. Τον Αλέξανδρο Α΄ διαδέχθηκε η χήρα του Κλεοπάτρα, η οποία όμως εγκατέλειψε το θρόνο των Μολοσσών και εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, μαζί με τα δύο παιδιά της, τον Νεοπτόλεμο και την Καδμεία. Ο Κάσσανδρος ανοικοδόμησε τη Θήβα και ίδρυσε στη Μακεδονία την Κασσάνδρεια και τη Θεσσαλονίκη, στην οποία έδωσε το όνομα της γυναίκας του. Ήταν θαυμαστής του Ομήρου, γι’ αυτό και ο μεταγενέστερος συγγραφέας Καρύστιος ο Περγαμηνός τον αποκαλεί «φιλόμηρο», και υπήρξε φίλος των φιλοσόφων της περιπατητικής σχολής Δημητρίου Φαληρέως και Θεοφράστου.
Οι αρχαίες πηγές παρουσιάζουν τον Κάσσανδρο ως σκληρό, αδίστακτο και τυραννικό μονάρχη, κυρίως επειδή δολοφόνησε μέλη της βασιλικής οικογένειας. Την αρνητική εικόνα της αρχαίας παράδοσης υιοθέτησαν εν μέρει και οι νεότεροι μελετητές, κυρίαρχη όμως φαίνεται μια τάση της έρευνας να αποκαταστήσει την υστεροφημία του και να αναβαθμίσει το ρόλο του στις πολιτικές εξελίξεις μετά το 319 π.Χ. Σύμφωνα με αυτή, η φιλοδοξία και η έλλειψη ηθικών αναστολών που τον διέκριναν ήταν κοινή στους Διαδόχους, επομένως δεν ήταν ούτε καλύτερος αλλά ούτε και χειρότερος από εκείνους. Παράλληλα προβάλλονται οι πολιτικές και διπλωματικές του ικανότητες και υπογραμμίζεται η στρατηγική του ιδιοφυΐα, με την οποία συσπείρωνε τους άλλους Διαδόχους σε συνασπισμούς εναντίον του εκάστοτε αντιπάλου του, αντισταθμίζοντας με αυτό τον τρόπο την έλλειψη δικού του στρατού.

Στόχοι γενικά της πολιτικής του ήταν ο έλεγχος της Μακεδονίας και κατ’ επέκταση της Ελλάδας, καθώς και η αποτροπή κάθε προσπάθειας επανένωσης της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου. Για την εδραίωση της κυριαρχίας του στην Ελλάδα υποστήριζε ολιγαρχικά καθεστώτα και εγκαθιστούσε φρουρές στις πόλεις, μολονότι είχε αναγνωρίσει, όπως και οι άλλοι Διάδοχοι, την αυτονομία τους. Η δράση του στη Μικρά Ασία αποσκοπούσε κυρίως στη δημιουργία προγεφυρωμάτων, τα οποία είχαν αμυντικό χαρακτήρα και εξυπηρετούσαν την αντιμετώπιση ενδεχόμενων εχθρικών επιχειρήσεων εναντίον της Μακεδονίας. Ακολούθησε την πολιτική του πατέρα του, βάσει της οποίας φερόταν στις πόλεις-κράτη ως υποτελείς κι όχι ως συμμάχους, το αντίθετο από αυτό που έκανε ο Αντίγονος Α΄ και ο Δημήτριος Πολιορκητής. Ο Κάσσανδρος ήταν ένας άνδρας με αγάπη για τη φιλολογία, αλλά επίσης βίαιος και φιλόδοξος. Πέθανε από υδρωπικία, το 297 π.Χ. Ο Παυσανίας γράφει πως ο μεγαλύτερος γιος του, ο Φίλιππος, λίγο μετά την ενθρόνισή του, έπαθε εκφυλιστική ασθένεια και πέθανε. Ο επόμενος γιος, ο Αντίπατρος Β', δολοφόνησε τη μητέρα του, Θεσσαλονίκη, θεωρώντας πως έδειχνε ιδιαίτερη εύνοια για το μικρότερο γιο της, τον Αλέξανδρο Ε’. Ο Αλέξανδρος εκδικήθηκε εκθρονίζοντας τον Αντίπατρο Β', αν και ο δεύτερος ξαναπήρε για λίγο τη βασιλεία, μερικά χρόνια αργότερα. Ο Αλέξανδρος έχασε επίσης τη ζωή του το 294 π.Χ. από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, το γιο του Αντίγονου. Ο Αλέξανδρος στράφηκε προς τον Πύρρο της Ηπείρου και τον Δημήτριο τον Πολιορκητή για βοήθεια. Ο Δημήτριος αφότου νίκησε τις δυνάμεις του Αντίπατρου, κατόπιν δολοφόνησε τον Αλέξανδρο. Ο Αντίπατρος είχε διαφύγει προς τη Θράκη, εκεί όμως συνελήφθη και θανατώθηκε από τον Λυσίμαχο, παρά το ότι ο Αντίπατρος ήταν παντρεμένος με την κόρη του Ευριδίκη, η οποία ήταν και ξαδέρφη του.
Πηγή : 
https://empros.gr/2021/06/i-apomythopoiisi-tou-kassandrou/
https://logomnimon.wordpress.com/2016/05/05/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82-i/
https://www.liberal.gr/politismos/istories-synomosias-kai-mystiria-gyro-apo-tin-arhaiotita#!pid=webtv2
https://www.google.com/amp/s/www.news.gr/ellada/koinonia/article/185852/amfipolh-ypoptos-o-kassandros-gia-to-thanato-toy.html%3famp
http://asiaminor.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=4767
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%AC%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82

Χάμκω : Η Ελληνίδα μάνα που γέννησε τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων

Στα μέσα του 17ου αιώνα (γύρω στο 1638-1640), κάποιος Χουσεΐν από την Κιουτάχεια της Μικράς Ασίας, μετά από ένα σοβαρό παράπτωμα στο οποίο υπέπεσε σ’ έναν τεκέ της πατρίδας του (διακόρευσε μία παρθένα) έφτασε κυνηγημένος και περιπλανώμενος στο Τεπελένι της Αλβανίας. Αυτός ήταν ο γενάρχης της οικογένειας του Αλή πασά. Ο Χουσεΐν ή Χούσος κατά τους Αλβανούς απέκτησε έναν γιο, τον Μέτσιο Χούσ(ι)ο , ο οποίος «διακρίθηκε» για τις ληστρικές του επιδρομές στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και την Αιτωλοακαρνανία, όπου κατάφερε να τον αντιμετωπίσει επιτυχώς ο Μπουκουβάλας. Ο Μέτσιος Χούσ(ι)ος άφησε δύο γιους, τον Μπεκίρ και τον Μουχτάρ, οι οποίοι κληρονόμησαν τον τίτλο του μπέη, από την οικογένεια της μητέρας τους. Ο γιος του πρώτου Ισλιάμπεης έγινε διοικητής στο Τεπελένι, ενώ ο Μουχτάρ έγινε ισχυρός οπλαρχηγός που πήρε μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Κέρκυρας το 1716, στην διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε. Ο Μουχτάρ απέκτησε δύο κόρες και έναν γιο, τον Βελή, πατέρα του Αλή Πασά. Ο Βελή είχε στην κυριαρχία του το Χόρμοβο, τη Λέκλη και τα γύρω χωριά της Ρίζας. Παντρεύτηκε μια ωραιότατη Αλβανίδα από την Μπέντσα, κωμόπολη κοντά στο Τεπελένι, αλλά ζούσε τυχοδιωκτικό και ληστρικό βίο. Από την πρώτη σύζυγό του ο Βελή απέκτησε δύο γιους, τον Ισμαήλ Μπέη και τον Ταχίρ Μπέη και κατά μία εκδοχή, και δύο κόρες, την Αϊσέ και τη Μαριέμ. Μετά τη δολοφονία του ξαδέρφου του Ισλιάμ Μπέη, ανέλαβε την προστασία της χήρας και των ορφανών του. 
Παράλληλα παντρεύτηκε και δεύτερη γυναίκα, τη διαβόητη Χάμκω, κόρη του Ζεϊνέλ Μπέη, ενός από τους ισχυρότερους Αλβανούς μπέηδες της Κόνιτσας (Σ. Αραβαντινός). Έχει γραφτεί όμως ότι η Χάμκω είχε ελληνική καταγωγή. Με τη Χάμκω ο Βελή απέκτησε δύο παιδιά: τον Αλή, το 1744 και τη Χαϊνίτσα ή Σιαχνισά, που γεννήθηκε γύρω στο 1748. Ο Βελή πέθανε το 1753 και την ανατροφή του Αλή, της Χαϊνίτσας , αλλά και των ετεροθαλών αδελφών τους ανέλαβε η Χάμκω που ήταν «πολυθέλγητρος, επιρρεπής δε εις την ακολασίαν» κατά τον Σ. Αραβαντινό. Ένας από τους εραστές της ήταν και ο Δημήτριος, γιος του ιερέα του Χορμόβου Κώστα Δήμα.
Ο Αλή Πασάς, [...] γεννήθηκε σε ένα κεφαλοχώρι της Αρβανιτιάς το 1740, το Τεπελένι από το Βελή, ένα λήσταρχο του καιρού εκείνου, που κατάγονταν από το Τεπελένι και τη Χάμκω, που ήταν Ελληνίδα στη καταγωγή και ελληνόγλωσση, κόρη του μπέη της Κόνιτσας. Η Χάμκω ήταν η δεύτερη γυναίκα του Βελή, από την πρώτη είχε 2 αγόρια, και με τη Χάμκω έκανε τον Αλή και τη Χαϊνίτσα. Ο Αλής γεννήθηκε και έζησε σε μια εποχή που η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε παρακμή, και οι Αλβανοί τοπάρχες αμφισβητούσαν τις υποχρεώσεις τους στην Υψηλή Πύλη, η οποία αδύναμη έδινε τίτλους σε τοπικούς άρχοντες και επέτρεπε περιορισμένες εξουσίες προκειμένου να μη διαλυθεί η αυτοκρατορία. Με μια προϋπόθεση οι τοπάρχες να είναι πιστοί στο Διβάνι. Η μακρινή καταγωγή του πιθανών να ήταν Τούρκικη, καθώς η καταγωγή του πατέρα του ήταν από τη γενιά των Μέτσιο-Χούσων, ληστών και πολεμιστών. Ο παππούς του χρημάτισε αξιωματικός του Καρά Μουσταφά πασά στην πολιορκία των Κορφών (Κερκύρας), το 1716. 
Η Χάμκω άρχισε να συκοφαντεί την Κιάρκα, χήρα του ξαδέρφου του Βελή, ότι δήθεν απεργάζονταν, μαζί με τα παιδιά της την καταστροφή του Χορμόβου, οι κάτοικοι του οποίου εκστράτευσαν στο χωριό Κάριανη, όπου ζούσε η Κιάρκα με τα παιδιά της και τους σκότωσαν. Θέλοντας να αποφύγει την οργή των κατοίκων του Τελεπενίου η Χάμκω εγκαταστάθηκε μαζί με τα παιδιά της στα οικήματα του Βελή στην Κάριανη.
Επειδή όμως τα εισοδήματά τους δεν ήταν ανάλογα με τα έξοδά τους, η Χάμκω διπλασίασε τις εισφορές των Χριστιανών στα χωριά που είχε στην κυριότητά της, ενώ κατέλαβε και το Κοκόσι, χριστιανικό χωριό , το οποίο όμως βρισκόταν υπό την προστασία των Οθωμανών κατοίκων του Γαρδικίου. Τον Αύγουστο του 1762 εξοργισμένοι Χορμοβίτες και Ριζιώτες επέδραμαν στην Κάριανη και συνέλαβαν τη Χάμκω και την κόρη της Χαϊνίτσα. Τις μετέφεραν στο Γαρδίκι, όπου βίασαν ομαδικά την Χάμκω, ενώ πιθανότατα σεβάστηκαν τη δεκατετράχρονη Χαϊνίτσα.
»Για να την εκδικηθούν οι Γαρδικιώτες, από τους οποίους με τους παλληκαράδες της είχεν αρπάξη ένα χωριό, ηχμαλώτισαν την Χάμκω με την κόρη της Χαϊνίτσα και τον υιόν της Αλή, τους μετέφεραν στο Γαρδίκι και εκεί μπροστά στα μάτια του Αλή, του αυριανού τυράννου, ησέλγησαν επάνω στα κορμιά της μάννας του και της αδελφής του. Στην πρωτόγονη και άγρια ψυχή του Αλή ρίζωσε το μίσος εναντίον των ανθρώπων και η άσβυστη δίψα να γίνη δυνατός για να εκδικηθή και ξεπλύνη την προσβολή».
Η Χάμκω κατάφερε να φύγει από την κόλαση αυτή με την βοήθεια του Χατζή Αγά, προύχοντα του Γαρδικίου. Επειδή όμως το σεράι της οικογένειας στην Κάριανη είχε καεί, η Χάμκω έδωσε εντολή να χτίσουν νέο με ισχυρούς πύργους στο χωριό Γκιάτες. Εκεί εγκαταστάθηκε με τα δύο της παιδιά και τα ετεροθαλή αδέλφια τους. Μαζί της είχε πλέον συνοδεία για ασφάλεια πολλούς Τουρκαλβανούς. Σε αυτούς έδωσε σπίτια και κτήματα Χριστιανών και οικοδόμησε ένα μουσουλμανικό τέμενος, το πρώτο και μοναδικό που ανεγέρθηκε τότε στη χριστιανική περιοχή της Ρίζας, κάτι που προκάλεσε την οργή των Χριστιανών. Επόμενος στόχος της Χάμκως ήταν η εξόντωση των γιων του Βελή από τον πρώτο του γάμο, κάτι που έκανε τελικά, με την βοήθεια του Αλή, δηλητηριάζοντάς τους… Η αδίστακτη αυτή γυναίκα είχε σαν σκοπό ο γιος της να αναλάβει υψηλά αξιώματα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.  Σε κάποια στιγμή που βρισκόταν ο Κοσμάς ο Αιτωλός στην περιοχή του Τεπελενίου, βρέθηκε σε ενέδρα Τούρκων που προσπάθησαν να τον βλάψουν. Τότε μπήκε μέσα σε ένα σπίτι για να σωθεί μετά από παρότρυνση μιας γυναίκας που τον κάλεσε μέσα στο σπίτι. 
Αυτή η γυναίκα ήταν η Χάμκω, η μητέρα του Αλή Πασά που χρόνια μετά με έδρα τα Γιάννενα, θα κυριαρχούσε σε ένα μεγάλο τμήμα της υπόδουλης Ελλάδας.
Η περιγραφή της συνάντησης του Αγίου με τον Αλή μέσα στο σπίτι, γίνεται απο τον Κ. Κώνστα ως εξής: «Τότε ήνοιξε η θύρα ενός αρχοντικού και προέβαλεν εις το κατώφλιόν της η φοβερά και επιβλητική σιλουέττα της Χάμκως, μητρός του Αλή. Έπιασε από το χέρι τον ‘Αγιον και τον έμπασεν εις το σπίτι της. Μετ’ ολίγον ενεφανίσθη και ο υιός της, φυγόδικος τότε, ο κατόπιν Αλή πασάς των Ιωαννίων. Κατά την ώραν του φαγητού ο ‘Αγιος με την προφητικήν ματιάν του διέγνωσε το μέγα και παράδοξον μέλλον του νέου. Ο Κοσμάς κοιτάζων κατάματα τον Αλή, του είπε: «Θα γίνης μεγάλος άνθρωπος· θα κυριεύσης όλη την Αρβανιτιά· θα υποτάξης την Πρέβεζα, την Πάργα, το Σούλι, το Δέλβινο, το Γαρδίκι και αυτό το τάχτι του Κουρτ πασά. Θα αφήσης μεγάλο όνομα εις την Οικουμένην». Και προσέθεσεν ακόμη: «Αυτή είναι η θέλησις της Θείας Προνοίας. Ενθυμήσου όμως σε όλη τη διάρκεια της εξουσίας σου να αγαπάς τους Χριστιανούς, αν θέλης να μείνη η εξουσία εις τους διαδόχους σου». Την επομένη πρωίαν ηρώτησε και πάλι τον Κοσμάν ο Αλής δια το μέλλον του και αν θα υπάγη εις την ΚΠολιν. Και ο ‘Αγιος τότε είπε: «Και στην Πόλιν θα πας, μα με κόκκινα γένεια!» Ο Αλής δεν εννόησε την τελευταίαν φράσιν και απεχωρίσθηκαν, χαιρετισθέντες φιλικώς». ( Κ. Σ. Κώνστα, Ο ‘Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός , εκδ. Γ΄, Αθήνα 1990, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 158-162). Αυτή η συνάντηση του Αλή Πασά με τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, έμεινε για πάντα τυπωμένη στην μνήμη του. Η μυστική αγιότητα του προσώπου του, έγινε αντιληπτή από τον Αλή, ο οποίος λίγα χρόνια μετά, από τα Γιάννενα έφτασε να κυριαρχήσει στην περιοχή της Ηπείρου και οχι μόνον. 
Ο Αλή δεν έμαθε πολλά γράμματα, καθώς εγκατέλειπε το σχολείο και πήγαινε στα βουνά. Σύντομα ανέλαβε την αρχηγία συμμοριών από Τόσκηδες και Λιάπηδες και ξεκίνησε τις επιδρομές στην Ήπειρο. Αργότερα πήγε στην Εύβοια και στη Θεσσαλία και τελικά επέστρεψε στο Τεπελένι. Ο Κουρτ Πασάς της Ηπείρου εξοργίστηκε, όμως η Πύλη το 1784 εκτιμώντας τις ικανότητες του τον διόρισε αξιωματούχο στο Τεπελένι. Στις 12 Δεκεμβρίου 1786 ο Αλή διορίστηκε μουτασεφίρης (=mutassariff), δηλαδή Πασάς των σαντζακιού των Τρικάλων και το 1787 γενικός επόπτης των δερβενίων, των οδών δηλαδή (derbendler basbugu) με τίτλο «Πασάς με δύο ιππουρίδες». Αφού εξόντωσε τον πασά της Σκόδρας στην Αχρίδα, άρπαξε το πασαλίκι των Ιωαννίνων, ελέγχοντας ουσιαστικά ολόκληρη την επικράτεια της Ηπείρου. Έλαβε μέρος στον Β’ Ρωσοτουρκικό Πόλεμο και άρχισε να εξαπλώνει την επικράτειά του, εξουδετερώνοντας ανελέητα κάθε αντίσταση. Στις αρχές του έτους 1812 στρατιωτικό σώμα εστάλη να υποτάξει το Γαρδίκι και το Αργυρόκαστρο. Στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις συνεφωνήθη 75 μπέηδες και μεταξύ αυτών ο Μουσταφά-πασάς, ο Ντεμίρ Ντοστ και ο Σάλι Γκόκα, να μεταβούν ως όμηροι στα Γιάννενα. Λίγες ημέρες μετά ο τύραννος τους φυλάκισε και μετά τους απαγχόνισε! Μετ’ ου πολύ, ο Αλή και τα στρατεύματά του ξαναπάτησαν το Γαρδίκι. Εστάθμευσε στον πύργο της Σένδρας, όπου λειτουργούσε κάποιο πανδοχείο. Από αυτόν τον λόφο φαινόταν το Γαρδίκι. Τους εξαπατά όλους ο δόλιος Αλή, τους φέρεται σαν πατέρας, φιλικά και στοργικά και τους «μαντρώνει» στο Πανδοχείο για συζητήσεις. Κλείνει την μοναδική είσοδο και διατάζει τους στρατιώτες του να σκοτώσουν όλους τους Γαρδικιώτες (600-700 άτομα). Οι στρατιώτες απειθούν, δεν αποφασίζουν να διαπράξουν ένα στυγερό τέτοιο έγκλημα. Ο Θανάσης Βάγιας και οι δικοί του υποτακτικοί προσφέρονται να σκοτώσουν το πλήθος. Η αιματοχυσία που ακολούθησε δεν περιγράφεται. Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν, όταν τίποτε δεν εκινείτο στον ευρύτερο χώρο. Την ίδια ώρα άλλοι δολοφόνοι εισήλθαν στο Γαρδίκι, έσυραν και εβίασαν τις γυναίκες προ της Χαϊνίτσας (η Χάμκω είχε αποβιώσει παλαιότερα).
Το 1779, ο Βεζύρης κάλεσε τους Χορμοβίτες στο Μοναστήρι του Τρεμπουκίου του Λάμποβου (γενέτειρα των εθνικών ευεργετών Ευαγγέλη και Κωνσταντίνου Ζάππα) και ζήτησε να ξέχάσουν τα περασμένα και να δώσουν αιώνιους όρκους φιλίας μέσα στην εκκλησία. Οι πρόκριτοι, δυστυχώς, τον πίστεψαν και πήγαν άοπλοι... 
Όταν μπήκαν στον περίβολο έπεσαν πάνω τους πάνω από 400 ένοπλοι εξισλαμισμένοι αρβανίτες, με επικεφαλής τον Γιουσούφ Αράπη τον αιμοπότη και τους κατέσφαξαν. Ανάμεσα τους κι ο εραστής της μάνας του Αλή, Τσαούς Πρίφτης * [το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτρης Δήμου, πρεσβύτερος γιος του παπά-Κώστα], τον οποίον παρέδωσαν στον ωμό και θηριώδη Γιουσούφ Αράπη. 
Μετά απ' αυτές τις θηριώδεις σκηνές, ο Αλή με τους ενόπλους του επιτίθενται αιφνιδιαστικά εναντίον του Χορμόβου και της γειτονικής Λέκλης (σύμμαχος του Χορμόβου), οι κάτοικοι των οποίων ιδέα δεν είχαν για τα συμβάντα στο Μοναστήρι. Άντρες γυναίκες και παιδιά σφαγιάστηκαν αδιακρίτως. Στη Λέκλη κατοικούσε ο πρόκριτος Λέκκας Ιωάννου, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην κατεδάφιση του σεραγιού της Χάμκως, μετά την ατίμωσή της. Τον συνέλαβε, τον έδεσε στον τροχό ενός χειρόμυλου και παρακολούθησε προσωπικά -μέχρι τέλους- την επιθανάτια αγωνία του. To αρχοντικό της Χάμκως κτισμένο σε θέση με καταπληκτική θέα στην πεδιάδα της Κόνιτσας, αποτελεί οικιστικό συγκρότημα του τέλους του 18ου– αρχές 19ου αιώνα. Συνδέεται με την διαβόητη Χάμκω, κόρη του Ζεϊνέλ Μπέη, ενός από τους ισχυρότερους αλβανούς μπέηδες της Κόνιτσας και μητέρα του Αλή πασά των Ιωαννίνων (1788 -1821/22). Aποτελεί κηρυγμένο ιστορικό και διατηρητέο μνημείο και αναστηλώθηκε το 2003 από την 8η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων.
Πηγή : 
https://vlahofonoi.blogspot.com/2016/01/blog-post_13.html?m=1
https://www.tovima.gr/2024/01/24/istoriko-arxeio/i-istoria-tou-ali-pasa-ton-ioanninon/amp/
https://www.thesprotikospalmos.gr/ali-pasas-oi-ktinodies-sta-ioannina-enantion-ton/
https://efaioa.gr/?page_id=1265
https://www.politeianet.gr/el/products/9786185214104-l-adonhs-peppas-ishgoria-alh-pasas-o-arbaniths-hgemonas-laografikh-meleth-ths-zohs-tou-tepelenioth-alh-pasa-1740-1822
https://www.haniotika-nea.gr/o-mieros-prodotis-ton-ellinon/
https://oikohouse.wordpress.com/2024/08/24/%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%AC%CF%82-%CE%BF-%CE%B1%CE%B9%CF%84%CF%89%CE%BB%CF%8C%CF%82-%CE%BF-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5/

Η άγνωστη Κατοχή (1915-1918) : Οι Αγγλογάλλοι εισβολείς στην διχασμένη Ελλάδα κατά τον Α' παγκόσμιο πόλεμο

Στις αρχές του 1915, Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία άρχισαν να σχεδιάζουν επίθεση στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, σαν αντιστάθμισμα στην ακινησία του Δυτικού Μετώπου. Σε αυτό το πλαίσιο, στις 11 Ιανουαρίου 1915 η Μεγάλη Βρετανία πρότεινε για πρώτη φορά «πολύ σπουδαίες εδαφικές παραχωρήσεις στα παράλια της Μικράς Ασίας», ως αντάλλαγμα για την παροχή βοήθειας από την Ελλάδα στη Σερβία. Όταν τον Φεβρουάριο ξεκίνησαν ναυτικές επιχειρήσεις των Αγγλογάλλων στα Δαρδανέλια, ο Βενιζέλος πρότεινε τη συμμετοχή της Ελλάδας με ένα σώμα στρατού. Στις 17 Φεβρουαρίου παρουσίασε στον βασιλέα Κωνσταντίνο τις θέσεις του σε αναλυτικό υπόμνημα. Εκείνος συμφώνησε, εφόσον η Entente προσκαλούσε την Ελλάδα. Μόλις το πληροφορήθηκε όμως ο Ιωάννης Μεταξάς, τότε ουσιαστικός αρχηγός του Επιτελείου, υπέβαλε την παραίτησή του μαζί με ένα υπόμνημα όπου εξηγούσε τους λόγους διαφωνίας του. Εκεί ο Μεταξάς εξηγούσε γιατί πίστευε ότι θα αποτύγχανε η συμμαχική επιχείρηση στα Δαρδανέλια, ενώ παράλληλα επεσήμαινε ότι αυτή θα προκαλούσε βουλγαρική επίθεση στη Μακεδονία, που θα αντιμετωπιζόταν από την Ελλάδα με μειωμένες δυνάμεις. Ακολούθησε συμβούλιο του Στέμματος, όπου ο Βενιζέλος παρουσίασε αναθεωρημένη πρόταση για τη συμμετοχή της Ελλάδας, με μία μόνο μεραρχία, στις επιχειρήσεις στα Δαρδανέλια. Παρά το γεγονός ότι οι πρώην πρωθυπουργοί που συμμετείχαν στο συμβούλιο υποστήριξαν την αποδοχή της πρότασης του Βενιζέλου, την επομένη, 21 Φεβρουαρίου, ο Κωνσταντίνος τελικά διαφώνησε, οδηγώντας τον Βενιζέλο σε παραίτηση. 
H 18η Νοεμβρίου 1916, αποτελεί κομβιικής σημασίας ημέρα σε ένα από τα πιο μελάνα συμβάντα στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, τον Εθνικό Διχασμό, που έπληξε για δεκαετίες την Ελλάδα. Την ημέρα εκείνη, ξεσπούν τα λεγόμενα Νοεμβριανά, οι επιθέσεις δηλαδή των αντιβενιζελικών οπαδών του βασιλιά Κωνσταντίνου ενάντια στους οπαδούς και φίλους του μέχρι πρότινος πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου και του κόμματος των Φιλελευθέρων, με αφορμή την απόβαση γαλλικών στρατευμάτων στον Πειραιά και την Αθήνα. Οι δυνάμεις της Αντάντ μόνο με σταυρωμένα τα χέρια δεν έμειναν, προχωρώντας πάντως, από την πλευρά τους, σε μία ακραιφνώς παρεμβατική πολιτική στα εσωτερικά μιας τρίτης χώρας. Με τη σύμφωνη γνώμη του Ελευθέριου Βενιζέλου, αποβιβάζουν στρατεύματά τους στη Βόρεια Ελλάδα και βλέποντας πως ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος και οι προσφιλείς σε αυτόν κυβερνήσεις στηρίζουν έμπρακτα τις αντίπαλες Κεντρικές Δυνάμεις του εν εξελίξει Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, απαιτούν, μεταξύ άλλων, γενική αποστράτευση και παράδοση μέρους του οπλισμού του ελληνικού στρατού, καθώς και διενέργεια εκλογών. Οι ενέργειες της Ανταντ ως προς τον αφοπλισμό των ελληνικών δυνάμεων «είχαν την σφραγίδα της προκλητικότητας και επιπολαιότητος, αι οποίαι εις την προκειμένην περίστασιν έφθασαν μέχρι ευηθείας». Στις 18 Νοεμβρίου, χιλιάδες άνδρες του γαλλικού στρατού αποβιβάζονται στο Φάληρο και τον Πειραιά και προωθούνται σε πολλά σημεία της Αθήνας. Όπως αναφέρει στο βιβλίο του «1915, Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΑΣΜΟΣ» ο ιστορικός Γιώργος Μαυρογορδάτος, «επρόκειτο να καταλάβουν στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας ως ‘ειρηνική επίδειξη’, χωρίς να περιμένουν αντίσταση, μετά από τις προσωπικές συνεννοήσεις του Κωνσταντίνου με τον [ναύαρχο] Φουρνέ. Αιφνιδιάστηκαν, όμως, και αποκρούστηκαν, με πολλές απώλειες (62 νεκρούς και 170 τραυματίες), από πολλαπλάσιες ελληνικές δυνάμεις τακτικού στρατούς και Επιστράτων». Ο γαλλικός στόλος προχωρά σε σύντομο βομβαρδισμό της Αθήνας και τελικά επέρχεται συμφωνία μεταξύ Κωνσταντίνου και Αντάντ.
Οι Ελληνες είχαν διχαστεί σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς. Στους δεύτερους τον βασικό πυρήνα αποτελούσαν οι φιλοβασιλικοί. Μετείχαν, όμως, και άλλοι, πολιτικοί και διανοούμενοι, οι οποίοι διαφωνούσαν με την εθνική πολιτική του Βενιζέλου. Πρωταγωνιστικό ρόλο θα παίξει ο Ιων Δραγούμης, ο οποίος διαφωνούσε με την «πολιτική των προσθηκών», δηλαδή την τμηματική απελευθέρωση των κατεχομένων από τους Τούρκους εδαφών της Ελλάδας. Ο Δραγούμης οραματιζόταν την «ένωση της φυλής, την απελευθέρωση ολοκλήρου του ελληνισμού και τη συγκρότηση ενός μεγάλου ελληνικού κράτους που θα συμπεριλάβει ολόκληρο το έθνος». Ο πατριωτικός ελληνοκεντρισμός του, σε συνδυασμό με τον ρομαντισμό και τον ηρωισμό, έχουν στοιχειοθετήσει μία «προσωπικὴ μυθολογία» όπως έγραφε ο Οδυσσέας Ελύτης, περιγράφοντας τη συναρπαστική προσωπικότητα: ο Δραγούμης –κατά τον Ελύτη –υπήρξε «ἀριστοκράτης», από αυτούς που «κατακτοῦν μὲ τὸ σπαθί τους τὶς ἰδιότητες ποὺ συνεπάγεται» η λέξη, γλυκοαίματος καὶ θανάσιμα μισητός, ἄνθρωπος τῶν σαλονιῶν καὶ τῶν κομιτάτων, δημοτικιστὴς καὶ γόνος καθαρολόγων, σεμνὸς καὶ ἐρωτιάρης, ἐχθρὸς τῆς μικρῆς καὶ ἐντίμου Ἑλλάδος ἀλλ’ ἀδελφικὸς φίλος τοῦ βασιλέως, μακρὰν μέχρι θανάτου ἀπὸ τὸν Ἐλευθέριο Βενιζέλο καὶ ὀραματιστὴς μιᾶς ἄλλου εἴδους μεγάλης Ἑλλάδας. Αὐτὲς ὅλες οἱ πέρλες, δὲ συνθέτουν μόνον ἕνα μυστηριῶδες ὄνομα, παρὰ γεννοῦν μία προσωπικὴ μυθολογία, ποὺ μὲ γέμιζε γοητεία σ’ ὅλη τὴν πρώτη μου νεότητα.
Παρά την επανένωση της Ελλάδας κάτω από την κυβέρνηση Βενιζέλου, ο στρατός της τελευταίας παρέμεινε μέχρι τέλους κάτω από ξένη στρατιωτική διοίκηση. «Τόσον η Ανωτάτη όσον και αι Ανώτεραι Διοικήσεις του μακεδονικού μετώπου ενησκούντο μέχρι πέρατος των επιχειρήσεων υπό ξένων ηγητόρων», παραδέχεται η επίσημη στρατιωτική ιστορία της περιόδου (ΔΙΣ 1958, σ.xi), ενώ ακόμη πιο καυστικές είναι οι παρατηρήσεις ενός Ιταλού διπλωμάτη της εποχής..
Η καθημερινότητα της «συμμαχικής» κατοχής, αν και σαφώς ηπιότερη από τη μεταγενέστερη ναζιστική, υπήρξε βαθιά καταπιεστική για το ντόπιο πληθυσμό. Για τους επικεφαλής της «Στρατιάς της Ανατολής», όπως ονομάστηκε το πολυεθνικό σώμα που κατέλαβε τη Βόρεια Ελλάδα, η εκστρατεία είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός αποικιακού πολέμου. Στα απομνημονεύματά του, ο Σαράιγ τη συγκρίνει ρητά με «τις προηγούμενες αποικιακές εξορμήσεις μας», εξηγώντας πως ένας υφιστάμενός του στρατηγός «έκανε ή ήθελε να κάνει αυτό που είχε δει να κάνουν ή είχε κάνει ο ίδιος στη Μαδαγασκάρη, την Κίνα και αλλού» (Sarrail 1920, σ.18). Εξίσου εύγλωττη ήταν η ανάθεση της εκθρόνισης του Κωνσταντίνου σ’ έναν Γάλλο γερουσιαστή (Σαρλ Ζονάρ) με δεκαετή προϋπηρεσία ως γενικός διοικητής της Αλγερίας. «Τα μέτρα, τα οποία ελάμβαναν τα ξένα στρατεύματα, δήθεν διά την ασφάλειάν των, ήσαν εχθρικά προς τον τόπον συνήθως». Σποραδικές λεπτομέρειες για όσα τράβηξαν οι κάτοικοι της «ουδέτερης ζώνης» μετά την κατάργηση των τοπικών ελληνικών αρχών αντλούμε από τον οικείο φάκελο των αρχείων του Υπ.Εξ.
«Ολοι οι ως ύποπτοι καταγγελλόμενοι κάτοικοι των περί την ουδετέραν ζώνην χωρίων, συλλαμβανόμενοι, καταδικάζονται εις πολλάς ημέρας εις την ποινήν της επ’ ώμου, δίκην υποζυγίων, μεταφοράς των παρά τον ποταμόν δρυίνων δοκών εις το Διοικητήριον», καταγγέλλουν χαρακτηριστικά στον πρωθυπουργό Σπυρίδωνα Λάμπρο πέντε βουλευτές του Νομού Κοζάνης (17.1.1917). Ο αστυνομικός διοικητής Γρεβενών πληροφορεί πάλι τις ίδιες μέρες την Αθήνα ότι «συνελήφθησαν οικογένειαι διαφόρων πολιτών και εξυλοκοπήθησαν διότι εγκατέλειψαν τας εστίας των οι άνδρες και τα τέκνα των», ότι τα αποικιακά στρατεύματα («Μαύροι») των Γρεβενών «προσέβαλον 6 γυναίκας άς είχον φυλακίσει διότι άνδρες και τέκνα των απεσύρθησαν εντεύθεν ουδετέρας ζώνης», ότι στην επίμαχη ζώνη πραγματοποιείται «αγρία επίταξις κτηνών μικρών και μεγάλων, αποστελλομένων εις Κοζάνην» κι ότι οι Γάλλοι ιππείς που στάλθηκαν στις 25.1.1917 στο χωριό Μεγάλο Σειρήνι για να συλλάβουν τον εκεί δάσκαλο «ήρπασαν δέκα βόας και 150 όρνιθας μη πληρώσαντες αξίαν, εξυλοκόπησαν χωρικούς και παρέλαβον Ελληνα και Μουσουλμάνον παρέδρους χωρίου μη παραδώσαντας αυτοίς 400 κιλά αραβοσίτου άτινα Γάλλος διοικητής εζήτησεν»· η εικόνα συμπληρώνεται από την πληροφορία ότι στη γειτονική Ροδοσνίτσα «μετά Γάλλων συνέπραττε και διδάσκαλος χωρίου Εμμ. Ρογδάκης εκ Κρήτης».
Δεν λείπουν κι αιματηρότερα περιστατικά: «Σήμερον κάτοικοι χωρίου Ζυγόστι επιχειρούντες εισέλθωσιν εις Γρεβενά προς προμήθειαν αναγκαιούντων επυροβολήθησαν υπό μαύρων, πληγωθέντος ενός εις τον μηρόν». Παρόμοιες αυθαιρεσίες καταγγέλλονται και στη Νότια Ελλάδα, μετά την επανένωση της χώρας.
Αλλά και στη Μυτιλήνη, όπου ένας πολίτης κατηγορούμενος για τον φόνο Γάλλου δεκανέα «απολογούμενος ανέφερεν ότι 4 Γάλλοι στρατιώται εν μέθη διατελούντες εισήλθον εις το οινοπωλείον του, θραύοντες τα σκεύη του και εξυβρίζοντες αυτόν, και ότι ηναγκάσθη τότε να πυροβολήση προς εκφοβισμόν», ο κυβερνητικός αντιπρόσωπος ενημερώνει τον Οκτώβριο του 1917 το πρωθυπουργικό γραφείο ότι τις σχετικές ανακρίσεις ανέλαβαν οι γαλλικές υπηρεσίες, «απαγορεύσασαι πάσαν ανάμιξιν εις τας ημετέρας Αστυνομικάς αρχάς» και ξεκαθαρίζοντας πως οι ίδιες «θα δικάσουν τον ένοχον», ενώ η νομαρχία διαβίβασε απλά στον Γάλλο διοικητή «την λύπην της διά τον φόνον». Ο τελευταίος δήλωνε άλλωστε «ότι ουχί μόνον δεν αναγνωρίζει ημετέραν στρατιωτικήν Διοίκησιν νήσου, αλλά θεωρεί ταύτην ιεραρχικώς εξαρτωμένην υπ’ αυτού», απαιτώντας να ορίζει μέχρι και τα ατομικά υπηρεσιακά καθήκοντα του ντόπιου προσωπικού. Η ίδια λογική επικρατούσε σε όλο το μήκος και πλάτος της κατεχόμενης ζώνης. Στη Φλώρινα, λ.χ., ο Ελληνας αστυνομικός διοικητής έβλεπε τους υφισταμένους του να δέχονται εντολές όχι από τον ίδιο αλλά από τον επικεφαλής της γαλλικής «μυστικής αστυνομίας» (Sûreté), ονόματι Κινέ, που αποτελούσε κυριολεκτικά κράτος εν κράτει (Ν. Πλατής προς Αρχηγείον Χωροφυλακής, Φλώρινα 5.10.1916, αρ.22). Οπως διαβάζουμε δε σε πρόσφατη μονογραφία, «από το 1915 μέχρι το 1918 η γαλλική αντικατασκοπεία λειτουργούσε σε κάθε χωριό» της Δυτικής Μακεδονίας· στα μέτρα της Sûreté κατά των «φιλοβούλγαρων» περιλαμβάνονταν «συνοπτικές εκτελέσεις, ξυλοδαρμοί μέχρι θανάτου, εμπρησμοί χωριών [και] καταναγκαστικά έργα» (Αλέξανδρος Δάγκας, «Ο χαφιές», Αθήνα 1995, σ.29).
Αντίσταση προέβαλε μόνον η Απείρανθος της Νάξου, οι απείθαρχοι κάτοικοι της οποίας, οπλισμένοι με δυναμίτες, αρνήθηκαν ν’ αναγνωρίσουν τον Βενιζέλο κι αντιπρότειναν να παραμείνουν αυτόνομοι απ’ οποιασδήποτε κυβέρνηση (σ.405).
Τη συμμόρφωσή τους ανέλαβε ένα βενιζελικό στρατιωτικό απόσπασμα που έπνιξε στο αίμα το χωριό με πολυβόλα και ξιφολόγχες (5.1.1917), σκοτώνοντας 32 κατοίκους, τραυματίζοντας 44 και φυλακίζοντας άλλους 120 ώσπου να υπογράψουν δήλωση προσχώρησης στην «Εθνική Αμυνα». Χιλιάδες Έλληνες, άντρες, γυναίκες και παιδιά, έχουν προσληφθεί στην υπηρεσία του Βρετανικού Στρατού ως εργάτες και μουλαράδες. Το σπάσιμο της πέτρας για τις αδιάκοπες επιδιορθώσεις όλων αυτών των καινούργιων και εντατικά χρησιμοποιούμενων δρόμων που έχουμε σπείρει στη μακεδονική έρημο γίνεται από εργατικά χέρια πολιτών, οι οποίοι πληρώνονται από τρία μέχρι εφτά φράγκα την ημέρα (η υψηλότερη αμοιβή είναι για τους επιστάτες), τρέφονται και κοιμούνται σε μεγάλους καταυλισμούς υπό την εποπτεία Βρετανών αξιωματικών που μιλούν τα τοπικά ιδιώματα. Όπως οδηγείς, κάθε ένα ή δυο μίλια συναντάς κι από τις δυο μεριές του δρόμου μια μαύρη φράντζα από αυτούς τους χωριάτες, πρόσφυγες ή ντόπιους, απ’ όλες τις φυλές των Βαλκανίων, Σέρβους, Τούρκους, Βούλγαρους (αν και ελληνικών φρονημάτων), την ανάμικτη ράτσα που αυτοαποκαλούνται «Μακεδόνες», Κουτσόβλαχους και Έλληνες. Γκριζομάλλες γιαγιάδες με παντελόνια σφυροκοπάνε ευσυνείδητα την πέτρα, πλάι σε νεαρούς με παχουλά (και πολύ βρόμικα) γυμνά πόδια που πελεκάνε με την ίδια ζωηράδα. Οι άντρες και τ’ αγόρια (τόσο δουλευτάρικα αγόρια δεν έχω ξαναδεί σε άλλο μέρος του κόσμου) κάνουν τη βαρύτερη δουλειά με το καροτσάκι, όλοι υπό τον καλοσυνάτο αλλά άγρυπνο έλεγχο ενός Άγγλου λοχία, που η γνωριμία του με τις βαλκανικές γλώσσες φτάνει μέχρι το «Χάιντε» -ένα γενικό επιφώνημα παρακίνησης- αλλά ο οποίος δίνει διαταγές χρησιμοποιώντας τη φράση «Χάι, Τζόνι» και συνεχίζοντας με εκφραστική παντομίμα.
Κάπως έτσι, στην ήδη πολυπολιτισμική, Θεσσαλονίκη για ένα διάστημα τριών τουλάχιστον ετών ακούγονταν μερικές δεκάδες γλώσσες. Γιατί πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι στους στρατούς των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων περιλαμβάνονταν και πολλά αποικιακά στρατεύματα, όπως π.χ. Σενεγαλέζοι, Ζουάβοι (Βορειοαφρικανοί) και Ανναμίτες (Βιετναμέζοι) στον γαλλικό και Ινδοί (αλλά και Καναδοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί) στον βρετανικό. Η παρουσία τόσων δεκάδων χιλιάδων αντρών οδήγησε και στη δημιουργία πολλών υποδομών για την εξυπηρέτηση του εφοδιασμού, της τροφοδοσίας αλλά και… της ψυχαγωγίας τους: από το τραινάκι της παραλίας, που συνέδεε το λιμάνι με τα στρατόπεδα στη Μίκρα, ως τη σιδηροδρομική σύνδεση Αρσακλί (Πανοράματος) – Σταυρού μέσω των στενών της Ρεντίνας αλλά και μια κανονική «μπουρδελοπολιτεία», τη μεγαλύτερη στα Βαλκάνια που είχε στηθεί στον βούρκο της Μπάρας, όπου ακόμα και μετά το τέλος του πολέμου υπήρχαν πάνω από χίλιες πόρνες.
Οι διαθέσεις του πληθυσμού απέναντι στην πολύχρωμη αυτή Στρατιά της Ανατολής υπό τον στρατηγό Μωρίς Σαράιγ, ήταν αντίστοιχα πολυποίκιλη. Δεν βρήκαμε κάτι σχετικά με τη στάση των, αρκετών ακόμα, μουσουλμάνων της πόλης, αλλά μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι θα ήταν άκρως επιφυλακτική (καθώς μάλιστα η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ήδη ταχθεί στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων), με εξαίρεση ίσως τους μουσουλμάνους των βρετανικών και γαλλικών αποικιακών στρατευμάτων. Αξιοσημείωτη είναι η αλλαγή που θα παρατηρηθεί στην πλειοψηφία του εβραϊκού πληθυσμού υπό την επίδραση του σιωνιστικού κινήματος, το οποίο γνωρίζει ταχεία ανάπτυξη μετά την ενσωμάτωση της πόλης στο ελληνικό κράτος. Τα αρχικά φιλογερμανικά αισθήματα θα μεταστραφούν βαθμιαία σε φιλοαντατικά, ιδιαίτερα μετά τη δήλωση Μπάλφουρ «υπέρ της εγκαθίδρυσης εβραϊκής εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό στην Παλαιστίνη». Για τις τάσεις του ελληνικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης έχουμε τις γλαφυρές περιγραφές του Τομανά. «Τους ιταλούς δεν τους συμπαθούσαν, επειδή η γλώσσα τους έμοιαζε με των εβραίων και έκαναν τις εμπορικές δοσοληψίες τους με τους εβραίους […] Τους γάλλους […] δεν τους πολυσυμπαθούσαν, επειδή τους θεωρούσαν δημοκρατικούς και γυναικάδες», ας μην ξεχνάμε πως στις εκλογές του 1915 στη Θεσσαλονίκη επικράτησαν οι φιλοβασιλικοί του Γούναρη (με τους οποίους είχε συνεργαστεί εκλογικά κι η Φεντερασιόν). «Τους εγγλέζους», από την άλλη, «κυριολεκτικά τους λάτρευαν και τους είχαν όλους για λόρδους. Ήταν όλοι καλά παιδιά, σέβονταν τις γυναίκες και ήταν βολικοί: τους μεθούσαν, τους έκλεβαν και τους παρατούσαν μισόγυμνους στον δρόμο». Όσον αφορά, τώρα, τα «εξωτικά» αποικιακά στρατεύματα, για τους Ανναμίτες θεωρούσαν ότι έτρωγαν ποντίκια (επειδή τους είχε ανατεθεί η συγκέντρωση και εξόντωση των τρωκτικών για να μην εξαπλωθούν επιδημίες), ενώ τους «σενεγαλέζους τούς έτρεμαν, γιατί κυκλοφορούσε η φήμη ότι άρπαζαν τα παιδάκια, τα έσφαζαν και τα έψηναν στον φούρνο με πατάτες».
Πηγή : 
https://alterthess.gr/apovivazontai-oi-dynameis-tis-antant-1915/
https://left.gr/news/i-alli-katohi
https://sarantakos.wordpress.com/2009/11/25/makedometopo/
https://www.tanea.gr/2018/07/26/greece/o-ethnikos-dixasmos-kai-o-romantikos-aristokratis/
https://www.in.gr/2025/11/18/istoriko-arxeio/noemvriana-pos-ekselixthikan-ta-gegonota-pou-theriepsan-ton-ethniko-dixasmo/
https://www.protagon.gr/themata/gia-21-fev-ethnikos-dixasmos-i-arxi-44343088140

Η μάχη του Αναλάτου (1827) και η παράδοση της Ακρόπολης των Αθηνών : Η προδοσία των Ελλήνων πολιτικών, η διπροσωπία των Άγγλων συμμάχων και οι Τούρκοι του Κιουταχή

Οι Άγγλοι ήταν η μεγάλη ναυτική δύναμη της εποχής. Ενδιαφέρονταν κυρίως για το προτεκτοράτο τους στο Ιόνιο Πέλαγος, τα Επτάνησα. Ήθελαν να διατηρήσουν ειρηνικές σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία καθώς οι εμπορικοί δρόμοι της Ασίας ήταν ιδιαίτερα σημαντικοί για το αγγλικό εμπόριο (Ινδία). Υποστήριζαν την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επειδή φοβούνταν την προώθηση των Ρώσων προς τη Μεσόγειο και την αναβίωση της γαλλικής επιρροής στην Ανατολή. Επομένως έπρεπε ο ρωσικός επεκτατισμός να αναχαιτιστεί και να ματαιωθεί πιθανή γαλλορωσική συμμαχία. Η Αγγλία είχε κοινοβουλευτισμό, φιλελεύθερους θεσμούς, διακήρυσσε την αρχή των εθνοτήτων αλλά μόνο όταν δεν θίγονταν τα συμφέροντά της. Τα δύο πρώτα χρόνια του αγώνα η ευρωπαϊκή απολυταρχία καταδίκασε την ελληνική επανάσταση και στη βάση των αποφάσεων των δύο Συνεδρίων (Λάυμπαχ – Βερόνα) συνεργάστηκε ανοικτά, βάρβαρα και απροσχημάτιστα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι ναυτικές δυνάμεις Αγγλίας-Γαλλίας- Αυστρίας μετέφεραν εφόδια και έσπαγαν τους αποκλεισμούς των Ελλήνων στα πολιορκημένα κάστρα, οι πρόξενοί τους είχαν τεθεί στην υπηρεσία της Πύλης με αποστολή να συλλέγουν πληροφορίες υπέρ των Τούρκων. Ο αρμοστής των Επτανήσων Maitland έδινε καταφύγιο στα τούρκικα καράβια και δεν δεχόταν τους πληγωμένους Έλληνες, τους αμάχους και τα γυναικόπαιδα που ζητούσαν καταφύγιο στα Επτάνησα. 
Η Αγγλία ήταν η καλύτερα ενημερωμένη Δύναμη καθώς είχε φροντίσει από τις πρώτες μέρες της επανάστασης να συλλέγει και την παραμικρή πληροφορία. Παρακολουθούσαν την αλληλογραφία, είχαν στα λοιμοκαθαρτήρια των Επτανήσων κατασκοπευτικούς σταθμούς των Μυστικών Υπηρεσιών του Λονδίνου, χρησιμοποιούσαν τους υπαλλήλους των προξενείων και τη ναυτική μοίρα που κινούνταν στο Αιγαίο για συλλογή ειδήσεων και πληροφοριών. Παρακολουθούσαν και γνώριζαν τις αδυναμίες, τις συγκρούσεις, τους ανταγωνισμούς, τις διαφορές, τα πάθη, τις σκέψεις και τα σχέδια των πρωταγωνιστών πολιτικών και στρατιωτικών. Σχεδίαζαν και ακολουθούσαν καλομελετημένη, ρεαλιστική πολιτική μακράς πνοής για τα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια στην ανατολική Μεσόγειο. Στις 25 Μαρτίου 1825 αναγνώρισε τον ελληνικό θαλάσσιο αποκλεισμό και οι αρχές των Ιονίων που με επικεφαλής τον Άγγλο αρμοστή Τομ Μέηλαντ (τον περιβόητο Σουλτάν Θωμά όπως τον αποκαλούσε ειρωνικά ο ζακυνθινός λαός) είχαν συμπεριφερθεί στο παρελθόν σκληρότατα κατά των Ελλήνων επαναστατών, διατάχθηκαν τώρα να συμπεριφέρονται απέναντί τους σαν σε εμπολέμους.
Ο ιστορικός Δ. Φωτιάδης κρίνοντας τα δυο πρώτα δάνεια σημειώνει: «Οι οικονομικές αλυσίδες, όπου από αυτές ποτέ δεν γλιτώσαμε, είχανε δέσει τον τόπο μας πριν ακόμη αποκτήσει τη λευτεριά του. Και όμως η Βουλή της κυβέρνησης Κουντουριώτη δέχτηκε με μεγάλες εκδηλώσεις χαράς την είδηση της συνομολόγησης του δανείου, όπως της χάριζε τη βεβαιότητα ότι θα κέρδιζε τον εμφύλιο σπαραγμό. Σωστά ειπώθηκε πως με την προοπτική της διανομής του πρώτου δανείου τερματίστηκε ο πρώτος εμφύλιος και με την προοπτική του δευτέρου αρχίζει ο δεύτερος. Όταν πήρε τέλος και ο δεύτερος εμφύλιος κι έπεσε το Μεσολόγγι και παραιτήθηκε ο Κουντουριώτης και σχηματίστηκε η κυβέρνηση Ζαΐμη βρέθηκαν στο ταμείο του κράτους όλα και όλα 60 γρόσια!». Η επιτροπή της Ζακύνθου είχε ετοιμάσει κείμενο-έκκληση για την εγκαθίδρυση αγγλικού προτεκτοράτου στην Ελλάδα. Το κείμενο συγκέντρωσε τις υπογραφές σχεδόν όλων των πολιτικών, στρατιωτικών και ναυτικών αρχηγών άμεσα. Σε διάστημα μιας εβδομάδας η αίτηση προστασίας ή «Πράξις Υποταγής» (Act of Submission) είχε εγκριθεί και από το Βουλευτικό και από το Νομοτελεστικό (1 Αυγούστου 1825). Λίγοι ήταν αυτοί που δεν την ενέκριναν και αντέδρασαν στα σχέδια του Μαυροκορδάτου, όπως οι Κουντουριώτης και Κωλέττης, ο Δημ. Υψηλάντης, ο Γκούρας και ο Νικηταράς. Η Αγγλία, όμως, μέσω του G. Ganning, δεν έκανε αποδεκτή την «Πράξιν υποταγής». Δικαιωμένος από την εξέλιξη των γεγονότων βγήκε και ο Δημήτριος Υψηλάντης ο οποίος αρνούμενος να υπογράψει το κείμενο της «Πράξεως» είχε πει: «Έχομε πάρα πολύ ακριβά αγορασμένην την ελευθερίαν μας ώστε να την χαρίσωμεν τόσον φθηνά εις τον τυχόντα». 
Για τη μάχη του Ανάλατου έχουν γραφτεί πολλά, σχεδόν πουθενά όμως δεν αναφέρεται πού βρίσκεται ο Ανάλατος και πώς πήρε το όνομά του. Ας δούμε τι γράφει ο Κώστας Η. Μπίρης στο βιβλίο του «ΑΙ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ». «Παλαιά τοπωνυμία, περιληπτική πολλών άλλων, καλύπτουσα κυρίως την περιοχήν της Νέας Σμύρνης και του Αγίου Σώστη. Οι γηγενείς Αθηναίοι κτηματίαι της περιοχής ταύτης συντηρούν την παράδοσιν, ότι προήλθεν η τοπωνυμία από το πηγάδι των Αγίων Θεοδώρων, του οποίου το νερό ήταν γλυκύ (ανάλατον), εν αντιθέσει προς τα άλλα της γειτονικής περιοχής του Βουρλοποτάμου, των οποίων ήτο υφάλμυρον, λόγω της γειτνιάσεως της θαλάσσης. Ενδεικτικό δε είναι, ότι εις παλαιοτέρους χρόνους η τοπωνυμία εξεφέρετο με τον ουδέτερον τύπον Ανάλατο». Ήδη στην Ελλάδα είχαν φτάσει οι Βρετανοί Τσορτς και Κόχραν που είχαν αναλάβει ηγετικές θέσεις στο ελληνικό στράτευμα. Το βράδυ της 22ας Απριλίου 1827, ενώ ο Καραϊσκάκης ψυχορραγούσε στη γολέτα του Τσορτς και ήταν φανερό σε όλους ότι ο θάνατός του ήταν ζητήματα λίγων ωρών, όλοι οι Έλληνες οπλαρχηγοί ήταν θλιμμένοι. Ο Κόχραν ωστόσο θεώρησε σωστό να γίνει η επίθεση και για τον σκοπό αυτό κάλεσε τους οπλαρχηγούς σε σύσκεψη για να τους τονίσει ότι η επιχείρηση θα διεξαγόταν κανονικά, όπως είχε αποφασιστεί αρχικά. Επρόκειτο για σοβαρότατο λάθος, καθώς ο Βρετανός δεν έλαβε υπόψη του την απογοήτευση των Ελλήνων οπλαρχηγών και στρατιωτών, η οποία θα τους στερούσε την ορμή και την αποφασιστικότητά τους, δύο βασικά πλεονεκτήματα.
Στη σύσκεψη δεν πήγαν όλοι οι οπλαρχηγοί. Ο Κόχραν ρώτησε όσους ήταν παρόντες, αν ήταν έτοιμοι για την προγραμματισμένη επίθεση. Κανείς δεν απάντησε. Μερικοί συζητούσαν μεταξύ τους αν ήταν σκόπιμο να επιτεθούν, με το ηθικό των στρατιωτών καταρρακωμένο και μήπως ήταν φρόνιμο να περιμένουν λίγες μέρες για να συνέλθουν οι άνδρες τους. Τελικά πήρε τον λόγο ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, που απάντησε στον Κόχραν ότι η θλίψη που είχαν όλοι από τον διαφαινόμενο θάνατο του Καραϊσκάκη ήταν πολύ μεγάλη και κανείς δεν ήταν πρόθυμος να πάει στις Αλυκές (τοποθεσία κοντά στους Τρεις Πύργους), απ’ όπου θα ξεκινούσε η επίθεση προς την Ακρόπολη. Ο Κόχραν έγινε έξαλλος και απείλησε ότι θα φύγει από την Ελλάδα, καθώς οι οπλαρχηγοί δεν τηρούσαν όσα είχαν συμφωνηθεί. Τότε παρενέβησαν ο Τσορτς και ο Μαυροκορδάτος (παρών και στη μάχη του Πέτα θυμίζουμε), ο οποίος επηρέαζε τους Σουλιώτες. Με το σαθρό επιχείρημα ότι αν αποχωρούσε ο Κόχραν, θα ήταν η μεγαλύτερη απώλεια για τον Αγώνα υποσχέθηκαν ότι θα αναλάβουν να τον μεταπείσουν. Ο πολυδιαφημισμένος Κόχραν έλαβε 57.000 λίρες για να έρθει στην Ελλάδα και απέτυχε παταγωδώς σχεδόν παντού (πλην της ναυμαχίας της Ιτέας – Αγκάλης το 1827).
Ας επιστρέψουμε όμως στο 1827 και στους Κόχραν και Τσορτς (ή Τσερτς πιο σωστά). Στις 23 Απριλίου, ο Τσορτς πήγε από το πλοίο του στη σκηνή του Βάσσου Μαυροβουνιώτη και κάλεσε εκεί τους Έλληνες οπλαρχηγούς. Τους ζήτησε να επιτεθούν εναντίον της Ακρόπολης. Τότε ο Γιαννούσης Πανομάρας δήλωσε εκ μέρους των στρατευμάτων του Κερατσινίου και του Πειραιά ότι ήταν έτοιμος μαζί με άλλους οπλαρχηγούς να μεταβούν στους Τρεις Πύργους, αν αρνούνταν όσοι είχαν αρχικά προσδιοριστεί γι΄ αυτόν τον σκοπό. Αυτό έκανε και άλλους, ανάμεσά τους και τους Σουλιώτες να δεχτούν να πάρουν μέρος στην επιχείρηση όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί. Αρχηγός της φάλαγγας που θα ξεκινούσε από τους Τρεις Πύργους ορίστηκε ο Τσορτς και οδηγός για την κατάληψη των κατάλληλων θέσεων ο Μακρυγιάννης, καθώς γνώριζε τις διάφορες τοποθεσίες. Το άλλο σώμα που είχε μείνει στον Πειραιά ήταν ουσιαστικά ακέφαλο, καθώς δεν υπήρχαν σε αυτό στρατιώτες παρά μόνο οι οπλαρχηγοί… Ο Τσορτς και ο Κόχραν παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα από τη φρεγάτα «Ελλάς». Ο Κόχραν πρότεινε να επιβιβαστούν γρήγορα στα πλοία όσοι Έλληνες βρίσκονταν στην ακτή, με τον σχηματισμό ενός είδους πλωτής γέφυρας με σειρά εφαπτόμενων λέμβων από την παραλία μέχρι τα καράβια. Του τονίστηκε όμως ότι αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο γιατί οι Έλληνες δεν ήταν εξασκημένοι σε τέτοιες ενέργειες και πολλές λέμβοι υπήρχε κίνδυνος να ανατραπούν.
Η μεταφορά τελικά έγινε με πολλές λέμβους και γρήγορη κωπηλασία. Στη μάχη του Ανάλατου σκοτώθηκαν περισσότεροι από 1.000 Έλληνες, ανάμεσά τους και μερικοί σπουδαίοι οπλαρχηγοί. Λάμπρος Βέικος, Ιωάννης Νοταράς, Γ. Δράκος, Γ. Τζαβέλλας, Χ. Ιγγλέσης, Ι. Μήτσας, Ε. Καλλέργης, Συμεών Ζαχαρίτσας, Κώστας Τζαβέλλας, Φώτος Φωτομάρας, Νούτσος Τσάτσος, Φώτος Βέικος, Πάσχος Κοσμάς, Κίτσος Κοσμάς, Χρήστος Μπέκας, Γιάννης Μπάλας, Χρήστος Τσίτης, Ν. Αγοναρίδης, Ν. Ποταμιάνος, Ζήνων Ισαυρίδης, Άνθιμος Σιναϊδης, Δ. Κουρμούλης, Ε. Ρουστικιανός, Ε. Βαλιάνης, Ν. Ζερβουδάκης, Φραγκιάς, Μιχαήλ Σκλαβουνάκης, Ε. Δαρατσάνος, Γ. Καλαμαράς και Θ. Νικηφοράκης. Από τους φιλέλληνες σκοτώθηκαν οι Ντελαρντουί και Λεφέβρ. Ο Γ. Δράκος μεταφέρθηκε στη Χαλκίδα όπου αργότερα σκοτώθηκε ή αυτοκτόνησε σύμφωνα με άλλη εκδοχή. Ο Δ. Καλλέργης, του οποίου οι Τούρκοι έκοψαν τα αφτιά, ελευθερώθηκε αφού οι οικείοι του πλήρωσαν ως λύτρα 70.000 γρόσια. Οι αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους ο Τσελεπής Αιγινήτης και οι φιλέλληνες ήταν 150 και θανατώθηκαν όλοι μετά από διαταγή του Κιουταχή. Τα δέρματα από τα κεφάλια τους και πλήθος από κομμένα αφτιά στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη ως τεκμήριο της μεγάλης τουρκικής νίκης. Ξεχωριστή και απίστευτη είναι η ιστορία του Τούσια Μπότσαρη, ξαδέλφου του Μάρκου. Αν και διασώθηκε στη διάρκεια της μάχης, βλέποντας την πλήρη καταστροφή είπε: «Δεν θέλω να σωθώ μαζί σας αλλά να χαθώ με τους δικούς μου». Όρμησε με το άλογό του σ’ ένα εχθρικό σώμα και σκοτώθηκε...Δεν ήταν όμως μόνο οι Έλληνες που είχαν σημαντικές απώλειες, αλλά και οι Τούρκοι. Ιδιαίτερα στα οχυρώματα των Σουλιωτών και του Ιγγλέση οι νεκροί από τουρκικής πλευράς ήταν πολλοί. Μάλιστα σκοτώθηκε και ο αρχηγός του τουρκικού ιππικού, ενώ τραυματίστηκε κι ο Κιουταχής που είχε πλησιάσει πολύ κοντά στο πεδίο της μάχης.
Όσοι από τους Έλληνες κατόρθωσαν να επιβιβαστούν στα πλοία, γιατί κάποιοι σκοτώθηκαν από τους Τούρκους πριν προλάβουν να φτάσουν σ’ αυτά ή πνίγηκαν, μεταφέρθηκαν σε κακή κατάσταση στον Πειραιά. Όσοι ήταν από τα γειτονικά μέρη επέστρεψαν σ’ αυτά είτε με τους αρχηγούς τους, είτε μόνοι τους σε ομάδες. Οι Πετμεζαίοι επέστρεψαν με τους άνδρες τους στην Πελοπόννησο, αφού έδωσαν μάχη στους Μύλους της Ελευσίνας με τους Τούρκους οι οποίοι τους κατείχαν. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, κατείχε το Μετόχι, αλλά εκτοπίστηκε προς τον Ελαιώνα, ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης είχε συγκεντρώσει τους άνδρες του στο Φάληρο και ο Πανομάρας κατόρθωσε να κρατήσει το μοναστήρι, αλλά λόγω του πανικού που προκλήθηκε και των απωλειών από τη βαριά ήττα, στις 27 Απριλίου, στα λίγα παραθαλάσσια οχυρώματα του Πειραιά και στο Φάληρο υπήρχαν μόλις 3.500 άνδρες.
Αυτοί απόμειναν από τους 10.000 που είχαν συγκεντρωθεί πριν λίγες μέρες. Φυσικά, ήταν αδύνατο πλέον να γίνει οποιαδήποτε σύγκρουση με τους Τούρκους. 
Από τη μάχη του Ανάλατου και ύστερα, οι Έλληνες συνέχιζαν να καταδιώκονται από μανία φυγής. Κανένας Ρουμελιώτης οπλαρχηγός δεν ήθελε να αναλάβει το βάρος της αρχηγίας. Προτάθηκε να καταλάβει τη θέση ένας εκ των Κώστα Μπότσαρη και Κίτσου Τζαβέλα αλλά αμφότεροι αρνήθηκαν. Μάλιστα η πρόταση αυτή λέγεται ότι  έγινε εντός μιας σπηλιάς της Καστέλλας (πιθανότατα και εντός του αρχαίου Σηραγγείου) όπου είχε εγκαταστήσει το «στρατηγείο» του ο Κώστας Μπότσαρης, ενώ έξω από αυτό είχαν στρατοπεδεύσει οι διασωθέντες Σουλιώτες. Τελικώς συμφώνησαν, να διοικεί προσωρινά ο Τζαβέλας το στρατόπεδο του Πειραιά, αφού κανείς άλλος δεν φάνηκε ικανότερός του.
Η μάχη του Ανάλατου έκρινε οριστικά όχι μόνο την τύχη των πολιορκημένων στην Ακρόπολη, αλλά και την Επανάσταση στην Ανατολική Στερεά. Ο Καραϊσκάκης, ο μόνος που μπορούσε να συγκροτεί στρατό από διασκορπισμένες δυνάμεις και να πετυχαίνει θριάμβους ήταν νεκρός από τις 4 π.μ. της 23ης Απριλίου 1827. Ο Κιουταχής είχε σπεύσει να αναγγείλει στην Πύλη τον θάνατό του ως πολύ ευχάριστο γεγονός. Αλλά και οι Τουρκαλβανοί φώναζαν στους φρουρούς των ελληνικών θέσεων: «Ώρε ο Καραϊσκάκης ο γιος της καλόγριας πέθανε. Όλοι να βάλετε μαύρα γιατί άλλον σαν κι αυτόν δεν έχετε». Η μάχη του Ανάλατου ήταν ίσως η πλέον καταστροφική για τους Έλληνες. Η απόφαση και η ακατανόητη επιμονή, του Κόχραν κυρίως, αλλά και του Τσορτς να δώσουν τη μάχη λίγο μετά τον (περίεργο) θάνατο του Καραϊσκάκη με την ψυχολογία των Ελλήνων στο ναδίρ, ήταν τραγική. Έχουν γραφτεί διάφορα γι’ αυτή την απόφαση, που εστιάζουν κυρίως στο γεγονός ότι οι Άγγλοι δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση τότε (1827), το όποιο ελληνικό κράτος θα δημιουργείτο (είτε ανεξάρτητο, είτε με κάποιας μορφής αυτονομία), να περιλαμβάνει τη Στερεά Ελλάδα, παρά μόνο την Πελοπόννησο, τα γύρω νησιά και τις Κυκλάδες. Αυτός ήταν ο στόχος των Άγγλων: “Η Ελλάδα ανεξάρτητη μεν, μέχρι τον Ισθμό δε”. Ο Κόχραν τον πέτυχε. Η μόνη του επιτυχία ήταν μια καταδρομική επιχείρηση κατά μοίρας Τουρκοαιγυπτίων ανοικτά της Ηλείας. Πήγαιναν εφόδια στην Τουρκοκρατούμενη Πάτρα… Εννοείται ότι πήρε τα εφόδια. Μετά από αυτό, αφού είχε προπληρωθεί τον μισθό του Ναυάρχου, την κοπάνησε για την Αγγλία.
Πρέπει να ήταν ο μεγαλύτερος απατεώνας που αποβιβάστηκε ποτέ. Ήταν η εποχή που η Αγγλική πολιτική άλλαζε και έγινε στόχος τους να γίνει η Ελλάδα μια δική τους αποικία χρέους, αλλά ανεξάρτητη από τον Σουλτάνο.
Πηγή : 
https://www.mixanitouxronou.gr/i-epiki-machi-ton-soylioton-stin-athina-otan-oloi-etrechan-na-sothoyn-emeinan-statheroi-kai-antimetopisan-toys-toyrkoys/
https://www.protothema.gr/stories/article/1444460/i-mahi-tou-analatou-h-megaluteri-itta-ton-ellinon-o-thanatos-tou-karaiskaki-kai-o-rolos-ton-agglon/
https://nafpliooldphotos.gr/index.php/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C/3033-lordos-koxran-o-megalyteros-apateon-pou-perase-apo-t-anapli
https://www.e-prologos.gr/%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CF%82-%CE%B4/

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Ο Αλέξιος Κομνηνός και η υψηλή στρατηγική των Βυζαντινών Ελλήνων κατά τις Σταυροφορίες

Όταν ο Αλέξιος Κομνηνός κατέλαβε την εξουσία το 1081, δεν ήταν παρά ένας ακόμη σφετεριστής. Η πολιτική αστάθεια ήταν ενδημική και τίποτε δεν προμήνυε την εδραίωση μιας νέας δυναστείας. Ακόμη, ο Αλέξιος πέρασε την πρώτη δεκαπενταετία της βασιλείας του σε εκστρατείες, είχε λοιπόν ανάγκη ενός αξιόπιστου πυρήνα υποστηρικτών. Οι συγγενικοί δεσμοί πάντοτε είχαν σημασία για έναν αυτοκράτορα, ο Αλέξιος όμως τους έκανε «συνταγματικούς». Έχει ήδη γίνει λόγος για τη δυναμική μητέρα του Άννα Δαλασσηνή. Όταν ο Αλέξιος έγινε αυτοκράτορας και χρειάστηκε να εκστρατεύσει κατά των Νορμανδών (Αύγουστος 1081), όχι απλώς εμπιστεύθηκε την αντιβασιλεία στην μητέρα του, αλλά της έδωσε πλήρεις βασιλικές εξουσίες με χρυσόβουλο. Η Άννα Δαλασσηνή είχε πολύ μεγάλη επιρροή στον υιό της, ο οποίος τη σεβόταν και την υπάκουε. Ευσεβής και αυστηρή, η Άννα Δαλασσηνή ανέλαβε την αναμόρφωση της ζωής στο παλάτι, η οποία χαρακτηρίζονταν από τρυφηλότητα. Έχοντας η ίδια λάβει το αγγελικό σχήμα, μετέτρεψε τα ανάκτορα σε αληθινό μοναστήρι. Σύμφωνα όμως με τον Ιωάννη Ζωναρά, από κάποιο σημείο και έπειτα ο Αλέξιος πρέπει να ενοχλήθηκε από τις υπερεξουσίες της μητέρας του, η οποία όταν το αντιλήφθηκε αποσύρθηκε στη μονή Παντεπόπτου. Στην επικράτηση του κινήματος των Κομνηνών σημαντικό ρόλο έπαιξε η Μαρία της Αλανίας. Η παραμονή της στα ανάκτορα μετά την άνοδο του Αλεξίου τροφοδότησε φήμες για ανάρμοστες σχέσεις μεταξύ τους, και χρειάστηκε η δυναμική παρέμβαση των Δουκών ώστε να απομακρυνθεί. 
Η Ειρήνη Δούκαινα εγκαταστάθηκε επίσημα στα ανάκτορα και στέφθηκε αυτοκράτειρα. Το πρώτο διάστημα της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού πάντως, η Μαρία της Αλανίας διέμενε στο ανάκτορο της μονής των Μαγγάνων και ο υιός της, Κωνσταντίνος, εξακολουθούσε να προσφωνείται βασιλεύς. Ο Αλέξιος φρόντισε να τον αρραβωνιάσει με την πρωτότοκη κόρη του, Άννα. Σύντομα όμως η Μαρία της Αλανίας εξέπεσε από την εύνοια του αυτοκράτορα και αποσύρθηκε σε μοναστήρι «τὸ μὲν ἑκοῦσα, τὸ δέ τι τυραννουμένη», ενώ Κωνσταντίνος εξέπεσε από το αυτοκρατορικό αξίωμα και ο αρραβώνας του διαλύθηκε. Ο νεαρός Δούκας ασθένησε και απεβίωσε λίγο αργότερα, σε νεαρή ηλικία. Μετά τη μητέρα του, η αυγούστα Ειρήνη Δούκαινα είχε σημαντικό ρόλο στη βασιλεία του Αλεξίου Κομνηνού, ασκώντας μεγάλη επιρροή. Ο αυτοκράτορας προσπαθούσε να την παίρνει πάντοτε μαζί του στις εκστρατειες του, όπου όχι μόνo τον περιποιούταν αλλά και λειτουργούσε ως φύλακάς του από επιβουλές. Ο Ιωάννης Ζωναράς όμως ανέφερε πως τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο Αλέξιος, «ἀφροδισίων δ’ ἡττώμενος», ήταν ερωτικά άπιστος στη σύζυγό του, και μόνο μετέπειτα της αφοσιώθηκε. Όσο ο αυτοκράτορας μεγάλωνε και υπέφερε από ποδαλγίες, τόσο περισσότερο εξαρτιόταν από την αυγούστα και η επιρροή της γινόταν ισχυρότερη. Πρώτη κόρη του Αλεξίου ήταν η πορφυρογέννητη Άννα, γνωστή για το ιστοριογραφικό της έργο. Μετά τη διάλυση του αρραβώνα με τον Κωνσταντίνο Δούκα, ο αυτοκράτορας την πάντρεψε με το Νικηφόρο Βρυέννιο, υιό ή εγγονό του εξεγερμένου στρατηγού. Ο Βρυέννιος, άνθρωπος μεγάλης μόρφωσης και ικανοτήτων, επικουρούσε τον πεθερό του στις πολεμικές και διπλωματικές αποστολές του, ενώ είχε την εύνοια της αυγούστας. Η Ειρήνη και η Άννα μάλιστα τον προόριζαν για αυτοκράτορα αντί του υιού του Αλεξίου, πορφυρογέννητου Ιωάννη. Ο ίδιος όμως, προς απόγνωση της «φίλαρχης» Άννας, δε φαίνεται να έδειξε ενδιαφέρον για το θρόνο. Ο ανταγωνισμός για τη διαδοχή, ο οποίος σοβούσε για χρόνια, κορυφώθηκε στη νεκρική κλίνη του αυτοκράτορα, με νικητή τον Ιωάννη. 
Ο Αλέξιος Κομνηνός συγκρότησε έναν στενό κύκλο εξ συγγενών, με τους οποίους μοιραζόταν την εξουσία. Όπως η μητέρα του, κανόνιζε γάμους ώστε να συγγενέψει με τους περισσότερους ευγενείς οίκους. Παρακάμπτοντας τους παραδοσιακούς αυλικούς τίτλους, ο Αλέξιος εφηύρε πολλούς νέους. Ο τίτλος του καίσαρα δόθηκε στο Νικηφόρο Μελισσηνό και το Νικηφόρο Βρυέννιο. Ο Αλέξιος όμως δημιούργησε ειδικά για τον αδελφό του Ισαάκιο τον τίλο του σεβαστοκράτορα, ο οποίος τοποθετήθηκε μεταξύ αυγούστου και καίσαρα. Ο Ισαάκιος Κομνηνός υπηρέτησε πιστά τον αδελφό του, αντικαθιστώντας τον όταν εκστράτευε, συλλέγοντας χρήματα, συμμετέχοντας σε ανακρίσεις και εκπροσωπώντας τον στις σχέσεις με την Εκκλησία και την καταστολή των αιρέσεων. Ο Μιχαήλ Ταρωνίτης (σύζυγος της αδελφής του Αλεξίου, Μαρίας) χρίστηκε πρωτοβεστιάριος και πανυπερσέβαστος, ο Αδριανός Κομνηνός πρωτοσέβαστος και ο Νικηφόρος Κομνηνός δρουγγάριος του στόλου και σεβαστός. Αυτό το καθεστώς οικογενειοκρατίας κατακρίθηκε ως ευνοιοκρατικό. Ο Ιωάννης Ζωναράς κατηγορούσε τον Αλέξιο πως έβλεπε το κράτος ως προσωπική ιδιοκτησία και φρόντιζε για τον πλουτισμό των οικείων του. Από την άλλη βέβαια, κρίνοντας από τις πολυάριθμες απόπειρες εναντίον του θρόνου και της ζωής του Αλεξίου, η ύπαρξη ενός ασφαλούς και έμπιστου θεμελίου της εξουσίας του ήταν πρωταρχικής σημασίας για την επιβίωσή του. «Κέρβεροι» όπως η Άννα Δαλασσηνή, η Ειρήνη Δούκαινα και ο Ισαάκιος Κομνηνός πιστώνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό τη μακροημέρευση του Αλεξίου και το γεγονός ότι άντεξε πολύ περισσότερα πλήγματα από ότι άλλοι αυτοκράτορες. 
Η μεταβολή την οποία έφερε ο Αλέξιος Κομνηνός είχε και ιδεολογική πτυχή. Η επικράτηση της αριστοκρατίας και η υποχώρηση της χειραφέτησης των αστικών στρωμάτων οδήγησε στην παγίωση νέων αξιών. Η αντιμετώπιση των κινδύνων κινητοποίησε έναν αριστοκρατικό πατριωτισμό, με στόχο την απόκρουση των εισβολέων και την διαφύλαξη της Ορθοδοξίας. Η έμφαση στις στρατιωτικές ιδιότητες του αυτοκράτορα αποτελεί έκφραση αριστοκρατισμού, μαζί με το σεβασμό στην κληρονομικότητα, το αυξημένο κύρος της οικογένειας κ.α. Παρόλα αυτά δεν υπήρξε περιχαράκωση της αριστοκρατίας σε μία κλειστή τάξη κατά το δυτικό πρότυπο. Είναι πολύ πιθανό πως το έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα στην παραλλαγή του Εσκοριάλ, να γράφτηκε επί Αλεξίου Κομνηνού και με πρότυπο τον ίδιο. Η επεισοδιακή επαφή με τον ανερχόμενο κόσμο της Δύσης δημιούργησε μάλλον αρνητικές εντυπώσεις μεταξύ των δύο πολιτισμών. Η βυζαντινή υπερηφάνεια συγκροτούσε μία ανθεκτική ταυτότητα αλλά και τους εμπόδιζε να δουν την πρόοδο των μέχρι πρότινος «βαρβάρων». Παρότι ο Αλέξιος έκανε ότι μπορούσε ώστε να μείνουν ανοικτοί οι δίαυλοι με τη Δύση, το αντιλατινικό συναίσθημα ξεκίνησε να καλλιεργείται ήδη από τον καιρό του. Η Λατίνοι οικοδόμησαν την ταυτότητά τους σε μεγάλο βαθμό πάνω στην ετερότητά εν σχέσει με τους Έλληνες, ενώ οι τελευταίοι έκαναν τον αντιλατινισμό συστατικό της συνείδησής τους για πολλούς αιώνες.
 Όπως και σε άλλους τομείς της βασιλείας του, ο Αλέξιος επενέβαινε στον εκκλησιαστικό τομέα με στόχο να διατηρεί την πρωτοβουλία τον κινήσεων. Λίγο μετά την κατάληψη του θρόνου από τον Αλέξιο, ο πατριάρχης Κοσμάς (1075-1081) παραιτήθηκε, και την θέση του πήρε ο ευνούχος Ευστράτιος Γαριδάς. Εκείνος με τη σειρά του παραιτήθηκε το 1084, και τον διαδέχθηκε ο Νικόλαος Γ’ Γραμματικός (1084-1111). Παρότι δεν έλειψαν οι αντιδράσεις, η νέα κατάσταση αποδείχθηκε αμοιβαία επωφελής: ο αυτοκράτορας εξασφάλιζε την υποστήριξη της Εκκλησίας, και η Εκκλησία έναν προστάτη. Επί Αλεξίου Κομνηνού ο ρόλος του κλήρου της Αγίας Σοφίας ενισχύθηκε. Ο μοναχισμός, ειδικότερα, έβρισκε στο πρόσωπο του αυτοκράτορα μία μεταρρυθμιστική δύναμη η οποία θα τον έπαιρνε άμεσα από την σκέπη της. Η κριτική του μοναχισμού στην κοινωνία ερχόταν πολύ κοντά στην αντίληψη του Αλεξίου για κάθαρση της ηθικής διαφθοράς. Αναπτύσσοντας εγκάρδιες σχέσεις με αγίους πατέρες όπως ο Χριστόδουλος της Πάτμου, ο Αλέξιος και οι διάδοχοί του δεν αντιδρούσαν απλώς «στην άνοδο της μοναστικής ευσέβειας, αλλά επίσης την ανακατεύθυναν και την αξιοποιούσαν». Ειδικά οι γυναίκες της δυναστείας διακρίθηκαν στην ίδρυση και ενίσχυση μοναστηριών. Η εικόνα αυτοκρατορικής ευσέβειας τονιζόταν και από τη δημιουργία έργων πρόνοιας όπως το μεγάλο Ορφανοτροφείο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο αναδιοργάνωσε και επεξέτεινε ο Αλέξιος. Από «επικοινωνιακή» άποψη, αυτοκράτορας είχε την ανάγκη να προβάλει την εικόνα της φιλοθεΐας, καθώς η βασιλεία του ξεκίνησε με την αιματηρή κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, τις φήμες για τη σχέση με τη Μαρία της Αλανίας και την οικειοποίηση εκκλησιαστικών θησαυρών. Για τις σφαγές στην Κωνσταντινούπολη, ειδικά, ο Αλέξιος εμφανίστηκε στην ιερά σύνοδο και προέβη σε δημόσια πράξη μετανοίας, με αυστηρά επιτίμια. Στην τέχνη, αγιογραφία και ναοδομία της εποχής δόθηκε μεγάλη έμφαση στο σχήμα αντανάκλασης της θείας βασιλείας στην επίγεια, με τον αυτοκράτορα ως άμεσο εκπρόσωπο του Χριστού στην Οικουμένη.528 Ακόμη, ο Αλέξιος έκανε μεγάλη χρήση ιερών λειψάνων, μεγαλύτερη από κάθε προηγούμενο αυτοκράτορα, προσφέροντάς τα ως δώρα ή φέροντάς τα στη μάχη. 
Η βασιλεία του Αλεξίου Κομνηνού συνέπεσε με την εξάπλωση των αιρέσεων. Ο αυτοκράτορας έδειξε ενδιαφέρον για τον ευαγγελισμό των αλλοθρήσκων, όπως των Τούρκων, και των αιρετικών, όπως μαρτυρεί η προσωπική εμπλοκή του για την μεταστροφή των Μανιχαίων της Φιλιππούπολης. Η βασιλεία του σημαδεύθηκε από δίκες και καταδίκες για αίρεση, όπως του φιλοσόφου Ιωάννη Ιταλού, του μοναχού Νείλου Καλαβρού και του επισκόπου Τραπεζούντος Θεοδώρου Βλαχερνίτη. Ο αυτοκράτορας φρόντισε ο ίδιος να αναβαθμίσει τον ρόλο της Εκκλησίας στην παιδεία με το έδικτο του 1107, με διπλό στόχο την ηθική κάθαρση και την διδακτική επάρκεια των κληρικών. Η υπεράσπιση της Ορθοδοξίας συνδεόταν με την πολιτική υπακοή του πληθυσμού στον αυτοκράτορα και την πολιτεία. Ενώ οι Παυλικιανοί ήταν μία μάλλον σταθερή μειονότητα, η παραπλήσια αίρεση των Βογόμιλων εξαπλωνόταν ακόμη και στην ίδια την Βασιλεύουσα. Ο Βογομιλισμός αποτελούσε αμάλγαμα παλαιότερων δυστικών-γνωστικών δοξασιών. Η απόρριψη θεμελιωδών δογμάτων, όπως η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού, η ιεροσύνη, και η προσκύνηση των εικόνων, καθώς και η ιδέα ότι ο υλικός κόσμος δημιουργήθηκε από τον διάβολο, καθιστούσαν την αίρεση όλως ασύμβατη με την κρατούσα πίστη. Ο Βογομιλισμός εξαπλώθηκε στους φτωχούς αγροτικούς πληθυσμούς, ειδικά της Βουλγαρίας, Μακεδονίας και Θράκης. Στην Κωνσταντινούπολη η αίρεση εμφανίστηκε υπό τον Βασίλειο, ιατρό στο επάγγελμα, ο οποίος κατάφερε να προσηλυτίσει αρκετούς από τις ανώτερες τάξεις, ωθώντας τον Αλέξιο να αναλάβει δράση. Η καταστολή της αίρεσης πρέπει να έλαβε χώρα μεταξύ 1097 και 1100. Ο Αλέξιος παρέσυρε τον Βασίλειο στα ανάκτορα, προσποιούμενος πως ήθελε να μάθει για την πίστη του. Ενώ όμως ο Βασίλειος εξηγούσε τα του Βογομιλισμού, πίσω από ένα παραπέτασμα ένας γραμματικός σημείωνε τα λόγια του. Ο Βασίλειος συνελήφθη και καταδικάστηκε να καεί στην πυρά.
Ο 11ος και 12ο αιώνας υπήρξαν εποχή ανάπτυξης για το Βυζάντιο, παρά τις αναστατώσεις των ξένων εισβολών. Αυτό ισχύει τουλάχιστον για τη δυτική, παράκτια Μικρά Ασία, και τη χερσόνησο του Αίμου. Η Μακεδονία, η Θράκη, η Θεσσαλία, η Βουλγαρία και η Βιθυνία έγιναν οι βασικοί προμηθευτές της Κωνσταντινούπολης σε σιτηρά. Η πληθυσμιακή αύξηση, η οποία είχε ξεκινήσει τον 10 αιώνα, συνεχίστηκε και θα συνεχιζόταν ως τον 14ο. Η ενδημική ανασφάλεια όμως οδήγησε ορισμένες περιοχές σε ερήμωση. Από τον 11ο αιώνα εγκαταλείφθηκε η πολιτική των Μακεδόνων αυτοκρατόρων για την προστασία των μικροκαλλιεργητών, ενώ αυξήθηκαν τα προνόμια και οι ατέλειες. Η επέκταση της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας από τα μέσα του 11ου αιώνα είχε αξιολογηθεί ως μονοσήμαντα αρνητική. Σήμερα υπάρχει μία πιο ισορροπημένη προσέγγιση, η οποία αναγνωρίζει πως υπήρξαν και θετικές συνέπειες, με βασικότερη την αύξηση της παραγωγικότητας. Οι μεγάλες αυτές ιδιοκτησίες, ειδικά μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας (Ισαάκιος, Αδριανός) ή της ανώτερης αριστοκρατίας (Πακουριανός), μπορεί να περιελάμβαναν πλήθος οικισμών, ενώ οι άρχοντες αναλάμβαναν να ιδρύσουν νέα χωριά ή να οικοδομήσουν οχυρά. Η αύξηση της παραγωγικότητας είχε ως αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης αλλά και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των χωρικών. Η αστική οικονομία έφθασε στο απόγειό της τον 11-12ο αιώνα. Τα αρχαιολογικά στοιχεία υποδεικνύουν και εδώ αύξηση της δευτερογενούς παραγωγής, όπως και εξαγωγικό εμπόριο προς την Ευρώπη. Ο μικρότερος κρατικός έλεγχος και το «άνοιγμα» της αγοράς στους Βενετούς βοήθησε στην αύξηση της εμπορικής κίνησης. Δεν ισχύει η παλιότερη εικόνα του αδρανούς Βυζαντινού εμπόρου, ο οποίος στηριζόταν στον κρατικό παρεμβατισμό. Αντίθετα, οι Βυζαντινοί συνέχισαν να είναι δραστήριοι και να ταξιδεύουν σε όλον τον γνωστό κόσμο, από την Ισπανία ως την Ρωσία και τη Μέση Ανατολή. 
Εδώ ανακύπτει το ζήτημα των προνομίων στη Βενετία, μία ενέργεια για την οποία ο Αλέξιος Κομνηνός δέχθηκε σφοδρή κριτική από τη νεότερη ιστοριογραφία. Όπως αναφέρει η Άννα Κομνηνή, ο Αλέξιος Κομνηνός αντάμειψε τους Bενετούς για τις υπηρεσίες τους στον νορμανδικό πόλεμο με χρυσόβουλο το 1082. Στους Βενετούς δόθηκαν οι σκάλες και αποθήκες από την Εβραϊκή συνοικία ως τη Βίγλα της Κωνσταντινούπολης. Ακίνητα τους χαρίστηκαν στο Δυρράχιο και άλλες πόλεις. «Τὸ δὲ δὴ μεῖζον», ο Αλέξιος παραχώρησε στους Βενετούς πλήρη φορολογική ατέλεια. Ήταν το πρώτο βήμα για την ανάπτυξη της ναυτικής και εμπορικής αυτοκρατορίας των Βενετών. Οι ατέλειες έδιναν σαφώς ένα αθέμιτο πλεονέκτημα έναντι των Βυζαντινών εμπόρων, το οποίο όμως έχει τονιστεί υπερβολικά από τους ερευνητές. Βραχυπρόθεσμα, η έλευση των Βενετών δημιούργησε μία νέα αγορά για μεσάζοντες και οι Βυζαντινοί ωφελήθηκαν. Μόνο αργότερα, όταν οι Ιταλοί άρχισαν να εμπλέκονται και στο εσωτερικό εμπόριο, άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα, τα οποία δεν ήταν αισθητά την εποχή του Αλεξίου Κομνηνού. 
Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο Αλέξιος Κομνηνός συνέχισε τη νόθευση του νομίσματος. Καθώς το νομισματικό σύστημα όδευε προς την πλήρη αχρηστία, το 1092 ο αυτοκράτορας αποφάσισε να το αναδιοργανώσει. Όπως αναφέρει ο M. Hendy, «η νομισματική μεταρρύθμιση του Αλεξίου το 1092 επιχείρησε και κατόρθωσε τίποτε λιγότερο από μία ολοκληρωτική ανακατασκευή που νομισματικού συστήματος σε μία εντελώς νέα βάση, χρησιμοποιώντας κράματα μετάλλων αντί καθαρά. Συγκρίνοντάς την με προηγούμενες, μόνο η μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού υπήρξε ανάλογης κλίμακας, καθώς εκείνες του Αναστασίου Α’ και του Λέοντος Γ’ περιελάμβαναν συγκεκριμένες πτυχές μίας υφιστάμενης κατάστασης». Ο αυτοκράτορας εισήγαγε τέσσερα είδη νομίσματος: το χρυσό ὑπέρπυρον, το ἄσπρον τραχὺ ἐξ ἠλέκτρου, το ἄσπρον τραχὺ στάμενον και το χάλκινο τεταρτηρόν. Ήταν το πιο εξελιγμένο σύστημα υποδιαιρέσεων της εποχής, αποδεικνύοντας ότι ο Αλέξιος δεν είχε υπόψιν μόνο την καλύτερη είσπραξη φόρων, αλλά και την λειτουργία της αγοράς. Το ὑπέρπυρον θα έμενε απολύτως σταθερό μέχρι το 1180. Ελλείψει χρημάτων, ο αυτοκράτορας κατέφυγε στις δωρεές και τις ατέλειες ώστε να εξασφαλίσει την υποστήριξη της αριστοκρατίας (πιο γενναιόδωρα στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, σημαντικά λιγότερο στα επόμενα). Η οικονομική στήριξη και παραχώρηση ατέλειας σε μοναστήρια, όπως εκείνο που ίδρυσε ο Όσιος Χριστόδουλος στην Πάτμο, είχε το πολιτικό σκεπτικό της ανάπτυξης απομονωμένων και απομακρυσμένων περιοχών. Οι απονομές γης και εκμετάλλευσης φορολογικών εσόδων, ειδικά σε συγγενείς, δεν είχαν σκοπό μόνο τον πλουτισμό της δυναστείας και τον προσεταιρισμό των αρχόντων, αλλά και τον καταμερισμό διοικητικών καθηκόντων στις επαρχίες. Λειτουργούσαν ακόμη ως αμοιβές, σε μία εποχή που το κράτος δυσκολευόταν να καταβάλει μισθούς. Αυτή η μεταβολή έχει χαρακτηρισθεί «δημοσιονομική επανάσταση». Οι ατέλειες και η μίσθωση των φόρων σε ιδιώτες οδήγησαν σε μείωση των κρατικών εσόδων. Οι φοροεισπράκτορες ήταν ιδιαίτερα σκληροί και αρπακτικοί, ενώ ο Αλέξιος κατηγορήθηκε ότι, πλήρωνε με υποτιμημένα νομίσματα αλλά απαιτούσε πληρωμές σε παλιότερα, πλήρους αξίας. Η πολιτική αυτή ενέτεινε την αποξένωση του λαού των επαρχιών.
Πηγή : 
Υψηλή Στρατηγική του Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1081-1118) Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία Μάριος Νοβακόπουλος 
ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Βυζαντινός Κόσμος: Ιστορία και Αρχαιολογία» Ειδίκευση: Βυζαντινή Ιστορία 
ΑΘΗΝΑ 2021-2022

Οι Αρβανίτες στο Βυζάντιο : Από το Δεσποτάτο της Ηπείρου στο Δεσποτάτο του Μυστρά (Μορέως)

Το σημείο εκκίνησης της μετανάστευσης και επέκτασης των αλβανικών φύλων προς Νότο στο 13ο αιώνα θεωρείται το Άρβανον, μια περιοχή στην ενδοχώρα του Δυρραχίου τα όρια της οποίας δεν είναι καθορισμένα με ακρίβεια. Κατά τον Γάλλο καθηγητή Βυζαντινής ιστορίας Αlain Ducellier, η ορεινή αυτή περιοχή εκτεινόταν ως την Κρούγια και τα περίχωρα της λίμνης της Οχρίδας. Υπάρχει η άποψη ότι η ομάδα αυτή οι Αρβανίτες ίσως εγκαταστάθηκε στη περιοχή για την στρατιωτική φύλαξη της Εγνατίας Οδού, σε μια εποχή που ο μεγάλος αυτός οδικός άξονας που συνέδεε το Δυρράχιο με την Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη βρισκόταν ακόμα σε λειτουργία. Το Μεσαίωνα, το Άρβανον ήταν μια περιοχή ενταγμένη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και οι Αρβανίτες ένας λαός πολύ γνωστός στους Βυζαντινούς. Επρόκειτο για έναν «ποιμενικό-πολεμικό λαό», όπως τους περιγράφει ο Χαλκοκονδύλης, που ακολουθούσε ημι-νομαδικό βίο όπου κυριαρχούσε η κοινωνική οργάνωση σε φάρες (φάρα στα αρβανίτικα σημαίνει γένος), η πάγια κτηνοτροφική δραστηριότητα και η στρατιωτική λειτουργία της ομάδας. Τα μέλη της φάρας ήταν συγγενείς εξ αίματος, εξ αγχιστείας και αδελφοποιητοί (βλάμηδες) με κοινό πρόγονο, που ήταν και ο ονοματοδότης τους. Οι μεταξύ τους σχέσεις ρυθμίζονταν από κανόνες εθιμικού δικαίου (kanun δηλαδή κανόνες ελληνική λέξη). Η διαφύλαξη της κτηνοτροφικής παραγωγής καθόριζε τον τρόπο ζωής τους. Όντας εμπειροπόλεμοι φύλακες υπερασπίζονταν την ομάδα σε περίπτωση κινδύνου, την οδηγούσαν σε ασφαλέστερες περιοχές, διενεργούσαν τις διαπραγματεύσεις με τους επικρατούντες στις περιοχές αυτές ή υπερισχυουσών αυτών ζώντας παρασιτικά, αποσπώντας ζωτικό χώρο για τη φάρα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την επιβίωσή της. Φαίνεται μάλιστα ότι οι Αρβανίτες ανέκαθεν εκτρέφανε άλογα και ειδικεύονταν στο ελαφρύ ιππικό. Στις βυζαντινές πηγές του 12ου αιώνα, οι Αρβανίτες εμφανίζονται ως μισθοφόροι στην υπηρεσία των Βυζαντινών στην υπεράσπιση του Δυρραχίου έναντι των Νορμανδών εισβολέων. Για τις υπηρεσίες τους, το Βυζάντιο αντάμειψε τους ντόπιους αρχηγούς φατριών με προνόμια, αυλικούς τίτλους και τους τοποθέτησε επικεφαλής πολλών περιοχών.
Ο Ιωάννης Α΄ Ορσίνι μέλος της ιταλικής οικογένειας Ορσίνι ήταν Παλατινός Κόμης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου (1303 - 1317) ήταν μεγαλύτερος γιος και διάδοχος του Ριχάρδου Α΄ Ορσίνι. Παντρεύτηκε την Ηπειρώτισσα πριγκίπισσα Μαρία Αγγελίνα κόρη του βυζαντινού Δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρου Α΄ Κομνηνού Δούκα και μέχρι να διαδεχτεί τον πατέρα του (1303) έζησε μια δεκαετία στην αυλή του πεθερού του στα Ιωάννινα. Σαν υποτελής του πριγκιπάτου της Αχαΐας συμμετείχε σε πολλές εκστρατείες εναντίον της Ηπείρου με φιλοδοξίες να την κυβερνήσει. Ο Ιωάννης Β΄ Ορσίνι ήταν Κόμης Παλατινός Κεφαλληνίας και Ζακύνθου στα χρόνια 1323 – 1325 και Δεσπότης Ηπείρου ως Ιωάννης Κομνηνός Δούκας στα 1323 – 1335. Μετά το θάνατο του πατέρα του το 1317, την κομητεία ανέλαβε ο αδελφός του Νικόλαος Ορσίνι. Ο Ιωάννης, αφού δολοφόνησε τον αδελφό του το 1323, κατέλαβε αμέσως τις κτήσεις του και τις συνένωσε με το κράτος του. Έδωσε όρκο υποτελείας στον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β' ασπαζόμενος το Ορθόδοξο δόγμα και αναγνωρίστηκε ως Δεσπότης Ηπείρου. Για να εξασφαλίσει μεγαλύτερη εύνοια των Ηπειρωτών εξελλήνισε το όνομά του σε Ιωάννη Κομνηνό Δούκα και παντρεύτηκε την Ελληνίδα Άννα Αγγελίνα, κόρη του Ανδρονίκου (που ήταν εξάδελφος της μητέρας του και του αδελφού της Θωμά Α' δεσπότη της Ηπείρου). 
Ο Νικηφόρος Β΄ Ορσίνι ή Νικηφόρος Β΄ Δούκας (1328 - 1359) ήταν Δεσπότης της Ηπείρου από το 1335 ως το 1338 και από το 1356 ως το 1359. Το Δεσποτάτο την εποχή του γνώρισε αλλεπάλληλες εισβολές. Υπήρξε ο τρίτος και τελευταίος Δεσπότης της δυναστείας Ορσίνι. Ο Νικηφόρος ήταν γιος του Ιωάννη Β΄ Ορσίνι και της Άννας Αγγελίνας. Όταν η μητέρα του δηλητηρίασε τον πατέρα του το 1335, ο μόλις επτάχρονος Νικηφόρος Β' έγινε Δεσπότης. Η μητέρα του είχε αναλάβει ουσιαστικά τις τύχες του Δεσποτάτου, όμως απέτυχε να αποτρέψει τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο, από την επικείμενη εισβολή. Τα βυζαντινά στρατεύματα κατέλαβαν της κτήσεις του Δεσποτάτου στην Θεσσαλία και προήλασαν ως τα Ιωάννινα. Εν τω μεταξύ αρβανίτικα φύλα βρήκαν την ευκαιρία να εξεγερθούν στα βόρεια εδάφη του Δεσποτάτου, όμως οι όποιες εξεγέρσεις απέτυχαν μετά την εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας σε αυτή την περιοχή, το 1337. Ο Ανδρόνικος Γ' κάλεσε την Άννα σε διαπραγματεύσεις το 1337, όμως αρνήθηκε να αναγνωρίσει την τυπική βυζαντινή επικυριαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επί του Δεσποτάτου. Κρατώντας την Άννα αιχμάλωτη, πάντρεψε τον Νικηφόρο με την Μαρία Καντακουζηνή, κόρη του έμπιστού του Ιωάννη Καντακουζηνού. Οι αντιβυζαντινοί κύκλοι όμως του Δεσποτάτου φυγάδευσαν τον Νικηφόρο Β' εκτός του Δεσποτάτου και τον έστειλαν στους Ιταλούς συγγενείς του στον Τάραντα, ελπίζοντας σε παλινόρθωσή του με ιταλική παρέμβαση. Το 1339 ξέσπασε αντιβυζαντινή εξέγερση στην Άρτα και ο Νικηφόρος Β' εστάλη μυστικά στην περιοχή να την στηρίξει. Όμως ο Ανδρόνικος Γ΄ και ο Ιωάννης Καντακουζηνός την κατέπνιξαν γρήγορα και ο Νικηφόρος Β' βρέθηκε πολιορκημένος στο Θωμόκαστρο (παραλιακή τοποθεσία της Ηπείρου). Ευρισκόμενος σε δύσκολη κατάσταση, συμβιβάστηκε και παντρεύτηκε την Μαρία Καντακουζηνή, του δόθηκε ο βυζαντινός τίτλος του Πανυπερευσεβέστατου και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Το 1355, όταν αναζωπυρώθηκε ο βυζαντινός εμφύλιος, και μετά τον θάνατο του Στέφανου Δ΄ Δουσάν βασιλιά (τσάρου) της Σερβίας, ο οποίος κατέλαβε την Ήπειρο την δεκαετία του 1340, ο Νικηφόρος έσπευσε στην Ήπειρο να στηρίξει τον ηπειρώτικο αγώνα. Εκμεταλλευόμενος την αναρχία από τον θάνατο του Σέρβου ηγεμόνα της Θεσσαλίας, ο Νικηφόρος Β' κατέλαβε την περιοχή την άνοιξη του 1356 και προέλασε προς την Ήπειρο. Κυνήγησε τον Συμεών Ούρεση Παλαιολόγο, αδελφό του Σέρβου βασιλιά (ο οποίος είχε παντρευτεί την αδελφή του Θωμαΐδα) και ανακατέλαβε την Άρτα και άλλες κύριες πόλεις τις Ηπείρου. Όμως, πολλές περιοχές της υπαίθρου λεηλατούνταν από αρβανίτικα φύλα, το οποία ήταν δύσκολο να ελεγχθούν. Για να ενισχύσει τη θέση του και να αποτρέψει σερβική αντεπίθεση, ο Νικηφόρος Β' σκέφτηκε σοβαρά να διαζευχθεί την Μαρία Καντακουζηνή και να παντρευτεί την αδελφή της συζύγου του θανόντος τσάρου της Σερβίας Στεφάνου Δ΄. Όμως η ηπειρωτική αριστοκρατία διαμαρτυρήθηκε έντονα και απέτρεψε αυτή την κίνηση, καθώς η Μαρία ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στην Ήπειρο. Προσπάθησε να προσέγγισει τον Σέρβο ηγεμόνα Συμεών Ούρεση Παλαιολόγο, χωρίς επιτυχία. Τελικά ζήτησε την υποστήριξη από Τούρκους μισθοφόρους που εκείνη την εποχή λεηλατούσαν την Θεσσαλία και επιτέθηκε στους εξεγερθέντες υπηκόους του. 
Από τις αρχές του 14ου αι. η δύναμη τού δεσποτάτου της Ηπείρου μειωνόταν, ενώ οι Αρβανίτες φύλαρχοι αύξαναν τον έλεγχό τους σε πολλές περιοχές τού Δεσποτάτου. Ο Νικηφόρος Β΄ Ορσίνι, Δεσπότης της Ηπείρου αποφάσισε να δημιουργήσει στενότερες σχέσεις με τη Σερβική Αυτοκρατορία, εγκαταλείποντας την προηγούμενη Βυζαντινή σύζυγό του Μαρία Καντακουζηνή και νυμφευόμενος την Σέρβα αδελφή τής χήρας τού Στέφανου-Ούρου Δ΄ Ντουσάν. Οι Αρβανίτες τού δεσποτάτου απείλησαν με εξέγερση, εάν ο Ορσίνι νυμφευτεί την αδερφή τής Ελένης της Βουλγαρίας και δεν ανακαλούσε τη Μαρία, η οποία ήταν μέλος της οικογένειας των Καντακουζηνών τη σύμμαχό τους. Ο Ορσίνι αναγκάστηκε να ανακαλέσει τη Μαρία, αλλά αποφάσισε να ξεκινήσει πόλεμο εναντίον των Αρβανιτών, για να σταματήσει την αυξανόμενη ισχύ τους στο Δεσποτάτο.
Η μάχη του Αχελώου έλαβε χώρα το 1359 κοντά στον ποταμό Αχελώο, στην Αιτωλία της Ελλάδας. Ο πόλεμος έγινε μεταξύ των Αρβανίτικων στρατευμάτων, υπό τους Πέτρο Λιόσα και Ιωάννη Σπάτα, και τις δυνάμεις τού Δεσποτάτου της Ηπείρου, υπό τον Νικηφόρο Β΄ Ορσίνι. Οι Αρβανίτες νίκησαν τον στρατό τού Ορσίνι, ο οποίος υπέστη τεράστιες απώλειες κατά τη διάρκεια της μάχης. Η μάχη ίδρυσε δύο Δεσποτάτα από περιοχές, που προηγουμένως ανήκαν στο δεσποτάτο της Ηπείρου: το Δεσποτάτο της Άρτας και το Δεσποτάτο Αγγελοκάστρου και Ναυπάκτου. Οι Αρβανίτες κέρδισαν τη μάχη, ενώ ο Ορσίνι σκοτώθηκε και ολόκληρος ο στρατός του καταστράφηκε. Μετά το τέλος τού Νικηφόρου οι υπόλοιπες μεγάλες πόλεις στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, που κινδύνευαν να καταληφθούν από τα Αρβανίτικα στρατεύματα, υποτάχθηκαν στον Σέρβο Ηγεμόνα Συμεών Ούρεση και οι υπόλοιπες περιοχές τού Δεσποτάτου μοιράστηκαν μεταξύ αυτού και τού Σέρβου ηγεμόνα Ραδοσλάβου Χλάπενου. Ο Συμεών, μη μπορώντας να εκδιώξει τους Αρβανίτες ηγέτες, προσπάθησε να διατηρήσει τον έμμεσο έλεγχο της Ηπείρου αναγνωρίζοντας τον Πέτρο Λιόσα και τον Ιωάννη Σπάτα ως δεσπότες, στις περιοχές της Άρτας και τού Αγγελοκάστρου και τού Λεπάντο αντίστοιχα. Αν και το μεγαλύτερο μέρος της Ηπείρου περιήλθε προσωρινά υπό Αρβανίτικη κυριαρχία, λόγω της επιμέρους φυλετικής τους δομής και της έλλειψης κεντρικής εξουσίας, οι Αρβανίτες δεν αντικατέστησαν καμία υπάρχουσα ελληνική ή σερβική κυριαρχία με ένα συγκεντρωτικό Αρβανίτικο κράτος. Ως επακόλουθο το 1366-67 μόνο η πόλη των Ιωαννίνων δεν βρισκόταν υπό τον Αρβανίτικο έλεγχο.
Ο Μανουήλ Καντακουζηνός υπήρχε η κινητήριος δύναμη εξέλιξης του Δεσποτάτου του Μυστρά (Μορέως). Ο στρατός πάντως ήταν μικρός. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές ο δεσπότης διατηρούσε μικρές τακτικές δυνάμεις στον Μυστρά και αρκετούς προνοιάριους (κατόχους πρόνοιας, δηλαδή κλήρου γης με αντάλλαγμα στρατιωτική υπηρεσία). Παράλληλα όμως στρατεύονταν, έστω και για περιορισμένη χρονική διάρκεια, αγρότες, άλλα και οι φιλοπόλεμοι κάτοικοι του Ταϋγέτου και της Μάνης, οι περίφημοι Τσάκωνες και οι Μελίνγκοι. Οι προνοιάριοι συγκροτούσαν σώματα βαρέων ιππέων. Διέθεταν λόγχη, σπάθη, ασπίδα, κράνος και θώρακα. Οι τακτικοί πεζοί διακρίνονταν σε δορυφόρους και σε τοξότες. Οι πρώτοι έφεραν κράνη, ασπίδες, δόρατα και σπαθιά και συνήθως κάποιο είδος θωράκισης.
Οι τακτικοί τοξότες έφεραν σύνθετο τόξο, κράνος και συνήθως δερμάτινο θώρακα και σπαθί, αλλά και μικρή ασπίδα. Πολεμούσαν σε πυκνή τάξη εξαπολύοντας «ομοβροντίες» βελών, κατόπιν διαταγής. Οι αγρότες ήταν οπλισμένοι κυρίως με τόξα, αλλά πολεμούσαν σε χαλαρότερη τάξη ή και ως ακροβολιστές. Δεν διέθεταν την εκπαίδευση, συνοχή και πειθαρχία για να αντιμετωπίσουν βαρύτερα τμήματα.
Τέλος οι Μανιάτες και οι άλλοι ορεσίβιοι έφεραν δόρυ, σπαθί, ασπίδα και ακόντια. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον οι περίφημοι «Στρατιώτες» ελαφροί ιππείς και οι πεζοί ακόλουθοί τους. Επίσης χρησιμοποιήθηκαν και τμήματα Δυτικών μισθοφόρων ιπποτών.

Πηγές αναφέρουν πως το 1321 ο στρατός του Δεσποτάτου διέθετε 36.000 άνδρες, αριθμός μάλλον υπερβολικός. Ο δεσπότης Μανουήλ Καντακουζηνός διέθετε 300 επίλεκτους άνδρες της φρουράς του και Αρβανίτες. Πολλοί Αρβανίτες μετοίκησαν στην Πελοπόννησο στα τέλη του 14ου αιώνα καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους. 
Οι Τούρκοι το 1397 πραγματοποίησαν μια από τις φοβερότερες επιδρομές στην Πελοπόννησο καταστρέφοντας ολοσχερώς το Άργος που ανήκε στη Βενετία. Ο δεσπότης ήταν απελπισμένος από τα αδιέξοδα της πολιτικής του και αποθαρρυμένος. Για να ενισχύσει την άμυνα αλλά και την αγροτική παραγωγή ο Θεόδωρος επέτρεψε το 1405 σε 10.000 Αρβανίτες να εγκατασταθούν στην περιοχή του Ισθμού, σε γαίες που είχαν μείνει ακαλλιέργητες, εγκαινιάζοντας την πολύχρονη παρουσία Αρβανιτών στην Πελοπόννησο. Ο δεσπότης Θεόδωρος Α' Παλαιολόγος επέτρεψε την εγκατάσταση σε 10.000 Αρβανίτες με αντάλλαγμα παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας. Οι βυζαντινές πηγές αναφέρουν την εμφάνιση 10.000 Αρβανιτών στον Ισθμό της Κορίνθου το 1404-05, των οποίων την εγκατάσταση στο Δεσποτάτο του Μυστρά επέτρεψε ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος, παρά την καχυποψία των συμβούλων του.  Οι Αρβανίτες πολεμούσαν ως ελαφροί ιππείς και ελαφροί πεζοί. Αργότερα και άλλοι Αρβανίτες κατέβηκαν στη Πελοπόννησο. Πολέμησαν δε υπέρ του Δεσποτάτου κατά των Λατίνων και των Τούρκων, αλλά και πολλές φορές επαναστάτησαν, υπό την επιρροή δικών τους ή εντοπίων αρχόντων.
Η κάθοδος των Αρβανιτών στον σημερινό Ελλαδικό χώρο ξεκινά στα τέλη του 13ου αιώνα, με αρχική κοιτίδα την ορεινή περιοχή Άρβανον, δυτικά της λίμνης Οχρίδας, στην ενδοχώρα του Δυρραχίου. Μέρος τους έχει ήδη εγκατασταθεί στην Θεσσαλία περίπου το 1325, ενώ άλλο κομμάτι τους κατευθύνθηκε κάθετα, μέσω Ηπείρου, μέχρι την Αιτωλοακαρνανία. Περίπου το 1380-81 βρίσκονται εγκατεστημένοι στην κοιλάδα του Σπερχειού και το 1382 τους δίνεται η άδεια να εισέλθουν στο Φραγκικό Δουκάτο των Αθηνών, όπου εγκαθίστανται μεταξύ άλλων σε Αττική, Βοιωτία και Εύβοια. Βυζαντινές πηγές αναφέρουν ότι περίπου το 1404-05 ένας αριθμός 10.000 Αρβανιτών, μάλλον εκγαταλείποντας την Θεσσαλία, φτάνει στον Ισθμό της Κορίνθου και μετά από αρκετούς ενδοιασμούς τους επετράπη η είσοδος στο Δεσποτάτο του Μυστρά, εισερχόμενοι κατ' αυτόν τον τρόπο στην Πελοπόννησο. Είναι πιθανό πως ένα μέρος των Αρβανιτών εισήλθε στην Πελοπόννησο και μέσω θαλάσσης, από την Αιτωλοακαρνανία. Από τις αρχές του 15ου αιώνα και έπειτα, οι Αρβανίτες επεκτείνονται σε όλη την Πελοπόννησο και σε νησιά των Κυκλάδων.
Οι Αρβανίτες σκορπίστηκαν σε όλη σχεδόν την έκταση της Πελοποννήσου. Ο μεγαλύτερος αριθμός εξ αυτών φαίνεται πως κατέληξε σε περιοχές της Αρκαδίας, κυρίως στη Καρύταινα και στη Τεγέα. Τις πρώτες δεκαετίες μετακινούνταν με βραδύ και σταθερό ρυθμό αναζητώντας τις καλύτερες συνθήκες για αυτούς και τα κοπάδια τους. Χωρίς φανερές συγκρούσεις με τους ντόπιους πληθυσμούς κατέλαβαν ένα ζωτικό χώρο που αποτελούνταν κυρίως από ελεύθερες εκτάσεις, κατάλληλες για την εποχιακή κτηνοτροφία μέσω της οποίας εξασφάλιζαν τα αναγκαία βοσκοτόπια για τα πρόβατα και τα άλογά τους. Ο ελληνικός πληθυσμός ήταν συγκεντρωμένος τότε ακόμα σε οχυρωμένες κωμοπόλεις και σε μεγάλα χωριά. Αγρότες στη μεγάλη τους πλειοψηφία, είχαν κτήματα μακριά από τις κατοικίες τους, αλλά το βράδυ επιστρέφανε στο σπίτι για να κοιμηθούν με ασφάλεια. Οι ελληνικές οικογένειες που ζούσαν απομονωμένα στην ύπαιθρο ήταν λιγοστές. Οι Αρβανίτες ζούσαν αρχικά σε μικρούς, προσωρινούς οικισμούς, εγκαταστάσεις ημι-νομαδικής χρήσης σε ορεινά ή ημιορεινά εδάφη, τις λεγόμενες «κατούνες» που συνδέονταν με τις κτηνοτροφικές τους δραστηριότητες. Οι περισσότεροι οικισμοί έφεραν το όνομα της φάρας ή το όνομα της πιο σημαντικής οικογένειας, όταν πολλές οικογένειες με διαφορετικά ονόματα συγκατοικούσαν σε ένα χωριό. Στα εδάφη αυτά οι έποικοι αποκτούσαν περιστασιακή κατοχή ή νομή και όχι πλήρες εμπράγματο δικαίωμα. Ο αριθμός των ζώων που διατηρούσε μια κατούνα ήταν μεγάλος, κυρίως εκείνων των αλόγων. 
Η ενασχόλησή τους με την γεωργία οδήγησε τους Αρβανίτες σταδιακά στη μόνιμη εγκατάσταση. Αν και κάποιοι ιστορικοί τους θέλουν «ικανούς γεωργούς», οι πηγές μαρτυρούν ότι η αγροτική παραγωγή των Αρβανιτών δεν μπορούσε να θρέψει την οικογένεια όλο το χρόνο. Η επιβίωσή τους εξασφαλιζόταν από την κτηνοτροφία και τις εξωπαραγωγικές δραστηριότητες της ομάδας, όπως η συμμετοχή σε μισθοφορικά στρατεύματα. Σε μεμονωμένες (ευρείες) οικογένειες δόθηκαν κτήματα σε πεδιάδες ή στα περίχωρα αστικών περιοχών, στα οποία εγκαταστάθηκαν οι Αρβανίτες ως μόνιμοι καλλιεργητές, απολαμβάνοντας κάποια προνόμια, όπως φοροαπαλλαγές, τα οποία εξαγοράζονταν με την υπηρεσία των ανδρών στο βυζαντινό στράτευμα. Οι Βυζαντινοί είχαν έτσι στη διάθεσή τους πολεμικά χέρια που μπορούσαν να υπερασπιστούν την ύπαιθρο στο όνομα της επίσημης διοίκησης εναντίον κάθε εισβολέα αλλά και εσωτερικών εχθρών όπως ισχυρών γαιοκτημόνων που αμφισβητούσαν την κεντρική εξουσία. Το Δεσποτάτο χρησιμοποιούσε τους άτακτους Αρβανίτες στρατιώτες και για επιδρομές στις βενετικές κτήσεις.
Πηγή : 
https://berbati.gr/el/%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%82/
https://www.history-point.gr/to-despotato-toy-mystra-kai-o-stratos-toy-1261-1460-i-eschati-analampi
https://fyletika.blogspot.com/2016/02/blog-post_1.html?m=1
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%8C%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%91%CE%84_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%8C%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%91%CE%84_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%91%CF%87%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CE%BF%CF%85_(1359)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%91%CE%84_%CE%9F%CF%81%CF%83%CE%AF%CE%BD%CE%B9
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%92%CE%84_%CE%9F%CF%81%CF%83%CE%AF%CE%BD%CE%B9
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%92%CE%84_%CE%9F%CF%81%CF%83%CE%AF%CE%BD%CE%B9