Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Η ελληνική φιλοσοφία κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Μέρος Α')

Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής στην αρχαία ιστορία, η οποία τερματίζεται τρεις αιώνες μετά, με τον θάνατο της Κλεοπάτρας, την πτώση του κράτους των Πτολεμαίων και την ίδρυση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον Aύγουστο. Είναι η ελληνιστική εποχή κατά την οποία οι στρατηγοί του Αλεξάνδρου κυβερνούν μακρινές χώρες της Aσίας και της Aφρικής: Ο ελληνικός πολιτισμός έχει μεταφερθεί σε πόλεις, όπως η Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο, η Αντιόχεια στη Συρία, η Πέργαμος στη Μικρά Ασία και ανθεί παράλληλα και σε ελληνικές πόλεις της Kάτω Iταλίας. Στην πρώην επικράτεια του Αλεξάνδρου, εξαιτίας της ανάμειξης του ελληνικού πολιτισμού με διάφορoυς λαούς και θρησκείες και με νέες ιδέες, αναδύεται πλέον ο ελληνιστικός κόσμος, που δεν είναι αμιγώς ελληνικός, και διαμορφώνεται η ελληνιστική φιλοσοφία. Στις πόλεις, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δημιουργούνται κέντρα μάθησης και πολιτισμού, όπως λ.χ. στην Αλεξάνδρεια όπου ιδρύεται η Aλεξανδρινή βιβλιοθήκη και το Μουσείο, χώρος επιστημονικής, φιλολογικής και φιλοσοφικής έρευνας. H καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας, της κοινής, ως διεθνούς γλώσσας, καθιστά δυνατή την παγκόσμια διάδοση της ελληνικής φιλοσοφίας.
Στην Aθήνα, μετά τον θάνατο του Σωκράτη (399 π.X.), οι φιλόσοφοι εγκαταλείπουν τον δημόσιο χώρο της Aγοράς. Iδρύουν σχολές, όπως την Ακαδημία του Πλάτωνα και το Λύκειο του Αριστοτέλη και, αργότερα, τον Κήπο του Επίκουρου και τη Στοά. Στην ενότητα αυτή θα γνωρίσουμε τις φιλοσοφίες που δημιουργούνται στους ελληνιστικούς (323 π.Χ. - 31 π.Χ.) και στους αυτοκρατορικούς χρόνους (1ος αι. π.Χ. - 3ος αι. μ.Χ.). O Κυνισμός, φιλοσοφία που διαμορφώθηκε τον 4ο αι. π.X., ανήκει στις λεγόμενες σωκρατικές σχολές (Mεγαρική, Kυρηναϊκή, Hλειακή κ.ά.), οι οποίες ιδρύονται από μαθητές και φίλους του Σωκράτη και ζητούν να βρουν το νόημα και τον σκοπό της ζωής με βάση την ηθική. O Κυνισμός, μολονότι εντάσσεται στην κλασική ή αττική φιλοσοφία, συνδέεται με την ελληνιστική φιλοσοφία, αφού επιβιώνει έως αυτή την εποχή. O Eπικουρισμός, ο Στωικισμός και ο Σκεπτικισμός, φιλοσοφικά ρεύματα που εμφανίστηκαν στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ. και έχουν ως πηγή τη σωκρατική διδασκαλία. Από άποψη ιστορική, μόνο ο Στωικισμός κυριαρχεί σε όλη την ελληνιστική εποχή και στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, δηλαδή στην αυτοκρατορική ρωμαϊκή περίοδο.
Κοινό στοιχείο των φιλοσοφιών που δημιουργούνται στους ελληνιστικούς και στους ρωμαϊκούς χρόνους είναι η σύνδεση της φιλοσοφίας με τον ατομικό βίο και η θεώρησή της ως «τέχνης του βίου». Η φιλοσοφία καταλήγει πλέον να είναι οδηγός ζωής και πηγή ανακούφισης, μία θεραπευτική τέχνη, ένας τρόπος να αντεπεξέλθει κανείς σε έναν κόσμο εχθρικό. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. μέχρι και τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι κυνικοί, οι στωικοί, οι επικούρειοι και οι σκεπτικοί φιλόσοφοι δίνουν έναν νέο ρόλο στη φιλοσοφία. Ο σοφός ή ο φιλόσοφος, με τον ασκητικό ή στωικό τρόπο ζωής, δίνει ένα νέο πρότυπο και υποδεικνύει την οδό της αταραξίας και της εσωτερικής ελευθερίας για την κατάκτηση της ατομικής ευτυχίας. Το ενδιαφέρον για την πολιτική παραμερίζεται και η ηθική αποκτά κεντρική θέση. Με τον Nεοπλατωνισμό παρατηρείται η στροφή από τον αισθητό κόσμο στον υπεραισθητό. H φιλοσοφία αποκτά «ψυχαγωγικό» χαρακτήρα, προσπαθεί δηλαδή να οδηγήσει την ψυχή προς το Eν-Aγαθό, προς τη θεότητα, τον ένα και μοναδικό Θεό. Η ελληνιστική φιλοσοφία εξακολούθησε να ασχολείται με τα προβλήματα που είχαν θέσει ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης. Κοινό σημείο τους ήταν η επιθυμία ν’ απαντήσουν στο ερώτημα: πώς πρέπει να ζει και να πεθαίνει ο άνθρωπος. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η Ηθική μπήκε στην ημερήσια διάταξη. Έγινε το υπ’ αριθμόν ένα φιλοσοφικό ζήτημα για τη νέα διεθνή κοινότητα. Το ερώτημα ήταν: ποια είναι η πραγματική ευτυχία, και πώς μπορεί κανείς να φτάσει σ’ αυτή.
Η κυνική φιλοσοφία λέγεται έτσι γιατί είχε ως έμβλημά τον «κύωνα» (σκύλος στα αρχαία ελληνικά). Δήλωναν πως «εμείς διαφέρουμε από τους άλλους σκύλους διότι εμείς δεν δαγκάνουμε τους εχθρούς αλλά τους φίλους, για να τους διορθώσουμε». Οι κυνικοί επέμεναν ότι η πραγματική ευτυχία είναι ανεξάρτητη από τα υλικά αγαθά, την πολιτική εξουσία και την υγεία. H πραγματική ευτυχία είναι ακριβώς η ανεξαρτησία από τέτοια τυχαία και παροδικά πράγματα. Κι επειδή δεν απαιτεί ούτε χρήμα ούτε δύναμη ούτε υγεία, μπορεί να την αποκτήσει ο καθένας. Όποιος κατορθώνει να την κερδίσει, δεν τη χάνει πια ποτέ. O πιο διάσημος κυνικός ήταν ο Διογένης, μαθητής του Αντισθένη. Λένε γι’ αυτόν ότι ζούσε σ’ ένα βαρέλι και δεν είχε στην κατοχή του τίποτα παρά μονάχα ένα χιτώνα, ένα ραβδί κι ένα σακούλι για το ψωμί του. Ο Διογένης πίστευε πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται στη φυσική ζωή και πως μόνο με την αυτάρκεια, τη λιτότητα, την αυτογνωσία και την άσκηση μπορεί κανείς να την εξασφαλίσει. Οι κυνικοί πίστευαν ότι ο άνθρωπος δε χρειάζεται ν’ ανησυχεί και να φροντίζει για την υγεία του. Ούτε η αρρώστια ούτε ο θάνατος πρέπει να τον απασχολούν. Ούτε καν τα βάσανα κι οι στενοχώριες των άλλων πρέπει να τον ταράζουν. Σήμερα, όταν χρησιμοποιούμε τις λέξεις «κυνισμός» και «κυνικός», το κάνουμε έχοντας κατά νου αυτή κυρίως την έννοια τους: την αναισθησία απέναντι στον πόνο των άλλων.
Οι πρώτοι στωικοί εμφανίστηκαν στην Αθήνα γύρω στο 300 π.Χ. O πατέρας της στωικής φιλοσοφίας ήταν ο Ζήνωνας, που είχε γεννηθεί στην Κύπρο και κατέληξε στην Αθήνα μετά από κάποιο ναυάγιο. O Ζήνωνας συγκέντρωνε τους ακροατές του σε μια στοά, από την οποία πήραν και τ’ όνομα τους οι οπαδοί του. O στωικισμός επρόκειτο να διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο αργότερα, κατά τη ρωμαϊκή εποχή. Οι στωικοί πίστευαν ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια λογική τον ίδιο «λόγο». Θεωρούσαν ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ένας ολόκληρος κόσμος σε μικρογραφία, ένας «μικρόκοσμος», που καθρεφτίζει τον «μακρόκοσμο». Το Φυσικό Δίκαιο στηρίζεται στη διαχρονική λογική του ανθρώπου και του κόσμου, και δεν αλλάζει ανάλογα με τους τόπους και τις εποχές. Το Φυσικό Δίκαιο ισχύει για όλους τους ανθρώπους, ακόμα και για τους σκλάβους. Οι στωικοί, με το εύρημα του «μικρόκοσμου» και του «μακρόκοσμου», παρέκαμψαν τη διαφορά μεταξύ ανθρώπου και Σύμπαντος. Κατά τον ίδιο τρόπο αγνόησαν και την αντίθεση μεταξύ «πνεύματος» και «ύλης». Γι’ αυτούς, η φύση είναι μία. Την αντίληψη αυτή την ονομάζουμε μονισμό. Σαν πραγματικά παιδιά της εποχής τους, οι στωικοί ήταν αυθεντικοί «κοσμοπολίτες». Ήταν, λοιπόν, πιο πρόθυμοι να δεχτούν τον πολιτισμό του καιρού τους απ’ ό,τι οι κυνικοί. Ασχολούνταν με τα προβλήματα της κοινωνίας κι ενδιαφέρονταν για την πολιτική ζωή.
Γύρω στο έτος 300 π.Χ., ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.) ίδρυσε στην Αθήνα μια φιλοσοφική σχολή (τους επικούρειους). Ανέπτυξε ακόμα περισσότερο την ηδονιστική θεωρία του Αρίστιππου και τη συνέδεσε με τη θεωρία του Δημόκριτου περί ατόμων. Υποτίθεται ότι οι επικούρειοι συναντιόνταν μέσα σε κάποιο κήπο, γι’ αυτό και ονομάζονταν «φιλόσοφοι του κήπου». O Επίκουρος υπογράμμισε ότι το ηδονικό αποτέλεσμα μιας πράξης θα πρέπει πάντοτε να συγκρίνεται με τις πιθανές δυσάρεστες παρενέργειες της. Ο Επίκουρος συνέκρινε ακόμα το βραχυπρόθεσμο ευχάριστο αποτέλεσμα μιας πράξης με μια ευχαρίστηση μεγαλύτερης διάρκειας και έντασης και προτιμούσε τη δεύτερη. Σε αντίθεση με τα ζώα, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να σχεδιάζει τη ζωή του. Έχει την ικανότητα να προχωρά «λογαριάζοντας την απόλαυση». O Επίκουρος, όμως, τόνιζε επίσης ότι η «ηδονή» δεν είχε αποκλειστικά και μόνο σχέση με τις αισθήσεις. H φιλία μπορεί κι αυτή να είναι μεγάλη ευχαρίστηση για τον άνθρωπο· ή η επαφή κι η γνωριμία μ’ ένα έργο τέχνης. Προϋπόθεση για την απόλαυση της ζωής είναι, πέρα απ’ όλα αυτά, και τα αρχαία ελληνικά ιδεώδη, όπως η αυτοκυριαρχία, το μέτρο κι η εσωτερική γαλήνη. Οι πόθοι πρέπει να ελέγχονται. Κατ’ αυτό τον τρόπο αποκτά ο άνθρωπος και την ικανότητα ν’ αντέχει τους πόνους. Τον κήπο του Επίκουρου τον επισκέπτονταν συχνά άνθρωποι με θρησκευτικούς φόβους κι αμφιβολίες. Σε αντίθεση με τους στωικούς, οι επικούρειοι δεν ενδιαφέρονταν παρά ελάχιστα για την πολιτική και την κοινωνία. «Να ζεις στα κρυφά!» ήταν η συμβουλή του Επίκουρου. 
Το πιο αξιοσημείωτο από τα φιλοσοφικά ρεύματα της Ύστερης Αρχαιότητας ήταν εμπνευσμένο από τη Θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα. Γι’ αυτό ν κι έχει μείνει γνωστό στην ιστορία ως νεοπλατωνισμός. O σπουδαιότερος νεοπλατωνικός φιλόσοφος ήταν ο Πλωτίνος (205-270 περίπου). O Πλωτίνος σπούδασε φιλοσοφία στην Αλεξάνδρεια, αργότερα, όμως, εγκαταστάθηκε στη Ρώμη. Ας σημειώσουμε ότι είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αλεξάνδρεια, το σημείο συνάντησης της ελληνικής φιλοσοφίας με τον ανατολικό μυστικισμό. O Πλωτίνος έφερε στη Ρώμη μια λυτρωτική φιλοσοφία που ανταγωνίστηκε σοβαρά τη νεογέννητη χριστιανική θρησκεία. O νεο-πλατωνισμός επηρέασε πολύ τη χριστιανική θεολογία. Ο Πλωτίνος καταγράφεται ως προσωπικότητα υψηλού ηθικού αναστήματος στην προσωπική και κοινωνική ζωή. Το σώμα του ήταν φτιαγμένο από χώμα και σκόνη, όπως κι όλα τ’ άλλα πράγματα στον κόσμο των αισθήσεων. Έχουμε, όμως, μέσα μας και την αθάνατη ψυχή μας. H αντίληψη αυτή ήταν αρκετά διαδεδομένη στην Ελλάδα, ακόμα και πριν από τον Πλάτωνα. O Πλωτίνος έβλεπε τον κόσμο να ξεδιπλώνεται ανάμεσα σε δύο πόλους. Στη μια άκρη τοποθετούσε το θείο φως, το οποίο ονόμαζε Ένα και μερικές φορές Θεό. Στην άλλη άκρη βασιλεύει το απόλυτο σκοτάδι εκεί δε φτάνει το φως του «Ενός». To σημαντικό για τον Πλωτίνο είναι πως αυτό το σκοτάδι δεν υπάρχει καν, δεν έχει κανενός είδους ξεχωριστή υπόσταση. Είναι μόνο μια απουσία φωτός δηλαδή δεν είναι τίποτα. To μόνο που υπάρχει είναι ο «Θεός» ή το «Ένα». Σύμφωνα με τη θεωρία του Πλωτίνου, το θείο φως του «Ενός» φωτίζει την ψυχή μας, ενώ η ύλη είναι το σκοτάδι, που δεν έχει πραγματική ύπαρξη. Αλλά ακόμα κι οι μορφές της φύσης αντιφεγγίζουν χλομά κι αδύναμα το θείο «Ένα».
Η φιλοσοφία της αρχαίας Ρώμης στηριζόταν σε εκείνη της Ελλάδας, χωρίς καμία αξιόλογη πρω­τοτυπία, και δεν χαρακτηρίστηκε από καμιά συνέ­πεια στο σχηματισμό φιλοσοφικών σχολών. Όσον αφορά την ιστορική κληρονομιά, η κυριότερη υπηρεσία που προσέφερε η Ρώμη στη φιλοσοφία ήταν η διάδοση της φιλοσοφικής σκέψης στη Ρω­μαϊκή Αυτοκρατορία και η ανάπτυξη λατινικής ορολογίας, που αποτέλεσε τη βάση για την εξέλι­ξη της φιλοσοφίας στο Μεσαίωνα. Τον 1ο αιώνα π. Χ. εκλείπει η παλιά εχθρότητα των Ρωμαίων προς τους φιλοσόφους, συνεπώς η φιλοσοφία μπορεί να ευδοκιμήσει στο ρωμαϊκό έδαφος. Ο επικουρισμός φτάνει στη Ρώμη και αποκτά οπαδούς, αν και ερχόταν σε σύγκρουση με τις παραδοσιακές ρωμαϊκές αντιλήψεις και υπέσκαπτε τα θεμέλια της παραδοσιακής ηθικής. Οι συγκρούσεις και ο πολιτικός αναβρασμός των τελευταίων χρόνων της Δημοκρατίας οδήγησαν τους Ρωμαίους στην ήρεμη ατμόσφαιρα του Κήπου.
Πηγή : https://sciencearchives.wordpress.com/2014/03/08/ί-έ-et/
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-C119/464/3086,12352/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου