Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

Η θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού : Ο εμφύλιος πόλεμος των Βυζαντινών που οδήγησε στην κατάρρευσή και τις βαρβαρικές κατακτήσεις

Κύριος στόχος της θρησκευτικής πολιτικής του Ιουστινιανού αποτέλεσε η επιβολή του ορθόδοξου δόγματος σε όλη την αυτοκρατορία. Η πολιτική  αυτή βοηθούσε τον αυτοκράτορα, που αποσκοπώντας στην ανασύσταση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, προσπαθούσε να βελτιώσει τις σχέσεις του με τον Πάπα ύστερα από την επιδείνωση που είχε επέλθει με το Ακακιανό Σχίσμα (519). Ανασταλτικό παράγοντα στην άσκηση μιας συνεπούς πολιτικής αποτελούσε και η Θεοδώρα, η οποία για πολιτικούς λόγους αλλά και λόγω ιδιαίτερων σχέσεων με στελέχη του Μονοφυσιτισμού, υποστήριζε τους τελευταίους. Ο Ιουστινιανός καταδίκασε το 527 και 528 τις αιρέσεις και έλαβε αυστηρά μέτρα κατά των αιρετικών, ανάμεσα στα οποία ήταν και η διακοπή το 529 της λειτουργίας της φιλοσοφικής σχολής της Αθήνας. Στο πλαίσιο αυτό καταδίκασε και το Μονοφυσιτισμό. Ωστόσο, ύστερα από μεσολάβηση της Θεοδώρας, αποδέχτηκε την άνοδο στον πατριαρχικό θρόνο του Aνθίμου, γνωστού για τις μονοφυσιτικές τάσεις του. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την επίσκεψη του πάπα Αγαπητού στην Κωνσταντινούπολη, την παραίτηση του Ανθίμου και την άνοδο ορθόδοξου πατριάρχη στο θρόνο. Ακολούθησε όχι μόνο σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη το 536 και καταδίκη του Μονοφυσιτισμού αλλά και σφοδροί διωγμοί και εκτελέσεις εναντίον τους. Το 543 η αυτοκράτειρα μεσολάβησε και πάλι και ο Ιουστινιανός εξέδωσε "Λόγο" που αποσκοπούσε στη συμφιλίωση ορθοδόξων-μονοφυσιτών καταδικάζοντας τα έργα τριών νεστοριανών θεολόγων, "Τα τρία κεφάλαια" όπως είναι γνωστά, κάτι που αποτελούσε μακροχρόνιο αίτημα των μονοφυσιτών. Έτσι οι μονοφυσίτες βρέθηκαν προσωρινά να υπερέχουν. Ο θάνατος της Θεοδώρας αναχαίτισε κάθε προσπάθεια συμφιλίωσης μονοφυσιτών και ορθοδόξων, καθώς οι τελευταίοι στράφηκαν ξανά ενάντια στους μονοφυσίτες με σφοδρότητα. Tο 553 η νέα οικουμενική σύνοδος στην Kωνσταντινούπολη καταδίκασε για άλλη μια φορά "Τα τρία κεφάλαια" προσβλέποντας σε μια συμφιλιωτική προσπάθεια με τους μονοφυσίτες. Η θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού όχι μόνο δε γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα σε ορθοδόξους και μονοφυσίτες αλλά αντίθετα δημιούργησε μεγαλύτερες αντιθέσεις οι συνέπειες των οποίων, κυρίως για την τύχη των ανατολικών μονοφυσιτικών επαρχιών, επρόκειτο να φανούν στο μέλλον. Ιδιαίτερος στόχος της θρησκευτικής πολιτικής του Ιουστινιανού ήταν και το ιεραποστολικό έργο του με την κήρυξη του Ευαγγελίου και την προσχώρηση στο Χριστιανισμό λαών της Αιγύπτου και της βορείου Αφρικής, καθώς και λαών γύρω από την Ερυθρά θάλασσα και νότια του Καυκάσου.
Ως διάδοχος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων ο Ιουστινιανός θεωρούσε καθήκον του να ανασυγκροτήσει τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ενώ συγχρόνως  ευχόταν να μπορέσει να καθιερωθεί στο κράτος του ενιαία νομοθεσία και ενότητα πίστεως. << Ένα κράτος, μια νομοθεσία, μια Εκκλησία>>, αυτή υπήρξε με λίγα λόγια, όλη η γραμμή της πολιτικής του Ιουστινιανού. Στο θρησκευτικό τομέα προσπάθησε να επιβάλλει την ορθοδοξία σε όλη την αυτοκρατορία , καταδιώκοντας τους οπαδούς της αρχαίας θρησκείας, αναστέλλοντας τη λειτουργία της Νεοπλατωνικής Ακαδημίας και διαδίδοντας τον Χριστιανισμό στους λαούς του Καυκάσου και της ανατολικής Αφρικής.  H πολιτική του Ιουστινιανού στα θρησκευτικά θέματα αντικατόπτριζε την πεποίθηση ότι η ενότητα της αυτοκρατορίας προϋπέθετε την ενότητα της θρησκείας. Αρα ο αυτοκράτορας έπρεπε να μεριμνά όχι μόνο για την καλή διοίκηση της Εκκλησίας αλλά και για την ενότητα του δόγματος σε ολόκληρη την αυτοκρατορία.H αποκατάσταση της ρωμαϊκής κυριαρχίας στη Δύση θα γινόταν άλλωστε ευκολότερα αν η Εκκλησία και οι πιστοί στην Ιταλία και στις άλλες πρώην δυτικές ρωμαϊκές επαρχίες καθώς και στην Αφρική συμφωνούσαν με τις θρησκευτικές απόψεις του Αυτοκράτορα και της Εκκλησίας της Ανατολής. Αυτό εξηγεί το γιατί μεγάλο μέρος των νόμων του Ιουστινιανού αφορά θρησκευτικά θέματα. Ο Ιουστινιανός, καθ’ όλη την διάρκεια της βασιλείας του δεν έπαψε να ασχολείται και με τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Ο πρωταρχικός του στόχος ήταν η πραγμάτωση μιας μεγάλης και ενιαίας κρατικής θρησκείας, της Ορθοδοξίας, η οποία θα αντανακλούσε στο θρησκευτικό πεδίο την πολιτική και κοινωνική ενότητα του κράτους.Όμως, το σχέδιο αυτό γεννούσε μεγάλα διλήμματα, από την στιγμή που διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές είχαν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και άλλες θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Στην αρχή, το 536, για να ικανοποιήσει τους δυτικούς, τους οποίους είχε ανάγκη για την κατάκτηση της Ιταλίας, καταδίωξε τις αιρέσεις και απαγορεύτηκε σε οπαδούς του μονοφυσιτισμού να καταλαμβάνουν κρατικά και στρατιωτικά αξιώματα. Όμως ο μονοφυσιτισμός είχε σημαντικό λαϊκό έρεισμα στην Συρία και την Αίγυπτο, όπου αποτελούσε την θρησκευτική πλειοψηφία και διαπλεκόταν με τα εθνικά αισθήματα των κατοίκων, που δεν αναγνώριζαν τον πρωτεύοντα ρόλο της Κωνσταντινούπολης. Μοιραία λοιπόν η θρησκεία ταυτιζόταν με την πολιτική και η σκληρή πολιτική του Ιουστινιανού δεν επέφερε παρά μόνο την ολοένα και περισσότερο ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια. Όσο ζούσε η Θεοδώρα, η οποία καταγόμενη από την Αίγυπτο (ή την Κύπρο) είχε μια πιο ολοκληρωμένη εποπτεία των πραγμάτων στις σημαντικότατες αυτές επαρχίες, σε σημείο που να θεωρείται οπαδός του Μονοφυσιτισμού, προσπαθούσε να πείσει τον Ιουστινιανό να ακολουθήσει πιο συμβιβαστική πολιτική. Γι’ αυτό, το 543 ο Ιουστινιανός σταμάτησε τις διώξεις και επέτρεψε μάλιστα στους μονοφυσίτες να ανασυστήσουν την εκκλησία τους. Αυτοί που αντιδρούσαν σε κάθε συνεννόηση με τους μονοφυσίτες ήταν οι δυτικοί επίσκοποι, που παρεμπόδιζαν τις συμβιβαστικές απόπειρες του αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιανός το 544 εξέδωσε ένα Διάταγμα, στο οποίο καταδίκαζε κάποιες θέσεις των μονοφυσιτών, κυρίως της σχολής της Αντιόχειας, αλλά παράλληλα έπραττε το ίδιο και με τρία κείμενα (τα λεγόμενα Τρία Κεφάλαια ) που περιείχαν αντιμονοφυσιτικές θέσεις και είχαν αναγορευθεί ως επίσημα κείμενα της Ορθοδοξίας, από την Σύνοδο της Χαλκηδόνος. Οι δυτικοί αντέδρασαν σφοδρά και ο πάπας Βιγίλιος, αν και χρωστούσε το αξίωμα του στην Θεοδώρα, έγινε ο πρωτεργάτης της αντίστασης. Ο Ιουστινιανός τον ανάγκασε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετά από πολλές πιέσεις, ο Βιγίλιος αναγκάστηκε απρόθυμα να καταδικάσει τα Τρία Κεφάλαια. Όμως το αποτέλεσμα ήταν να σημειωθούν μεγάλες αντιδράσεις στην Δύση και ο αυτοκράτορας αποφάσισε να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Χωρίς να περιμένει τις αποφάσεις της Συνόδου, ο Ιουστινιανός επανέλαβε την καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων και παράλληλα απαγόρευσε κάποια κείμενα από σημαντικές εκκλησιαστικές μορφές της Αντιόχειας, πρωτεργάτες του μονοφυσιτισμού. Την ίδια στιγμή ο Βιγίλιος πρωτοστατούσε στις εναντίον του επιθέσεις από την Χαλκηδόνα, στην οποία είχε βρει άσυλο σε ένα ναό. Οι απόψεις του Ιουστινιανού τελικά υπερίσχυσαν στην 5η Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης του 553, ο Βιγίλιος υποχώρησε, αλλά η πλειοψηφία των δυτικών επισκόπων δεν αποδέχτηκε τις αποφάσεις της. Έτσι δημιουργήθηκε σχίσμα ανάμεσα στις Εκκλησίες, που θα διαρκέσει για 50 περίπου χρόνια, αλλά και στο εσωτερικό της δυτικής Εκκλησίας, που θα κρατήσει για 150 περίπου χρόνια.
Ο Ιουστινιανός λοιπόν, στον τομέα αυτό δεν κατάφερε και πολλά πράγματα. Δεν μπόρεσε να κερδίσει την εύνοια των μονοφυσιτών και παράλληλα αποξενώθηκε από τους δυτικούς, που δεν έβλεπαν με καλό μάτι την ωμή παρέμβαση του σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Ο αυτοκράτορας αντίθετα θεωρούσε χρέος και αποστολή του να καθοδηγεί τα θέματα της Εκκλησίας και γι’ αυτό αποκαλούσε τον εαυτό του “Αυτοκράτορα και Ιερέα ”.  Στο τέλος οι συνεχείς ασκήσεις εξισορρόπησης των αντίθετων ιδεών Δυτικών και Ανατολικών, τους οποίους ο Ιουστινιανός χρειαζόταν το ίδιο για την εκπλήρωση των σχεδίων του, θα οδηγηθούν σε αδιέξοδο και αποτυχία. Προς το τέλος μάλιστα της ζωής του, θα οδηγηθεί και ο ίδιος σε αιρετικές θέσεις, προπαγανδίζοντας την θεωρία πως το ανθρώπινο σώμα του Ιησού στην πραγματικότητα ήταν Θείο και ο Ιησούς φαινομενικά υπέφερε. Μόνο με τον θάνατο του αυτοκράτορα θα αποφευχθούν καινούργιες συγκρούσεις και διαμάχες στο εσωτερικό της Εκκλησίας. Πάντως ο Ιουστινιανός είναι ένα τυπικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες θα αντιμετωπίζουν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του Βυζαντίου την θρησκεία και της ιδέας που είχαν για τον δικό τους ρόλο. Στο πλαίσιο της θρησκευτικής πολιτικής του Ιουστινιανού εντάσσεται και ο εκχριστιανισμός αλλοδόξων πληθυσμών της Δυτικής Μικράς Ασίας, της Λυδίας, της Καρίας, της Αιθιοπίας, της Συρίας, της Αιγύπτου και άλλων περιοχών. Για να επιτύχει εξάλλου τη διάδοση του χριστιανισμού σε βαρβαρικούς λαούς ο Ιουστινιανός ενίσχυσε σημαντικά τον μοναχισμό και τον ασκητισμό ιδρύοντας πολλά νέα μοναστήρια και συγκροτώντας πραγματική στρατιά ιεραποστόλων οι οποίοι ανελάμβαναν το καθήκον του προσηλυτισμού στον χριστιανισμό των βαρβαρικών φυλών. Λιγότερες δυσκολίες αντιμετώπισε ο Ιουστινιανός με τον παγανισμό, που ήταν πια πολύ αδύναμος για να αντιδράσει. Ήδη από το 528, με διάταγμα του έκλεισε την φιλοσοφική σχολή των Αθηνών, τελευταίο προπύργιο της διδασκαλίας της αρχαίας λατρείας, ενώ απαγορεύτηκε στους οπαδούς της να καταλαμβάνουν θέσεις στην κρατική μηχανή. Τέλος καταδίωξε και τους Σαμαρείτες, την ιουδαϊκή αίρεση, που εξεγέρθηκαν το 529, έχοντας ταυτόχρονα κοινωνικά και οικονομικά αιτήματα.
Ο Ιουστινιανός, στο πανόραμα της Βυζαντινής ιστορίας, είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα και το στίγμα του στο Βυζαντινό κράτος υπήρξε ανεξίτηλο. Φιλόδοξος, ακατάβλητος και οργανωτικός έκανε πράξη αυτό που όλοι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου ονειρεύτηκαν, την ανασύσταση και την ενοποίηση του ρωμαϊκού κράτους. Οπωσδήποτε, σε μια μακροχρόνια προοπτική, τα αποτελέσματα ήταν κατώτερα από την ενέργεια και τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους που χρησιμοποιήθηκαν. Η θρησκευτική του πολιτική βάθυνε το χάσμα με τις επαρχίες της Αιγύπτου και της Συρίας προετοιμάζοντας την εύκολη αραβική κατάκτηση των περιοχών αυτών, ενώ δεν έλυσε τα προβλήματα με την Δύση. Όμως παραμένει γεγονός ότι η επιτυχημένη εν τέλει προσπάθεια του Ιουστινιανού, όσον αφορά τον δικό του βιολογικό κύκλο, συσπείρωσε, σε πολιτιστικό επίπεδο, τα πιο ζωντανά κοινωνικά στρώματα της εποχής του και έδωσε όραμα σε επιστήμονες και καλλιτέχνες. Ο αυτοκράτορας αυτός αναβίωσε μια εξουσία και ένα κράτος που για πολλά χρόνια απουσίαζαν και έγινε σημείο αναφοράς και κατεύθυνση για πολλές συνειδήσεις. Ήταν ένας καινούργιος άνθρωπος που συνέλαβε τον ρόλο του κράτους σε μια κοινωνία και στους επί μέρους τομείς της, σε μια εποχή που παρόμοιες αναζητήσεις ήταν σπανιότατες, αν δεν απουσίαζαν εντελώς. Όπως γράφει και ο μεγάλος βυζαντινολόγος Σαρλ Ντιλ, “ αυτός ο χωρικός από την Μακεδονία (Δαρδανια), είναι ο εξοχότερος αντιπρόσωπος δύο μεγάλων ιδεών: της αυτοκρατορικής και της χριστιανικής ιδέας. Και το όνομα του θα μείνει αθάνατο στην Ιστορία, ακριβώς γιατί είχε αυτές τις δύο μεγάλες ιδέες ”.
Ο Ιουστινιανός κατάφερε να επεκτείνει τα σύνορα της Αυτοκρατορίας από τους Άγιους τόπους και τα βάθη της Μικράς Ασίας μέχρι τις Ηράκλειες στήλες, επαναφέροντας τα σύνορα στα ίδια σχεδόν, της παλιάς Ρωμαϊκής. Στη Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο οι περιοχές επανέρχονται στη Δυτική Αυτοκρατορία και επιβάλλεται πλέον μια ένωση μέσω της κοινής χριστιανικής πίστης, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Ο βυζαντινός στρατός σημειώνει νίκες στην Ιταλία, το νότιο τμήμα της Ισπανίας και την Αφρική, και οι Πέρσες σταματούν τις επιχειρήσεις τους κατά του Βυζαντίου, σεβόμενοι τις συνθήκες. Η επανάκτηση της Δυτικής Αυτοκρατορίας διήρκεσε 25 χρόνια, με συνεχείς εκστρατείες κατά των Περσών και κατασκευή εκτενούς αμυντικού συστήματος (ορατού ακόμα και σήμερα σε όλη την λεκάνη της Μεσογείου). Ωστόσο η περίοδος βασιλείας του Ιουστινιανού περιλαμβάνει και πλήθος άλλων σημαντικών εξελίξεων, όπως κωδικοποίηση των νόμων, ενίσχυση του εμπορίου, εισαγωγή της καλλιέργειας του μεταξιού από την Κίνα, θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, ενίσχυση των δημοσίων οικονομικών και ανέγερση δημοσίων οικοδομημάτων με αποκορύφωμα την Αγία Σοφία. Η φιλόδοξη επέκταση του Βυζαντίου όμως, προκάλεσε αρκετές εσωτερικές διαμάχες με τον πληθυσμό να κάνει συχνές εξεγέρσεις, είτε λόγω των δυσβάσταχτων φόρων από τους μακροχρόνιους πολέμους, είτε λόγω θρησκευτικών διαφορών. Η συνεχής εξωτερική απειλή, από σχεδόν όλα τα μέτωπα, οδήγησε σε μια περίοδο πτώσης της Αυτοκρατορίας, που ήρθε αμέσως μετά τον θάνατο τον Ιουστινιανού. Χαρακτηριστικά, το μεγαλύτερο τμήμα της Ιταλίας κατελήφθη από τους Γερμανούς Λομβαρδούς, μόλις 3 χρόνια από το θάνατό του. Ο Προκόπιος στο έργο του Απόκρυφη Ιστορία κατηγορεί τον ίδιο τον Ιουστινιανό αλλά κυρίως τη Θεοδώρα για αυτό.
Δεν πέρασαν δυο χρόνια από το θάνατο του Μωάμεθ και οι Άραβες μαχητές με την καθοδήγηση των δύο πρώτων χαλιφών εισέβαλαν και κατέκτησαν, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, τις γειτονικές πλούσιες χώρες της Εγγύς Ανατολής. Οι κατακτήσεις των Αράβων πραγματοποιήθηκαν με εκπληκτική ταχύτητα και είχαν ποικίλες αιτίες. Ιδιαίτερη σημασία είχε η εξάντληση των Βυζαντινών και των Περσών από τους μακροχρόνιους μεταξύ τους αγώνες, Η σπουδαιότερη όμως αιτία ήταν το ψυχικό σχίσμα που είχε προκληθεί ανάμεσα στο κέντρο και στις ανατολικές επαρχίες του Βυζαντινού Κράτους, λόγω της αίρεσης του μονοφυσιτισμού που είχε επικρατήσει σ' αυτές. Οι τύχες της Συρίας, της Περσίας, της Παλαιστίνης, της Μεσοποταμίας και της Αρμενίας είχαν οριστικά κριθεί μέχρι το 640. Συγχρόνως άρχισε η κατάκτηση της Αιγύπτου, του σιτοβολώνα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία ολοκληρώθηκε με την οριστική κατάληψη της Αλεξάνδρειας το 646. Μετά την κατάληψη της Βόρειας Αφρικής, στις αρχές του 8ου αι., οι Άραβες ατέκτησαν μέρος της βησιγοτθικής Ισπανίας. Η προέλαση τους όμως στη Δύση αναχαιτίστηκε τελικά από τους Φράγκους στο Πουατιέ της Γαλλίας το 732.
Πώς είδαν οι Μονοφυσίτες την πολιτική του Ηρακλείου. "Ο Ηράκλειος δεν επέτρεπε στους Ορθόδοξους (Σημ.: Ο συγγραφέας, μονοφυσίτης ο ίδιος, αποκαλεί Ορθόδοξους τους οπαδούς της αίρεσης αυτής) να παρουσιαστούν μπροστά του και δεν δεχόταν τα παράπονά τους για τις εκκλησίες που τους είχαν αφαιρεθεί. Για το λόγο αυτό, ο θεός της εκδίκησης [...], βλέποντας τη σκληρότητα των Ρωμαίων που σ' όλη τους την επικράτεια λεηλατούσαν σκληρά τις εκκλησίες μας και τα μοναστήρια μας και μας καταδίκαζαν ανελέητα, έφερε από το νότο τους γιους του Ισμαήλ (Άραβες), για να μας ελευθερώσουν από την κακία, την οργή και τον σκληρό φανατισμό των Ρωμαίων εναντίον μας." (Μιχαήλ ο Σύρος, ΙΙ/2, 412-413, C. Mango, Βυζάντιο, 118.)
Πηγή : http://pilavakis.tripod.com/new_page_52.htm
http://vizantinonistorika.blogspot.com/2013/09/blog-post_17.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82_%CE%91%C2%B4
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B131/756/4970,22643/
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-B107/371/2473,9491/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου