Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Πελασγοί - Η αυτοχθονια των Ελλήνων και η προϊστορία τους

Oι Έλληνες είναι αυτόχθονες και απευθείας απόγονοι των Πελασγών. Παραθέτουμε τα αρχαία αποσπάσματα τα οποία αναφέρονται στην ελληνική αυτοχθονία και στην πελασγική καταγωγή:
«Γιατί εμείς που κατοικούμε σ’ αυτή την πόλη, δεν διώξαμε από δω τους κατοίκους ούτε τη βρήκαμε έρημη ούτε συγκεντρωθήκαμε πολλών εθνών μιγάδες και ήρθαμε να την καταλάβουμε. Η καταγωγή μας είναι τόσο καλή και γνήσια, ώστε η ίδια η γη, στην οποία γεννηθήκαμε, βρίσκεται στην κατοχή μας χωρίς καμία διακοπή. Εμείς είμαστε αυτόχθονες και μπορούμε να ονομάσουμε την πόλη με τα ίδια ονόματα που δίνει κανείς στους πλησιέστερους συγγενείς του. Μόνο εμείς απ’ όλους τους Έλληνες έχουμε το δικαίωμα να την αποκαλούμε τροφό, πατρίδα και μητέρα» (Ισοκράτης, «Πανηγυρικός», 24-25).
«Όσο για την αρχαιότητα του γένους, όχι μόνο οι Έλληνες αλλά και πολλοί βάρβαροι θεωρούν τους εαυτούς τους αυτόχθονες…» (Διόδωρος ο Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», Α΄, 9. 3).
«Ποιος άλλος έχει πει για την πατρίδα του τόσο ωραίο εγκώμιο όσο ο Ευριπίδης :
Στ’ αλήθεια, λαός που δεν ήρθε απ’ αλλού,
αλλά γεννηθήκαμε αυτόχθονες» (Πλούταρχος, «Περί Φυγής», 604D-E, 13).
«Του Θησέα το πατρικό γένος φτάνει ως τον Ερεχθέα και τους πρώτους αυτόχθονες» (Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς», 3.).
«…παραλαμβάνοντας (η θεά Αθηνά) το σπέρμα σας από τη Γη και τον Ήφαιστο… (…) Όλη αυτήν την τάξη και την οργάνωση την έδωσε η θεά αρχικά σ’ εσάς, όταν ίδρυσε την πόλη σας. Επέλεξε τον συγκεκριμένο τόπο όπου γεννηθήκατε, επειδή προέβλεψε ότι το εύκρατο κλίμα του θα επιδράσει θετικά στη σωφροσύνη των ανθρώπων. Η θεά ήταν φίλη του πολέμου και της σοφίας. επέλεξε επομένως τον τόπο που θα γεννούσε ανθρώπους παρόμοιους με αυτήν και ίδρυσε την πρώτη της πόλη» (Πλάτων, «Τίμαιος», 23e & 24c).
«Από την Νιόβη δε και τον Δία (αυτή είναι η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία συνουσιάσθηκε ο Ζευς) γεννήθηκε ένα παιδί, ο Άργος, καθώς δε λέει ο Ακουσίλαος, και ο Πελασγός, από τον οποίο ονομάσθηκαν Πελασγοί οι κατοικούντες την Πελοπόννησο. Ο Ησίοδος όμως λέει ότι ο Πελασγός ήταν αυτόχθων (γεννήθηκε από τη γη)» (Απολλόδωρος, «Μυθολογία», II. 2, 3).
«Ην γαρ και το των Πελασγών γένος Ελληνικόν εκ Πελοποννήσου το αρχαίον, και τον Πελασγόν αυτόχθονα λέγων» (Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς. «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» Ι 17).
Επίσης ο Οβίδιος, Λατίνος ποιητής, αναφερόμενος στα γεγονότα του Τρωικού πολέμου, ταυτίζει συνεχώς τους Πελασγούς με τους Έλληνες:
«Χίλια πλοία τον ακολούθησαν και κάθε φυλή των Πελασγών μαζί, δεμένοι με όρκο σε κοινή εκστρατεία» («Μεταμορφώσεις», Βιβλίο XII, στίχος 7).
«Ήδη ο τρόμος όλων των Φρυγών, στολίδι και προστάτης του έθνους των Πελασγών, ο Αιακίδης, ο αξεπέραστος στη μάχη…» («Μεταμορφώσεις», Βιβλίο XII, στίχος 611).
«Και τι το αναφέρει αυτό, όταν λέει πως για τον πελασγικό το στόλο σήκωσε τα όπλα ενάντια σε Τρώες και το Δία;» («Μεταμορφώσεις», Βιβλίο XIII, στίχος 268).
Αλλά και ο Όμηρος βάζει τον Έλληνα Αχιλλέα στην «Ιλιάδα» (Π 233-234) να αναφωνεί ορκιζόμενος στο όνομα του Δία:
«Ζευ άνα Δωδωναίε Πελασγικέ».
Και ο Θουκυδίδης θεωρεί τους Έλληνες απογόνους των Πελασγών:
«Προ των Τρωικών δηλαδή δεν φαίνεται να επεχείρησε τίποτα ενωμένη η Ελλάς. φρονώ δε ότι δεν είχε ακόμη και το όνομα αυτό ολόκληρη η χώρα, αλλά προ των χρόνων του Έλληνα του υιού του Δευκαλίωνα δεν υπήρχε καθόλου η ονομασία αυτή και έδιναν στην χώρα κατά τόπους το όνομα τους οι διάφοροι λαοί, στα περισσότερα δε μέρη οι Πελασγοί. Όταν δε ο Έλληνας και τα παιδιά του έγιναν ισχυροί εις την Φθιώτιδα και τους προσκαλούσαν στις άλλες πόλεις ως βοηθούς, τότε πλέον και οι άλλοι λαοί, καθένας χωριστά, άρχισαν να ονομάζονται Έλληνες λόγω της συχνότερης συναναστροφής με αυτούς, αλλά το όνομα αυτό επί πολύ ασφαλώς χρόνο δεν είχε τη δύναμη να επικρατήσει σε όλους. Αποδεικνύει δε τούτο προ πάντων ο Όμηρος, διότι, αν και υπήρξε μεταγενέστερος και από τα Τρωικά ακόμη, πουθενά δεν μεταχειρίσθηκε το όνομα Έλληνες για όλους όσους εκστράτευσαν ούτε για άλλους, παρά μόνο για τους στρατιώτες του Αχιλλέα που είχαν έλθει από την Φθιώτιδα, οι οποίοι βεβαίως και ήταν οι πρώτοι Έλληνες…» (Θουκυδίδης, «Πελοποννησιακός πόλεμος», Α΄, 3).
Ο Στράβων, ταυτίζει τους Έλληνες με τους Πελασγούς, τους Δαναούς και τους Αργείους:
«Νομίζω ότι η δόξα της πόλης είναι που προετοίμασε να ονομάζονται από αυτήν (δηλαδή από το Άργος, Αργείτες) οι Πελασγιώτες, οι Δαναοί, και οι Αργείοι και οι άλλοι Έλληνες» («Γεωγραφικά», Η΄, VI, 8).
Τα παραπάνω αποσπάσματα θεωρούμε ότι είναι υπεραρκετά για να αποδείξουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς θεωρούσαν τους εαυτούς τους αυτόχθονες και φυλετική εξέλιξη των Πελασγών.
Πηγη: http://www.hellinon.net/parallila/?p=946

Οι διάλεκτοι της σύγχρονης Ελλάδας - Β' Μέρος

Η κρητική διάλεκτος είναι μία διάλεκτος της νέας ελληνικής που ομιλείται στην Κρήτη.
Κατά τον ύστερο μεσαίωνα η διάλεκτος του νησιού εξελίχθηκε σε λόγια γλώσσα, και εκφράστηκε μέσα από την ποίηση του Κορνάρου του Χορτάτση και άλλων, το κρητικό θέατρο και τα λαϊκά τετράστιχα -μαντινάδες- των οποίων η θεματολογία μπορεί να είναι από σκωπτική έως φιλοσοφική. Σήμερα η κρητική διάλεκτος δεν κινδυνεύει με εξαφάνιση, όπως συχνά συμβαίνει σε μειονοτικές διαλέκτους που δεν διδάσκονται, καθώς κυρίως στο νότο, αποτελεί την μόνη προφορική γλώσσα και συνεχίζει και να εξελίσσεται. Η κρητική διάλεκτος ομιλείται εκτός από την Κρήτη, στο χωριό Χαμιντιέ της Συρίας και στα παράλια της Μικράς Ασίας όπου εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι Κρητικοί το 1923. Στην κρητική διαλέκτο οι αδύνατοι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών μπορούν να μπαίνουν πριν και μετά το ρήμα σχεδόν σε οποιαδήποτε περίπτωση, σε αντίθεση με την νέα ελληνική και την καθαρεύουσα, παραδείγματα: κατέχω το, ξανοίγω σε, μανίζω ντως, γρικώ ντου, ετα το χτύπα, επαε τα θέσε. Ο αόριστος των ρημάτων καταλήγει με τον δωριζμό –ξα αντί του -σα της νέας ελληνικής και της καθαρεύουσας, για παράδειγμα: εζίγωξα, εστέγνωξα, εστέργιωξα. H κρητική διάλεκτος όντας φυσικά διαμορφωμένη, δεν επιτρέπει χασμωδίες, για παράδειγμα: τρώγω αντί του τρώω, κλαίγω αντί του κλαίω κτλ. Πολλοί τύποι της γενικής πτώσης της δωρικής εγκαταλείφθηκαν στην κρητική διάλεκτο κατά το μεσαίωνα, ενώ άλλοι τύποι της ελληνιστικής περιόδου αναβίωσαν στις μέρες μας μέσα από το ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα στην καθαρεύουσα και στα νέα ελληνικά. Για παράδειγμα στην κρητική διάλεκτο θα λέγαμε περιφραστικά ‘’η γεύση από το αίμα’’  και ποτέ  ‘’η γεύση του αίματος’’ Η χρήση τέτοιων τύπων που έχουν αναβιώσει τεχνητά σε συνδυασμό με την κρητική διάλεκτο έχει αντιαισθητικό αποτέλεσμα. Σε αντίθεση με την νέα ελληνική, στα κρητικά παίρνουν τελικό ''νι'' άρθρα αντωνυμίες και επιρρήματα μόνο όταν η λέξη που ακολουθεί αρχίζει από φωνήεν, ανεξάρτητα από το γένος και το είδους της. Για παράδειγμα Πληθυντικός: των ανθρώπω, όλω τω χωργιώ, τω μπολλώ λογιώ. Όταν ακολουθεί αρσενικό: το δάσκαλο, τον αδερφό. Άκλιτα: δε θέλω, δεν αλλάζω, μη μιλείς, μη γρικάς, μην έργας. Το επίρρημα-σύνδεσμος σαν: σα κουτέντα, σαν οψάργας.
Κυπριακή διάλεκτος (Κυπριακή Ελληνική ή Κυπριακή) είναι η διάλεκτος της Ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται από περίπου επτακόσιες χιλιάδες Ελληνοκυπρίους στην Κύπρο και μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνοκυπρίους της διασποράς, κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστραλία και την Ελλάδα. Σχεδόν ποτέ δεν χρησιμοποιείται ως επίσημος γραπτός λόγος, αλλά είναι η κοινή ομιλουμένη των περισσοτέρων Ελληνοκυπρίων. Είναι επίσης η πρώτη γλώσσα πιο ηλικιωμένων Τουρκοκυπρίων από χωριά όπως η Λουρουτζίνα και από την περιοχή της Τυλληρίας. Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι Τουρκοκύπριοι μιλούν τα Ελληνικά με Κυπριακή Διάλεκτο ως δεύτερη γλώσσα. Συνήθως, σε επίσημο περιβάλλον θεωρείται πιο αποδεκτή η χρήση της Κοινής Νέας Ελληνικής. Στη νεότερη εποχή σημαντικοί ποιητές όπως ο Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) και ο Δημήτρης Λιπέρτης (1866-1937) και ακόμα νεότεροι όπως ο Παύλος Λιασίδης (1901-1985) κάνουν χρήση της διαλέκτου σε γραπτή μορφή. Πολλοί άλλοι λογοτέχνες, συνήθως ποιητές αλλά και πεζογράφοι, χρησιμοποιούν ακόμα την Κυπριακή διάλεκτο. Υπάρχει επίσης πληθώρα κυπριακών τραγουδιών (παραδοσιακά, δημοτικά και σύγχρονα), αλλά και σκετς, θεατρικά και τηλεοπτικές σειρές που χρησιμοποιούν τη διάλεκτο. Η Κυπριακή διάλεκτος αποτελεί στη σύγχρονη εποχή τη μεγαλύτερη ελληνική διάλεκτο -ακολουθούμενη από τα Ποντιακά, Κρητικά, Κατωιταλικά και άλλες διαλέκτους-, η οποία είναι μητροδίδακτη και παραγωγική στο νησί της Κύπρου. Ανήκει στον γεωγραφικό και διαλεκτικό χώρο της αρχαίας Αρκαδοκυπριακής και, μολονότι δεν προέρχεται άμεσα από αυτήν, είναι δυνατόν ακόμη και σήμερα να εντοπίσει κανείς κατάλοιπά της στο λεξιλόγιο των ομιλητών. Κατά τη διάρκεια της Ελληνιστικής Κοινής και των πρώιμων μεσαιωνικών χρόνων, θεωρείται ότι η Κυπριακή διάλεκτος αποτέλεσε μέρος μιας ζώνης ανατολικών διαλέκτων (με δωρικές επιρροές), στις οποίες ανήκαν τα ιδιώματα της Δωδεκανήσου και της Μικράς Ασίας. Ωστόσο, η κοινή αυτή πορεία διακόπηκε το 1191 από τους σταυροφόρους, όταν η Κύπρος τέθηκε υπό τη γαλλική δυναστεία των Λουζινιανών και, ως εκ τούτου, μεταβλήθηκε σε φραγκικό κρατίδιο. Φαίνεται ότι μέσα στους τρεις επόμενους αιώνες η διάλεκτος απέκτησε τα περισσότερα από τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της, όπως επιμαρτυρείται από τα πρώτα διαθέσιμα κείμενα, που είναι οι νομικού περιεχομένου Ασσίζες (14ος αι.) και το Χρονικόν του Λεοντίου Μαχαιρά (15ος αι.). Η μακρά παρουσία των Φράγκων ερμηνεύει την είσοδο αρκετών λέξεων από την παλαιά Γαλλική, οι οποίες απουσιάζουν από άλλες διαλέκτους της Ελληνικής. Επιπλέον, η απομόνωση της διαλέκτου επί τόσους αιώνες εξηγεί γιατί ακόμη και σήμερα αποτελεί αξιόπιστο μάρτυρα της μεσαιωνικής γραμματικής της ελληνικής γλώσσας.
Άλλοι σημαντικοί σταθμοί στην ιστορία της διαλέκτου, οι οποίοι άφησαν αξιοσημείωτα ίχνη στη σύγχρονη μορφή της, υπήρξαν η Ενετοκρατία (από το 1489) και κατόπιν η Τουρκοκρατία (από το 1571). Τέλος, η ισχυρή πολιτιστική επιρροή της αγγλικής γλώσσας είναι εμφανής (από το 1878) και συνεχής στην Κυπριακή διάλεκτο. Από διαλεκτολογικής πλευράς η Κυπριακή συγκαταλέγεται στα νότια ιδιώματα της Ελληνικής γλώσσας, καθώς διατηρεί αμετάβλητα τα φωνήεντα των άτονων συλλαβών (εν αντιθέσει προς τα βόρεια ιδιώματα, όπου παρατηρούμε εκτεταμένες στενώσεις και κωφώσεις). Ακόμη ανήκει στη λεγόμενη νησιωτική ζώνη του ίντα, επειδή χρησιμοποιεί την αντωνυμία ίντα (< τι ένι τα) αντί της αντωνυμίας τι στην εισαγωγή ερωτηματικών προτάσεων. Στην ίδια διαλεκτική ζώνη ανήκουν επίσης η Κρητική διάλεκτος, καθώς και τα ιδιώματα των Κυκλάδων και της Δωδεκανήσου.
Ποντιακή διάλεκτος ονομάζεται η γλώσσα των Ποντίων που κατοικούσαν στις νότιες-νοτιοανατολικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Θεωρείται ότι προέρχεται από την τοπική όψιμη ελληνιστική Κοινή σε χώρο με ιωνικό υπόστρωμα. Το λεξιλόγιό της έχει επηρεαστεί από την τουρκική και από γλώσσες του Καυκάσου, των οποίων η επίδραση δεν έχει διακριβωθεί μέχρι τώρα. Επίσης δέχτηκε επιδράσεις από το λεξιλόγιο των Γενουατών και των Βενετσιάνων της Τραπεζούντας. Ωστόσο οι ξένες λέξεις εξελληνίστηκαν και εντάχθηκαν στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής γλώσσας. Με βάση την ταξινόμηση του Μ. Τριανταφυλλίδη, ο οποίος στηρίχθηκε κυρίως στην εγγύτητα προς τη Νεοελληνική Κοινή, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις ομάδες ιδιωμάτων εντός τής διαλέκτου: α) οινουντιακά ιδιώματα (με αυξημένη νεοελληνική επίδραση μέσω της Κωνσταντινουπόλεως), β) τραπεζουντιακά ιδιώματα (μικρότερη νεοελληνική επίδραση), γ) χαλδιώτικα ιδιώματα (με αυξημένη τουρκική επίδραση). Όσον αφορά στον θεμελιώδη διαχωρισμό των ελληνικών διαλέκτων με κριτήριο τον φωνηεντισμό (τη διατήρηση ή στένωση των ατόνων φωνηέντων), η διάλεκτος δεν μπορεί να ενταχθεί καθ' ολοκληρίαν σε μία από τις τρεις βασικές ομάδες ιδιωμάτων (βόρεια, ημιβόρεια, νότια), διότι τα τραπεζουντιακά και χαλδιώτικα έχουν ημιβόρειο φωνηεντισμό (χάνουν τα άτονα [i], [u], αλλά δεν παρουσιάζουν στένωση των ατόνων [e], [o]: π.χ. κόρ', πεγάδ', γίν'νταν), ενώ τα οινουντιακά διατηρούν αλώβητο (νότιο) φωνηεντισμό (π.χ. κόρη, πεγάδιν, γίνουνταν). Υπάρχουν αναφορές, όπως η πρόσφατη (1996) του Τούρκου συγγραφέα Ομέρ Ασάν, σχετικά με την ύπαρξη σημαντικού αριθμού μουσουλμάνων ομιλητών της γλώσσας στον σύγχρονο Πόντο. Σύμφωνα με τον παραπάνω συγγραφέα, ο οποίος είναι επίσης ομιλητής της Ποντιακής, σήμερα στον Πόντο η γλώσσα μιλιέται από τουλάχιστον 5.000 άτομα σε 60 περίπου χωριά της περιοχής της Τραπεζούντας, αλλά και αλλού, από εσωτερικούς μετανάστες της Τουρκίας. Ο καθηγητής Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Πίτερ Μάκριτζ, περιγράφει τα ελληνικά της περιοχής του 'Οφεως της Τραπεζούντας ως υποδιάλεκτο της Ποντιακής, η οποία περιέχει ανεπτυγμένο αρχαίο ελληνικό λεξιλόγιο, αλλά και αρχαία γραμματικά χαρακτηριστικά. Περιγράφει την τεράστια εντύπωση που του έκαναν τα αρχαία και μεσαιωνικά χαρακτηριστικά της υποδιαλέκτου των μουσουλμάνων, όπως πχ η χρήση του αρχαίου ελληνικού αρνητικού μορίου «ου», ενώ οι χριστιανοί πόντιοι λένε «'κ».
Οι Σαρακατσάνοι, γνωστοί και ως Καρακατσάνοι ή Σαρακατσαναίοι, είναι ελληνική νομαδική φυλή που βρίσκεται διασκορπισμένη σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα. Σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των Σαρακατσάνων έχει εγκαταλείψει το νομαδικό βίο και ζει μόνιμα στα χωριά όπου ασχολείται με την κτηνοτροφία, ενώ οι απόγονοί τους έχουν εγκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό στα μεγάλα αστικά κέντρα. Μικρός αριθμός Σαρακατσάνων βρίσκεται επίσης στη Βουλγαρία και την ΠΓΔΜ. Ως προς την ονομασία των Σαρακατσάνων υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Σύμφωνα με την επικρατέστερη από αυτές, το όνομα Σαρακατσάνος έχει τουρκική προέλευση και είναι σύνθετη λέξη αποτελούμενη από το kara (καρά) που σημαίνει «μαύρος, μαυροντυμένος» και το kacan (κατσάν) που σημαίνει «φυγάς, ανυπότακτος». Έτσι από το Karakacan (Καρακατσάν) προήλθε με παραφθορά η λέξη Σαρακατσάνος. Ο λόγος για την ονομασία αυτή είναι ότι οι Σαρακατσάνοι μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης φορούσαν μαύρη ενδυμασία ως ένδειξη πένθους, ενώ έσφαζαν τα λευκά πρόβατα και κρατούσαν μόνο τα μαύρα. Επίσης κατέφυγαν ως κλέφτες στα βουνά ώστε να μην υποταχθούν στον κατακτητή και να τον πολεμούν από εκεί. Έτσι οι Τούρκοι τους προσέδωσαν την ονομασία Καρακατσάν, δηλαδή «μαύρος φυγάς». Οι ίδιοι οι Σαρακατσάνοι άρχισαν να χρησιμοποιούν αυτό το όνομα μετά το 1812, το οποίο είναι σχετικά νέο, προσδιορίζοντας έναν λαό που προϋπήρχε του ονόματος.
Οι Σαρακατσάνοι ως προς το θρήσκευμα είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό όμως είναι η συνύπαρξη της βαθιάς χριστιανικής πίστης με τη μαγεία, καθώς οι Σαρακατσάνοι διέθεταν μεγάλο αριθμό μαγικοθρησκευτικών δοξασιών με αρχαιοελληνικές ρίζες, με σκοπό την εξασφάλιση υγείας, ευγονίας και ευημερίας. Τέτοιες παραδόσεις και δοξασίες είναι τα χοροστάσια όπου στήνουν χορό οι νεράιδες, η πίστη στην ύπαρξη δαιμόνων, οι μοίρες που καθορίζουν το πεπρωμένο του νεογέννητου, τα φυλακτά και το «κακό μάτι».
Κατωιταλική ή Γραικάνικη διάλεκτος (ή Γραικάνικα) ονομάζεται η διάλεκτος της Ελληνικής που περιλαμβάνει ιταλικά στοιχεία και ομιλείται από τους Έλληνες της Κάτω Ιταλίας -Μεγάλη Ελλάδα της νότιας Ιταλίας-. Είναι κυρίως γνωστή ως Κατωιταλική διάλεκτος, ενώ οι ομιλητές της την ονομάζουν Γκρίκο (Grico) ή Κατωιταλιώτικα. Η Κατωιταλική είναι σε κάποιον βαθμό κατανοητή από τους ομιλητές της Ελληνικής γλώσσας. Κοινότητες ομιλητών τής Κατωιταλικής διαλέκτου υπάρχουν σήμερα στη νότια άκρη της Καλαβρίας και στην περιοχή Σαλέντο της Απουλίας, κοντά στην πόλη Λέτσε. Στο Σαλέντο βρίσκονται εννέα μικρές πόλεις στην περιοχή Grecìa Salentina (Καλημέρα, Μαρτάνο, Καστρινιάνο ντε Γκρέτσι, Κοριλιάνο ντ' Οτράντο, Μαλπινιάνο, Σολέτο, Στερνάτια, Ζολίνο, Μαρτινιάνο), με συνολικό πληθυσμό 40.000 ατόμων. Στην Καλαβρία βρίσκονται εννέα χωριά στην περιοχή Μπόβα, αλλά ο γραικάνικος πληθυσμός εκεί είναι σημαντικά μικρότερος. Ο δωρικός χαρακτήρας των ελληνικών αποικιών τής Καλαβρίας και της Απουλίας, καθώς και η περιφερειακή θέση τής διαλέκτου σε σχέση με τον υπόλοιπο ελληνόφωνο χώρο, έχουν συμβάλει στη διατήρηση αξιοσημείωτων αρχαϊσμών και δωρισμών, ενώ η συνάντηση με την Ιταλική και με τις τοπικές διαλέκτους της έχει ασκήσει βαθιά επίδραση στο λεξιλόγιο των (λίγων πλέον) φυσικών ομιλητών της.
Πηγη: http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82
http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82
http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9
http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82
http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CE%94%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%93%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%82

Οι διάλεκτοι της σύχρονης Ελλάδας - Α' Μέρος

Τα Αρβανίτικα (arbërisht) αποτελούν κλάδο της τόσκικης διαλέκτου της Αλβανικής γλώσσας που ομιλείται στην σημερινή νότια Αλβανία καθώς και στην Ελλάδα. Τα αρβανίτικα έχουν δεχτεί επιρροές σε όλα τα γλωσσικά επίπεδα από διαφορετικές ιστορικές γλώσσες, όπως τα ελληνικά και τα λατινικά, αλλά κυρίως από ποικίλες ελληνικές διαλέκτους διαφόρων περιοχών και εποχών. Αρχαϊκά στοιχεία που έχουν εκλείψει σε άλλες γλώσσες διατηρούνται στα Αρβανίτικα, γεγονός που τα καθιστά μια πολύτιμη πηγή για τους γλωσσολόγους. Αυτές οι επιρροές αποδεικνύουν επίσης τα κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία διαβίωσαν οι ομιλητές τους, οι Αρβανίτες, στο πέρασμα των αιώνων. Η ονομασία είναι προσαρμογή του παλαιότερου arbërisht στα ελληνικά. Η ονομασία της γλώσσας ως "αρβανίτικα" έχει πλέον καθιερωθεί και στις ίδιες τις γλωσσικές κοινότητες ως arvanite, όχι όμως σε όλες, καθώς σε αρκετές αρβανιτόφωνες κοινότητες, ειδικά μάλιστα στη Βορειοανατολική Πελοπόννησο, χρησιμοποιείται ο όρος arbërisht. Στο Κυριάκι Βοιωτίας χρησιμοποιείται ο όρος arvanite από τους σύγχρονους ομιλητές της γλώσσας, αναφέρεται όμως ότι οι παλιότερες γενιές (δηλαδή όσοι ήταν γεννημένοι μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα) χρησιμοποιούσαν τον παλιότερο όρο arbërisht. Στην Άνδρο χρησιμοποιείτο και ο όρος arbërishtiqë. Αντίθετα, οι αλβανόφωνοι ομιλητές της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης που προαναφέραμε προσδιορίζουν τη γλώσσα τους με τον νεότερο όρο shqip, ο οποίος χρονολογείται από τον 16ο αιώνα και είναι άγνωστος στους αρβανιτόφωνους της νότιας Ελλάδας. Σύμφωνα με τον Κώστα Μπίρη, τα αρβανίτικα δεν είναι ομοιόμορφα. Συγκεκριμένα, αναφέρει: «Πολύ χαρακτηριστικό της επιμειξίας γηγενών και Αρβανιτών Ελλήνων στη διαμόρφωση των αλβανοφώνων της Ελλάδος είναι το γεγονός, ότι το αρβανίτικο γλωσσικό ιδίωμα δεν ήταν ομοιόμορφο και κοινό σε όλα τα αρβανιτοχώρια της Ελλάδος, αλλά πολύ διαφορετικό από τόπο σε τόπο. Και τούτο, γιατί άλλα στοιχεία έτυχε να παρθούν από την ελληνική γλώσσα και αλλιώς να παραμορφωθούν στον ένα τόπο και άλλα στον άλλο. Έτσι, οι αλβανόγλωσσοι της Αττικής με δυσκολία μπορούσαν να συνεννοηθούν με τους αλβανόγλωσσους της Πελοποννήσου ή της Βοιωτίας, το ίδιο δε συνέβαινε και ανάμεσα στους αλβανόγλωσσους των άλλων περιοχών». Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις, η συνεννόηση μεταξύ αρβανιτόφωνων ομιλητών από διαφορετικές κοινότητες, ακόμη και γεωγραφικά απομακρυσμένες μεταξύ τους, δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Όσο αφορά στην δυνατότητα κατανόησης των Αρβανιτών με τους Αλβανούς της Αλβανίας, οι εκτιμήσεις διαφέρουν. Σύμφωνα με τον Peter Trudgill η συνεννόηση είναι εύκολη, ενώ σύμφωνα με το Ethnologue η συνεννόηση με ομιλητές της τόσκικης διαλέκτου είναι εν μέρει δυνατή, ενώ με ομιλητές της γκέκικης διαλέκτου η συνεννόηση είναι πολύ δύσκολη. Η εκτίμηση αυτή φαίνεται να είναι και η ορθότερη. Σύμφωνα με το Ethnologue πάλι, τα αρβανίτικα ομιλούνται από 150.000 ομιλητές (εκτίμηση του 2005).
Η Βλάχικη γλώσσα είναι γλώσσα του ανατολικού κλάδου των Λατινογενών γλωσσών. Διαμορφώθηκε τους πρώτους αιώνες μετά την κατάκτηση των Βαλκανίων από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αποκαλείται πρωτίστως από τους ομιλούντες της Armãneashce/Armãneashti/Rãmãneshti (Αρωμανική) όρος που δημιουργήθηκε από την τάση για προσθήκη ενός προθετικού Α- (Romanus>Aromãn) . Στην Ελληνική γλώσσα έχει επικρατήσει η ονομασία Βλάχικη (Vlach, Vlãheshte), ενώ στην αγγλική Aromanian. Είναι μία από τις τέσσερις λατινογενείς γλώσσες της Βαλκανικής με πολλές λέξεις να προέρχονται από την Ελληνική. Το Ετυμολογικόν Λεξικό της Κουτσοβλάχικης Γλώσσης του Κ. Νικολαΐδη (1909) περιλαμβάνει 6.657 λέξεις εκ των οποίων οι 3.560 έχουν ελληνική προέλευση, 2.605 λατινική, 185 σλάβικη, 150 αλβανική και οι υπόλοιπες 157 άγνωστη. Μάλιστα σε πολλές από τις ελληνογενείς λέξεις η ετυμολογία ανάγεται στους πρωτοαρχαιοελληνικούς και ομηρικούς χρόνους. Αυτόχθονες βλαχόφωνες κοινότητες απαντώνται σήμερα στην Ελλάδα, την Αλβανία και την Π.Γ.Δ.Μ. Στη Σερβία και το Μαυροβούνιο, τη Ρουμανία καθώς και την Βουλγαρία διατηρούνται κοινότητες η ύπαρξη των οποίων χρονολογείται από τον 18ο αιώνα. Υπάρχουν ακόμα κοινότητες Βλάχων μεταναστών σε χώρες της δυτικής Ευρώπης, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και στην Αυστραλία. Στον ελλαδικό χώρο βλαχόφωνα χωριά και πόλεις βρίσκονται σήμερα κυρίως στις περιοχές της Φλώρινας, της Κοζάνης και της Ηπείρου. Ορισμένες περιοχές με βλαχόφωνους πληθυσμούς είναι: Μέτσοβο, Νάουσα,Σαμαρίνα, Ντένισκο, Νυμφαίο στη Φλώρινα, Λιβάδι Ελασσόνας στη Λάρισα, Κλεισούρα, Κάτω Βέρμιο (Σέλι) στη Βέροια, Σελενίτσα στην Αυλώνα της Β.Ηπείρου
Σε παλιότερες εποχές σημαντικοί βλαχόφωνοι πληθυσμοί υπήρχαν και σε άλλες περιοχές, όπως στη Θεσσαλία (π.χ. Τύρναβος). Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η Θεσσαλία ήταν γνωστή και ως Μεγάλη Βλαχία. Σε άλλες χώρες, αξιόλογο βλαχόφωνο πληθυσμό φιλοξενούν η Μοσχόπολη στην Αλβανία και το Μοναστήρι στην Π.Γ.Δ.Μ..
Οι Σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας στις μέρες μας (αρχές του 21ου αι.) είναι πληθυσμιακή ομάδα δίγλωσσων, όπως οι Αρβανίτες και οι Βλάχοι, όσοι απέμειναν εντός ελλαδικού χώρου μετά τις τρεις ελληνοβουλγαρικές αναταράξεις (1880-1912), το Πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ (1924) (περί εθελουσίας ανταλλαγής πληθυσμών) που υπογράφτηκε μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας στα πλαίσια της συνθήκης του Νεϊγύ (1919), την εισβολή των Βουλγάρων κυρίως στη Δυτική Μακεδονία κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ως συμμάχων του άξονα και συνακόλουθα μετά την ήττα το ΔΣΕ (1949) ακολουθώντας τις τύχες του στις ανατολικές χώρες. Υπολογίζονται σήμερα από 10.000 έως 30.000. Αυτού του είδους το εύρος μεταξύ ελαχίστου και μεγίστου πληθυσμού οφείλεται τόσο στην έλλειψη στατιστικών στοιχείων, στις επιμειξίες αλλά και στη μαζική σχεδόν αστυφιλία που παρατηρήθηκε κυρίως στις δεκαετίες του 1950 και 1960. την πραγματικότητα πρόκειται για προφορικό γλωσσικό ιδίωμα, χωρίς επιστημονικούς όρους, σύνθετες λέξεις, έλλειψη πτώσεων στα ουσιαστικά και στα επίθετα κάνοντας χρήση μόνο της ονομαστικής του ενικού και πληθυντικού αριθμού (λιβάντα τα-λιβάντι τε), γκαρντίνα τα (πρβ αγγλ. garden) με υποτυπώδεις κανόνες γραμματικής που ομιλούνταν μέσα σε ένα πολυεθνικό οθωμανικό περιβάλλον και ομιλείται μέχρι της μέρες μας άθικτο και αυθεντικό στα βόρεια σύνορα της ελληνικής Μακεδονίας, ενώ οι μεταναστεύσαντες και αυτοεξόριστοι στη Βουλγαρία υιοθέτησαν το Κυριλλικό αλφάβητο και εν γένει τη βουλγαρική γλώσσα και οι φυγάδες μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου (1946-49) διαφοροποίησαν εν μέρει το λεκτικό του σλαβικού ιδιώματος και το επέκτειναν με σερβοκροατικές λέξεις που διδάχθηκαν για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Τα επίθετα σχηματίζουν το θηλυκό με την κατάληξη-α και το ουδέτερο με την κατάληξη -ο, όπως πρέπεν, πρέπνα, πρέπνο= ωραίος. Ο μόνος αξιόλογος γραμματικός κανόνας που μπορεί να διατυπωθεί είναι τα ρήματα που έχουν ως κατάληξη το -αμ (ίμαμ βιντένο= έχω δει) που κλίνονται κατά την πρώτη και δεύτερη συζυγία των λατινικών, όπως (βέρβαμ= πιστεύω) βέρβας, βέρβα, βέρβαμε, βέρβατε, βέρβαν και σένταμ= κάθομαι (λατινικά sedeo=κάθομαι) σέντις, σέντι, σέντιμε, σέντιτε, σένταν. Ενώ οι παρελθοντικοί χρόνοι σχηματίζονται με την κατάληξη -εσε, όπως βίνταμ βιντέσε=έβλεπε και ο μέλλων με το μόριο κι (κι όντιμε= θα πάμε).
H Πομακική  είναι γλώσσα συγγενής της Βουλγαρικής. Γλωσσολογικά ανήκει στην οικογένεια των Νοτιοσλαβικών γλωσσών και ειδικότερα στην ομάδα των Βουλγαρο-σλαβικών. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για Πομακικές διαλέκτους, παρατηρείται όμως ότι στην περιοχή της Ανατολικής Θράκης έχει επηρεασθεί από την Τουρκική, ενώ αντίθετα στο δυτικό τμήμα της από τη Βουλγαρική, ενώ πάμπολλες είναι οι ελληνικές λέξεις. Oμιλείται στην περιοχή της οροσειράς της Ροδόπης και στην Τουρκία, στην περιοχή της Αδριανούπολης και τις υπόλοιπες δυτικές επαρχίες της Τουρκίας. Στην Ελλάδα η Πομακική γλώσσα θεωρείται γλωσσολογικά κοντινή στην Σέρβικη και τη Βουλγάρικη γλώσσα - θεωρείται διάλεκτος της Βουλγαρικής
Η Πομακική ομιλείται κυρίως στα βόρεια τμήματα των περιοχών της Ξάνθης και της Ροδόπης καθώς και στη νοτιοανατολική Βουλγαρία από Μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Στην περιοχή της Αδριανούπολης (στην Τουρκία) και στις δυτικές επαρχίες η Πομακική ομιλείται από Βούλγαρους μετανάστες που ήρθαν στην Τουρκία. Στα Ελληνικά σχολεία δεν διδάσκεται (πέρα από περιστασιακή προφορική χρήση στο νηπιαγωγείο και στις πρώτες τάξεις του δημοτικού), αφού οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί (Τούρκοι, Πομάκοι, Ρομά) διδάσκονται όλοι ανεξαιρέτως την Τουρκική γλώσσα παρά το ότι η συνθήκη της Λωζάνης εγγυάται για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς τη διδασκαλία της μητρικής τους γλώσσας. Ανεπίσημα στην Ελλάδα η Πομακική γλώσσα χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μέσα στο σπίτι και παράλληλα χρησιμοποιείται η Τουρκική και η Ελληνική γλώσσα. Σύμφωνα πάντα με τη Συνθήκη της Λωζάνης η Πομακική μπορεί να χρησιμοποιείται και στο δικαστήριο με υποχρεωτική παροχή διερμηνέα αν και υπάρχουν αναφορές αντ' αυτού να παράσχεται διερμηνέας της Τουρκικής. Παρόλα αυτά η Πομακική γλώσσα δεν φαίνεται να απειλείται άμεσα με εξαφάνιση.
Πηγη: http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7_%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1
http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%B7_%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1
http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF%CE%B9_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82
http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1