Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Οι διάλεκτοι της σύχρονης Ελλάδας - Α' Μέρος

Τα Αρβανίτικα (arbërisht) αποτελούν κλάδο της τόσκικης διαλέκτου της Αλβανικής γλώσσας που ομιλείται στην σημερινή νότια Αλβανία καθώς και στην Ελλάδα. Τα αρβανίτικα έχουν δεχτεί επιρροές σε όλα τα γλωσσικά επίπεδα από διαφορετικές ιστορικές γλώσσες, όπως τα ελληνικά και τα λατινικά, αλλά κυρίως από ποικίλες ελληνικές διαλέκτους διαφόρων περιοχών και εποχών. Αρχαϊκά στοιχεία που έχουν εκλείψει σε άλλες γλώσσες διατηρούνται στα Αρβανίτικα, γεγονός που τα καθιστά μια πολύτιμη πηγή για τους γλωσσολόγους. Αυτές οι επιρροές αποδεικνύουν επίσης τα κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία διαβίωσαν οι ομιλητές τους, οι Αρβανίτες, στο πέρασμα των αιώνων. Η ονομασία είναι προσαρμογή του παλαιότερου arbërisht στα ελληνικά. Η ονομασία της γλώσσας ως "αρβανίτικα" έχει πλέον καθιερωθεί και στις ίδιες τις γλωσσικές κοινότητες ως arvanite, όχι όμως σε όλες, καθώς σε αρκετές αρβανιτόφωνες κοινότητες, ειδικά μάλιστα στη Βορειοανατολική Πελοπόννησο, χρησιμοποιείται ο όρος arbërisht. Στο Κυριάκι Βοιωτίας χρησιμοποιείται ο όρος arvanite από τους σύγχρονους ομιλητές της γλώσσας, αναφέρεται όμως ότι οι παλιότερες γενιές (δηλαδή όσοι ήταν γεννημένοι μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα) χρησιμοποιούσαν τον παλιότερο όρο arbërisht. Στην Άνδρο χρησιμοποιείτο και ο όρος arbërishtiqë. Αντίθετα, οι αλβανόφωνοι ομιλητές της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης που προαναφέραμε προσδιορίζουν τη γλώσσα τους με τον νεότερο όρο shqip, ο οποίος χρονολογείται από τον 16ο αιώνα και είναι άγνωστος στους αρβανιτόφωνους της νότιας Ελλάδας. Σύμφωνα με τον Κώστα Μπίρη, τα αρβανίτικα δεν είναι ομοιόμορφα. Συγκεκριμένα, αναφέρει: «Πολύ χαρακτηριστικό της επιμειξίας γηγενών και Αρβανιτών Ελλήνων στη διαμόρφωση των αλβανοφώνων της Ελλάδος είναι το γεγονός, ότι το αρβανίτικο γλωσσικό ιδίωμα δεν ήταν ομοιόμορφο και κοινό σε όλα τα αρβανιτοχώρια της Ελλάδος, αλλά πολύ διαφορετικό από τόπο σε τόπο. Και τούτο, γιατί άλλα στοιχεία έτυχε να παρθούν από την ελληνική γλώσσα και αλλιώς να παραμορφωθούν στον ένα τόπο και άλλα στον άλλο. Έτσι, οι αλβανόγλωσσοι της Αττικής με δυσκολία μπορούσαν να συνεννοηθούν με τους αλβανόγλωσσους της Πελοποννήσου ή της Βοιωτίας, το ίδιο δε συνέβαινε και ανάμεσα στους αλβανόγλωσσους των άλλων περιοχών». Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις, η συνεννόηση μεταξύ αρβανιτόφωνων ομιλητών από διαφορετικές κοινότητες, ακόμη και γεωγραφικά απομακρυσμένες μεταξύ τους, δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Όσο αφορά στην δυνατότητα κατανόησης των Αρβανιτών με τους Αλβανούς της Αλβανίας, οι εκτιμήσεις διαφέρουν. Σύμφωνα με τον Peter Trudgill η συνεννόηση είναι εύκολη, ενώ σύμφωνα με το Ethnologue η συνεννόηση με ομιλητές της τόσκικης διαλέκτου είναι εν μέρει δυνατή, ενώ με ομιλητές της γκέκικης διαλέκτου η συνεννόηση είναι πολύ δύσκολη. Η εκτίμηση αυτή φαίνεται να είναι και η ορθότερη. Σύμφωνα με το Ethnologue πάλι, τα αρβανίτικα ομιλούνται από 150.000 ομιλητές (εκτίμηση του 2005).
Η Βλάχικη γλώσσα είναι γλώσσα του ανατολικού κλάδου των Λατινογενών γλωσσών. Διαμορφώθηκε τους πρώτους αιώνες μετά την κατάκτηση των Βαλκανίων από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αποκαλείται πρωτίστως από τους ομιλούντες της Armãneashce/Armãneashti/Rãmãneshti (Αρωμανική) όρος που δημιουργήθηκε από την τάση για προσθήκη ενός προθετικού Α- (Romanus>Aromãn) . Στην Ελληνική γλώσσα έχει επικρατήσει η ονομασία Βλάχικη (Vlach, Vlãheshte), ενώ στην αγγλική Aromanian. Είναι μία από τις τέσσερις λατινογενείς γλώσσες της Βαλκανικής με πολλές λέξεις να προέρχονται από την Ελληνική. Το Ετυμολογικόν Λεξικό της Κουτσοβλάχικης Γλώσσης του Κ. Νικολαΐδη (1909) περιλαμβάνει 6.657 λέξεις εκ των οποίων οι 3.560 έχουν ελληνική προέλευση, 2.605 λατινική, 185 σλάβικη, 150 αλβανική και οι υπόλοιπες 157 άγνωστη. Μάλιστα σε πολλές από τις ελληνογενείς λέξεις η ετυμολογία ανάγεται στους πρωτοαρχαιοελληνικούς και ομηρικούς χρόνους. Αυτόχθονες βλαχόφωνες κοινότητες απαντώνται σήμερα στην Ελλάδα, την Αλβανία και την Π.Γ.Δ.Μ. Στη Σερβία και το Μαυροβούνιο, τη Ρουμανία καθώς και την Βουλγαρία διατηρούνται κοινότητες η ύπαρξη των οποίων χρονολογείται από τον 18ο αιώνα. Υπάρχουν ακόμα κοινότητες Βλάχων μεταναστών σε χώρες της δυτικής Ευρώπης, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και στην Αυστραλία. Στον ελλαδικό χώρο βλαχόφωνα χωριά και πόλεις βρίσκονται σήμερα κυρίως στις περιοχές της Φλώρινας, της Κοζάνης και της Ηπείρου. Ορισμένες περιοχές με βλαχόφωνους πληθυσμούς είναι: Μέτσοβο, Νάουσα,Σαμαρίνα, Ντένισκο, Νυμφαίο στη Φλώρινα, Λιβάδι Ελασσόνας στη Λάρισα, Κλεισούρα, Κάτω Βέρμιο (Σέλι) στη Βέροια, Σελενίτσα στην Αυλώνα της Β.Ηπείρου
Σε παλιότερες εποχές σημαντικοί βλαχόφωνοι πληθυσμοί υπήρχαν και σε άλλες περιοχές, όπως στη Θεσσαλία (π.χ. Τύρναβος). Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η Θεσσαλία ήταν γνωστή και ως Μεγάλη Βλαχία. Σε άλλες χώρες, αξιόλογο βλαχόφωνο πληθυσμό φιλοξενούν η Μοσχόπολη στην Αλβανία και το Μοναστήρι στην Π.Γ.Δ.Μ..
Οι Σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας στις μέρες μας (αρχές του 21ου αι.) είναι πληθυσμιακή ομάδα δίγλωσσων, όπως οι Αρβανίτες και οι Βλάχοι, όσοι απέμειναν εντός ελλαδικού χώρου μετά τις τρεις ελληνοβουλγαρικές αναταράξεις (1880-1912), το Πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ (1924) (περί εθελουσίας ανταλλαγής πληθυσμών) που υπογράφτηκε μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας στα πλαίσια της συνθήκης του Νεϊγύ (1919), την εισβολή των Βουλγάρων κυρίως στη Δυτική Μακεδονία κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ως συμμάχων του άξονα και συνακόλουθα μετά την ήττα το ΔΣΕ (1949) ακολουθώντας τις τύχες του στις ανατολικές χώρες. Υπολογίζονται σήμερα από 10.000 έως 30.000. Αυτού του είδους το εύρος μεταξύ ελαχίστου και μεγίστου πληθυσμού οφείλεται τόσο στην έλλειψη στατιστικών στοιχείων, στις επιμειξίες αλλά και στη μαζική σχεδόν αστυφιλία που παρατηρήθηκε κυρίως στις δεκαετίες του 1950 και 1960. την πραγματικότητα πρόκειται για προφορικό γλωσσικό ιδίωμα, χωρίς επιστημονικούς όρους, σύνθετες λέξεις, έλλειψη πτώσεων στα ουσιαστικά και στα επίθετα κάνοντας χρήση μόνο της ονομαστικής του ενικού και πληθυντικού αριθμού (λιβάντα τα-λιβάντι τε), γκαρντίνα τα (πρβ αγγλ. garden) με υποτυπώδεις κανόνες γραμματικής που ομιλούνταν μέσα σε ένα πολυεθνικό οθωμανικό περιβάλλον και ομιλείται μέχρι της μέρες μας άθικτο και αυθεντικό στα βόρεια σύνορα της ελληνικής Μακεδονίας, ενώ οι μεταναστεύσαντες και αυτοεξόριστοι στη Βουλγαρία υιοθέτησαν το Κυριλλικό αλφάβητο και εν γένει τη βουλγαρική γλώσσα και οι φυγάδες μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου (1946-49) διαφοροποίησαν εν μέρει το λεκτικό του σλαβικού ιδιώματος και το επέκτειναν με σερβοκροατικές λέξεις που διδάχθηκαν για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Τα επίθετα σχηματίζουν το θηλυκό με την κατάληξη-α και το ουδέτερο με την κατάληξη -ο, όπως πρέπεν, πρέπνα, πρέπνο= ωραίος. Ο μόνος αξιόλογος γραμματικός κανόνας που μπορεί να διατυπωθεί είναι τα ρήματα που έχουν ως κατάληξη το -αμ (ίμαμ βιντένο= έχω δει) που κλίνονται κατά την πρώτη και δεύτερη συζυγία των λατινικών, όπως (βέρβαμ= πιστεύω) βέρβας, βέρβα, βέρβαμε, βέρβατε, βέρβαν και σένταμ= κάθομαι (λατινικά sedeo=κάθομαι) σέντις, σέντι, σέντιμε, σέντιτε, σένταν. Ενώ οι παρελθοντικοί χρόνοι σχηματίζονται με την κατάληξη -εσε, όπως βίνταμ βιντέσε=έβλεπε και ο μέλλων με το μόριο κι (κι όντιμε= θα πάμε).
H Πομακική  είναι γλώσσα συγγενής της Βουλγαρικής. Γλωσσολογικά ανήκει στην οικογένεια των Νοτιοσλαβικών γλωσσών και ειδικότερα στην ομάδα των Βουλγαρο-σλαβικών. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για Πομακικές διαλέκτους, παρατηρείται όμως ότι στην περιοχή της Ανατολικής Θράκης έχει επηρεασθεί από την Τουρκική, ενώ αντίθετα στο δυτικό τμήμα της από τη Βουλγαρική, ενώ πάμπολλες είναι οι ελληνικές λέξεις. Oμιλείται στην περιοχή της οροσειράς της Ροδόπης και στην Τουρκία, στην περιοχή της Αδριανούπολης και τις υπόλοιπες δυτικές επαρχίες της Τουρκίας. Στην Ελλάδα η Πομακική γλώσσα θεωρείται γλωσσολογικά κοντινή στην Σέρβικη και τη Βουλγάρικη γλώσσα - θεωρείται διάλεκτος της Βουλγαρικής
Η Πομακική ομιλείται κυρίως στα βόρεια τμήματα των περιοχών της Ξάνθης και της Ροδόπης καθώς και στη νοτιοανατολική Βουλγαρία από Μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Στην περιοχή της Αδριανούπολης (στην Τουρκία) και στις δυτικές επαρχίες η Πομακική ομιλείται από Βούλγαρους μετανάστες που ήρθαν στην Τουρκία. Στα Ελληνικά σχολεία δεν διδάσκεται (πέρα από περιστασιακή προφορική χρήση στο νηπιαγωγείο και στις πρώτες τάξεις του δημοτικού), αφού οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί (Τούρκοι, Πομάκοι, Ρομά) διδάσκονται όλοι ανεξαιρέτως την Τουρκική γλώσσα παρά το ότι η συνθήκη της Λωζάνης εγγυάται για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς τη διδασκαλία της μητρικής τους γλώσσας. Ανεπίσημα στην Ελλάδα η Πομακική γλώσσα χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μέσα στο σπίτι και παράλληλα χρησιμοποιείται η Τουρκική και η Ελληνική γλώσσα. Σύμφωνα πάντα με τη Συνθήκη της Λωζάνης η Πομακική μπορεί να χρησιμοποιείται και στο δικαστήριο με υποχρεωτική παροχή διερμηνέα αν και υπάρχουν αναφορές αντ' αυτού να παράσχεται διερμηνέας της Τουρκικής. Παρόλα αυτά η Πομακική γλώσσα δεν φαίνεται να απειλείται άμεσα με εξαφάνιση.
Πηγη: http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7_%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1
http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%B7_%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1
http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF%CE%B9_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82
http://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου