Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Οι αρχαίες φυλές των Βαλκανίων : Ιλλυριοί, Δαρδανοι, Τριβαλλοι, Θράκες, Γέτες, Δάκες

Οι Ιλλυριοί είναι ομάδα φύλων του δυτικού τμήματος της χερσονήσου του Αίμου. Η ονομασία τους αυτή, με την οποία έγιναν γνωστοί στις αρχαιοελληνικές πηγές, φαίνεται ότι προήλθε αρχικά από ένα μικρό φύλο της Ιλλυρίδος (*), δηλ. της περιοχής της σημερινής κεντρικής Αλβανίας, με το οποίο ήλθαν σε επαφή για πρώτη φορά οι Έλληνες και στην συνέχεια η χρήση του διαδόθηκε και περιέλαβε όλα τα «ιλλυρικά» φύλα. Μια ένδειξη για την ύπαρξη αυτού του φύλου προέρχεται από το έργο του Πλίνιου του Πρεσβύτερου «Φυσική Ιστορία», που γράφτηκε στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. και στο οποίο αναφέρεται (ΙΙΙ. 144) η ύπαρξη ενός λαού στην περιοχή των εκβολών του ποταμού Δρίλωνος (σημερ. Drin) στην Αδριατική, που τον αποκαλεί «οι λεγόμενοι κυρίως Ιλλυριοί» (Illyrii proprie dicti). Οι πρόγονοι των Ιλλυριών υποστηρίζεται ότι προήλθαν από την συγχώνευση των Νεολιθικών κατοίκων της περιοχής με τους Αριοευρωπαίους εισβολείς, η οποία σημειώθηκε στην διάρκεια της Χαλκολιθικής Εποχής (4η χιλιετία π.Χ.), κυρίως στις περιοχές της κεντρικής και ανατολικής χερσονήσου του Αίμου. Στο δυτικό τμήμα θα διεισδύσουν αργότερα, με αποτέλεσμα η περιοχή να εμφανίζει καθυστέρηση και η Εποχή του Ορειχάλκου να αρχίσει μόλις το 2100/2000 π.Χ. Η φάση πάντως του σχηματισμού των λεγομένων Πρωτο-Ιλλυριών (Proto-Illyrians) καλύπτει ολόκληρη την Εποχή του Ορειχάλκου (Bronze Age, 2100/2000 – 1100 π.Χ.), ενώ στην διάρκεια των πρώτων αιώνων της Εποχής του Σιδήρου (1100 – 700 π.Χ.), έχουμε την διαμόρφωση των Πρώϊμων Ιλλυριών (First Illyrians). Από το 700 π.Χ. και μετά αναφερόμαστε πλέον στα ήδη σχηματισμένα φύλα των Ιλλυριών που αναφέρονται στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς (βλ. λεπτομέρειες στην Αρχαία Ιστορία του Πανεπιστημίου Καίημπριτζ–Cambridge Ancient History, C.A.H. Vol. III, part 1 σελ. 585). Θα πρέπει πάντως να τονίσουμε, ότι οι συστηματικές έρευνες των τελευταίων δεκαετιών, που συγκέντρωσαν έναν τεράστιο όγκο αρχαιολογικού και γλωσσολογικού υλικού, απέδειξαν ότι οι Ιλλυριοί δεν απετέλεσαν ποτέ μια ομοιογενή εθνική και φυλετική οντότητα (Illyrians, 1996 σελ. 38). Η ανομοιογένεια αυτή ερμηνεύεται όχι μόνον από την ανάμειξη των ιθαγενών Νεολιθικών πληθυσμών με τους Αριοευρωπαίους εισβολείς όπως προαναφέραμε, αλλά και από την είσοδο κεντροευρωπαϊκών λαών των λεγομένων «πολιτισμών των Τεφροδόχων» (Urnfield cultures**) στις κεντρικές και δυτικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου.Η είσοδος αυτών των λαών έγινε σε δύο κύματα: Το πρώτο σημειώθηκε γύρω στο 1200 π.Χ. και ταυτίζεται με την μεγάλη «Φρυγική μετανάστευση», ενώ το δεύτερο πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 12ου αιώνα και στην διάρκεια του 11ου αιώνα π.Χ. Αυτό το δεύτερο κύμα είχε αξιοσημείωτη επίδραση ειδικά στις δυτικές περιοχές, όχι μόνον στα υλικά στοιχεία των τοπικών πολιτισμών, αλλά κυρίως στο ότι προκάλεσε νέες μετακινήσεις λαών από τα ανατολικά παράλια της Αδριατικής προς την ιταλική χερσόνησο και ειδικότερα το νοτιοανατολικό της άκρο (αρχ.Ιαπυγία ή Καλαβρία, σημερινή Απουλία).Οι Ιλλυριοί έγιναν γνωστοί κυρίως από τις μόνιμες και επίφοβες επιδρομές τους εναντίον των Μακεδόνων, το βασίλειο των οποίων συχνά έφθασε στα όρια της εξαφάνισης και της υποδούλωσης στους Ιλλυριούς. Θα συντριβούν οριστικά από τον Φίλιππο Β΄ και τον Μ. Αλέξανδρο, αλλά στα χρόνια των Διαδόχων και των Ελληνιστικών κρατών, το φύλο των Δαρδάνων, θα ισχυροποιηθεί και θα αρχίσει και πάλι τις επιδρομές εναντίον της Μακεδονίας. Οι Ιλλυριοί θα υποκύψουν στις αλλεπάλληλες εκστρατείες των Ρωμαίων και μέχρι το 9 μ.Χ. θα ενταχθούν οριστικά στο ρωμαϊκό κράτος, όπου βαθμιαία θα αφομοιωθούν και θα χάσουν ακόμη και την γλώσσα τους, ενώ παράλληλα ένα τμήμα τους εξελληνίσθηκε και συγχωνεύθηκε με τα γειτονικά ελληνικά φύλα. Ο κύριος όγκος τους πάντως αφομοιώθηκε από τα κύματα των Σλάβων που θα εγκατασταθούν στα Βαλκάνια μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ. Αξίζει να σημειωθεί ότι από την γλώσσα των Ιλλυριών (η οποία δεν απέκτησε ποτέ γραπτή μορφή), ελάχιστα ίχνη έχουν απομείνει σήμερα, με αποτέλεσμα να είμαστε βέβαιοι μόνον για το γεγονός ότι η Ιλλυρική ανήκει σαφώς στις Αριοευρωπαϊκές (Ινδοευρωπαϊκές) γλώσσες. Οι Δάρδανοι είναι ονομασία δύο λαών με άγνωστη την ακριβή σχέση μεταξύ τους, εκ των οποίων ο ένας κατοικούσε στο κεντρικό τμήμα της χερσόνησο του Αίμου, ενώ ο άλλος εντοπίζεται στην βορειοδυτική Μ. Ασία, στην περιοχή της Τρωάδος. Στον Όμηρο ταυτίζονται με τους Τρώες, ενώ ο Στράβων (Ζ΄ V. 6, 7 και 12) τους αναφέρει ως Ιλλυριούς. Εάν παλαιότερα, στα τέλη ίσως της Χαλκοκρατίας, ένα τμήμα των Δαρδάνων της Βαλκανικής, πέρασε στο Β.Δ. άκρο της Μικράς Ασίας και έδωσε το όνομα σε μια περιοχή της Τρωάδος, όπως πιθανολογείται, μένει να αποδειχθεί. Σύμφωνα πάντως με νεώτερες απόψεις ερευνητών (βλ. John Wilkes: The Illyrians, “Blackwell” – Oxford, 1996 σελ. 144-145), υποστηρίζεται η αντίθετη διαδρομή, δηλ. ότι ένα τμήμα Δαρδάνων, συγγενικού λαού με τους Τρώες, μετανάστευσε από την Μ. Ασία και εγκαταστάθηκε στην Ιλλυρία, όπου θα εκφυλισθούν, ξεπέφτοντας σε ένα αξιοθρήνητο στάδιο βαρβαρότητας. Υπενθυμίζουμε πάντως ότι με το όνομα Δάρδανος, υπήρχε ελληνική πόλη, που ιδρύθηκε από Αιολείς αποίκους στην ακτή του Ελλησπόντου, μεταξύ της Αβύδου και του Ιλίου (Τροίας). Από την πόλη αυτή ονομάσθηκε ο Ελλήσποντος καιΔαρδανέλλια. Κατά τις απόψεις άλλων ερευνητών (βλ. Robert Graves: The Greek Myths, No 158), οιΔάρδανοι ή Δαρδάνιοι των ομηρικών επών, ήσαν ένα τυρρηνικής καταγωγής φύλο, που κατοικούσε στην περιοχή του όρους Ίδη της Τρωάδος. Επώνυμός τους ήρωας, ήταν ο Δάρδανος, ο οποίος κατά την παράδοση ήταν γιoς του Δία και της κόρης του Άτλαντος, Ηλέκτρας. Οι Δάρδανοι της Βαλκανικής, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσαν ένα ιλλυρικό φύλο εντοπισμένο στις κεντρικές περιοχές της σημερινής πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Φαίνεται ότι στην συνέχεια αναμίχθηκαν με θρακικά φύλα. Το φρυγικό στοιχείο αναμφισβήτητα συμμετείχε στην διαμόρφωση των φύλων που ήσαν εγκατεστημένα στις κεντρικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου. Κατά τον Στράβωνα (Ζ΄ V. 7): «…Οι Δαρδάνιοι είναι τελείως άγριος λαός· τόσο, ώστε σκάβουν σπηλιές μέσα στην κοπριά και κατοικούν μέσα σε αυτές, αλλά ασχολούνται με την μουσική· πάντοτε χρησιμοποιούν αυλούς και έγχορδα. Αυτοί βρίσκονται στα μεσόγεια…». Θα εμφανισθούν στο ιστορικό προσκήνιο ως εχθρικός λαός των αρχαίων Μακεδόνων εναντίον των οποίων πραγματοποιούσαν συχνές επιδρομές, στις βόρειες περιοχές του Μακεδονικού Βασιλείου. Ο βασιλιάς τους Βάρδυλις (πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ.), θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις υποθέσεις της Μακεδονίας, μέχρι την τελική του ήττα από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας το 358 π.Χ.
Οι Τριβαλλοί ήταν μια αρχαία φυλή, της οποίας η κυριαρχία εκτεινόταν στις πεδιάδες της σημερινής νότιας Σερβίας και της δυτικής Βουλγαρίας, στον ποταμό Οίσκο (σήμερα Iskar), με κέντρο μάλλον εκεί που συνορεύουν σήμερα η Σερβία και Βουλγαρία. Οι Τριβαλλοί ήταν θρακική φυλή, η οποία δέχτηκε επιρροές από τους Κέλτες, τους Σκύθες και τους Ιλλυρούς.Το 424 π.Χ. δέχτηκαν επίθεση από τον βασιλιά των Οδρυσών Σιτάλκη, ο οποίος ηττήθηκε και έχασε τη ζωή του στην συμπλοκή. Εξωθήθηκαν στα ανατολικά από την εισβολή της Ιλλυρικής φυλής των Αυταριέων. Η χρονολογία αυτού του γεγονότος δεν είναι σίγουρη. Το 376 π.Χ. μια μεγάλη ομάδα Τριβαλλών πέρασαν την οροσειρά του Αίμου και προχώρησαν μέχρι και τα Άβδηρα. Είχαν την υποστήριξη της Μαρώνειας και ήταν έτοιμοι να πολιορκήσουν την πόλη των Αβδήρων, όταν στην ακτή εμφανίστηκε ο Χαβρίας με τον Αθηναϊκό στόλο, και οργάνωσε μια συμφιλίωση. Το 339 π.Χ. όταν ο Φίλιππος Β΄ γυρνούσε από την εκστρατεία του εναντίον των Σκυθών, οι Τριβαλλοί αρνήθηκαν να του επιτρέψουν να διασχίσει τον Αίμο, εκτός αν παρέδιδε μέρος των λαφύρων. Στις αψιμαχίες που ακολούθησαν, ο Φίλιππος ηττήθηκε και τραυματίστηκε στον δεξιό του μηρό από δόρυ, αλλά αργότερα φαίνεται πως οι Τριβαλλοί υποτάχτηκαν από αυτόν. Μετά το θάνατο του Φιλίππου, ο Αλέξανδρος πέρασε μέσα από τα εδάφη των Οδρυσών μεταξύ του 335-334 π.Χ., διέσχισε τον Αίμο, και μετά από τρεις μάχες, (την Μάχη του Αίμου, τη Μάχη του ποταμού Λύγινου, και την Μάχη της νήσου Πεύκης) νίκησε και εξώθησε του Τριβαλλούς στην σύζευξή του ποταμού Λύγινου στον Δούναβη. Σκοτώθηκαν 3.000 Τριβαλλοί και οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή. Ο βασιλιάς τους Σύρμος (Ρωμαϊκη πόλη Σίρμιο) κατέφυγε στο νησάκι στο Δέλτα του Δούναβη Πεύκη, όπου εξορίστηκαν οι περισσότεροι από τους ηττημένους Θράκες. Οι επιτυχημένες επιθέσεις των Μακεδόνων τρομοκράτησαν τις φυλές γύρω από το Δούναβη. Οι αυτόνομες φυλές έστειλαν αντιπροσώπους για να διαπραγματευτούν ειρήνη, και ο Αλέξανδρος ικανοποιημένος από τις επιχειρήσεις, δέχτηκε λόγω της απασχόλησής του με τους πολέμους του στην Ασία. Τα θρακικά ονόματα επιβίωσαν του εκρωμαϊσμού της περιοχής.Οι Τριβαλλοί περιγράφονταν συχνά ως άγριοι και πολεμοχαρείς (Ισοκράτης), και στον Αριστοφάνη ένας Τριβαλλός παρουσιάζεται ως δείγμα απολίτιστου βάρβαρου.Ο όρος "Τριβαλλοί" εμφανίζεται συχνά σε Βυζαντινά και άλλα Ευρωπαϊκά έργα του Μεσαίωνα, αναφερόμενο σχεδόν αποκλειστικά στους Σέρβους.Οι Θράκες ήταν ένα τεράστιο Ινδοευρωπαικό (Παλαιοβαλκανικό) φύλο, που κατοικούσε μεγάλη έκταση στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Συνόρευαν με τους Σκύθες στο βορρά, τους Κέλτες και τους Ιλλυριούς στη δύση, τους Έλληνες στο νότο και τη Μαύρη Θάλασσα στην ανατολή. Μιλούσαν τη Θρακική γλώσσα - κλάδο της Ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας. Η μελέτη των Θρακών και του Θρακικού πολιτισμού είναι γνωστή ως Θρακολογία. Οι Θράκες αναφέρονται για πρώτη φορά στην Ιλιάδα του Ομήρου, ως σύμμαχοι τωνΤρώων κατά των Τρωικό Πόλεμο. Oι ονομασίες «Θράκες» και «Θράκη» είναι εξώνυμα καθώς δημιουργήθηκαν από τους Έλληνες. Στην Ελληνική μυθολογία ο Θραξ θεωρείτο ένας από τους περίφημους γιους του θεού Άρη. Στην Άλκηστι ο Ευριπίδης αναφέρει ότι ένα από τα ονόματα του ίδιου του Άρη ήταν Θραξ, καθώς θεωρείτο προστάτης της Θράκης. O Λέο Κλέιν ταυτοποιεί τους πρωτοθράκες με ένα πολιτισμό της Μέσης Εποχής του Ορείχαλκου (22ος έως 18ος αιώνας π.Χ.), που απωθήθηκε από την Ουκρανία από τον προελαύνοντα Ιλλυρικό (Διναρικο) πολιτισμό Σρούμπνα της Ύστερης Εποχής του Ορείχαλκου (18ος - 12ος αιώνες π.Χ.). Θεωρείται γενικά ότι ένας λαός πρωτοθρακών προήλθε από την ανάμειξη ιθαγενών λαών και Ινδοευρωπαίων από την εποχή της πρωτοϊνδοευρωπαϊκής επέκτασης την Πρώιμη Εποχή του Ορείχαλκου (1500 π.Χ.). Πρόκειται για πρωτοθράκες, από τους οποίους, κατά την Εποχή του Σιδήρου (περίπου 1000 π.Χ.), προέκυψαν οι Δάκες και οι Θράκες. Διαιρεμένοι σε ξεχωριστές φυλές οι Θράκες δεν κατάφεραν να συγκροτήσουν πολιτική οργάνωση με διάρκεια μέχρι που ιδρύθηκε το κράτος των Οδρυσών τον 5ο αιώνα π.Χ. Στις ορεινές περιοχές ζούσαν πολεμικές και άγριες Θρακικές φυλές, όπως και οι Ιλλυριοί, ενώ οι λαοί στις πεδιάδες θεωρούντο πιο ειρηνικοί. Οι Θράκες κατοίκησαν τμήματα των αρχαίων επαρχιών : Θράκη, Μοισία, Μακεδονία, Δακία, Μικρά Σκυθία, Σαρματία, Βιθυνία, Μυσία, Παννονία και άλλες περιοχές στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία. Οι Γέτες είναι ιστορικός λαός της Βαλκανικής Χερσονήσου.Ιδιαίτερη θεότητά τους ήταν ο Ζάμολξις. Αυτός ήταν μια προσωπικότητα βαθιά επηρεασμένη από τον Ορφισμό, αν και κάποιες ιστορικές μαρτυρίες τον θέλουν πολύ μεταγενέστερο του Πυθαγόρα και ο ίδιος έδρασε εντελώς έξω από τους χώρους που αναπτύχθηκε το Ορφικό κίνημα. Οι Γέτες πίστευαν ότι πεθαίνοντας πηγαίνουν κοντά στον Ζάλμοξη. Ανά πέντε έτη διάλεγαν έναν άνδρα για να τον στείλουν ως αγγελιοφόρο στο θεό. Τον έριχναν πάνω στις αιχμές τριών δοράτων. Αν δεν πέθαινε, τον θεωρούσαν άνθρωπο κακό και τον αντικαθιστούσαν με άλλο.Οι Γέτες μαζί με τους Δάκες αποτελούσαν τα βορειότερα θρακικά φύλα που ήταν εγκατεστημένα στις περιοχές πέραν του Ίστρου (ή Δούναβη). Οι Γέτες, αν και εθνικώς ανήκαν στους Θράκες συνόρευαν και κάποτε αναμειγνύονταν με τους Σκύθες, διέφεραν όμως ουσιαστικά και από τους μεν και από τους δε. Λόγω αυτής ακριβώς της γεωγραφικής τους τοποθετήσεως ήταν πιο αποκομμένοι από τους υπολοίπους Θράκες και έρχονταν σε πιο άμεση επαφή με τις βαρβαρικές φυλές που κατά καιρούς κατέρχονταν από την βόρεια Ευρώπη ή εισέρχονταν σε αυτήν από τις Ασιατικές στέπες. Το υδάτινο εμπόδιο του Δουνάβεως αφενός και τα σκιώδη αχανή δάση της χώρας μέσα στα οποία κατοικούσαν αφετέρου στάθηκαν η αιτία τού να μην είναι γνωστά πολλά για την ιστορική τους διαδρομή. Για τους Ρωμαίους, ο Ίστρος ήταν το υπερβόρειο όριο, από όπου άρχιζε η χώρα των Γετών. Οι Έλληνες γνώρισαν τους Γέτες εξαιτίας του γεγονότος ότι εκείνοι άλλαζαν ακαταπαύστως οικισμούς και περνούσαν από την μια στην άλλη όχθη του Ίστρου, αναμειγνυόμενοι με τους υπολοίπους Θράκες και τους Μοισούς, αλλά και λόγω του ότι κατοικούσαν στα ανατολικά της χώρας προς τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας.Ο Στράβων σημειώνει σχετικά: «Υπάρχει και μια άλλη παλαιότερη διαίρεση της χώρας, σύμφωνα με την οποία μερικοί ονομάζονται Δάκες και οι άλλοι Γέτες. Τους έλεγαν Γέτες ή Δάκες, και οι Έλληνες οι οποίοι τους θεωρούσαν συγγενείς των Θρακών- «τους πιο γενναίους και τους πιο δίκαιους μεταξύ των Θρακών», σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, - έλεγαν ότι ο θεός του πολέμου Άρης, γεννήθηκε στην χώρα τους.» Γνώριζαν όμως ότι μια τέτοια ιδέα μπορούσε να είναι μονάχα ένας θρύλος, γιατί άλλος θεός, πιο μεγάλος και μόνος , κυριαρχούσε στις τύχες αυτού του λαού. Και ο Πλάτων ισχυρίζετο ότι ο Ζάλμοξις έκανε αυτούς τους ανθρώπους αθανάτους. Οι Δάκες ήταν δυτικό και για την ακρίβεια, αρχικά βορειοδυτικό, θρακικό φύλο εγκατεστημένο βορείως του Δουνάβεως, που θα επεκταθεί στην συνέχεια ανατολικότερα. Ήσαν οι προς δυσμάς γείτονες των Γετών με τους οποίους, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς είχαν κοινή γλώσσα (Στρβ. Ζ΄ III. 12,13). Στα νότια της περιοχής των Δακών ζούσαν (κατά τον 5ο αιώνα π.Χ.) οιΜοισοί, ένα άλλο συγγενικό τους θρακικό φύλο.Στους Έλληνες έγιναν γνωστοί από τον 4ο π.Χ. αιώνα, όταν μέλη αυτού του φύλου εμφανίσθηκαν στην αθηναϊκή αγορά δούλων. Αργότερα ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις με τις ελληνικές αποικίες της Θράκης εισάγοντας κυρίως κρασί. Σύμφωνα όμως με μια άλλη άποψη οι πρώτες αναφορές στους Δάκες χρονολογούνται στο πρώτο μισό του 2ου αιώνα (200-150 π.Χ.). Από τα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. έρχονται σε συχνές συγκρούσεις και πολέμους με τους Ρωμαίους. Την περίοδο 60-50 π.Χ. θα συμπεριληφθούν στο μεγάλο βασίλειο που δημιούργησε ο βασιλεύς των Γετών (κατ’ άλλους των Δακών) Βοιρεβίστας, ο οποίος κατόρθωσε να συνενώσει σε ένα ενιαίο κράτος τους Γέτες, τους Δάκες και άλλα θρακικά φύλα. Από την εποχή εκείνη οι Δάκες αναφέρονται ως το κυρίαρχο φύλο της περιοχής σε αντίθεση με τους Γέτες που βαθμιαία υποχωρούν από το προσκήνιο.
Οι περισσότεροι υποστηρίζουν την άποψη ότι οι Δάκες και οι Μοισοί χρησιμοποιούσαν την λεγομένη Δακομοισική, την οποία θεωρούν ως μια σαφώς διακριτή διάλεκτο της Θρακικής. Άλλοι όμως ερευνητές υποστηρίζουν ότι η Δακομοισική ήταν συγγενής μεν της κυρίως Θρακικής, αλλά τελείως ξεχωριστή γλώσσα. Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί η ύπαρξη ενός δακικού φύλου, των Κάρπων, αναφερόμενο και ως Καρποδάκες, το οποίο απέφυγε την υποταγή στους Ρωμαίους, όπως και ορισμένα άλλα μικρά φύλα της περιοχής που είχαν αποσυρθεί στον στρατιωτικά απρόσιτο ορεινό όγκο των Καρπαθίων. Έχει υποστηριχθεί σχετικά πρόσφατα και προσκομίζονται ολοένα και περισσότερα στοιχεία από την έρευνα, τα οποία συγκλίνουν στην ταυτοποίηση αυτού του φύλου με τους σημερινούς Αλβανούς, θεωρούμενο ως προγονικό τους φύλο, απορρίπτοντας έτσι οριστικά την αμφιλεγόμενη και αμφισβητούμενη ούτως ή άλλως καταγωγή των σημερινών Αλβανών από τους Ιλλυριούς. Οι Κάρποι ή ένα μεγάλο τμήμα τους, φαίνεται ότι μετανάστευσαν γύρω στον 5ο αιώνα μ.Χ. μαζί με στοιχεία και άλλων δακικών φύλων και εγκαταστάθηκαν αρχικά στην ευρύτερη περιοχή των Σκοπίων, απ' όπου άρχισαν να μετακινούνται τον 10ο αιώνα μ.Χ. στο βόρειο τμήμα της σημερινής Αλβανίας (Σκόδρα). Εκεί απορρόφησαν τους ολιγάριθμους πληθυσμούς εκρωμαϊσμένων Ιλλυριών και από την συγχώνευση αυτήν προέκυψαν οι σημερινοί Γκέγκηδες (βόρειοι Αλβανοί), ενώ η εθνογένεση των Τόσκηδων (νότιοι Αλβανοί) ακολούθησε διαφορετική εξέλιξη, λόγω των Ελλήνων της περιοχής.
Πηγή:http://ethnologic.blogspot.gr/2009/11/blog-post_07.html
http://ethnologic.blogspot.gr/2009/11/blog-post_04.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%AF
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B5%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%AD%CF%84%CE%B5%CF%82
http://ethnologic.blogspot.gr/2010/02/200.html

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Gli fine anni di Esarcato di Ravenna all' Italia bizantina

Nel 726 l'Imperatore Leone III proibì il culto delle immagini sacre, ma questo provvedimento trovò una dura opposizione in Italia e, già in fermento per l'aumento delle tasse, gli eserciti della Venezia marittima, della Pentapoli e dell'Esarcato si ribellarono ed elessero loro capi. Inoltre questi erano sul punto anche di nominare un antimperatore, mapapa Gregorio II, messosi a capo degli insorti, riuscì in parte a frenarli, poiché contava ancora sull'Impero d'Oriente per difendersi dai longobardi. Non riuscì ad evitare però che l'esarca Paolo venisse assassinato dai rivoltosi. Una flotta fu inviata dalla Sicilia per vendicare Paolo, ma venne distrutta dalle milizie ravennati. Nel 728 diventò esarca Eutichio. Il nuovo esarca giunse quindi a Napoli, da dove ordì un attentato (poi fallito) alla vita del papa, Gregorio II. Successivamente, si volse verso i Longobardi: riuscì, infatti, a corrompere re Liutprando, dal quale strappò la promessa di un appoggio contro Gregorio II, in cambio del sostegno militare bizantino nella sottomissione dei ducati di Spoleto e di Benevento all' autorità del re. Mentre Eutichio veniva a capo delle rivolte che destabilizzavano l'esarcato, tuttavia, il papa riuscì ad incontrare Liutprando e a portarlo nuovamente dalla propria parte. Nel 730 l' Iconoclastia divenne dottrina religiosa e gli adoratori delle immagini cominciarono pertanto ad essere perseguitati. Il nuovo pontefice, Gregorio III, condannò la dottrina, con la conseguenza che Leone confiscò alla Chiesa molte proprietà in Calabria e Sicilia. In ogni modo, l'esarca, conscio della propria fragilità e visti tutti i tentativi di arrestare o uccidere il Papa fallire a causa dell'opposizione delle truppe di stanza nell'Urbe, decise prudentemente di stabilire buone relazioni con il Papa, facendogli dei doni ed evitando di applicare i decreti iconoclasti. Intanto, approfittando delle dispute religiose tra Impero e Chiesa, la pressione dei Longobardi sui territori dell'esarcato aumentò notevolmente. Nel 732 (o forse nel 739) la stessa Ravenna venne conquistata per la prima volta da Ildeprando, nipote di Liutprando, e da Peredeo, duca di Vicenza. L'esarca Eutichio riparò nella laguna veneta e, aiutato dalla flotta del veneziano duca Orso, riuscì a rientrare a Ravenna. Ildeprando venne catturato e Peredeo ucciso. Incoraggiato dal successo, il duca bizantino di Perugia tentò di riconquistare Bologna, ma l'attacco fallì. Nel 739 il nuovo pontefice, Gregorio III, appoggiò i duchi di Spoleto e Benevento contro Liutprando, spingendo quest'ultimo ad invadere il centro Italia: l'esarcato e il ducato di Roma ne furono devastati, e Liutprando occupò il corridoio umbro, restituito solo tre anni dopo. Nel 743, mentre a Roma saliva al soglio pontificio papa Zaccaria, re Liutprando progettava di riconquistare Ravenna, e attaccò l'esarcato impossessandosi di Cesena. L'esarca Eutichio, sentendosi direttamente minacciato, chiese aiuto al Papa, il quale si recò di persona a Pavia per convincere il sovrano a restituire all'esarca i territori conquistati, riuscendo nel suo intento.Liutprando morì nel 744: gli succedettero prima Ildeprando e poi Rachis. Quest'ultimo sospese le campagne di conquista dei suoi predecessori e firmò una pace con l'esarcato. Nel 749, tuttavia, invase la Pentapoli e assediò Perugia. Convinto a ritirarsi dal Papa, al suo ritorno a Pavia venne deposto dalla fazione longobarda contraria alla pace con Bisanzio, che elesse re Astolfo. Questi, riorganizzato e rafforzato l'esercito, passò immediatamente all'offensiva contro i territori italiani ancora soggetti (anche se più di nome che di fatto) all'Impero bizantino. Nel 750 invase da nord l'Esarcato occupando Comacchio e Ferrara; nell'estate del 751 riuscì a conquistare l'Istria e poi la stessa Ravenna, capitale e simbolo del potere bizantino in Italia. Si insediò nel palazzo dell'esarca, che venne parificato al palazzo regio di Pavia come centro del regno longobardo. Il 4 luglio di quell'anno Astolfo promulgò il suo primo documento dal palazzo dell'esarca, intitolandosi «re dei Langobardi cui Dio affidò il popolo dei Romani, traditium nobis a Domino populum Romanorum».L'Imperatore Costantino V tentò di recuperare l'esarcato con la forza della diplomazia inviando ambasciatori presso Astolfo nel tentativo di spingerlo a restituire i territori conquistati all'Impero. Ma l'ambizioso re longobardo non era disposto a rinunciare alle sue conquiste e ambiva a conquistare anche Roma, minacciando apertamente il Papa Stefano II, da cui pretendeva che il Ducato romano pagasse un tributo quantificato in tanti soldi d'oro quanti erano gli abitanti del ducato. Quando nel 753 il re longobardo occupò la fortezza di Ceccano, in territorio romano, il Pontefice, visto il fallimento di ogni negoziazione e constatato che l'Impero d'Oriente non poteva fornirgli concreti aiuti militari, decise di rivolgersi ai Franchi, all'epoca governati da Pipino il Breve(Maggiordomo di Palazzo, ovvero primo dei nobili di Francia). Nel gennaio del 754 il Papa si recò in Francia, incontrandosi con Pipino a Ponthion. Questi accettò la richiesta di aiuto del pontefice e s'impegnò a convincere la nobiltà franca. Ottenuto l'assenso alla spedizione da parte dei nobili franchi nel corso di una dieta a Quierzy (Carisium in latino) il 14 aprile del 754 (giorno di Pasqua), nell'agosto dello stesso anno Pipino discese una prima volta in Italia, sconfiggendo Astolfo nei pressi di Susa e costringendolo a cedere alcuni territori. Astolfo, tuttavia, non recedette dai suoi piani bellicosi e nel 756 invase di nuovo il ducato romano, espugnando Narni e assediando Roma: Papa Stefano II sollecitò di nuovo l'aiuto di Pipino, che discese in Italia nello stesso anno, sconfisse di nuovo i Longobardi e costrinse Astolfo a cedere Esarcato e Pentapoli al Papa invece che all'Impero (Promissio Carisiaca). I Bizantini ovviamente protestarono e, tramite due messi inviati presso il re franco, lo pregarono di restituire l'Esarcato al legittimo padrone, ovvero l'Impero d'Oriente; ma Pipino rispose negativamente, congedando i due ambasciatori. Nacque così uno Stato della Chiesa indipendente da Bisanzio e protetto dai Franchi. Tra il 773 e il 774 il successore di Pipino sul trono di Francia, Carlo Magno, scese in Italia e conquistò la capitale del regno longobardo, Pavia. Carlo si fece chiamare da allora "Re dei Franchi e dei Longobardi per Grazia di Dio" (Gratia Dei rex Francorum et Langobardorum), realizzando un'unione personale dei due regni. Il sovrano mantenne le Leges Langobardorum ma riorganizzò il regno sul modello franco, con conti al posto dei duchi. Per quanto riguarda l'Italia meridionale, la Puglia, la Lucania e la Calabria restarono ancorate in mano imperiale per ancora tre secoli; altri territori, come Napoli e Gaeta, si sganciarono, a poco a poco, dalla dominazione di Costantinopoli mentre la Sicilia fu conquistata dagli Arabi. Nell' 876 i Bizantini, sconfitti definitivamente i Saraceni, ristabilirono il proprio dominio su Bari. Costituito come Thema di Longobardia, questo territorio fu governato per mezzo di un funzionario a cui venne attribuito inizialmente il titolo di strategos o patrizio, dal 970-976 lo strategos fu posto alle dipendenze di un Catapano (o Catepano, traducibile come "sovrintendente", dal termine greco katapános è derivato poi quello di "capitano") a cui rispondevano anche gli strateghi di Calabria e di Lucania: l'insieme dei territori controllati da questo funzionario divenne dunque noto come Catepanato d'Italia.
Πηγή:https://it.m.wikipedia.org/wiki/Esarcato_d%27Italia

Феодо́ро христианское княжество греков в Крыма

Феодо́ро (греч. Θεοδόρο) или Го́тия (греч. Γοτθία) — небольшое средневековое христианское княжество на юго-западе Крыма со столицей в городе Мангупе, существовавшее в XII—XV веках. Население княжества состояло в основном из крымских готов, греков и алан, исповедовавших православие. Постепенно усиливался тюркско-татарский компонент. После захвата княжества Османской империей большая часть его населения (особенно греческого) подверглась разной степени исламизации и тюркизации.Занимало западную часть горного Крыма и полосу южного берега от Ямболи (Балаклавы) до Алустона (Алушты). В административно-военном плане территория княжества делилась на «турмы» (μέρους), которых было не менее 11. Столицу княжества город Мангуп в ту эпоху также часто называли Феодоро. В XIV веке южный берег, который правители Феодоро именовали Параталассия (греч. Παραθαλασσια — дословно «приморье») был завоёван генуэзцами. Во время генуэзского владычества бывшие земли феодоритов на южном берегу именовались «Капитанство Готия».Правящий дом Феодоро именовал себя αυθέντου πόλεως Θεοδώρους και παραθαλασσίας (владетели (ауфент) города Феодоро и Поморья). Происхождение до сих пор невыяснено и оспаривается: от боковой ветви Комнинов и Палеологов или от армянского рода Гаврасов. Мария Палеологиня, княжна Мангупская была третьей женой Стефана III Великого, её тётя Мария Готская была в браке с трапезундским наследником престолаДавидом Великим Комнином. В конце XIV века купеческая семья Ховриных из Феодоро переселилась в Москву. Их вероятный родоначальник Кузьма Коверя был в числе гостей-сурожан у Великого князя Дмитрия Донского. Ховрины — были наследственными казначеями Московского княжества, ими был основанСимонов монастырь. Спустя более полутора столетий после выхода на Русь их родословие со ссылкой на некоего князя Стефана, который пришёл к Дмитрию Донскому, было составлено одним из Ховриных и внесено в «Государев Родословец». В XVI веке они разделились на роды Головиных и Третьяковых. Княжество образовалось из той части бывших византийских владений в Крыму (фемы Климаты), которая не перешла под власть Генуи. Правители Феодоро именовались «аутент» (αυθέντης). Отношения Феодоро с золотоордынскими правителями Крымского Юрта были мирными, в то время как с генуэзцами княжество вело частые войны, особенно после строительства феодоритами торгового порта Авлита, составившего серьёзную конкуренцию Каффе и нанёсшего удар по экономике генуэзских колоний в Крыму. В 1475 году после пятимесячной осады Мангупа Феодоро (как и генуэзские владения) были завоёваны османскими войсками под командованием Гедик Ахмед-паши. Всё население Мангупа — 15 тысяч человек — было либо убито, либо уведено в Константинополь. При этом во время осады Мангупа феодоритами, в составе которых был военный отряд из трёхсот воинов, присланных молдавским господарем Стефаном III Великим, был перебит весь янычарский корпус, существовавший в тот период в Османской империи. Впоследствии в 1482 году султан Баязид II, недовольный действиями Гедик Ахмед-паши во время подавления восстания Джема, приказал казнить его в Эдирне. После завоевания из бывших земель княжества был образован Мангупский кадылык, который входил в состав эялета (провинции) Кефе с центром в Кафе (Феодосии). Земли домена султана, на которых проживало христианское население, находились вне юрисдикции крымских ханов. Татарам даже было запрещено на них селиться. Считается, что языком местных христиан был германский диалект, источником является письмо австрийского дипломата Ожье Гислена де Бусбека, датированное 1562 годом, и опубликованное впервые в 1589 году. Письмо содержит список из 96 слов и фраз, а также песню на готском языке, которую дипломат услышал от крымчан, которые находились в Константинополе.
Πηγή:https://ru.m.wikipedia.org/wiki/%D0%A4%D0%B5%D0%BE%D0%B4%D0%BE%D1%80%D0%BE

The legendary byzantine kingdoms of Christian Nubia in Nile valley, Africa

Nobatia or Nobadia (Greek: Νοβαδἰα, Nobadia; Old Nubian: Ⲛⲟⲩⲃⲁⲇⲓⲁ, Noubadia) was an ancient African Christian kingdom in Lower Nubia and subsequently a region of the larger Nubian Kingdom of Makuria. Its name is often given as al-Maris in Arabic histories. Nobatia was likely founded by the Nobatae, who had been invited into the region from the Egyptian desert by the Roman Emperor Diocletian to help defeat the Blemmyes in AD 297. Early Nobatia is quite likely the same civilization that is known to archeologists as the Ballana culture. Eventually the Nobatae were successful, and an inscription by Silko, "Basiliskos" of the Nobatae, claims to have driven the Blemmyes into the eastern deserts. Around this time the Nobatian capital was established at Pakhoras (modernFaras); soon after, Nobatia converted to non-Chalcedonian Christianity. By 701, Nobatia had been annexed to its southern neighbor, Makuria. The circumstances of this merger are unknown. It most likely occurred before the Muslim invasion in 652, since the Arab histories speak of only one Christian state in Nubia and reached at least as far as Old Dongola. Nobatia seems to have maintained some autonomy in the new state. It was ruled by an eparch of Nobatia who was also titled the Domestikos of Pakhoras. These were originally appointed but seem to be dynastic in the later period. Some of their records have been found at Fort Ibrim, presenting a figure with a great deal of power. However, some Arab writers refer to the merged state as the "Kingdom of Makuria and Nobatia," which might imply a dual monarchy for at least some periods. Nobatia was the closest part of Nubia to Egypt and was the most subject to the pressures of Arabization and Islamization. Over time the people of Nobatia gradually converted and married into Arab clans such as the Banu Kanz, although some remained independent in the Christian kingdom of Dotawo until its conquest by Sennar in 1504.Alodia or Alwa was the southernmost of the three kingdoms of Christian Nubia; the other two were Nobatia and Makuria to the north. Much about this kingdom is still unknown, despite its thousand-year existence and considerable power and geographic size. Due to fewer excavations far less is known about Alodia than its northern counterparts. Most of what is known about Christian Nubia comes from either contemporary Egyptian sources and the intensive archaeological work done in Lower Nubia prior to the flooding of many sites by the Aswan High Dam. Neither of these sources shed much light on what went on in the Upper Nubia during this period. Alodia's location in modern Sudan rather than Egypt has also hampered excavations as the greater instability of that country has long hampered work. Several literary works in Ethiopian Orthodox liturgy however point to Ethiopian control and tribute both during ancient Axumite times and during the latter Solomonic restoration. The campaigns of the twin Emperors Ezana and Sezana and their younger sibling Hadefan appear from their chronicles a retaliation for withheld tribute and continued rebellion. The inhabitants of the regions had been helping the Bejan raiders that Axum perennially fought against. Axumite records list in meticulous detail the army units dispatched, the measures taken and the numbers killed and prisoners seized in the area. The origins of the kingdom are little known. The first reference to the Alodia might be a Meroitic stela from the reign of Nastasen, that mention a region known as Alut that might be a reference to Alodia. The first concrete reference is made Pliny the Elder who includes Alwa on his list of towns in Nubia. How Alodia is related to the ancient kingdom of Meroe is one of the most important questions. Alodia was centered on what was the heart of the Meroitic empire. By the time of Ezana of Axum it seems that Alwa was controlled by the Noba rather than the Kushites. Alodia was converted to Christianity in the 6th century by missionaries sent by Byzantine Emperor Justinian and his wife Theodora. Monophysite Christianity flourished in Alodia, more so than other Christian sects. Alodia was centered south of the great bend in theNile river and south into the Gezira with its capital at Soba. P.L. Shennie mentions that the name of a king David, who died in 1015, was learned from a recently recovered tombstone. At some points in time it seems as though Alodia and Makuria merged into one state, perhaps as a result of the close dynastic links between the two. If the two states did merge at certain times, Alodia regained its independence. Ibn Hawqal is the most important external source on the country, being one of the only detailed first hand accounts of a traveller to the country. He describes Alodia as being larger, wealthier, and more powerful than Makuria, with the country covering a large region stretching from Ethiopia to the Kordofan. Alodia was the farthest of the Nubian states from the influences of Egypt and thus the last of the Nubian states to be converted to Islam. The conventional date for the final destruction of Alodia is the Funj conquest of the region in the early sixteenth century. Archaeological evidence seems to show that the kingdom was in decline as early as the thirteenth century. Near the end of this century al-Harrani reports that the capital had been moved to Wayula. Later Mamluk emissaries reported that the region was divided among nine rulers. Alodia seems to have preserved its identity after the Funj conquest and its incorporation into the Kingdom of Sennar. The Alodians, who became known as the Abdallab, revolted under Ajib the Great and formed the semi-autonomous Kingdom of Dongola that persisted for several centuries. It may for a time have been a tributary kingdom to Axum. According to Axumite and later Ethiopian Imperial chronicles the two powers frequently clashed in the region of their borders. It would be odd that neither would record an independent polity or would not go to war with it before proceeding northward, in the case of Axum. It is a much stronger possibility that Alodia refers to a northernmost Kingdom within the Axumite Empire (or a southernmost Kingdom within the Egyptian). The former is more likely since there is ample evidence of its occurrence such as the Kingdoms of Gondar, Begemeder, Wello, Kaffa within the larger Ethiopian Empire while Egypt is more known as one whole nation, not a federated state.The Kingdom of Makuria (Old Nubian: Ⲙⲁⲕⲟⲩⲣⲓⲁ, Makouria) was a kingdom located in what is today Northern Sudan and Southern Egypt. Makuria originally covered the area along the Nile River from the Third Cataract to somewhere between the Fifth and Sixth Cataracts. It also had control over the trade routes, mines, and oases to the east and west. Its capital was Dongola (Arabic: Dunqulah), and the kingdom is sometimes known by the name of its capital. By the end of the 6th century it had converted to Christianity, but in the 7th century Egypt was conquered by the Islamic armies, and Nubia was cut off from the rest of Christendom. In 651 an Arab army invaded, but it was repulsed and a treaty known as the baqt was signed creating a relative peace between the two sides that lasted until the 13th century. Makuria expanded, annexing its northern neighbour Nobatia either at the time of the Arab invasion or during the reign of King Merkurios. The period from roughly 750 to 1150 saw the kingdom stable and prosperous, in what has been called the "Golden Age". Increased aggression from Egypt, and internal discord led to the state's collapse in the 14th century.Makuria seems to have been stable and prosperous during the 8th and 9th centuries. During this period Egypt was weakened by frequent civil wars, and there was thus little threat of invasion from the north. Instead it was the Nubians who intervened in the affairs of their neighbour. Much of Upper Egypt was still Christian, and it looked to the Nubian kingdoms for protection. One report has a Nubian army sacking Cairo in the 8th century to defend the Christians, but this is probably apocryphal. Not a great deal is known about Makuria during this period. One important story is that of Zacharias III sending his son Georgios to Baghdad to negotiate a reduction of the bakt. Georgios as king also plays a prominent role in the story of Arab adventurer al-Umari. The best evidence from this time is archaeological. Excavations show that this era was one of stability and seeming prosperity. Nubian pottery, painting, and architecture all reached their heights during this era. It also seems to have been a long period of stability in the Nile floods, without the famine caused by small floods or the destruction caused by large ones. Egypt and Makuria developed close and peaceful relations when Egypt was ruled by the Fatimids. The Shi'ite Fatimids had few allies in the Muslim world, and they turned to the southern Christians as allies Fatimid power also depended upon the slaves provided by Makuria, who were used to man the Fatimid army. Trade between the two states flourished: Egypt sent wheat, wine, and linen south while Makuria exported ivory, cattle, ostrich feathers, and slaves. Relations with Egypt soured when the Ayyubids came to power in 1171. Early in the Ayyubid period the Nubians invaded Egypt, perhaps in support of their Fatimid allies.The Ayyubids repulsed their invasion and in response Salah ad-Din dispatched his brother Turan Shah to invade Nubia. He defeated the Nubians, and for several years occupied Qasr Ibrim before retreating north. The Ayyubids dispatched an emissary to Makuria to see if it was worth conquering, but he reported that the land was too poor. The Ayyubids seem to have thus largely ignored their southern neighbour for the next century. There were a number of different languages in use in Makuria. In early centuries, when Byzantine influence was still strong, Greek was the primary written language and perhaps also the language used by the royal court. Greek continued to be used in later centuries for ceremonial purposes, such as on many gravestones, but these later inscriptions are marked by frequent spelling and grammar errors implying reduced knowledge of the language. Eventually Old Nubian, which was the language used by most of the population, became the main written language; Old Nubian translations of the bible and many other religious documents were used widely. One Arab traveler to the region stated that Nobatia and Makuria spoke different languages; almost all our documents are from what was Nobatia and this language seems ancestral to the modern Nobiin language still spoken in the region. Adams notes that the ancient border between Makuria and Nobatia today is close to the border between the Nobiin and Dongolawi languages. Another important language in Makuria was Coptic. Links with Egyptian Christians were strong and Makuria seems to have made wide use of Coptic religious literature. Makuria also saw regular influxes of Coptic-speaking Christian refugees from Egypt. In the later years of the kingdom's existence, Arabic became an increasingly important tongue. Arab traders were important throughout the area and Arabic seems to have become the language of commerce. As these traders settled, each major community gained an Arab quarter.
Πηγή:https://en.m.wikipedia.org/wiki/Nobatia
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Alodia
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Kingdom_of_Makuria

Αρχαίοι Έλληνες θαλασσοπόροι : Τιμοσθένης ο Ρόδιος και Ίππαλος ο Κυβερνήτης

Ο Τιμοσθένης (3ος αιώνας π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας, καταγόμενος από την Ρόδο, συγγραφέας και ναύαρχος του στόλου του Πτολεμαίου Β΄ του Φιλαδέλφου στους εναντίον του Αντιγόνου Β΄ πολέμους του (266 ως 245 π.Χ.), καθώς επίσης θαλασσοπόρος, γεωγράφος και σπουδαίος χαρτογράφος. Ήταν ο δημιουργός του δωδεκάβαθμου ανεμολογίου. Ο Τιμοσθένης, περιγράφοντας με μεγαλύτερη ακρίβεια χώρες που ήταν πλέον γνωστές, προσδιόριζε τη θέση λιμένων και σταθμών της Μεσογείου. Αναφέρονται ως έργα του τα ναυτικά συγγράμματα «Περίπλους», «Περί λιμένων», «Περί νήσων» και οι«Σταδιασμοί», εκπονώντας ένα μεγάλο αριθμό ναυτικών χαρτών. Επίσης, το σύγγραμμα «Εξηγητικόν», που πραγματευόταν την ερμηνεία των ιερών νόμων. Αναφέρεται ακόμα ότι μελοποίησε τον «Πυθικόν νόμον» σε μουσικό διαγωνισμό στους Δελφούς με αυλό και κιθάρα, συμμετέχοντας στην αναμνηστική εορτή της νίκης του Απόλλωνα.Ο Τιμοσθένης κατά τις θαλασσοπορείες του παρακολουθώντας τους διάφορους ανέμους πρόσθεσε δύο ακόμα ανέμους στο μέχρι τότε δεκάβαθμο ανεμολόγιο που είχε εισαγάγει ο Αριστοτέλης και συγκεκριμένα τους Ν-ΝΑ. και Ν-ΝΔ ανέμους. Γενικά στον αρχαίο κόσμο ο Τιμοσθένης αποτελούσε αυθεντία σε θέματα ανέμων και της κυκλικής κίνησης αυτών. Όσον αφορά στους ναυτικούς χάρτες που εκπονούσε έθετε ως κέντρο αυτών την πατρίδα του, τη νήσο Ρόδο, απ΄ όπου και προσδιορίζονταν οι γεωγραφικές συντεταγμένες, δηλαδή τα ανατολικά και δυτικά μήκη, καθώς και τα βόρεια και νότια πλάτη. Αυτό ακολούθησαν στη συνέχεια και οι διάδοχοί του. Τον Τιμοσθένη αναφέρουν σε σχόλιά τους οι Ερατοσθένης, Στράβων, Ίππαρχοςκαι Μαρκιανός. Τον αναφέρει επίσης και ο Αγαθήμερος. Ο δε Στράβων σημειώνει "Τιμοσθένης το Τυρρηνικόν πέλαγος περιέπλευσεν", συμπληρώνοντας ότι το έργο του Τιμοσθένη χρησιμοποιούσε συχνά ως πηγή πληροφόρησης. Εκ της αναφοράς αυτής πιθανολογείται ότι το δεκάτομο έργο "Περίπλους", ή "Περί λιμένων", που θεωρείται ότι πρέπει να ήταν το ίδιο θα πρέπει ν΄ αναφερόταν σ΄ αυτό το πέλαγος. Από τα έργα του Τιμοσθένη μόνο αποσπάσματα έχουν διασωθεί σε έργα άλλων και κυρίως των σχολιαστών του. Σύμφωνα δε μ΄ αυτούς ο Τιμοσθένης είχε μελετήσει τους μεγάλους φιλοσόφους και γεωγράφους Αριστοτέλη, Δικαίαρχο, Εύδοξο, Έφορο και Κλέωνα.
Ο Ίππαλος επονομαζόμενος και «Κυβερνήτης» ήταν αρχαίος Έλληνας θαλασσοπόρος, γεωγράφος, χαρτογράφος και μετεωρολόγος του 1ου π.Χ. αιώνα. Τον αναφέρουν οι Στράβων, Κλαύδιος Πτολεμαίος και Πλίνιος. Επιγραφές του 78 π.Χ. που αναφέρουν τον Καλλίμαχο επιστράτηγο της Θηβαΐδας με τον ίδιο τίτλο και επί της Ερυθράς καθορίζουν και τους χρόνους που έδρασε ο Ίππαλος ως πολύ σημαντική προσωπικότητα στην εποχή του. Φαίνεται ότι είχε αναλάβει πολλά ταξίδια μεταξύ Αιγύπτου, Ερυθράς, Αραβίας και Ινδιών με πολύ ενδιαφέρουσες χαρτογραφήσεις, γεωγραφικές και μετεωρολογικές παρατηρήσεις ιδιαίτερα στον Ινδικό ωκεανό. Είναι ο πρώτος που παρατήρησε και ανακάλυψε τη διεύθυνση των περιοδικών ανέμων του Ινδικού ωκεανού (των Μουσώνων) που πνέουν το μισό χρόνο με κατεύθυνση από ΝΔ. προς ΒΑ. και κατά το έτερο ήμισυ από ΒΑ. προς ΝΔ. Εξ αυτού του γεγονότος οι άνεμοι αυτοί και πρωτονομάσθηκαν «Ιππάλιοι άνεμοι». Επίσης σ΄ αυτόν οφείλεται το άνοιγμα (ξεκίνημα) νέας θαλάσσιας εμπορικής οδού Αιγύπτου-Ινδιών, από τις ακτές της Αραβίας απ΄ ευθείας Ινδία διότι είναι ο πρώτος που τόλμησε να πλεύσει ανοικτά τον ωκεανό στηριζόμενος στις παρατηρήσεις του, αντί να ακολουθήσει τη μέχρι τότε ακολουθούμενη Ακτοπλοΐα. Έτσι τα πλοία άρχισαν να ακολουθούν τη δική του και πρώτη ωκεανοπλοΐα ακολουθώντας τους Μουσώνες πλέοντα ταχύτερα και ασφαλέστερα. Ο Πτολεμαίος αναφέρει ένα μεγάλο πέλαγος του Ινδικού ωκεανού ως Ιππάλιο πέλαγος. Ο Ίππαλος επίσης χαρτογράφησε με σχετική ακρίβεια τις ακτές και τις θέσεις όλων των εμπορικών λιμένων της Ερυθράς, της εποχής του, και αναφέρεται ονομαστικά στον Περίπλου της Ερυθράς Θαλάσσης ως ο πρώτος που ανακάλυψε την διαδρομή από την Ερυθρά θάλασσα προς την Ινδική χερσόνησο μέσω του Ινδικού ωκεανού
Πηγή:https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%BF_%CE%A1%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%8A%CF%80%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82