Οι Έλληνες ήταν γνωστοί με πολλά διαφορετικά ονόματα στην ιστορία. Οι πολεμιστές που έπεσαν στις Θερμοπύλες έπεσαν ως Έλληνες, ενώ αιώνες αργότερα οι χριστιανοί αποκαλούσαν οποιοδήποτε ειδωλολάτρη Έλληνα. Την βυζαντινή εποχή αποκαλούσαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους ως Ρωμαίους, και πάντα οι γείτονές τους στη Δύση θα τους έλεγαν Γραικούς, ενώ στην Ανατολή Αλ Ρουμ (Ρωμαίοι) αλλά και Γιουναν(Ίωνες). Η αρχή κάθε ιστορικής εποχής συνοδευόταν από νέο όνομα, είτε απολύτως καινούριο, είτε παλαιό και ξεχασμένο, όνομα από την παράδοση. Κάθε ένα από αυτά ήταν σημαντικό στην εποχή του και όλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν με αλλαγές, και πιθανότατα γι' αυτό οι Έλληνες είναι πολυώνυμος λαός.
1) Το όνομα Πελασγοί χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, οι οποίοι αναφέρονταν στους πληθυσμούς αυτούς που θεωρούσαν προγόνους των Ελλήνων. Κάποιοι μεταγενέστεροι, το χρησιμοποιούν για να περιγράψουν αμιγώς ελληνικούς πληθυσμούς. Σύγχρονοι ιστορικοί, αρχαιολόγοι και γλωσσολόγοι έχουν προσπαθήσει να συνδέσουν τους "Πελασγούς", έναν όρο με μάλλον ασαφές περιεχόμενο, με διάφορους υλικούς πολιτισμούς, γλωσσολογικές ομάδες κ.λ.π. αλλά πρόκειται περί άλυτου "προβλήματος". Οι συνεχείς επεξεργασίες των ελληνικών παραδόσεων και μύθων καθιστούν δύσκολο το διαχωρισμό σαφών "αναμνήσεων ιστορικών γεγονότων" και μυθοπλασίας όσον αφορά τις πληροφορίες που δίνουν οι αρχαίοι συγγραφείς για τους Πελασγούς. Περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Αττική θεωρούνταν παραδοσιακά ως περιοχές στις οποίες κατοικούσαν Πελασγοί. Γενάρχης των Πελασγών αναφέρεται ο Πελασγός.Με τ' όνομά του συνδέθηκαν πολυάριθμοι θρύλοι και παραδόσεις. Σύμφωνα με μια απ' αυτές, ο Πελασγός ήταν ο πρώτος άνθρωπος που αναδύθηκε απ' τη γη κι έγινε έτσι γενάρχης των ανθρώπων. Στην Αρκαδία, όπου υπήρχε αυτή η παράδοση, πίστευαν ότι γιος του Πελασγού απ' τη νύμφη Κυλλήνη ή την Ωκεανίδα Μελιβοία, ήταν ο Λυκάονας, ο μυθικός βασιλιάς της Αρκαδίας. Αυτή ονομάστηκε στην αρχή Πελασγία, απ' το όνομα του γενάρχη της. Ο Πελασγός αναφερόταν και ως ιδρυτής του Άργους της Πελοποννήσου, γιος του Αγήνορα και πατέρας της Λάρισας. Ακόμα έλεγαν πως ήταν γιος του Ποσειδώνα και της νύμφης Λάρισας, αδελφός του Αχαιού και του Φθίου. Άλλες παραδόσεις αναφέρουν ότι ήταν ο μυθικός γενάρχης των Πελασγών της Θεσσαλίας ή ότι ήταν γιος του Αιρέστορα κι εγγονός του Έκβασου, οικιστή της Παρρασίας, στην Αρκαδία. Με τ' όνομά του συνδέθηκαν πολυάριθμοι θρύλοι και παραδόσεις. Περί των Πελασγών έχουν αφήσει μαρτυρίες πολλοί αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς από τους μυθικούς χρόνους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι: Ησίοδος, Όμηρος, Έφορος, Στράβων, Σκύμνος, Ηρόδοτος, Μενεκράτης, Παυσανίας, Θουκυδίδης, Ευριπίδης, Αισχύλος, Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Αντικλείδης, καθώς και ο Πλάτων. Ο Όμηρος περιγράφει τον Αχιλλέα να προσεύχεται στον Δωδώνιο Δία σαν τον αρχέγονο Θεό των Πελασγών: «Βασιλέα Ζευ, φώναξε, Άρχοντα της Δωδώνης, θεέ των Πελασγών, που κατοικούν μακριά, που έχεις τη χειμωνιάτικη Δωδώνη κάτω από την εξουσία σου, όπου οι Ιερείς σου οι Σελλοί κατοικούν γύρω σου με τα πόδια τους άπλυτα και τα καταλύματά τους πάνω στο έδαφος.»
2) Στην Ιλιάδα του Ομήρου, οι ελληνικές συμμαχικές δυνάμεις περιγράφονται με τρία διαφορετικά ονόματα: Αργείοι, Δαναοί και Αχαιοί, και όλα με την ίδια έννοια. Από τα παραπάνω ο πρώτος τύπος χρησιμοποιείται 170 τουλάχιστον φορές, ο δεύτερος 148 και ο τρίτος 598 φορές. Οι Αργείοι είναι πολιτικός όρος που προέρχεται από την αρχική πρωτεύουσα των Αχαιών, το Άργος. Οι Δαναοί είναι το όνομα που αποδίδεται στη φυλή που εξουσιάζει αρχικά την Πελοπόννησο και την περιοχή κοντά στο Άργος. Οι Αχαιοι ήταν ελληνικό φύλο πού ήλθε από την Ήπειρο. Το όνομα προέρχεται απ' τον Αχαιό γιό τού Ξούθου, εγγονό τού Έλληνα και δισέγγονο του Δευκαλίωνος. Στην εκστρατεία κατά της Τροίας περί το 1200 π.Χ κατά την συμβατική ιστορία έλαβαν μέρος 44 ηγεμόνες, από την Ήπειρο και Θεσσαλία μέχρι την Κρήτη, αυτόνομοι μεν αλλά στα μάτια των ξένων φάνταζαν ως έν έθνος, όπως άλλωστε ήταν αφού ίσχυε το όμαιμον, το ομόγλωσσον το ομόθρησκον καί κυρίως η κοινή συνείδησις. Τούς απέδιδαν δε διάφορα ονόματα, όπως Αργείοι, Δαναοί, Αχαιοί με κυρίαρχο το Αχαιοί. Οι Αχαιοί ονομάζεται η φυλή που, ενισχυμένη από τους Αιολείς, κυριάρχησε πρώτη στα ελληνικά εδάφη, επικεντρωμένοι γύρω από την πρωτεύουσά τους, τις Μυκήνες. Οι Αχαιοί με αγώνες επικράτησαν στον Ελληνικό χώρο και έφεραν στον τόπο στοιχεία του δικού τους πολιτισμού. Ήταν φυλή με σταθερά χαρακτηριστικά, έξυπνοι, δραστήριοι, ικανοί να αφομοιώσουν το Μινωικό πολιτισμό παίρνοντας όποιο από τα στοιχεία του ταίριαζε στο χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία τους. Δημιούργημά τους είναι ο Μυκηναϊκός πολιτισμός και η εμπορική εξάπλωση έξω από την κύρια Ελλάδα από το 1500 ως το 1000 π.Χ. περίπου. Αχαιοί εγκαταστάθηκαν ακόμη και στην Κνωσό μετά την καταστροφή του ανακτόρου το 1450 π.Χ. Ιστορικά παρουσιάζονται οι Αχαιοί από τον 14ο αιώνα και στην Κύπρο, στα Δωδεκάνησα, στη Συρία ως την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Η δραστηριότητά τους έφθασε μέχρι την κάτω Ιταλία. Δημιούργημα των Αχαιών είναι τα μεγάλα μυκηναϊκά ανάκτορα, τα κυκλώπεια τείχη, οι θολωτοί τάφοι και η καλλιέργεια ενός νέου ρυθμού, του Μυκηναϊκού. Ανάπτυξαν επίσης ένα σύστημα γραφής γνωστό ως "Γραμμική Β" που είναι το πρώτο δείγμα Ελληνικής γραφής σε μια πολύ παλιά μορφή της γλώσσας που βρέθηκε σε πήλινες πινακίδες στην Κνωσό, στις Μυκήνες και στην Πύλο στο ανάκτορο του Νέστορα. Στους Αχαιούς οφείλεται επίσης και ο Τρωικός πόλεμος. Το όνομα των Αχαιών διατηρήθηκε σε μια περιοχή της Πελοποννήσου, την Αχαΐα.
3) Ο Δαναός ήταν γιος του βασιλιά της Αιγύπτου Βήλου, απογόνου της Ιούς, και της Αγχινόης ή Αγχιρρόης, κόρης του Νείλου, και δίδυμος αδελφός του Αιγύπτου. Ο Ευριπίδης αναφέρει ότι είχε αδέλφια και τους Κηφέα και Φινέα και κατά άλλο μύθο και τους Φοίνικα και Αγήνορα. Ο Βήλος πριν πεθάνει όρισε τον Δαναό ως βασιλιά της Λιβύης, όπου και ίδρυσε το ιερό του Άμμωνος, και τον Αίγυπτο βασιλιά της Αραβίας, την οποία και ονόμασε «Αίγυπτο». Ο Αίγυπτος απέκτησε 50 γιους και ο Δαναός 50 κόρες, τις Δαναΐδες, από τις γυναίκες που παντρεύτηκε: (Ευρώπη, Αντινόη, Τεγέα και Κασσιέπεια). Όμως ο Δαναός φοβούμενος τους 50 γιους του Αίγυπτου καθοδηγούμενος από την Θεά Αθηνά ναυπήγησε πλοίο με 50 κουπιά, και με αυτό έφυγε μαζί με τις κόρες του για την Ελλάδα. Οι Δαναοί παντού αντικατέστησαν τους Πελασγούς, κατά την μαρτυρία του Ευριπίδη (Αρχέλαος, στα "Γεωγραφικά" του Στράβωνος, Ε 221), ότι ο Δαναός "Πελασγιώτας ωνομασμένους το πριν, Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκ' αν' Ελλάδα". Ο Δαναός όρισε με νόμο, οι Αργείοι από Πελασγοί στο εξής να λέγονται Δαναοί, ονομασία που στα Ομηρικά έπη συμπεριλαμβάνει το σύνολο των Ελλήνων της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, χαρακτηρίζοντας «ποιητική αδεία» τους Έλληνες ως μίαν ολότητα. Η εγκατάσταση του αγλαόθρονου Δαναού και των θυγατέρων του στο Άργος, υπήρξε ευεργετική και συνέβαλε σημαντικά στην περαιτέρω ανάπτυξη του υπάρχοντος εγχώριου πολιτισμού. Θέσπισαν τελειότερους νόμους, στους οποίους υπήγαγαν θέματα του κοινωνικού και θρησκευτικού βίου. Καθιέρωσαν την λατρεία της Αθηνάς και τα θεσμοφόρια. Δίδαξαν την ναυπήγηση νέου τύπου πλοίων, καταλληλότερων για μακρινά ταξίδια. Η αργείτικη γη ξαναζωντάνεψε, με την ανόρυξη φρεάτων και με τα αρδευτικά έργα που δίδαξαν στους Αργείους ο Δαναός και οι κόρες του.
4) Με την ονομασία Γραικός αποκαλούνταν παλιότερα οι Έλληνες. Ο Δευκαλίων ήταν ο βασιλιάς της Φθιώτιδας και ήρωας του μύθου του ελληνικού κατακλυσμού. Η σύγχρονη αγγλική λέξη Greek προέρχεται από την λατινική Graecus, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Γραικός, το όνομα φυλής Βοιωτών που μετανάστευσε στην Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ.. Με αυτό το όνομα ήταν γνωστοί οι Έλληνες στη Δύση. Ο Όμηρος, κατά την απαρίθμηση των βοιωτικών δυνάμεων στην Ιλιάδα(Κατάλογος των Νηών), παρέχει την πρώτη γραπτή αναφορά για μια πόλη της Βοιωτίας με το όνομα Γραία και ο Παυσανίας αναφέρει ότι Γραία ήταν το όνομα της αρχαίας πόλης της Τανάγρας. Η Κύμη, πόλη δυτικά τηςΝεάπολης και νότια της Ρώμης, ιδρύθηκε από Κυμείς και Χαλκιδείς, καθώς και κατοίκους της Γραίας. Στην επαφή τους με τους Ρωμαίους οφείλεται η λατινική ονομασία Graeci για όλες τις ελληνόφωνες φυλές. Ο Αριστοτέλης, η αρχαιότερη πηγή που αναφέρει τη λέξη αυτή, δηλώνει ότι κατακλυσμός "σάρωσε" την κεντρική Ήπειρο, περιοχή της οποίας οι κάτοικοι αποκαλούνταν Γραικοί κι αργότερα ονομάζονταν Έλληνες. Ο Γραικός είναι ξάδερφος του Λατίνου και η λέξη μάλλον σχετίζεται με τη λέξη γηραιός, που ήταν ο τίτλος των ιερέων της Δωδώνης. Ονομάζονταν επίσης Σελλοί, κάτι που δείχνει τη σχέση μεταξύ των δυο βασικών ονομασιών των Ελλήνων. Η επικρατούσα θεωρία για τον αποικισμό της Ιταλίας είναι ότι τμήμα κατοίκων της Ηπείρου διέσχισαν τη Δωδώνη και μετοίκησαν στη Φθία και έγιναν γνωστοί ως Έλληνες, η φυλή που οδήγησε στην Τροία ο Αχιλλέας. Οι υπόλοιποι κάτοικοι αναμείχθηκαν με άλλες φυλές, χωρίς όμως να χάσουν το όνομά τους. Από εκεί ταξίδεψαν δυτικά προς την Ιταλία, πριν καταφτάσει το πρώτο κύμα αποικισμού στη Σικελία και την Κάτω Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ.
5) Ο Δευκαλίων είναι ο σύζυγος της Πύρρας, κόρης του Επιμηθέα και της Πανδώρας: ήταν οι μόνοι άνθρωποι που επέζησαν από τον Κατακλυσμό και αναδημιούργησαν την ανθρωπότητα. Ήταν γιος του Προμηθέα και της Πανδώρας ή της Κελαινούς ή της Κλυμένης του Ωκεανού κατά τονΔιονύσιο της Αλικαρνασσού. Ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα έγινε το 9600 Π.Χ. Εκτός από τα παιδιά που γεννήθηκαν από τις πέτρες που πέταξαν, η Πύρρα και ο Δευκαλίων γέννησαν τον Έλληνα, τον Αμφικτύονα, την Πρωτογένεια, τη Μελανθώ, τον Πρόνοο, τον Μαραθώνιο, την Πανδώρα τη νεότερη και τη Νύμφη Θυία. Ο Έλλην ήταν ο γενάρχης των Ελλήνων. Ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτύονα και πατέρας του Αιόλου, του Ξούθου, και του Δώρου. Κάθε ένας από τους γιούς του ίδρυσε από ένα πρωτεύον ελληνικό γένος: ο Αίολος τουςΑιολείς, ο Δώρος τους Δωριείς, ενώ από τους υιούς του Ξούθου, Αχαιό και Ίωνα προέρχονται οι Αχαιοί και οι Ίωνες αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον Ησίοδο στα Ηοίαι ή Κατάλογος Γυναικών, από την ένωση της αδελφής του Έλληνος, Πανδώρας με τον Δία, γεννήθηκε ο Γραικός από τον οποίο προέρχονται οι Γραικοί, ενώ από την ένωση της άλλης αδερφής του Έλληνος, Θυίας με τον Δία, γεννήθηκαν ο Μακεδνός από τον οποίο προέρχονται οι Μακεδόνες και ο Μάγνης από όπου προέρχονται οι Μάγνητες. Το εθνώνυμο Έλληνες χρονολογείται από την εποχή του Ομήρου. Στην Ιλιάδα, Ελλάς και Έλληνες ήταν τα ονόματα της φυλής (Μυρμιδόνες) και ήταν εγκατεστημένη στη Φθία, με ηγέτη τον Αχιλλέα. Οι Έλληνες είναι έθνος που κατοικεί στην σημερινή Ελλάδα, στα Βαλκανια, στην Ιταλια, στην Μικρά Ασία, στην Σικελια και την Κυπρο. Οι Έλληνες ίδρυσαν αποικίες γύρω από όλη τη Μεσόγειο ενώ μετά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου οι πόλεις και οι αποικίες τους έφτασαν μέχρι την σημερινή Ινδία. Σήμερα το ελληνικό έθνος εξακολουθεί να είναι διασκορπισμένο σε ολόκληρο τον κόσμο. Η πλειονότητα παραμένει εντός των ορίων του σημερινού ελληνικού κράτους και της νήσου Κύπρου, που αποτελεί το δεύτερο ελληνικό κράτος των ημερών μας. Ιστορικά, ελληνικοί πληθυσμοί κατοικούν στην Κάτω Ιταλία και την Σικελία που αποτελούν τη Μεγάλη Ελλάδα τηςαρχαιότητας, στην Κορσική και τα απέναντι σε αυτή παράλια της σημερινής Γαλλίας, στα παράλια της Μικράς Ασίας, στον Πόντο και την Βόρεια Ήπειρο . Ισχυρές ελληνικές παροικίες έχουν δημιουργηθεί από Έλληνες μετανάστες στιςΗ.Π.Α., την Αυστραλία, την Γερμανία, τον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Ρωσία, την Ουκρανία ενώ μικρότερες ομάδες κατοικούν σχεδόν σε κάθε χώρα της Γης. Η πλειοψηφία των Ελλήνων μιλάει την Ελληνική γλώσσακαι ακολουθεί το ανατολικό ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Οι Ελληνες έχουν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και συμβάλει στην κουλτούρα, τις τέχνες, τις εξερευνήσεις, την λογοτεχνία, την φιλοσοφία, την πολιτική, την αρχιτεκτονική, τη μουσική, τα μαθηματικά, την επιστήμη και την τεχνολογία, το εμπόριο, τη μαγειρική και τον αθλητισμό, τόσο κατά το παρελθόν όσο και σύγχρονα. Η ονομασία Έλληνας απέκτησε εντελώς θρησκευτική σημασία στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες μέχρι και το τέλος της πρώτης χιλιετίας, διάστημα κατά το οποίο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο η Εκκλησία. Καίρια ήταν η επαφή με τον Ιουδαϊσμό, καθώς κληροδότησε τη θρησκευτική διαφοροποίηση των ανθρώπων. Οι Εβραίοι, όπως κι οι Έλληνες, διαφοροποιούσαν εαυτούς από τους ξένους, οι πρώτοι όμως με θρησκευτικά κι όχι πολιτιστικά κριτήρια. Με την κατάκτηση των Ελλήνων από τη Ρώμη, όπως οι Έλληνες θεωρούσαν βαρβάρους όλους τους απολίτιστους λαούς, έτσι κι οι Εβραίοι θεωρούσαν όλους τους παγανιστές goyim (άπιστους, κυριολεκτικά "έθνη"). Η θρησκευτική αυτή διάκριση υιοθετήθηκε από τους πρώτους Χριστιανούς κι έτσι αναφέρονταν σε όλους τους παγανιστές ως Έλληνες. Ο Απόστολος Παύλος στις Επιστολές του χρησιμοποιεί την ονομασία Έλληνας σχεδόν πάντα σε σχέση με την ονομασία Εβραίος, πιθανότατα με σκοπό να αντιπροσωπεύσει το σύνολο των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων . Ο Έλληνας χρησιμοποιείται με θρησκευτική σημασία για πρώτη φορά στην Καινή Διαθήκη, στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον . Καθαρά θρησκευτική σημασία έφτασε να κατέχει ο όρος κατά το 2ο ή 3ο αιώνα μ.Χ. Ο Αθηναίος Αριστείδης αναφέρεται στους Έλληνες ως έναν από τους αντιπροσωπευτικούς παγανιστικούς λαούς, μαζί με τουςΑιγύπτιους και τους Χαλδαίους . Αργότερα, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει έναν ανώνυμο Χριστιανό συγγραφέα, που αποκαλούσε τους παραπάνω Έλληνες και μιλούσε για δυο παλιά έθνη κι ένα νέο: το χριστιανικό έθνος. Από τότε και στο εξής, ο όρος δε σήμαινε εθνική καταγωγή ούτε ελληνική εκπαίδευση, αλλά γενικά παγανιστές, ανεξαρτήτου φυλής. Η προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ιουλιανού να επαναφέρει τον παγανισμό απέτυχε και σύμφωνα με τον Πάπα Γρηγόριο Α', "τα πράγματα εξελίχθηκαν υπέρ της Χριστιανοσύνης και η θέση των Ελλήνων επλήγη σοβαρά" . Μισό αιώνα αργότερα, Χριστιανοί διαμαρτύρονται εναντίον του Έπαρχου της Αλεξάνδρειας, κατηγορώντας τον ότι ήταν Έλληνας . Ο Θεοδόσιος Α' προέβη στα πρώτα "νομοθετικά" βήματα εναντίον του παγανισμού, αλλά οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού προκάλεσαν διώξεις των παγανιστών σε μαζικό βαθμό. Ο Ιουστινιάνειος Κώδικας περιείχε δυο νόμους, που διέτασσαν την ολοκληρωτική καταστροφή του Ελληνισμού, ακόμα και στο δημόσιο βίο. Οι μη-Χριστιανοί θεωρούνταν δημόσια απειλή, κάτι που υποβίβασε ακόμη περισσότερα τη σημασία του Έλληνα. Παραδόξως, σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας, οΤριβωνιανός, ο ίδιος ο νομικός αρμοστής του Ιουστινιανού, ήταν "Έλληνας".
6) Καταρχήν το ρωμαϊκό διάταγμα του 212 μ.χ.(Constitutio Antoniniana) που παρείχε την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη στους ελεύθερους πολίτες όλης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προκειμένου να αυξηθούν δια της φορολογίας τα κρατικά έσοδα. Συνέπεια αυτού του γεγονότος ήταν να ονομάζονται Ρωμαίοι όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της αυτοκρατορίας μεταξύ των οποίων και οι Έλληνες . Η ονομασία αυτή διατηρήθηκε και στο Ανατολικό Ρωμαϊκό (Βυζαντινό) Κράτος μέχρι την κατάλυσή του από τους Τούρκους και έφθασε ως τις μέρες μας με τη μορφή "Ρωμιός", που πλέον είναι συνώνυμο του "Έλληνας". Ρωμαίοι είναι η ονομασία με την οποία οι Έλληνεςήταν γνωστοί κατά τον Μεσαίωνα . Ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκχριστιανιζόταν, η θρησκευτική αλλοίωση του ονόματος Έλλην ολοκληρώθηκε. Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας υιοθέτησαν την ονομασία Ρωμαίοι, επειδή η προηγούμενη είχε χάσει την παλαιότερη σημασία της. Έτσι ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξελληνιζόταν, το όνομα των Ελλήνων εκρωμαϊζόταν. Το ξένο δανεικό όνομα αρχικά είχε περισσότερο πολιτική παρά εθνική σημασία, η οποία συνοδοιπορούσε με την οικουμενική ιδεολογία της Ρώμης που φιλοδοξούσε να περικλείσει όλα τα έθνη του κόσμου κάτω από ένα αληθινό Θεό. Μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα μ.χ. , όταν η βυζαντινή Αυτοκρατορία ακόμη έλεγχε μεγάλες εκτάσεις και πολλούς ανθρώπους, η χρήση του ονόματος Ρωμαίος πάντα δήλωνε την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων και παρά καταγωγή. Διάφορες εθνότητες μπορούσαν να χρησιμοποιούν τα εθνικά ονόματά τους ή τα τοπωνύμια τους, για να αποσαφηνίζουν την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων από τη γενεαλογία, γι’ αυτό ο ιστορικός Προκόπιος προτιμά να αποκαλεί τους Βυζαντινούς εξελληνισμένους Ρωμαίους, ενώ άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούνΡωμαιοέλληνες και Ελληνορωμαίοι, αποβλέποντας στο να δηλώσουν καταγωγή και κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων συγχρόνως. Στα 800 ο Καρλομάγνος στέφθηκε Ρωμαίος αυτοκράτορας από τον ίδιο τον Πάπα, επίσημα απορρίπτοντας τους Βυζαντινούς ως πραγματικούς Ρωμαίους. Ο παπισμός κατάλληλα "μετέφερε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία από τους Έλληνες στους Γερμανούς, στο όνομα της Μεγαλειότητός του, του Καρόλου". Στο εξής, ένας πόλεμος ονομάτων ξέσπασε γύρω από τα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά δικαιώματα. Αδυνατώντας να αρνηθούν ότι υπήρχε αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, ικανοποιούνταν αποκηρύσσοντας τον ως διάδοχο της ρωμαϊκής κληρονομιάς με το επιχείρημα ότι οι Έλληνες δεν είχαν καμιά σχέση με τη ρωμαϊκή κληρονομιά. Ο Πάπας Νικολάος Α' έγραψε στον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ', "Παύσατε να αποκαλείστε 'Αυτοκράτωρ Ρωμαίων,' αφού οι Ρωμαίοι των οποίων ισχυρίζεστε ότι είστε Αυτοκράτορας, είναι στην πραγματικότητα βάρβαροι, κατά τη γνώμη σας". Στο εξής, ο αυτοκράτορας στην Ανατολή ήταν γνωστός και μνημονευόταν ως Αυτοκράτωρ Ελλήνων και η χώρα τους ως Ελληνική Αυτοκρατορία, διατηρώντας και τους δύο "Ρωμαϊκούς" τίτλους για τον Φράγκο βασιλιά. Το ενδιαφέρον και των δύο πλευρών ήταν περισσότερο κατ’ όνομα παρά πραγματικό. Καμιά γη δε διεκδικήθηκε ποτέ, αλλά η προσβολή που οι Βυζαντινοί αισθάνθηκαν για την κατηγορία καταδεικνύει πόσο συναισθηματικά συνδεδεμένοι ήταν με το όνομα Ρωμαίος. Πραγματικά, ο Επίσκοπος Λιουτπράνδος (Cremon Liutprand), απεσταλμένος της φραγκικής αυλής, φυλακίστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, επειδή δεν αναφέρθηκε στον Ρωμαίο αυτοκράτορα με τον κατάλληλο τίτλο του. Η φυλάκισή του ήταν αντεκδίκηση για την ίδρυση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον βασιλιά του, τον Όθωνα Α'.
7) Η λέξη Ρωμιος προέρχεται απο την λέξη Ρωμαίος. Κυριάρχησε την εποχή της τουρκοκρατίας κι έτσι αποκαλούνταν οι Έλληνες και οι Ορθόδοξοι χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο όρος Ρωμιός σήμαινε οποιονδήποτε ελεύθερο πολίτη κατοικούσε στα όρια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ,ανεξαρτήτως εθνικής προέλευσης. Αργότερα ταυτίστηκε με το κυρίαρχο στοιχείο της αυτοκρατορίας ,τους Έλληνες χριστιανούς. Η ονομασία Ρωμιός είναι παραφορά του όρου «Ρωμαίος» Δηλαδή ο κάτοικος της Ρωμανίας, της Αυτοκρατορίας ,δηλαδή αυτού που γνωρίζουμε σήμερα σαν Βυζαντινή αυτοκρατορία η οποία δημιουργήθηκε ως συνέχεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με πρωτεύουσα την Νέα Ρώμη την Κωνσταντινούπολη. Εμείς για πάνω από δεκατρείς αιώνες μέχρι την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό αποκαλούμασταν Γραικοί και Ρωμιοί τίτλοι μάλλον περιφρονητικοί για πολλούς. Ο “Ρωμιός” είναι ο άνθρωπος της υπαίθρου, οι ρίζες του οποίου βρίσκονται στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Είναι συντηρητικός, παραδοσιακός και διατηρεί πάντοτε το καντήλι αναμμένο μπροστά από τις εικόνες. Το πρόσφατο παρελθόν των κλεφτών το βλέπει με περηφάνια, ακολουθεί έναν τρόπο ζωής για τους άλλους οπισθοδρομικό, ενώ βλέπει την Ελλάδα ως τμήμα του ορθόδοξου κόσμου παρά της Δύσης». Για τον Φέρμορ, «ο “Ελληνας” είναι η δόξα της αρχαίας Ελλάδας». Αντίθετα, «το “Ρωμαίικο” είναι το μεγαλείο και οι λύπες του Βυζαντίου, πάνω απ’ όλα, οι λύπες». Ο Φέρμορ πίστευε ακράδαντα ότι η «“ρωμαίικη” Ελλάδα βρισκόταν σε παρακμή και αυτό τον έθλιβε βαθύτατα.
8) Ο όρος "Βυζαντινή Αυτοκρατορία" επινοήθηκε το 1557, έναν αιώνα περίπου μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Γερμανό ιστορικό Ιερώνυμο Βολφ (Hieronymus Wolf), ο οποίος εισήγαγε ένα σύστημα βυζαντινής ιστοριογραφίας στο έργο του Corpus Historiae Byzantinae, για να διακρίνει την αρχαία ρωμαϊκή από τη μεσαιωνική ελληνική ιστορία, χωρίς να στρέψει την προσοχή προς τους αρχαίους προγόνους τους. Όταν το ενδιαφέρον αυξήθηκε, οι Άγγλοι ιστορικοί προτιμούσαν να χρησιμοποιούν ορολογία "ρωμαϊκή" (οΈντουαρντ Γκίμπον (Edward Gibbon) την χρησιμοποιούσε με έναν ιδιαίτερα μειωτικό τρόπο)• ενώ οι Γάλλοι ιστορικοί προτιμούσαν να την ονομάζουν "ελληνική". Ο όρος επανεμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και από τότε έχει κυριαρχήσει πλήρως στην ιστοριογραφία, ακόμη και στην Ελλάδα, παρά τις αντιρρήσεις του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (ισχυρού Έλληνα ομολόγου του Gibbon) ότι η αυτοκρατορία θα έπρεπε να καλείται "Ελληνική". Λίγοι Έλληνες λόγιοι υιοθέτησαν την ορολογία εκείνη την εποχή, αλλά έγινε δημοφιλής μόνο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.
9) Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι οι Τούρκοι επέλεξαν να μας ονομάσουν «Γιουνάν» (= Ίωνες) προκειμένου να μας διαφοροποιήσουν τελικά και από τους «Ρωμιούς». Το όνομα αυτό (Ρουμ) το δίνουν μονάχα στους Έλληνες που κατοικούν στην Τουρκια για να τους θυμίζουν ότι εξακολουθούν να είναι υποτελείς και για να τους ξεχωρίσουν από τους υπόλοιπους Έλληνες, οι οποίοι –σύμφωνα με τους Τούρκους– αποκόπηκαν από τον κορμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και άρα δεν τους αρμόζει να λέγονται πλέον Ρωμαίοι. Γι' αυτό και μας ονομάζουν Ίωνες. Γιόνα είναι μια αρχαία ινδική λέξη στη γλώσσα Πάλι την οποία χρησιμοποιούσαν για να περιγράψουν τους Έλληνες. Η αντίστοιχη λέξη στα σανσκριτικά είναι η λέξη Γιαβάνα. Και οι δυο λέξεις προέρχονται από τη λέξη Ίωνας, γιατί όπως φαίνεται οι Έλληνες από την Ιωνία ήταν οι πρώτοι που είχαν έλθει σε επαφή με τους Ινδούς. Η συσχέτιση της λέξης γιόνα με τους Έλληνες φαίνεται από τις αναφορές: στο Γιόνα Βασιλιά Αντίοχο στα Ήδικτα του Ασόκα (280 π.Χ.) (Amtiyoko nama Yona-raja, σε μετάφραση «ο Αντίοχος στο όνομα, Έλληνας Βασιλιάς») στο Γιόνα Βασιλιά Αντιαλκίδα στη στήλη του Ηλιόδωρου, στην κεντρική Ινδία, στη Βιντίσα, κοντά στο σημερινό Μπεσναγκάρ (κοντά στο 100 π.Χ.) (Yonadatena agatena maharajasa Amtalikitasa, σε μετάφραση «του Έλληνα, απεσταλμένος, Βασιλιά Αντιαλκίδα») Ο Βασιλιάς Μένανδρος (Μιλίνδας στα Ινδικά) και οι σωματοφύλακές του, οι 500 Γιόνα, στο έργο Μιλίνδα Πάνχο («τα ερωτήματα του Μιλίνδα»), του 100 π.Χ.στην περιγραφή της Ελληνικής αστρολογίας και της ελληνικής ορολογίας στο έργο Γιαβαναγιατάκα («τα λεγόμενα των Ελλήνων»), του 150 μ.Χ.στην «Αλεξάνδρεια, την πόλη των Γιόνα» στο έργο Μαχαβάμσα (Μεγάλο Χρονικό), του 5ου-3ου αιώνα π.Χ.. Μέχρι τον πρώτο αιώνα μ.Χ., η λέξη Γιόνα αφορούσε με ακρίβεια και συστηματικά τους Έλληνες, αλλά στους επόμενους αιώνες πήρε την έννοια της περιγραφής των «ξένων» γενικότερα.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πελασγοί
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ονομασίες_των_Ελλήνων
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πελασγός
http://www.livepedia.gr/index.php/Αχαιοί
http://www.prisonplanet.gr/conspiracy/30750-ιστορία-και-ονομασίες-των-ελληνικών-φύλων
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δαναός
http://www.livepedia.gr/index.php/Δαναοί
https://argolikivivliothiki.gr/2009/10/04/δαναοί-μυθολογία/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ονομασίες_των_Ελλήνων
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Έλλην
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Έλληνες
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Καρακάλλας
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γιόνα
http://teachingreek.blogspot.gr/2006/08/blog-post.html
http://www.kathimerini.gr/736541/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/o-ellhnas-kai-o-rwmios
http://www.lamiareport.gr/index.php/apopseis15/46-arthra/99989-ellhnas-graikos-graikulos-kai-romios-tou-giorgou-kalliora
Εκπαιδευτικό Ιστολόγιο με θέματα για την Μυθολογία, την Προϊστορία, την Ιστορία. Με στόχο την διάδοση της ιστορικής γνώσης, την μετάδοση του ελληνικού πολιτισμού και την αφύπνιση των Ελλήνων. greek.history.and.prehistory99@gmail.com
Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Σάββατο 14 Μαΐου 2016
Οι ονομασίες των Ελλήνων από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα
Τα ομαδικά αθλήματα στην Αρχαία Ελλάδα
Ο αθλητισμός στην αρχαία Ελλάδα αποτελούσε σημαντικό μέρος της κοινωνικής ζωής και της αγωγής των νέων. Και αυτό διότι οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι η υγειά του σώματος πρέπει να συμβαδίζει με την πνευματική υγεία. «Νους υγιής εν σώματι υγιή», όπως έλεγαν. Οι Έλληνες ήταν ο πρώτος λαός που επινόησε τις «αθλοπαιδιές» τις οποίες ανήγαγαν σε αγωνίσματα, στα οποία οι παίκτες συναγωνίζονταν. Η λέξη Άγων(ας) προέρχεται από το ρήμα «Άγω» που σημαίνει «οδηγώ». Το ίδιο ρήμα παράγει την λέξη Αγωγή, από την οποία παράγεται η έννοια παιδαγωγός (αυτός που άγει, που οδηγεί τον παίδα). Η λέξη «αθλέω» – «αθλώ» σημαίνει μόχθος, ανάγκη, αγωνίζομαι. Ο Αριστοτέλης έθεσε τον ορισμό της επιστήμης της φυσικής αγωγής, λέγοντας ότι εξετάζει το είδος της εκγύμνασης που ταιριάζει σε όλους, αφού αποσκοπεί στην γυμναστική εκπαίδευση όλων και όχι μόνων αυτών με φυσικά σωματικά χαρίσματα. Κατά τον Αριστοτέλη ο σκοπός της γυμναστικής είναι παιδαγωγικός και αισθητικός. Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι η γυμναστική δεν πρέπει να περιλαμβάνει ακρότητες που καταστρέφουν την σωματική αρμονία. Γενικά οι αρχαίοι Έλληνες προσπαθούσαν να είναι υπέρ του μέτρου στη ζωή, αλλά και να κατακτήσουν την ευδαιμονία, την ευτυχία δηλαδή η οποία βρίσκεται στο αγαθό, στην αρετή. Η αρετή βρίσκεται δια μέσου του «ευ αγωνίζεσαθαι» στην γυμναστική και στον αθλητισμό. Η σύγχρονη επιστήμη έχει διαπιστώσει ότι κατά την γυμναστική απελευθερώνονται οι «ενδορφίνες», φυσικές ουσίες που δημιουργούν ένα αίσθημα ευεξίας στον οργανισμό!!! Οι αρχαίοι Έλληνες γυμνάζονταν γυμνοί από την παιδική τους ηλικία έως και την μέση ηλικία σε δημόσιες παλαίστρες. Η παλαίστρα ήταν ένας ανοιχτός τετράγωνος χώρος που περιβάλλετο από τοίχους και στοές. Εκεί υπήρχαν παιδαγωγοί που επιτηρούσαν τους νέους. Ο δάσκαλος της σωματικής αγωγής ήταν ο «παιδοτρίβης» που σημαίνει γυμναστής. Οι αθλούμενοι ασκούνταν υπό τις οδηγίες του γυμναστή ο οποίος κρατώντας ένα μακρύ μπαστούνι τους έδειχνε τις ασκήσεις. Τα γυμνάσια περιλάμβαναν τις ασκήσεις της «αλτηροβολίας», της «χειρονομίας», της «σκιαμαχίας», του «πιτυλίζειν», του «ανατροχασμού» και του «περιτροχασμού». Οι αρχαίοι Έλληνες αναφέρεται ότι επινόησαν ένα παιχνίδι με μπάλα, που ονομαζόταν επίσκυρος. Παιζόταν κυρίως από άντρες, συνήθως γυμνούς. Σώζεται μια μαρμάρινη εικόνα στην οποία απεικονίζεται ένας άντρας να ισορροπεί μία μπάλα με το πόδι του. Αναφέρεται ότι οι Ρωμαίοι αργότερα μετονόμασαν το παιχνίδι σε harpastum. Ονομάστηκε επίσκυρος διότι παιζόταν σε χώρο με όρια μαύρες πέτρες. Γενικότερα τα παιχνίδια με την μπάλα, όπως τα μεταφέρει ο Πολυδεύκης (Ονομαστικόν I.X. 103-107 ): «Τα ονόματα των παιγνιδιών με μπάλα ήταν επίσκυρος , φαινίνδα, απόρραξις, ουρανία. H επίσκυρος ονομαζόταν επίσης εφηβική και επίκοινος (για πολλούς). Παιζόταν από δύο αντίπαλες ομάδες με ίσο αριθμό παιχτών. Aνάμεσα τους τραβούσαν μια γραμμή με μία πέτρα, την οποία αποκαλούσαν σκύρο. Έβαζαν την μπάλα πάνω σ' αυτήν τη γραμμή, και κάθε ομάδα τραβούσε άλλη μια γραμμή πίσω της. H ομάδα που έπιανε πρώτη την μπάλα, την πετούσε πάνω από την αντίπαλη, η οποία έπρεπε να πιάσει την μπάλα ενώ αυτή κινούνταν ακόμη, και να τη ρίξει στο μέρος των άλλων. Aυτό συνεχιζόταν, ώσπου η μία ομάδα κατάφερνε να σπρώξει την άλλη πέρα από τη γραμμή που είχε πίσω της. Στην απόρραξη έπρεπε να χτυπήσει κανείς την μπάλα δυνατά στο χώμα και ύστερα να δεχτεί το πήδημα της μπάλας στο χέρι του και να ξαναχτυπήσει. Μετριόταν ο αριθμός των χτυπημάτων (ή των πηδημάτων). H ουρανία παιζόταν από ένα παίχτη που έγερνε προς τα πίσω και έριχνε την μπάλα στον ουρανό, ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να αρπάξουν την μπάλα πριν πέσει στο έδαφος. (...) Οπότε χτυπούσαν την μπάλα ξανά και ξανά σ' έναν τοίχο και μετρούσαν τον αριθμό των χτυπημάτων. Ο χαμένος αποκαλούνταν γάιδαρος και έκανε ό,τι του έλεγαν, ενώ ο νικητής ήταν ο βασιλιάς και πρόσταζε. Αν ανατρέξουμε στα Ομηρικά έπη θα βρούμε τις πρώτες πληροφορίες για παιχνίδι με μπάλλα στη λεκάνη της Μεσογείου. Μια παρόμοια αναφορά γίνεται και στον "Θεαίτητο" του Πλάτωνα. Μεγάλη επιτυχία στην αρχαία Ελλάδα γνώρισε το παιχνίδι « Επίσκυρος » που είχε πάρει το όνομά του από τη γραμμή με σκύρα (σπασμένα κομμάτια πέτρας, πετραδάκια) που χώριζε το γήπεδο. Με λίγα λόγια είχαμε και κεντρική διαχωριστική γραμμή, των δύο μεγάλων περιοχών του γηπέδου. Σωκρατης: (μτφ): “Λέγεται λοιπόν, ω συνομιλητή, πως η γη, εάν την δει κανείς από ψηλά είναι σαν τις σφαίρες (μπάλες) που αποτελούνται από δώδεκα κομμάτια διαφορετικού δέρματος. Είναι δηλαδή πολύχρωμη σφαίρα και τα μέρη της ξεχωρίζουν από τα χρώματα που έχει το καθένα (Πλάτων «Φαίδων» ή περί ψυχής) . Αρα η μπάλα ήταν φτιαγμένη από 12 χρώματα, 12 κομμάτια δέρματος συμβολίζοντας τους 12 Έλληνες Θεούς. Η μπάλα ήταν φουσκωμένη με αέρια και εξωτερικά ήταν ζωγραφισμένη με ζωντανά χρώματα και γεωμετρικά σχήματα. Σκοπός ήταν και για τις δύο ομάδες όπως και σήμερα να περάσουν την μπάλα από την απέναντι εστία, το τέρμα. Εντύπωση προξενεί επίσης η ιατρική(!) παρατήρηση του αθλήματος. Ο μεγάλος γιατρός της ύστερης αρχαιότητος Γαληνός μας δίνει μία καταπληκτική περιγραφή στο έργο του "Περί ασκήσεων με μικρή μπάλα" του παιχνιδιού. "Όταν οι παίκτες παρατάσσονται σε αντίθετες σειρές και αγωνίζονται, για να εμποδίσουν τον αντίπαλο να κρατήσει την μπάλα στο κέντρο, τότε είναι βίαια άσκηση με κρατήματα στους ώμους και λαβές πάλης. Έτσι το κεφάλι και ο λαιμός ασκούνται με τις κινήσεις, τα κρατήματα των ώμων και τα πλευρά και το στήθος και το στομάχι ασκούνται από τα κρατήματα και τις λαβές πάλης με τα χέρια. Σε αυτό το παιχνίδι οι γλουτοί και τα πόδια τεντώνονται βίαια, γιατί αποτελούν την βάση των κινήσεων. Ο συνδυασμός με το τρέξιμο μπροστά και πίσω και τα πηδήματα στα πλάγια, κάθε άλλο παρά μικρή άσκηση είναι όχι μόνο για τα πόδια αλλά και για όλο το σώμα που είναι σε κίνηση." Εάν δεν αρκούν τα λόγια έχουμε και "κατευθείαν αναμετάδοση" από το αρχαιολογικό μουσείο Αθηνών αθλητή - ποδοσφαιριστή, ο οποίος προσπαθεί με άψογη τεχνική να κοντρολάρει την μπάλα πάνω στο δεξί του πόδι. Είναι σαφές ότι ο παίκτης δεν πρέπει να πιάσει την μπάλα με τα χέρια του γι αυτό τα κρατάει πίσω από την πλάτη του. Μας διασώζονται ακόμη και ονόματα διάσημων «ποδοσφαιριστών» της αρχαιότητος ,όπως του Αριστόνικου του Καρυστίου, του Δημοτέλη του Χίου, του Χαιρεφάνη και του Κτησιβίου του Χαλκιδέως. Η σφαίρα (μπάλα), φτιαγμένη από δέρμα ή κομμάτια ύφασμα, ραμμένα και παραγεμισμένα με αλογότριχες, άχυρο ή μαλλί, παιζόταν από μικρούς και μεγάλους. Αναφέρεται και στην Οδύσσεια του Ομήρου, όταν περιγράφεται η συνάντηση του Οδυσσέα και της Ναυσικάς, κόρης του Αλκίνοου βασιλιά των Φαιάκων. Στα πιο δημοφιλή παιχνίδια με μπάλα περιλαμβάνονταν η απόρραξις και η ανακρουσία, όπου χτυπούσαν την μπάλα συνεχόμενα με δύναμη στο έδαφος ή στον τοίχο ώσπου να χάσουν. Στην ουρανία σφαίρα, κάποιος πετούσε τη μπάλα όσο πιο ψηλά μπορούσε και οι άλλοι προσπαθούσαν να την πιάσουν πριν πέσει στο έδαφος. Σε άλλο παιχνίδι, τα αγόρια, πετώντας την μπάλα με τα χέρια, προσπαθούσαν να την περάσουν στο στόμιο ενός αγγείου, κάτι σαν τη σημερινή καλαθοσφαίριση.
Ο νικημένος έπρεπε να πάρει στην πλάτη το νικητή. Αυτό ονομαζόταν "εφεδρισμός".
Πηγή: http://xletsos-basilhs.blogspot.gr/2011/01/blog-post.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Επίσκυρος
http://autochthonesellhnes.blogspot.gr/2014/06/blog-post_13.html
http://vasileiatsakli.blogspot.gr/2013/05/blog-post.html
Σάββατο 7 Μαΐου 2016
Greci e un comune ortodosso di Greci Arbereshe in Italia
Greci ( "Katundi" in arbëresh traduce come "paese") è un comune italiano di 716 abitanti della provincia di Avellino, in Campania. Situato a un'altitudine di 821 m s.l.m., è un paese di antiche tradizioni identitarie arbëreshë, l'unico di tutta la regione Campania, che ha conservato immutato nei secoli l'antica lingua arbëreshë, la cultura, i costumi e le varie tradizioni degli antenati. Deriva dal latino Graeci, ossia greci, in riferimento alla popolazione greco-bizantina dalla quale ha avuto origine il borgo. Il comune di Greci è circondato da vasti boschi. Il bosco in località Porcino, che si estende su circa 80 ettari, ha interessanti specie vegetali, tipiche della Querceta mista e animali, come la lepre, la beccaccia e la volpe. Altri rilevanti boschi sono quelli in località Serrone, che si estende per circa 20 ettari, e ha come specie vegetali essenzialmente conifere, e il bosco in località Ripitella, che si estende su circa 40 ettari, con le tipiche Querceta mista. A carattere quasi torrentizio, il fiume Cervaro nasce tra i comuni limitrofi e sfocia nel mare Adriatico, nei pressi di Siponto-Manfredonia. Il laghetto collinare Luz Aquafet ha estensione di 3.500 m² circa nella località "Luzza Aqua Fets". Nel luogo in cui sorge Greci vi erano stati i bizantini. Nel 535, l' imperatore di Costantinopoli Giustiniano, impegnato nelle guerre contro i Goti, inviò in Italia il proprio generale Belisario il quale vi fondò un gran numero di colonie, tra cui appunto Greci. Distrutto dai Saraceni (908), il borgo fu ricostruito nel 1039 per ordine di Pandolfo III, principe di Benevento. Nei secoli che seguirono, il territorio di Greci, pur rivalutato in termini di estensione ed importanza militare (divenne feudo di tre soldati), subì le vessazioni di baroni e principi locali che di volta in volta ne assunsero il controllo limitandone lo sviluppo economico e demografico. Il preesistente borgo cadde così in abbandono. Nella seconda metà del XV secolo il centro fu interessato da una massiccia migrazione di popolazioni Arbereshe greci provenienti dai Balcani bizantini meridionali, chiamate arbëreshë, che giunte in Italia a seguito del condottiero Giorgio Castriota Scanderbeg, costruirono un nuovo borgo in una zona scarsamente popolata. Scanderbeg sbarcò in Italia nel 1459 per aiutare Ferdinando I, re di Napoli, figlio del suo amico e protettore Alfonso d' Aragona nella lotta contro il rivale Giovanni d'Angiò ed i baroni suoi alleati. Le truppe di Scanderbeg, unitisi all'esercito di Ferdinando, contribuirono in maniera decisiva alla vittoria di quest'ultimo, in particolare in occasione della battaglia combattuta nel territorio di Terrastrutta, nei pressi di Greci, il 18 agosto 1461 e il cui esito segnò la fine delle aspirazioni angioine al trono di Napoli. Il re, in segno di gratitudine, permise, a quanti tra gli esuli Arbereshe di rito greco lo desiderassero, di restare in Italia e di ripopolare il luogo. Tale invito rispondeva anche ad esigenze pratiche: gli arbëreshë avrebbero potuto vigilare sui vicini insediamenti di origine franco-provenzale di Faeto e Celle San Vito, ancora fedeli agli angioini. Nei secoli successivi, centinaia di uomini e donne, a seguito dalla progressiva conquista ottomana dei territori bizantini, giunsero sulle coste pugliesi dalla sponda opposta dell'Adriatico e di qui a Greci ed in altri centri dell' Italia meridionale, importandovi la lingua. A Greci il rito bizantino, che pur ancora sopravvive in altri comuni italo-albanesi dell'Italia meridionale, fu abolito, talvolta anche con atti molto violenti, dall'autorità dei paesi limitrofi, sia civile che religiosa, con azioni di forza come quella operata dal cardinale di Benevento Orsini, in seguito divenuto Papa Benedetto XIII. Tali azioni non impedirono tuttavia di preservare l'identità e la lingua arbëreshe, ancora parlata dagli abitanti. Oggi Greci, l'unico comune arbëreshë della Campania, vive un periodo di intensa ripresa culturale, basato sulla riscoperta e la rivalutazione della lingua e delle antiche origini albanesi, in primo luogo grazie all'attività dell'associazione culturale "Katundi Zëmbra Jonë". La rappresentazione nella piazza principale del paese, in Arbereshe o in italiano, del dramma di San Bartolomeo, in occasione della festa patronale del 24 agosto, costituisce un evento religioso e culturale di grande interesse per la comunità, che richiama anche un gran numero di turisti. A Greci si parla l'antico albanese, detto arbëresh. Per esempio, infatti, benvenuti si dice mirë se na erdhët, oppure ciao è falemi, si è uej e no è jo, e così via dicendo. I suoi abitanti la chiamano in albanese "Katundi", che significa "la città" (il nome Greci è stato indicato dai paesi limitrofi, che scambiavano i suoi abitanti, a causa del rito ortodosso, per greci e non per arbëreshë).
Πηγή: https://it.m.wikipedia.org/wiki/Greci_(Italia)
