Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Κλέφτες και Αρματολοί - Η ελληνική αντίσταση στην τουρκοκρατία

Η τουρκική κατάκτηση δημιούργησε τις συνθήκες για την ανάπτυξη ενός ρεύματος, που οδηγούσε τους κατοίκους από τις πεδινές περιοχές προς τους ορεινούς όγκους. Μπροστά στην απειλή της σφαγής ή της αιχμαλωσίας οι πληθυσμοί πεδινών οικισμών έπαιρναν τον δρόμο που οδηγούσε μακριά από την ταπείνωση και τον εξευτελισμό. Για την επιλογή των τόπων της νέας εγκαταστάσεως βασική προϋπόθεση ήταν η εξασφάλιση όρων μιας ελεύθερης διαβιώσεως, απαλλαγμένης από την καταπίεση της τουρκικής εξουσίας, από τον κίνδυνο του εξανδραποδισμού και από τις καταστροφές που δημιουργούσαν άτακτα στρατιωτικά στίφη ή τακτικός στρατός που μετακινιόταν για πολεμικές επιχειρήσεις από τόπο σε τόπο. Αρκεί να επισκεφθεί κανείς και σήμερα ορισμένα χωριά της Ελλάδας για να διαπιστώσει ότι την απομόνωση ζητούσαν οι πληθυσμοί που κατέφευγαν εκεί προσπαθώντας να γλιτώσουν από τις συνέπειες της γειτνιάσεως με τουρκικούς στρατιωτικούς ή διοικητικούς σταθμούς. Στους οικισμούς αυτούς διαμορφώθηκε μια ζωή καινούρια, που την πορεία της ρύθμισε όχι μόνο ο άνθρωπος αλλά και η φύση. Οι φυγάδες ήξεραν ότι, στην πρώτη περίοδο τουλάχιστον, θα αντιμετώπιζαν οξύτατο το πρόβλημα της τροφής. Το χώμα για την καλλιέργεια ήταν λιγοστό, το νερό συχνά σπάνιο, οι καιρικές συνθήκες τον χειμώνα δυσμενείς, ώστε να συντελούν σε μια πολυήμερη και πολύμηνη κάποτε απομόνωση από τον κόσμο του κάμπου. Για την επιβίωση χρειαζόταν σκληρός αγώνας, που είχε ως συνέπεια τόσο την ανάπτυξη σωματικών και πνευματικών ικανοτήτων όσο και τη δημιουργία μιας νοοτροπίας και μιας ψυχοσυνθέσεως διαφορετικής. Μέσα στα πλαίσια της καινούριας ζωής οι οικογένειες και τα άτομα ξαναγύριζαν στις αρχέγονες πηγές ζωής, στην κτηνοτροφία και στη γεωργία. Στις ανώμαλες όμως περιστάσεις - όπως ήταν η πρώτη περίοδος της τούρκικης κατακτήσεως - στους ορεινούς πληθυσμούς δημιουργείται και η ψυχοσύνθεση του αντάρτη, του ανυπότακτου, που αρνείται να συμβιβαστεί με την εξουσία και καταφεύγει, και για την ηθική του ικανοποίηση, και για την επιβίωσή του, στην αρπαγή, μοναδικό τις περισσότερες φορές μέσο για τη συντήρησή του. Από τους οικισμούς αυτούς προήλθαν σε μεγάλο ποσοστό οι κλέφτες, που με το πέρασμα των χρόνων, κυρίως στον 18ο αι., απετέλεσαν την έκφραση ενός έντονου φιλελευθερισμού και απλώθηκαν σε όλο τον ελληνικό χώρο, από την Μακεδονία ως την Πελοπόννησο. Για να φθάσει όμως ο κλέφτης να γίνει ο θρυλικός αγωνιστής της ελευθερίας, όπως μας τον παρουσιάζουν τα δημοτικά μας τραγούδια και η παράδοση, χρειάσθηκε να περάσουν τρεις περίπου αιώνες μετά την Άλωση. Είναι άλλωστε παραδεκτό ότι οι κλέφτες στους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας δεν είχαν συνείδηση ότι αγωνίζονται για την ελευθερία του συνόλου. Οι αγώνες τους, οι ατομικές τους επιτεύξεις και επιδιώξεις περιορίζονταν σε μια στενή εδαφικά περιοχή, σε μια μικρή ομάδα, τα συμφέροντα της οποίας υπεράσπιζαν. Πολύ αργότερα, δύο ή τρεις γενεές πριν από την επανάσταση του 1821, οι κλέφτες θα γίνουν οι πυρήνες των στρατιωτικών σωμάτων αντιστάσεως εναντίον των τουρκικών αυθαιρεσιών. Η τούρκικη εξουσία θα οργανώσει τότε στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον τους ή θα αναγκασθεί να λάβει άλλα μέτρα στις περιοχές που άκμαζε η κλεφτουριά, με σκοπό να τους δελεάσει ή να τους εξουδετερώσει. Κάθε ομάδα κλεφτών αριθμούσε γύρω στα 50 παλικάρια, χωρίς να αποκλείεται και μεγαλύτερος αριθμός. Άγραφοι νόμοι και συνήθειες σφυρηλατημένες στον χρόνο ρύθμιζαν τις σχέσεις των κλεφτών μεταξύ τους και με τον καπετάνιο, τον μόνο που μπορούσε να κρίνει και να αποφασίζει για ό,τι αφορούσε την ομάδα του και τα παλικάρια του. Το αξίωμά του ο καπετάνιος το χρωστούσε αποκλειστικά στις ικανότητές του, πράγμα που τον ανέβαζε στη συνείδηση των κλεφτών. Η τακτική της ενέδρας και του αιφνιδιασμού ήταν η μόνη που γνώριζαν οι κλέφτες στις συγκρούσεις τους με τους Τούρκους. Αυτή η τακτική, που τόσο αποτελεσματική υπήρξε και κατά την επανάσταση του 1821, αλλά και σε μεταγενέστερα απελευθερωτικά κινήματα στον ελληνικό χώρο και αλλού, ο κλεφτοπόλεμος, ευνοήθηκε από την ορεινή διαμόρφωση του εδάφους. Βασικό στοιχείο του κλεφτοπολέμου ήταν το γιουρούσι,που η επιτυχία του ήταν πάντα εξαρτημένη από την αποφασιστικότητα, τον ενθουσιασμό και την ταχύτητα των ενεργειών. Στο γιουρούσι, εκτός από την ομαδική προσπάθεια, σημασία είχε περισσότερο η προσωπική ικανότητα και πρωτοβουλία. Ο κλέφτης έπρεπε να κινηθεί μέσα στα πλαίσια που είχαν αποφασισθεί πριν από την έναρξη της επιχειρήσεως, μπορούσε όμως και να αντιμετωπίσει χωρίς περιορισμούς τακτικής τον αντίπαλο, αν αυτό φαινόταν αποτελεσματικότερο. Στις επιθέσεις που έκαναν οι τούρκοι εναντίον των κλεφτών η τακτική της άμυνας στηριζόταν στα ταμπούρια, που ήταν τις πιο πολλές φορές φυσικά οχυρώματα. Τα τεχνικά οχυρώματα κατασκευάζονταν μόνο όταν οι συνθήκες του εδάφους-το απαιτούσαν, πράγμα όμως σπάνιο για τα ελληνικά βουνά. Πλούσιες είναι οι πληροφορίες που συγκέντρωσε ο Faurie για την καθημερινή ζωή των κλεφτών στα λημέρια και για την πολεμική άσκησή τους, που τους προετοίμαζε για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του εχθρού. Η σκοποβολή και η λιθοβολία, το πήδημα και το τρέξιμο - αγαπητή ενασχόληση των κλεφτών στις πλαγιές των βουνών - συνδυασμένα με τις κακουχίες και τις σωματικές ταλαιπωρίες έδωσαν στους κλέφτες τα εφόδια για τον αγώνα του 1821. Το «σύστημα των Κλεπτών», που ήταν κατά τον Ι. Φιλήμονα «το πρότυπον πολεμικόν σχολείον της μελλούσης μεταβολής, σχηματίζον την πρώτην στρατιωτικήν δύναμιν της Ελλάδος», ξεκίνησε, όπως είδαμε, από ομάδες, που ο τρόπος της δράσεώς τους θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ληστρικός. Η μεταμόρφωση όμως που πραγματοποιήθηκε κάτω από την επίδραση πολλών παραγόντων, και κυρίως των πολεμικών γεγονότων που διαδραματίσθηκαν στις ελληνικές χώρες κατά τον 18ο αιώνα, ήταν τόση και τέτοια, ώστε να θεωρείται η κλεφτουριά, μαζί με το αρματολίκι, για το οποίο αμέσως θα γίνει λόγος, οι πυρήνες και οι βάσεις για την παρασκευαζόμενη εξέγερση, που θα στηριζόταν στους «σταυραϊτούς του Ολύμπου» και «ξεφτέρια των Αγράφων», όπως είχε ονομάσει τους κλεφταρματολούς ο Ρήγας.
Παράλληλος προς τον θεσμό των κλεφτών, αλλά δημιούργημα άλλων παραγόντων, υπήρξε ο θεσμός των αρματολών, που οι αρχές του χάνονται επίσης στα πρώτα χρόνια της εμφανίσεως των Οθωμανών. Η λέξη αρματολός, που τόση διάδοση είχε στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, δεν συναντιέται σε ελληνικά κείμενα ως τον 17ο αι. Αντίθετα, σε πολύ παλαιά τούρκικα κείμενα βρίσκουμε τον όρο martolos, martoloz, και σε βενετικά χρονικά και έγγραφα του 16ου αι., έχουμε συχνή μνεία των martolosi, που σημαίνουν ακριβώς τους αρματολούς. Στην πρώιμη χρήση της, όπως προκύπτει από τα τούρκικα κείμενα, η λέξη σημαίνει τον ένοπλο, τον φρουρό του κάστρου, όπως επίσης και τον πειρατή, όχι μόνο των θαλασσών, αλλά και των ποταμών, και ιδιαίτερα του Δουνάβεως. Η συστηματική οργάνωση του θεσμού και η εφαρμογή του στην Ευρώπη τοποθετείται στα χρόνια του σουλτάνου Μουρατ Β' (1421 - 1451), όταν ακριβώς, ιδρύεται και το πρώτο αρματολίκι στην Ελλάδα, στην περιοχή των θεσσαλικών Άγράφων, λίγες δεκαετίες μετά την υποταγή της Θεσσαλίας στους Τούρκους. Τα Άγραφα βρίσκονταν σε σημείο καίριο για την ασφάλεια των προωθημένων τουρκικών δυνάμεων, που φυσικό ήταν να επιδιώκουν κατά τις πρώτες τους επιχειρήσεις τη δημιουργία συνθηκών ευνοϊκών για την παραπέρα πραγματοποίηση των σχεδίων τους. Καθώς η γεωγραφική διαμόρφωση του τόπου ευνοούσε τη δημιουργία νησίδων αντιστάσεως ή ορμητηρίων για τυχόν παρενοχλητικές επιχειρήσεις εκ μέρους των παλαιών κυρίων του τόπου, η επιτήρηση των περασμάτων και των επικίνδυνων σημείων ήταν απαραίτητη. Σ' αυτή τη φύλαξη των περασμάτων και των κλεισούρων ο Μουράτ είναι πολύ πιθανό ότι δεν χρησιμοποίησε Έλληνες, αλλά Τούρκους παλαίμαχους πολεμιστές, που είχαν κουρασθεί από τις μακρόχρονες πολεμικές συγκρούσεις, αλλά ήταν σε θέση να αναλάβουν αυτού του είδους τις βοηθητικές υπηρεσίες. Από την εποχή αυτή και πέρα διαμορφώνεται όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες της Βαλκανικής, ο αρματολισμός, θα χρειασθεί όμως να περάσει από διάφορες φάσεις για να φθάσει στη μορφή που έχει στο τέλος του 18ου αι. Αρματολοί αναφέρονται αρχικά ως επικουρικά στρατεύματα των Τούρκων - τα οποία αυτοί σχημάτιζαν από ντόπιους, στις χώρες που κατακτούσαν, και τα χρησιμοποιούσαν στις εκστρατείες τους. Τα μέλη των σωμάτων αυτών κατά τον 15ο αι. απαλλάσσονταν από τους συνηθισμένους φόρους που πλήρωναν οι υπόδουλοι και λάμβαναν μισθό για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν. Στα μέσα του 15ου αι. μνημονεύονται χριστιανοί αρματολοί στο σαντζάκι των Σκοπίων. Το 1492 αναφέρονται πάνω από 500 αρματολοί ως φρουρές στα σύνορα προς το Βελιγράδι. Κατά την ίδια περίοδο αναφέρονται αρματολοί να υπηρετούν σε φρούρια των δαλματικών συνόρων και να ενοχλούν σοβαρά τους Βενετούς. Τον Σεπτέμβριο του 1503, αρματολοί χρησιμοποιήθηκαν στην επίθεση κατά της πόλεως Σπαλάτο (Split). Επί Σουλεϊμάν Α' (1520 - 1566) αρματολοί εκτελούσαν υπηρεσία και στη μεθόριο και στο εσωτερικό της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στα χρόνια του Σουλεϊμάν Α' του Μεγαλοπρεπούς (1520 - 1566) ιδρύεται στην Ελλάδα μια αλυσίδα από αρματολίκια, πού, όπως είδαμε, είναι προέκταση των αρματολικιών της βόρειας Βαλκανικής. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, στηριγμένοι σε μιαν αμάρτυρη πληροφορία (του Αραβαντινού), ξέραμε ονομαστικά 15 αρματολίκια, που απλώνονταν κατά την εποχή αυτή στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στην Αιτωλοακαρνανία και στη Θεσσαλία, και συγκεκριμένα: στη Μακεδονία, δυτικά του Άξιου, τα αρματολίκια της Βέροιας, των Σερβίων, της Ελάσσονος, των Γρεβενών και της Μηλιάς- στην Ήπειρο και Αιτωλοακαρνανία τα αρματολίκια των Τζουμέρκων, του Μαλακασίου, του Ξερόμερου, του Λιδορικίου και του Βενέτικου, στη Θεσσαλία τα αρματολίκια του Ολύμπου, των Αγράφων των Χασίων, του Μαυροβουνίου και του Πατρατζικίου. Ό κατάλογος αυτός των αρματολικιών, που όπως είπαμε είναι αμάρτυρος και δημοσιεύθηκε τον περασμένο αιώνα, επιβεβαιώνεται στο μεγαλύτερο μέρος του από τουρκικά έγγραφα, που ανήκουν στο β' ήμισυ του 16ου αι. Στα έγγραφα αυτά αναφέρονται τα αρματολίκια των Ιωαννίνων, της Άρτας (Τζουμέρκων), των Αγράφων, των Σερβίων, των Γρεβενών, της Ελασσόνας, του Δομενίκου, των Τρικάλων, της Ανασελίτσας, του Κάρλελι, του Πατρατζικίου. Βορειότερα μνημονεύονται αρματολίκια στο Βελιγράδι, στο Σμενδέροβο, στο Δέλβινο, στην Κορυτσά, στο Ελμπασάν, στην Αυλώνα, στα Σκόπια και μερικά ακόμη, που οι τούρκικες ονομασίες, με τις οποίες αναφέρονται, κάνει εξαιρετικά δύσκολη την ταύτισή τους. Αντίθετα, στην Πελοπόννησο δεν αναφέρεται ούτε ένα αρματολίκι, παρά το γεγονός ότι και εδώ η μορφολογία του εδάφους θα ευνοούσε την ίδρυση τους. Οι αρματολοί βαθμιαία εντάσσονται στο ισχυρό ρεύμα που οδηγεί προς τον αγώνα για την ελευθερία. Έτσι λίγα χρόνια πριν από τα Ορλωφικά, το 1765, πολλοί καπετάνιοι, παλαιοί αρματολοί, προσπαθούν να εξεγείρουν τους κατοίκους της περιοχής της Λάρισας εναντίον των διορισμένων από τις τουρκικές αρχές δερβεναγάδων. Και αν αύτη η προσπάθεια δεν είναι γνήσια απελευθερωτική, λίγα χρόνια αργότερα, μόλις αρχίζει να συνταράζεται ο τόπος από το κίνημα των Ορλώφ, οι αρματολοί της Ρούμελης, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, μαζί με τους κλέφτες, θα πρωτοστατήσουν, καθώς και αργότερα στο κίνημα του Κατσώνη. Τα αρματολίκια, στην τελευταία περίοδο της τουρκοκρατίας, μαζί με τα λημέρια των κλεφτών είναι οι εστίες που πυρακτώνουν το εθνικό φρόνημα. Σ' αυτά τα αρματολίκια και τα λημέρια στήριζε τις ελπίδες του για την εξέγερση ο Ρήγας Βελεστινλής, που στον «Ύμνο Πατριωτικό της Ελλάδος και όλης της Γραικίας» αναφέρει ονομαστικά τριάντα περίπου κλεφταρματολούς, σαν παράδειγμα που πρέπει να μιμηθούν όλοι οι Έλληνες.
Πηγή: http://www.egolpion.com/113FBFFB.el.aspx

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου