Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Ο ανορθόδοξος πόλεμος των Ελληνικών πληθυσμών εναντίον των Ξένων κατακτητών κατα την Νεότερη Εποχή

Όλοι στο σχολείο έχουμε μάθει για τους κλέφτες και τους αρματωλούς, ως ήρωες της Επανάστασης. Από τότε μας έκανε εντύπωση η λέξη «κλέφτες» για να περιγράψει ήρωες, ενώ στη κανονική ζωή η λέξη αυτή περιγράφει κάτι αρνητικό. Υπάρχουν τελικά δύο είδη κλεφτών; Οι κλέφτες στον ελλαδικό χώρο, οι χαϊντούκοι στο βορειότερο βαλκανικό, οι χαΐνηδες στην Κρήτη, ή ακόμα ίσως και οι ζεϊμπέκοι στη Δυτική Μικρά Ασία, είναι διάφορες τοπικές εκφράσεις ενός παρόμοιου πράγματος. Ο λαός γοητευόταν και γοητεύεται από τους παράνομους, ακόμα κι αν κάποτε έπεφτε θύμα της δράσης τους. Και όσο περισσότερο η κρατική εξουσία μοιάζει ξένη και εχθρική, τόσο πιο εύκολα αυτοί που την αψηφούν γίνονται ήρωες στα μάτια του κόσμου.
ΕΛΛΑΔΑ : Κλέφτες, ονομάζονταν τα μέλη ένοπλων παράνομων ομάδων του βουνού, την περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι οποίοι έδωσαν το όνομά τους στα φημισμένα κλέφτικα δημοτικά τραγούδια. Η κατάκτηση του ελλαδικού χώρου από τους Οθωμανούς ώθησε κάποιους από τους πληθυσμούς των πεδινών περιοχών στο να αποσυρθούν σε άγονες ορεινές περιοχές, προσπαθώντας να γλυτώσουν από τις συνέπειες της γειτνίασης με τουρκικά στρατιωτικά ή διοικητικά κέντρα. Στις καινούριες συνθήκες ζωής τους στο σκληρό αυτό περιβάλλον δημιουργήθηκε και η ψυχοσύνθεση του αντάρτη, του ανυπότακτου, οποίος καταφεύγει στην αρπαγή, για την ηθική ικανοποίησή του αλλά και για λόγους επιβίωσης. Επιπλέον παράγοντας που θα πρέπει να συνυπολογιστεί είναι ότι η ληστεία ήταν συνηθισμένη συμπληρωματική οικονομική δραστηριότητα των ορεινών νομαδικών ή ημινομαδικών ποιμενικών φύλων και, σε ορισμένες περιοχές, όπως στον Βάλτο της Αιτωλοακαρνανίας, ήταν ενδημικό φαινόμενο από την αρχαιότητα. Σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι κλέφτες ήταν μόνιμη πηγή αταξίας και ανησυχίας καθώς, οργανωμένοι σε ολιγο- ή πολυμελείς συμμορίες, προκαλούσαν τον τρόμο στους χωρικούς και τους διαβάτες. Στήνοντας ενέδρες στους εμπόρους και τους ταξιδιώτες στα διάφορα περάσματα, τους λήστευαν ή τους κρατούσαν ομήρους μέχρι να εισπράξουν λύτρα. Ο Νεοκλής Σαρρής παρατηρεί ότι μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων κλεφτών προτάσσεται η «εθνική» (εισαγωγικά του συγγραφέα) αντίθεση υπό τη μορφή της διαφοράς θρησκεύματος και δευτερευόντως γλώσσας. Οι εξεγέρσεις των κλεφτών πριν το 1821 είχαν εθνικά χαρακτηριστικά. Ο Ι. Φιλήμων επίσης αναφέρει ότι οι Τούρκοι ονόμαζαν "άπιστους κλέφτες" (χιρζίζ γκιαουρλάρ) τους Έλληνες επαναστάτες. Ληστρική δράση παρόμοια με αυτή των ελλήνων κλεφτών σημειώθηκε και σε άλλες χώρες της τουρκοκρατούμενης βαλκανικής χερσονήσου, πχ από τους Χαϊντούκους στον χώρο της σημερινής Σερβίας και Βουλγαρίας. Ασκούσαν όμως κάποια γοητεία στους φτωχούς και απόλεμους κατοίκους της υπαίθρου, με τη σκληρότητα, την ικανότητα στα όπλα και το θάρρος τους. Το οθωμανικό κράτος, αδυνατώντας να επιβάλει το ίδιο την τάξη, ιδιαίτερα στις ορεινές επαρχίες του, χρησιμοποίησε ένοπλες ομάδες πρώην κλεφτών ή άλλων οπλαρχηγών, προκειμένου να περιορίσει τη δράση των κλεφτών. Οι ένοπλες αυτές ομάδες ονομάζονταν αρματολοί.Από τον 18ο αιώνα οι κλέφτες άρχισαν να δείχνουν πως είναι ικανοί να δημιουργήσουν προβλήματα στην οθωμανική κυριαρχία, με αποτέλεσμα να γίνονται υπολογίσιμοι και από τις ξένες δυνάμεις που απέβλεπαν σε εξέγερση των χριστιανικών λαών των Βαλκανίων αλλά και από τους Έλληνες που απέβλεπαν στην αποτίναξη της τουρκικής κυριαρχίας. Οι τελευταίοι είδαν στους κλέφτες τους ηρωικούς εκδικητές του Ελληνισμού και έδωσαν ρομαντικό πνεύμα στη λέξη κλέφτης, με πρώτο παράδειγμα το συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας η οποία δημοσιεύτηκε το 1806 στην Ιταλία. Αυτός αποκαλεί τους κλέφτες ανθρώπους, οι οποίοι, μη υποφέροντας τη φοβερή τυραννία των Οθωμανών, φεύγουν στα δάση για να διαφυλάξουν την ελευθερία τους και δεν ενοχλούν καθόλου τους χωρικούς. Οι συνθήκες διαβίωσης των κλεφτών ήταν πολύ άσχημες. Αυτό συνέβαινε γιατί αναγκάζονταν να μετακινούνται συνεχώς και να βρίσκονται διαρκώς σε επιφυλακή. Η πολεμική τους τακτική ήταν άρτια, λόγω της πολλής και σκληρής τους εξάσκησης όποτε δεν βρίσκονταν στη μάχη. Σταδιακά και μέχρι την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα το 1821, οι κλέφτες, μαζί με τους αρματολούς, αποτέλεσαν τη μόνη στρατιωτική δύναμη της Ελλάδας η οποία μπορούσε να πολεμήσει επιτυχώς τον κατακτητή, χάρη στην επιτυχημένη εφαρμογή του κλεφτοπολέμου. Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους μετά την Επανάσταση του 1821, ήταν η ληστεία. Ήδη από την εποχή του Καποδίστρια, άρχισε η δράση ορισμένων ληστών, η οποία τα επόμενα χρόνια πήρε μεγάλες διαστάσεις, φτάνοντας μάλιστα και σε σημείο να δημιουργήσει στην Ελλάδα, προβλήματα στις σχέσεις της με άλλες χώρες. Από την εποχή του Καποδίστρια ήδη, παρουσιάστηκαν τα πρώτα κρούσματα ληστείας, όμως αντιμετωπίστηκαν με σχετική επιτυχία. Με τον ερχομό του Όθωνα και τη διακυβέρνηση της χώρας, ως την ενηλικίωσή του, από την Αντιβασιλεία, το πρόβλημα επανήλθε δριμύτερο. Τον Μάρτιο του 1833, διαλύθηκαν τα άτακτα στρατεύματα της Επανάστασης και μόνον δύο χιλιάδες από τους άνδρες τους μπορούσαν να ενταχθούν στο νεοσύστατο Τάγμα των ακροβολιστών (ελαφρύ πεζικό). Έτσι «σώματα πειναλέων αγωνιστών διατρεχόντων πάσαν την χώραν», κάνουν την εμφάνισή τους. Άλλοι μιλούν για 5.000, άλλοι ανεβάζουν τον αριθμό τους στους 13.000. Στο μεταξύ, από το 1840 περίπου και μετά, οι ληστές άρχισαν να αποκτούν και πολιτικά κίνητρα στη δράση τους. Συχνά υποκινούνταν από την αντιπολίτευση στον Όθωνα. Και μετά την έξωση του Όθωνα (1862) και την άνοδο στον θρόνο του Γεωργίου Α', η κατάσταση δεν άλλαξε. Αποκορύφωμα βέβαια της δράσης των ληστών στη χώρα μας, ήταν η περιβόητη «ληστεία του Δήλεσι» (Μάρτιος 1870), η οποία όχι μόνο καταρράκωσε διεθνώς το κύρος της χώρας μας, αλλά την υποχρέωσε να πληρώσει ως αποζημίωση, αρκετά εκατομμύρια δραχμές. Φυσικό επακόλουθο όλων αυτών, ήταν να «τσαλακωθεί» στο εξωτερικό το κύρος της χώρας μας, η οποία στον ευρωπαϊκό τύπο χαρακτηριζόταν «φωλεά ληστών και πειρατών», «χώρα ημιβαρβάρων» και «εντροπή δια τον πολιτισμόν». Σε επίσημα έγγραφα, αναφέρεται ότι η Ελλάδα «τίθεται εκτός του κύκλου των εξευγενισμένων κρατών» και ότι «αι ληστείαι συμφωνούνται εν Αθήναις, ένθα και διανέμονται τα χρήματα». Μεγάλη αίσθηση, προκάλεσε και το μυθιστόρημα του Εντμόν Αμπού «Ο Βασιλεύς των Ορέων», που εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1875 και παρουσιάζει το πρόβλημα της ληστοκρατίας στη χώρα μας μετά την Επανάσταση του 1821.
ΒΑΛΚΑΝΙΑ : Ό,τι στην Ελλάδα ήταν οι κλεφταρματολοί, στις βορειότερες βαλκανικές περιοχές ήταν οι χαϊντούκοι. Η λέξη επικράτησε κυρίως στις σλαβόφωνες περιοχές, Σερβία και τη Βουλγαρία όπου οι χαϊντούκοι έχουν ρόλο στην εθνική μυθολογία. Ο επικεφαλής μιας ομάδας χαϊντούκων λεγόταν χαράμπασας. Οι παντούροι, που είχαν καθήκοντα τοπικής αστυνομίας, ήταν συχνά μετανοημένοι πρώην χαϊντούκοι μια ένδειξη ίσως ότι κι εδώ τα όρια ήταν δυσδιάκριτα. Οι λόγοι που ωθούσαν κάποιον να βγει στα βουνά και να γίνει χαϊντούκος ήταν παρόμοιοι με των κλεφτών: φυγοδικία, εκδίκηση (π.χ. εναντίον Μουσουλμάνου), αλλά και η αναζήτηση της ελευθερίας και της περιπέτειας. Σε όλα αυτά έπαιζε φυσικά ρόλο και η έλλειψη εμπιστοσύνης προς ένα κράτος, το οποίο αντιμετώπιζε τους μη Μουσουλμάνους ως υποδεέστερους. Οι χαϊντούκοι στόχευαν κυρίως έμπορους και μεγαλογαιοκτήμονες. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους καλούς Χριστιανούς και τηρούσαν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις δεν θεωρούσαν τη ληστρική τους δραστηριότητα ως κάτι αντιφατικό μ’ αυτό. Αν και υπήρχαν και ομάδες Μουσουλμάνων ληστών (οι λεγόμενοι κρντζάλιε), ο όρος «χαϊντούκοι» ήταν συνδεδεμένος με τους Χριστιανούς και οι σημαίες τους είχαν πάνω το σταυρό. Μια ιδιαιτερότητα στη Σερβία ήταν η θέση της στα όρια με την Αυτοκρατορία των Αψβούργων. Χαϊντούκοι χρησιμοποιούνταν ανάλογα με τις περιστάσεις κι από τις δύο γειτονικές αυτοκρατορίες, κάτι που τους έδωσε την ευκαιρία να εκπαιδευτούν με βάση τα πρότυπα ενός τακτικού στρατού. Απέκτησαν έτσι γνώσεις και εμπειρίες που πήγαιναν πέρα από τον κλεφτοπόλεμο. Σ’ αυτούς ανήκε και ο μετέπειτα μεγάλος εθνικός ήρωας των Σέρβων, ο Καρατζόρτζε Πέτροβιτς. Ήταν αυτοί οι χαϊντούκοι που θα έπαιζαν κρίσιμο ρόλο στο ξέσπασμα της Πρώτης Σερβικής Εξέγερσης (1804-1813), το πρώτο σε μια σειρά από βήματα που θα έφερναν αρχικά την αυτονομία και μετά την ανεξαρτησία της Σερβίας. Όσοι όμως απ’ αυτούς δεν εντάχθηκαν στις δομές του νεοσύστατου κράτους και συνέχισαν τη ληστρική τους δραστηριότητα, γρήγορα έγιναν από εθνικοί ήρωες ο νούμερο ένα εχθρός. Στη νοτιοδυτική Σερβία, σε ορεινές περιοχές με πυκνά δάση, χαϊντούκοι συνέχισαν να είναι δραστήριοι σε όλο τον 19ο αιώνα. Οι λόγοι που τους ωθούσαν να βγαίνουν στην παρανομία δεν ήταν πολύ διαφορετικοί από πριν: φυγοδικία, βεντέτες, αντίδραση στην κρατική καταπίεση. Το σέρβικο κράτος, που δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη σε χαϊντούκους, θα τους πολεμούσε τώρα με σκληρότητα που δεν είχε να ζηλέψει πολλά απ’ αυτήν των Οθωμανών. Για να καταφέρει να τους εξαφανίσει, θα έπρεπε να περιμένει μέχρι τον επόμενο αιώνα.
ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ : Οι (επίσης θρυλικοί) ζεϊμπέκοι στη Δυτική Μικρά Ασία έδωσαν το όνομά τους και στο γνωστό χορό. Ήταν ένοπλες ομάδες ατάκτων, κυρίως τουρκόφωνων Μουσουλμάνων, η κάθε μια υπό την ηγεσία ενός εφέ. Μπορεί το λήμμα Zeybek στα λεξικά να σημαίνει «όνομα τουρκικής φυλής, κατοικούσης εις τα περίχωρα της Σμύρνης και της Προύσης» και Zeybek Kiyafeti (ενδυμασία Ζεϊμπέκου) που φέρουν οι εύζωνοι στρατιώτες, για τους Ελληνες του Αϊδινίου και ιδιαίτερα της Λέσβου, η λέξη Ζεϊμπέκης σήμαινε λεβέντης, παλικάρι. Οι Ζεϊμπέκοι ήταν ένα κοινωνικό μόρφωμα που διαμορφώθηκε στην κεντροδυτική Μικρά Ασία με κέντρο τις αρχαίες Τράλλεις (Αϊδίνιο), με πλούσια πολιτιστική και κοινωνική δράση και σημαντικότερα χαρακτηριστικά την απαίτηση για αυτονομία, τη διατήρηση των προνομίων τους την έντονη αντιεξουσιαστική δράση εναντίον της οθωμανικής αυταρχικότητας. Για πολλούς αιώνες παρουσιάζονται στην ιστορία ως πολιτιστικοί φορείς του φαινομένου του ζεϊμπέκικου (χορού και τραγουδιού) εκπροσωπώντας πιθανόν μια παμπάλαια συνήθεια των κατοίκων της περιοχής του κεντροδυτικού Αιγαίου (Σμύρνη, Εφεσος, Αϊδίνιο) να αποτίουν φόρο τιμής στους χθόνιους θεούς και τη μάνα γη με εκδηλώσεις διονυσιακής λατρείας. Οι Ζεϊμπέκοι ήταν «πιθανός καρπός επιμειξίας Θρακών μεταναστών και κατοίκων της Φρυγίας. Ανέπτυξαν ληστρική -και συχνά επαναστατική- δράση κι έγιναν γνωστοί ως οι σημαντικότεροι εκφραστές της κοινωνικής ληστείας στην Ανατολία. Ορκισμένοι εχθροί της οθωμανικής εξουσίας, σκοπό τους είχαν την αποκατάσταση της κοινωνικής αδικίας. Επίσης απέκτησαν θρυλική φήμη που οφείλεται στην ντομπροσύνη και τη γοητεία τους. Στους τελευταίους οθωμανικούς αιώνες ο όρος «ζεϊμπέκ» ήταν συνδεδεμένος μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, που βασιζόταν στη ληστεία των πλουσίων και την απόρριψη της οθωμανικής εξουσίας. Φορούσαν ειδικά ρούχα, για να ξεχωρίζουν. Συχνά μας μεταφέρεται σήμερα η εικόνα «Ρομπέν των δασών», με τους ζεϊμπέκους να βοηθούν τους απλούς χωρικούς και να τους προστατεύουν από την κρατική αυθαιρεσία. Ενδιαφέρον είναι ότι τα υπολείμματά τους έπαιξαν ρόλο και στον «Πολέμο της Ανεξαρτησίας», συντασσόμενοι με τον κεμαλικό κίνημα και πολεμώντας τα ελληνικά στρατεύματα. Στα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας, και αφού τέτοιες ομάδες είχαν πλέον εξαλειφθεί ή ενταχθεί στον κανονικό στρατό, η ζεϊμπέκικη κουλτούρα έγινε μάλλον ένα φολκλορικό στοιχείο. Αυτή είναι πιο αρνητική σημερινή στάση του τουρκικού πληθυσμού απέναντι στο στρατό στην περιοχή του Αιγαίου ακριβώς λόγω της ζεϊμπέκικης παράδοσης δυσπιστίας απέναντι στην κρατική εξουσία.
ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ: Σικελικός Εσπερινός ήταν η ονομασία της επανάστασης των
Σικελών το 1282 ενάντια στο καθεστώς του Καρόλου του Ανδεγαυού, Γάλλου βασιλέα ο οποίος είχε καταλάβει το Βασίλειο της Σικελίας το 1268 και εμφανιζόταν ως ο επίδοξος κατακτητής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος σε συνεργασία με τον Πέτρο Γ΄ της Αραγονίας αναμείχθηκαν στην λαϊκή εξέγερση και τελικά η Σικελία πέρασε στον έλεγχο της Αραγονίας, ενώ σημαντική ήταν και η προδιάθεση των Σικελών να εκδιώξουν τους κυβερνήτες τους. Η εξέγερση ονομάστηκε έτσι επειδή ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του Εσπερινού της Δευτέρας του Πάσχα, στις 30 Μαρτίου 1282. Στον ήχο της καμπάνας αγγελιοφόροι διέτρεξαν την πόλη καλώντας τους άντρες του Παλέρμου να ξεσηκωθούν ενάντια στον καταπιεστή. Ευθύς οι δρόμοι γέμισαν με οργισμένους κατοίκους, που κραύγαζαν «Moranu li Francisi» (που στα σικελικά σημαίνει «Θάνατος στους Γάλλους»). Κάθε παρευρισκόμενος Γάλλος χτυπήθηκε. Ξεχύθηκαν στα πανδοχεία όπου σύχναζαν Γάλλοι και στα σπίτια όπου κατοικούσαν, χωρίς να ξεχωρίζουν άντρες, γυναίκες ή παιδιά. Σικελές κοπέλες που είχαν νυμφευθεί Γάλλους πέθαναν μαζί με τους συζύγους τους. Οι διαδηλωτές διέρρηξαν τα μοναστήρια των Δομινικανών και των Φραγκισκανών· και όλες οι ξένες μοναχές σύρθηκαν έξω και τις διέταξαν να προφέρουν τη λέξη «ciciri», φθόγγους που οι Γαλλόφωνοι αδυνατούν να προφέρουν. Όσες αποτύγχαναν σε αυτό το τεστ, σκοτώνονταν... Μέχρι το επόμενο πρωί σχεδόν δύο χιλιάδες Γάλλοι -άνδρες και γυναίκες- κείτονταν νεκροί·και οι στασιαστές είχαν τον απόλυτο έλεγχο της πόλης. Χρειάστηκαν έξι εβδομάδες ώστε να ελέγχεται πλήρως το νησί. η πρώτη ενέργεια των νησιωτών ήταν να κάψουν το στόλο του Καρόλου που βρισκόταν στο λιμάνι της Μεσσηνης. Με τη σικελική όμως επανάσταση το βασίλειο του Καρόλου αποδυναμώθηκε, μετά μάλιστα και το θάνατο του τελευταίου (1284). Το Βασίλειο των Δύο Σικελιών, κοινώς γνωστό ως οι Δύο Σικελίες ακόμη και πριν την δημιουργία του επίσημα, ήταν το μεγαλύτερο και πλουσιότερο από τα Ιταλικά κράτη πριν την Ιταλική ενοποίηση. Το βασίλειο είχε την πρωτεύουσά του στην Νάπολη και αναφερόταν επίσης και ως το « Βασίλειο της Νάπολης ». Το βασίλειο εκτεινόταν στο νότιο τμήμα της ηπειρωτικής Ιταλίας και του νησιού της Σικελίας. Το 1282 οι Ισπανοί κατέκτησαν την Σικελία και το 1442 την νότια χερσαία Ιταλια. Η περίοδος της απευθείας Ισπανικής διοίκησης υπό την ίδια γραμμή βασιλέων διήρκεσε έως το 1713, όταν η Ισπανία και οι Δύο Σικελίες πέρασαν στον Φίλιππο, δούκα του Ανζού, ο οποίος ίδρυσε τον Ισπανικό κλάδο του Οίκου των Βουρβόνων. Δεν αποκλείεται η 'αρχική' μαφία να σχηματίστηκε ως μυστική οργάνωση τον 15ο αιώνα για να προστατέψει τους Σικελούς από ισπανικές λεηλασίες. Μετά τις επαναστάσεις του 1848 και την επανάσταση του 1860, στη Σικελία δημιουργήθηκε χάος και αναταραχή. Οι πρώτοι μαφιόζοι, τότε μικρές, χωριστές ομάδες ατόμων εκτός νόμου, εξεγέρθηκαν. Η κυριαρχία της σικελικής μαφίας σύντομα εξαπλώθηκε σε όλη τη δυτική Σικελία. Η μαφία ως οργάνωση να σχηματίστηκε αυτή την περίοδο, γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα. Από το 1870 ο Πάπας δήλωνε ότι ήταν πολιορκημένος από το ιταλικό κράτος και ενεθάρρυνε τους καθολικούς να αρνηθούν κάθε συνεργασία με το κράτος. Η Σικελία ήταν πολύ καθολική, και έβλεπε με καχυποψία τους ξένους. Η τριβή μεταξύ της Εκκλησίας και του ιταλικού κράτους έδωσε μεγάλο πλεονέκτημα σε βίαιες εγκληματικές συμμορίες στη Σικελία, οι οποίες περνούσαν στους κατοίκους των αγροτικών και των αστικών περιοχών τον ισχυρισμό ότι η συνεργασία με την αστυνομία ήταν αντι-καθολική πράξη. Κατά τη διάρκεια της φασιστικής περιόδου στην Ιταλία, ο Τσέζαρε Μόρι, νομάρχης του Παλέρμο, χρησιμοποίησε ειδικές εξουσίες που του δόθηκαν για να διώξει τη μαφία, αναγκάζοντας πολλούς μαφιόζους να καταφύγουν στο εξωτερικό από φόβο φυλάκισης. Η οργάνωση Κόζα Νόστρα αποτελείται από μαφιόζους που αποκαλούνται uomini d'onore (άνδρες τιμής) και η δομή της είναι κάθετη και έχει σχήμα πυραμίδας. Στη βάση της οργάνωσης βρίσκονται οι famiglie (οικογένειες), στις οποίοιες όλα τα μέλη γνωρίζονται μεταξύ τους, που διοικούνται από τον capo-famiglia (ο Δον, το αφεντικό της οικογένειας). Η Ντραγκέτα, παραπαίοντας ανάμεσα στην κουλτούρα βίας των ιταλικών αγροτικών περιοχών περασμένων αιώνων και στις εκσυγχρονιστικές επιταγές της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, κατάφερε να γίνει η ισχυρότερη μαφία της Ευρώπης και από τις πιο δυναμικές στο παγκόσμιο οργανωμένο έγκλημα. «Με όνομα - δάνειο από το ελληνικό "ανδραγάθημα", αυτή η οργάνωση που αυτοχαρακτηρίζεται "ατρόμητη", είναι η πλέον ωμή και σκληρή μαφία που έχω ποτέ γνωρίσει» γράφει ο εισαγγελέας Νικολά Γκρατιέρι, συγγραφέας μαζί με το δημοσιογράφο Αντόνιο Νικάζο του «Fratelli di sangue» (Αδελφοποιητοί). Εκμεταλλεύεται την παράδοση του «πατέρα αφέντη», δεσμούς αίματος, όρκους τιμής και άλλες τελετουργίες πίστης, που μαζί με τα όπλα και το χρήμα της εγγυώνται τον έλεγχο των εδαφών της Καλαβρίας. Στην Νάπολη χτυπάει εδώ και αιώνες η καρδιά της Καμόρα. Η ιστορία χάνεται ανάμεσα στο θρύλο και στην πραγματικότητα. Ήταν όντως μια μυστική οργάνωση που επί αιώνες κυριαρχούσε καταδυναστεύοντας τη Νάπολη και τις γύρω από αυτήν επαρχίες. Πρόκειται για μια από τις παλαιότερες και μεγαλύτερες εγκληματικές οργανώσεις στην Ιταλία, που χρονολογείται από τον 16ο αιώνα. Σε αντίθεση με την πυραμιδική δομή της σικελικής μαφίας, η δομή της Καμόρα είναι οριζόντια, με αποτέλεσμα να υπάρχουν υποομάδες που ενεργούν ανεξάρτητα και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είναι επιρρεπείς σε διενέξεις μεταξύ τους. Επρόκειτο για μια αδελφότητα με σκληρές μεθόδους. Την ίδια ώρα όμως τα μέλη της ήταν γενναιόδωρα, επέβαλλαν το γάμο σε όποιον είχε διαφθείρει ορφανή κι επέστρεφαν τα κλοπιμαία αν το θύμα ήταν φτωχό.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κλέφτες
https://eastmediterranean.wordpress.com/2016/04/15/κλεφτες-χαιντουκοι-και-ζειμπεκοι/
http://www.kathimerini.gr/221375/article/politismos/arxeio-politismoy/oi-zeimpekhdes-kai-o-8rylikos-xoros-toys
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σικελική_μαφία
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=127038
http://m.huffpost.com/gr/entry/8909694?m=true
http://www.biblionet.gr/book/149660/Paliotti,_Vittorio/Η_ιστορία_της_Καμόρα
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Βασίλειο_των_Δύο_Σικελιών
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σικελικός_Εσπερινός
http://www.protothema.gr/stories/article/670988/i-listeia-stin-ellada-kata-ton-19o-aiona-/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου