Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Ο ηρωισμός των Ελλήνων μέσα από τα ακριτικά τραγούδια του βυζαντινού ελληνισμού (Μέρος Α')

Από των εσχατιών της Καππαδοκίας μέχρι των Ιονίων νήσων, και από της Μακεδονίας και των χωρών των δυτικών ακτών του Ευξείνου μέχρι της Κρήτης και της Κύπρου, άδονται μέχρι του νυν άσματα, αφηγούμενα τους άθλους και τάς περιπετείας του Διγενή και τους αγώνας αυτού προς του Απελάτας και τους Σαρακηνούς, και φέρονται δια στόματος παραδόσεις, αναφερόμεναι εις τόπους και αντικείμενα, μεθ' ων συνδέεται το όνομα αυτού. Εις ταύτα η φαντασία του λαού εγκατέπλεξε μύθους, ων τους πλείστους παρέλαβεν ανακαινίσασα εκ της πλουσίας μυθικής κληρονομιάς της αρχαιότητος, και απήρτισε τον ιδεώδη τύπον ήρωος νεαρού ως ο Αχιλλεύς, κραταιού ως ο Ηρακλής και ενδόξου ως ο Αλέξανδρος. Εν κεφαλαίω δ' ειπείν εις τον Διγενή Ακρίτην αποκορυφούνται οι πόθοι και τα ιδεώδη του ελληνικού έθνους, διότι εν αυτώ συμβολίζεται η μακραίων και άληκτος πάλη του ελληνικού προς τον μουσουλμανικόν κόσμον". Το ακριτικόν τούτο άσμα (Το μικρό Βλαχόπουλο), το ζητούν να παραστήση τεραστίαν την πολεμικήν αρετήν των Ακριτών, συνδέεται στενώς μετά του άσματος των υιών του Ανδρόνικου. Ο Κωσταντίνος ο μικρός είναι ο πολλάκις εις τα ακριτικά άσματα μνημονευόμενος υιός του Ανδρονίκου, το μικρό Βλαχόπουλον είναι το αιχμάλωτον τέκνον αυτού, και ο Αλέξης ίσως ο Αλέξανδρος άλλων ακριτικών ασμάτων. Και το τέλος των δύο ασμάτων συμπίπτει. Ο ήρως, μεθυσθείς εκ του χυθέντος αίματος και αδυνατών να διακρίνη τον φίλον από του εχθρού, φωνάζει εις τους συντρόφους του να προφυλαχθούν, όπως μη εν τη παραφορά του τους φονεύση. Ενιαχού της Στερεάς Ελλάδος τραγουδείται κατά τας Απόκρεως προς ιδιάζοντα χορόν, τον λεγόμενον κουνητόν. έπος του Διγενή Ακρίτου, δια μακρών αφηγούμενον το επεισόδιον της αρπαγής υπό τούτου της θυγατρός του στρατηγού Δούκα Ευδοκίας, ουδαμώς μνημονεύει άλλην αρπαγήν ταύτης, γενομένης συζύγου του ήρωος, υπό εχθρών αυτού Απελατών ή Σαρακηνών. Αλλά φαίνεται ότι το επεισόδιον τούτο της αρπαγής της γυναικός του Ακρίτου ανήκει εις τα παλαιότατα στοιχεία της ακριτικής ποιήσεως, διότι είναι το θέμα δημοτικού άσματος, το οποίον εις παμπληθείς παραλλαγάς είναι διαδεδομένον ανά πάσας τας ελληνικάς χώρας. Είς τινας των παραλλαγών τούτων παρατηρείται συμφυρμός προς το άσμα περί της αρπαγής της Ευδοκίας υπό του Διγενή και της διώξεως τούτου υπό πατρός της κόρης. Αι πλείσται δε τοσαύτας παρουσιάζουν μεταβολάς, απομακρυνόμεναι της αρχικής διατυπώσεως, ώστε αν εκάστη αυτών εξητάζετο καθ' εαυτήν άνευ παρεξετάσεως προς τας άλλας παραλλαγάς, δυσχερέστατη θα ήτο η αναγνώρισις της συνάφειας προς τακριτκά άσματα. Το θέμα της επανόδου του ήρωος ανδρός μετά μακράν απουσίαν και της παρακωλύσεως του νέου γάμου, ον εξεβιάζετο να συνάψη η σύζυγος του, δια της αρπαγής αυτής ή της αποπομπής ή του φόνου του μνηστήρος είναι κοινότατον εις άσματα, μύθους και παραδόσεις πολλών λαών της Ανατολής και της Δύσεως, επαναλαμβανομένου του ομηρικού μύθου περί Οδυσσέως και των μνηστήρων της Πηνελόπης κατά ποικιλωτάτους τρόπους. Προς το θέμα δε τούτο προσηρμόσθη και το επεισόδιον της αρπαγής της γυναικός του Ακρίτου υπό εχθρών αυτού και της λυτρώσεως ταύτης υπό του ήρωος, προσλαβόν πάμπολλα στοιχεία εκ των διαφόρων διασκευών του μύθου.Των πολυαρίθμων παραλλαγών του άσματος διακρίνονται δύο κύριοι τύποι. Κατά τον ένα την γυναίκα του Ακρίτου απάγουν εχθροί αυτού, ους, μαθών κατά θαυμάσιον τρόπον την αρπαγήν, διώκει και κατανικά ο ήρως, επιβαίνων ίππου κατά το φαινόμενον μεν ευτελούς, αληθώς δ' ωκυποδεστάτου. Οι απαγωγείς κατά τινας παραλλαγάς είναι Σαρακηνοί (ή Τούρκοι), κατ' άλλας ο αντίπαλος ήρως του Διγενή ή του πάππου του Ανδρόνικου Συρόπουλος. Κατά τον έτερον τύπον ο επί μακρόν αποδημών ήρως μανθάνει εκ διαφόρων θαυμασίων σημείων ότι άλλος πρόκειται να νυμφευθή την σύζυγόν του άκουσαν και καταφθάς τη βοηθεία θαυμασίου ίππου ματαιώνει τον γάμον. Αι διαφοραί του τύπου τούτου είναι πολλαί: Ο σύζυγος λείπει εις τον πόλεμον, η εις μακρινόν ταξίδιον, ή είναι φυλακισμένος, η είναι σκλάβος εις τα καράβια. Και ματαιώνει τον γάμον ή επιφαινόμενος προ της τελέσεως αυτού και αποπέμπων τον μνηστήρα, ή αρπάζων την σύζυγόν του, ή φονεύων τον μνηστήρα, ή αναγνωριζόμενος υπό της γυναικός εκ του δακτυλίου του, το οποίον ρίπτει εις το προσφερόμενον αυτώ ποτήριον οίνου. Πολλαχού το άσμα τούτο (η αρπαγη της γυναικός του Ακριτη) είναι γαμήλιον. Εν Κύπρω τραγουδείται την πρωΐαν της δευτέρας ημέρας του γάμου έξωθεν του νυμφικού θαλάμου (έπιθαλάμιον).
ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ : "Ο Κωσταντίνος ο μικρός κι' ο Αλέξης ο αντρειωμένος,  και το μικρό Βλαχόπουλο, ο καστροπολεμίτης, αντάμα τρων και πίνουνε και γλυκοκουβεντιάζουν, κι' αντάμα έχουν τους μαύρους των 'ς τον πλάτανο δεμένους. Του Κώστα τρώει τα σίδερα, τ' Αλέξη τα λιθάρια,  και του μικρού Βλαχόπουλου τα δέντρα ξερριζώνει. Κ' εκεί που τρώγαν κ' έπιναν και που χαροκοπούσαν, πουλάκι πήγε κ' έκατσε δεξιά μεριά 'ς την τάβλα. Δεν κελάϊδούσε σαν πουλί, δεν έλεε σαν αηδόνι, μόν' ελαλούσε κ' έλεγε ναθρωπινή κουβέντα. "Εσείς τρώτε και πίνετε και λιανοτραγουδάτε,  και πίσω σας κουρσεύουνε Σαρακηνοϊ κουρσάροι. Πήραν τ' Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα, και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη." Ώστε να στρώση ο Κωσταντής και να σελλώση ο Αλέξης, ευρέθη το Βλαχόπουλο 'ς το μαύρο καβαλλάρης. "Για σύρε συ Βλαχόπουλο 'ς τη βίγλα να βιγλίσης, αν είν' πενήντα κ' εκατό χύσου μακέλλεψέ τους, κι' αν είναι περισσότεροι, γύρισε μίλησε μας." Επήγε το Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλίση. Βλέπει Τουρκιά Σαρακηνους κι' Αράπηδες κουρσάρους, πλάγια κοκκινίζαν. 'ρχισε να τους διαμετράη, διαμετρημούς δεν είχαν. Να πάη πίσω ντρέπεται, να πάη εμπρός φοβάται. Σκύβει φιλεί το μαύρο του, στέκει και τον ρωτάει,  "Δύνεσαι, μαύρε μ', δύνεσαι 'ς το γαίμα για να πλέξης; -Δύνομαι, αφέντη, δύνομαι 'ς το γαίμα για να πλέξω, κι' όσους θα κόψη το σπαθί τόσους θενά πατήσω. Μόν' δέσε το κεφάλι σου μ' ένα χρυσό μαντήλι, μην τύχη λάκκος και ρηχτώ και πέσης απ' τη ζάλη.  -Σαΐτταις μου αλεξαντριαναίς, καμιά να μη λυγίσει, και συ σπαθί μου διμισκί, να μην αποστομώσης.  Βόηθα μ', ευχή της μάννας μου και του γονιού μου βλόγια, ευχή του πρώτου μ' αδερφού, ευχή και του στερνού μου.  Μαύρε μου, άιντε νά μπουμε, κι' όπου ο Θεός τα βγάλη!" 'Σ τα έμπα του μπήκε σαν αϊτός, 'ς τα ξέβγα σαν πετρίτης,  'ς τα έμπα του χίλιους έκοψε, 'ς τα ξέβγα δυο χιλιάδες, και 'ς το καλό το γύρισμα κανένα δεν αφήνει. Πήρε τ' Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα, και το μικρό Βλαχόπουλο την αρραβωνιασμένη. Προσγονατίζει ο μαύρος του και πίσω του τους παίρνει. 'Στο δρόμο νοπού πήγαινε σέρνει φωνή περίσσα. "Πού είσαι αδερφέ μου Κωσταντά κι' Αλέξη αντρεϊωμένε; αν είστε εμπρός μου φύγετε κι' οπίσω μου κρυφτήτε,  τι θόλωσαν τα μάτια μου, μπροστά μου δε σας βλέπω, και το σπαθί μου ερράγισε, κόβοντας τα κεφάλια, κι' ο μαύρος λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια".
Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΙΤΗ : Ως έτρωγα κι' ως έπινα σε μαρμαρένια τάβλα, ο μαύρος μου χλιμίντρισε και το σπαθί μου ερράη, κ' εμένα ο νους μου τό βαλε, παντρεύουν την καλή μου, με κάποιον άλλον τη βλογούν κ' εκείνη δεν τον θέλει, παντρευαρραβωνιάζουν την κ' εμένα μ' αστοχούνε. Περνώ και πάω 'ς τους μαύρους μου, τους εβδομηνταπέντε. "Μαύροι μου ακριβοτάγιστοι και μοσκαναθρεμμένοι, ποιος ειν' αψύς και γλήγορος, να τον καβαλλικέψω, ν' αστράψη 'ς την ανατολή και να βρεθή 'ς τη δύση;" Οι μαύροι μου όσοι τάκουσαν ούλοι βουβοί απομείναν, κι' όσαις φοράδες τάκουσαν έρρηξαν τα πουλάρια, κ' ένας γρίβας παλιόγριβας, σαρανταπληγιασμένος, κείνος απολογήθηκε, γυρίζει και μου λέει. "Εγώ είμαι αψύς και γλήγορος να πάγω όθε κι' αν είναι. Οπού είναι γάμος και χαρά πάνε τα νια μουλάρια, οπού είναι πόλεμος φρικτός παίρνουν εμέ το γέρο. Εγώ είμαι γέρος κι' άχαρος, ταξίδια δε μου πρέπουν, μα για χατίρι της κυράς να μακροταξιδέψω, οπού μ' ακριβοτάγιζε 'ς το γύρο της ποδιάς της, κι' οπού μ' ακριβοπότιζε 'ς τη χούφτα του χεριού της. Μόν' δέσε το κεφάλι σου με δυο με τρία μαντήλια, και σφίξε τη μεσούλα σου με δυο με τρία ζουνάρια, να μη σε φάη η βουή και ντραλιστής και πέσης. Και μη σε πάρη κουρτεσιά και βάλης φτερνιστήρι, και θυμηθώ τη νιότη μου και κάμω σαν πουλάρι, και σπείρω τα μυαλούδια σου 'ς εννιά μοδιώ χωράφι." Στρώνει γοργά το μαύρο του, γοργά καβαλλικεύει. Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλλια, και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε. 'Σ τη στράτα νοπού πήγαινε το θιον επαρακάλει. "Θέ μου να βρω τον κύρη μου 'ς ταμπέλι να κλαδεύη."Σα χριστιανός που τόλεγε, σαν άγιος εξακούστη, κι' απάντησε τον κύρη του, που κλάδευε 'ς ταμπέλι. "Καλώς τα κάνεις, γέροντα, το τίνος είν' ταμπέλι; -Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου. Σήμερα της καλίτσας του της δίνουν άλλον άντρα, εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.-Παρακαλώ σε, γέροντα, αλήθεια να με δώσης, τάχα θα φτάσω 'ς τη χαρά, θα φτάσω και 'ς το γάμο; -Αν έχης μαύρο γλήγορο 'ς σπίτι τους προφτάνεις, κι' αν είν' οκνός ο μαύρος σου 'ς την εκκλησιά τους βρίσκεις." Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλια, και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε. 'Σ τη στράτα νοπού πήγαινε το θιον επαρακάλει. "Θε μου να βρω τη μάννα μου 'ς τον κήπο να ποτίζη!" Σα χριστιανός που τόλεγε, σαν άγιος εξακούστη, κ'ευρήκε τη μαννούλα του που πότιζε τον κήπο. "Ώρα καλή, γερόντισσα, το τίνος ειν' ό κήπος; -Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου που σήμερα η γυναίκα του θα πάρη νάλλον άντρα, εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη. -Πες μου να ζης, γερόντισσα, φτάνω κ' εγώ 'ς το γάμο; -Αν εχης μαύρο γλήγορο, 'ς το σπίτι τους προφτάνεις, κι' αν ειν' οκνός ο μαύρος σου, 'ς την εκκλησιά τους βρίσκεις." Δίνει του μαύρου του βιτσιά 'ς τη χώρα κατεβαίνει. Εκεί σιμά, εκεί κοντά 'ς το σπίτι του να φτάση, ο μαύρος του χλιμίντρισε κ' η κόρη αναστενάζει. "Τι έχεις, κόρη μ', και θλίβεσαι και βαριαναστενάζεις, τα ρούχα σου δεν είν' καλά, ή τα φλωριά σου λίγα; -Φωτιά να κάψ' τα ρούχα σου και λάβρα τα φλωριά σου, τι ο μαύρος που χλιμίντρισε σαν του καλού μου μοιάζει. -Αν ειν' ο πρώτος άντρας σου να βγω να τον σκοτώσω. -Δεν ειν' ο πρώτος άντρας μου να βγής να τον σκότωσης, μόν' είν' ο πρώτος μου αδερφός, μου φέρνει τα προικιά μου. -Αν είν' ο πρώτος σου αδερφός, έβγα να τον κέρασης." Χρυσό ποτήρι νάρπαξε να βγή να τον κεράση. "Δεξιά μου στέκα, λυγερή, ζερβά μου πέρνα, κόρη." Το μαύρο του χαμήλωσε κ' η κόρη απάνω ευρέθη. Βγάλλει και το χρυσό σπαθί και ταργυρό μαχαίρι, δίνει του μαύρου του βιτσιά κ' επήρε χίλια μίλλια, μηδέ το μαύρον είδανε, μήτε τον κορνιαχτό του. Οπού είχε μαύρο γλήγορο νείδε τον κορνιαχτό του, κι' οπού είχε μαύρο κ' είν' οκνός, μηδέ τον κορνιαχτό του.
Πηγή : http://www.myriobiblos.gr/afieromata/dimotiko/txt_akritika_next.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου