Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Η ορθόδοξη πίστη στην ενίσχυση του ηθικού του στρατού της Βυζαντινής αυτοκρατορίας

Η ψυχολογική ενίσχυση των στρατιωτών ήταν ανάγκη να έχει και «οπτικό» μέρος• η θεϊκή παρουσία και συμπαράσταση έπρεπε να είναι απτή, ορατή. Αρχαία είναι η συνήθεια να προηγούνται του στρατού, στις εκστρατείες, ιερά αντικείμενα και σύμβολα, που κρατούσαν συνήθως οι ιερείς. Τα αντικείμενα αυτά είχαν διττή αποστολή· ενθαρρυντική για το «ημέτερον» στράτευμα, αποτρεπτική για το εχθρικό. Στους βυζαντινούς χρόνους τα ιερά αντικείμενα, που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς αυτούς στις εκστρατείες, καθώς και στις λιτανείες, είναι εικόνες, σταυροί, σταυροθήκες που περιέχουν τα Τίμια Ξύλα, λειψανοθήκες, άλλα Ιερά κειμήλια, όπως π.χ. ενδύματα αγίων προσώπων τέλος, οι σημαίες, που έχουν και αυτές θρησκευτικές παραστάσεις. Με τα κειμήλια αυτά έχουν ασχοληθή πολλοί ερευνητές, κυρίως από την πλευρά της τέχνης. Εδώ θα επιχειρήσουμε μία συνοπτική παρουσίαση στα πλαίσια του αντικειμένου αυτής της εργασίας, που είναι η φροντίδα για το ακμαίο ηθικό του στρατού και, γενικότερα, του πληθυσμού. Οι γνώσεις μας προέρχονται κυρίως από αφηγηματικές πηγές και από τα ίδια τα αντικείμενα, όσα σώζονται. Πρωτεύοντα ρόλο, ανάμεσα στα άλλα ιερά αντικείμενα, για την ανύψωση του ηθικού στρατιωτών και πολιτών παίζουν οι εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου ή αγίων, και κυρίως οι λεγόμενες «αχειροποίητες». Τα των αρχαίων - δηλαδή ομοιώματα θεών, και ειδικότερα της Αθηνάς - που προστάτευαν τις πόλεις στις δύσκολες περιστάσεις, καθώς και τους στρατιώτες στους πολέμους όπως υπονοεί η ονομασία τους, τα διϊπετή υποτίθενται ότι είχαν πέσει από τον ουρανό, από τον Δία. Κατά τον ίδιο τρόπο, στους βυζαντινούς χρόνους θεωρήθηκαν παλλάδια θρησκευτικές εικόνες, στην περίοδο δε που προαναφέραμε ήταν κυρίως οι λεγόμενες «αχειροποίητες» του Χριστού. Όπως παρατηρεί η Averil Cameron, η νέα πρωτεύουσα, υστερώντας σε θρησκευτική και πνευματική παράδοση απέναντι στη Ρώμη και τις μεγάλες αρχαίες πόλεις της Ανατολής, είχε ανάγκη να αποκτήσει τα δικά της σύμβολα. Η συγκέντρωση εικόνων και άλλων κειμηλίων, λειψάνων, κ.ο.κ. είναι μέρος της κρατικής προπαγάνδας, προς το εσωτερικό και το εξωτερικό· ανυψώνει το φρόνημα των κατοίκων, ενισχύει την αίγλη της αυτοκρατορίας στα μάτια εχθρών και φίλων, και λειτουργεί αποτρεπτικά έναντι των επίδοξων εισβολέων. Η εμφάνιση των «αχειροποιήτων» εντάσσεται μέσα στα γενικότερα πλαίσια της ραγδαίας αύξησης του αριθμού των εικόνων, φορητών και μνημειακών, και της όλο και μεγαλύτερης αποτίσεως λατρευτικής τιμής προς αυτές μετά τα μέσα του ΣΤ' αιώνα και μέχρι το ξέσπασμα της εικονομαχίας. Αυτή η ξαφνικά τόσο έντονη παρουσία των εικόνων οφείλεται στους αυτοκράτορες των χρόνων που προηγούνται της εικονομαχίας. Μαρτυρία αποτελεί η μυστηριώδης προέλευση και η ιστορική «δράση» της αχειροποίητης εικόνας, η οποία εμφανίζεται στο προσκήνιο ακριβώς τη στιγμή, που οι αυτοκράτορες ανακαλύπτουν τη χρησιμότητα, που μπορεί να έχει για την εξασφάλιση της νίκης κατά των Περσών και κρίνουν επωφελές να την προβάλουν. Η εικόνα είναι η ορατή, η απτή εγγύηση για την παρουσία του θείου προσώπου - του Χριστού στην περίπτωση - που θα συμπαρασταθεί και θα χαρίσει τη νίκη στον ευσεβή αυτοκράτορα και στα φιλόχριστα στρατεύματα του, εναντίον του θεομάχου και θεομίσητου εχθρού, και έτσι η αληθινή θρησκεία θα θριαμβεύσει και θα εξουδετερώσει την ψεύτικη, την περσική, που την απειλεί· προσδίδεται δηλαδή στον πόλεμο αυτόν χροιά θρησκευτική, εντονώτερη απ' ότι μέχρι τότε. Την Κωνσταντινούπολη προστάτευαν, εκτός από εικόνες, και άλλα ιερά κειμήλια. Το πολυτιμότερο ήταν η εσθής (η μαφόριον ή ω μοφόριον) της Θεοτοκου. Αποκτηθηκε τον Ε' αιώνα και υπήρξε, μετά τις εικόνες, το κυρίως παλλάδιον της πρωτεύουσας, ιδιαίτερα στις πολιορκίες, αλλά και σε άλλες δύσκολες στιγμές. Στη φύλαξη της εσθήτος κατά τη διάρκεια του αβαρικού κινδύνου και στην κατάθεση της, έπειτα, στην εκκλησία των Βλαχερνών, από τον πατριάρχη Σέργιο, αναφέρεται ανώνυμο κείμενο - ίσως του Θεοδώρου συγκέλλου - που έχει εκδώσει ο Loparev. Την σεβαστήν εσθήτα της Θεομήτορος περιέφερε στα τείχη της πρωτεύουσας ο Θεόφιλος, κατά τη λιτανεία για την αποτροπή της επίθεσης του Θωμά. Το ίδιο έπραξε ο πατριάρχης Φώτιος κατά τη ρωσική επίθεση (860). Στην Κωνσταντινούπολη, εκτός από την εσθήτα, βρίσκονταν η ζώνη της Θεοτόκου, τα σπάργανα του Ιησού και πολλά άλλα ιερά κειμήλια, καθώς και τίμια λείψανα. Τα αντικείμενα αυτά δεν έφερναν μόνο οι αυτοκράτορες και οι στρατηγοί από τις εκστρατείες, αλλά και απλοί άνθρωποι, που πολλές φορές, μάλιστα, τα έκλεβαν από διάφορους τόπους. Η συγκέντρωση τους στη βασιλίδα των πόλεων προβαλλόταν ως θείον βούλημα και επομένως ήταν επιβεβλημένη. Έτσι, η κλοπή αυτή (ιεροσυλία ακριβέστερα) όχι μόνο δεν εθεωρείτο κολάσιμη, αλλά ήταν και επαινετή. Πολλά από τα ιερά λείψανα και κειμήλια απαριθμεί στη β' δημηγορία του ο Πορφυρογέννητος. Επί εικονομαχίας, και κυρίως επί Κωνσταντίνου Ε', η απόδοση τιμής στα λείψανα αγίων είχε απαγορευθή.
Η χρονολογία της ίδρυσης της Κωνσταντινούπολης, της «Νέας Ρώμης», από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο σηματοδοτεί την αρχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ένα νέο αμάλγαμα προκύπτει, με ελληνική αυτοσυνείδηση στην παιδεία και στον πολιτισμό, συμβιβασμένο με τη διείσδυση του ρωμαϊκού στοιχείου. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά τον 4ο αιώνα έχει αρχίσει να γηράσκει και στην προσπάθεια ανόρθωσης και αποκατάστασης της ενότητάς της υποχρεώνεται να αναθεωρήσει τους πολιτικούς της προσανατολισμούς και «κάνει τη θρησκεία υπόθεση του κράτους». O χριστιανισμός θριαμβεύει σε μια εποχή απογοητεύσεων και το μήνυμά του έχει μια απήχηση πιο πλατιά σε σχέση με τις άλλες θρησκείες. O Καισαρείας Ευσέβιος στον «πανηγυρικό του Κωνσταντίνου», δοξολογώντας τη νέα θρησκεία, γράφει: «ένας Θεός κηρύχθηκε σε όλη την ανθρωπότητα, ενώ συγχρόνως αναπτύχθηκε μια παγκόσμια δύναμη: η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Με πίστη στον ίδιο Θεό, σαν δύο πηγές ευλογίας, παρουσιάστηκαν για το καλό των ανθρώπων η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και η χριστιανική ευσέβεια... Δύο παντοδύναμες δυνάμεις, εκκινώντας από το ίδιο σημείο, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και o χριστιανισμός, δάμασαν και συμβίβασαν όλα αυτά τα αντίθετα στοιχεία». Στη διάρκεια των αιώνων που μεσουράνησε, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η θρησκεία είναι o βασικός παράγοντας που διαμορφώνει τον χαρακτήρα της σε σχέση με τους άλλους λαούς. O οικουμενικός χαρακτήρας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σταθεροποιείται από την οικουμενική χριστιανική ιδέα.  Συνάγεται το συμπέρασμα ότι η θρησκεία για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία στην υπερχιλιετή ιστορία της λειτούργησε ως συνεκτικός κρίκος στην υπεράσπιση των συμφερόντων του κράτους απέναντι στους εχθρούς του αλλά και ως αποτελεσματικό όργανο πολιτισμικής αφομοίωσης των γειτονικών λαών. O χριστιανισμός, στην ορθόδοξη εκδοχή του, καθόρισε τις εξωτερικές σχέσεις του Βυζαντίου. Κύριο μέλημα της Αυτοκρατορίας είναι η ενοποίηση του πληθυσμού της μέσω της χριστιανικής πίστης, βασικό στοιχείο συνοχής της για να αντιμετωπίσει τον μόνιμο κίνδυνο από την εθνική ανομοιογένεια. Οι Βυζαντινοί, αντλώντας δυνάμεις από την ορθή πίστη τους, θα χαρακτηρίσουν «ευγενείς» τους πολέμους που διεξάγουν για τη διάδοση ή την επικράτηση της θρησκείας τους. Θα υπερασπιστούν με πάθος την ορθοδοξία απέναντι σε κάθε εξωτερικό εχθρό και συν τω χρόνω η νέα βυζαντινή ιδεολογία που διαμορφώνεται θα διεξάγει πολέμους όχι μόνο εναντίον των απίστων αλλά και εναντίον άλλων χριστιανών, γιατί απλά αυτοί οι χριστιανοί αμφισβητούν την πίστη που αντιπροσωπεύει το Bυζάντιο. Θεωρείται επιβεβλημένο να τονιστεί ιδιαίτερα η τεράστια προσφορά του Βυζαντίου στον παγκόσμιο πολιτισμό με τη μετάγγιση πνεύματος και θεσμών. H Βυζαντινή Αυτοκρατορία συντήρησε μια βαθιά αίσθηση «αποστολής» -ότι έπρεπε να περιφρουρήσει μια μεγάλη κληρονομιά και να μεταλαμπαδεύσει την παιδεία του και το χριστιανικό ιδεώδες στον κόσμο των εθνών και των βαρβάρων.
Πηγή : http://vizantinaistorika.blogspot.gr/2014/08/blog-post_2.html
http://vizantinaistorika.blogspot.gr/2014/08/blog-post_11.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου