Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Ρουσέλιος ή Ουρσέλιος : Η περιπετειώδης ιστορία ενός Νορμανδου μισθοφόρου στην βυζαντινή Μικρά Ασία

Η στρατολόγηση μαχητών από τη Δύση ήταν θεσμός από την πρώιμη περίοδο του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, καθώς οι Βυζαντινοί είχαν κληρονομήσειτο σύστημα των foiderati. Ο Ιουστινιανός σχημάτιζε μονάδες ιππικού από τους Βανδάλους και Γότθους αιχμαλώτους και ο Ηράκλειος είχε στο σύνταγμα των Οπτιματών και τον Βουκελλαρίων – Οστρογότθους από την Ιταλία. Είναι μάλλον πιθανό ότι όταν εντάθηκαν οι σχέσεις με τον Καρλομάγνο, πολλοί Λομβαρδοί εξόριστοι βρήκαν το δρόμο τους στο Βυζαντινό στρατό και ίσως και στην Βασιλική Εταιρία που αποτελούσε τότε την αυτοκρατορική Σωματοφυλακή. Μέχρι αυτή την περίοδο δεν αποτελούσαν επίλεκτο σχηματισμό και ίσως διαμοιράζονταν ανάμεσα στα «θεματικά» στρατεύματα προς αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων. Η μεγάλη στρατολόγηση Δυτικών αρχίζει στο τέλος του 9ου αιώνα. Τα Χριστούγεννα του 876 μ.Χ. ο Βυζαντινός κυβερνήτης του Μπάρι κατέλαβε την πόλη μετά από πρόσκληση των κατοίκων που φοβόταν ότι οι Λομβαρδοί δούκες δεν μπορούσαν να τους προστατέψουν από τους ‘Αραβες. Τον επόμενο χρόνο Βυζαντινοί διπλωμάτες συγκρότησαν συμμαχία των δουκάτων και των κοινοτήτων κατά των Αράβων. Το σύνολο του βαρέως ιππικού παρεχόταν από τους Λομβαρδούς δούκες που μάχονταν ως βαριά θωρακισμένοι ιππείς. Το 885-6 μ.Χ. οι Βυζαντινοί κατέλαβαν την Καλαβρία και το 891 μ.Χ. δημιούργησαν ένα νέο διοικητικό θέμα με βάση την Aπουλία, που το ονόμασαν «Λογγοβαρδία». Οι Λομβαρδοί δούκες ήταν διαιρεμένοι και δεν μπορούσαν αντιδράσουν, αλλά ο δούκας Meles και οι άλλοι αφού προσέλαβαν Νορμανδούς μισθοφόρους επαναστάτησαν το 1009 μ.Χ. Ο Βασίλειος Β’ απέστειλε τον ικανό στρατηγό Bιοιωάννη που με συνδυασμό δωροδοκιών και στρατιωτικής πίεσης επανέφερε την αυτοκρατορική εξουσία. Κατόπιν χρησιμοποίησε τους Νορμανδούς μισθοφόρους κατά των Αράβων της Σικελίας. Όσο υπήρχε στιβαρός διοικητής στο αξίωμα του Κατεπάνω της Ιταλίας όλα ήταν υπό έλεγχο. Αλλά από το θάνατο του Βασιλείου Β΄ και μετά η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο των Βυζαντινών. Οι Νορμανδοί μισθοφόροι άρπαζαν τα Λομβαρδικά φρούρια και λεηλατούσαν τις Βυζαντινές επαρχίες. Η κατάσταση ανατράπηκε όμως από τον ικανό στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη. Αφού εξασφάλισε την υποστήριξη των Νορμανδικών φρατριών Hauteville και Drengot αποκατέστησε την Βυζαντινή κυριαρχία. Κατόπιν εξεστράτευσε στη Σικελία κατά των Αράβων και ανακατέλαβε το σύνολο της νήσου. Τα πιο αξιόπιστα τμήματα του στρατού του ήταν οι Βάραγγοι και οι Ιταλιώτες ιππείς Νορμανδοί και Λομβαρδοί. Ο Μανιάκης όμως ταπείνωσε δημόσια τον επικεφαλής των Λομβαρδών ιπποτών Arduin και τον έκανε να λιποτακτήσει. Μετά την ανάκληση του Μανιάκη οι Hauteville κατέλαβαν τη Σικελία για λογαριασμό τους. Ο Μανιάκης στηριζόμενος στους Δυτικούς ιππότες αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας αλλά εφονεύθει στο Οστροβο έξω από τη Θεσσαλονίκη. Εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη των Βυζαντινών για έτοιμους εκπαιδευμένους στρατιώτες οι Νορμανδοί πέρασαν σε μεγάλους αριθμούς στην Βυζαντινή επικράτεια. Ένας από τους πρώτους ήταν ο Hervé στα 1050. Οι Νορμανδοί ήταν τοποθετημένοι σαν φρουρές στα ανατολικά σύνορα και οι βάσεις τους ήταν η Μαλάτυα και η Έδεσσα. Βλέποντας την αδυναμία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους θέλησαν να επωφεληθούν. Ο πολύς Roussel de Bailleul δοκίμασε να δημιουργήσει ανεξάρτητο κράτος στην Ανατολία αλλά συνελήφθη από τον Αλέξιο Κομνηνό. Από το 1073 έως το 1074, 8.000 από τις 20.000 άντρες του στρατηγού Φιλάρετου Βραχάμιου που πολεμούσε τους Σελτζούκους Τούρκους ήταν Αφράνγιοι (Φράγκοι) υπό τον στρατηγό Raimbaud. Στην Κωνσταντινούπολη μαθαίνουμε από την «Αλεξιάδα» ότι ήταν στρατοπεδευμένοι Γερμανοί. Οι διπλωματικοί ελιγμοί των Κομνηνών εξασφάλισαν αρκετές φορές βαρύ Γερμανικό ιππικό στην Αυτοκρατορία. Την εποχή του δυτικόφιλου Μανουήλ Κομνηνού οι ξένοι ιππότες κυριολεκτικά κατέκλυσαν το Βυζάντιο. Ο Μανουήλ άλλωστε πολεμούσε εναντίον αντιπάλων οι οποίοι εφάρμοζαν την τακτική των σαρωτικών επελάσεων βαριά οπλισμένων ιπποτών και σκέφτηκε να τους αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο. Καθώς μετά το Μαντζικέρτ δέν υπήρχε πλεόν γηγενές ιππικό που να εφαρμόζει αυτή την τακτική η λύση ήταν οι πρόσληψη Δυτικών ιπποτών. Όλη την επόμενη περίοδο το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος στηρίζεται αποκλειστικά σε σε Δυτικούς μισθοφόρους για να συγκροτεί μονάδες βαρέως ιππικού. Η γενική σήψη, ο οικονομικός μαρασμός κα οι εμφύλιοι πόλεμοι στους οποίους εμπλέκονται οι Δυτικοί για δικό τους όφελος καταστρέφουν σιγά σιγά το κράτος. Ο επίλογος των ξένων μισθοφόρων αλλά και της Αυτοκρατορίας γράφεται στα 1453 με την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.
Ο χρονικογράφος Geoffrey Malaterra έγραψε για τους Νορμανδούς ότι: «..διακρίνονται ιδιαίτερα από πονηριά, περιφρονούν την κληρονομιά τους με την ελπίδα να αποκτήσουν μεγαλύτερη περιουσία, είναι πρόθυμοι για κέρδος και κυριαρχία, επιρρεπείς σε κάθε είδους υποκρισία, ακροβατώντας μεταξύ γενναιοδωρίας και απληστίας και συνδυάζοντας ιδιόρρυθμα αυτές τις δύο φαινομενικά αντίθετες ιδιότητες. Οι ηγέτες τους είναι ιδιαίτερα γενναιόδωροι χάριν της επιθυμίας τους για φήμη. Είναι επίσης μια ράτσα επιδέξια στην κολακεία, απορροφημένοι στη μελέτη της ευγλωττίας, ώστε ακόμη και τα αγόρια είναι επιδέξιοι ρήτορες, μια ράτσα ατίθαση εκτός κι αν συγκρατήται από το ζυγό της δικαιοσύνης. Υπομένουν την κούραση,την πείνα και το κρύο όποτε η μοίρα το ρίξει επάνω τους. Είναι απορροφημένοι με το κυνήγι και την ιερακοτροφία, και τους αρέσουν ιδιαίτερα τα άλογα και όλα τα όπλα του πολέμου…» Όπως ήταν επόμενο αυτοί οι άντρες σεβόντουσαν μόνο τους δυναμικούς ηγέτες, αλλά από τα μέσα του 11ου αιώνα το Βυζάντιο δεν είχε αρκετούς από αυτούς. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι ιππότες στασίαζαν με τη πρώτη ευκαιρία και επιχειρούσαν να ιδρύσουν ανεξάρτητα κράτη. Παρά τα συνεχή προβλήματα, το θάρρος τους και η μαχητικότητά τους έγιναν αιτία να συνεχίσουν οι Βυζαντινοί να τους προσλαμβάνουν ως μισθοφόρους έως το 1200. Η μονάδα όμως ήταν αξιόπιστη και αποτελεσματική μόνο όταν την διοικούσαν ηγήτορες του διαμετρήματος του Μανιάκη ή των Κομνηνών.
Ο Ρουσέλιος (Russelius, ; – 1078) ήταν εξελληνισμένος τύπος του ονόματος του Νορμανδού στρατιωτικού Ρουσέλ ντε Μπελέλ (Roussel de Bailleul), ο οποίος είναι γνωστός και ως Ουρσέλιος (Urselius). 
Γόνος αριστοκρατικής νορμανδικής οικογένειας της Γαλλίας, μετείχε στις εκστρατείες του συμπατριώτη του Ροβέρτου Γυϊσκάρδου στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, αλλά το 1070 ήρθε σε ρήξη μαζί του και, επικεφαλής μισθοφορικού σώματος περίπου 500 Νορμανδών πήγε στην Κωνσταντινούπολη και προσέφερε τις υπηρεσίες του στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ρωμανό Δ’ Διογένη (1067-71). Μετείχε στην αποτυχημένη εκστρατεία του τελευταίου στην Αρμενία εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων του σουλτάνου Αλπ Αρσλάν (1063-72), η οποία κατέληξε στη βαρύτατη ήττα των Βυζαντινών στη μάχη του Μαντζικέρτ (1071) και στην αιχμαλωσία του ίδιου του Ρωμανού, και στη συνέχεια διορίστηκε από τον επόμενο αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ Δούκα (1071-78) διοικητής όλων των Φράγκων μισθοφόρων.
Το 1073, επικεφαλής σώματος 400 μισθοφόρων, μετείχε στην εκστρατεία του στρατηγού Ισαάκιου Κομνηνού εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων, αλλά στασίασε και, αφού εγκατέλειψε τους Βυζαντινούς, κατευθύνθηκε προς το Ικόνιο, την περιοχή του οποίου λεηλάτησε. Εναντίον του στάλθηκε από την Κωνσταντινούπολη ο θείος του αυτοκράτορα, καίσαρας Ιωάννης Δούκας, αλλά οι Φράγκοι και Νορμανδοί μισθοφόροι του βυζαντινού στρατού αυτομόλησαν προς τον Ρουσέλιο και στη μάχη που επακολούθησε οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν και ο Ιωάννης Δούκας αιχμαλωτίστηκε. Ο Ρουσέλιος μάλιστα, προέλασε με τον στρατό του έως τη Χρυσούπολη στη μικρασιατική ακτή απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, αλλά εξαιτίας της εμφάνισης τουρκικού στρατιωτικού σώματος υποχρεώθηκε να καταφύγει στη Νικομήδεια, όπου, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κατοίκων, έστεψε αυτοκράτορα των αιχμάλωτό του, Ιωάννη Δούκα. Στη συνέχεια στράφηκε εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων, αλλά παρά τις αρχικές επιτυχίες του ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε, τόσο αυτός όσο και ο Ιωάννης Δούκας.
Απελευθερώθηκε από τη γυναίκα του, η οποία κατέβαλε λύτρα μεγάλης αξίας, και στη συνέχεια κατέλαβε την Αμάσεια στον Εύξεινο Πόντο και εγκαταστάθηκε εκεί ως ανεξάρτητος άρχοντας, λεηλατώντας περιοχές υπό βυζαντινό ή τουρκικό έλεγχο. Για την εξουδετέρωσή του οι Βυζαντινοί συμμάχησαν με τους Σελτζούκους Τούρκους και ύστερα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις αιχμαλωτίστηκε από τον Τούρκο πολέμαρχο Τουτάχ, ο οποίος τον παρέδωσε στον Μιχαήλ, που τον φυλάκισε στην Κωνσταντινούπολη. Η στάση, όμως, του στρατηγού Νικηφόρου Βρυέννιου εναντίον του αυτοκράτορα υποχρέωσε τον Μιχαήλ να απελευθερώσει τον Ρουσέλιο το 1077, και να του αναθέσει την αντιμετώπιση των στασιαστών. Ο τελευταίος έπεισε τους Φράγκους και τους Νορμανδούς μισθοφόρους να αυτομολήσουν από τον στρατό του Βρυέννιου, που πολιορκούσε την Κωνσταντινούπολη, και στη μάχη που ακολούθησε κατόρθωσε να τρέψει τους στασιαστές σε φυγή. Όταν, όμως, εκδηλώθηκε η στάση του στρατηγού της Μικράς Ασίας Νικηφόρου Βοτανειάτη και ο στρατός του τελευταίου έφτασε το 1078 μπροστά στα τείχη της βασιλεύουσας, ο Ρουσέλιος εγκατέλειψε με τον στρατό του τον Μιχαήλ και προσχώρησε στις δυνάμεις του Βοτανειάτη, όμως πέθανε λίγο αργότερα και δεν πρόλαβε να δει την παραίτηση του Μιχαήλ από τον θρόνο και τη στέψη του Βοτανειάτη ως Νικηφόρου Γ’ (1078-81).
Την δεκαετία του 1070 μετά τη Μάχη του Μαντζικέρτ ο Σελτζούκος διοικητής Σουλεϊμάν Α' Ιμπν Κουτλουμούς, μακρινός ξάδερφος του Μαλίκ Σαχ και πρώην διεκδικητής του θρόνου της Μεγάλης Αυτοκρατορίας των Σελτζούκων ανέβηκε στην εξουσία στη δυτική Μικρά Ασία. Το 1075 κατέλαβε τις Βυζαντινές πόλεις Νίκαια και Νικομήδεια. Δύο χρόνια αργότερα αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος ενός ανεξάρτητου Σελτζουκικού κράτους και εγκατέστησε την πρωτεύουσά του στη Νίκαια. Οι εκχριστιανισμένοι απόγονοί του σχετίζονται με τις παραδόσεις που αναφέρονται στην ίδρυση της Μονής Κουτλουμουσίου στο Άγιο Όρος. Ο Νικηφόρος Βοτανειάτης υπηρέτησε ως στρατηγός υπό τους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο Θ´ και Ρωμανό Δ´ Διογένη, και την περίοδο βασιλείας του Μιχαήλ Ζ´ Δούκα έγινε κυβερνήτης του θέματος Ανατολής και διοικητής του στρατού στην Ασία. Το 1078 επαναστάτησε ενάντια στο αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ´ και στον υπουργό οικονομικών του Νικηφορτζή και με τη σύμπραξη των Σελτζούκων Τούρκων βάδισε προς τη Νίκαια, όπου ανακήρυξε τον εαυτό του αυτοκράτορα. Αντιμέτωπος με έναν άλλο επαναστάτη στρατηγό, το Νικηφόρο Βρυέννιο, η εκλογή του επικυρώθηκε από την αριστοκρατία και τον κλήρο, ενώ ο Μιχαήλ ο Ζ´ παραιτήθηκε από το θρόνο και έγινε μοναχός. Το Μάρτιο ή Ιούνιο του 1078, ο Νικηφόρος Γ´ Βοτανειάτης μπήκε θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη και στέφθηκε αυτοκράτορας από τον Πατριάρχη Κοσμά Α΄. Με τη βοήθεια του στρατηγού του Αλέξιου Κομνηνού, αντιμετώπισε το Βρυέννιο και άλλους αντιπάλους, αλλά απέτυχε να εκδιώξει τους Τούρκους από τη Μικρά Ασία. Οι αρχικές φιλοχριστιανικές τάσεις σχετίζονται και με την αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο Σουλεϊμάν Α' πήρε τον τίτλο του σουλτάνου από τον ίδιο το Βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α' Κομνηνό, όταν εγκαταστάθηκε στην πρώτη σελτζουκική πρωτεύουσα, τη Νίκαια, το 1080-1081. Ο σουλτάνος των Μεγάλων Σελτζούκων Μαλίκ Σαχ ποτέ δεν αναγνώρισε το «αιρετικό» αυτό κράτος και το ανταγωνίστηκε σκληρά. Ο Σουλεϊμάν υπήρξε γενικά αξιόλογος ηγεμόνας και υιοθέτησε πολιτική προσέγγισης προς τους χριστιανικούς πληθυσμούς, σύντομα όμως οδηγήθηκε σε πόλεμο με τον Μαλίκ Σαχ. Σε σύγκρουση με τον αδελφό του Μαλίκ Σαχ, τον Τουτούς, Σελτζούκο ηγέτη της Συρίας, στην Αντιόχια ηττήθηκε και σκοτώθηκε το 1086, ενώ ο γιος του Σουλεϊμάν, Κιλίτζ Αρσλάν Α', αιχμαλωτίσθηκε. Οταν ο Μαλίκ Σαχ πέθανε το 1092, ο Κιλίτζ Αρσλάν αφέθηκε ελεύθερος, εγκαταστάθηκε στα πάτρια εδάφη και ανέλαβε επικεφαλής του σουλτανάτου. Στη συνέχεια ηττήθηκε από στρατιώτες της Α΄ Σταυροφορίας και απωθήθηκε στη νοτιοκεντρική Μικρά Ασία, όπου εγκατέστησε το κράτος του με πρωτεύουσα το Ικόνιο.
Πηγή : http://www.ygeiaonline.gr/component/k2/item/46765-royselios
https://stefanosskarmintzos.wordpress.com/2013/07/13/λατινικον-οι-αμφιλεγόμενοι-ιππότ/
http://greek_greek.enacademic.com/233387/Ρουσέλιος_ή_Ουρσέλιος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σουλτανάτο_του_Ρουμ
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Νικηφόρος_Γ΄_Βοτανειάτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου