Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2022

Εμφύλιοι πόλεμοι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας : Οι τραγικές μάχες στον 11ο αιώνα μ.χ

Είκοσι χρόνια μετά την καθυπόταξη της Βουλγαρίας, δημιουργήθηκε μεγάλη δυσαρέσκεια και αναστάτωση στις κατακτηθείσες περιοχές, με αιτία αφενός την τοποθέτηση Έλληνα αρχιεπισκόπου στην Αχρίδα και αφετέρου την αύξηση των φόρων. Παλιότερα, μετά την τελική επικράτηση επί των Βουλγάρων το 1018, ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος δεν θεώρησε σκόπιμο να αλλάξει το σύστημα φορολόγησης του τσάρου Σαμουήλ, σύμφωνα με το οποίο κάθε αντρόγυνο έπρεπε να δίνει στο κράτος «σίτου μόδιον ένα και κέγχρου τοσούτον και οίνου στάμνον έναν».
Αυτή η συνετή πολιτική ανετράπη στα τέλη της δεκαετίας του 1030, όταν ο τότε ισχυρός ανήρ του Βυζαντίου, ο ευνούχος Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος, θέλοντας να αυξήσει τα εισοδήματα του κράτους (και την προσωπική του περιουσία) επανέφερε τον φόρο του αερικού (που υπήρχε επί Ιουστινιανού) και επιπλέον απαίτησε οι φόροι να αποδίδονται σε νομίσματα και όχι σε είδος. Αυτό σήμαινε μεγάλη επιβάρυνση και ο κόσμος ξεσηκώθηκε. Μέσα σε αυτό το κλίμα λαϊκής οργής, την άνοιξη του 1040, εμφανίστηκε στο Βελιγράδι κάποιος φυγάς από το Βυζάντιο ονόματι Δελεάνος (Ντελιάν) ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν γιος του παλιού τσάρου Ρωμανού (ή Ραντομίρ), δηλαδή εγγονός του μεγάλου τσάρου Σαμουήλ. Οι κάτοικοι της περιοχής, που ήταν έτοιμοι να ακολουθήσουν οποιονδήποτε προκειμένου να απαλλαγούν από τους Βυζαντινούς, τον καλοδέχτηκαν και τον πίστεψαν. Έτσι ο Δελεάνος αναγορεύθηκε τσάρος των Βουλγάρων ως Πέτρος Β’ (εις μνήμην του αγιοποιημένου Πέτρου Α’). Αυτή ήταν η αρχή μιας σύντομης περιόδου μεγάλης αναταραχής στα Βαλκάνια που έμεινε γνωστή ως «στάση του Πέτρου Δελεάνου». Η στάση κλιμακώθηκε απρόβλεπτα λόγω της μεγάλης δυσφορίας που είχε προκαλέσει η φιλοχρηματία του Ορφανοτρόφου, έχοντας μεγάλη απήχηση όχι μόνο ανάμεσα στον Βουλγαρικό πληθυσμό, αλλά και σε άλλες εθνότητες της αυτοκρατορίας.
Πολύ γρήγορα και άλλες περιοχές των Βαλκανίων πήγαν με το μέρος των στασιαστών. Η Ναϊσσός, τα Σκόπια, το Δυρράχιο. Οι Ρωμιοί που τύχαινε να βρεθούν στον δρόμο τους σφαγιάζονταν. Ο Δελεάνος, αφού μπόρεσε να απαλλαγεί με δόλο από έναν άλλον επίδοξο διεκδικητή του Βουλγαρικού θρόνου, τον Τιχομίρ αποθρασύνθηκε και πολιόρκησε τη Θεσσαλονίκη, στην οποία βρισκόταν ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Δ’ ο Παφλαγών, ο οποίος πάντως έσπευσε να επιστρέψει στη Βασιλεύουσα. Στα χέρια του Δελεάνου έπεσε τότε η αυτοκρατορική σκηνή και αποσκευή που του την παρέδωσε ο οικείος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ιβάτζης (προφανώς Βούλγαρος). Όμως ο Δελεάνος δεν είχε τα μέσα να πολιορκήσει τη Θεσσαλονίκη και αποχώρησε κατευθυνόμενος προς νότο. Στη Βοιωτία οι Βούλγαροι νίκησαν τον στρατηγό του θέματος της Ελλάδας Αλλακασσέα και στη συνέχεια λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τη Θήβα σφάζοντας μεγάλο αριθμό αμάχων.
Έτσι μέσα σε λίγους μήνες, από το πουθενά, ο Δελεάνος επικράτησε σε μια μεγάλη περιοχή που εκτεινόταν από την σημερινή Σερβία έως την Κόρινθο, ελέγχοντας τη δυτική και κεντρική Μακεδονία, τη σημερινή Αλβανία και την Ήπειρο. Τα πράγματα φαινόταν να είναι άσχημα για την αυτοκρατορία που εκείνη την εποχή έχανε εδάφη σε όλα τα άλλα μέτωπα. Ανέλπιστα, την κατάσταση έσωσε για τους Βυζαντινούς ένας εσωτερικός αντίπαλος του Δελεάνου: Τον Σεπτέμβριο του 1040, δραπέτευσε από το Βυζάντιο ο πατρίκιος Αλουσιάνος, ο οποίος μεταμφιεσμένος σε Αρμένιο μισθοφόρο κατόρθωσε να φτάσει μέχρι το Όστροβο (Άρνισσα) όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι στασιαστές. Ο Αλουσιάνος –«την κλῆσιν, το τε ἦθος ἡδὺς και την γνώμην λαμπρός»– δεν ήταν κανένας τυχαίος. Ήταν γιος του τελευταίου τσάρου, του Ιβάν Βλαδισλάβ, και σε αντίθεση με τον Δελεάνο (που δεν ήταν εξακριβωμένα εγγονός του Σαμουήλ), ο Αλουσιάνος ήταν τυπικά ο δικαιούχος του καταργημένου Βουλγαρικού στέμματος.
Ο Αλουσιάνος μετά τη συνθηκολόγηση του 1018 είχε βρεθεί στο Βυζάντιο και είχε πάρει αξιώματα, όπως και άλλοι Βούλγαροι ευγενείς. Είχε διατελέσει στρατηγός Θεοδοσιουπόλεως (σημ. Ερζερούμ), αλλά τελευταία, έχοντας συκοφαντηθεί, είχε πέσει σε δυσμένεια. Επιπλέον ο Ορφανοτρόφος τον ανάγκασε να πληρώσει για το υποτιθέμενο αδίκημά του 50 λίτρες χρυσού και του πήρε «κάλλιστον τι χωρίον» που είχε στην Καππαδοκία, ενώ του απαγορεύτηκε η είσοδος στην Πόλη. Προφανώς ο αδικημένος Αλουσιάνος είχε κάθε λόγο να θέλει να προσχωρήσει στην μέχρι τότε πετυχημένη εξέγερση των ομοφύλων του. Εξάλλου, ήταν κληρονονομικώ δικαιώματι ο ηγέτης τους. Ο Πέτρος Β’ Δελεάνος δέχτηκε καλά τον Αλουσιάνο και γνωρίζοντας ότι κανένας δεν πολυπίστευε ότι ο ίδιος ήταν γόνος βασιλικής οικογενείας, τον έκανε συμβασιλέα – «ἐδεδοίκει γάρ, μή πως προστεθῶσιν αὐτῷ μᾶλλον οἱ Βούλγαροι ὡς εἰς βασιλικὸν αἷμα τὴν ἀναφορὰν ἔχοντι».
Ο Πέτρος Β’ Δελεάνος έδωσε στον Αλουσιάνο μια στρατιά 40.000 ανδρών και τον έστειλε να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη. Κυβερνήτης της πόλης ήταν ο πατρίκιος Κωνσταντίνος, ανιψιός του αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ’, ο οποίος προετοιμάστηκε με επιμέλεια για την πολιορκία και άνοιξε τάφρο γύρω από τα τείχη της πόλης.
Η πολιορκία κράτησε 6 μέρες. Οι Βούλγαροι ήταν πολλοί και αυτή τη φορά είχαν έρθει εξοπλισμένοι με καταπέλτες και πολιορκητικές μηχανές, αλλά όλες οι επιθέσεις τους αποκρούστηκαν εύκολα. Το βράδυ της τελευταίας μέρας οι υπερασπιστές της πόλης έκαναν ολονύχτια δέηση στον τάφο του Αγίου Δημητρίου «τῷ μύρῳ τῷ ἐκ τοῦ θείου τάφου βλύζοντι χρισάμενοι». Την επομένη το πρωί άνοιξαν τις πύλες και επιτέθηκαν στους πολιορκητές. Εκείνο που μάλλον δεν ήξεραν οι Βούλγαροι ήταν ότι η φρουρά της Θεσσαλονίκης ήταν ενισχυμένη με μονάδα της φοβερής Βαράγγειας φρουράς («το τάγμα των Μεγαθύμων»). Οι Βούλγαροι αιφνιδιάστηκαν και μη όντες προετοιμασμένοι για άμυνα απέναντι σε μια αξιόμαχη δύναμη που τους επιτέθηκε με σφοδρότητα γνώρισαν πανωλεθρία. Οι απώλειές τους ήταν απίστευτες: 15.000 νεκροί και άλλοι τόσοι αιχμάλωτοι!
Οι υπόλοιποι Βούλγαροι τράπηκαν σε φυγή και ο Αλουσιάνος επέστρεψε ταπεινωμένος στο Όστροβο. Είχε πλέον λόγους να φοβάται ότι ο Δελεάνος θα τον έβγαζε από τη μέση. Οι Βούλγαροι αιχμάλωτοι σύμφωνα με τον Σκυλίτζη απέδωσαν την ήττα τους στην παρέμβαση του προστάτη τής Θεσσαλονίκης, του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος ηγήθηκε κατά τη Βυζαντινή επίθεση. Όλοι είχαν δει έναν άγνωστο νεαρό άντρα να πηγαίνει μπροστά και να ρίχνει φωτιά στους εχθρούς «έφιππον προηγούμενον της Ρωμαϊκής φάλαγγος, εξ ου πυρ εξαλλόμενον επυρπόλει τους εναντίους». Η ιστορία αυτή έχει κάποια βάση, γιατί στη μάχη πιθανότατα συμμετείχε ο 25χρονος τότε αρχηγός της Βαράγγιας φρουράς Χάραλντ Χαρντράντα.


Σύμφωνα με μια θεωρία, ο Αλουσιάνος δρούσε εξαρχής για λογαριασμό των Βυζαντινών, οι οποίοι τον έστειλαν στον Δελεάνο για να υπονομεύσουν την εξέγερση. Αυτό εξηγεί την τύφλωση του Δελεάνου, την αδικαιολόγητη αυτομόληση του Αλουσιάνου στο Βυζάντιο όταν έγινε τσάρος και το πόσο εύκολα τον δέχτηκαν πίσω με τιμές στην Κωνσταντινούπολη. Είναι μια λογική υπόθεση, αλλά οι πηγές δεν δίνουν επαρκή στοιχεία για τα πραγματικά κίνητρα του Αλουσιάνου. Λίγους μήνες αργότερα, κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, ο Αλουσιάνος επιτέθηκε στον μεθυσμένο Δελεάνο και με ένα κουζινομάχαιρο του έκοψε τη μύτη και τον τύφλωσε. Έτσι έμεινε μόνος στο θρόνο. Όμως, πολύ γρήγορα αυτομόλησε στο Βυζάντιο όπου ξαναπήρε την περιουσία του και του απενεμήθη ο τίτλος του μάγιστρου. Ο τυφλός Πέτρος Δελεάνος ξαναπήρε τον θρόνο, αλλά ο Μιχαήλ Δ’ εξεστράτευσε ο ίδιος εναντίον του και τον νίκησε εύκολα στο Όστροβο. Η επανάσταση τους Δελεάνου τελείωσε εκεί.


Το 1038, ο μεγάλος Βυζαντινός στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης ηγήθηκε της εκστρατείας εναντίον των Σαρακηνών της Σικελίας. Μέχρι το 1040 είχε καταλάβει μεγάλο μέρος του νησιού. Οι επιτυχίες του τον έκαναν διάσημο, τόσο στην Ευρώπη όσο και στον Αραβικό κόσμο, όμως αυτό προκάλεσε φθόνο στην αυτοκρατορική αυλή. Όταν ο Μανιάκης ταπείνωσε και χτύπησε τον συναρχηγό της εκστρατείας Στέφανο που ήταν άντρας της αδερφής τού αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ΄, ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και φυλακίσθηκε με την κατηγορία ότι ήθελε να σφετεριστεί τον θρόνο. Οι Βυζαντινές κατακτήσεις στην Σικελία σύντομα χάθηκαν, εκτός από τη Μεσσήνη. Το 1042 ο νέος αυτοκράτορας (και θετός γιος τής Ζωής) Μιχαήλ Ε΄ αποφυλάκισε τον Μανιάκη και τον έστειλε πίσω στην Ιταλία. Ο Μανιάκης έφτασε στην Ιταλία το Πάσχα του 1042 με το αξίωμα του Κατεπάνω Ιταλίας.
Ο Μανιάκης ήταν ξανά νικηφόρος και απώθησε τους Άραβες αλλά κυρίως τους Νορμανδούς, οι οποίοι ήταν πλέον η νέα απειλή στην Νότια Ιταλία. Παρά ταύτα, τα κατορθώματα του Μανιάκη αγνοήθηκαν από τον νέο Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ' Μονομάχο, ο οποίος επηρεαζόταν από τον Ρωμανό Σκληρό του οποίου η αδερφή ήταν ερωμένη του (επαλλακεύετο γαρ τω Μονομάχω η του Σκληρού αδελφή). Ο Σκληρός, όπως και ο Μανιάκης, είχε πολλά κτήματα στη Μικρά Ασία και είχε από παλιά κτηματικές διαφορές με τον Μανιάκη. Όταν βρέθηκε σε θέση εξουσίας, ο Σκληρός καταπάτησε το σπίτι και τα κτήματα του Μανιάκη, ενώ αποπλάνησε και τη γυναίκα του. Παράλληλα, συκοφαντούσε συνεχώς τον στρατηγό στον αυτοκράτορα.


Έτσι πολύ σύντομα, το φθινόπωρο του 1042, ο Μονομάχος ανακάλεσε ξανά τον Μανιάκη στην Κωνσταντινούπολη. Αυτή τη φορά ο Μανιάκης, που είχε πολύ άσχημη εμπειρία από την προηγούμενη φορά που τον ανακάλεσαν, στασίασε πραγματικά και ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας από τον στρατό του. Μάλιστα, όταν είδε μπροστά του τον πρωτοσπαθάριο Πάρδο ο οποίος είχε έρθει να τον αντικαταστήσει και ο οποίος είχε το θράσος να του φερθεί με αλαζονεία, τον βασάνισε άγρια μέχρι θανάτου, αφού του σφράγισε τα μάτια, τα αυτιά, τη μύτη και το στόμα με περιττώματα. Στη συνέχεια πήρε ένα επίλεκτο τμήμα του στρατού του, διέπλευσε το Ιόνιο, αποβιβάστηκε στην Ήπειρο, κατέλαβε το Δυρράχιο και βάδισε προς την Κωνσταντινούπολη.
Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’, όταν είδε την αποφασιστικότητα του Μανιάκη, του έστειλε επιστολές υποσχόμενος «πάσαν ευεργεσίαν», αλλά ήταν πια αργά για συμφιλίωση. Οπότε ο αυτοκράτορας έστειλε ένα μεγάλο στράτευμα εναντίον των στασιαστών, υπό την διοίκηση ενός άπειρου ευνούχου, του σεβαστοφόρου Στέφανου Περγαμηνού. Η επιλογή ενός άσχετου ευνούχου, που φαινόταν καταδικασμένη εξαρχής σε αποτυχία, δεν είναι τόσο παράλογη αν λάβουμε υπόψη ότι ο Περγαμηνός ήταν άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του αυτοκράτορα, ενώ αν έστελνε κάποιον εμπειροπόλεμο στρατιωτικό, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα πήγαινε με το μέρος του δημοφιλούς Μανιάκη.


Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στο Όστροβο, σε απόσταση δύο ημερών από τη Θεσσαλονίκη. Πιστεύεται ότι η θέση είναι κοντά στη λίμνη Βεγορίτιδα, αν και υπάρχει και η άποψη ότι ίσως να είναι κοντά στην Αμφίπολη. Η μάχη φαινόταν να έχει κερδηθεί πολύ νωρίς από τον Μανιάκη. Οι στρατιώτες του αυτοκρατορικού στρατού υποχωρούσαν και σκόρπιζαν μπροστά στον επελαύνοντα Μανιάκη που ορμούσε έφιππος μπροστά από τον στρατό του βγάζοντας τρομερές πολεμικές κραυγές με τη βροντώδη φωνή του. Ήδη οι στρατιώτες τον επευφημούσαν ως αυτοκράτορα. Όμως καθώς κάλπαζε πάνω-κάτω στο πεδίο της μάχης σκορπώντας τον τρόμο και τρέποντας σε φυγή τους αντιπάλους, ξαφνικά φάνηκε να χάνει τον έλεγχο του αλόγου του, να απομακρύνεται και μετά να πέφτει από το άλογο, νεκρός. Είχε χτυπηθεί στο δεξί πλευρό από ένα ακόντιο. Οι στρατιώτες του αυτοκρατορικού στρατού όταν τον είδαν πεσμένο, στην αρχή δεν αναθάρρησαν, γιατί φοβόταν ότι ήταν κάποιο τέχνασμα. Τελικά, όταν και ο ιπποκόμος του είχε φύγει και το άλογο έτρεχε ελεύθερο ανάμεσα στις δύο παρατάξεις, όρμησαν όλοι μαζί προς τον νεκρό. Αφού παρατήρησαν κατάπληκτοι πόσο πελώριο ήταν το σώμα του, έκοψαν το κεφάλι του και το μετέφεραν στον αρχηγό τους. Οι στρατιώτες του Μανιάκη βλέποντας τον αρχηγό τους νεκρό παραδόθηκαν. Ξαφνικά, πέρα από κάθε προσδοκία, ο Στέφανος βρέθηκε νικητής. Ο Στέφανος γύρισε στην Κωνσταντινούπολη θριαμβευτής. Παρέλασε με τον στρατό του στην Πλατεία οδό σε μια πομπή στην οποία προηγείτο το κεφάλι του Μανιάκη καρφωμένο πάνω σε δόρυ και οι υπόλοιποι στασιαστές καθισμένοι ανάποδα πάνω σε γαϊδούρια. Ακολουθούσε ο Στέφανος, καβάλα σε λευκό άλογο. Το Βυζάντιο έχασε έναν λαμπρό στρατηγό. Το προφανές επακόλουθο ήταν ότι η προσπάθεια για ανάκτηση της Σικελίας έληξε άδοξα. Πολλοί ιστορικοί, ακόμα και εκείνης της εποχής, αναρωτήθηκαν πόσο διαφορετική θα ήταν η μοίρα του Βυζαντίου αν ο εξαιρετικά ικανός Μανιάκης κατόρθωνε να πάρει τον θρόνο. Όλοι συμφωνούν ότι τα προβλήματα με τους Σελτζούκους και τους Νορμανδούς που ενέσκηψαν τα επόμενα χρόνια δεν θα ήταν τόσο σοβαρά. Αλλά τέτοιες υποθετικές ερωτήσεις δεν έχουν πολύ νόημα.


Ο Αυτοκράτωρ Μιχαήλ ΣΤ’ Στρατιωτικός ήταν παλαίμαχος στρατιωτικός, αλλά από νωρίς κατά την σύντομη βασιλεία του, οι ενέργειές του δυσαρέστησαν και αποξένωσαν την ηγεσία του στρατού (βασικά δεν αύξησε τους μισθούς των στρατιωτικών και έδιωξε όσους διαμαρτυρήθηκαν). Η υποθεση που καθόρισε τη μοίρα του ήταν η απόφασή να αποκαταστήσει τον Νικηφόρο Βρυέννιο στον βαθμό του Στρατηγού δίχως όμως να του επιστρέψει την περιουσία που είχε κατασχεθεί από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Επιπλέον φέρθηκε εξευτελιστικά στον Βρυέννιο όταν αυτός διαμαρτυρήθηκε. Ο Βρυέννιος οργίστηκε και άρχισε να σχεδιάζει την ανατροπή του αυτοκράτορα, όμως συνελήφθη και τυφλώθηκε. Αυτή η συμπεριφορά προς τον Βρυέννιο επιτάχυνε την συσπείρωση της στρατιωτικής ιεραρχίας γύρω από τον απρόθυμο Ισαάκιο Κομνηνό, που τότε ήταν Δομέστικος των Σχολών της Ανατολής (δηλαδή αρχιστράτηγος της Ανατολής) που τον ανακήρυξε αυτοκράτορα στην Παφλαγονία στις 8 Ιουνίου 1057. Ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ απέστειλε κατά των επαναστατών ένα στράτευμα υπό τον ευνούχο Θεόδωρο. Το αυτοκρατορικό στράτευμα κινήθηκε προς τη Νίκαια, η οποία είχε καταληφθεί από τον Ισαάκιο Κομνηνό.


Στις 20 Αυγούστου 1057, ο Ισαάκιος Κομνηνός έβγαλε τις δυνάμεις του έξω από την πόλη και τις παρέταξε σε μια πεδιάδα που ονομάζεται «Πολεμών» ή «Άδης», κοντά στην Νίκαια. Ο στρατηγός Κεκαυμένος διοικούσε την αριστερή πτέρυγα, ο Ρωμανός Σκληρός τη δεξιά και ο Κομνηνός ετέθη επικεφαλής στο κέντρο. Από την αυτοκρατορική πλευρά, ο Βούλγαρος Πρίγκιπας Ααρών τοποθετήθηκε στην αριστερή πτέρυγα, ο Βασίλειος Τραχανειώτης στη δεξιά και το κέντρο διοικούσε ο Θεόδωρος ο Ευνούχος. Η αυτοκρατορική αριστερή πτέρυγα υπό τον Πρίγκιπα Ααρών κατανίκησε την δεξιά των στασιαστών. Καταδιώκοντας τους στρατιώτες στο στρατόπεδο των στασιαστών, κυνήγησε και συνέλαβε τον Ρωμανό Σκληρό. Η δεξιά πτέρυγα, όμως, κατανικήθηκε από τον Κεκαυμένο, ο οποίος έφθασε στο στρατόπεδο του αντιπάλου και κατέστρεψε τις σκηνές. Ο Ισαάκ Κομνηνός κατάφερε να διατηρήσει το κέντρο σταθερό, αρκετά ώστε ο Κεκαυμένος να προστρέξει προς βοήθεια και να πιέσουν τον Θεόδωρο. Τελικά, το αυτοκρατορικό κέντρο άρχισε να σπάει και οι στρατιώτες του αυτοκράτορα εγκατέλειψαν ηττημένοι το πεδίο της μάχης. Ήταν σίγουρα ήττα για τις αυτοκρατορικές δυνάμεις, όχι όμως συντριπτική. Δρομολόγησε πάντως άμεσες εξελίξεις. Ο Μιχαήλ Στ’ προσπάθησε να διαπραγματευθεί με τους στασιαστές μέσω του Μιχαήλ Ψελλού, προσφερόμενος να υιοθετήσει τον Ισαάκιο και να τον ανακηρύξει καίσαρα. Ο Ισαάκιος που ήταν χαμηλών τόνων το συζητούσε, αλλά στη Βασιλεύουσα ξέσπασαν ταραχές. Ο Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος έπεισε τον Μιχαήλ ΣΤ’ να παραιτηθεί και ο Ισαάκιος εισήλθε στην Πόλη και στέφθηκε αυτοκράτορας.


Τον 11ο αιώνα, μετά από αρκετούς αιώνες που η στρατιωτική ισχύς του Βυζαντίου στηριζόταν κατά κύριο λόγο στον θεματικό στρατό, άρχισε και πάλι η χρησιμοποίηση ξένων μισθοφόρων σε μεγάλη κλίμακα. Ανέκαθεν υπήρχαν ξένοι στρατιωτικοί που υπηρετούσαν στον Βυζαντινό στρατό, αλλά από τον 7ο αιώνα και μετά οι ξένοι είχαν σταματήσει να είναι οργανωμένοι σε αυτόνομα στρατιωτικά σώματα αλλοδαπών με εθνικό χαρακτήρα. Αυτό άλλαξε αισθητά επί Βουλγαροκτόνου, ο οποίος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τους Βαράγγους. Το φαινόμενο στρατολόγησης ξένων μισθοφόρων κλιμακώθηκε τις επόμενες δεκαετίες και πήρε μεγάλες διαστάσεις μέχρι το 1050, σε μια περίοδο που ο Κωνσταντίνος Θ’ Μονομάχος είχε να αντιμετωπίσει καινούργιους εξωτερικούς εχθρούς (Σελτζούκους, Πετσενέγους, Νορμανδούς) αλλά και μεγάλη αμφισβήτηση στο εσωτερικό που συνοδεύτηκε από σοβαρές ανταρσίες, όπως του Μανιάκη και του Τορνικίου. Ανάμεσα στους ξένους στην υπηρεσία του Βυζαντινού στρατού εξέχουσα θέση είχαν οι Φράγκοι μισθοφόροι. Οι συγκεκριμένοι «Φράγκοι» στην πλειοψηφία τους ήταν Γάλλοι από την Νορμανδία που είχαν περάσει από τη Νότια Ιταλία. Για πρώτη φορά είχαν πολεμήσει στο πλευρό των Βυζαντινών κατά την εκστρατεία του Γεωργίου Μανιάκη στη Σικελία περί το 1039. Στη συνέχεια βέβαια στράφηκαν κατά των Βυζαντινών εκεί, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...Κάποιοι από αυτούς τους Φράγκους επέλεξαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην Ανατολή, και το 1047 πρωτοεμφανίζονται στην Κωνσταντινούπολη, όπου επιστρατεύτηκαν από τον Κωνσαντίνο Θ’ Μονομάχο στην αντιμετώπιση της εξέγερσης του Τορνικίου. Στη συνέχεια οι Φράγκοι στάλθηκαν στα ανατολικά σύνορα και τοποθετήθηκαν στις μεθοριακές επαρχίες της Μικράς Ασίας όπου είχαν αρχίσει να αναφύονται προβλήματα με διάφορους επιδρομείς, κυρίως Σελτζούκους Τούρκους. Η παρουσία των Φράγκων ήταν ιδιαίτερα έντονη στο θέμα Αρμενιάκων και στην πρωτεύουσα του θέματος, την Αμάσεια, όπου αρχικά παρέμεναν για λόγους παραχειμασίας (δηλαδή για να περάσουν τον χειμώνα εκεί). Καθώς περνούσαν τα χρόνια η παρουσία των Φράγκων έγινε μόνιμη, και φαίνεται πως τους παραχωρήθηκαν γαίες και κάστρα και απέκτησαν το στάτους τοπικών ηγεμόνων, κάτι που προφανώς έγινε με την ενθάρρυνση των Βυζαντινών που έβλεπαν θετικά την παρουσία των αξιόμαχων Φράγκων σε αυτή την παραμεθόρια και στρατηγικά σημαντική περιοχή.


Οι Φραγγονορμανδοί ήταν εξαιρετικοί πολεμιστές και ήταν μια πολύτιμη προσθήκη για τον Βυζαντινό στρατό. Το μεγάλο τους ατού ήταν η ορμητική επέλαση των σιδερόφραχτου ιππικού τους, που δεν ήταν εύκολο να αντιμετωπίσουν οι αντίπαλες παρατάξεις. Κατά τον Μιχαήλ Ψελλό, οι Φράγκοι πολεμιστές «ήταν φοβεροί και τοις είδεσι και ταις σχήμασιν... έμπληκτοι ταις ορμαίς, ευκίνηταί τε και ορμητίαι... ανυπόστατοι την πρώτην έφοδο ορμής». Το πρόβλημα ήταν ότι ήταν τυχοδιώκτες και παρέμεναν πιστοί μόνο εφόσον πληρώνονταν καλά, ενώ γίνονταν απρόβλεπτοι όταν έβλεπαν ευκαιρίες για κέρδος πέρα από τα τυπικά στρατιωτικά καθήκοντά τους. Έτσι, κατά καιρούς προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα όπως συνέβη με τη στάση του Ουρσελίου. Ο Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ (Roussel de Bailleul ή Ursellus de Ballione) αποκαλούμενος Ρουσέλιος ή Ουρσέλιος από τους Βυζαντινούς ιστορικούς ήταν ένας από τους ηγέτες των Φράγκων μισθοφόρων στο οποίο είχε απονεμηθεί (μάλλον από τον Ρωμανό Δ’) το αξίωμα του βέστη. Μπήκε στην υπηρεσία του Βυζαντίου περί το 1069, ως μέλος, αρχικά, μιας μισθοφορικής εταιρείας της οποίας αρχηγός ήταν ένας άλλος Φράγκος, ο Ροβέρτος Κρισπίνος (Robert Crispin).
Ο Ουρσέλιος είχε συμμετάσχει στην εκστρατεία του Ρωμανού Διογένη το 1071 που κατέληξε στο Μανζικέρτ, αλλά δεν πήρε μέρος στην τελική μάχη, καθώς είχε αποσταλεί μαζί με τις δυνάμεις του Ιωσήφ Ταρχανειώτη για να καταλάβουν το φρούριο της Χλιάτ και εκεί αποκόπηκαν χωρίς να μπορέσουν να βοηθήσουν τον Ρωμανό Διογένη. Για πολλούς, ο ρόλος του Ουρσελίου σε εκείνη την περίπτωση ήταν ύποπτος. Στη χαώδη κατάσταση που επικράτησε μετά την ήττα στο Μανζικέρτ, οι Σελτζούκοι και διάφορες ανεξέλεγκτες τουρκομάνικες ομάδες πύκνωσαν τις ληστρικές επιδρομές τους στα Βυζαντινά εδάφη της Μικράς Ασίας. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο νέος αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ’ Δούκας αποφάσισε να στείλει στα ανατολικά έναν στρατό με επικεφαλής τον δομέστικο των σχολών Ισαάκιο Κομνηνό (ανιψιό του παλιού συνονόματου αυτοκράτορα). Σε αυτό το εκστρατευτικό σώμα συμμετείχε και ο Ουρσέλιος με 400 Φράγκους ιππότες.
Όταν ο στρατός υπό τον Ισαάκιο έφτασε στην περιοχή της Καισάρειας, δημιουργήθηκε ένα σοβαρό επεισόδιο μεταξύ Φράγκων και Βυζαντινών, επειδή ο Ισαάκιος τιμώρησε έναν Φράγκο για πειθαρχικό παράπτωμα. Εξαιτίας αυτού, ο Ουρσέλιος θεώρησε ότι προσεβλήθη, και τη νύχτα πήρε τους άντρες του και εγκατέλειψε τους Βυζαντινούς. Οι ενέργειές του στη συνέχεια δείχνουν ότι η αποστασία του ήταν προσχεδιασμένη: Ο Ουρσέλιος με τους ιππότες του κατευθύνθηκε προς τα ανατολικά και έφτασε στη Μελιτηνή, όπου με μια αιφνιδιαστική επίθεση σημείωσε μια μικρή επιτυχία εναντίον των Σελτζούκων. Στο μεταξύ, μετά την αποχώρησή του, το στράτευμα υπό τον Ισαάκιο συγκρούσθηκε με Τούρκους κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και υπέστη συντριπτική ήττα. Ανεξάρτητα από αυτό, μετά την επιτυχία του στα ανατολικά, ο Ουρσέλιος επέστρεψε στο κέντρο της Μικράς Ασίας όπου επιδόθηκε σε λεηλασίες, ενώ ανάγκασε πολλές πόλεις να του πληρώσουν φόρο υποτελείας. Για τους Βυζαντινούς ήταν πλέον φανερό ότι δεν είχαν να κάνουν απλά με έναν απείθαρχο τυχοδιώκτη, αλλά ότι ο Ουρσέλιος έκανε κινήσεις για τη δημιουργία ανεξάρτητης ηγεμονίας στη Μικρά Ασία. Το ενδεχόμενο αυτό εκείνη τη στιγμή φαινόταν ότι ήταν πολύ σοβαρότερη απειλή από τους Σελτζούκους. Άλλωστε ήταν πρόσφατο το παράδειγμα της Νοτίου Ιταλίας, όπου μια χούφτα Νορμανδών από το πουθενά κατόρθωσαν να επικρατήσουν και να δημιουργήσουν κράτος σε Βυζαντινό έδαφος. Γι’ αυτό αποφασίστηκε να σταλεί στρατός εναντίον του.


Την αρχηγία του εκστρατευτικού σώματος εναντίον του Ουρσελίου ανέλαβε ο θείος τού αυτοκράτορα, καίσαρας Ιωάννης Δούκας, που το 1071 είχε πρωταγωνιστήσει στις ενέργειες για την εκθρόνιση του Ρωμανού Δ’ και την ανάρρηση του Μιχαήλ Ζ’ στο θρόνο. Εκείνη την εποχή είχε παραγκωνιστεί από τον νέο ισχυρό άντρα του Βυζαντίου, τον ευνούχο λογοθέτη του δρόμου Νικηφορίτζη. Ο στρατός αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 1074. Στην εκστρατεία συμμετείχε ο γιος του καίσαρα Ιωάννη, ο πρωτοβεστιάριος, πρωτοπρόεδρος και δομέστικος των σχολών της Ανατολής Ανδρόνικος Δούκας (ο οποίος είχε πολεμήσει και στο Μαντζικέρτ, ως αρχηγός της οπισθοφυλακής όπου αδράνησε και δεν βοήθησε τον Ρωμανό). Συμμετείχε επίσης ο βετεράνος στρατηγός και κουροπαλάτης Νικηφόρος Βοτανειάτης (ο μετέπειτα αυτοκράτορας). Συνολικά το αυτοκρατορικό στράτευμα αποτελούνταν από 12.000 άντρες. Οι 10.000 από αυτούς ήταν Μικρασιάτες στρατιώτες του θεματικού στρατού και οι υπόλοιποι μισθοφόροι: 1.500 Βάρραγοι και 500 Φράγκοι. Ο Ουρσέλιος εκείνη τη χρονική στιγμή ήταν στο θέμα Αρμενιάκων, αλλά όταν έμαθε ότι ένας Βυζαντινός στρατός βαδίζει εναντίον του, κινήθηκε εσπευσμένα προς τα δυτικά για να τον συναντήσει. Είχε μαζί του 3.000 Φράγκους ιππότες. Οι δύο αντίπαλοι στρατοί συναντήθηκαν στις 10 Μαΐου στον ποταμό Σαγγάριο, κοντά στη γέφυρα «Ζόμπου», νοτιοδυτικά από την Άγκυρα, όχι μακριά από το Αμόριο. Ο Ιωάννης Δούκας, αν και είχε σημαντικό αριθμητικό πλεονέκτημα, έστειλε απεσταλμένους στον Ουρσέλιο προτείνοντάς του να συνθηκολογήσει και προσφέροντας αμνηστία. Φαίνεται πως οι Βυζαντινοί είχαν την κρυφή ελπίδα ότι ο Ουρσέλιος θα μπορούσε ακόμα να τους φανεί χρήσιμος, ενώ είναι πολύ πιθανό, αν κρίνουμε από την πρωτοβουλία αυτή, ότι ο πραγματικό στόχος της εκστρατείας ήταν οι Σελτζούκοι. Εν πάση περιπτώσει, ο Ουρσέλιος απέρριψε με περιφρόνηση την πρόταση του Δούκα. Προφανώς είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στις ικανότητές του και στο αξιόμαχο των αντρών του. Η συνέχεια τον δικαίωσε.


Ο καίσαρας Ιωάννης Δούκας δεν ήταν έμπειρος στρατιωτικός και αυτό φάνηκε σε αυτήν τη μάχη, όπου ακολούθησε μια ακατανόητη τακτική. Αντί να περιμένει τους ορμητικούς Νορμανδούς να επιτεθούν έχοντας σαν προκάλυψη τον Σαγγάριο, σε θέση που είχε αμυντικό πλεονέκτημα, επέλεξε να περάσει το ποτάμι και να παραταχθεί στην απέναντι όχθη με το ποτάμι στην πλάτη του. Επίσης με αυτήν την επιλογή ακύρωσε την πιθανότητα να δεχτεί ενισχύσεις από τα υπόλοιπα θέματα, κάτι που φοβόταν και ο Ουρσέλιος και φαίνεται πως αυτός ήταν ο λόγος που είχε σπεύσει να τον προϋπαντήσει. Ο αυτοκρατορικός στρατός παρατάχθηκε σε δύο ξεχωριστές γραμμές, η μία πίσω από την άλλη. Στη δεξιά πτέρυγα της πρώτης γραμμής είχε παραταχθεί το σώμα των Φράγκων μισθοφόρων με επικεφαλής κάποιον Φράγκο ονόματι «Πάπας». Στο κέντρο της παράταξης ήταν ο Ιωάννης Δούκας με το επίλεκτο τμήμα των Βαράγγων (που εκείνη την εποχή ήταν μάλλον Αγγλοσάξωνες). Ο Ανδρόνικος Δούκας ήταν στο αριστερό κέρας . Στην πίσω γραμμή ήταν ο Βοτανειάτης με τα λιγότερο εμπειροπόλεμα τμήματα. Η μάχη ξεκίνησε τα ξημερώματα της 11ης Μαΐου. Ο Ουρσέλιος απευθύνθηκε στους ομοεθνείς του που ήταν στη δεξιά πλευρά της Βυζαντινής παράταξης και τους έπεισε να πάνε με το μέρος του. Έτσι ενωμένοι όλοι οι Φράγκοι επιτέθηκαν στο Βυζαντινό κέντρο όπου ήταν ο Ιωάννης Δούκας με τους Βαράγγους. Παρά το ξάφνιασμα των Βυζαντινών από την προδοσία των μισθοφόρων, η μάχη δεν είχε κριθεί. Όμως σε μια επανάληψη όσων είχαν συμβεί στο Μαντζικέρτ, η οπισθοφυλακή υπό τον Βοτανειάτη δεν επένέβη για να βοηθήσει. Αντίθετα οπισθοχώρησε ανεξήγητα. Από εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου. Οι Βάραγγοι στο κέντρο πολέμησαν γενναία, αλλά δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στην ανωτερότητα των Φράγκων που ήταν πλέον και αριθμητική. Στο τέλος περικυκλώθηκαν και υπέκυψαν. Ο Ιωάννης τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Το ίδιο και ο γιος του Ανδρόνικος. Αμέσως μετά ο Ουρσέλιος έχοντας μαζί του τον επιφανή αιχμάλωτό του έφτασε μέχρι την Χρυσόπολη απέναντι από την Κωνσταντινούπολη έχοντας σαν στόχο να εκθρονίσει τον αυτοκράτορα. Όμως ο Νοκοφορίτζης αντέδρασε αποτελεσματικά και κάνοντας οδυνηρές υποχωρήσεις προς τους Τούρκους, τους έστειλε εναντίον του. Ο Ουρσέλιος αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Νικομήδεια όπου, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κατοίκων έστεψε βασιλιά τον Ιωάννη Δούκα. Μετά επιτέθηκε στους Τούρκους, αλλά δεν τα κατάφερε και τελικά πιάστηκε αιχμάλωτος μαζί με τον Ιωάννη. Μετά από λίγο καιρό, η γυναίκα του πλήρωσε λύτρα και τον ελευθέρωσε. Για λίγο ο Ουρσέλιος έζησε σαν ηγεμόνας στην Αμάσεια.


Για τον Ανδρόνικο Δούκα αναφέρεται ότι στη μάχη φορούσε διπλό επανωκλιβανιον και πολέμησε γενναία μοιάζοντας στο τέλος με σκαντζόχοιρο από τα πολλά βέλη που είχαν καρφωθεί πάνω του. Ήταν σοβαρά τραυματισμένος και στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη για θεραπεία. Οι δύο γιοι του τον αντικατέστησαν σαν όμηροι του Ουρσέλιου. Ο Ανδρόνικος ανάρρωσε, αλλά πέθανε το 1077. Ο Ανδρόνικος Δούκας ήταν προπάππους του Μανουήλ Κομνηνού και πρόγονος του Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου. Ήταν ακόμα μία σοβαρή Βυζαντινή ήττα στη φοβερή δεκαετία του 1070 που κλόνισε και άλλο την ισχύ του Βυζαντίου στη Μικρά Ασία. Οι Σελτζούκοι βγήκαν κερδισμένοι καθώς οι Βυζαντινοί αναγκάστηκαν να επικυρώσουν την κατοχή εδαφών για να τους χρησιμοποιήσουν εναντίον του Ουρσελίου. Ο Ουρσέλιος έζησε για λίγο ως ηγεμών στην Αμάσεια, αλλά αιχμαλωτίστηκε από τον Αλέξιο Κομνηνό με τη βοήθεια των Τούρκων. Απελευθερώθηκε για να πολεμήσει εναντίον στασιαστών, πρόδωσε ξανά, και εκτελέστηκε το 1077.


Μετά την οδυνηρή ήττα στη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 από τους Σελτζούκους Τούρκους και την εκθρόνιση του Ρωμανού Δ’, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βίωσε μια δεκαετία σχεδόν συνεχούς εσωτερικής αναταραχής και στάσεων. Οι συνεχείς πόλεμοι αποδυνάμωσαν τα στρατεύματα της Αυτοκρατορίας, ερήμωσαν τη Μικρά Ασία και την άφησαν ανυπεράσπιστη. Η διακυβέρνηση του Μιχαήλ Ζ’ Δούκα (βασ. 1071 – 1078) απέτυχε να διαχειριστεί αποτελεσματικά την κατάσταση και έχασε γρήγορα την υποστήριξη της στρατιωτικής αριστοκρατίας. Ένας από εκείνους που στασίασαν εναντίον του ήταν ο Νικηφόρος Βρυέννιος, ο οποίος βάδισε εναντίον της Κωνσταντινούπολης, με την προσδοκία ότι θα του παραδινόταν αμέσως, όμως η λεηλασία των προαστίων της από τους στρατιώτες του εξαγρίωσε τους κατοίκους της πρωτεύουσας και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Την ίδια εποχή, ένας άλλος στασιαστής, ο Νικηφόρος Βοτανειάτης στάθηκε πιο τυχερός στη Μικρά Ασία και έγινε αυτοκράτορας. Ο Βρυέννιος συνέχισε τη στάση του και απειλούσε την Κωνσταντινούπολη. Μετά από τις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις, ο Βοτανειάτης έστειλε τον νεαρό στρατηγό Αλέξιο Κομνηνό με όσες δυνάμεις μπορούσε να συγκεντρώσει, για να τον αντιμετωπίσει.


Ο στρατός των στασιαστών αποτελούνταν από 12.000 έμπειρους στρατιώτες από τα συντάγματα των δυτικών επαρχιών, όπως επίσης και Φράγκους μισθοφόρους και ένα απόσπασμα Πετσενέγων. Οι δυνάμεις του Αλεξίου περιλάμβαναν 2.000 Τούρκους ιπποτοξότες, 2.000 Χωματηνούς (από το φρούριο του Χώματος στην Ανατολία), μερικές εκατοντάδες Φράγκους ιππότες από την Ιταλία και το νεοσύστατο τάγμα των Αθανάτων. Είναι ξεκάθαρο ότι το στράτευμα του Αλεξίου ήταν μικρότερο και συγκριτικά πολύ άπειρο. Οι δύο στρατοί συγκρούσθηκαν στην Καλαβρύη, επί του ποταμού Αλμυρού, στη Θράκη. Ο Αλέξιος Κομνηνός προσπάθησε να παγιδεύσει τον στρατό του Βρυέννιου. Η ενέδρα απέτυχε και τα κέρατα της παρατάξεώς του απωθήθηκαν προς τα πίσω από τους στασιαστές. Το αριστερό κέρας, ειδικά, κατέρρευσε. Ο ίδιος ο Αλέξιος μόλις και μετά βίας κατάφερε να διασπάσει τους αντιπάλους του με την προσωπική του ακολουθία, πέτυχε όμως να ανασυγκροτήσει τους σκόρπιους άνδρες του. Στο μεταξύ, το αριστερό του άκρο υπερκεράσθηκε και δέχτηκε επίθεση στα μετόπισθεν από τους Πετσενέγους. Οι Χωματηνοί τότε έσπασαν και διέφυγαν και η τύχη του Αλεξίου φάνηκε να είναι προδιαγεγραμμένη. Σε αυτό το σημείο, όμως, οι Πετσενέγοι δεν εκμεταλλεύτηκαν την επιτυχία τους. Αντίθετα, γύρισαν πίσω κι άρχισαν να λεηλατούν το στρατόπεδο του συμμάχου τους Βρυέννιου. Αφού μάζεψαν όσα λάφυρα μπορούσαν, εγκατέλειψαν τη μάχη και απεχώρησαν. Το στράτευμα του Βρυέννιου μετέπεσε σε σύγχυση και αταξία, διότι ενώ φαινόταν ότι είχε κερδίσει την μάχη, οι Πετσενέγοι λεηλάτησαν το στρατόπεδό του. Ενισχυόμενος από Τούρκους μισθοφόρους, ο Αλέξιος έκανε πως υποχωρεί και παρέσυρε τα στρατεύματα του Βρυέννιου σε άλλη μια ενέδρα, η οποία αυτήν την φορά ήταν επιτυχής. Ο στρατός των στασιαστών εγκατέλειψε τις γραμμές του και κατανικήθηκε. Ο ίδιος ο Βρυέννιος πιάστηκε αιχμάλωτος. Η μάχη αυτή είναι μία από τις πιο γνωστές – σε λεπτομέρεια – μάχες του Μεσαίωνα, χάρη στην Άννα Κομνηνή (κόρη του Αλεξίου Α’) και το ιστορικό έργο της «Αλεξιάδα».
Ήταν το τέλος της στάσης του Βρυέννιου, ο οποίος συνελήφθη και τυφλώθηκε. Αργότερα του δόθηκε χάρη και πήρε πίσω τους τίτλους και την περιουσία του. Ο Αλέξιος Κομνηνός κατέλαβε τον θρόνο ο ίδιος δυο χρόνια αργότερα, το 1081, μετά από στάση που υπεκίνησε η μητέρα του, η φοβερή Άννα Δαλασσηνή.


Ο Νικηφόρος Βοτανειάτης υπηρετούσε ως στρατηγός από την εποχή του Κωνσταντίνου Θ’. Είχε διατελέσει κυβερνήτης (δηλαδή στρατηγός) του θέματος Ανατολής, του Θέματος Κύπρου και διοικητής του στρατού στην Ασία. Διετέλεσε επίσης Δούκας της Αντιόχειας και Δούκας της Εδέσσης. Κατείχε τους τιμητικούς τίτλους του Βεστάρχη και του Μαγίστρου. Μπλεγμένος με τα πολιτικά, είχε ενεργό συμμετοχή στην στάση που ανέδειξε τον Ισαάκιο Α’ Κομνηνό στον θρόνο το 1057, συμπεριλαμβανομένης της πρωταγωνιστικής συμμετοχής του στην Μάχη του Άδη (ή του Πολέμωνος). Εξαιρεθείς από την ατυχή εκστρατεία του Ρωμανού Δ΄ Διογένη στο Μαντζικέρτ, αποσύρθηκε στα κτήματά του στη Μικρά Ασία. Λίγο αργότερα, μετά την ήττα και την εκθρόνιση του Ρωμανού Δ΄, ορίσθηκε στρατηγός του Ανατολικού Θέματος από τον νέο αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ Δούκα και ήταν πρωταγωνιστής στα σοβαρά γεγονότα που διαδραματίστηκαν μετά την ήττα στο Μαντζικέρτ. Τον Οκτώβριο του 1077, ο Νικηφόρος Βοτανειάτης στασίασε. Υπήρχε αναβρασμός στον λαό κατά του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ (του «Παραπινάκη») και του πραγματικά ισχυρού άντρα της αυτοκρατορίας, του ευνούχου Λογοθέτη του Δρόμου Νικηφορίτζη, λόγω της βαριάς φορολογίας και εξαιτίας των χειρισμών στην προμήθεια σιτηρών, που είχαν σαν αποτέλεσμα έλλειψη τροφίμων και πείνα.


Ο Βοτανειάτης θεώρησε ότι ήταν γι’ αυτόν μια καλή ευκαιρία να εκμεταλλευθεί προς όφελός του την αναταραχή και το μίσος του λαού κατά των κυβερνώντων, και βάδισε εναντίον της Κωνσταντινούπολης με έναν στρατό που κατά το μεγαλύτερο μέρος αποτελούνταν από Σελτζούκους Τούρκους. Οι Τούρκοι ήταν η βοήθεια που του πρόσφερε ο Σελτζούκος πολέμαρχος Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμούς (που λίγο μετά, με την ανοχή του Βοτανειάτη, θα ιδρύσει το Σουλτανάτο του Ρουμ με έδρα τη Νίκαια). Η υποστήριξη του Σουλεϊμάν ήταν επιτυχής και ο Βοτανειάτης σαν ανταμοιβή του παραχώρησε πρόσβαση στην Ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς υποστήριξε σε δύο χρόνια έναν άλλον σφετεριστή, τον Νικηφόρο Μελισσηνό. Ο Νικηφόρος Μελισσηνός άνοιξε τις πύλες της Νίκαιας στους Τουρκομάνους και επέτρεψε στον Σουλεϊμάν να εγκαταστήσει μία μόνιμη στρατιωτική βάση. Κοντά στη Νίκαια, ο Βοτανειάτης ήρθε αντιμέτωπος με ένα Βυζαντινό στράτευμα που στάλθηκε εναντίον του από τον Νικηφορίτζη και το κατενίκησε. Λεπτομέρειες της μάχης δεν είναι γνωστές. Μετά τη νίκη αυτή αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτωρ και συνέχισε την προέλασή του προς τη Βασιλεύοουσα.


Το δεξί χέρι του Βοτανειάτη στην επιχείρηση εκθρόνισης του Μιχαήλ Δούκα ήταν ο ικανός στρατηγός Αλέξιος Κομνηνός, που 3 χρόνια μετά ανέτρεψε τον Βοτανειάτη και ανέβηκε ο ίδιος στον θρόνο. Καθώς πλησίαζε προς την Πόλη ήρθε αντιμέτωπος με έναν άλλο επαναστάτη στρατηγό, τον Νικηφόρο Βρυέννιο, ο οποίος είχε τα δικά του φιλόδοξα σχέδια για τον θρόνο, τα οποία όμως ναυάγησαν (όταν ο στρατός του άρχισε να λεηλατεί τα περίχωρα). Τελικά ο κλήρος βιάστηκε να ανακηρύξει αυτοκράτορα τον Βοτανειάτη και ο Μιχαήλ παραιτήθηκε και εκάρη μοναχός στη Μ. Στουδίου. Στις 24 Μαρτίου, ο Βοτανειάτης εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη με θρίαμβο και στέφθηκε αυτοκράτορας. Ήταν 76 ετών. Σε λίγο καιρό ολόκληρη η Βιθυνία βρισκόταν στον έλεγχο του Τούρκου σουλτάνου Σουλεϊμάν· αυτό δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, επειδή ο Αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους υποτελείς του στην Ανατολή. Ο Σουλεϊμάν ιμπν Κουτουλμίς εγκατέλειψε τη Νίκαια (1084) και άφησε στη θέση του τον ευγενή Αμπντούλ Κασίμ.
Πηγή https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%8A%CE%BC%CE%AC%CE%BD_%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%BD_%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BC%CE%AF%CF%82
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_06d
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_10
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_13
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_16d
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_18
https://byzantium.gr/battlegr.php?byzbat=c11_17

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου