Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

Η άγνωστη εκστρατεία του Ελληνικού στρατού στην Κριμαία το 1919 μ.χ.

Με την ονομασία Εκστρατεία της Κριμαίας, ή Εκστρατεία της Ουκρανίας, ή (παλαιότερα) Εκστρατεία στη μεσημβρινή Ρωσία, ειδικότερα στην ελληνική ιστορία, χαρακτηρίζεται η ελληνική συμμετοχή με εκστρατευτικό σώμα στην εκστρατεία που επιχείρησε η Γαλλία (ως κύριο μέλος της Αντάντ) κατά των Μπολσεβίκων στην Κριμαία και γενικότερα στη περιοχή της Ουκρανίας το 1918-1919. Ο Βενιζέλος, μόλις πληροφορήθηκε τις διαθέσεις των Γάλλων για την εκστρατεία της Κριμαίας, έσπευσε αμέσως να χαιρετήσει την ιδέα, προσφέροντας μάλιστα στη διάθεσή τους ολόκληρη δύναμη σώματος στρατού, ελληνικού, αποτελούμενη από τρεις μεραρχίες, δηλαδή μεγαλύτερη δύναμη από εκείνη με την οποία εκστράτευαν οι Γάλλοι. Μπροστά σε αυτή την προσφορά του Έλληνα πρωθυπουργού η γαλλική κυβέρνηση του Κλεμανσό αποδέχθηκε τη χειρονομία με ευγνωμοσύνη, παρέχοντας «υποσχέσεις» περί υποστήριξης των ελληνικών διεκδικήσεων, χωρίς όμως τίποτε το δεσμευτικό. Παρατηρήθηκε όμως ότι η αποστολή του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος έγινε αφενός μεν βεβιασμένα, αφετέρου με πολύ παράδοξο τρόπο. Καταρχήν δεν υπήρχε οργάνωση της μεταφοράς, αλλά ούτε και προγραμματισμός αποστολής. Έτσι η αποστολή του γίνονταν κατά τμήματα από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, κυρίως με γαλλικά μεταγωγικά χωρίς το βαρύ οπλισμό, πυροβόλα κ.ά., τα οποία στέλνονταν στη συνέχεια με μεταγωγικά και φορτηγά πλοία. Δεν υπήρχε επίσης κεντρική ελληνική διοίκηση του εκστρατευτικού σώματος, αλλά με την άφιξή των τμημάτων του στη Κριμαία αυτά περιέρχονταν υπό τις διαταγές των επί τόπου Γάλλων διοικητών και διασκορπίζονταν ανά μικρότερες μονάδες, τάγματα και λόχους, χωρίς μεταξύ τους συνοχή. Αλλά και οι Γάλλοι δεν είχαν κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο επιχειρήσεων, εκτός από το «βλέποντας και κάνοντας». Τις πρωινές ώρες της 20ης Ιανουαρίου του 1919 αποβιβάστηκαν στην Οδησσό τα πρώτα ελληνικά τμήματα της ΙΙης ελληνικής μεραρχίας, το 34ο Σύνταγμα Πεζικού και το 7ο Σύνταγμα Πεζικού. Ενώ το 2ο Σύνταγμα της ΧΙΙΙης Μεραρχίας αποβιβάστηκε στις 24 Μαρτίου στη Σεβαστούπολη. Λίγες ημέρες μετά αποβιβάστηκαν και τα τελευταία υπόλοιπα τμήματα. Τελικά από τις τρεις μεραρχίες που αρχικά προορίζονταν για την εκστρατεία αυτή από ελληνικής πλευράς στάλθηκαν μόνο δύο, η ΙΙ και η ΧΙΙΙ. Η Ιη μεραρχία δεν έλαβε μέρος. Σημεία αποβάσεων των συμμαχικών δυνάμεων στην εκστρατεία της Κριμαίας ήταν αρχικά η Οδησσός και στη συνέχεια η Σεβαστούπολη επί της χερσονήσου της Κριμαίας. Μετά την άφιξη της 156ης γαλλικής μεραρχίας στην Οδησσό και των πρώτων ελληνικών τμημάτων που τέθηκαν υπό τις διαταγές του στρατηγού Μποριούς (διοικητού της 156ης Μεραρχίας) δημιουργήθηκαν τρία μέτωπα: α) το μέτωπο της Μπερεζόφκας (110 χλμ. βόρεια της Οδησσού), β) το μέτωπο του Νικολάϊεφ (100 χλμ. βορειοανατολικά της Οδησσού), και γ) το μέτωπο της Χερσώνας (40 χλμ. ανατολικότερα του προηγουμένου), από το οποίο και ξεκίνησαν ο επιχειρήσεις. Στις 19 Απριλίου, προτού αποφασιστεί η εκκένωση της Κριμαίας, Γάλλοι ναύτες των θωρηκτών Φρανς, Ζαν Μπαρτ, Βερντέν, Ζυστίς και Μιραμπώ, τα οποία ναυλοχούσαν στο λιμένα της Σεβαστούπολης, όταν βγήκαν στην ξηρά ενώθηκαν με πλήθη κομουνιστών κατοίκων οι οποίοι, κρατώντας κόκκινες σημαίες, περιέρχονταν τους δρόμους φωνάζοντας «Ζήτω οι Μπολσεβίκοι». Φθάνοντας δε και διερχόμενοι μπροστά από τον στρατωνισμό του 10ου Λόχου του ελληνικού συντάγματος, οι Γάλλοι αποδοκίμαζαν τους Έλληνες στρατιώτες, προκαλώντας τους με υβριστικές φράσεις. Όταν ο διοικητής του λόχου ενημέρωσε σχετικά και ζήτησε από τον Γάλλο φρούραρχο Ντε Βιλπέν οδηγίες τι να πράξει, αντί ο τελευταίος να καλέσει γαλλικό απόσπασμα για τη σύλληψη των Γάλλων ναυτών, τη διάλυση των διαδηλωτών και την επιβολή της τάξης, αρμοδιότητα που ασκούσαν οι Γάλλοι, έδωσε εντολή στον ελληνικό λόχο να προβεί αυτός στις αναγκαίες ενέργειες, κάνοντας ακόμα χρήση όπλων, αν χρειαζόταν. Τότε ο διοικητής του λόχου διέταξε τους άνδρες του να βγουν στους δρόμους και να εκτελέσουν βολές στον αέρα για τη διάλυση των διαδηλωτών. Επειδή όμως ο λόχος δεχόταν πυρά από τον όχλο, ο διοικητής διέταξε το λόχο να ανταποδώσει. Από τα πυρά σκοτώθηκαν πέντε πολίτες σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν τρεις Γάλλοι ναύτες. Το πλήθος διασκορπίστηκε, ενώ πολλοί Γάλλοι ναύτες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στα πλοία τους από γαλλικά αποσπάσματα που στάλθηκαν στη συνέχεια να τους παραλάβουν. Ο τραυματισμός όμως των Γάλλων ναυτών εξαγρίωσε τα πληρώματα των γαλλικών θωρηκτών, που απειλούσαν ανοιχτά το βομβαρδισμό των ελληνικών πλοίων και των ελληνικών θέσεων στην ξηρά. Στις κρίσιμες εκείνες ώρες ο Άγγλος συνταγματάρχης Σμάιτ που είχε καταπλεύσει την προηγουμένη με τρία αγγλικά αντιτορπιλικά διέταξε τα πλοία του να παρεμβληθούν ανάμεσα στα ελληνικά και τα γαλλικά και τηλεγράφησε στη Κωνσταντινούπολη για επείγουσα αποστολή θωρηκτών. Πράγματι την επομένη το απόγευμα κατέφθασαν τέσσερα αγγλικά θωρηκτά «ντρέντνωτ», υπό τον ναύαρχο Κάλθορπ, ο οποίος μετά την αποβίβασή του στη ξηρά έσπευσε να συγχαρεί το ελληνικό στράτευμα τηλεγραφώντας στην ελληνική κυβέρνηση: «Οι Έλληνες στρατιώται και ναύται δύνανται να είναι σήμερον υπερήφανοι ότι είναι Έλληνες».
Τελικά, μία εβδομάδα μετά το περιστατικό άρχισε η εκκένωση της Κριμαίας. Στις 28 Απριλίου 1919, μία ημέρα μετά τη λήξη της ανακωχής, επιβιβάστηκε το ελληνικό σύνταγμα, μαζί με τις υπόλοιπες δυνάμεις, και το βράδυ της ίδιας ημέρας όλα τα πλοία απέπλευσαν για Κωστάντζα Ρουμανίας, όπου και έληξε η εκστρατεία της Κριμαίας. Η πολιτική και οικονομική υποστήριξη της Σοβιετικής Ρωσίας υπήρξε για την Κεμαλική Τουρκία όχι απλώς η κρισιμότερη στρατηγική της σχέση αλλά ένας από τους κρισιμότερους παράγοντες της νίκης της. Και η αρχική ανασυγκρότηση της τουρκικής αντίδρασης κατά το 1920, και η δυνατότητά της να επιβιώσει κατά τις μείζονες ελληνικές επιχειρήσεις του 1921, και η δυνατότητά της να αντεπιτεθεί με αποφασιστικές επιχειρήσεις κατά το θέρος του 1922 οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη σοβιετική υποστήριξη και θα ήταν απολύτως αδύνατη χωρίς αυτήν. Οι ρίζες της υποστήριξης οφείλονται στη στενότατη σύγκλιση των γεωπολιτικών συμφερόντων των δύο πλευρών, σύγκλιση που ήταν μάλλον προφανής και στα δύο μέρη και η οποία συνετέλεσε στο να ξεπεραστούν ταχύτατατα οι δυσκολίες που οφείλονταν σε δευτερεύοντες ιδεολογικούς ή πολιτιστικούς λόγους. Η μοναδική στιγμή που ετέθη σε κάποιο κίνδυνο η στρατηγική αυτή σύγκλιση υπήρξε το καλοκαίρι του 1921, όταν υπό την πίεση των ελληνικών επιθέσεων και της ελληνικής διείσδυσης σε μεγάλο βάθος, οι γάλλοι επιχείρησαν να προσεγγίσουν τους κεμαλικούς προκειμένου να τους αποσπάσουν από τη σοβιετική επιρροή. Παρά τη γαλλική προσέγγιση, η κεμαλική πλευρά είχε αποκαταστήσει τέτοια σχέση εμπιστοσύνης και συνεργασίας με τους μπολσεβίκους που απλώς βελτίωσε τη διαπραγματευτική της θέση έναντι των τελευταίων χωρίς ποτέ να τεθεί σοβαρά σε αμφισβήτηση η στρατηγική σχέση των δύο πλευρών. Επισημαίνεται ότι παρά το ετεροβαρές της συμμαχίας, η σχέση υπήρξε πάντοτε ισότιμη και σε καμία στιγμή το ασθενέστερο (και πλέον πιεζόμενο) μέρος, η Κεμαλική Τουρκία, δεν δέχθηκε ή δε φέρθηκε ως εξαρτώμενο ή υποδεέστερο μέρος της σχέσης. Αντίθετα, η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε το διάστημα αδυναμίας της Σοβιετικής Ρωσίας στον Καύκασο κατά το φθινόπωρο του 1921 προκειμένου να αποσπάσει για την ίδια την μεταξύ τους διαφιλονικούμενη περιοχή της Αρμενίας, υπολογίζοντας (ορθά) ότι η γενικότερη σύγκλιση των στρατηγικών συμφερόντων θα υπερίσχυε του εκνευρισμού που η στάση τους προκαλούσε. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι το σύνολο της (πολύ μεγάλης) βοήθειας, οικονομικής και στρατιωτικής, δε δόθηκε υπό μορφή δανείου αλλά ως δωρεά, ούτε ετέθη ποτέ τέτοιο θέμα.
Από οικονομικής απόψεως, η σοβιετική βοήθεια υπήρξε ο βασικός λόγος για τον οποίον το κεμαλικό κράτος διατηρούσε την ευχέρεια να λειτουργεί ως τέτοιο, εν απουσία ιδίων χρηματικών αποθεμάτων και με ελάχιστη δυνατότητα αγροτικής (και μηδαμινή δυνατότητα βιομηχανικής) παραγωγής κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ειδικότερη αναφορά στη σημασία της σοβιετικής οικονομικής βοήθειας θα γίνει σε μελλοντικό άρθρο σχετικά με την οικονομική πτυχή του πολέμου). Από στρατιωτικής απόψεως, η σημασία της σοβιετικής υποστήριξης υπήρξε επίσης ιδιαίτερα σημαντική. Επιχειρησιακά, οι φιλικές σχέσεις με τους μπολσεβίκους – σε συνδυασμό με τη στρατιωτική τους αδυναμία στην περιοχή του Καυκάσου λόγω των εμπλοκών τους αλλού – επέτρεψε τη μεταφορά στρατιωτικών δυνάμεων από το μέτωπο του Καυκάσου στο ελληνικό μέτωπο, ιδιαίτερα μετά τη σύναψη της συμφωνίας του Μαρτίου του ’21 και την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων. Οι δυνάμεις που μεταφέρθηκαν κατά τη φάση εκείνη εκ πρώτης όψεως δεν ήταν μαζικές. Όμως υπήρξαν ιδιαίτερα σημαντικές για τον εξής λόγο: Μετά την ανόητη «επιθετική αναγνώριση» του Δεκεμβρίου του ’20 και πολύ περισσότερο μετά τις ανεπιτυχείς επιχειρήσεις του Μαρτίου του ’21, η νέα ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία συνειδητοποίησε ότι οι κεμαλικές δυνάμεις ήταν σοβαρός αντίπαλος και απαιτούσε την κινητοποίηση όλου του δυναμικού που ήταν δυνατόν να κινητοποιηθεί προκειμένου να επιτύχουν οι επόμενες σχεδιαζόμενες επιχειρήσεις του Ιουνίου. Η αποδέσμευση τουρκικών δυνάμεων από το προσανατολισμένο προς τον Καύκασο τουρκικό XV Σώμα Στρατού (σε συνδυασμό με τις δυνάμεις που αποδεσμεύονταν από το XIII Σώμα Στρατού, όπως επέτρεπε η γαλλική πολιτική), εξουδετέρωνε την ελληνική στρατηγική υπερπροσπάθεια. Μάλιστα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι πέραν των σχηματισμών που κινήθηκαν προς τα δυτικά, το τουρκικό δυτικό μέτωπο τροφοδοτήθηκε κατά την περίοδο αυτή με υλικό και άντρες από τους σχηματισμούς της ανατολής, γεγονός που δεν αποτυπώνεται στη διάταξη μάχης των κεμαλικών δυνάμεων. Η οριακή έκβαση και ο επιχειρησιακά αμφίρροπος χαρακτήρας των μαχών του Ιουνίου και του Αυγούστου καθιστούσε κρίσιμη ακόμη και την κάθε μία επιπλέον μεραρχία που μπορούσε να εμπλακεί στον αγώνα. Η ίδια εύνοια παρασχέθηκε στον Κεμάλ κατά μείζονα λόγο κατά τον Αύγουστο του 1922, όταν ο τουρκικός στρατός είχε τη δυνατότητα να επιτύχει μια πρωτοφανή στρατηγική συγκέντρωση των δυνάμεών του νότια της εξέχουσας του Αφιόν Καραχισάρ. Από πλευράς εξοπλισμού, η σοβιετική υποστήριξη υπήρξε κρίσιμος παράγων. Η ενίσχυση του τουρκικού πυροβολικού με 54 πυροβόλα είναι σημαντική αλλά όχι εντυπωσιακή, καθώς συνεισέφερε περίπου το 15% της δυνάμεως πυροβολικού του Αυγούστου 1922. Χωρίς όμως  πληροφορίες σχετικά με τους τύπους που αυτή αφορούσε δε μπορεί να αποτιμηθεί με ακρίβεια. Πολύ σημαντικότερη είναι βέβαιο ότι υπήρξε η προμήθεια ελαφρού οπλισμού που έλειπε δραματικά από τον κεμαλικό στρατό, ακόμη και κατά την τελική φάση των επιχειρήσεων. Τα πολυβόλα που παραχωρήθηκαν επαρκούσαν για τον εξοπλισμό περίπου 9 μεραρχιών, ενώ τα τυφέκια επαρκούσαν για τον εξοπλισμό περισσοτέρων από 6 μεραρχίες.
Πολύ σημαντικότερη όλων φαίνεται να είναι η ροή πυρομαχικών και λοιπόν εφοδίων που επέτρεπαν στον κεμαλικό στρατό να παραμένει επιχειρησιακός. Ο όγκος των βλημάτων πυροβολικού που παραχωρήθηκαν, καθώς και η πολύ περιορισμένη δυνατότητα ίδιας παραγωγής πυρομαχικών εκ μέρους της τουρκική πλευράς (που μέχρι την παραχώρηση της επιπλέον υποδομής από τους μπολσεβίκους περιοριζόταν στην υποδομή του πυριτιδοποιείου Τοπ Χανέ που οι τουρκικές υπηρεσίες είχαν μεταφέρει μυστικά και τμηματικά προς την Άγκυρα) έκαναν την σοβιετική υποστήριξη κρίσιμη για τη δυνατότητα διεξαγωγής μειζόνων επιχειρήσεων. Η σημασία της σοβιετικής υποστήριξης φαίνεται και από την διαβόητη ρήση του Κεμάλ μετά την Εκστρατεία ο οποίος αναφερόμενος στον βομβαρδισμό της Ινεπόλεως από το Βασιλικό Ναυτικό τον Ιούνιο του 1921 δήλωσε ότι «ενώ τα μάτια μου ήταν στο Σαγγάριο, τα αυτιά μου ήταν τεταμένα προς την Ινέπολη. Η οδός: ρωσικοί λιμένες (Νοβοροσίσκ/Τοπσίς/Μπατούμ) – Ινέπολη – Κασταμονή – Άγκυρα ήταν πιθανότατα η μία από τις δύο βασικές οδούς στρατηγικού εφοδιασμού κατά το θέρος του 1921.Ατυχής υπήρξε για την ελληνική πλευρά η λήξη των σοβιετο-πολωνικών εχθροπραξιών τον Οκτώβριο του 1920, που οδήγησε στην υπογραφή ειρήνης μεταξύ των δύο πλευρών τον Μάρτιο του 1921. Ο τερματισμός των μεγάλων πολεμικών συγκρούσεων της Σοβιετικής Ρωσίας (που απορροφούσαν πολύτιμους πόρους) σήμαινε ότι είχε πλέον τη δυνατότητα να αποδεσμεύσει ουσιώδεις πόρους προς την Τουρκία. Η στιγμή αυτή συνέπεσε με την έναρξη της ελληνικής εξόρμησης προς την ανατολή, προκειμένου να καταβληθεί η τουρκική αντίσταση. Η οριακή τουρκική επιβίωση την άνοιξη και το θέρος του 1921 δείχνουν πόσο κρίσιμη υπήρξε η σοβιετική παρέμβαση. Τέλος, η παρέμβαση αυτή ουσιαστικά σήμαινε την αντίστροφη πορεία της ισχύος των δύο εμπολέμων πλευρών. Στις αρχές του 1921 αρχίζει από την ελληνική πλευρά, ταυτόχρονα με την έναρξη της μεγάλης τελικής στρατιωτικής προσπάθειας, η φθίνουσα πορεία της συνολικής της ισχύος λόγω της αποκοπής της από τη συμμαχική υποστήριξη. Την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή η κεμαλική Τουρκία αρχίζει να δέχεται συνεχείς και έντονες ενέσεις υλικής, οικονομικής και πολιτικής βοήθειας από τη Σοβιετική Ένωση.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Εκστρατεία_της_Κριμαίας
https://belisarius21.wordpress.com/2013/09/10/μικρασιατική-εκστρατεία-οι-σοβιετικ/

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

Assediò Siracusa : Geróne II (Ieróne II), Archimede e Marco Claudio Marcello

Geróne II, citato anche come Ieróne II, (Siracusa, 308 a.C. circa – Siracusa, 215 a.C.), fu tiranno di Siracusa dal 270 al 215 a.C. Nel 270 a.C. Gerone fu accolto a Siracusa come un eroe e fu nominato tiranno (o sovrano secondo la prassi istituita da Agatocle nel 304 a.C.) della città mantenendo la carica fino alla morte. Nel periodo che seguì il tiranno mantenne stabili contatti sia con i romani che con i cartaginesi fino al 264 a.C.. In quell'anno, infatti, i mamertini, stanchi della guarnigione cartaginese stanziata a Messana, inviarono ambasciatori a Roma offrendo la resa della città e reclamando aiuto contro i cartaginesi; dopo lunghe discussioni, i Romani accettarono la richiesta ed inviarono il console Appio Claudio Caudice ad occupare Messina. A questo punto, desideroso più che mai di espellere completamente i mamertini, Gerone stipulò un'alleanza con Cartagine e partì con il proprio esercito alla volta di Messana: insieme al generale punico Annone, pose il campo nei pressi della città ed iniziò l'assedio; tuttavia, il console Appio Claudio ingaggiò un violento scontro contro le truppe punico-siracusane ottenendo una vittoria. Sconfitto a Messana, Gerone, non pienamente fiducioso degli alleati cartaginesi, ritirò le sue truppe e rientrò a Siracusa.
Appio Claudio Caudex, frattanto, decise di concentrare i propri sforzi contro Gerone e, dopo aver conquistato diverse città sicule, iniziò ad assediare Siracusa. Scaduto il mandato del console, nel 263 a.C., i romani elessero Manio Otacilio Crasso e Manio Valerio Massimo Messalla e li inviarono entrambi in Sicilia insieme a quattro legioni. All'arrivo dei consoli, numerose città sicule passarono ai Romani convincendo Gerone che le prospettive di una vittoria romana erano assai maggiori di quelle cartaginesi; pertanto, inviò diversi messaggeri al campo romano con proposte di pace ed alleanza che i romani, dopo alcune discussioni, accettarono. Con tale alleanza, il tiranno siracusano mantenne il possesso dell'intera Sicilia sud orientale, fino a Tauromenium; in cambio fu costretto a pagare una grande somma di denaro e a liberare i prigionieri di guerra.
Da questo momento, Gerone intervenne più volte in aiuto dei romani: infatti, nel 262 a.C., fornì considerevoli quantitativi di viveri ai consoli romani, impegnati nell'assedio di Agrigento e macchine d'assedio nel corso dell'assedio di Camarina ed, infine, nel 252 a.C., armò una flotta e la inviò al console Aurelio Cotta. In virtù di tali servigi, i Romani ricompensarono Gerone: nel 248 a.C., quando fu rinnovato il trattato tra Roma e Siracusa, il senato romano rinunciò ad ogni richiesta di tributo e lo incluse tra gli alleati e, nel 241 a.C., quando fu stipulato il trattato di pace con Cartagine, i romani imposero ai cartaginesi l'onere di non arrecare guerra né a Siracusa né ai suoi alleati. Negli ultimi anni, preoccupato dall'espansionismo cartaginese in Spagna, rafforzò i legami con Roma mediante una visita personale al senato ed inviò aiuti militari ai romani quando furono impegnati nella conquista della Gallia Cisalpina e per i quali fu premiato nel 222 a.C.. Poi, nel corso della seconda guerra punica, offrì una flotta al console Tito Sempronio Longo e, quando seppe della sconfitta al Trebbia, inviò di rinforzo ai romani 500 arcieri cretesi e 1.000 peltasti; sostenne Roma anche in seguito alla battaglia del lago Trasimeno e a quella di Canne(tra l'altro inviò al Senato una statua in oro della Vittoria). Livio racconta che il propretore Tito Otacilio Crasso, dopo aver segnalato a Roma che ai soldati e alla flotta non erano stati ancora pagati gli stimendia,, ottenne ancora una volta gli aiuti da Gerone, il quale donò loro il denaro necessario e una scorta di grano per sei mesi. Nel 216 a.C., morì il figlio Gelone; Gerone, invece, si spense l'anno seguente all'età di 90 anni: lasciò due figlie, Demarata e Eraclea, che sposarono due importanti cittadini siracusani, rispettivamente Adranodoro e Zoippo; gli successe il nipote Geronimo, non ancora quindicenne. Archimede di Siracusa (in greco antico Αρχιμήδης, traslitterato in Archimédēs; Siracusa, 287 a.C. circa – Siracusa, 212 a.C.) è stato un matematico, fisico e inventore siracusano. Considerato come uno dei più grandi scienziati e matematici della storia, i contributi di Archimede spaziano dalla geometriaall'idrostatica, dall'ottica alla meccanica. Fu in grado di calcolare la superficie e il volume della sfera e intuì le leggi che regolano il galleggiamento dei corpi. In campo ingegneristico, Archimede scoprì e sfruttò i principi di funzionamento delleleve e il suo stesso nome è associato a numerose macchine e dispositivi, come la vite di Archimede, a dimostrazione della sua capacità inventiva. Circondate ancora da un alone di mistero sono invece le macchine da guerra che Archimede avrebbe preparato per difendere Siracusa dall'assedio romano. La vita di Archimede è ricordata attraverso numerosi aneddoti, talvolta di origine incerta, che hanno contribuito a costruire la figura dello scienziato nella mente collettiva. Ad esempio, è rimasta celebre nei secoli l'esclamazione héureka! (ευρηκα! - ho trovato!) a lui attribuita dopo la scoperta del principio di Archimede. Nel 214 Marco Claudio Marcello fu inviato in Sicilia come consoledurante la sommossa dei Siracusani. Attaccò Leontini ed assediò Siracusa, ma l'abilità del matematico Archimede respinse a più riprese gli attacchi portati dalle truppe romane contro la città. Dopo un assedio durato due anni (in cui gli venne per due volte confermato il comando come proconsole) l'esercito romano riuscì ad aprirsi il varco nella città, catturandola nel 212 a.C. nonostante l'arrivo di rinforzi cartaginesi.All'alba, infatti, forzato l'Esapilo, Marcello, entrato in città con tutto l'esercito, spinse ciascuno a prendere le armi e portare aiuto alla città ormai occupata. Epicide dall'Isola, che i Siracusani chiamano Naso, partì con marcia veloce in direzione degli scontri, convinto di poter ricacciare i Romani. Ma quando incontrò i cittadini spaventati, li rimproverò di accrescere la confusione. E quando vide che i luoghi intorno all' Epipoli erano pieni di soldati romani, fece retrocedere i suoi verso l'Acradina. E per evitare che l'intera città fosse data alle fiamme, ricordandone l'antica gloria, prima di muovere le insegne verso l'Acradina, mandò avanti quei Siracusani che in precedenza si erano uniti ai presidi romani, affinché con discorsi calmi e moderati, convincessero i Siracusani tutti, alla resa. Plutarco ci descrive Marcello come un amante della lingua e della cultura greca e ci riferisce il suo dispiacere nel lasciare che i propri soldati saccheggiassero Siracusa. Marcello risparmiò le vite di gran parte degli abitanti ordinando ai suoi soldati di non ucciderli. Nonostante ciò, Archimede morì erroneamente per mano di un soldato. Plutarco ci riferisce che dopo l'uccisione del grande matematico siracusano, Marcello, il quale non aveva dato l'ordine di ucciderlo, deplorò l'assassinio: "distolse lo sguardo dall'uccisore di Archimede come da un sacrilego", in seguito il soldato venne ucciso per squartamento. Poco dopo Marcello ottenne una nuova vittoria nei pressi del fiume Imera contro le forze congiunte greco-puniche di Epicide, Annone e Muttine. Questa fu l'ultima battaglia di Marcello in Sicilia. All'inizio del 211 a.C. il senato romano deliberò per Marcello di prorogargli il comando come proconsole, affinché conducesse a termine la guerra in Sicilia al comando del suo vecchio esercito. Nel caso poi avesse avuto bisogno di nuovi rinforzi, gli era concesso di sottrarli alle legioni che il propretore Publio Cornelio Lentulo comandava in Sicilia, a condizione che non scegliesse alcun soldato fra quelli a cui il senato aveva rifiutato il congedo e il ritorno in patria, prima che terminasse la guerra.
Πηγή: https://it.m.wikipedia.org/wiki/Geronimo_di_Siracusa
https://it.m.wikipedia.org/wiki/Marco_Claudio_Marcello
https://it.m.wikipedia.org/wiki/Archimede

Константи́н VII Багряноро́дный(Порфироро́дный) и Княгиня Ольга  киевская

Константи́н VII Багряноро́дный(Порфироро́дный, Порфироге́нет, греч.Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος) (17/18 мая 905, Константинополь — 9 ноября 959, Константинополь)
—византийский император из Македонской династии, номинально царствовал с 913, фактически — с 945 года. Константин был сыном Льва VI Философа и Зои Карбонопсины, четвёртой жены императора. Четвёртый брак не дозволялся церковью и родившийся ребёнок считался незаконнорождённым, хотя и был единственным сыном Льва VI. Лишь в январе 906 Константин был крещён, а в апреле 906, против воли патриарха Николая Мистика, Лев и Зоя были обвенчаны. Прозвище Багрянородный происходит от Багряного (Порфирного) зала императорского дворца, где рожали императрицы, и призвано подчеркнуть, что он родился у царствующего монарха. 15 мая 908 года Лев VI сделал Константина своим соправителем, чтобы обеспечить ему трон, однако в 912 император умер и власть принял его брат Александр. Однако и он умер через год, оставив 8-летнего Константина под опекой регентов. После неудачного мятежа Константина Дуки (на англ.) в 913 году во главе совета регентов стал патриарх Константинопольский Николай Мистик.
В 920 власть узурпировал друнгарий византийского флота Роман I Лакапин, провозглашенный соправителем. Ещё в 919 он женил 14-летнего Багрянородного на своей дочери Елене. Константин оказался отстранен от реальной власти и посвятил себя самообразованию и наукам. В 944 Романа I свергли его сыновья, надеясь править самостоятельно, однако это вызвало народные волнения, которые утихли лишь когда императором провозгласили Константина. Через 40 дней их сослали в монастырь.
Умер Константин в 959 году. По некоторым сведениям, он был отравлен своим сыном Романом II Младшим. В своей политике Константин VII выражал интересы столичного чиновничества, выступая против центробежных тенденций провинциальной знати. Активизировал военные действия против арабов. Начало оказалось неудачным, и посланное на отвоевание Критавойско было разбито (949). Византийские армии перешли Евфрат (952), но были отброшены. Завоевания на Востоке были восстановлены благодаря Никифору Фоке и Иоанну Цимисхию. Высшим достижением ромейского оружия стало взятие Самосаты (958). Константин VII назначил на должность «паракимомена» (1-го министра) евнуха Василия Лекапена (сына свергнутого императора Романа I), который приобрёл огромное влияние и сохранял его при последующих императорах. Константин VII также известен как один из образованнейших людей эпохи, покровитель и издатель компилятивных сборников, автор сочинений «О фемах», «О церемониях», «Об управлении империей», являющихся важнейшими источниками для изучения истории Византии, Киевской Руси и других стран. Он, в частности, описывает («О церемониях»), визит княгини Ольги в Константинополь (957) и её крещение. Девятая глава «Об управлении империей» (около 950) содержит краткое описание экономического и политического устройства Руси.
Княги́ня О́льга, в крещении Еле́на (ок. 890 —11 июля 969) — княгиня, правившая Киевской Русью с 945 до 962 года после гибели мужа, Великого князя Киевского Игоря Старого. Первая из русских правителей приняла христианство ещё до крещения Руси, святая равноапостольная Русской Православной Церкви; память:11 (24) июля и в Соборах Киевских,Псковских и Волынских святых. Спустя примерно 140 лет после её смерти древнерусский летописец так выразил отношение русских людей к первому правителю Киевской Руси. Княгиня Ольга стала первым правителем Киевской Руси, принявшим крещение, хотя и дружина, и древнерусский народ при ней были языческими. В язычестве пребывал и сын Ольги, великий князь Киевский Святослав Игоревич. Дата и обстоятельства крещения остаются неясными. СогласноПВЛ это произошло в 955 году в Константинополе, Ольгу лично крестили император Константин VII Багрянородный с патриархом (Феофилактом): «И было наречено ей в крещении имя Елена, как и древней царице-матери императора Константина I». ПВЛ и Житие украшают обстоятельства крещения историей о том, как мудрая Ольга перехитрила византийского царя. Тот, подивившись её разуму и красоте, захотел взять Ольгу в жены, но княгиня отвергла притязания, заметив, что не подобает христианам за язычников свататься. Тогда-то и крестили её царь с патриархом. Когда царь снова стал домогаться княгини, та указала на то, что она теперь приходится крёстной дочерью царю. Тогда тот богато одарил её и отпустил домой. Из византийских источников известно только об одном визите Ольги в Константинополь. Константин Багрянородный описал его подробно в сочинении «О церемониях», не указав года события. Зато он указал даты официальных приёмов: среда 9 сентября (по случаю прибытия Ольги) и воскресенье 18 октября. Такое сочетание соответствует 957 и 946 годам. Обращает на себя внимание длительное пребывание Ольги в Константинополе. При описании приёма называются василевс (сам Константин Багрянородный) и Роман — багрянородный василевс. Известно, что Роман II Младший, сын Константина, стал формальным соправителем отца в 945. Упоминание на приёме детей Романа свидетельствует в пользу 957 года, который считается общепринятой датой визита Ольги и её крещения. Однако Константин нигде не упомянул о крещении Ольги, как и о целях её визита. В свите княгини был назван некий священник Григорий, на основании чего некоторые историки (в частности, академик Рыбаков Борис Александрович) предполагают, что Ольга посетила Константинополь уже крещённой. В таком случае возникает вопрос, почему Константин именует княгиню её языческим именем, а не Еленой, как это делал Продолжатель Регинона. О крещении в Константинополе говорит и процитированный выше Продолжатель Регинона, причём упоминание имени императора Романа свидетельствует в пользу крещения именно в 957. Свидетельство Продолжателя Регинона может считаться достоверным, поскольку под этим именем, как полагают историки, писал епископ Адальберт Магдебургский, возглавивший неудачную миссию в Киев (961) и имевший сведения из первых рук. Согласно большинству источников княгиня Ольга приняла крещение в Константинополе осенью 957, и крестили её, вероятно, Роман II, сын и соправитель императора Константина VII, и патриарх Полиевкт. Решение о принятии веры Ольга приняла заранее, хотя летописная легенда представляет это решение как спонтанное. Ничего не известно о тех людях, кто распространял христианство на Руси. Возможно, это были болгарские славяне (Болгария приняла крещение 865), так как в ранних древнерусских летописных текстах прослеживается влияние болгарской лексики. О проникновении христианства в Киевскую Русь свидетельствует упоминание соборной церкви Ильи пророка в Киеве в русско-византийском договоре (944). Ольга была похоронена в земле (969) по христианскому обряду. Её внук князьВладимир I Святославич Крестительперенёс (1007) мощи святых, включая Ольгу, в основанную им церковь Святой Богородицы в Киеве. По Житию и монаху Иакову тело блаженной княгини сохранилось от тлена. Её «светящееся яко солнце» тело можно было наблюдать через окошко в каменном гробу, которое приоткрывалось для любого истинно верующего христианина, и многие находили там исцеление. Все же прочие видели только гроб. Скорее всего, в княжение Ярополка (970—978) княгиня Ольга начала почитаться как святая. Об этом свидетельствует перенесение её мощей в церковь и описание чудес, данное монахом Иаковом в XI веке. С того времени день памяти святой Ольги (Елены) стал отмечаться 11 июля, по крайней мере, в самой Десятинной церкви. Однако официальная канонизация (общецерковное прославление) произошла, видимо, позднее — до середины XIII века. Её имя рано становится крестильным, в частности, у чехов. В 1547 году Ольга причислена к лику святой равноапостольной. Такой чести удостоились ещё только 5 святых женщин в христианской истории (Мария Магдалина, первомученица Фёкла, мученица Апфия, царица Елена Равноапостольная и просветительница ГрузииНина). Память равноапостольной Ольги празднуется православными церквами русской традиции 11 июля по юлианскому календарю; католической и другими западными церквами — 24 июля по григорианскому.
Почитается как покровительница вдов и новообращённых христиан.
Πηγή: https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Константин_VII_Багрянородный
https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Ольга_(княгиня_Киевская)