Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Οιωνοσκοπία και μαντική στην Αρχαία Ελλάδα : Η τέχνη της πρόβλεψης του μέλλοντος

Η μαντεία είναι Προφητική δύναμη, η τέχνη να προλέγει κανείς όσα θα συμβούν στο μέλλον ή να εξηγεί όσα έχουν συμβεί στο παρελθόν και όσα συμβαίνουν στο παρόν. Τη δύναμη αυτή την είχαν ορισμένα άτομα, οι μάντεις, που επικοινωνούσαν με θεότητες και γνωστοποιούσαν τη θέληση των θεών με διάφορα σημεία, σημάδια και άλλους τρόπους. Η ελληνική και ρωμαϊκή μαντεία παρουσίαζε στοιχεία κοινά με αυτήν της Ανατολής. Η μαντεία ήταν γνωστή στη Βαβυλωνία, Ασσυρία, Αίγυπτο κ.α. Είχε πολλά κοινά σημεία με τη μαγεία και οι μάντεις ήταν συγχρόνως και μάγοι. Στην ομηρική εποχή η μαντεια περιλαμβανόταν στην εξήγηση των ονείρων. Αυτό τον τρόπο της άτεχνης, φυσικής μαντεία εξασκούσαν οι ονειροσκόποι (ή ονειροπόλοι). Στον Όμηρο επίσης γίνεται λόγος και για "νεκρομαντία", καθώς για "υδρομαντία", "κατοπτρομαντία" και "λεκανομαντία". Μία άλλη μορφή μαντείας, η έντεχνη μ., προέβαινε σε εξηγήσεις με βάση τις παρατηρήσεις σε ζωντανούς οργανισμούς ή φυτά ή ακόμα και σε άψυχα αντικείμενα. Τρόπο έντεχνης μαντεία αποτελεί και η "οιωνοσκοπία" (από κραυγές, τρόπος πετάγματος κλπ.), καθώς και η "ιερομαντία" ή "ιεροσκοπία", η "σπλαχνοσκοπία", η ερμηνεία δηλ. που δινόταν με βάση την εξέταση των σπλάχνων των ζώων που θυσίαζαν. Η μ. από άψυχα αντικείμενα εξασκούνταν με διάφορους τρόπους, όπως από τη φωτιά, "πυρομαντία", καθώς και από άλλες τροφές ή υλικά. Αναφέρεται επίσης η "καπνομαντία", η "χειρομαντία" κ.ά. Η "χρησμολογία" ήταν για τους αρχαίους Έλληνες ένας από τους πιο σημαντικούς τρόπους μαντείας. Την τελούσαν οι μάντεις σε στιγμές θεϊκής έμπνευσης και έξαρσης. Τέτοιοι γνωστοί χρησμοδότες μάντεις ήταν ο Κάλχας, ο Τειρεσίας κ.ά. Τόποι επικοινωνίας θεών και ανθρώπων μέσω των μάντεων. Το κάθε μ. ήταν αφιερωμένο σε κάποιο θεό (κυρίως στο Δία και στον Απόλλωνα). Ως αρχαιότερο θεωρείται το μαντείο της Δωδώνης στην Ήπειρο, αφιερωμένο στο Δία. Οι ιέρειες στο άκουσμα του θροΐσματος των φύλλων των ιερών βελανιδιών άκουγαν τη φωνή του Δία και έδιναν ανάλογες ερμηνείες ή άκουγαν τη θέλησή του από τους χάλκινους λέβητες που ήταν κρεμασμένοι στα δέντρα. Στο μαντείο πρόστρεχαν Αθηναίοι και Σπαρτιάτες, ακόμα και ξένοι (βασιλιάς Κροίσος). Σημαντικότερο απ` όλα ήταν το μαντείο των Δελφών. Γνωστότατοι και μνημειώδεις έχουν μείνει οι χρησμοί της ιέρειας Πυθίας. Ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα. Η Πυθία, ηλικιωμένη γυναίκα από καλή οικογένεια, μετά τη θυσία που γινόταν έξω από το ναό, αφού καθαριζόταν με νερό της Κασταλίας πηγής, έπινε από το νερό της πηγής, φορούσε το ιερατικό ένδυμα, μασούσε φύλλα δάφνης και αφού καθόταν σε τρίποδα, έδινε τους χρησμούς. Κάτω από τον τρίποδα έβγαιναν αναθυμιάσεις. Η Πυθία έδινε ακατάληπτους χρησμούς, με ψελλίσματα, κινήσεις και επιφωνήματα, τους οποίους ερμήνευε ο "προφήτης", που καθόταν κοντά της. Άλλα μαντεία που είχαν ιδιαίτερη σημασία για τους Έλληνες ήταν το μαντείο του Άμμωνα Δία στη Λιβύη, τα μαντεία του Απόλλωνα στους Διδύμους της Μιλήτου, στην Κλάρο της Κολοφώνας, στα Πάταρα της Λυκίας, στο Ακραίφιο της Βοιωτίας κ.ά. Πολλά μαντεία ασχολούνταν με τη νεκρομαντεία, όπως στην Κίχυρο της Θεσπρωτίας, στην Ποντική Ηράκλεια, στον Ταίναρο κ.α. Πολύ γνωστό ήταν το "νεκρομαντείο" της Εφύρας. Μέχρι τον 5ο αι. π.Χ. τα μαντεία και η μαντική τέχνη βρίσκονταν σε μεγάλη ακμή. Μετά από τον αιώνα αυτό αρχίζει η παρακμή τους, για να ανανεωθούν στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Σταδιακά από τότε άρχισαν να χάνουν την αίγλη τους και να παραμερίζονται σημαντικά, κυρίως γιατί άρχισε να θεωρείται από πολλούς η μ. ως αμάθεια. Η Ιχθυομαντεία αποτελεί και αυτή αρχαία μαντική τέχνη που ήταν διαδεδομένη κυρίως στα Σούρα της Λυκίας και κατά την οποία εξετάζοντας τη κίνηση των ψαριών μπορούσαν να εξαχθούν κάποιες προβλέψεις γεγονότων. Ελάχιστες πληροφορίες υπάρχουν περί του τρόπου με τον οποίο εξάγονταν τέτοιες προβλέψεις και αυτές προέρχονται από τον Αιλιανό (Ιστορία των Ζώων Η,5) και τον Αθήναιο (333,δ). Σύμφωνα με αυτές, τοποθετούνταν πλησίον των ακτών, μέσα στη θάλασσα, ξύλινοι οβελίσκοι, ως πλωτά παρατηρητήρια, και από εκεί ο ιερέας - ιχθυομάντης έριχνε τεμάχια μικρά άρτου και κρέατος παρακολουθώντας τον αριθμό των ψαριών που πλησίαζαν, τις κινήσεις τους, το είδος τους κλπ, εκ των οποίων και διατύπωνε το χρησμό. Η αστραγαλομαντεία, η μαντεία με αστραγάλους , τα γνωστά οστάρια των ποδιών, υπήρξε αρχαία μαντική τέχνη. Ο Παυσανίας (7 25,6) αναφέρει περί αυτής χωρίς όμως σαφή περιγραφή του τρόπου με τον οποίο επιχειρούσαν αυτή τη τέχνη. Από το ανώμαλο δε κυβοειδές σχήμα των οσταρίων αυτών εικάζεται ότι μάλον τα έριχναν (που και πως;) και εκ της πιθανής θέσης τους έκαναν προβλέψεις. Αναφέρει μάλιστα ότι η αστραγαλομαντεία ήταν η κύρια μαντική τέχνη στο ιερό του Ηρακλή κοντά στο Βουραϊκό ποταμό. Η κριθομαντεία αποτελεί πανάρχαιο τρόπο μαντικής τέχνης προς εξαγωγή μελλοντικών προβλέψεων (μαντευμάτων) και ειδικά από τη παρατήρηση των κόκκων της κριθής (κριθαριού) που κατά τη τέλεση των θυσιών χρησιμοποιούνταν ως «προθύματα», καθιστάμενα έτσι «ιερά», όπως και οτιδήποτε που ερχόταν σε επαφή με το βωμό. Η «κριθομαντεία» ήταν ο πρόγονος αλλά και το πρότυπο των νεώτερων στην αρχαία λαογραφία τεχνικών της μαντικής τέχνης, όπως της "αλευρομαντείας" και της "αλφιτομαντείας". Στην Αρχαϊκή περίοδο είναι βεβαιωμένη η χρησμοδότηση στα περισσότερα απολλώνεια μαντεία με βάση τις μαντικές ιδιότητες του νερού μίας ιερής πηγής και την εκστατική θεοληψία της ιέρειας. Ωστόσο, σε παλαιότερες εποχές εφαρμοζόταν η μέθοδος των ιερών κλήρων ή θριών. Η μέθοδος αυτή, που πιθανόν χρησιμοποιούνταν και στους Δελφούς, πριν επικρατήσει η εκστατική μαντική, συνίστατο στην ανάσυρση μιας μαντικής ψήφου από ένα δοχείο που περιείχε πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους. Ο χρησμός δινόταν με βάση τα σύμβολα που έφερε η ψήφος. Μία ανάλογη πρακτική ήταν σε χρήση ως τα κλασικά χρόνια στο ιερό του Ηρακλή στη Βούρα της Αχαΐας, όπου όμως οι ψήφοι εκεί είχαν αντικατασταθεί από αστραγάλους. Ο πιστός έριχνε τέσσερις αστραγάλους και στη συνέχεια λάμβανε απάντηση με τη βοήθεια πίνακα που ερμήνευε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς. Μία από τις αρχαιότερες μεθόδους μαντικής στον ελληνικό κόσμο -και μάλιστα η σημαντικότερη επί αιώνες- ήταν η οιωνοσκοπία. Αυτήν εφάρμοζε ο Τειρεσίας, ο φημισμένος Κάλχας που συνόδευσε τους Αχαιούς στην Τροία, και αυτή ήταν που τελούνταν στο αρχαιότερο και πλέον σεβάσμιο ελληνικό μαντείο, στο ιερό του Δία στη Δωδώνη. Εκεί ο ιερέας παρακολουθούσε το πέταγμα και τη συμπεριφορά των πελείων (περιστεριών) που κάθονταν στις ιερές δρύες. Ο χρησμός δίνονταν με σύμβολα και όχι με λόγια, όπως άλλωστε και στο μαντείο του Αμμωνα Δία στη Λιβύη. Ο Ηρόδοτος αναφέρει κοινή προέλευση για τα δύο μαντεία (2.54-55). Το μαντείο στην όαση της Σίβα είχε προϊστορική Μινωική καταγωγή, αλλά από πολύ νωρίς πέρασε στον έλεγχο των Ελλήνων της Κυρηναϊκής. Η οιωνοσκοπία εξασκούνταν και σε άλλα ιερά. Ο προφήτης κοιτώντας προς το βορρά λάμβανε ως καλό σημάδι την εμφάνιση οιωνού (πουλιού) από την ανατολή και κακό από τη δύση. Ο χρησμός εξειδικευόταν ανάλογα με το είδος και το πέταγμα του πουλιού. Παρατηρούνταν ιδιαιτέρως ο αετός, το γεράκι, η γλαύκα και ο ερωδιός. Φαίνεται όμως πως στη Δωδώνη ήταν πιο σημαντική και μάλλον παλαιότερη, μία άλλη μέθοδος: η μαντική από τυχαίους ήχους ή από τα θροΐσματα της ιερής δρυός και τους ήχους από τους χάλκινους λέβητες που την κοσμούσαν. Οι ήχοι αυτοί, που ονομάζονταν κλήδωνες ή φήμες,ερμηνεύονταν από το ιερατείο. Μία αντίστοιχη παράδοση είναι γνωστή και για το ιερό του Ισμήνιου Απόλλωνα στη Θήβα. Στην αχαϊκή πόλη των Φαρών υπήρχε στην αγορά ένα άγαλμα του Ερμή. Ο ενδιαφερόμενος να συμβουλευτεί το θεό, το πλησίαζε και ψιθύριζε στο αυτί του το ερώτημα. Στη συνέχεια απομακρυνόταν κρατώντας κλειστά τα αυτιά του, τα οποία ελευθέρωνε μόνο αφότου είχε βγει από την αγορά. Η πρώτη φράση που θα άκουγε αποτελούσε και το χρησμό του θεού. Πρόκειται συνήθως για μαντική που βασίζεται στην παρατήρηση των σπλάχνων του θυσιασμένου ζώου. Μια ειδική κατηγορία της, η ηπατοσκοπία , έγινε πολύ δημοφιλής στους Ετρούσκους. Στον ελληνικό κόσμο συνηθίζονταν περισσότερο άλλες εκδοχές της ιερομαντείας, όπως η μαντεία δι' εμπύρωνκαι η καπνομαντεία. Η πρώτη εξέταζε τη φωτιά και τα κατάλοιπα της θυσίας και η δεύτερη τον καπνό. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρούσαν επίσης τη συμπεριφορά του ζώου που οδηγούνταν σε θυσία. Με μαντεία δι' εμπύρων χρησμοδοτούσε το Ισμήνιο της Θήβας και το ιερό του Δία στην Ολυμπία. Μια άλλη ανατολικής προέλευσης μέθοδος μαντικής ήταν ηλεκανομαντεία, η οποία αναφέρεται και από τον Αισχύλο (Αγαμέμνων 322-3). Η χρησμοδότηση γινόταν με παρατήρηση κυματισμών ή αντανακλάσεων σε μία επιφάνεια νερού. Παρόμοια ήταν και η μαντική μέθοδος για αρρώστους που εφαρμοζόταν στο τέμενος της Δήμητρας και της Κόρης στην Πάτρα. Ο πιστός, αφού προσευχόταν και έκαιγε θυμίαμα, κοίταζε σε ένα κάτοπτρο κρεμασμένο πάνω από τα ήρεμα νερά της ιερής πηγής, όπου μπορούσε να δει τον εαυτό του ζωντανό ή νεκρό. Αλλη ειδική κατηγορία μαντείων αποτελούσαν εκείνα, στα οποία ο θεϊκός χρησμός αποκαλυπτόταν στον πιστό μέσω ονείρων. Όλα τους σχετίζονται με την ίαση και με θεότητες ή ήρωες θεραπευτές. Ο πιστός έπρεπε να πέσει σε εγκοίμηση μέσα σε ιερό χώρο, περίβολο ή άβατο, και τα όνειρα τού αποκάλυπταν την έκβαση της αρρώστιας του. Με αυτόν τον τρόπο λειτουργούσε το θηβαϊκό Αμφιάρειο και το Αμφιάρειο του Ωρωπού. Η μέθοδος αυτή συνηθιζόταν και σε πολλά Ασκληπιεία, εκ των οποίων το πιο γνωστό ήταν βέβαια της Επιδαύρου. Οι πιστοί εκεί ξάπλωναν στο εγκοιμητήριο ήάβατο περιμένοντας το θεόσταλτο όνειρο. Πολλές φορές μάλιστα η εμπειρία του ονείρου ήταν ταυτοχρόνως και θεραπεία. Αντίστοιχη λειτουργία είχαν το ονειρομαντείοστον Οίτυλο της Λακωνίας, το Χαρώνειο άντρο -αφιερωμένο στη Δήμητρα και την Κόρη στη Νύσα της Καρίας- και το μαντείο στο άντρο του Τροφωνίου στη Λειβαδιά. Στο τελευταίο ο πιστός υποβαλλόταν σε μια σειρά από τελετουργίες με αποκορύφωση τη νυκτερινή εισέρπυσηστους δαιδαλώδεις και στενούς διαδρόμους του σπηλαίου. Κατά την έξοδό του ο πιστός διηγούνταν στους ιερείς ό,τι είχε δει και ακούσει. Αυτοί έδιναν ερμηνεία, αλλά στην πραγματικότητα εκείνο που επιδρούσε καθοριστικά στον πιστό ήταν ο ψυχικός κλονισμός του από τη δοκιμασία. Στην ίδια αρχή στηριζόταν επίσης η λειτουργία των νεκυομαντείων ή ψυχοπομπείων. Οι πιστοί σε αυτά, ύστερα από θυσία στους χθόνιους θεούς, επικαλούνταν τις ψυχές νεκρών, από τις οποίες λάμβαναν χρησμό. Το πιο φημισμένο νεκυομαντείο ήταν στην Εφύρα της Θεσπρωτία ς, κοντά στις εκβολές του Αχέροντα.
Πηγή: http://www.fhw.gr/chronos/04/gr/society/424oracl_methods.html
http://www.livepedia.gr/index.php/Μαντεία

Το ελληνιστικό Βασίλειο των Πάρθων : Ο εξελληνισμός της Ασίας μετά τους διαδόχους του Μέγα Αλέξανδρου

Οι Πάρθοι ηταν Αρχαίος ιρανικός λαός εντοπιζόμενος στις νοτιοανατολικές περιοχές της Κασπίας, όπου είχε εγκατασταθεί από την εποχή της εισόδου των ιρανικών φύλων στο οροπέδιο του Ιράν. Η αρχαιότερη αναφορά στην χώρα των Πάρθων γίνεται στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. στην περίφημη τρίγλωσση επιγραφή του Μπεχιστούν (Behistun, γύρω στα 80 χλμ. ΝΔ από την αρχαία πρωτεύουσα των Μήδων, Εκβάτανα - το σημερινό Χαμαντάν. Η επιγραφή χαράχτηκε (μάλλον το 521 π.Χ.) με διαταγή του αυτοκράτορα των Περσών Δαρείου Ι (522-486 π.Χ.) στην αρχαία Περσική, την Ελαμιτική και την Βαβυλωνιακή διάλεκτο της Ακκαδικής γλώσσας και μνημονεύει τον τρόπο που κατέκτησε τον θρόνο και αποκατέστησε την τάξη στην αυτοκρατορία. Στην επιγραφή μνημονεύονται και όλες οι επαρχίες (Σατραπείες) της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται και η Παρθία (αρχ. περσ. Παρθάβα – Parthava). Τους Πάρθους μνημονεύει και ο Ηρόδοτος (Γ΄ 93) αναφέροντας ότι περιλαμβάνονταν στην 16η φορολογική περιφέρεια («Νομό») της περσικής αυτοκρατορίας, μαζί με τους Αρείους (Αρίους), τους Χορασμίους (Χωρασμίους) και τους Σόγδους (ή Σογδιανούς) και παρακάτω (Γ΄ 117) σε σχέση με ένα γεγονός που αφορούσε την άρδευση μιας μεγάλης περιοχής στα κοινά όρια Πάρθων, Χωρασμίων και Υρκανίων. Τέλος, αναφέρει (Ζ΄ 66) ότι ένα στρατιωτικό τμήμα Πάρθων και Χορασμίων με επικεφαλής τον Αρτάβαζο, γιο του Φαρνάκη πήρε μέρος στην εκστρατεία του Ξέρξη (την άνοιξη του 480 π.Χ.) εναντίον της Ελλάδος. Ο Στράβων αποκαλεί τους κατοίκους της Παρθίας Παρθυαίους (ΙΑ΄ VIII. 1) και παρακάτω (ΙΑ΄ IΧ. 1-3) αναφέρει ορισμένες ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την χώρα και τους κατοίκους: «…Η Παρθυαία δεν είναι μεγάλη χώρα […] Εκτός από μικρή είναι δασωμένη, ορεινή και φτωχή […]Τμήματα της Παρθυηνής είναι η Κωμισηνή και η Χωρηνή […] Ο Αρσάκης, Σκύθης το γένος, με μερικούς Δάες, δηλ. τους νομάδες Πάρνους που ζούσαν στον Ώχο, επιτέθηκε στην Παρθυαία και την κατέλαβε […] το Συμβούλιο των Παρθυαίων είναι διπλό: αποτελείται από ένα με ευγενείς και ένα με σοφούς και μάγους…». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στους Παρθυαίους (όπως τους καταγράφει) του Στέφανου Βυζαντίου (Εθνικά): «έθνος πάλαι μεν Σκυθικόν, ύστερον δε φυγόν ή μετοικήσαν επί Μήδους, κληθέν δε ούτως παρά Μήδοις δια την φύσιν της αυτούς δεξαμένης γης ελώδους και αγκώδους ούσης, ή δια την φυγήν, καθότι οι Σκύθαι τους φυγάδας πάρθους καλούσι. λέγονται δε και Πάρθοι και Πάρθιοι και Παρθυαίοι, και Παρθυαία η χώρα και Παρθυηνή…». Η Παρθία περιελάμβανε τις ορεινές περιοχές στα ΝΑ της Υρκανίας (Varkana), όπως ονομαζόταν η χώρα  στις νοτιοανατολικές ακτές της Κασπίας (=η Υρκανίς Θάλασσα των αρχαίων πηγών). Βασιλική έδρα των Παρθυαίων (Βασίλειο των Πάρθων) κατά τον Στράβωνα (ΙΑ΄ ΙΧ. 1) ήταν η Εκατόμπυλος (σημερ. Shahr-i-Qumis κοντά στην κωμόπολη Damghan του ΒΑ Ιράν). Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη (Β΄ 34) οι Πάρθοι αποστάτησαν από τουςΜήδους και παρέδωσαν την χώρα τους στους Σάκες, αλλά μετά από πολυετή αμφίρροπο πόλεμο, Μήδοι και Σάκες έκαναν ειρήνη και συμφώνησαν οι Πάρθοι να ξαναγίνουν φόρου υποτελείς των Μήδων, διατηρώντας τα εδάφη τους. O Κύρος ΙΙ (559-529 π.Χ.), γνωστός και ως Κύρος ο Μέγας, θα κατακτήσει αυτές τις περιοχές (γύρω στο 540 π.Χ.) και θα τις ενοποιήσει διοικητικά τοποθετώντας ως σατράπη τον τοπικό ηγεμόνα (kavi) και συγγενή του, τον Υστάσπη (Vistaspa, ο πατέρας του μετέπειτα αυτοκράτορα Δαρείου Ι), ο οποίος κυβερνούσε την περιοχή ως υποτελής της Μηδικής αυτοκρατορίας. Η Παρθία θα παραμείνει πιστή στον νέο αυτοκράτορα Δαρείο Ι, προφανώς λόγω του πατέρα του Υστάσπη, ο οποίος ήταν ακόμη σατράπης της χώρας, όταν ένα γενικευμένο κύμα εξεγέρσεων θα σαρώσει την Περσική αυτοκρατορία αμέσως μετά την άνοδο στον θρόνο του Δαρείου Ι. Μετά την μάχη των Γαυγαμήλων , που έκρινε την τύχη της Περσικής αυτοκρατορίας (331 π.Χ.), ο Μ. Αλέξανδρος καταδιώκοντας τον Δαρείο ΙΙΙ και τον Βήσσο θα φθάσει στην Χοαρηνή(Choarene=Χωρηνή), επαρχία της Παρθίας και λίγο έξω από την πρώτη πρωτεύουσα του μετέπειτα Βασιλείου των Πάρθων, την Εκατόμπυλο, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, θα ανακαλύψει το πτώμα του άτυχου εχθρού του που είχε δολοφονηθεί από τον φιλόδοξο Σατράπη της Βακτρίας Βήσσο και τους συνεργάτες του (330 π.Χ.). Η Παρθία θα κατακτηθεί και σατράπης της θα επανατοποθετηθεί ο Φραταφέρνης, ο παλιός σατράπης της Παρθίας και Υρκανίας , που ο Μ. Αλέξανδρος διατήρησε στην θέση του μετά την δήλωση υποταγής του και ο οποίος θα παραμείνει πιστός μέχρι τον θάνατο του μεγάλου Μακεδόνα στρατηλάτη. Ο Φραταφέρνης θα παραμείνει σατράπης της Παρθίας και επί Αντιβασιλείας του Περδικκα. Η Παρθία θα περιέλθει στον Σέλευκο Α΄ (308-281 π.Χ.), ιδρυτή του Βασιλείου των Σελευκιδών. Μετά την επιτυχή έκβαση των συγκρούσεων εναντίον του Αντιγόνου θα αρχίσει τις προετοιμασίες για να επιχειρήσει να ανακαταλάβει ολόκληρο το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας του Μ. Αλεξάνδρου (308-307 π.Χ.). Η εκστρατεία του Σέλευκου Α΄ (308 - 281 π.Χ.) στην Ανατολή (Διόδωρος, ΧΙΧ 92.5), που κράτησε πέντε χρόνια (307-302 π.Χ.), θα εδραιώσει την υπαγωγή της Βακτρίας στην απέραντη αυτοκρατορία των Σελευκιδών. Στην διάρκεια της εκστρατείας ο Σέλευκος Α΄ θα ανακηρυχθεί βασιλεύς (το 304 π.Χ.) και η εύκολη κατάκτηση της Βακτρίας θα του επιτρέψει να αποκαταστήσει την εξουσία του και στις γειτονικές Σατραπείες της Μαργιανής, της Σογδιανής και της Αριανής. Εκτεταμένες εισβολές νομάδων στις ανατολικές επαρχίες του Βασιλείου του και ο κίνδυνος αυτές να απωλεσθούν, θα υποχρεώσουν τον Σέλευκο Α΄ να λάβει δραστικά μέτρα, ένα από τα οποία ήταν η ανάθεση της διοίκησής τους στον γιο του Αντίοχο. Ο Αντίοχος, ως αντιβασιλεύς της Ανατολής (293-281), θα εγκατασταθεί στην Βακτριανή, όπου θα παραμείνει για τρία χρόνια περίπου (293-290 π.Χ.), έχοντας ως έδρα του την πρωτεύουσα Βάκτρα-Ζαρίασπα. Ο Σέλευκος Α΄ θα πάρει μέρος σε πολλούς πολέμους, εναντίον ή υπέρ των άλλων Επιγόνων, για να δολοφονηθεί τελικά το 281 π.Χ. κοντά στην Λυσιμάχεια της Θράκης, από τον Πτολεμαίο Κεραυνό. Το πλέον σημαντικό γεγονός για τις μετέπειτα εξελίξεις στο Βασίλειο των Σελευκιδών, αποτελεί ασφαλώς η ίδρυση το 247/246 π.Χ. του Βασιλείου των Πάρθων από τους Πάρνους, μια νομαδική Ιρανική φυλή, η οποία παρέμενε επί αιώνες στο περιθώριο της Ιστορίας. Εκτός από κάποιες σύντομες επιδρομές, σε συνεργασία με άλλους πολεμοχαρείς νομαδικούς λαούς (Μασσαγέτες, Σάκες, Χωράσμιοι κ.λπ.), εναντίον της Περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, οι Πάρνοι ουσιαστικώς δεν θα απομακρυνθούν από την κοιτίδα τους, στα ανατολικά παράλια εδάφη της Κασπίας, μέχρι την οργάνωσή τους κάτω από τη Δυναστεία των Αρσακιδών. Σύμφωνα με την παράδοση, γύρω στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. ο Αρσάκης, ηγεμόνας των Πάρνων (οι οποίοι ανήκαν σε μια ευρύτερη συνομοσπονδία διαφόρων νομαδικών λαών Ιρανικής καταγωγής, γνωστών με την ονομασία Δάαι(Dahae-Dahan tribes), άρχισε τους αγώνες του εναντίον των Σελευκιδών εισβάλλοντας στην επικράτειά τους. Επωφελούμενος της αναταραχής που επικρατούσε στο Κράτος των Σελευκιδών λόγω των Συριακών πολέμων, θα εισβάλλει στην Παρθία και θα καταφέρει να εξοντώσει τον Σελευκίδη σατράπη της Ανδραγόρα. Με τον τρόπο αυτόν, οι Πάρνοι καταλαμβάνουν την περιοχή (247 π.Χ.), όπου εγκαθίστανται πλέον μόνιμα. Ταυτόχρονα οι Πάρνοι θα πάρουν το όνομα της χώρας στην οποία εγκαταστάθηκαν και του συγγενικού τους φύλου των Πάρθων, που σήμαινε «εξόριστοι» και με το οποίο βαθμιαία θα συγχωνευθούν. Το ίδιο έτος ο Αρσάκης στέφεται και επίσημα βασιλεύς της Παρθίας (Αρσάκης Ι, 260-247 ή 260-211 π.Χ.), ιδρύοντας έτσι την Δυναστεία των Αρσακιδών , αλλά η κατάκτηση της χώρας δεν θα ολοκληρωθεί πριν από το 211 π.Χ. Γενικά οι Αρσακίδες υπήρξαν ικανοί ηγεμόνες συνδυάζοντας πολλά στοιχεία περσικά και ελληνικά από τους Σελευκίδες της Συρίας. Βοήθησαν στην ανάπτυξη ελληνιστικών πόλεων ενώ διατήρησαν την οργάνωση της χώρας τους σε Σατραπείες. Ενίσχυσαν το εμπόριο και ανέπτυξαν ισχυρό στόλο. Συνέπεια αυτών ήταν η μεγάλη οικονομική αλλά και οικοδομική ανάπτυξη όλης της χώρας τους. Κέντρο της χώρας τους ήταν η Μηδία και πρωτεύουσα το μεν καλοκαίρι είχαν τα Εκβάτανα, τον δε χειμώνα την Κτησιφώντα. Κλάδος της δυναστείας αυτής βασίλευσε και στην Αρμενία μέχρι του Αρδάση ή Αρδασίρ Δ΄, επί της βασιλείας του οποίου και η Αρμενία προσαρτήθηκε στη Περσία από τους Σασσανίδες. Ο Αρσάκης Α’ συγκυβέρνησε με τον αδελφό του Τιριδάτη επειδή δεν είχε δικούς του γιους όρισε διάδοχο του τον Αρσάκη Β’ γιο του Τιριδάτη. Την εποχή του Αρσάκη Β’ ο βασιλιάς των Σελευκιδών Αντίοχος Γ' ο Μέγας ανακατέλαβε την Παρθία. Οι Σελευκίδες εξασθένησαν σύντομα λόγω των αλλεπάλληλων ηττών του Αντίοχου Γ’ από τους Ρωμαίους και των αποζημιώσεων που ζήτησαν οι Ρωμαίοι από τους Σελευκίδες, αυτό έδωσε την ευκαιρία στους Αρσακίδες να αναδιοργανωθούν. Ο Μιθριδάτης Α’ εγγονός του Αρσάκη Β’ ανακατέλαβε ολόκληρη την Περσία από τους Σελευκίδες, αφού συνέλαβε αιχμάλωτο τον βασιλιά τους Δημήτριο Β’ Νικάτωρα πήρε τον τίτλο του «βασιλέως των βασιλέων». Ο Φραάτης Β’ γιος του Μιθριδάτη Α’ συντρίβοντας τον Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχο Ζ’ τον Σιδίτη αδελφό του Δημητρίου Β’ έθεσε οριστικά τέρμα στην κυριαρχία των Σελευκιδών ανατολικά του Ευφράτη. Ο ανιψιός του Μιθριδάτη Α’ και δισέγγονος του Αρσάκη Β’ Μιθριδάτης Β’ ο μέγας έφτασε το αρχαίο Παρθικό βασίλειο των Αρσακιδών στο μέγιστο της ισχύος του, ξεκίνησε και διαπραγματεύσεις με την Ρώμη. Ο Ελληνολάτρης βασιλιάς Ορόντης Β’ γιος του Φραάτη Γ’ αφού δολοφόνησε τον αδελφό του Μιθριδάτη παρέμεινε μόνος βασιλιάς, είχε σημαντικές επιτυχίες με τους Ρωμαίους διασπάζοντας την συμμαχία τους με τον βασιλιά της Αρμενίας Αρταβάσδη. Ο Ορόντης Β΄ της Παρθίας ήταν βασιλιάς των Πάρθων από την δυναστεία των Αρσακιδών και κυβέρνησε από το 57 π.Χ. έως το 37 π.Χ.. Ήταν γιος και διάδοχος του βασιλιά των Πάρθων Φραάτη Γ΄ τον οποίο διαδέχτηκε αφού δολοφόνησε με τον αδελφό του Μιθριδάτη Γ'. Παντρεύτηκε μια Ελληνίδα πριγκίπισσα, την Λαοδίκη από το βασίλειο της Κομμαγηνής, κόρη του βασιλιά της Κομμαγηνής Αντίοχου Α΄ Θεού, γι’ αυτό μιλούσε καλά τα Ελληνικά σύμφωνα με τον Πλούταρχο. Ο αδελφός του Μιθριδάτης αμέσως όταν έγινε ο Ορόντης βασιλιάς ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Μηδίας, ο Ορόντης τον έδιωξε αναγκάζοντας τον να καταφύγει στην Συρία. Ο Μιθριδάτης επανήλθε και επιτέθηκε ξανά στο βασίλειο του αδελφού του το 55 π.Χ. έγινε κάποιο σύντομο χρονικό διάστημα βασιλιάς αλλά σύντομα συνελήφθη από τον Ορόντη και εκτελέστηκε το 54 π.Χ. Ο σπουδαίος Ρωμαίος στρατηγός Μάρκος Λικίνιος Κράσσος έκανε μια προσπάθεια να επεκτείνει την Ρωμαϊκή κυριαρχία στα ανατολικά αλλά ηττήθηκε και σκοτώθηκε το 53 π.Χ. στην μάχη τών Καρρων από τον στρατηγό του Ορόντη Σιρένα. Ο Ορόντης στην συνέχεια επιτέθηκε στην Αρμενία εξαναγκάζοντας τον βασιλιά Αρταβάσδη, γιο του Τιγράνη του Μεγάλου να εγκαταλείψει την συμμαχία του με τους Ρωμαίους. Το 51 π.Χ. ο Ορόντης μαζί με τον γιο του Πακώρη δολοφόνησαν τον στρατηγό Σιρένα, επειδή θεώρησαν ότι η διαρκώς αυξανόμενη ισχύς του ήταν απειλή για τον θρόνο τους. Κατά την διάρκεια του Ρωμαϊκού εμφυλίου πολέμου οι Πάρθοι συμμάχησαν αρχικά με τον Πομπήιο, στην συνέχεια με τον Βρούτο και τον Κάσσιο, το 38 π.χ. ο γιος του Ορόντη Πακώρος επιτέθηκε στην Συρία, αλλά σκοτώθηκε από τον Βεντίδιο το 38 π.Χ. Ο Ορόντης απογοητευμένος από τον θάνατο του αγαπημένου του γιου όρισε διάδοχο του τον άλλο του γιο Φραάτη Δ΄ αλλά σύντομα δολοφονήθηκε από εκείνον. Ο Ορόντης Β’ δολοφονήθηκε από τον γιο του Φραάτη Δ’ ο οποίος τον διαδέχτηκε, αρχικά ήταν πολέμιος των Ρωμαίων βοηθώντας τον φανατισμένο εχθρό τους Αρταξέρξη γιο του Αρταβάσδη να γίνει βασιλιάς της Αρμενίας. Συμφιλιώθηκε αργότερα με τον Οκταβιανό Αύγουστο παίρνοντας σύζυγο μια Ελληνίδα από τις παλλακίδες του την Μούσα με την οποία απέκτησε τον διάδοχο του Φραάτη Ε’ αλλά τελικά δολοφονήθηκε από την Μούσα και τον γιο τους. Η Μούσα παντρεύτηκε τον γιο της Φραάτη Ε’ το 4 μ.χ. και συμβασίλευσε μαζί του αλλά οι Πάρθοι εξεγέρθηκαν, τους δολοφόνησαν και τους δύο παραδίδοντας το στέμμα στον Ορόντη Γ’. Ο Βολογέσης Α’ της Παρθίας ήταν βασιλιάς τηςΠαρθίας από το 51μ.χ. ως τον θάνατο του το 78μ.χ. από την δυναστεία των Αρσακιδών, ένας από τους 5 γιους και διάδοχος του βασιλιά της ΠαρθίαςΒορώνη Β’ και της Ελληνίδας συζύγου του. Με την άνοδο του στον θρόνο έδωσε το πατρικό του βασίλειο της Μηδίας Ατροπατήνης στον μεγαλύτερο αδελφό του Πακώρο και το βασίλειο της Αρμενίας στον αδελφό του Τιριδάτη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μακροχρόνιους πολέμους με τη Ρώμη. Η Ρώμη αντικατέστησε το 54 μ.χ. τον αδελφό του Τιριδάτη με τον Ιουδαίο πρίγκιπα Τιγράνη Στ’ δισέγγονο του Ηρώδη του Μέγα ο οποίος παρέμεινε βασιλιάς της χώρας ως το 63μ.χ. Οι αψυχολόγητες ενέργειες του Τιγράνη, η εισβολή του στην Παρθική επαρχία της Αδιαβηνής τον οδήγησαν σε νέο πόλεμο με τους Πάρθους, στην ανατροπή του και στην επαναφορά τουΤιριδάτη Α’ στον θρόνο της Αρμενίας με την σύμφωνη γνώμη της Ρώμης. Η στέψη του Τιριδάτη ως βασιλιά της Αρμενίας έγινε το 66μ.χ. σε μεγαλοπρεπή τελετή στη Ρώμη από τον αυτοκράτορα Νέρωνα. Από τότε οι Ρωμαίοι με τους Πάρθους παρέμειναν σύμμαχοι. Δέχτηκε επιθέσεις από το ληστρικό φύλλο των Αλανών, παρά την βοήθεια που πήρε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Βεσπασιανό. Οι Αλανοί κατάφεραν να καταλάβουν πολλά εδάφη στα ανατολικά του κράτους του. Με πρωτοβουλία του οι Πάρθοι απαρνήθηκαν τελείως τον εξελληνισμό τους επαναφέροντας την Παρθία στα αρχαία Περσικά έθιμα και τον ζωροαστρισμό. Αντικατέστησε ακόμα και το Ελληνικό αλφάβητο με το Αραμαϊκό. Ο Βολογέσης Α’ πέθανε το 78μ.χ. και τον διαδέχθηκε ο γιος του Βολογέσης Β’. Το 224μ.χ. ο υποτελής βασιλιάς της πόλης Δαρέμπ Αρδασίρ εγγονός του ιερέα του Ζωροαστρισμού Σασσάν εξεγέρθηκε εναντίον της δυναστείας των Αρσακιδών, οι επαναστατικές δυνάμεις συνέτριψαν τον στρατό του Αρτάβανου. Η δυναστεία των Αρσακιδών ανατράπηκε ύστερα από 400 χρόνια βασιλείας στην Παρθία, νέος βασιλιάς θα ορκιστεί ο επαναστάτης Αρδασίρ ιδρυτής της δυναστείας των Σασσανιδών η οποία θα βασιλεύσει για άλλα 400 χρόνια επαναφέροντας την Περσία στο αρχαίο της μεγαλείο.
Πηγή: http://ethnologic.blogspot.gr/2010/05/parthians.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δυναστεία_των_Αρσακιδών
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Βολογήσης_Α΄_της_Παρθίας
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ορόντης_Β’_της_Παρθίας

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Il bizantino Thema Sicilia(Sikelia) e la invasione Araba musulmane

Verso la fine del VII secolo la Sicilia diventò un thema sotto il regno di Giustiniano II Rinotmeto. Sikelia fu uno dei due themata dell' Impero Bizantino presenti in Italia, L'altro era quello di Langobardia. La disgregazione dell'Impero bizantino e la sua debolezza si facevano pesantemente sentire in Sicilia che era ormai slacciata dall'impero centrale, alimentando un certo malcontento, in un'area che da sempre, sia politicamente che culturalmente, si sentiva più vicina ed attratta da Roma e da quello che fu l'Impero d'Occidente piuttosto che da Costantinopoli e dall'Impero bizantino. Tra il 663 e il 668 l'imperatore d'Oriente Costante II aveva anche la capitale dell'impero da Costantinopoli a Siracusa, ma anziché portare benefici alla Sicilia e all'impero, questa mossa crea delle tensioni che porteranno alla disgregazione di esso. Vi fu una lunga guerra tra le due città e così il thema di Sikelia si dichiara indipendente da Bisanzio, questa indipendenza durerà di fatto fino al tradimento di Eufemio di Messina che farà invadere l'isola dagli Arabi. Tra l' 803 e l'820 l'efficienza bizantina nel quadrante centrale del Mediterraneo cominciò a decrescere vistosamente, in concomitanza con il governo dell' Imperatrice Irene mentre la vicenda di Tommaso lo Slavo contribuiva ad accrescere lo stato di debolezza dell'Impero. Infatti tutti i thema dell'impero cominciarono a gestirsi autonomamente, fu anche il caso della Sicilia con il thema Sikelia, ormai distaccato dall' impero centrale. Il turmarca della flotta siculo-bizantina Eufemio di Messina, che s'era impadronito del potere in Sicilia a scapito dei vari regnanti locali con l'aiuto di vari nobili, fu messo in esilio dagli stessi siciliani che volevano rimanere liberi e senza guerriglie, egli chiese l'aiuto degli Arabi nell' 828 per tutelare il suo dominio sull'isola. I Bizantini reagirono duramente sotto la guida di Fotino e Eufemio, battuto a Siracusa, scappò in Ifriqiya. Lì trovò rifugio presso l'emiro aghlabide diQayrawān, Ziyādat Allāh I, cui chiese aiuti per realizzare uno sbarco in Sicilia. Gli Aghlabidi erano allora squassati da un acuto contrasto che contrapponeva la componente indigena berbera, islamizzata in seguito alle prime conquiste islamiche del VII secolo e condotta da Mansūr al-Tunbūdhī, all'esercito arabo che era giunto in Ifrīqiya (all'incirca l'attuale Tunisia) all'epoca dell'istituzione dell'Emirato, per volere del califfo Hārūn al-Rashīd col primo Emiro Ibrāhīm ibn al-Aghlab. I musulmani, che forse avevano già progettato un'invasione delle Sicilia, prepararono una flotta di 70 navi, chiamando al jihad marittimo il maggior numero di volontari, ufficialmente per assolvere a un obbligo morale ma di fatto per allontanare dall' Ifrīqiya(Africa) il maggior numero possibile di sudditi facinorosi che non avevano mancato di creare gravi tensioni, tanto nelle file della componente araba quanto all'interno dei ranghi berberi, con grave nocumento per la popolazione civile. L'invasione ebbe inizio il 17 giugno dell'827 e lo stuolo in gran parte berbero (ma alla guida di elementi arabi o persiani), fu affidato al qādī di Qayrawān, Asad b. al-Furāt, grande giurisperitomalikita autore della notissima Asadiyya, di origine persiana del Khorāsān. Lo sbarco avvenne nei pressi di Capo Granitola, vicino Mazara del Vallo, usata come testa di ponte e base di attracco per le navi e prima capitale. Poi fu occupata Marsala (in arabo Marsa ‘Alī, il porto di ‘Alī o Marsa Allāh, il porto di Dio).
La spedizione che voleva con ogni probabilità conquistare solo le ricchezze dell'isola, non s'illuse di poter superare le difese di Siracusa, la capitale dell'isola, ma la sostanziale debolezza bizantina e del thema siciliano, da poco uscita da un duro conflitto contro l'usurpatore Tommaso lo Slavo, fece prospettare ad Asad la concreta possibilità che l'iniziale intento strategico potesse essere facilmente mutato in una spedizione di vera e propria conquista. Superato in uno scontro dall'indeterminata ampiezza un non meglio identificato Balatas (Curopalates ?), messo in fuga presso Corleone, e superata quindi alla meglio nell' 828 un'epidemia probabilmente di colera che portò alla morte per dissenteria lo stesso Asad, sostituito da Muhammad b. Abī l-Jawarī per volere degli stessi soldati (Amari, 1933, I:407), i musulmani ottennero rinforzi nell'830, in parte dall'Ifrīqiya (allora impegnata a respingere l'attacco del duca di Lucca, Bonifacio II) e in maggior parte da al-Andalus, mentre in Sicilia giunse un gruppo di mercenari al comando del berbero Asbagh b. Wakīl, detto Farghalūs. Fu così possibile ai musulmani - che già avevano preso Girgenti (oggi Agrigento, rimasta sempre a stragrande maggioranza berbera) - espugnare nell'agosto-settembre dell'831 Palermo, eletta capitale della Sicilia islamica ( Siqilliyya ), quindi Messina, Modica (845) e Ragusa, mentre Castrogiovanni (oggi Enna) fu presa solo nell' 859. Resisteva Siracusa e la Sicilia orientale, sede dello strategos da cui dipendevano tanto il drungariato di Malta quanto le arcontie (ducati) di Calabria, di Otranto e di Napoli. Fu necessario più d'un decennio per piegare la resistenza degli abitanti del solo Val di Mazara e ancor più per impadronirsi tra l'841 e l'859 del Val di Noto e del Val Dèmone. Toccò al generale Giafar Ibn Muhammed occupare Catania nell' 877, e poi Siracusa, superato il blocco impostole nell'872-873 da Khafāja b. Sufyān b. Sawādan, che cadde il 21 maggio878, a oltre mezzo secolo dal primo sbarco, al termine d'un implacabile assedio che si concluse col massacro di 5.000 abitanti e con la schiavitù dei sopravvissuti, riscattati solo molti anni più tardi. Basilio I decise allora di mandare una flotta di 140 navi comandata dal generale Nasar per contenere l'espansionismo degli Arabi, che avevano ormai sottomesso i 3/4 dell'isola. La flotta ottenne un'inaspettata vittoria navale sugli Arabi nell'880 presso Milazzo, ma questa vittoria non riuscì a risollevare la situazione. L'ultima roccaforte importante della resistenza siciliana a cedere fu Tauromenium(Taormina) il 1º agosto del 902 sotto gli attacchi dell'emiro Ibrāhīm b. Ahmad. L'ultimo lembo di terra siciliana a resistere ai musulmani fu Rometta che capitolò solo nel 963. Ibrāhīm II, dismessi i panni da Emiro aghlabide per il veto opposto alla sua nomina dal califfo abbaside di Baghdad, nella sua volontà di prosecuzione del jihad, tentò di risalire l'Italia per poi giungere, si disse con grande fantasia, fino a Costantinopoli. Passò pertanto lo Stretto e percorse in direzione nord la Calabria. Non trovò particolare resistenza ma la sua marcia si arrestò nei dintorni di Cosenza che forse fu la prima città a opporre una certa resistenza all'invasione. Tuttavia l'arresto avvenne probabilmente più per il disordine con cui le operazioni militari furono svolte e per la carenza di conduzione militare e di concreti risultati. Inoltre Ibrāhīm, colto da dissenteria, spirò in breve tempo e le sue truppe, al limite dello sbando, si ritirarono. Così si concluse la velleitaria conquista della "Terra grande" (al-arḍ al-kabīra).
Πηγή: https://it.m.wikipedia.org/wiki/Storia_della_Sicilia_bizantina