1) Ο Ευμένης ήταν γιος επιφανούς οικογένειας της Καρδίας. Ήταν νέος με ήθος, υψηλή μόρφωση και άριστος αθλητής. Όταν ο βασιλιάς Φίλιππος Β! πέρασε από την Καρδία και φιλοξενήθηκε από τον πατέρα του Ευμένη που τους ένωνε μια βαθιά φιλία. Μια μέρα, παρακολουθώντας τους αθλητικούς αγώνες των νέων της Καρδίας εντυπωσιάστηκε από την ικανότητα του νεαρού Ευμένη στο αγώνισμα της πάλης. Συζητώντας μαζί του, εντυπωσιάστηκε απο το υψηλό επίπεδο της μόρφωσης και του πρότεινε να τον ακολουθήσει στο βασίλειο της Βεργίνας. Ο Ευμένης με την παρότρυνση του πατέρα δέχθηκε να τον ακολουθήσει. Άλλωστε, ήθελε να συναντήσει τον παιδικό του φίλο Ιερώνυμο τον Καρδιανό που ήταν ήδη στρατηγός στην υπηρεσία του βασιλιά Φιλίππου. Όταν ο Φίλιππος διαπίστωσε τις ικανότητες του νεαρού Ευμένη τον έχρησε γραμματέα του. Γρήγορα ο Ευμένης απέδειξε την ικανότητα του να επεμβαίνει με δεξιοτεχνία στα πολιτικά θέματα με προτάσεις και λύσεις που κρίθηκαν αναγκαίες για το βασίλειο της Πέλλας. Η ιδέα του για την σύνταξη των βασιλείων εφημερίδων ενθουσίασε τον βασιλιά Φίλιππο, όμως ο αιφνίδιος θάνατος του ανάγκασε τον Ευμένη να διακόψει την έκδοση τους εξουσιοδοτώντας τον Διόδοτο για την συνέχιση τους. Όμως η δραστηριότητα του Ευμένη δεν περιορίστηκε στα καθήκοντα της γραμματειακής υποστήριξης του βασιλείου, η οργανωτική του ικανότητα απέσπασε την προσοχή του Αλέξανδρου που εντωμεταξύ μεγάλωσε και έκρινε απαραίτητη την παρέμβαση του Ευμένη στο σχέδιο της εκστρατείας που ετοίμαζε. Έτσι ο Αλέξανδρος, λίγο πριν την αναχώρηση, έχρησε τον Ευμένη στρατηγό που τον ακολούθησε ως στα βάθη της μακρινής Ανατολής. Ο Ευμένης ο Καρδιανός (362 π.Χ. - 316 π.Χ.) ήταν στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου, από τους ικανότερους μεταξύ των Διαδόχων. Πήρε μέρος στις εκστρατείες του Μακεδόνα στρατηλάτη καθώς και στους πολέμους που ακολούθησαν το θάνατό του. Θεωρήθηκε ο στρατηγικότερος νους της μετ' Αλέξανδρον εποχής και αγωνίστηκε (μάταια) για την νομιμότητα της εξουσίας και την ενότητα του αχανούς κράτους. Αρχιγραμματέας του Φίλιππου Β΄ και στη συνέχεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ίππαρχος, και, μετά τον θάνατο του βασιλιά, σατράπης της Καππαδοκίας και της Παφλαγονίας, συντάχθηκε με τον Περδίκκα και την βασιλική οικογένεια. Μετά τον βίαιο θάνατο του Περδίκκα αντιμετώπισε μόνος για ένα διάστημα τονΑντίγονο τον Μονόφθαλμο, επανέκτησε την εμπιστοσύνη της κεντρικής (κατ’ όνομα) μακεδονικής διοίκησης και συνέχισε τον αγώνα κατά του Αντίγονου και των φυγόκεντρων δυνάμεων μέχρι τον θάνατό του. Ο Ευμένης ήταν ο στρατηγικότερος των Διαδόχων ο πραγματικός κληρονόμος της στρατηγικής μεγαλοφυίας του Αλέξανδρου, πιστός στις αρχές του, στις επιλογές του, στην ιδέα της ενότητος της αυτοκρατορίας. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναφέρει ο Κορνήλιος Νέπως : Κανείς από τους Διαδόχους δεν τόλμησε ν’ αναγορευτεί βασιλιάς όσο ζούσε ο Ευμένης. Ξένος κι από άσημη γενιά, σάρωνε σαν ανεμοστρόβιλος την Ασία, νικούσε τους περιφημότερους στρατηγούς του Αλέξανδρου -έχοντας στρατηγούς και σατράπες του Αλέξανδρου υπό τας διαταγάς του- και οδηγούσε τους Μακεδόνες σε νίκες, σκορπίζοντας τον όλεθρο σε Μακεδόνες. Οι αρχαίοι συγγραφείς του αφιερώνουν λαμπρές σελίδες. Ο Πλούταρχος μόνο του Ευμένη και του Δημήτριου τους βίους έγραψε απ’ όλη την χορεία των Διαδόχων. Κατά τον Droysen «Η εύνοια των δυο βασιλιάδων [Φίλιππου κι Αλέξανδρου] και τα εξαιρετικά του προσόντα κάναν τους επιφανείς Μακεδόνες να τον ζηλεύουν και να τον φθονούν… Οι συνθήκες τον ανάγκασαν να ταχτή ολότελα στην υπόθεση της βασιλείας, όπου κι έμεινε πιστός ως το τέλος του… Μ’ απίθανη δεξιοσύνη και τόλμη καταφέρνοντας να καθυποτάζη τις περιστάσεις στη θέλησή του, γίνεται το κέντρο της γενικώτερης εξέλιξης». Κατά τον Παπαρρηγόπουλο«υπήρξε βεβαίως ο επιτηδειότατος των στρατηγών όσοι εξήλθον από της σχολής του μεγάλου Αλεξάνδρου…απέτυχε διότι ηθέλησε να φανή πιστός εις την ενότητα του κράτους… ουδείς των λεγομένων διαδόχων απέβη εκείνου ενδοξότερος και χρηστότερος».
2) Ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους ο Φρεάριος(527 π.Χ. - 459 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας πολιτικός και στρατηγός. Υπήρξε αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης στην κλασική Αθήνα, έλαβε μέρος στη Μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. και στη Ναυμαχία του Αρτεμισίου το 480 π.Χ.. Έμεινε όμως γνωστός ως ο θεμελιωτής της ναυτικής δύναμης της Αθήνας και ως ο κυριότερος συντελεστής της αποφασιστικής νίκης των Ελλήνων εναντίον των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ., που σηματοδότησε την αρχή του τέλους της περσικής παρουσίας στη Μεσόγειο. Ο Θεμιστοκλής αναμφίβολα υπήρξε ένας διορατικός πολιτικός και ένας μεγαλοφυής ηγέτης που ενδυνάμωσε το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, κατέστησε την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο και απάλλαξε την Ελλάδα από την περσική απειλή, παρότι συναντούσε συνεχώς αντιδράσεις στην εφαρμογή των σχεδίων του. Κατά τον Πλούταρχο, ο Θεμιστοκλής υπήρξε ο κύριος συντελεστής της σωτηρίας της Ελλάδας. Ο προσωπικός του θρίαμβος, η ναυμαχία της Σαλαμίνας, αποτελεί καμπή στους περσικούς πολέμους και μία από τις σπουδαιότερες ναυτικές συγκρούσεις στην ιστορία.
3) Ο Ξενοφών (μεταξυ 431 και 428 π.Χ.) ο Αθηναίος ήταν ιστορικός συγγραφέας και σωκρατικός φιλόσοφος. Γιος του Γρύλλου από το δήμο Ερχας (δήμος Σπάτων), κονωνικά ανήκε στην τάξη των ιππέων και πολιτικά έδρασε ως ολιγαρχικός και φιλολάκων. Μετά το 410 π.Χ. γνωρίστηκε με τον Σωκράτη και μπήκε στον κύκλο των μαθητών του. Το 401 π.Χ. ο Ξενοφών καλείται από τον φίλο του Πρόξενο τον Βοιωτο, που διέτριβε στις Σάρδεις, να συμμετάσχει στην εκστρατεία του Πέρση, γιου του βασιλιά Δαρείου του Β' και διεκδικητή του θρόνου, Κύρου εναντίον του αδελφού αυτού Βασιλέως Αρταξέρξη Β'. Ο ενθουσιασμός του Ξενοφώντα για την πρόσκληση φαίνεται από το γεγονός ότι σε προτροπή του Σωκράτη να πάρει χρησμό από το Μαντείο των Δελφών καταφέρνει να αποσπάσει θετική απάντηση κάνοντας πλάγια ερώτηση (να πάει ή όχι) που ήταν η εξής: "Σε ποιόν Θεό θα πρέπει να κάνω θυσία ώστε να πετύχει το ταξίδι μου και να επιστρέψω σώος;". Και βέβαια η σοφία του Μαντείου του Απόλλωνα, που αντιλήφθηκε το σκοπό, του απάντησε να θυσιάσει σε μια σειρά από θεούς "επ΄ αγαθώ και μη" ("για καλό και για κακό"). Έτσι ο Ξενοφών βρέθηκε στην Ασία στο πλευρό του Κύρου, τον οποίο και άρχισε να θαυμάζει λόγω του θαυμασμού που έτρεφε ο τελευταίος για τους Έλληνες. Συγκεκριμένα έλεγε ο Κύρος ότι "θέλει τους Έλληνες συμμάχους του, όχι γιατί δεν είχε στρατό αλλά γιατί τους θεωρούσε ανώτερους από όλους τους άλλους λαούς". Ακόμη μακάριζε τους Έλληνες για την μόνιμα κυριαρχούσα ελευθερία τους, που εκείνος θα προτιμούσε αντί πάντων (την ελευθερίαν ελοίμην αν αντί ων έχω πάντων και άλλων πολλαπλασίων), και θεωρούσε ως προϊόν αυτής της ελευθερίας την πολεμική και ηθική υπεροχή των Ελλήνων. Αυτός ήταν και ο λόγος που ουδέποτε οι Πέρσες έκαναν πόλεμο, είτε μεταξύ τους είτε ακόμη και με τους Έλληνες, χωρίς την βοήθεια Ελλήνων. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ήταν συνδαιτυμόνας του και εκ των στενότερων συνομιλητών του. Μετά τον θάνατο του φίλου του Κύρου στην μάχη στα Κούναξα και την δόλια εξόντωση των Ελλήνων στρατηγών από τον Τισσαφέρνη, και αφού εκλέχθηκε στρατηγός (5ος κατά σειρά) από τους "μυρίους" (10.000) Έλληνες μισθοφόρους, οδήγησε αυτούς επιτυχώς, αντιμετωπίζοντας πολλούς κινδύνους, από τα υψώματα της Αρμενίας προς την Τραπεζούντα στις ακτές του Ευξείνου Πόντου και μετά διά θαλάσσης προς τα δυτικά πίσω στην Ελλάδα. Στη Θράκη, με την υποστήριξη των Ελλήνων αυτών, ο Σεύθης Β' μπόρεσε να γίνει βασιλιάς. Η καταγραφή της εκστρατείας και του ταξιδιού της επιστροφής από τον Ξενοφώντα, ονομάστηκε Κύρου Ανάβασις. Η ιστορική καταγραφή του Ξενοφώντα στην Ανάβαση είναι ένα από τα πρώτα γραπτά κείμενα όπου αναλύεται ο χαρακτήρας ενός ηγέτη και αποτελεί παράδειγμα ανάλυσης τέτοιου τύπου, κάτι που σήμερα καλείται θεωρία «Μεγάλων Ανδρών». Στο έργο αυτό, ο Ξενοφών περιέγραψε τον χαρακτήρα του Κύρου του νεότερου, λέγοντας ότι "από όλους τους Πέρσες που έζησαν μετά τον Κύρο τον Μέγα, ήταν ο πιο κατάλληλος για βασιλιάς και για διοικητής μιας αυτοκρατορίας".
4) Ο Λεωνίδας Α' (περίπου 540 π.Χ. – 480 π.Χ.) ήταν βασιλιάς της Σπάρτης από τη δυναστεία των Αγιαδών. Ήταν ένας από τους τέσσερις γιους του Αναξανδρίδα (ή Αλεξανδρίδα) από τον πρώτο γάμο του πατέρα του (Δωριέας, Λεωνίδας, Κλεόμβροτος ), ο οποίος πιστευόταν πως ήταν απόγονος του Ηρακλή. Η μάχη των Θερμοπυλών αποτελεί μια από τις πιο γνωστές και σημαντικές μάχες στην Ιστορία. Οι Έλληνες αποφάσισαν να πολεμήσουν στις Θερμοπύλες και στο Αρτεμίσιο για να σταματήσουν την προώθηση των Περσών στη Βοιωτία. Η μάχη των Θερμοπυλών, κατά τους σύγχρονους ιστορικούς, έληξε με νίκη των Περσών, αν και υπέστησαν περισσότερες απώλειες από τους Έλληνες. Παρ' ολ' αυτά, οι Πέρσες κατέλαβαν την Βοιωτία και το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος, και οι συγκρούσεις Ελλήνων και Περσών συνεχίστηκαν και το επόμενο έτος. Η μάχη των Θερμοπυλών, σύμφωνα με ιστορικούς, έδωσε την ευκαιρία στους Αθηναίους και στον ελληνικό στόλο να προετοιμαστούν κατάλληλα για τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Οι Θερμοπύλες απέκτησαν τεράστια φήμη καθώς ενέπνευσαν τις επόμενες γενιές με το παράδειγμα των λίγων και ανδρείων στρατιωτών του Λεωνίδα. Όπως αναφέρει ο Michel de Montaigne, «οι μετέπειτα νίκες των Ελλήνων και η δόξα τους δεν μπορούν να συγκριθούν με την δοξασμένη πτώση του Λεωνίδα και των ανδρών του». Απ' την άλλη, οι Θερμοπύλες αποτελούν παράδειγμα ηρωϊσμού των ελεύθερων ανδρών που υπερασπίζονται την πατρίδα τους και την ελευθερία τους - ο Χάνσον αναφέρει ότι «η ελευθερία ήταν η κύρια ιδέα για τους Έλληνες και οδήγησε στην αντίσταση τους στις Θερμοπύλες, στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές». Όσον αφορά τον στρατιωτικό τομέα, οι Θερμοπύλες έδειξαν την ύψιστη στρατιωτική εκπαίδευση των Σπαρτιατών καθώς και την ορθή εκμετάλλευση της διαμόρφωσης του εδάφους.
5) Ο Ξανθιππος ο Λακεδαιμονιος ηταν Έλληνας Μισθοφόρος στρατηγός του 3ου π.Χ. αιώνα από την Σπαρτη στην υπηρεσία των Καρχηδονίων. Υπό την ηγεσία του, ο αναγεννημένος καρχηδονιακός στρατός εξόντωσε το ρωμαϊκό στράτευμα που είχε αποβιβαστεί στην Αφρική και απειλούσε την ίδια την ύπαρξη της Καρχηδόνας.
Η καρχηδονιακή ηγεσία, αφού απέρριψε τους όρους των Ρωμαίων, εκτίμησε πιο ψύχραιμα την κατάσταση και προέβη σε μέτρα για την αναδιοργάνωση του στρατού. Ένα από αυτά ήταν η προαγωγή του Ξάνθιππου σε στρατηγό, ο οποίος μόλις είχε φτάσει στην Καρχηδόνα επικεφαλής αρκετών Ελλήνων μισθοφόρων. Ο Αππιανός αναφέρει ότι η άφιξη του Ξάνθιππου ήταν αποτέλεσμα αίτησης της Καρχηδόνας προς την Σπάρτη για την αποστολή κάποιου στρατηγού, αλλά το πιθανότερο είναι ο Ξάνθιππος να είχε κάποια προϋπηρεσία στον καρχηδονιακό στρατό και να ήταν ήδη γνωστές οι ικανότητές του στους εργοδότες του. Η ηγεσία της πόλης, η οποία κατόπιν ακρόασης του Λακεδαιμόνιου στρατιωτικού του ανέθεσε την αρχιστρατηγία των δυνάμεων της. Από τη θέση αυτή ο Ξάνθιππος προχώρησε στις αλλαγές που είχε εισηγηθεί. Επέβαλε συνεχή εκγύμναση και αυστηρή πειθαρχία, ώστε το πολυεθνικό στράτευμα να αποκτήσει την απαιτούμενη συνοχή και ετοιμότητα. Η εκπαίδευση περιλάμβανε και τη χρήση μακρών δοράτων, πιθανώς σάρισες, με τα οποία αντικαταστάθηκαν τα ήδη χρησιμοποιούμενα. Ιδίως σ’ αυτήν την αλλαγή σημαντικό ρόλο πιθανώς έπαιξε η παρουσία αρκετών Ελλήνων μεταξύ των μισθοφόρων. Έτσι σε λίγο καιρό ο ανανεωμένος καρχηδονιακός στρατός υπό της ενθουσιώδεις επευφημίες του πλήθους εξήλθε της πόλης προς αντιμετώπιση των αντιπάλων του. Η μάχη του Τύνητα πραγματοποιήθηκε το 255 π.Χ. ανάμεσα στους Ρωμαίους του Μάρκου Ατίλιου Ρήγουλου κι στους Καρχηδόνιους τουΞάνθιππου του Λακεδαιμόνιου στον Τύνητα κατά τον Πρώτο Καρχηδονιακό Πόλεμο. Μετά τη μάχη οι Ρωμαίοι μετρούσαν απώλειες 15.000 ανδρών κι οι Καρχηδόνιοι απώλειες 800 ανδρών. Ο Ξάνθιππος κέρδισε μια τεράστια νίκη που επισφραγίστηκε με την αιχμαλωσία του Μάρκου Ατίλιου Ρήγουλου. Λέγεται πως μετά τη νίκη του, άφησε τους Καρχηδόνιους και προσέφερε τις υπηρεσίες του στους Πτολεμαίους. Μια άλλη εκδοχή λέει πως ανέλαβε την αρχιστρατηγία του καρχηδονιακού στρατού στη Σικελία κι δολοφονήθηκε από Καρχηδόνιους στρατηγούς. Ο θρίαμβος του Ξάνθιππου είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθούν αντιζηλίες και ζηλοφθονίες εκ μέρους Καρχηδονίων στρατιωτικών, όπως συχνά συμβαίνει στην Ιστορία. Έτσι ο Σπαρτιάτης στρατηγός σύντομα αποχώρησε από την Καρχηδόνα (ενέργεια φρόνιμη κατά τον Πολύβιο). Μεταγενέστεροι ιστορικοί (Αππιανός) αναφέρουν διάφορες ιστορίες για την αγνωμοσύνη των Καρχηδονίων προς το πρόσωπο του Ξάνθιππου. Δεδομένου όμως του μένους των Ρωμαίων έναντι των Βορειαφρικανών εχθρών τους, οι αφηγήσεις αυτές τίθενται υπό αμφισβήτηση. Εχει διατυπωθεί η άποψη ότι μετέβη στην πτολεμαϊκή Αίγυπτο, όπου έκτοτε πρόσφερε τις υπηρεσίες του.
Πηγή: http://eumeneskardian.blogspot.gr
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ευμένης_ο_Καρδιανός
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θεμιστοκλής
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ξενοφών
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μάχη_των_Θερμοπυλών
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λεωνίδας
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μάχη_του_Τύνητα
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ξάνθιππος_ο_Λακεδαιμόνιος
Εκπαιδευτικό Ιστολόγιο με θέματα για την Μυθολογία, την Προϊστορία, την Ιστορία. Με στόχο την διάδοση της ιστορικής γνώσης, την μετάδοση του ελληνικού πολιτισμού και την αφύπνιση των Ελλήνων. greek.history.and.prehistory99@gmail.com
Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Σάββατο 30 Απριλίου 2016
Οι 10 κορυφαίοι στρατηγοί της Αρχαίας Ελλαδας - Μέρος Α'
Σάββατο 23 Απριλίου 2016
Salento e Grecia Salentina : La storia e la cultura dei Greci di Puglia moderna
Il Salento (Salentu, Salènde, Σαλέντο Salénto), noto anche come penisola salentina, è una regione geografica italiana coincidente con la parte meridionale della regione politica della Puglia, tra il mar Ionio a ovest e il mar Adriatico a est. Costituisce il tacco dello stivaleitaliano. Gli abitanti dell'area, che comprende l'intera provincia di Lecce, quasi tutta quella di Brindisi e parte di quella di Taranto, si distinguono soprattutto per caratteristiche glottologiche rispetto al resto della attuale regione amministrativa pugliese. Da un punto di vista storico il Salento ha fatto parte per molti secoli dell'antica circoscrizione denominata Terra d'Otranto. « E qui ne' Salentini / i suoi Cretesi Idomeneo condusse. »(Virgilio, Eanide)« I Greci chiamarono la Calabria Messapia dal nome del loro comandante, e prima ancora Peucezia, da Peucezio, fratello di Enotro, che risiedeva nel territorio del Salento. »(Plinio Vecchio). La penisola salentina, dai greci anticamente chiamata Messapia("Terra fra due mari"), era appunto abitata dai Messapi, di origine probabilmente illirica, che nonostante difendessero la propria autonomia dall'antica città greco-spartana di Taranto furono progressivamente assorbiti dall'avanzata dei tarantini, che fondarono una serie di Phroura (avamposti militari) come nel caso di Pezza Petrosa presso Villa Castelli. Tale inimicizia fra le due popolazioni fu anche narrata da Erodoto, quando raccontò della guerra scatenatasi intorno al 474 a.C. fra Taras e la Lega Peuceta, di cui i Messapi facevano parte. In seguito ai conflitti tra Roma e Taranto, cominciati nel 280 a.C. e che sancirono la decadenza della città italiota, il Salento si latinizzò a tal punto da contribuire alla nascita della letteratura latina con figure di spicco quali Ennio e Pacuvio. Brindisi con il suo porto, intorno al 240 a.C., venne dichiarata municipio insieme a Taranto (che più volte ha sconfitto Roma), a Oriaed alle principali città italiche e ai brindisini così come ai tarantini e ai rudini che ebbero come loro massimo rappresentante il grande poeta latino Quinto Ennio, dopo l'ultima grande ribellione guidata da Taranto nell'80 a.C. fu riconosciuta la cittadinanza romana. La città adriatica divenne un porto importante anche se secondario rispetto a quello della fiorente Egnatia e uno degli scali per l'Oriente e la Grecia, infatti molti romani illustri transitarono da Brindisi, diretti in Grecia. Cicerone scrisse le "Lettere Brindisine" e Marco Pacuvio realizzò alcune sue tragedie; a Brindisi morì Virgilio, mentre tornava da un viaggio in Grecia. La regione era anche abitata da altre due popolazioni di origine affine, i Calabri e i Salentini. La riforma delle regioni compiuta dall' imperatore Augusto costituì la Regio II Apulia et Calabria di cui Tarantini Rudini e Brindisini fecero parte insieme al resto della Puglia e della Lucania. Fino al VII secolo sotto la benevola protezione dell' Impero Romano d'Oriente, l'Alto Salento fu coinvolto nella guerra greco-gotica, divenne poi terra di confine fra Longobardi e Bizantini generando la leggenda del limes bizantino, una muraglia che andava da Taranto a Fasano di cui oggi restano numerose Specchie soprattutto nel territorio di Ceglie Messapica e Villa Castelli. Tra IX e X secolo il Salento fu spesso assalito dai Saraceni, che si stanziarono a macchia di leopardo sul territorio per periodi più o meno lunghi, fieramente contrastati dai Bizantini, che con Basilio I avevano nel frattempo strappato ai Longobardi l'intera Puglia, istituendovi il Thema di Longobardia. Nel 927 i Musulmani occuparono la città di Taranto, che fu ricostruita in tutto il suo splendore appena quarant'anni dopo dall'Imperatore bizantino Niceforo II Foca e di Brindisi che faticò a riprendersi dal duro colpo subito. In seguito alla conquista normanna furono fondati la Contea di Lecce e nel 1088 il Principato di Taranto. Lecce, in particolare, quando dette i natali al re normanno Tancredi di Sicilia (1138) della famiglia d' Altavilla, uscì dalle nebbie del Medioevoper assurgere a centro principale della penisola salentina, da allora ufficialmente denominata "Terra d'Otranto". Federico II di Svevia si dedicò in modo particolare al Salento: modificò profondamente i castelli di Brindisi ed Oria per fare solo alcuni esempi. Nel 1384, sotto gli Angioini, il principe di TarantoRaimondo Orsini Del Balzo - in seguito al matrimonio con la contessa di Lecce Maria d'Enghien - diventò uno dei più ricchi e potenti feudatari del Regno. Alla sua morte, nel 1406, il Re di Napoli Ladislao I giunse in armi sotto le mura di Taranto per rivendicarne il possesso, ma Maria d'Enghien, lo respinse per due volte. Alla fine Ladislao propose di sposare la contessa, ottenendo per via diplomatica ciò che non era riuscito a conquistare con la forza. Nel 1480, sotto gli Aragonesi, Otranto fu invasa dai Turchi guidati da Ahmet Pascià, con l'eccidio di ottocento persone che rifiutarono la conversione all' Islam. Fu questo l'episodio più eclatante di una lunga serie di assalti turchi e barbareschi, che si fecero particolarmente intensi nel XVI secolo, tanto che vennero edificate centinaia di torri lungo le coste, da cui poter avvistare in tempo le navi corsare. La Grecìa salentina è un' isola linguistica ellenofona delSalento situata nella Puglia meridionale, in provincia di Lecce, e consistente in nove comuni in cui si parla un dialetto neo-greco noto come griko. A partire dal 1990 il termine "Grecìa salentina" è stato, però, in parte snaturato dal suo significato originario, diventando l'espressione di un consorzio di comuni, patrocinato anche dall' Unione europea. Nel 2007 ai nove comuni originari si sono, infatti, aggiunti altri due non ellenofoni, che sono entrati a far parte dell'Unione dei comuni della Grecìa Salentina, comprendente circa 54.000 abitanti. Sebbene solo Melpignano e Soleto non abbiano alcun parlante griko, anche altri paesi hanno perso quasi completamente la lingua. L'idioma è ancora sporadicamente usato principalmente nei comuni di Martano, Sternatia, Martignano, Calimera, Corigliano d' Otranto e Zollino. I comuni dell'Unione condividono non solo la cultura e (in parte) la lingua, ma anche una serie di servizi comprensoriali. La sede dell'Unione è Martano. La penetrazione greca nella penisola salentina si ebbe sia in epoca antica (Magna Grecia), sia con la successiva dominazione bizantina, in particolare con l'emigrazione di molti religiosi nel periodo delle contese sull' iconoclastia nell'VIII secolo e ancora con l'immigrazione massiccia a seguito delle campagne militari dell'imperatore Basilio I, che proseguì anche nei secoli successivi. I numerosi villaggi avevano cultura e lingua greca e praticavano la religione greco-ortodossa. A partire dalla conquista normanna (dall'XI secolo) e ancor più con le successive dominazioni sveva, angioina, aragonese e spagnola, il clero e i monaci cattolici soppiantarono gli ortodossi. Anche la lingua greca fu progressivamente abbandonata e nel Settecento era ancora parlata solo in tredici villaggi. Dopo la seconda guerra mondiale, sia a causa del fenomeno dell'emigrazione, sia per la diffusione dei mezzi radiotelevisivi, il numero dei parlanti è ancora diminuito. A partire dagli anni novanta, prende corpo un processo di cooperazione tra i comuni di lingua ellenofona menzionati precedentemente, al fine di valorizzare e promuovere la cultura e le tradizioni grike. Ai sensi dell'art. 25 della legge 8 giugno 1990 n. 142, è stato istituito ufficialmente il Consorzio dei comuni della Grecìa Salentina. Nel 1996 dopo una serie di tentativi, i nove, con la collaborazione della Provincia di Lecce, hanno stabilito di formalizzare un piano di coordinamento dei propri interventi per dare maggiore efficacia e unitarietà al proprio operato amministrativo, dando vita così all'Associazione dei comuni della Grecìa salentina. L'obiettivo dell'associazione era quello di promuovere la conoscenza dell'area grecanica del Salento e di salvaguardare la cultura e la lingua che nel tempo si stavano perdendo, attuando anche la gestione associata delle funzioni e dei servizi turistici. Nel 2001, per iniziativa dei nove comuni, viene istituita l'Unione dei comuni della Grecìa Salentina. Dal 1º gennaio 2005 anche il comune di Carpignano Salentino entra a far parte dell'ente; il 1º gennaio 2007 vi aderisce il comune di Cutrofiano. Attualmente la popolazione di riferimento dell'Unione è di 54.278 abitanti (Dati Istat al 31 dicembre 2005), che risulta una delle più grandi per questa tipologia di ente.
Πηγή: https://it.m.wikipedia.org/wiki/Salento
https://it.m.wikipedia.org/wiki/Grecia_salentina
Синоп и Трапезунт : два больших города древних и византийских греков в Черном море
Синоп район и город в северной Турции. Синоп (Синопа) — в древности одна из главных греческих колоний на южном берегуЧёрного моря, на полуострове Пафлагонского побережья, к востоку от мыса Карамбиса. Колония была основана, по преданию, спутником Ясона Автоликом, который имел здесь храм и оракул. В историческое время Синоп был колонизирован милетцами дважды: в первый раз - до вторжения киммерийцев в Азию (до 751 г. до н. э.), вторично - в 632 г. до н. э. Благодаря удобному положению и двум гаваням Синоп вскоре стал богатым торговым городом, область которого простиралась до Галиса. Позже Синоп в свою очередь стал метрополией черноморских городов Котиоры (в области Тибаренов),Трапезунта, Кераса, Хойрада, Ликаста, Гармены и др. Около 436 года до н. э. известентиран Тимесилай. При Митридате Евпаторе, который здесь родился и получил воспитание, Синоп стал резиденцией понтийского царя и был украшен роскошными постройками. Во времявторой митридатовой войны здесь заперся Клеохар, сделавшийся тираном города, но после упорной защиты город был взят Лукуллом и разграблен. Между другими произведениями искусства Лукуллом были увезены тогда в Рим статуи Автолика. Объявленный свободным и автономным городом, Синоп в 45 году до н. э. был колонизирован римлянами. Как один из предметов синопской торговли славиласькиноварь (Σινωνική μίλτος). По мере возвышения в IV в. н. э. Амасии роль и благосостояние Синопа стали падать. Согласно хартии крестоносцев 1204 года о разделе Византийской империи Partitio Romaniae Синоп был номинально включён в состав Латинской империи, однако фактически ей никогда не контролировался. С 1205 года он принадлежал к Трапезунтской империи, но уже 1 ноября 1214 года его хитростью взял сельджукский султан, тут же превративший все греческие церкви в мечети. Первая сельджукская оккупация Синопа ослабила связи крымской Ператии с Трапезундом. Пытаясь укрепить свою власть в Крыму и Причерноморье, понтийские греки смогли временно вернуть Синоп под свой контроль в 1254 году, восстановили церкви, но новое тюркско-персидское вторжение в Анатолию лишило их контроля на этим форпостом уже в 1265 году. В 1461 году его взял турецкий султан Магомет II (ср. Streuber, «Sinope», Базель, 1855). В XIX веке Синоп (тур. Sinob) - главный город санджака в турецком вилайете Кастамуни и одна из пароходных станций между Константинополем и Трапезунтом. Состоит из собственно турецкого города на западе и греческого квартала на востоке. Два базара, одна большая мечеть. Единственное вполне сохранившееся древнее здание носит у греков название «замок Митридата» и состоит из четырёх зал под одною сводчатою крышей. Число жителей составляло 8-10 тыс., половина - турки. Торговля ограничивалась вывозом леса, воска, плодов, шёлка и кож. В 1853 году, во время Синопского сражения, турецкая часть города сильно пострадала от пожара, и город долго не мог оправиться от этого удара.
Трабзо́н (такжеТрапезу́нд) - город в Турции, административный центр ила Трабзон, расположенный на берегу Чёрного моря, у устья реки Мучки, у подножия покрытого лесами Колат-Дага (3410 м). В городе сохранился ряд памятников византийской архитектуры, включая бывший собор св. Софии, Панагия Хризокефалос (теперь мечеть Фатиха), церкви Св. Анны и Св. Евгения (теперь мечеть Йени Джума), а также городские стены. Имеется российское консульство. Согласно Евсевию, город под названием Трапезус (Τραπεζους) был основан на территории Колхиды выходцами из Синопа в 756 году до н. э. Павсаний в «Описании Эллады» утверждал, что в 360-е годы до н. э. жители Трапезунта в Аркадии, отказавшиеся переселяться в Мегалополь, покинули свои дома и нашли убежище в одноимённом понтийском городе, чьи жители якобы «были из их метрополии». Факт основания колонии в Колхиде жителями удалённой от моря деревни представляется маловероятным, и скорее всего эта история является попыткой связать одинаковые названия поселений. Портовый город являлся самой восточной греческой колонией на черноморском берегу Малой Азии и играл важную роль в торговле с анатолийскими государствами, в первую очередь с Урарту. Трапезунт упоминается в «Анабасисе» Ксенофонта как конечный пункт отступления десяти тысяч наёмников разбитой персидской армии Кира Младшего. В «Делах после Александра» Арриана отмечено, что после смерти Александра Македонского город был пожалован Эвмену из Кардии. Трапезунт вошёл в состав Понтийского царства в правление Митридата VI. После Третьей Митридатовой войны город в составе Малой Армении был передан царю ГалатииДейотару Помпеем Великим, а позднее получил статус свободного города. Войдя в состав Римской империи, Трапезунт стал главным городом провинции Pontus Polemoniacus, важнейшим коммерческим центром и стоянкой римского флота на Чёрном море, так как имел хорошо защищённую гавань и служил исходным пунктом торгового пути от приевфратского района к Чёрному морю. Римско-парфянские войны сделали город ещё более значимым. Трапезунт послужил перевалочной базой во время армянского похода Корбула. В 69 году вольноотпущенник последнего понтийского царя Полемона II Аникет, бывший до присоединения Понта к империи командующим флота, поднял восстание в Колхиде, заявив о поддержке Вителлия в борьбе с Веспасианом. Он привлёк на свою сторону местные племена, ворвался в город, перебил местную когорту, сжёг римский флот и приступил к пиратству. Веспасиан выслал против мятежников войска, от которых им пришлось укрыться в устье реки Хоб у местного царя Седохеза, который впоследствии «решился погубить Аникета и выдал римлянам тех, кто искал у него спасения». Конец благосостоянию города положило разорение готами в 258 году после одержанной ими победы над Валерианом, после которого тем не менее город продолжал существовать. В VI—VII вв. Трапезунт был центром восточно-римской (византийской) провинции Первая Армения. После катастрофических событий, связанных с войнами времени императора Ираклия, и начала средневековой эпохи Трапезунд (в средневековом греческом произношении) становится главным форпостом Византии на востоке Черного моря. В VII—IX вв. Трапезунд был частью провинции (фемы) Армениак. В IX—XI вв. город был центром провинции (фемы) Халдия. Мусульманские авторы 10 века отмечают, что Трапезунд часто посещали мусульманские купцы, в качестве основного источника византийского шелка. С 1204 году Трапезунд стал столицей небольшого греческого государства Великих Комнинов, известного как Трапезундская империя. Государство поочерёдно было данником турок и монголов в XIV-XV веках, а в 1461 году пало под натиском турок-османов. Трапезундская империя была последним осколком Византии. После сдачи города туркам большая часть домов была передана турецким солдатам, городская знать и значительное число греков переселено в Константинополь, куда первоначально был выселен и последний император Давид. Но через два года в 1463 году император и вся его семья были умерщвлены. 1500 трапезундских юношей были забраны в янычары. В Трапезунде до кровавых событий 1896 года было 55 000 жителей, в том числе около 15000 (27.3 %) армян и 20 000 (36.4 %) греков, остальные (36.3 %) - мусульмане, преимущественно турки, немало персов, но после побоищ и вызванных ими выселений число жителей значительно сократилось. Трапезунд — резиденция греческого митрополита, армянского архиепископа, армяно-униатского епископа. Более 20 христианских церквей, около 40 мусульманских мечетей и школ. В 1912 году в городе и районе проживали: мусульмане — 89 225 чел., греки — 38 625 чел., армяне - 11 915 чел. В начале ХХ века в городе Трабзон и его близлежащих сёлах насчитывалось 89 действующих армянских церквей. Все они были разрушены на протяжении ХХ века. С началом Первой мировой войны греческое и армянское население подверглось гонениям - геноциду. Греческое население округа сформировало отряды самообороны. Город был занят русской армией с апреля 1916 года по март 1918, Митрополит Хрисанф возглавил временное греческое правительство
. Греческие отряды самообороны продолжили борьбу и с уходом русской армии вплоть до 1923 года, когда большая часть коренного православного греческого населения была переселена в Грецию. Осталось население, принявшее ислам. Часть сегодняшнего населения, будучи мусульманским (есть предположение: и криптохристианским) является носителем греческого языка (т. н. «румча»).
Πηγή: https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Синоп
https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Трабзон