Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

Ο Ελληνισμός της Παλαιστίνης από την Προϊστορία έως τις Σταυροφορίες του Μεσαίωνα

Οι Φιλισταίοι είναι προϊστορικός λαός ελληνικής καταγωγής. Ηταν Κρήτες, που πήγαν και εγκαταστάθηκαν στην Παλαιστίνη, πριν απ’ τους Ισραηλίτες με κέντρο τη Γάζα και τις πόλεις Ιόππη, Άζωτο, Ασκάλωνα και Ακαρρών. Κατά τους γλωσσολόγους οι λέξεις «Φιλισταίοι» και «Παλαιστίνιοι» είναι ταυτόσημες. Για την αποίκηση της Παλαιστίνης από τους Κρήτες Φιλισταίους, που πολεμούσαν όπως οι ομηρικοί Έλληνες, μας διαβεβαιώνει η ελληνική γραμματεία (π.χ. Σαρπηδόνας βασιλιάς των Σολύμων -αργότερα ονομάστηκαν Ιεροσόλυμα- Ηρόδοτος) αλλά και η Παλαιά Διαθήκη: «4 διότι Γάζα διηρπασμένη ἔσται, καὶ ᾿Ασκάλων εἰς ἀφανισμόν, καὶ ῎Αζωτος μεσημβρίας ἐκριφήσεται, καὶ ᾿Ακκαρὼν ἐκριζωθήσεται. 5 οὐαὶ οἱ κατοικοῦντες τὸ σχοίνισμα τῆς θαλάσσης, πάροικοι Κρητῶν· λόγος Κυρίου ἐφ᾿ ὑμᾶς, Χαναὰν γῆ ἀλλοφύλων, καὶ ἀπολῶ ὑμᾶς ἐκ κατοικίας. 6 καὶ ἔσται Κρήτη νομὴ ποιμνίων καὶ μάνδρα προβάτων».Μτφ. «Διότι η Γάζα θα λεηλατηθεί, η Ασκαλών θα εξαφανιστεί, η Άζωτος στο καταμεσήμερο θα εξαφανισθεί από προσώπου της γης και η Ακκαρών θα εκριζωθεί. Αλίμονο σε αυτούς που κατοικούν τα παράλια (της Παλαιστίνης), τους απογόνους τούτους των Κρητών αποίκων. Ο λόγος του Κυρίου στρέφεται εναντίον σου, ω Χαναάν και συ χώρα των αλλοφύλων: Θα καταστρέψω εσάς και τις κατοικίες σας. Έτσι κι αλλιώς η Κρήτη θα γίνει τόπος βοσκής προβάτων και ποιμνιοστάσιο».(«Προφήτης Ζαχαρίας», β΄. 4-5). Η εντύπωση των λαών της Μέσης Ανατολής, κατά την αρχαιότητα, ήταν ότι οι Φιλισταίοι ήταν συγγενείς με του Έλληνες. Αλλά και στους αιώνες που ακολούθησαν η ελληνική παρουσία στην περιοχή ενισχύθηκε σημαντικά ιδίως κατά τα ελληνιστικά χρόνια, όταν και ο ελληνικός πληθυσμός της Παλαιστίνης έφθασε να είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η βορειότερη περιοχή της σημερινής Παλαιστίνης, η Γαλιλαία. Την περιοχή την κυβερνούσαν πότε οι Πτολεμαίοι βασιλείς της Αιγύπτου και πότε οι Σελευκίδες βασιλείς της Συρίας. Αργότερα οι Ιουδαίοι, υπό την δυναστεία των Μακκαβαίων έκαναν πολύχρονη επανάσταση και έδιωξαν τους Έλληνες βασιλείς. Τους ακολούθησε η φιλελληνική δυναστεία των Ασμοναίων στην Παλαιστίνη για έναν αιώνα. Το 103 π.Χ. οι Ιουδαίοι κατέλαβαν την Γαλιλαία και οι κάτοικοί της εξαναγκάστηκαν να ασπαστούν τον Ιουδαϊσμό. Μέχρι γεννήσεως του Χριστού πολλοί γύρισαν όμως σε παλιές τους λατρείες, ενώ παράλληλα εγκαταστάθηκαν κι άλλοι Έλληνες στη Γαλιλαία μαζί με Ρωμαίους, Άραβες κ.α. Οι πόλεις ήταν οργανωμένες με τα ελληνικά δεδομένα και είχαν ναούς, θέατρα, γυμναστήρια, «αγορά» κτλ. Οι Ιουδαίοι αντιμετώπιζαν με εχθρότητα τους Γαλιλαίους, όπως συνέβαινε παλαιότερα με τους Φιλισταίους, αφού τους έβλεπαν ανταγωνιστικά. Η «Γαλιλαία των εθνών»,όπως ονομαζόταν, προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις γα (γη) και λιλαίομαι (επιθυμώ). Άρα επιθυμητή γη. Τα ελληνικά ονόματα σε πόλεις της Γαλιλαίας (Επτάπηγον, Καισάρεια, Τιβεριάς, Σκυθόπολις) αλλά και σε γειτονικές (Γέρακα, Πέλλα, Φιλαδέλφεια, Καλλιρόη, Ελευθερούπολις κ.α.) μαρτυρούν την ελληνική παρουσία στην περιοχή. Οι κάτοικοι ήταν Έλληνες, εξελληνισμένοι και ελληνίζοντες. Καθομιλουμένη γλώσσα των εθνοτήτων ήταν η ελληνική. Να σημειωθεί ότι τόσο η Μαρία (από το ομηρικό Μάρα – θάλασσα) όσο και οι 11 από τους 12 μαθητές του Ιησού (από το ίαση-σωτηρία, γιατρειά) ήταν φυλετικά Γαλιλαίοι, άρα ελληνογενείς και όχι εθνικά Ιουδαίοι. Οπως είναι γνωστό από τα Ευαγγέλια, ο Χριστός σταυρώθηκε στον λόφο του Γολγοθά, έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ. Στο δυτικό τμήμα του βράχου του Γολγοθά, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας είχε λαξεύσει δύο τάφους, τον πρώτο διπλό για την οικογένεια του και τον δεύτερο για τον ίδιο. Στον τάφο αυτό έγινε η ταφή του Ιησού, με πρόχειρο και μάλλον βιαστικό τρόπο λόγω της ημέρας του Σαββάτου και της μεγάλης ιουδαϊκής εορτής του Πάσχα που ερχόταν, και εκέι κοντά, με σπουδή επίσης, πέταξαν τον Τίμιο Σταυρό και τα υπόλοιπα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν στη Σταύρωση. Μετά την Ανάσταση του Κυρίου και την θαυματουργική ίδρυση της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, οι πρώτοι πιστοί της πόλης, μέσω της προφορικής παράδοσης, διέδωσαν από γενιά σε γενιά την ακριβή τοποθεσία των γεγονότων, και έρχονταν εδώ, τις περισσότερες φορές κρυφά, για να προσευχηθούν και να ανανεώσουν την πίστη τους. Το 135 ο φιλέλληνας Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός μετά το τέλος του Ιουδαϊκού Πολέμου, έδιωξε τους Ιουδαίους από την Παλαιστίνη, ξανάχτισε τα Ιεροσόλυμα, που είχαν καταστραφεί ολοσχερώς από τους στρατιώτες του Τίτου, το 70μ.χ.(κατά παλαιότερο Ιουδαϊκό Πόλεμο), και στη νέα πόλη έδωσε το ρωμαϊκό όνομα «Αιλία Καπιτωλίνα». Κατά τη διάρκεια των εργασιών ανοικοδόμησης η περιοχή επιχωματώθηκε, και κτίστηκαν, με αυτοκρατορική εντολή, δυο ειδωλολατρικά ιερά αφιερωμένα στην Αφροδίτη, πάνω στον Πανάγιο Τάφο, και στον Δία, πάνω στον Γολγοθά. Με την πράξη όμως αυτή, η προφορική παράδοση και η συλλογική μνήμη των χριστιανών των Ιεροσολύμων απέκτησαν πλέον και υλικά σημεία εντοπισμού, ώστε να διαδίδονται ευκολότερα κατά την διαδοχή των χρόνων και των γενεών. Για τους λόγους αυτούς, το έργο της Αγίας Ελένης, που ήρθε στην Αγία Πόλη σταλμένη από τον γιό της, αυτοκράτορα Μεγ. Κωνσταντίνο για να ανακαλύψει και να αναδείξει τις τοποθεσίες των γεγονότων του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού, διευκολύνθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε σε σύντομο χρονικό διάστημα να εντοπίσει τόσο τον φρικτό Γολγοθά όσο και τον Πανάγιο Τάφο, αλλά και να βρει τον Τίμιο Σταυρό. Στο σημείο εκείνο, με αυτοκρατορική εντολή και χορηγία, χτίστηκε, σύμφωνα με τις πηγές που διαθέτουμε , πολυτελής και πλούσια βασιλική, στο κέντρο της οποίας υπήρχε ο Τάφος, ως στρογγυλός μικρός ναός με ανοιχτή αυλή, καθώς στις τρεις πλευρές του περιβαλλόταν από σχηματισμό έξι πεσσών και δώδεκα κιόνων. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στη διάρκεια των εργασιών λαξεύθηκε ο βράχος του λόφου ώστε να αναδειχθεί ο Τάφος, κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα την διαμόρφωση του χώρου στην γενική τοπογραφική μορφή που έκτοτε παρουσιάζει, ώστε ο Τάφος να μη φαίνεται πλέον όπως αρχικά ήταν, δηλαδή ως λαξευμένος χώρος στο βραχώδες πρανές του λόφου, αλλά ως αυτόνομο φυσικό «ναύδριο». Αυτό πρέπει να το είχε πάντοτε υπόψιν ο προσκυνητής που θα θελήσει να πραγματοποιήσει το προσκύνημά του με βάση και οδηγό τις αντίστοιχες περιγραφές της Καινής Διαθήκης. Το 325-335, στο σημείο που βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός, χτίστηκε μία κωνσταντίνεια βασιλική γνωστή στις πηγές ως «Μεγάλη Εκκλησία», ενώ την ίδια περίοδο ο Πανάγιος Τάφος στεγάσθηκε με κυκλικό οικοδόμημα, γνωστό ως «Ροτόντα» ή «Ανάσταση» και ιδιαίτερος ναός χτίστηκε πάνω στον Γολγοθά. Ο μεταξύ Ροτόντας και βασιλικής χώρος διαμορφώθηκε έτσι, ώστε να πάρει τη μορφή περίκλειστης εσωτερικής αυλής, που είχε κιονοστοιχίες προς βορρά, ανατολή και νότο, ενώ την δυτική της πλευρά αποτελούσε η πρόσοψη του Πανάγιου Τάφου. Μπροστά πάλι στη βασιλική υπήρχε αίθριο, που κατεύθυνε τον προσκυνητή προς την τότε κύρια οδό των Ιεροσολύμων. Σύμφωνα με τις πηγές μας, την βασιλική έχτισε ο αρχιτέκτονας Ζηνόβιος, με την επιστασία του εδικού αυτοκρατορικού εκπροσώπου Ευσταθίου, και τα εγκαίνια τελέσθηκαν το 336, με κάθε εκκλησιαστική λαμπρότητα. Για την διάρθρωση μάλιστα του χώρου, κατατοπιστικές είναι οι περιγραφές της μοναχής Αιθερίας, που πραγματοποίησε προσκύνημα το 381-384 , καταγράφοντας όσα είδε, αλλά και τις εντυπώσεις της. Εἰς τᾶς ἀρχὰς τοῦ 4ου αἰῶνος τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων κατεῖχε ὁ Μακάριος Α' (314-333), ἱεράρχης σοφὸς καὶ ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος τῶν Μεδιολάνων τὸ 313 καὶ τὸν οὐσιαστικὸν θρίαμβον τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ ὅλη κατάστασις εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Ἱεροσολύμων ἤλλαξε ριζικῶς καὶ τὸ κῦρος τῆς Ἐπισκοπῆς της ηὐξήθη σημαντικῶς. Ὁ Μακάριος, μαζὶ μὲ ἄλλους Ἐπισκόπους τῆς Παλαιστίνης, παρέστη εἰς τὴν Πρώτην Οἰκουμενικὴν Σύνοδον (325), ὅπου κατέλαβεν τιμητικὴν θέσιν ἀναμέσον τῶν λοιπῶν θρόνων τῆς Παλαιστίνης. Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ συνάντησιν μὲ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο, κατόρθωσε νὰ ἀποδοθοῦν τὰ ἅγια προσκυνήματα εἰς τὴν χριστιανικὴν λατρείαν καὶ νὰ ἐμπλουτισθοῦν μὲ οἰκοδομήματα ἀντάξια τῆς ἁγιότητός τους. Πάντως δὲν ἀπεδόθη εἰς τὸν Ἐπίσκοπον τῶν Ἱεροσολύμων μητροπολιτικὸν ἢ πατριαρχικὸν ἀξίωμα, ἀλλὰ ὅ,τι ἐκ συνηθείας καὶ παραδόσεως ἀρχαίας εἶχε δι' ὡρισμένου κανόνος. Εἰς τὰς συνοδικάς συνελεύσεις τῶν Ἐπισκόπων τῆς Παλαιστίνης προήδρευε τιμητικῶς ὁ Ἱεροσολύμων, ἂν καὶ τὸ πραγματικὸν ἀξίωμα τοῦ Μητροπολίτου Παλαιστίνης κατεῖχε ὁ Καισαρείας. Η Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἐσυνέχιζεν τὴν ἀνοδικήν της πορείαν. Ἡ ριζικὴ ἀλλαγή, ἡ ὁποία εἶχε ἐπέλθει κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διαποιμάνσεως τοῦ Μακαρίου, ἐσυνεχίσθη καὶ μὲ τὴν ἐκλογὴν τοῦ διαδόχου του, Μαξίμου Γ' (333-348), ὁ ὁποῖος συνέβαλε οὐσιαστικῶς εἰς τὴν διάδοσιν τοῦ Χριστιανισμοῦ εἰς τὴν Παλαιστίνην. Τὸ 335 ἐνεκαινιάσθησαν οἱ ναοὶ τῶν Ἱεροσολύμων παρουσίᾳ ὅλων τῶν Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι μετεῖχαν εἰς τὴν Σύνοδον τῆς Τύρου. Ἡ Μήτηρ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπέβη περιφανέστατον κέντρον τῆς πνευματικῆς ζωῆς.  Ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 5ου  αἰῶνος καὶ ἑξῆς καί, ἐνῷ τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον Ἱεροσολύμων κατεῖχε ὁ φωτισμένος ἱεράρχης Ἰωάννης Β' (386-417), ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία ἐγνώρισε μεγάλην ἀκμὴν μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του τὸ σημαντικότερον γεγονὸς ἦτο ἡ πτώσις τοῦ ἐθνισμοῦ(Εθνικών) εἰς τὴν Παλαιστίνην, ἡ ὁποῖα ὠφείλετο κυρίως εἰς τὰς ἀποστολικὰς ἐνεργείας τοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης ἁγίου Ἐπισκόπου της Πορφυρίου (+420). Ἰδιαιτέρως ἡ αὐτοκράτειρα Εὐδοξία ὄχι μόνον ἐχορήγησε ἀξιόλογον χρηματικὴν συνδρομὴν καὶ τὸ ἀρχιτεκτονικὸν σχέδιον διὰ τὴν ἀνέγερσιν χριστιανικοῦ ναοῦ εἰς τὴν Γάζαν, ἀλλὰ ἀπέστειλε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ οἰκοδομικὸν ὑλικόν, πολυτίμους κίονας καὶ μάρμαρα, μαζὶ μὲ τὸν μηχανικὸν Ρουφίνον ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν. Ὁ ναὸς αὐτὸς ἀντικατέστησε τὸ εἰδωλολατρικὸν Μαρνεῖον καὶ πρὸς τιμὴν τῆς αὐγούστας ὠνομάσθη «Εὐδοξιανή» (407). Ἀλλὰ καὶ ὁ αὐτοκράτωρ Θεοδόσιος Β' (418) συνέδραμε τὸν διάδοχον τοῦ Ἰωάννην, Ἐπίσκοπον Ἱεροσολύμων Πραΰλιον (417-422), μὲ σεβαστὸν χρηματικὸν ποσὸν ὑπὲρ τῶν πτωχῶν καὶ σταυρὸν χρυσοῦν διάλιθον διὰ τὸν ἅγιον Γολγοθᾶ. Το 614 οι Πέρσες εισέβαλαν στη βυζαντινή επικράτεια, κατέλαβαν και λεηλάτησαν τα Ιεροσόλυμα και κατέστρεψαν σχεδόν όλα τα προσκυνήματα της Αγίας Γης. Στο πλαίσιο αυτό έκαψαν και γκρέμισαν το Ναό της Αναστάσεως, μαζί με ολόκληρο το συγκρότημα που είχε ανοικοδομήσει ο Μέγας Κωνσταντίνος, και άρπαξαν όλα τα αφιερώματα που είχαν προσφέρει εδώ, ενώ πήραν μαζί τους ακόμη και την χρυσή θήκη όπου είχε τοποθετηθεί ο Τίμιος Σταυρός, τον οποίο τελικά οδήγησαν στην Κτησιφώντα, την πρωτεύουσά τους. Το 626, με τη φροντίδα του τοποτηρητή του πατριαρχικού θρόνου Μοδέστου, έγινε η αποκατάσταση του Ναού, χωρίς ωστόσο να επιτευχθεί η παλαιά του μεγαλοπρέπεια και πολυτέλεια, και στο Ναό αυτό, το 629, έγινε η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού στον Γολγοθά, από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο, που στο μεταξύ είχε νικήσει τους Πέρσες και είχε ανακτήσει το ιερό παλλάδιο της Χριστιανοσύνης.Λίγα χρόνια αργότερα, το 637, τα Ιεροσόλυμα κατελήφθησαν από τους Άραβες, ωστόσο ο χαλίφης Ομάρ Χαττάπ, με ειδικό διάταγμά του (αχτιναμέ) προφύλαξε το Ναό από την καταστροφή. Ωστόσο η ειρηνική ύπαρξη του Ναού δεν συνεχίστηκε επ άπειρον, αφού την Κυριακή των Βαΐων του 937 ο εξαγριωμένος αραβικός όχλος έκαψε και κατέστρεψε την βασιλική, ενώ σύλησε και τα ιερά σκεύη του Ναού. Και ενώ οι ζημιές αποκαταστάθηκαν, με την άδεια του χαλίφη Ελ Ραμπ, το 966 η εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά εναντίον των Αράβων έδωσε αφορμή σε νέες πυρπολήσεις και λεηλασίες του Ναού, που πάλι ανακαινίστηκε από τον Πατριάρχη Χριστόδουλο και τους διαδόχους του Θωμά Β’, Ιωσήφ Β΄ και Ορέστη. Μόλις όμως είχε τελειώσει η πολύχρονη εκείνη επισκευή, το 1009, ο χαλίφης Αλ Χακήμ διέταξε να κατεδαφιστούν μέχρις θεμελίων όλα τα κτήρια που μόλις είχαν ολοκληρωθεί, με αποτέλεσμα ο χώρος να αλλάξει και πάλι μορφολογία, κατά την εύστοχη διατύπωση του καθηγητή Νικ. Ολυμπίου : «Μετά την καταστροφή ο Πανάγιος Τάφος έπαυσε να αποτελεί μνήμα σε λαξευμένο βράχο και επιστέφθηκε με λιθόκτιστη πλάκα». Ἡ περίοδος τῶν µεγάλων δεινῶν διὰ τὸ Πατριαρχεῖον τῶν Ἱεροσολύµων διήρκεσε ὑπὲρ τὴν χιλιετίαν, παρὰ τὴν εὔνοιαν διὰ τῆς ὁποίας ὁ Άραβας πορθητὴς τῶν Ἱεροσολύµων χαλίφης Ὁµὰρ ἴµπν Ἀλ-Χαττὰπ ἀντιµετώπισε τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τὸν Πατριάρχην των, Ἅγιον Σωφρόνιον· ὁ Χαλίφης Ὁµάρ, δι΄ εἰδικοῦ διατάγµατος (ἀχτιναμέ), ἀνεγνώριζεν εἰς τὸν Πατριάρχην τοῦ «βασιλικοῦ ἔθνους» (δηλ. τῶν Ρωµηῶν) τήν ἰδιότητα ἐθνάρχου καὶ πνευµατικοῦ ἡγέτου πάντων τῶν Χριστιανῶν τῆς Παλαιστίνης, ἀκόµη καὶ τῶν ἑτεροδόξων, ὡς ἐπίσης καὶ πρεσβεῖα τιµῆς μεταξὺ πάντων τῶν Χριστιανῶν ἀρχηγῶν, προσέφερε δὲ εἰς αὐτὸν ἐγγυήσεις εὐνοίας, ἀσφαλείας καὶ φορολογικῆς ἀσυδοσίας ἀπὸ µέρους τῶν µελλόντων Μουσουλµάνων ἡγεµόνων. Ὅµως, οἱ διάδοχοί του, αὐθαίρετοι Ἄραβες ἡγεµόνες, ὑπῆρξαν σκληρότατοι· ἡ χριστιανικὴ κοινότης ἤρχισε νὰ πλήττεται ὑπὸ συντόνων προσπαθειῶν ἐξισλαµισµοῦ καὶ ἀφελληνισµοῦ αὐτῆς. Παρὰ τὰς ἀντιξόους ἐξωτερικὰς συνθήκας, ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἐξηκολούθει νὰ καλλιεργῆται ὑπὸ τῶν διωκοµένων καὶ ἡ Ἐκκλησία Ἱεροσολύµων διεδραµάτισε σηµαίνοντα ρόλον εἰς τὴν κατανίκησιν τῶν αἱρέσεων τοῦ Μονοθελητισµοῦ καὶ τῆς Εἰκονοµαχίας, ὡς καὶ τῆς ἐµφανισθείσης διὰ πρώτην τότε (808 µ.Χ.) φορὰν εἰς Ἱεροσόλυµα φραγκοπαπικῆς αἱρέσεως τοῦ filioque· µεταξὺ τῶν πολλῶν ἀναδειχθέντων θεολόγων, ἄξιοι µνείας εἶναι ὁ Πατριάρχης ἅγιος Σωφρόνιος (†638) καὶ ὁ Σαββαΐτης ἱεροµόναχος ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαµασκηνός († 784), µία τῶν κορυφαίων καὶ ἀνεπαναλήπτων εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν µορφῶν τῆς θεολογίας καὶ τῆς ὑµνογραφίας.
Ὁ 9ος αἰών, ὅπως καί ὁ 8ος, ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τῶν διωγµῶν κατὰ τῶν Χριστιανῶν καὶ τῶν λεηλασιῶν εἰς βάρος τῶν Προσκυνηµάτων, τῶν Ναῶν, τῶν Μονῶν καὶ τῶν ἁπλῶν πιστῶν, ἐνῷ προσετέθησαν ὁ ἐµφύλιος πόλεµος µεταξὺ τῶν Ἀραβικῶν µερίδων καὶ µέτρα καταπιέσεως, µεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἀπαγόρευσις τῶν λιτανειῶν καὶ τῆς διδασκαλίας τῶν ἑλληνικῶν, ὥστε διὰ τὸ ποίµνιον ἡ χρῆσις τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης περιωρίσθη εἰς τὴν λατρείαν ἐν τοῖς Ναοῖς, καθὼς καὶ ἡ ἐπανειληµµένη βεβήλωσις καὶ καταστροφὴ τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῶν λοιπῶν ἱερῶν Χώρων, αἱ ἐξορίαι καὶ δολοφονίαι Πατριαρχῶν κ.ἄ. Ἡ ἀποκορύφωσις τῶν κακῶν συνετελέσθη ἐπὶ τοῦ χαλίφου Ἀλ-Χακήµ, ὁ ὁποῖος ἐξαπέλυσε (1007 µ.Χ.) διωγµόν, τὸν χείριστον πάντων τῶν µέχρι τότε. Πέραν τοῦ εὐτελισµοῦ τῶν Χριστιανῶν καὶ τῆς δηµεύσεως ἱερῶν περιουσιῶν, ὁ Ναὸς τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὰ πέριξ Μοναστήρια ἠρειπώθησαν, ὡς καὶ τὸ Προσκύνηµα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἐν Λύδδῃ, ἐνῷ τὴν κορύφωσιν τῶν διωγµῶν ἐσήµανε ἡ λεηλασία τοῦ Σκευοφυλακίου τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἡ ἐπιβολὴ ἐξισλαµισµοῦ διὰ φρικτῶν µαρτυρίων. Μικρὰ βελτίωσις ἐπῆλθεν ἐπὶ τοῦ διαδόχου τοῦ Χακήµ, Ἄλ Ζαχήρ, ὅτε καὶ ὁ Βυζαντινός Αὐτοκράτωρ τῆς Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντῖνος ὁ Μονοµάχος (1042-1055) συνεισέφερε σηµαντικῶς εἰς τὴν ἀνοικοδόµησιν τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῶν λοιπῶν ἱερῶν Τόπων· πάντως ἡ Ἐκκλησία ἐδοκιµάσθη καὶ πάλιν ὑπὸ τῆς σφοδρᾶς ἀντιπαραθέσεως τῶν Ἀράβων καὶ τῆς ἀνερχοµένης δυνάµεως τῶν Σελτζούκων Τούρκων. Ἀλλαγὴν τινὰ εἰς αὐτήν τὴν κατάστασιν ἐπήνεγκεν ἡ ἔλευσις τῶν Σταυροφόρων ἐν ἔτει 1099, οἱ ὁποῖοι τῇ παρακινήσει τῶν Παπῶν καὶ τῶν Βασιλέων τῆς Δύσεως, διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου κατατέµνοντες τὴν ἀνατολικὴν Ρωµαϊκὴν «Βυζαντινὴν» Αὐτοκρατορίαν εἰς µικρὰ λατινικὰ Βασίλεια, ἔφθασαν εἰς Ἱεροσόλυµα. Ο Ἀχτιναµὲς (Συνθήκη) τοῦ Χαλίφου Omar ebn – el – Khattab, χορηγηθεῖσα εἰς τὸν Σωφρόνιον, τὸν Ἑλληνορθόδοξον Πατριάρχην Ἱεροσολύµων, τὴν 20ὴν Rabiul – awel τοῦ 15ου ἔτους τῆς Ἐγείρας (636). Μετάφρασις: «Ἐν ὀνόµατι τοῦ ἀγαθοῦ καὶ οἰκτίρµονος Θεοῦ, τοῦ ὁποίου ἐπικαλούµεθα τὴν συναντίληψιν, Omar ebn el Khattab Δόξα τῷ Θεῷ, ὁ ὁποῖος µᾶς ἐγαλούχησεν εἰς τὸν Ἰσλαµισµόν, ὁ ὁποῖος ἐτίµησεν ἡµᾶς διὰ τῆς Πίστεως, ὁ ὁποῖος, εὐσπλαχνισθεὶς ἡµᾶς, ἀπέστειλεν τὸν Προφήτην Του Μωάµεθ, εἴθε ἡ εἰρήνη καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου νὰ εἶναι ἐπ' αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος µετήγαγεν ἡµᾶς ἀπὸ τὴν πλάνην εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ συνήνωσεν ἡµᾶς, ἐν ᾧ πρότερον ἤµεθα διεσκορπισµένοι. Δόξα εἰς Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἥνωσεν τὰς καρδίας µας, ὁ ὁποῖος προσέτρεξεν εἰς βοήθειάν µας κατὰ τῶν ἐχθρῶν µας, ὁ ὁποῖος ἔθεσεν ὑπὸ τὴν κατοχήν µας χώρας καὶ ἥνωσεν ἡµᾶς µὲ τοὺς δεσµοὺς εἰλικρινοῦς ἀδελφοσύνης. Ἂς ἀποδώσωµεν εἰς τὸν Κύριον χάριτας, δι’ ὅλας τὰς εὐεργεσίας ταύτας, ὦ Ὑμεῖς, ὑπηρέται τοῦ Κυρίου. Τὸ παρὸν διάταγµα τοῦ Omar ebn el Khattab εἶναι σύµβασις καὶ σύµφωνον, παραχωρηθέντα εἰς τὸν ἐπιφανέστερον καὶ Σεβασµιώτατον Σωφρόνιον, Πατριάρχην τοῦ Ἔθνους τῶν Αὐτοκρατορικῶν(Ρωμαίων), ἐπὶ τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, εἰς τὰ Ἱεροσόλυµα. Περιλαµβάνει ἐπίσης τοὺς λαϊκούς, τὸν κλῆρον, τοὺς µοναχοὺς καὶ µοναχάς, καὶ παραχωρεῖ εἰς αὐτοὺς πλήρη ἀσφάλειαν, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἤθελον εὑρεθῇ. Διότι ὅταν εἷς ὑπήκοος ἐκπληρώνῃ τὰ πρὸς τὰς Ἀρχὰς καθήκοντά του µὲ ἀκρίβειαν, ἡµεῖς οἱ Πιστοὶ ὀφείλοµεν µὲ τὴν σειράν µας νὰ τοῦ παραχωρήσωµεν κατ’ ἀνάγκην ἀσφάλειαν καὶ προστασίαν, καθὼς ἐπίσης καὶ οἱ µεταγενέστεροί µας. Ἂς παύσουν λοιπὸν νὰ µέµφωνται αὐτοὺς διὰ τὰ σφάλµατά των, διότι ἤδη ἐδήλωσαν ὑποταγὴν καὶ ὑπακοήν. Ἂς ἔχουν λοιπόν πλήρη καὶ ἀπόλυτον ἀσφάλειαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ζωήν των, τοὺς Ναούς των, τὰς πεποιθήσεις των καὶ ὅλους τοὺς πρὸς προσκύνησιν τόπους, τοὺς ὁποίους κατέχουν τώρα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς πόλεως, ἤτοι τὸν ΚΑΜΑΜΕ (τὸν Ναὸν τῆς Ἀναστάσεως), τὸν Ναὸν τῆς Βηθλεέµ, ὅπου ὁ Ἰησοῦς, εἴθε ἡ εἰρήνη νὰ εἶναι ἐπ’ Αὐτοῦ, ἐγεννήθη, τὸν µέγαν Ναὸν καὶ τὸ Σπήλαιον µὲ τὰς τρεῖς αὐτοῦ πύλας, τὴν νότιον, τὴν βόρειον καὶ τὴν δυτικήν. Αὐτοὶ καὶ οἱ ὑπόλοιποι χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐνταῦθα, Γεωργιανοί, καὶ Ἀβησσυνοί(Αιθίοπες), καθὼς καὶ Φράγκοι, Κόπται, Σύριοι, Ἀρµένιοι, Νεστοριανοί, Ἰακωβῖται καὶ Μαρωνῖται, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθουν ὡς ἁπλοὶ προσκυνηταὶ καὶ θὰ ὑπάγωνται εἰς τὸν ῥηθέντα Πατριάρχην. Ἂς ἔχουν τὴν πρωτοκαθεδρίαν ἐπί ὅλων τῶν ἄλλων συµφώνως πρὸς ὅ,τι παρεχωρήθη εἰς αὐτούς αὐτούς ἐκ µέρους τοῦ Προφήτου καὶ πεφιληµένου Ἀγγελιαφόρου τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐτίµησεν αὐτοὺς µὲ τὸ σηµεῖον τῆς ἐπιχάριτος χειρός του καὶ διέταξε νὰ χορηγηθῇ εἰς αὐτοὺς προστασία καὶ ἀσφάλεια. Τοιουτοτρόπως καὶ ἡµεῖς ἐπίσης, οἱ ἀληθεῖς πιστοί, ὀφείλοµεν νὰ συµπεριφερθῶµεν, τιµῶντες τὸ παράδειγµα Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐνήργησεν εὐµενῶς πρὸς αὐτούς. Ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ προσκυνηταὶ τοῦ Παναγίου Τάφου ὀφείλουν νὰ δίδουν εἰς τὸν Πατριάρχην µίαν δραχµὴν καὶ 1/3 τῆς ἀργυρᾶς δραχµῆς. Πᾶς γνήσιος πιστός, ἀνήρ, ἢ γυνή, δικαστὴς ἤ Κυβερνήτης, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ καθήκοντα δικαστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, πρέπει νὰ σέβηται, ὅ,τι πληρεξουσίως ἔχοµεν χορηγήσει, πλούσιος ἢ πένης, Μουσουλµάνος ἢ Μουσουλµανίς, µαθητὴς τοῦ Προφήτου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔχοµεν ἐκδώσει χάριν αὐτῶν τὸ παρὸν Διάταγµα. Ἂς ἐνεργοῦν ὅλοι συµφώνως πρὸς τὰ ἐν αὐτῷ διαλαµβανόµενα καὶ ἂς ἔχῃ τοῦτο, εὑρισκόµενον εἰς τὰς χεῖρας των, διηνεκὲς κῦρος. Δόξα τῷ Θεῷ τῶν κόσµων καὶ ἀρκεῖ δι’ ἡµᾶς ὁ Θεός ὁ προστάτης, ὁ κεχαριτωµένος. Ἐγένετο τὴν 20ὴν Rabiul – awel τοῦ 15ου ἔτους τῆς ἀποδηµίας τοῦ Προφήτου. Ἂς εἶναι παραβάτης τῆς Συµβάσεως τοῦ Θεοῦ καὶ µισητὸς ἀπέναντι τοῦ προσφιλοῦς Του Προφήτου ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐνεργήσῃ ἀντιθέτως πρὸς τὸ περιεχόµενον τοῦ Διατάγµατος αὐτοῦ.»  Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἀραβικὸν κείµενον, τοῦτο εὑρίσκεται ἔν τινι χειρογράφῳ τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῶν Παρισίων, Histoire de Jerusalem et d’ Hebron, τµῆµα τοῦ Saint Germain des Pres, ἀριθµ. 100. Βλ. Sesostris Sidarous Πασᾶ: Des Patriarcats σελ. 510-512.
Πηγή: http://www.jerusalem-patriarchate.info/main/page/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CF%89%CE%BD-%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD
http://www.jerusalem-patriarchate.info/main/page/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%B7-%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%82-%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CF%89%CE%BD
http://www.romiosini.org.gr/7b06597e.el.aspx
http://www.pygmi.gr/ελληνισμός/ελληνισμός-και-παλαιστίνη/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου