Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

Πανδιδακτηριον : Η πανεπιστημιακή μόρφωση των μεσαιωνικών Ελλήνων στην Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη

Η λαμπρότερη, αλλά και η πιο συκοφαντημένη περίοδος της ιστορίας του ελληνισμού, είναι αυτή της αποκαλούμενης βυζαντινής αυτοκρατορίας, όπως την βάπτισαν κάποιοι δυτικοί συγγραφείς διαστρέφοντας το πραγματικό όνομα της μοναδικής αυτοκρατορίας στον κόσμο που έζησε πάνω από χίλια χρόνια, δηλαδή της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Την ίδια περίοδο που στην δυτική Ευρώπη, που σήμερα προβάλετε σαν η πιο εξελιγμένη περιοχή της ανθρωπότητας, οι κάτοικοι ζούσαν κάτω από φρικτές συνθήκες σκοταδισμού και αγνοούσαν βασικά πολιτιστικά στοιχεία, στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το πνευματικό επίπεδο είχε φτάσει σε ύψιστα επίπεδα. Στην Δύση η καλλιέργεια του πνεύματος πέρασε σε δεύτερη μοίρα απέναντι στις αρετές της πίστης, του θάρρους και της τιμής. Αξίες που συνδέονταν με τη λατινική λογιότητα και την εκπαίδευση χάθηκαν, και παρόλο που η εγγραμματοσύνη παρέμεινε σημαντική, αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως πρακτική ικανότητα παρά ως δείγμα υψηλής κοινωνικής θέσης. Οι περισσότερες λόγιες προσπάθειας κινούνταν προς τη μίμηση της κλασσικής γραμματείας. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είχε μετουσιωθεί με την χριστιανική διάσταση που είχε αποκτήσει, στο ελληνορθόδοξο χριστιανικό πρότυπο, το οποίο καθοδήγησε την Βυζαντινή αυτοκρατορία σε όλη την διάρκεια της ζωής της. Ένας από του μεγαλύτερους πνευματικούς φάρους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ουσιαστικά το πρώτο πανεπιστήμιο σε ολόκληρη την Ευρώπη, ήταν το πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, της βασιλίδας των πόλεων, το γνωστό από την πρώτη του περίοδο σαν «Πανδιδακτήριο», το οποίο από τον ένατο αιώνα όταν μεταφέρθηκε στα ανάκτορα της Μαγναύρας έγινε πιο γνωστό σαν πανεπιστήμιο της Μαγναύρας. Πανδιδακτήριο ονομαζόταν στην Κωνσταντινούπολη εκπαιδευτικό ίδρυμα (σχολή) ανώτατης εκπαίδευσης, θεωρούμενο με σημερινούς όρους Πανεπιστήμιο. Ιδρύθηκε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β' το 425 και έκτοτε τελούσε υπό την αιγίδα των Αυτοκρατόρων. Κατά τον 9ο αιώνα εγκαταστάθηκε στον περίβολο του παλατιού, στη Μαγναύρα, αναφερόμενο και ως Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας. Η λειτουργία του σταμάτησε οριστικά με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Στην ίδρυση του Πανδιδακτηρίου, ρόλο έπαιξε η Πουλχερία, αδελφή του Θεοδοσίου και η Ευδοκία (Αθηναΐς), σύζυγός του, μαζί με τον έπαρχο του Πραιτωρίου, Κύρο Πανοπολίτη, Έλληνα ποιητή και φιλόσοφο. Τόσον η θέση της Ευδοκίας όσον και η μόρφωση και η ευφυΐα της της εξασφάλιζαν την δυνατότητα για την προώθηση της ελληνικής γλώσσας στην παιδεία, στην διοίκηση και στην δικαιοσύνη. Στην νέα αυτοκράτειρα φαίνεται να οφείλεται η ίδρυση του Πανδιδακτηρίου το 425. Η ανώτερη σχολή της Κωνσταντινούπολης αναδιοργανώθηκε, προωθήθηκαν η ελληνική γλώσσα και ρητορική και μειώθηκαν αντίστοιχα οι ώρες της λατινικής γλώσσας και ρητορικής. Δημιουργήθηκαν συγκεκριμένα δεκαπέντε έδρες για την ελληνική φιλολογία, δεκατρείς για την λατινική και μία έδρα φιλοσοφίας. Κατά την ίδια περίοδο η Ευδοκία φαίνεται να ασκεί την επιρροή της ώστε, διά διατάγματος πλέον, οι διαθήκες να συντάσσονται στην ελληνική γλώσσα, ενώ ήδη έχουμε τις πρώτες γνωστές δικαστικές αποφάσεις στην ελληνική. Ταυτοχρόνως, η ελληνική χρησιμοποιείται προοδευτικά και σε ορισμένους τομείς της διοικήσεως. Στις 27 Φεβρουαρίου του 425 εκδόθηκε διάταγμα από τον Θεοδόσιο Β΄ που ρύθμιζε όσα αφορούσαν την Σχολή. Γινόταν διδασκαλία στα μαθήματα: γραμματική, ρητορική, φιλοσοφία, διαλεκτική, δίκαιο, αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική. Λειτουργούσε ως ανεξάρτητο ίδρυμα. Στην εποχή του Ιουστινιανού η Νομική Σχολή απέκτησε πενταετή διάρκεια σπουδών και ανεξαρτητοποιήθηκε. Ο Ιουστινιάνειος Κώδικας (Codex Iustinianus) αποτελούσε σύνθεση αυτοκρατορικών νόμων από την εποχή του Αδριανού έως και του Ιουστινιανού, καθώς επίσης και μια αναθεώρηση παλαιότερων νομικών συγγραμμάτων, που είχαν εκδοθεί από Ρωμαίους αυτοκράτορες. Στόχος ήταν η θέσπιση ενός ενιαίου κώδικα, ο οποίος θα ήταν δυνατό να μελετηθεί και να εφαρμοστεί. Η σπουδαιότητα του έργου, πέραν της μεγάλης απλοποίησης των νόμων του ρωμαϊκού δικαίου, έγκειται στο ότι ουσιαστικά αποτέλεσε μια εναρμόνιση των θεσμών Πολιτείας και Εκκλησίας. Μέσα στο έργο αυτό φαίνεται ξεκάθαρα η επιρροή της πολιτικής θεολογίας της Εκκλησίας, αφού ουσιαστικά αποτέλεσε την καταστατική βάση της πολιτικής θεωρίας του Βυζαντίου, όπως αυτές κυρίως αποδόθηκαν στα διατάγματα της ΣΤ΄ Νεαράς. Η καταστατική βάση σύγκλισης των δύο θεσμών, απέρεε από την ένταξη του Χριστιανισμού στις θεμελιακές δομές της νέας ρωμαϊκής κοσμοθεώρησης και ο Ιουστινιανός κώδικας θα παρέμενε το κέντρο αυτής της σύγκλισης, σε όλη την βυζαντινή εποχή. Οι περισσότεροι από τους νέους νόμους του Ιουστινιανού, οι Νεαραι(σε αντίθεση με τον Κώδικα, τον Πανδέκτη και τις Εισηγήσεις, που ήταν γραμμένοι στα Λατινικά) γράφτηκαν στα Ελληνικά. Στην σχολή δεν διδασκόταν η θεολογία, η οποία διδασκόταν στην Πατριαρχική Σχολή. Στο Πανδιδακτήριο οι σπουδαστές υπέβαλαν μελέτη με νομοθετικό ή ρητορικό περιεχόμενο πάνω σε προσχέδιο (δρακτόν ή δράγμα) που είχε εγκρίνει διδάσκαλος της σχολής. Κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Φωκά (602-610) το Πανδιδακτήριο διέκοψε τη λειτουργία του, αλλά αναβίωσε από τον Αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641), ο οποίος μετά το 610 είχε καλέσει στην Κωνσταντινούπολη τον Στέφανο τον Αλεξανδρέα. Ο σφετεριστής του θρόνου Φωκάς δεν άργησε να αποκαλύψει τον ειδεχθή του χαρακτήρα. Άσχημος στην όψη, ήταν πολύ χειρότερος στη διοίκηση. Σκληρός και αδίστακτος, με τη χρήση βίας να αποτελεί το μοναδικό του τρόπο επιβολής. Εισήγε και εφάρμοσε μεθόδους βασανιστηρίων και τιμωρίας, όπως η τύφλωση και ο ακρωτηριασμός. Από τους χειρότερους αυτοκράτορες. Επέτρεψε σε εχθρούς να διεισδύσουν και μεταχειρίστηκε με βαναυσότητα όσους διαφωνούσαν με τις πολιτικές του ή αμφισβητούσαν τα δικαιώματά του στο θρόνο. Ο Στέφανος ο Αλεξανδρεύς (7ος αι. μ.Χ.) ήταν ο τελευταίος σπουδαίος Αλεξανδρινός διδάσκαλος της φιλοσοφίας. Μετά το 610 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη (με πρόσκληση του αυτοκράτορα Ηρακλείου) και δίδαξε εκεί ως «οικουμενικός (ή καθολικός) διδάσκαλος (ή φιλόσοφος)» τα μαθήματα της «τετρακτύος». Αναφέρεται ότι η λειτουργία της σχολής διαταράχθηκε σοβαρά την περίοδο της εικονομαχίας αλλά δεν έκλεισε, ενώ αλλού αναφέρεται ότι δε συνέχισε τη δραστηριότητά της για πολύ μετά τη βασιλεία του Ηρακλείου. Φαίνεται ότι στα πλαίσια της εικονομαχίας (730), έγιναν έκτροπα σε βάρος της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να είναι μυθοπλασίες ακόμη και αν υπάρχει κάποια αλήθεια, έχοντας στόχο την αμαύρωση της μνήμης του Λέοντα Γ΄ (717-741) το οποίο θεωρούσαν υπεύθυνος για την έλλειψη εκπαίδευσης της αυτοκρατορίας. Το 728 ο Λέων εξέδωσε νέο διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν η ανάρτηση εικόνων και διατασσόταν οι αρχές να τις αφαιρέσουν απ’ όπου υπήρχαν. Καταργήθηκαν όλες οι δημόσιες σχολές, πλην των νομικών, γιατί διευθύνονταν από μοναχούς και ήταν κέντρα της κατά του αυτοκράτορα αντίδρασης. Το 740 ο Λέων εξέδωσε την Εκλογή των νόμων. Στο προοίμιό της αναφερόταν ότι ήταν μία σύνοψη της νομοθεσίας του Ιουστινιανού, μία κωδικοποίηση των διεσπαρμένων νόμων «εις το φιλανθρωπότερον εκτεθείσα». Η Εκλογή ήταν η πρώτη κωδικοποίηση που διατυπώθηκε στα ελληνικά αντί των λατινικών που χρησιμοποιούνταν ως τότε. Κατήργησε την παλλακεία και προστάτεψε τον θεσμό του γάμου θεσπίζοντας αποκλειστικούς λόγους διαζυγίου, έδωσε περιουσιακή ισοτιμία στην γυναίκα και ίσα δικαιώματα επί των τέκνων, και προστάτευε τα ορφανά. Επέτρεψε ρητά για πρώτη φορά τον μεταξύ ορθοδόξων και αιρετικών γάμο. Η θανατική ποινή για τα περισσότερα αδικήματα καταργήθηκε και αντ’ αυτής εισήχθη η ποινή του ακρωτηριασμού, η εξορία και οι χρηματικές ποινές. Και τέλος καταργήθηκε η διάκριση των τάξεων στην απονομή της δικαιοσύνης. Με τον Γεωργικό νόμο καταργήθηκε η σύνδεση του γεωργού με το κτήμα στο οποίο γεννήθηκε ή μακροχρόνια διέμενε, καταργήθηκε δηλαδή η δουλοπαροικία. Σκοπός του Γεωργικού νόμου ήταν να περιοριστεί η επέκταση της μεγάλης ιδιοκτησίας και να ευνοηθεί η τάξη των μικροϊδιοκτητών που αποτελούσε την βάση της άμυνας του κράτους. Γνωστός διδάσκαλος της σχολής ήταν ο Χοιροβοσκός. Οι Ίσαυροι (717-802) φαίνεται πως ονόμασαν τη σχολή «Οικουμενικόν Διδασκαλείον». Κατά τον 9ο αιώνα, ο Βάρδας (842-867), θείος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' και Καίσαρας μετά το 862, εγκατέστησε αυτό το Πανδιδακτήριο στο ανάκτορο της Μαγναύρας για να διδάσκεται η «έξω σοφία» ή «θύραθεν παιδεία», κάτω από τη διεύθυνση του Λέοντος του Μαθηματικού από τη Θεσσαλία (790 - 869). Ο Λέων ο μαθηματικός δίδαξε την τετρακτύ (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική). Ο Λέων ο Φιλόσοφος ή Λέων ο Μαθηματικός ήταν περίφημος Βυζαντινός λόγιος του 9ου αιώνα, ένας εκ των πρωτεργατών της Αναγέννησης των Μακεδόνων, μαθηματικός, γεωμέτρης, αστρονόμος και φιλόσοφος. Δίδαξε στην σχολή της Μαγναύρας και η φήμη του ήταν τόση που ο χαλίφης της Βαγδάτηςτον κάλεσε στην Αυλή του για να οργανώσει σχολή. Για τρία χρόνια διετέλεσε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, απομακρύνθηκε όμως μετά το τέλος της Εικονομαχίας. Η φοίτηση στην Σχολή ήταν δωρεάν. Λόγω της θέσης του ήταν γνωστό και ως Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας. Αναφέρεται ότι στο Πανδιδακτήριο δίδασκαν τριάντα καθηγητές, δεκαπέντε στην ελληνική γλώσσα, γραμματική και φιλολογία, ενώ άλλοι δεκαπέντε δίδασκαν στη λατινική γλώσσα, ρωμαϊκή φιλολογία, φιλοσοφία και νομικά. Το Πανδιδακτήριο βελτιώθηκε τον 10ο αιώνα με πρωτοβουλίες του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου ο οποίος ενίσχυσε ηθικά αλλά και υλικά διδάσκοντες και σπουδαστές. Λόγιος και συγγραφέας, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του βυζαντινού εγκυκλοπαιδισμού. Άφησε τεράστιο συγγραφικό έργο, με εξέχον το σύγγραμμά του περί του Βυζαντινού πρωτοκόλλου "Περί βασιλείου τάξεως", το οποίο έχει σωθεί και αποτελεί τη βασική πηγή των ιστορικών σχετικά με το πολύπλοκο και βαρύ πρωτόκολλο που ακολουθούσαν οι Βυζαντινοί αξιωματούχοι και κυρίως η Αυτοκρατορική οικογένεια. Τον 11ο ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος μεταρρύθμισε το Πανδιδακτήριο και ίδρυσε δυο σχολές, το «Διδασκαλείον των Νόμων» και το «Γυμνάσιον» (φιλοσοφική). Στο Γυμνάσιον διδάσκονταν όλες οι επιστήμες, εκτός από τα νομικά που σπούδαζαν οι μελλοντικοί νομικοί, δικαστές και υπάλληλοι στο "Διδασκαλείο των Νόμων". Στο Γυμνάσιο, στη φιλοσοφική σχολή, διευθυντής («Ύπατος των Φιλοσόφων») τέθηκε ο Μιχαήλ Ψελλός και μετέπειτα ο Ιωάννης ο Ιταλός. Στο Διδασκαλείο των Νόμων διευθυντής έγινε ο Ιωάννης Ξιφιλίνος, Νομοφύλαξ του κράτους. Ο Μιχαήλ Ψελλός (1018 - 1078) ήταν Βυζαντινός λόγιος, ιστορικός, φιλόσοφος και πολιτικός και διπλωμάτης με επιβλητικό διδακτικό και συγγραφικό έργο σε όλους τους κλάδους των γραμμάτων και των επιστημών. Είχε σημαντική προσφορά στο χώρο της γενικής και ανώτερης παιδείας, στην οργάνωση και ανάπτυξη της οποίας στον 11 αιώνα η συμβολή του υπήρξε καίρια. Δίδαξε στο Πανδιδακτήριο, δηλαδή το πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, στο οποίο είχε αποκτήσει τη θέση του ύπατου των φιλοσόφων (δηλαδή πρύτανη, με τους σημερινούς όρους). Γνωστότερο έργο του είναι η 'Χρονογραφία, εξιστόρηση των γεγονότων της περιόδου 976-1078. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Ψελλός, ενώ το Μιχαήλ ήταν το μοναστικό του όνομα. Ο Ιωάννης ο Ιταλός (1025 – 1090) ήταν Βυζαντινός φιλόσοφος του Μεσαίωνα, που επηρεάστηκε από τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα. Κατείχε την έδρα της φιλοσοφίας στο Πανδιδακτήριο της Κωνσταντινούπολης, ενώ υπήρξε αξιωματούχος της βυζαντινής αυλής και πρεσβευτής. Καταγόταν από την βυζαντινή Καλαβρία, σπούδασε στη Νότια Ιταλία και στη συνέχεια φιλοσοφία στην Κωνσταντινούπολη με τον Μιχαήλ Ψελλό, τον οποίο διαδέχτηκε στην έδρα του στο Πανδιδακτήριο. Μετά τη Φραγκοκρατία και την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς το 1261, ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος (1261-1282) ανέθεσε τη διεύθυνση της σχολής στο Γεώργιο Ακροπολίτη, μεγάλο Λογοθέτη, ως καθηγητή της αριστοτελικής φιλοσοφίας και στον Γεώργιο Παχυμέρη τη διδασκαλία της «τετρακτύος» (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική) στο «Οικουμενικόν Διδασκαλείον». Ο Γεώργιος Ακροπολίτης (1217 ή 1220 - 1282) ήταν σημαντικός Έλληνας λόγιος, διπλωμάτης και ιστορικός του 13ου αιώνα. Μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1261) τοποθετήθηκε ως δάσκαλος φιλοσοφίας και μαθηματικών. Ο Γεώργιος Παχυμέρης (1242 – περ. 1310) ήταν λόγιος, θεολόγος, κληρικός, φιλόσοφος, ιστορικός και μαθηματικός με πλούσια εκκλησιαστική και πολιτική δράση και εκτεταμένο συγγραφικό έργο. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Παλαιολόγειας Αναγέννησης στον τομέα των γραμμάτων και των επιστημών.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πανδιδακτήριο
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ευδοκία
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ιουστινιάνειος_Κώδικας
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Φωκάς
http://www.greekencyclopedia.com/stefanos-o-alexandrefs-7os-ai-mx-p19241.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λέων_Γ´
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λέων_ο_φιλόσοφος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_Ζ΄
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μιχαήλ_Ψελλός
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_ο_Ιταλός
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Ακροπολίτης
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Παχυμέρης
http://nikosxeiladakis.gr/βυζαντινο-πανεπιστημιο-μαγναυρασ-οτ/?doing_wp_cron=1462603417.9038999080657958984375
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μεσαίωνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου