Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Η ιστορία της Θράκης απο την αρχαιότητα έως την Οθωμανική κατάκτηση και η δημιουργία της Βουλγαρίας

Όλοι οι πληθυσμοί της χερσονήσου του Αίμου είναι γηγενείς και σε χρόνους πολύ μακρινούς είχαν κοινή ανθρωπολογική βάση. Η οποιαδήποτε πολιτιστική τους ανάπτυξη συντελείται με κέντρο το Αιγαίο. Συνεπώς, οι λεγόμενοι Θράκες, Ιλλυριοί, Μακεδόνες, Τρώες, Κρήτες κ.λπ. είναι περιφερειακοί πληθυσμοί που έχουν σαν κέντρο τον Αιγαιακό πολιτισμό. Οι οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις συντελούνται μετά την καταστροφή -λόγω της εκρήξεως του ηφαιστείου της Θήρας του Αιγαιακού πολιτισμού. Μοιραία την πολιτική σκυτάλη παίρνουν πρώτα η Κρήτη και ακολούθως τα οχυρά πολίσματα της Πελοποννήσου και της Βοιωτίας. Η περίοδος που ονομάζεται μυκηναϊκή είναι, όπως αποδεικνύουν τα γλωσσικά ευρήματα, περίοδος ελληνική, άρα και η προγενέστερη πρέπει να ήταν περίοδος Ελλήνων, εφόσον υπάρχει μια αδιάσπαστη πολιτιστική και γλωσσική ενότητα. Εξελληνισμός σημαίνει εκπολιτισμός. Και συνεπώς, ανεξάρτητα από ονομασίες, οι λαοί εξελληνίζονται, δηλαδή εκπολιτίζονται, όχι με τον ερχομό κάποιων δήθεν ελληνικών φύλων από το Βορρά, αλλά με την άνοδο του πολιτισμού από το Νότο προς το Βορρά. Άρα και οι Θράκες, στο μέτρο που μετέχουν μια κοινής πολιτικής παραδόσεως που ονομάστηκε ελληνική και η οποία ανεξάρτητα από επιρροές κυρίως από Ανατολή και Νότο, είναι μια ιθαγενής πολιτιστική δημιουργία. Οι Θράκες για πρώτη φορά απαντούν στον Όμηρο, ως συγγενείς και σύμμαχοι των Τρώων. Ονομάζονται δε «Θρήικες ακρόκομοι». Ο Ηρόδοτος θεωρεί τους Θράκες ως τον πολυπληθέστερο μετά τους Ινδούς λαό του αρχαίου κόσμου. Το ίδιο υποστηρίζει και ο περιηγητής Παυσανίας. Ο γεωγράφος Στράβων (2ος μ.Χ. αιώνας) υπολογίζει τους Θράκες σε 2.000.000 και τους χωρίζει σε 22 φυλές. Οι θρακικές φυλές δεν είχαν μόνιμη εγκατάσταση, αλλά λόγω ποιμενικού βίου ήσαν μετακινούμενες. Ίσως μάλιστα οι φυλές να δημιουργήθηκαν με βάση κάποιον ισχυρό ποιμένα πατριάρχη, που εξελίχθηκε σε φύλαρχο. Την κινητικότητα των θρακικών φυλών υποδηλώνει το όνομα μιας θρακικής φυλής, των «αλητών». Αλητοί, από το ρήμα αλάομαι, σημαίνει περιπλανώμενοι. Άλλες γνωστές Θρακικές φυλές είναι οι Αψίνθιοι (ανατολικά του Αίμου), οι Βέσσοι ή Βησσοί (μεταξύ Ροδόπης και Αίμου), οι Βισαλτοί (κατά μήκος του Στρυμόνα), οι Βίστονες (στις ακτές του Αιγαίου), οι Βρίαντες (απέναντι από τη Σαμοθράκη), οι Γέτες (μεταξύ Αίμου και Δουνάβεως), οι Δερραίοι (στον κάτω Στρυμόνα), οι Δίοι (στη Ροδόπη), οι Ηδώνες (στην πεδιάδα του κάτω Στρυμόνα), οι Θυνοί (στην ενδοχώρα του Βυζαντίου), οι Κορπίλοι (κοντά στο Διδυμότειχο), οι Μαίδοι, (στις κοιλάδες του άνω Στρυμόνα), οι Οδρύσσαι (στην κοιλάδα του Έβρου), οι Πίερες (στην περιοχή του Παγγαίου), οι Σαπαίοι (μεταξύ Βιστονίδος και Νέστου), οι Σέρδαι (στην περιοχή της Σερδικής νυν Σόφιας), οι Σίθωνες (στη Σιθωνία), οι Σιντοί (μεταξύ Στρυμόνα και Νέστου), οι Τραλείς (στον άνω Νέστο) κ.ά. Από τον Ξενοφώντα μνημονεύεται και μια θρακική φυλή, οι Μελινοφάγοι , επειδή έτρωγαν μελίνη, είδος κέγχρου. Από τις τοποθεσίες που μνημονεύσαμε φαίνεται σαφώς, ότι το ανατολικό Τμήμα της προ του Φιλίππου Μακεδονίας το κατοικούσαν θρακικά φύλα. Ήταν με άλλα λόγια Θράκη. Άρα, το βασίλειο του Φιλίππου ήταν Μακεδονο-θρακικό. Οι πληροφορίες των αρχαίων για τους Θράκες ποικίλλουν. Στον Όμηρο αναφέρονται ως δίκαιοι, φιλήσυχοι και λιτοδίαιτοι.
Οι Θράκες αναφέρονται για πρώτη φορά στην Ιλιάδα του Ομήρου, ως σύμμαχοι των Τρώων κατά των Τρωικό Πόλεμο. Στην Ελληνική μυθολογία ο Θραξ θεωρείτο ένας από τους περίφημους γιους του θεού Άρη. Στην Άλκηστι ο Ευριπίδης αναφέρει ότι ένα από τα ονόματα του ίδιου του Άρη ήταν Θραξ, καθώς θεωρείτο προστάτης της Θράκης. Διαιρεμένοι σε ξεχωριστές φυλές οι Θράκες δεν κατάφεραν να συγκροτήσουν πολιτική οργάνωση με διάρκεια μέχρι που ιδρύθηκε το κράτος των Οδρυσών τον 5ο αιώνα π.Χ. Στις ορεινές περιοχές ζούσαν πολεμικές και άγριες Θρακικές φυλές, όπως και οι Ιλλυριοί, ενώ οι λαοί στις πεδιάδες θεωρούντο πιο ειρηνικοί. Οι Θράκες κατοίκησαν τμήματα των αρχαίων επαρχιών: Θράκη, Μοισία, Μακεδονία, Δακία, Μικρά Σκυθία, Σαρματία, Βιθυνία, Μυσία, Παννονία και άλλες περιοχές στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία. Το νότιο τμήμα της Θράκης καταλήφθηκε από το Φίλιππο Β΄της Μακεδονίας τον 4ο αιώνα π.Χ. και διοικήθηκε από το Μακεδονικό Βασίλειο επί ενάμισι αιώνα. Ο Λυσίμαχος από τους Διαδόχους και άλλοι Ελληνιστικοί ηγεμόνες κυβέρνησαν τμήμα ή τμήματα της Θράκης μέχρι την πτώση της στους Ρωμαίους. Κατά τους Μακεδονικούς Πολέμους η σύγκρουση μεταξύ Ρώμης και Θράκης ήταν αναπόφευκτη. H διάλυση των κυβερνήσεων στη Μακεδονία αποσταθεροποίησε την εξουσία της επί της Θράκης και οι φυλετικές της ηγεσίες άρχισαν για μια ακόμη φορά να ενεργούν κατά την κρίση τους. Μετά τη Μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ. η Ρωμαϊκή εξουσία επί της Μακεδονίας φαινόταν αναπόφευκτη και η διακυβέρνηση της Θράκης περιήλθε στη Ρώμη. Ούτε οι Θράκες ούτε οι Μακεδόνες είχαν ακόμη υποταχθεί στη Ρωμαϊκή κυριαρχία και αρκετές εξεγέρσεις έγιναν αυτή τη μεταβατική περίοδο. Η επανάσταση του Ανδρίσκου το 149 π.Χ. για παράδειγμα στηρίχτηκε κυρίως στη Θράκη. Αρκετές επιδρομές από τοπικές φυλές στη Μακεδονία συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια, αν και υπήρχαν φυλές, που οικειοθελώς συμμαχούσαν με τη Ρώμη, όπως οι Δενθηλήτες και οι Βησσοί. Μετά τον Τρίτο Μακεδονικό Πόλεμο (171 - 168 π.Χ.) η Θράκη αναγνώρισε τη Ρωμαϊκή εξουσία. Τον επόμενο ενάμισι αιώνα έγινε η μετεξέλιξη της Θράκης σε μόνιμο υποτελές Ρωμαϊκό κράτος. Μετά τη δολοφονία του Ροιμητάλκη Γ΄ του Θρακικού Βασιλείου των Σαπαίων από τη σύζυγό του το 46 μ.Χ. η Θράκη ενσωματώθηκε ως επίσημη Ρωμαϊκή επαρχία, που διοικείτο από Επιτρόπους και αργότερα Επάρχους. Η κεντρική κυβερνητική αρχή της Ρώμης είχε την έδρα της στην Ηράκλεια, αλλά περιοχές μέσα στην επαρχία ήταν υπό τη διοίκηση στρατιωτικών υφισταμένων του κυβερνήτη. Η απουσία μεγάλων αστικών κέντρων έκανε τη Θράκη μέρος δύσκολο να διοικηθεί, αλλά τελικά η επαρχία άκμασε επί της Ρωμαϊκής διοίκησης, κυρίως χάρη στην ίδρυση αρκετών ελληνικών πόλεων από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, αντί να επιχειρηθεί ο εκρωμαϊσμός της επαρχίας. Θεωρείται ότι την εποχή αυτοί οι περισσότεροι Θράκες ήταν εξελληνισμένοι. Η Ρωμαϊκή εξουσία στη Θράκη στηριζόταν κυρίως στις λεγεώνες που στάθμευαν στη Μοισία. Τελικά, οι Θράκες στη ρωμαϊκή επαρχία της Κάτω Μοισίας εκρωμαΐστηκαν, ενώ εκείνοι που κατοικούσαν νότια από την οροσειρά του Αίμου (στην επαρχία της Θράκης) είχαν σχεδόν πλήρως εξελληνιστεί. Tα αρχαία Ελληνικά έργα τέχνης συχνά απεικονίζουν τους Θράκες ως κοκκινομάλληδες. Ακαδημαϊκές μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι Θράκες είχαν φυσικά χαρακτηριστικά τυπικά των Ευρωπαίων της Μεσογείου. Ο Δρ Άρης Πουλιανός αναφέρει ότι οι Θράκες, όπως και οι σύγχρονοι Βούλγαροι, ανήκουν κυρίως στον Αιγαιακό ανθρωπολογικό τύπο. Τα ιστορικά όρια της Θράκης ποικίλουν. Η αρχαία Θράκη συμπεριελάμβανε την Βουλγαρία, την ευρωπαϊκή Τουρκία, τη ΒΑ Ελλάδα. Τα όριά της ήταν μεταξύ του ποταμού Δούναβη στο Βορρά και του Αιγαίου στο νότο, στην ανατολή η Μαύρη Θάλασσα και η Προποντίδα και στη δύση οι ποταμοί Αξιός και Μοράβας. Η ρωμαϊκή επαρχία της Θράκης ήταν μικρότερη, έχοντας τα ίδια ανατολικά και νότια θαλάσσια όρια, και σύνορα στο Βορρά ως το όρος Αίμος. Η ρωμαϊκή επαρχία επεκτείνονταν στα δυτικά μέχρι τον ποταμό Νέστο.
Ο Ασπαρούχ (640 - 701) ήταν Βούλγαρος ηγεμόνας (Χαν φύλαρχος) κατά το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα και θεωρείται ως ο ιδρυτής του πρώτου Βουλγαρικού κράτους το 681. Συναντάται επίσης ως Ισπερίχ και το όνομά του σημαίνει αυτός που έχει ψυχή αλόγου. Θεωρείται γενάρχης του σύγχρονου βουλγαρικού έθνους. Υπό την ηγεσία του μερικές χιλιάδες άνθρωποι, φυγάδες από τις στέπες της Ουκρανίας και της Ρωσίας, εγκαταστάθηκαν στα Βαλκάνια σε πείσμα της βυζαντινής υπερδύναμης και συγκρότησαν την κράτος, πρόγονο της Βουλγαρίας. Ήταν μια χαλαρή συνομοσπονδία των Βουλγάρων και των Σλάβων της περιοχής υπό την ηγεσία του Ασπαρούχ, με σκοπό την προστασία από έξωθεν απειλές και την οργάνωση επιδρομών εναντίον των πλούσιων πόλεων της Θράκης. Το 681 ο Κωνσταντίνος Δ' και ο Ασπαρούχ συνομολόγησαν συνθήκη ειρήνης, η οποία συνοδευόταν από ετήσια χρηματικά ανταλλάγματα προς τους Βουλγάρους αυτό σήμαινε μεταξύ άλλων ότι πλέον η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αναγνώριζε ντε φάκτο το νεοσύστατο βουλγαρικό κράτος. Στους επόμενους αιώνες, σε αυτά τα εδάφη οι Βούλγαροι του Ασπαρούχ και οι Σλάβοι θα δημιουργούσαν έναν κοινό πολιτισμό (υπό την επιρροή του Βυζαντίου), με αποτέλεσμα να γεννηθεί το βουλγαρικό έθνος όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Μεταξύ του 7ου και του 10ου αιώνα οι Πρωτοβούλγαροι και άλλες φυλές της αυτοκρατορίας απορροφήθηκαν σταδιακά από τους πιο πολυάριθμους Σλάβους, υιοθετόντας μια Νότια Σλαβική γλώσσα.  Από τα τέλη του 10ου αιώνα επικράτησε το όνομα Βούλγαροι και έγιναν μόνιμες ονομασίες για τον τοπικό πληθυσμό, τόσο στα γραπτά όσο και στην ομιλούμενη γλώσσα. Εκείνη την περίοδο η διαδικασία της απορρόφησης των υπολειμμάτων του Θρακορωμαϊκού και Θρακοβυζαντινού πληθυσμού ήταν ήδη σημαντική στη διαμόρφωση αυτής της νέας εθνοτικής ομάδας. Εξελίχθηκε σε πριγκιπάτο το 864 και σε αυτοκρατορία περί το 913-927. Καθώς το κράτος εδραίωσε τη θέση του στα Βαλκάνια, μπήκε σε μια μακραίωνη αλληλεπίδραση με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η Βουλγαρία αναδείχθηκε σε κύριο ανταγωνιστή του Βυζαντίου προς βορράν του, με αποτέλεσμα αρκετούς πολέμους. Το Βυζάντιο άσκησε έντονη πολιτιστική επιρροή επί της Βουλγαρίας, που επίσης οδήγησε στην τελική υιοθέτηση του Χριστιανισμού το 864. Μετά την υιοθέτηση του Χριστιανισμού η Βουλγαρία έγινε το πολιτιστικό κέντρο της Σλαβικής Ευρώπης. Η ηγετική πολιτιστική θέση της εδραιώθηκε περαιτέρω με την εφεύρεση του Γλαγολιτικού και του Παλαιού Κυριλλικού αλφαβήτου λίγο αργότερα στην πρωτεύουσα Πρεσλάβα και η λογοτεχνία που παρήχθη στην Παλαιά Βουλγαρική άρχισε γρήγορα να διαδίδεται βορειότερα. Στα τέλη του 9ου και τις αρχές του 10ου αιώνα ο Συμεών Α΄ πέτυχε μια σειρά νίκες επί των Βυζαντινών, αναγνωρίσθηκε με τον τίτλο του Αυτοκράτορα και επεξέτεινε το κράτος του στη μέγιστη έκτασή του. Οι Βυζαντινοί τελικά ανέκαμψαν και το 1014, υπό το Βασίλειο Β´ κατέφεραν συντριπτική ήττα επί των Βουλγάρων στη Μάχη του Κλειδίου. Μέχρι το 1018 τα τελευταία Βουλγαρικά οχυρά είχαν παραδοθεί στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει. Την διαδέχθηκε η Δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία το 1185. Ο Καλογιάν ή Καλογιάννης ο Ρωμαιοκτόνος (1168 - 1207) γνωστός και ως Ιβάν Α΄ τσάρος της Βουλγαρίας το διάστημα 1197-1207. Ηταν ο νεότερος αδερφός του Θεόδωρου και του Ιβάν Α΄ Ασέν, που ηγήθηκαν της εξέγερσης των Βουλγάρων και Βλάχων του 1185. Η εξέγερση έληξε με την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της Βουλγαρίας. Πέρασε χρόνια ως όμηρος στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη της δεκαετίας του 1180. Ο Θεόδωρος (που είχε στεφθεί Τσάρος με το όνομα Πέτρος) τον έκανε συγκυβερνήτη του μετά τη δολοφονία του Ασέν το 1196. Ένα χρόνο αργότερα, ο Θεόδωρος-Πέτρος επίσης δολοφονήθηκε και ο Καλογιάν έγινε μοναδικός ηγεμόνας της Βουλγαρίας. Για να λάβει το αυτοκρατορικό στέμμα από την Αγία Έδρα, ο Καλογιάν άρχισε αλληλογραφία με τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄, δεχόμενος να αναγνωρίσει το παπικό πρωτείο. Ο Καλογιάν εκμεταλλεύτηκε τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους. Κατέλαβε φρούρια στη Μακεδονία και τη Θράκη και υποστήριξε εξεγέρσεις του τοπικού πληθυσμού εναντίον των σταυροφόρων. Εγινε γνωστός ως Καλογιάν ο Ρωμαιοκτόνος, επειδή τα στρατεύματά του σκότωσαν ή συνέλαβαν χιλιάδες Ρωμαίους (ή Έλληνες). Πέθανε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες κατά την πολιορκία της Θεσσαλονίκης το 1207. Ο Οίκος των Ασέν ή Ασάν, ήταν δυναστικός Οίκος που μέλη του έγιναν βασιλείς της Βουλγαρίας το διάστημα 1187-1256. Τη δυναστεία τους ακολούθησαν οι δυναστείες των Μίτσο, Τιχ, Τέρτερ, Σισμάν και Στρασιμίρ, που τα μέλη τους ήταν απόγονοι εκ θηλυγονίας των Ασέν· για να εδραιώνουν τη θέση τους, έφεραν το επώνυμο Ασέν. Οι Ασέν συνέδεσαν το όνομά τους με την αναβίωση του Βουλγαρικού κράτους. Μερικοί από αυτούς αποκαλούσαν τον εαυτό τους τσάρο (καίσαρα, tsar) της Βουλγαρίας. Απόγονοι (εκ θηλυγονίας) του Οίκου των Ασέν ανέλαβαν υπηρεσίες στη βυζαντινή Αυτοκρατορία τον 13ο και 14ο αι. και έλαβαν τίτλους. Των εξελληνισμένων Ασάνηδων απόγονοι υπάρχουν στη σύγχρονη Ελλάδα. Η στρατιωτική και οικονομική ισχύς της χώρας υποχώρησε μετά το τέλος της δυναστείας των Ασέν το 1257, αντιμετωπίζοντας εσωτερικές διαμάχες, συνεχείς Βυζαντινές και Ουγγρικές επιθέσεις και τη Μογγολική κυριαρχία. Στα τέλη του 14ου αιώνα οι Οθωμανοί Τούρκοι είχαν αρχίσει την κατάκτηση της Βουλγαρίας και είχαν καταλάβει τις περισσότερες πόλεις και φρούρια νότια του Αίμου. Το Τάρνοβο καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς μετά από τρίμηνη πολιορκία το 1393. Μετά τη Μάχη της Νικόπολης, που επέφερε την πτώση του Βασιλείου του Βίντιν το 1396, οι Οθωμανοί κατέλαβαν όλα τα Βουλγαρικά εδάφη νότια του Δούναβη. Η τάξη των ευγενών εξαλείφθηκε και οι χωρικοί έγιναν δουλοπάροικοι σε Οθωμανούς αφέντες, με το μεγαλύτερο μέρος του μορφωμένου κλήρου να καταφεύγει σε άλλες χώρες.
Πηγή : http://www.sarantoskargakos.gr/content/η-αρχαία-θράκη
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θράκες
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θράκη
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ασπαρούχ
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πρώτη_Βουλγαρική_Αυτοκρατορία
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Καλογιάν_της_Βουλγαρίας
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Οίκος_των_Ασέν
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Βουλγαρία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου