Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Η άγνωστη ζωή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στην Ελλάδα και το Δεσποτάτο του Μυστρά

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Δραγάσης, γεννήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου του 1404. Τέταρτος γιος και όγδοο από τα παιδιά του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου και της πριγκιποπούλας της Σερβίας, της Ελένης Δραγάση. Ήταν ο μόνος από τα παιδιά του ζεύγους που χρησιμοποιούσε και το επίθετο της μητέρας του (Ντραγκάς-Δράκος) και γι΄ αυτό συχνά χαρακτηριζόταν ή παρομοιαζόταν με δράκοντα στη γραμματεία της εποχής, ενώ ο λαός τού χάρισε με θαυμασμό το παρατσούκλι Δράκων, μετά τις μεγάλες του νίκες σε Αχαΐα και Βοιωτία. Μετά το θάνατό του, έγινε θρυλική μορφή της ελληνικής λαϊκής παράδοσης ως ο "Μαρμαρωμένος Βασιλιάς" που θα ξυπνήσει και θα ανακτήσει την αυτοκρατορία και την Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς. Ο θάνατός του σηματοδότησε το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε συνεχιστεί στην Ανατολή για 977 χρόνια μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μεγάλωσε υπό τη Δεσποτεία του αδελφού του Θεόδωρου, που είχε αναλάβει τον Μοριά από το 1407. Η εξαιρετικά καλλιεργημένη αυλή του Δεσποτάτου ήταν το σχολειό του και πρώτος του «δάσκαλος» ο Πλήθωνας Γεμιστός. Ο Γεώργιος Γεμιστός (1355 - 1452) ήταν Έλληνας μελετητής της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, ο οποίος επέλεξε για τον εαυτό του το παρώνυμο Πλήθων, ώστε να θυμίζει το όνομα Πλάτων. Υπήρξε μία από τις κορυφαίες πνευματικές μορφές των ύστερων βυζαντινών χρόνων, καθώς ήταν ένας από τους κύριους πρωτοπόρους της αναβίωσης της ελληνικής μόρφωσης στη δυτική Ευρώπη. Επανεισήγαγε τις σκέψεις του Πλάτωνα στη δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια της Συνόδου της Φλωρεντίας (1438-1439), σε μία αποτυχημένη προσπάθεια να συμφιλιώσει το σχίσμα του 1054. Εκεί ο Πλήθων συνάντησε και επηρέασε τον Κόζιμο των Μεδίκων για να ιδρύσει μία νέα πλατωνική ακαδημία, η οποία, υπό τον Μαρσίλιο Φιτσίνο, θα μετέφραζε στα λατινικά όλα τα έργα του Πλάτωνα και άλλα. Ο Πλήθων βρέθηκε στον Μυστρά μετά το 1393, όταν οι ιδέες του άρχισαν να γίνονται στόχος κάποιων σκληροπυρηνικών του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, και εγκαταστάθηκε με την φιλοξενία του φίλου του, αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου, στο Δεσποτάτο του Μυστρά. Εκεί, όπου δεν είχε να αντιμετωπίσει την απειλή της αυστηρής εκκλησιαστικής εξουσίας, ολοκλήρωσε τις αντιλήψεις του, έγραψε τα περισσότερα έργα του, ίδρυσε φιλοσοφική σχολή, δίδαξε και προσπάθησε να υλοποιήσει τις κοινωνικές του απόψεις. Μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγονται οι Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος, Γεννάδιος Σχολάριος, Ιωάννης Αργυρόπουλος, Γεώργιος Ερμητιανός, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης και ο τελευταίος ιστοριογράφος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας Λαόνικος Χαλκοκονδύλης. Οι δεσπότες του Δεσποτάτου, Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος, Θεόδωρος Β΄ Παλαιολόγος και Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, συχνά ζητούσαν την γνώμη του για διάφορα θέματα. Είχε επίσης την ευθύνη κάποιου ανώτερου διοικητικού αξιώματος (magistratura).
Από τα κοντινά του σε ηλικία αδέλφια, ο Κωνσταντίνος δέθηκε με τον ασθενικό Θωμά, παρά με τον Δημήτριο, τον κακότροπο, φιλόδοξο κι αδίστακτο, που επιβουλευόταν το Δεσποτάτο, αλλά και τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Δημήτριος ήταν αυτός που το 1442 συμμάχησε με τους Τούρκους ελπίζοντας να καταλάβει την Πόλη και το θρόνο της. Τότε, ερχόμενος τάχιστα με στρατό, ο Κωνσταντίνος έσωσε το βασιλέα του κι αδελφό του, τον Ιωάννη Ι΄ εκείνη την περίοδο έχασε και τη δεύτερη σύζυγό του, την Αικατερίνη Γατελούζου. Είχε προηγηθεί ένας σύντομος γάμος (πολιτικού) συμφέροντος. Το Μάρτη του 1428, ο Κωνσταντίνος ήρθε σε γάμο με την πριγκίπισσα Μαγδαλένα της Ηπείρου, ανιψιά του κυβερνήτη της Ηπείρου Μάριο Τόκκο, η οποία πέθανε δύο χρόνια αργότερα. Η προίκα του γι΄ αυτόν το γάμο ήταν όλα τα εδάφη του Τόκκο στην Πελοπόννησο, από όπου και ξεκίνησε τις εκστρατείες του κατά των Φράγκων και των Τούρκων. Από νεαρή ηλικία επέδειξε στρατιωτικές και διοικητικές ικανότητες. Ξεχώριζε από όλα τα αδέρφια για τον καλό αν και αυστηρό του χαρακτήρα. Νέος ακόμα διοίκησε τις γαίες του κυρ-Μανουήλ στην Ταυρική Χερσόνησο και οι ικανότητές του ήταν τέτοιες που γρήγορα κλήθηκε να αναλάβει, μαζί με τα αδέλφια του, τη διοίκηση του Δεσποτάτου του Μορέως. Όταν ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Ι΄ Παλαιολόγος μετέβη στην Ιταλία για την περίφημη «Σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας» και οι αδερφοί του ανέλαβαν τα ηνία στην Πελοπόννησο, εν έτει 1437, εκείνος ανέλαβε τη διοίκηση της Κωνσταντινούπολης. Ο αδερφός του Θεόδωρος ενοχλήθηκε, συνειδητοποιώντας ότι ο Ιωάννης προετοίμαζε για διάδοχό του τον Κωνσταντίνο. Η σχέση τους αποκαταστάθηκε κάπως όταν ο Κωνσταντίνος δέχτηκε να ανταλλάξει τις κτήσεις που είχε στη Θράκη με το Δεσποτάτο του Μυστρά. Ο Θεόδωρος ήθελε να είναι κοντά στην Κωνσταντινούπολη για να καταλάβει το θρόνο μόλις πέθαινε ο Ιωάννης, αλλά τον πρόλαβε η πανώλη. Πέθανε στη Θράκη, το καλοκαίρι του 1448, τρεις μήνες πριν από τον Αυτοκράτορα. Ο νέος δεσπότης του Μυστρά, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, τοποθέτησε τον αδελφό του, τον Θωμά, δεσπότη στη Γλαρέντζα για να φυλά τη δυτική ακτή και άρχισε να προετοιμάζει τη μεγάλη του εκστρατεία για την απελευθέρωση Ρούμελης και Θεσσαλίας το βασίλειό του σύντομα εκτεινόταν ως την Πίνδο. Ο στρατός του Μοριά, υπό τον Κωνσταντίνο, απελευθέρωσε την Πελοπόννησο από τους Φράγκους της Αχαΐας, που είχαν εγκατασταθεί εκεί από την εποχή των Σταυροφοριών. Οι τελευταίες νίκες στην ιστορία του Βυζαντίου ήταν δικές του ο «Δράκος» μαζί με τον αδελφό του, τον Θωμά, απελευθέρωσαν Ρούμελη και Θεσσαλία. Οι γαίες αυτές επανακτήθηκαν το 1446 από τον Μουράτ Β΄, τον εμπνευστή των ταγμάτων των γενιτσάρων οι Τούρκοι ήταν εδώ και δεκαετίες στα Βαλκάνια και οι δυνάμεις τους ήταν ισχυρές αλλά αυτό μάλλον έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα στις ρωμέικες νίκες.  Με την επιστροφή του Ιωάννη, το 1440, έφυγε και πάλι για το Μοριά για να επιστρέψει το 1442, βοηθώντας στρατιωτικά τον αδερφό αυτοκράτορα, που ήταν αντιμέτωπος με το στρατό του Δημητρίου Παλαιολόγου, ενισχυμένο από δυνάμεις του σουλτάνου. Το 1443 επέστρεψε στην Πελοπόννησο. Η αναδιοργάνωση της διοίκησης στρατιωτικής και πολιτικής και η άμυνα της Πελοποννήσου ήταν από τα πρώτα μελήματά του Δεσπότη. Το καλοκαίρι του 1444, ο Κωνσταντίνος εισέβαλε στο λατινικό Δουκάτο των Αθηνών. Γρήγορα κατέκτησε τη Θήβα και την Αθήνα, αναγκάζοντας τον Φλωρεντίνο δούκα Νέριο Β΄ Ατσαγιόλι, υποτελή του Οθωμανού σουλτάνου, να του αποδώσει φόρο υποτέλειας. Έτσι, επέκτεινε το δεσποτάτο του κατακτώντας τη Βοιωτία και τη Φωκίδα. Όμως ο Μουράτ Β΄ οργάνωσε μία μεγάλη εκστρατεία εναντίον του και κατέστρεψε το φρούριο στο Εξαμίλιο, την Κόρινθο και την Πάτρα. Το 1444 ο Κωνσταντίνος και ο Θωμάς εισβάλουν στη Στερεά Ελλάδα, και κυριεύουν την Αθήνα και τη Βοιωτία αναγκάζοντας το δούκα της Αθήνας, Νέριο Β΄ Ατσαϊόλι, να τους καταβάλλει ετήσιο φόρο. Ο Κωνσταντίνος, σύμφωνα με τις υποσχέσεις του στη σύνοδο Φλωρεντίας-Φεράρα, συνεχίζει πιο βόρεια γνωρίζοντας ότι οι Τούρκοι έπρεπε να αντιμετωπίσουν τους σταυροφόρους στη Βάρνα, περνά τα Άγραφα, ενώνεται με τους Βλάχους της Πίνδου και εισβάλλει στη Θεσσαλία. Στη συνέχεια στράφηκε στη Φωκίδα και κατέλαβε το Γαλαξείδι, το Λιδωρίκι και τη Βυτρινίτσα. Το 1444 οι σταυροφόροι ηττήθηκαν ολοκληρωτικά στην μάχη της Βάρνας, και βενετικά πλοία μετέφεραν επί πληρωμή 60.000 Τούρκους στρατιώτες από την Μικρά Ασία στην Ευρώπη χωρίς καν να προσπαθήσει ο βυζαντινός στόλος από την Κωνσταντινούπολη να τους εμποδίσει. Ο Κωνσταντίνος αναγκάζεται το 1446 να υποχωρήσει στο Εξαμίλιον τείχος αλλά δεν καταφέρνει μαζί με τον Θωμά να τους εμποδίσει και οι Τούρκοι εισβάλλουν εκ νέου και λεηλατούν την Πελοπόννησο. Ο σουλτάνος έφτασε ως την Πάτρα, ενώ ο Τουρχάν κατευθύνθηκε στο Μυστρά. Το δεσποτάτο αναγκάστηκε να γίνει φόρου υποτελές στους Τούρκους και όλες οι προσωρινές κατακτήσεις του Κωνσταντίνου εγκαταλείφθηκαν. Αυτές ήταν οι τελευταίες βυζαντινές νίκες. Ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη και να γίνει φόρου υποτελής στον Σουλτάνο. Έχτισε τείχη (Εξαμίλι), ανασυγκρότησε το στρατό, αλλά δεν κατόρθωσε να σταματήσει τις δυνάμεις του Μουράτ Β΄ και το βαρύ του πυροβολικό, που έριξε τα τείχη. Έγινε φόρου υποτελής στον Μουράτ, που είχε σπείρει το θάνατο στην Πελοπόννησο οι τουρκικές δυνάμεις είχαν κατασφάξει τον άμαχο πληθυσμό, ανοίγοντας το δρόμο τους για την Αχαΐα και δίνοντας τέλος στα όποια όνειρα του Κωνσταντίνου για αντεπίθεση. Ωστόσο, ο αγώνας του κι η προσωπικότητά του τον έκαναν αγαπητό σε όλο το ρωμέικο. Με το θάνατο του άτεκνου Ιωάννη, στις 31 Οκτωβρίου 1448, εκλέχτηκε Αυτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως και στέφθηκε στο Μυστρά, στις 6 Ιανουαρίου του 1449. Η επιλογή του παρότι ήδη διεκδικούσε το θρόνο ο Δημήτριος, που έφτασε αμέσως στην πόλη έγινε από την εστεμμένη μητέρα τους. Η Ελένη επέμεινε και κέρδισε το θρόνο για τον Κωνσταντίνο, με την υποστήριξη του λαού της Πόλης και του Θωμά, εκ των αδελφών. Μπήκε ως Αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη στις 12 Μαρτίου, φτάνοντας από τη θάλασσα, συνοδευόμενος από καταλανικές γαλέρες. Έδωσε στον Θωμά και στον Δημήτριο το Δεσποτάτο του Μορέως οι όρκοι πίστεως στον νέο Αυτοκράτορα από τους αδελφούς του δεν έγιναν ιδιαίτερα πιστευτοί. Ο Κωνσταντίνος, Αυτοκράτωρ των ελάχιστων εδαφών που έχουν απομείνει από την άλλοτε κραταιά Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, προσπάθησε να συγκροτήσει το στρατό και να αυξήσει τις άμυνές της. Ο Θωμάς ήταν δυτικόφιλος, ενώ ο Δημήτριος τουρκόφιλος. Οι τουρκικές επιδρομές συνεχίστηκαν αμείωτες τα επόμενα χρόνια, καθώς ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ήθελε να εμποδίσει αυτούς τους δύο από το να στείλουν βοήθεια στην αποκλεισμένη Κωνσταντινούπολη. Όμως ήταν και οι δύο απασχολημένοι με τις μεταξύ τους έριδες και δεν επρόκειτο να ομονοήσουν. Με αφορμή μία μεγάλη τουρκική επιδρομή ξέσπασε εξέγερση ντόπιων Ελλήνων και Αρβανιτών υπό τον Μανουήλ Κατακουζηνό ή Γκιν Κατακουζηνό για τους Αρβανίτες, η οποία έληξε άδοξα με την επέμβαση του Τουρχάν Μπέη. Ο Τουρχάν Μπέης μάλιστα πριν φύγει από την Πελοπόννησο συμβούλευσε τα δύο αδέλφια να ειρηνεύσουν. Μετά την Άλωση και ενώ τα δύο αδέλφια συνέχιζαν να συγκρούονται μεταξύ τους, οι Τούρκοι κατέλαβαν την Πάτρα το 1458 και το 1460 ο Δημήτριος παρέδωσε αμαχητί τον Μυστρά στον Μωάμεθ θέτοντας τέλος στο δεσποτάτο. Ο Θωμάς έφυγε στην Ιταλία με την κάρα του Αγίου Ανδρέα, ενώ ο Δημήτριος ακολούθησε τον Μωάμεθ υπό περιορισμό για το υπόλοιπο της ζωής του. Η τελευταία αντίσταση έμελλε να δοθεί από άσημους τοπάρχες, όπως ο Κωνσταντίνος Γραίτζας Παλαιολόγος που άντεξε στο κάστρο Σαλμένικο, κοντά στην Πάτρα ως το 1461, ο Κροκόδειλος Κλαδάς που συνέχισε να πολεμά τους Τούρκους στην Μάνη και στην Ήπειρο ως το θάνατό του το 1491, και ο Θεόδωρος Μπούας, Αρβανίτης μισθοφόρος των Βενετών.
Πηγή : http://www.e-istoria.com/82.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_ΙΑ΄_Παλαιολόγος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δεσποτάτο_του_Μυστρά
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Γεμιστός_ή_Πλήθων



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου