Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

Έρωτας και σεξ στο Βυζάντιο : Ο Πλατωνικός έρωτας των Ελλήνων και οι σεξουαλικές σχέσεις στην Βυζαντινή κοινωνία

Ο περίφημος πλατωνικός έρωτας προέκυψε από τη θεωρία του Πλάτωνα για τον έρωτα.  Πριν αναλύσουμε τον πλατωνικό έρωτα σαν στοιχείο της καθημερινότητας μας, ας δούμε τι ήταν ο έρωτας κατά τον Πλάτωνα, καθώς έχει αρκετές διαφορές σε σχέση με αυτό που θεωρούμε εμείς σήμερα πλατωνικό έρωτα. Ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα ήταν αντικείμενο πολλών συζητήσεων και φιλοσοφικών αναζητήσεων. Οι μεγάλοι σοφιστές και φιλόσοφοι της εποχής είχαν διαφωνήσει πολλές φορές για το τι είναι  ο έρωτας, αλλά κάποιοι όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης αντιμετώπισαν τον έρωτα από μια άλλη, κάπως ασυνήθιστη σκοπιά. Ο Πλάτωνας θεωρεί ότι ο έρωτας είναι μια εφαρμογή της ηθικής και ότι η ιδέα του έρωτα υπάρχει στο θεό σε καθαρή κατάσταση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι υπάρχει ως ιδέα, και δεν έχει σχέση με την ηδονή που είναι φθαρτή και παροδική. Ο έρωτας που αφορά το θεό είναι για τον Πλάτωνα μια ιδέα γεμάτη πάθος, αλλά όχι για τη σαρκική επαφή, αλλά για το ηθικό και φυσικό κάλλος. Επομένως, μπορούμε να μοιάσουμε στο θεό μόνο αν αγαπάμε την ομορφιά, χωρίς κάποια άλλη διέγερση, χωρίς δηλαδή να επιζητούμε τον αισθησιακό πόθο. Ο Πλάτωνας θεωρεί ότι έρωτας είναι η ανάγκη και η ορμή να γνωρίσουμε κάτι καινούριο και να το μάθουμε, με τον τρόπο που ένας ερωτευμένος αναζητά και θέλει να μάθει αυτόν που αγαπά περισσότερο. Έτσι και η ψυχή έλκεται από τις ιδέες, τις οποίες γνωρίζει πριν ακόμα ενωθεί με το σώμα του ανθρώπου. Το σημαντικό επομένως για τον Πλάτωνα είναι να κατανοήσουμε ότι η ψυχή και ο έρωτας μπορούν να ταυτιστούν, ή έστω να αποτελέσουν ένα κοινό στοιχείο. Ο έρωτας κατά τον Πλάτωνα γεμίζει την ψυχή μας όταν επαναφέρει στη μνήμη μας ιδέες και απόψεις που είχαμε κάποτε γνωρίσει. Εξάλλου για τον φιλόσοφο, ο έρωτας είναι η τάση μας να κατακτήσουμε, όχι η ίδια η κατάκτηση. Σε αυτή τη θεωρία έχει βασιστεί όλη η ιδέα του πλατωνικού έρωτα όπως τον εννοούμε σήμερα: ο ιδανικός έρωτας που δεν έχει να κάνει με την κατάκτηση. Ο Πλάτωνας αφιερώνει στον έρωτα έναν από τους σπουδαιότερους διαλόγους του, το Συμπόσιο, που θεωρείται ένα από τα ωραιότερα δημιουργήματα της αρχαίας λογοτεχνίας. Στο συμπόσιο, που τοποθετείται στο έτος 416 π.Χ.,  όταν ο νεαρός ποιητής Αγάθωνας κέρδισε το βραβείο στα Λήναια πήραν μέρος ο Αριστόδημος, ο Φαίδρος, ο Αγάθωνας, ο γιατρός Ερυξίμαχος, ο Παυσανίας, ο Αριστοφάνης, ο Αλκιβιάδης και ο Σωκράτης οι παρευρισκόμενοι αποφάσισαν να περάσουν τη βραδιά όχι με άγριο φαγοπότι, αλλά συζητώντας όμορφα γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα. Το θέμα του συμποσίου είναι ο έρωτας. «τι είναι ο έρωτας;» Φίλοι και μαθητές του Σωκράτη συνομιλούν και επιχειρηματολογούν για τον έρωτα. Ακούγονται πολλές θεωρίες και κάποια στιγμή έρχεται η σειρά του Σωκράτη. Ο Σωκράτης δηλώνει πως δεν ξέρει καθόλου τι είναι ο έρωτας και θα πει, όσα του είπε η Διοτίμα, μια μυστηριώδης σοφή και μάντισσα από τη Μαντίνεια, ειδική στα ερωτικά, με την οποία συζήτησε κάποτε για τον έρωτα και ήταν αυτή που του δίδαξε τα ερωτικά πράγματα. Αφηγείται, λοιπόν, το λόγο για τον Έρωτα, που άκουσε κάποτε από τη Διοτίμα, η οποία ήταν σοφή σ’ αυτά τα ζητήματα. Η Διοτίμα (δηλ. αυτή που τιμά το Δία) είναι η μόνη γυναίκα που αναφέρεται στο ανδροκρατούμενο Συμπόσιο. Περιγράφεται ως ιέρεια από την αρχαία Μαντίνεια της Αρκαδίας.  Κάποιοι μελετητές εκτιμούν πως δεν υπήρχε πραγματικό πρόσωπο με το όνομα και την ιδιότητα της Διοτίμας, δεδομένου ότι η παρουσία της στο Συμπόσιο είναι η μοναδική αναφορά σε αυτήν που βρίσκουμε σε ολόκληρη την αρχαία γραμματεία. Επομένως, πρόκειται πιθανότατα για μυθικό πρόσωπο. Αν  όμως λάβουμε υπόψη πως ο Πλάτωνας χρησιμοποιούσε ιστορικά πρόσωπα στους διαλόγους του και δεν είχε ποτέ την ανάγκη να εφεύρει κάποιο, μπορούμε να κάνουμε με ασφάλεια την υπόθεση ότι η Διοτίμα ήταν υπαρκτό πρόσωπο.
Τελικά, τι είναι ο έρωτας; Έρωτας  προς το ωραίο; Ερωτευόμαστε την ψυχή κάποιου ή το σώμα του; Μήπως ερωτευόμαστε με απώτερο σκοπό τα χρήματα και τις υλικές απολαβές; Ο έρωτας είναι κάτι που μας κάνει να ξεπερνάμε τον εαυτό μας, να αποκτούμε τόλμη και ηρωισμό και να φθάνουμε μέχρι την αυτοθυσία για χάρη του άλλου; Επιθυμούμε αυτό που έχουμε, για να συνεχίσουμε να το έχουμε, ή αυτό που στερούμαστε; Είναι η εύρεση του άλλου μισού ή η αρμονία των αντιθέτων; Είναι ο έρωτας έμπνευση; Είναι ο Έρωτας φιλόσοφος; Γίνεται ποιητής ο ερωτευμένος, ακόμα και αν πριν δεν ήξερε τίποτα από ποίηση; Ο Έρωτας είναι θεός ή δαίμονας; Ο έρωτας είναι δόλιος ή επιζητεί την παντοτινή κατοχή του αγαθού; Μήπως πίσω από τον έρωτα κρύβεται απλά ο πόθος της αθανασίας; Ποιος είναι ο τελικός σκοπός του έρωτα; Στα ερωτήματα αυτά ο Πλάτωνας έχει τις απαντήσεις. Η λέξη «εύνοια» σημαίνει την αφοσίωση, η «αγάπη» το συναισθηματικό δεσμό, η «στοργή» την τρυφερότητα, ο «πόθος» την επιθυμία, η «μανία» το αχαλίνωτο πάθος, η «οικειότης» την ιδέα κάποιου πράγματος εκ φύσεως συγγενικού. Η έννοια, που βρίσκεται πιο κοντά στον «έρωτα», είναι η «φιλία». Η φιλία ξεκινάει από τη θέαση της σωματικής ομορφιάς και μετατρέπεται σε έρωτα μόνο, αν αναπτυχθούν συναισθήματα. Διακρίνεται στη «φυσική» φιλία ανάμεσα σε άτομα που έχουν το ίδιο αίμα, την «ξενική» που αναπτύσσεται ανάμεσα σε φιλοξενούντα και φιλοξενούμενο, την «εταιρική» μεταξύ φίλων, την «ερωτική» ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου ή διαφορετικού φύλου, και τη «φιλοσοφική», που αποβλέπει στην αναζήτηση του Αγαθού.
«Όμορφες ή κακομούτσουνες, ενάρετες ή διεφθαρμένες, υπάκουες ή αναιδέστατες, οι γυναίκες περνούν μέσα από τη βυζαντινή ιστορία, άλλοτε κηλιδωμένες με αίμα και λάσπη, άλλοτε στεφανωμένες με όλες τις αρετές: αιώνια γοητευτικές, που η χάρη τους, ξεφεύγοντας από τη φθορά των αιώνων, εξακολουθεί να συγκινεί τις καρδιές και τις φαντασίες.» Απόσπασμα από το βιβλίο του ΖΕRARD WALTER «Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο». Η ανδρική βυζαντινή κοινωνία και το χριστιανικό ιερατείο έθεταν τη γυναίκα στο περιθώριο του δημόσιου βίου. Ωστόσο αυτοκρατόρισσες και μεγαλοαρχόντισες κατείχαν σημαντική θέση στο πολιτικό προσκήνιο.
Σχετικά με την ερωτική και σεξουαλική ζωή και δραστηριότητα των Βυζαντινών, οι πηγές μάς προσφέρουν πολύ λίγες πληροφορίες. Οι πηγές σημειώνουν συνήθως μόνο τις ερωτικές και σεξουαλικές ακρότητες εξεχόντων μελών της κοινωνίας. Τόσο οι λόγιοι όσο και οι ιστορικοί στο Βυζάντιο ενδιαφέρονταν για τις εξαιρέσεις, είτε προς την κατεύθυνση της αγιότητας είτε προς την κατεύθυνση της διαστροφής. Χριστιανισμός και ερωτισμός είναι δύο έννοιες που δύσκολα συμβιβάζονται μεταξύ τους, γιατί και οι δύο επιθυμούν διακαώς να κερδίσουν για πάντα και ολοκληρωτικά τον άνθρωπο ως σώμα και ως πνεύμα. Ο ίδιος ο χριστιανισμός, αλλά και οι περισσότερες θρησκείες με τις οποίες ήρθε σε επαφή, είδαν τον ερωτισμό όχι μόνο ως κάτι το βιολογικό, αλλά και ως κάτι που ανήκει σε μια θρησκευτική σφαίρα, την οποία η θρησκειολογία ονομάζει «ιερό». Η διαφορά μεταξύ χριστιανικής και προχριστιανικής αξιολόγησης του ερωτισμού βασίζεται κυρίως στη διαφορετική κατανόηση του τι σημαίνει «ιερό». Στο Βυζάντιο, όπου ο χρόνος, ο χώρος, η ίδια η κοινωνία της ύστερης αρχαιότητας φαίνεται ότι εκχριστιανίζονται, ο χριστιανισμός δεν περιορίζεται στις εξωτερικές μορφές έκφρασης. Στόχος του είναι η προώθηση της ιδέας της γέννησης ενός νέου ανθρώπου και η ρήξη με το παρελθόν σε πολλά και θεμελιώδη σημεία, όπως π.χ. στη σχέση με το θάνατο που παρουσιάζεται ως κοίμηση εν αναμονή μιας ανάστασης, στη σχέση με το σώμα που υποβάλλεται σε ασκητικές πρακτικές και καλείται να αναστηθεί με τη μορφή τουένδοξου σώματος, σε μία καινούρια στάση απέναντι στη σεξουαλικότητα, με επιμονή στην αξία της παρθενίας και της αυτοσυγκράτησης. Ενώ η αρχαιότητα, ως γνωστόν, σε μια ισόρροπη σχέση σώματος και πνεύματος, λάτρεψε το σώμα και το ύμνησε με το λόγο και την τέχνη, ο χριστιανισμός με την εμφάνιση και την επικράτησή του διαφοροποιήθηκε ως προς τον τρόπο σκέψης και ζωής. Το φθαρτό γήινο σώμα στεκόταν εμπόδιο στη σωτηρία της άυλης αιώνιας ψυχής, σωτηρία που έπρεπε να είναι σκοπός της ζωής του καλού χριστιανού. Γι’ αυτό ό,τι είχε σχέση με την ομορφιά και τη χαρά του σώματος θεωρήθηκε αμαρτία.
Ο χριστιανισμός, ο νεοπλατωνισμός και άλλα θρησκευτικά ρεύματα θεωρούσαν τη σωματική έλξη, την ηδονή, την απόλαυση, απαγορευμένες ακόμη και στο πλαίσιο του γάμου. Πρέσβευαν πως ο γάμος ως θεσμός έπρεπε κυρίως να εξυπηρετεί τη διαιώνιση του είδους και βοηθητικά να αποτελεί νόμιμη διέξοδο στις σεξουαλικές ορμές. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να τονιστεί ότι ο χριστιανισμός έκανε αισθητή την επίδρασή του στο γάμο, πιέζοντας για την αναγνώριση του αδιάλυτου της γαμήλιας ένωσης, όπως και για τη βελτίωση της θέσης της γυναίκας. Η Εκκλησία από την πρώιμη περίοδο έκανε τα πάντα ώστε να εξουδετερώσει τον αρχαίο ερωτισμό. Στην προσπάθειά της κατέφυγε σε υπερβολές, χωρίς να καταφέρει να αλλάξει βαθιά ριζωμένες συμπεριφορές στον σεξουαλικό τομέα, που αντιστοιχούσαν περισσότερο σε ανθρώπινες κλίσεις και ερωτικές επιθυμίες παρά στους ασκητικούς εκκλησιαστικούς κανόνες. Έτσι, η Εκκλησία υιοθέτησε το ταμπού της παρθενίας σχεδόν αμετάβλητο και το ανήγαγε σε ιδεώδη μορφή χριστιανικής ζωής, ανώτερη από κάθε άλλη, χωρίς πειστική θεολογική τεκμηρίωση. Στο Βυζάντιο, που στήριξε πολλά από τα εκφραστικά του μέσα στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, υπήρξε έντονη σύγκρουση ανάμεσα στον ερωτισμό και τη χριστιανική ηθική. Ιδιαίτερα στην πρώιμη περίοδο (4ος-7ος αι.), οι αυστηροί κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας συγκρούστηκαν με τον ειδωλολατρικό αισθησιασμό και την απόλαυση της ζωής που εξακολουθούσε να επιζεί ως κληρονομιά της αρχαιότητας. Ενάντια στις παραδόσεις αυτές οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας του 4ου και 5ου αιώνα διακήρυτταν την άσκηση και την αποχή από τις απολαύσεις αυτού του κόσμου. Τα έργα τους είναι γεμάτα από κανόνες, απαγορεύσεις, αφορισμούς, που έχουν σχέση με την αξία ή την απαξία του έρωτα, της παρθενίας, της σεξουαλικότητας. Στα πρόσωπα του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννη Χρυσοστόμου συναντούμε δύο από τους αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους της Ορθοδοξίας σε θέματα πολεμικής κατά του ερωτισμού.
Για τον Ιωάννη Χρυσόστομο, η εξυμνούμενη παρθενία αποτελεί το απόλυτο ιδεώδες του χριστιανικού τρόπου ζωής. Ο γάμος, κατά τον ίδιο ιεράρχη, πρέπει να είναι προσανατολισμένος στην παρθενία. Έτσι, η διασκέδαση και η ηδονή δεν έχουν θέση στο γάμο και θα ήταν ξεδιάντροπο να υποκύπτει κανείς σε τέτοιες επιθυμίες. Το χάσμα υπήρξε βαθύ. Πάντως, άργησε να εμφανιστεί ένα νέο σύστημα ηθικής που απέρριπτε κατά βάση κάθε είδους σεξουαλική ενδογαμική ή εξωγαμική σχέση. Ο ερωτισμός, από την άλλη, προσπάθησε να υπερβεί τις αντιστάσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα από τη λογοτεχνία και την πραγματική ζωή. Από τη σύγκρουση των δυνάμεων αυτών προέκυψε μια ισόρροπη σύνθεση πολιτισμού. Τι, όμως, μπορούμε να πούμε για τον έρωτα στο Βυζάντιο, το στοιχείο που αποτελεί θεμελιώδη έκφραση της ανθρώπινης φύσης; Μπορεί να θεωρηθεί ότι ιδεώδες του χριστιανού υπήρξε η διοχέτευση του ερωτικού στοιχείου στον έρωτα του θείου και η απόρριψη του κόσμου; Το Βυζάντιο αποτελεί μια κοινωνία ανθρώπων που, παρά τη μεγάλη σημασία που αποδίδει στο θείο, δεν παύει να θεραπεύει και το ενταύθα, να επενδύει, δηλαδή, παράλληλα τον ερωτισμό του ανθρώπου στη γενετήσια λειτουργία αλλά και στον υψηλό έρωτα. Σ’ αυτή τη στάση συντελούν δύο αποφασιστικής σημασίας παράγοντες: από τη μια η Ορθοδοξία, η οποία δέχεται την ενότητα ύλης και πνεύματος, και κατά συνέπεια και τον εγκόσμιο έρωτα, και από την άλλη η ύπαρξη της ελληνορωμαϊκής παράδοσης. Επιπλέον, πρέπει να προστεθεί ότι θέματα σεξουαλικότητας και έρωτα προέρχονταν μέσα από τα μηνύματα της Βίβλου και κατεξοχήν της Καινής Διαθήκης.
Η ύπαρξη μιας πλούσιας και αξιόλογης ερωτικής λογοτεχνίας στο Βυζάντιο φαντάζει εξαιρετικά απροσδόκητη, με την έννοια ότι αντιτίθεται στην εικόνα που έχουμε γι’ αυτό. Αξίζει να θυμηθούμε ότι η αρχαία ελληνική ερωτική λογοτεχνία από τα ελληνιστικά επιγράμματα μέχρι τις ερεθιστικές αφηγήσεις σαρκικών συνευρέσεων θεών και ανθρώπων έχει διασωθεί χάρη στην αντιγραφή χειρογράφων από κορυφαίους λόγιους κληρικούς και λαϊκούς της μεσοβυζαντινής και της υστεροβυζαντινής περιόδου. Επιπλέον, η ερωτική λογοτεχνία, εκτός από το ενδιαφέρον που τη χαρακτηρίζει, ως καθαρά πνευματική έκφραση, μας επιτρέπει να ανιχνεύσουμε ιστορικά και κοινωνικά ζητήματα. Το υλικό, βέβαια, δεν είναι τόσο πλούσιο ώστε να μπορούμε να σκιαγραφήσουμε συστηματικά τη σεξουαλικότητα των Βυζαντινών ή να αποκαλύψουμε την τεράστια δύναμη του έρωτα, τον οποίο οι αρχαίοι είχαν θεοποιήσει στο πρόσωπο του μικρού φτερωτού παιδιού. Μας εκπλήσσει φυσικά αφενός η σχεδόν παντελής απουσία ερωτισμού στην τέχνη του Βυζαντίου2 και αφετέρου η πλήρης άνθηση μιας ερωτικής μυθιστορίας. Και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι η βυζαντινή ερωτική μυθοπλασία διατρέχει σχεδόν όλο το διάνυσμα του βυζαντινού πολιτισμού, επιτρέποντάς μας έτσι μια συνολικότερη προσέγγιση του ευρύτερου κοινωνικού και πολιτισμικού φαινομένου του ερωτισμού. Πάντως, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι το ιερό παραμένει πάντα ισχυρό και η ισορροπία του με τα εγκόσμια είναι αποτέλεσμα των συνθηκών τής κάθε εξεταζόμενης περιόδου του βυζαντινού πολιτισμού.
Ο τρόπος ζωής των Βυζαντινών και οι περί ηθικής αντιλήψεις τους είχαν στο επίκεντρο την εγκράτεια. Γι’ αυτό καυτηριαζόταν με πολύ σκληρό τρόπο το πάθος της παιδεραστίας και της ομοφυλοφιλίας, το οποίο θεωρούνταν δαιμόνιο, και μάλιστα το αισχρότερο όλων. Κατά τους Βυζαντινούς τα είδη της «αρσενοκοιτίας» ήταν τρία: το πρώτο και ελαφρότερο ήταν «το παρ’ άλλων παθείν», το δεύτερο και βαρύτερο «το ποιήσαι εις έτερον» και το τρίτο και βαρύτατο «το παθείν παρ’ ετέρου και ποιήσαι εις έτερον». Υπήρχε μάλιστα και σχετική παλαιά παροιμία, η εξής: «Καλύτερα να κρύψει κανείς πέντε ελέφαντες υπό μάλης παρά έναν κίναιδο». Στην ίδια λογική κινούνταν και η αντίληψη ότι αν συναντούσε κανείς πρωί κίναιδο στον δρόμο, ήταν κακός οιωνός. Τέλος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλάει για αρσενικοθήλυκους άντρες, που δεν ήταν ούτε άντρες ούτε γυναίκες, αλλά άντρες για τις γυναίκες και γυναίκες για τους άντρες. Ο Λέων ΣΤ’ με νόμο επέτρεψε στους ευνούχους να υιοθετούν παιδιά, αφού δεν μπορούσαν να έχουν δικά τους, ενώ με άλλη διάταξή καταπολέμησε τον ευνουχισμό. Ο Λέων Στ’ θέσπισε επίσης νόμο σύμφωνα με τον οποίο, στη σύζυγό που διέπραττε μοιχεία επιβαλλόταν ο εγκλεισμός της σε μοναστήρι και την περιουσία της την έπαιρνε ο απατημένος σύζυγος. Με βάση άλλη νομοθετική διάταξη του Λέοντα ΣΤ’, η σύζυγος αιχμαλώτου δεν μπορούσε να παντρευτεί άλλον άντρα, αλλά όφειλε να περιμένει την επάνοδο του συζύγου της από την αιχμαλωσία. Ακόμα, καταργούνταν οι παλλακίδες. Διαστροφή στο Βυζάντιο θεωρούνταν φυσικά και η κτηνοβασία, τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες. Η πολιτεία θεωρούσε τους κτηνοβάτες λεπρούς, δηλαδή ηθικά μολυσμένους και επέβαλλε σκληρές ποινές. Όταν κάποιες κόρες διακορεύονταν, προσπαθούσαν να συγκαλύψουν το πάθημά τους και να φαίνονται παρθένες. Μία από τις συνταγές, με τη βοήθεια της οποίας οι διακορευθείσες προσπαθούσαν να πετύχουν την «αναπαρθένευση» τους, ήταν να λιώνουν σύμφυτο (βότανο με επουλωτικές, μαλακτικές και στυπτικές ιδιότητες) και να το τοποθετούν στην ευαίσθητη περιοχή ή να χρησιμοποιούν στύψη (θειικό άλας) με φύλλο δάφνης, αφού τα ζέσταιναν. Έτσι θεωρούσαν ότι μπορούσαν να «επισκευασθεί» ο υμένας.
Η παλλακεία ήταν συχνό φαινόμενο. Οι παλλακίδες ήταν δούλες, απελεύθερες, φτωχοκόριτσα και αριστοκράτισσες που έμεναν κοντά σε άντρες, οι οποίοι τους παρείχαν τα απαραίτητα και τις κρατούσαν κοντά τους με τη δικαιολογία να αποκτήσουν παιδί σε περίπτωση που η σύζυγός τους έπασχε από στειρότητα. Το μεγαλύτερο ποσοστό των γυναικών στην πορνεία αποτελούνταν από φτωχά κορίτσια που έψαχναν να βρούν την τύχη τους στις παραπλανητικές υποσχέσεις των προαγωγών, σκλάβες διαφόρων δουλοκτητών και αιχμάλωτές πολέμου. Οι πόρνες αμείβονταν με χρήματα αλλά και με άλλα είδη, κατόπιν συμφωνίας. Επίσης τα πορνεία δέχονταν βαρύτατη φορολογία από την πολιτεία και μάλιστα πολλές φορές τους παρείχε και στέγαση. Όπου ευδοκιμεί η πορνεία ακμάζει και η μαστροπεία η οποία θεωρήθηκε και επάγγελμα σε ορισμένες περιόδους δείγμα που φανερώνει την υποβαθμισμένη θέση της γυναίκας. Η πορνεία για το κράτος, για λόγους κοινωνικούς, δεν στρεφόταν ούτε εναντίον των γυναικών που ζούσαν από το επάγγελμα, αλλά ούτε εναντίον των πελατών τους. Η νομοθεσία στρεφόταν κατά των μαστροπών και των προαγωγών. Για την εκκλησία, η πορνεία θεωρούνταν αξιόποινη πράξη και δεν είχε θέση στη χριστιανική κοινωνία, η οποία απαιτούσε από τη γυναίκα αγνότητα. Οι γυναίκες περιγράφονται σε διάφορες βυζαντινές πηγές ως υπάρξεις αχόρταγες ερωτικά που παρασύρονται εύκολα, αλλά κατά βάση είναι μόνο ερωτικά αντικείμενα για τους άνδρες.
Πηγή : https://www.eros-erotas.gr/πλατωνικος-ερωτας-πλατωνας/
https://argolikivivliothiki.gr/2018/02/13/platonic-love/
https://www.news247.gr/mixani-tou-xronou/michani-toy-chronoy-to-sex-sto-vyzantio.6427258.html
http://vizantinaistorika.blogspot.com/2014/07/blog-post.html
http://mariachouta.blogspot.com/2014/01/blog-post_2503.html
https://koutalianossimos.wordpress.com/2013/09/24/η-πορνεια-στο-βυζαντιο/
http://www.mixanitouxronou.gr/giati-i-andres-borousan-na-echoun-pallakides-sto-vizantio-akomi-ke-an-itan-kliriki-i-arches-den-kinigousan-tis-eteres-alla-tous-mastropous-ke-apagorevan-afstira-ton-para-fisin-erota/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου