Η στρατολόγηση μαχητών από τη Δύση ήταν θεσμός από την πρώιμη περίοδο του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, καθώς οι Βυζαντινοί είχαν κληρονομήσειτο σύστημα των foiderati. Ο Ιουστινιανός σχημάτιζε μονάδες ιππικού από τους Βανδάλους και Γότθους αιχμαλώτους και ο Ηράκλειος είχε στο σύνταγμα των Οπτιματών και τον Βουκελλαρίων – Οστρογότθους από την Ιταλία. Είναι μάλλον πιθανό ότι όταν εντάθηκαν οι σχέσεις με τον Καρλομάγνο, πολλοί Λομβαρδοί εξόριστοι βρήκαν το δρόμο τους στο Βυζαντινό στρατό και ίσως και στην Βασιλική Εταιρία που αποτελούσε τότε την αυτοκρατορική Σωματοφυλακή. Μέχρι αυτή την περίοδο δεν αποτελούσαν επίλεκτο σχηματισμό και ίσως διαμοιράζονταν ανάμεσα στα «θεματικά» στρατεύματα προς αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων. Η μεγάλη στρατολόγηση Δυτικών αρχίζει στο τέλος του 9ου αιώνα. Τα Χριστούγεννα του 876 μ.Χ. ο Βυζαντινός κυβερνήτης του Μπάρι κατέλαβε την πόλη μετά από πρόσκληση των κατοίκων που φοβόταν ότι οι Λομβαρδοί δούκες δεν μπορούσαν να τους προστατέψουν από τους ‘Αραβες. Τον επόμενο χρόνο Βυζαντινοί διπλωμάτες συγκρότησαν συμμαχία των δουκάτων και των κοινοτήτων κατά των Αράβων. Το σύνολο του βαρέως ιππικού παρεχόταν από τους Λομβαρδούς δούκες που μάχονταν ως βαριά θωρακισμένοι ιππείς. Το 885-6 μ.Χ. οι Βυζαντινοί κατέλαβαν την Καλαβρία και το 891 μ.Χ. δημιούργησαν ένα νέο διοικητικό θέμα με βάση την Aπουλία, που το ονόμασαν «Λογγοβαρδία». Οι Λομβαρδοί δούκες ήταν διαιρεμένοι και δεν μπορούσαν αντιδράσουν, αλλά ο δούκας Meles και οι άλλοι αφού προσέλαβαν Νορμανδούς μισθοφόρους επαναστάτησαν το 1009 μ.Χ. Ο Βασίλειος Β’ απέστειλε τον ικανό στρατηγό Bιοιωάννη που με συνδυασμό δωροδοκιών και στρατιωτικής πίεσης επανέφερε την αυτοκρατορική εξουσία. Κατόπιν χρησιμοποίησε τους Νορμανδούς μισθοφόρους κατά των Αράβων της Σικελίας. Όσο υπήρχε στιβαρός διοικητής στο αξίωμα του Κατεπάνω της Ιταλίας όλα ήταν υπό έλεγχο. Αλλά από το θάνατο του Βασιλείου Β΄ και μετά η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο των Βυζαντινών. Οι Νορμανδοί μισθοφόροι άρπαζαν τα Λομβαρδικά φρούρια και λεηλατούσαν τις Βυζαντινές επαρχίες. Η κατάσταση ανατράπηκε όμως από τον ικανό στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη. Αφού εξασφάλισε την υποστήριξη των Νορμανδικών φρατριών Hauteville και Drengot αποκατέστησε την Βυζαντινή κυριαρχία. Κατόπιν εξεστράτευσε στη Σικελία κατά των Αράβων και ανακατέλαβε το σύνολο της νήσου. Τα πιο αξιόπιστα τμήματα του στρατού του ήταν οι Βάραγγοι και οι Ιταλιώτες ιππείς Νορμανδοί και Λομβαρδοί. Ο Μανιάκης όμως ταπείνωσε δημόσια τον επικεφαλής των Λομβαρδών ιπποτών Arduin και τον έκανε να λιποτακτήσει. Μετά την ανάκληση του Μανιάκη οι Hauteville κατέλαβαν τη Σικελία για λογαριασμό τους. Ο Μανιάκης στηριζόμενος στους Δυτικούς ιππότες αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας αλλά εφονεύθει στο Οστροβο έξω από τη Θεσσαλονίκη. Εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη των Βυζαντινών για έτοιμους εκπαιδευμένους στρατιώτες οι Νορμανδοί πέρασαν σε μεγάλους αριθμούς στην Βυζαντινή επικράτεια. Ένας από τους πρώτους ήταν ο Hervé στα 1050. Οι Νορμανδοί ήταν τοποθετημένοι σαν φρουρές στα ανατολικά σύνορα και οι βάσεις τους ήταν η Μαλάτυα και η Έδεσσα. Βλέποντας την αδυναμία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους θέλησαν να επωφεληθούν. Ο πολύς Roussel de Bailleul δοκίμασε να δημιουργήσει ανεξάρτητο κράτος στην Ανατολία αλλά συνελήφθη από τον Αλέξιο Κομνηνό. Από το 1073 έως το 1074, 8.000 από τις 20.000 άντρες του στρατηγού Φιλάρετου Βραχάμιου που πολεμούσε τους Σελτζούκους Τούρκους ήταν Αφράνγιοι (Φράγκοι) υπό τον στρατηγό Raimbaud. Στην Κωνσταντινούπολη μαθαίνουμε από την «Αλεξιάδα» ότι ήταν στρατοπεδευμένοι Γερμανοί. Οι διπλωματικοί ελιγμοί των Κομνηνών εξασφάλισαν αρκετές φορές βαρύ Γερμανικό ιππικό στην Αυτοκρατορία. Την εποχή του δυτικόφιλου Μανουήλ Κομνηνού οι ξένοι ιππότες κυριολεκτικά κατέκλυσαν το Βυζάντιο. Ο Μανουήλ άλλωστε πολεμούσε εναντίον αντιπάλων οι οποίοι εφάρμοζαν την τακτική των σαρωτικών επελάσεων βαριά οπλισμένων ιπποτών και σκέφτηκε να τους αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο. Καθώς μετά το Μαντζικέρτ δέν υπήρχε πλεόν γηγενές ιππικό που να εφαρμόζει αυτή την τακτική η λύση ήταν οι πρόσληψη Δυτικών ιπποτών. Όλη την επόμενη περίοδο το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος στηρίζεται αποκλειστικά σε σε Δυτικούς μισθοφόρους για να συγκροτεί μονάδες βαρέως ιππικού. Η γενική σήψη, ο οικονομικός μαρασμός κα οι εμφύλιοι πόλεμοι στους οποίους εμπλέκονται οι Δυτικοί για δικό τους όφελος καταστρέφουν σιγά σιγά το κράτος. Ο επίλογος των ξένων μισθοφόρων αλλά και της Αυτοκρατορίας γράφεται στα 1453 με την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.
Ο χρονικογράφος Geoffrey Malaterra έγραψε για τους Νορμανδούς ότι: «..διακρίνονται ιδιαίτερα από πονηριά, περιφρονούν την κληρονομιά τους με την ελπίδα να αποκτήσουν μεγαλύτερη περιουσία, είναι πρόθυμοι για κέρδος και κυριαρχία, επιρρεπείς σε κάθε είδους υποκρισία, ακροβατώντας μεταξύ γενναιοδωρίας και απληστίας και συνδυάζοντας ιδιόρρυθμα αυτές τις δύο φαινομενικά αντίθετες ιδιότητες. Οι ηγέτες τους είναι ιδιαίτερα γενναιόδωροι χάριν της επιθυμίας τους για φήμη. Είναι επίσης μια ράτσα επιδέξια στην κολακεία, απορροφημένοι στη μελέτη της ευγλωττίας, ώστε ακόμη και τα αγόρια είναι επιδέξιοι ρήτορες, μια ράτσα ατίθαση εκτός κι αν συγκρατήται από το ζυγό της δικαιοσύνης. Υπομένουν την κούραση,την πείνα και το κρύο όποτε η μοίρα το ρίξει επάνω τους. Είναι απορροφημένοι με το κυνήγι και την ιερακοτροφία, και τους αρέσουν ιδιαίτερα τα άλογα και όλα τα όπλα του πολέμου…» Όπως ήταν επόμενο αυτοί οι άντρες σεβόντουσαν μόνο τους δυναμικούς ηγέτες, αλλά από τα μέσα του 11ου αιώνα το Βυζάντιο δεν είχε αρκετούς από αυτούς. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι ιππότες στασίαζαν με τη πρώτη ευκαιρία και επιχειρούσαν να ιδρύσουν ανεξάρτητα κράτη. Παρά τα συνεχή προβλήματα, το θάρρος τους και η μαχητικότητά τους έγιναν αιτία να συνεχίσουν οι Βυζαντινοί να τους προσλαμβάνουν ως μισθοφόρους έως το 1200. Η μονάδα όμως ήταν αξιόπιστη και αποτελεσματική μόνο όταν την διοικούσαν ηγήτορες του διαμετρήματος του Μανιάκη ή των Κομνηνών.
Ο Ρουσέλιος (Russelius, ; – 1078) ήταν εξελληνισμένος τύπος του ονόματος του Νορμανδού στρατιωτικού Ρουσέλ ντε Μπελέλ (Roussel de Bailleul), ο οποίος είναι γνωστός και ως Ουρσέλιος (Urselius).
Γόνος αριστοκρατικής νορμανδικής οικογένειας της Γαλλίας, μετείχε στις εκστρατείες του συμπατριώτη του Ροβέρτου Γυϊσκάρδου στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, αλλά το 1070 ήρθε σε ρήξη μαζί του και, επικεφαλής μισθοφορικού σώματος περίπου 500 Νορμανδών πήγε στην Κωνσταντινούπολη και προσέφερε τις υπηρεσίες του στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ρωμανό Δ’ Διογένη (1067-71). Μετείχε στην αποτυχημένη εκστρατεία του τελευταίου στην Αρμενία εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων του σουλτάνου Αλπ Αρσλάν (1063-72), η οποία κατέληξε στη βαρύτατη ήττα των Βυζαντινών στη μάχη του Μαντζικέρτ (1071) και στην αιχμαλωσία του ίδιου του Ρωμανού, και στη συνέχεια διορίστηκε από τον επόμενο αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ Δούκα (1071-78) διοικητής όλων των Φράγκων μισθοφόρων.
Το 1073, επικεφαλής σώματος 400 μισθοφόρων, μετείχε στην εκστρατεία του στρατηγού Ισαάκιου Κομνηνού εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων, αλλά στασίασε και, αφού εγκατέλειψε τους Βυζαντινούς, κατευθύνθηκε προς το Ικόνιο, την περιοχή του οποίου λεηλάτησε. Εναντίον του στάλθηκε από την Κωνσταντινούπολη ο θείος του αυτοκράτορα, καίσαρας Ιωάννης Δούκας, αλλά οι Φράγκοι και Νορμανδοί μισθοφόροι του βυζαντινού στρατού αυτομόλησαν προς τον Ρουσέλιο και στη μάχη που επακολούθησε οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν και ο Ιωάννης Δούκας αιχμαλωτίστηκε. Ο Ρουσέλιος μάλιστα, προέλασε με τον στρατό του έως τη Χρυσούπολη στη μικρασιατική ακτή απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, αλλά εξαιτίας της εμφάνισης τουρκικού στρατιωτικού σώματος υποχρεώθηκε να καταφύγει στη Νικομήδεια, όπου, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κατοίκων, έστεψε αυτοκράτορα των αιχμάλωτό του, Ιωάννη Δούκα. Στη συνέχεια στράφηκε εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων, αλλά παρά τις αρχικές επιτυχίες του ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε, τόσο αυτός όσο και ο Ιωάννης Δούκας.
Απελευθερώθηκε από τη γυναίκα του, η οποία κατέβαλε λύτρα μεγάλης αξίας, και στη συνέχεια κατέλαβε την Αμάσεια στον Εύξεινο Πόντο και εγκαταστάθηκε εκεί ως ανεξάρτητος άρχοντας, λεηλατώντας περιοχές υπό βυζαντινό ή τουρκικό έλεγχο. Για την εξουδετέρωσή του οι Βυζαντινοί συμμάχησαν με τους Σελτζούκους Τούρκους και ύστερα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις αιχμαλωτίστηκε από τον Τούρκο πολέμαρχο Τουτάχ, ο οποίος τον παρέδωσε στον Μιχαήλ, που τον φυλάκισε στην Κωνσταντινούπολη. Η στάση, όμως, του στρατηγού Νικηφόρου Βρυέννιου εναντίον του αυτοκράτορα υποχρέωσε τον Μιχαήλ να απελευθερώσει τον Ρουσέλιο το 1077, και να του αναθέσει την αντιμετώπιση των στασιαστών. Ο τελευταίος έπεισε τους Φράγκους και τους Νορμανδούς μισθοφόρους να αυτομολήσουν από τον στρατό του Βρυέννιου, που πολιορκούσε την Κωνσταντινούπολη, και στη μάχη που ακολούθησε κατόρθωσε να τρέψει τους στασιαστές σε φυγή. Όταν, όμως, εκδηλώθηκε η στάση του στρατηγού της Μικράς Ασίας Νικηφόρου Βοτανειάτη και ο στρατός του τελευταίου έφτασε το 1078 μπροστά στα τείχη της βασιλεύουσας, ο Ρουσέλιος εγκατέλειψε με τον στρατό του τον Μιχαήλ και προσχώρησε στις δυνάμεις του Βοτανειάτη, όμως πέθανε λίγο αργότερα και δεν πρόλαβε να δει την παραίτηση του Μιχαήλ από τον θρόνο και τη στέψη του Βοτανειάτη ως Νικηφόρου Γ’ (1078-81).
Την δεκαετία του 1070 μετά τη Μάχη του Μαντζικέρτ ο Σελτζούκος διοικητής Σουλεϊμάν Α' Ιμπν Κουτλουμούς, μακρινός ξάδερφος του Μαλίκ Σαχ και πρώην διεκδικητής του θρόνου της Μεγάλης Αυτοκρατορίας των Σελτζούκων ανέβηκε στην εξουσία στη δυτική Μικρά Ασία. Το 1075 κατέλαβε τις Βυζαντινές πόλεις Νίκαια και Νικομήδεια. Δύο χρόνια αργότερα αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος ενός ανεξάρτητου Σελτζουκικού κράτους και εγκατέστησε την πρωτεύουσά του στη Νίκαια. Οι εκχριστιανισμένοι απόγονοί του σχετίζονται με τις παραδόσεις που αναφέρονται στην ίδρυση της Μονής Κουτλουμουσίου στο Άγιο Όρος. Ο Νικηφόρος Βοτανειάτης υπηρέτησε ως στρατηγός υπό τους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο Θ´ και Ρωμανό Δ´ Διογένη, και την περίοδο βασιλείας του Μιχαήλ Ζ´ Δούκα έγινε κυβερνήτης του θέματος Ανατολής και διοικητής του στρατού στην Ασία. Το 1078 επαναστάτησε ενάντια στο αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ´ και στον υπουργό οικονομικών του Νικηφορτζή και με τη σύμπραξη των Σελτζούκων Τούρκων βάδισε προς τη Νίκαια, όπου ανακήρυξε τον εαυτό του αυτοκράτορα. Αντιμέτωπος με έναν άλλο επαναστάτη στρατηγό, το Νικηφόρο Βρυέννιο, η εκλογή του επικυρώθηκε από την αριστοκρατία και τον κλήρο, ενώ ο Μιχαήλ ο Ζ´ παραιτήθηκε από το θρόνο και έγινε μοναχός. Το Μάρτιο ή Ιούνιο του 1078, ο Νικηφόρος Γ´ Βοτανειάτης μπήκε θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη και στέφθηκε αυτοκράτορας από τον Πατριάρχη Κοσμά Α΄. Με τη βοήθεια του στρατηγού του Αλέξιου Κομνηνού, αντιμετώπισε το Βρυέννιο και άλλους αντιπάλους, αλλά απέτυχε να εκδιώξει τους Τούρκους από τη Μικρά Ασία. Οι αρχικές φιλοχριστιανικές τάσεις σχετίζονται και με την αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο Σουλεϊμάν Α' πήρε τον τίτλο του σουλτάνου από τον ίδιο το Βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α' Κομνηνό, όταν εγκαταστάθηκε στην πρώτη σελτζουκική πρωτεύουσα, τη Νίκαια, το 1080-1081. Ο σουλτάνος των Μεγάλων Σελτζούκων Μαλίκ Σαχ ποτέ δεν αναγνώρισε το «αιρετικό» αυτό κράτος και το ανταγωνίστηκε σκληρά. Ο Σουλεϊμάν υπήρξε γενικά αξιόλογος ηγεμόνας και υιοθέτησε πολιτική προσέγγισης προς τους χριστιανικούς πληθυσμούς, σύντομα όμως οδηγήθηκε σε πόλεμο με τον Μαλίκ Σαχ. Σε σύγκρουση με τον αδελφό του Μαλίκ Σαχ, τον Τουτούς, Σελτζούκο ηγέτη της Συρίας, στην Αντιόχια ηττήθηκε και σκοτώθηκε το 1086, ενώ ο γιος του Σουλεϊμάν, Κιλίτζ Αρσλάν Α', αιχμαλωτίσθηκε. Οταν ο Μαλίκ Σαχ πέθανε το 1092, ο Κιλίτζ Αρσλάν αφέθηκε ελεύθερος, εγκαταστάθηκε στα πάτρια εδάφη και ανέλαβε επικεφαλής του σουλτανάτου. Στη συνέχεια ηττήθηκε από στρατιώτες της Α΄ Σταυροφορίας και απωθήθηκε στη νοτιοκεντρική Μικρά Ασία, όπου εγκατέστησε το κράτος του με πρωτεύουσα το Ικόνιο.
Πηγή : http://www.ygeiaonline.gr/component/k2/item/46765-royselios
https://stefanosskarmintzos.wordpress.com/2013/07/13/λατινικον-οι-αμφιλεγόμενοι-ιππότ/
http://greek_greek.enacademic.com/233387/Ρουσέλιος_ή_Ουρσέλιος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σουλτανάτο_του_Ρουμ
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Νικηφόρος_Γ΄_Βοτανειάτης
Εκπαιδευτικό Ιστολόγιο με θέματα για την Μυθολογία, την Προϊστορία, την Ιστορία. Με στόχο την διάδοση της ιστορικής γνώσης, την μετάδοση του ελληνικού πολιτισμού και την αφύπνιση των Ελλήνων. greek.history.and.prehistory99@gmail.com
Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Κυριακή 10 Ιουνίου 2018
Ρουσέλιος ή Ουρσέλιος : Η περιπετειώδης ιστορία ενός Νορμανδου μισθοφόρου στην βυζαντινή Μικρά Ασία
Κυριακή 3 Ιουνίου 2018
Hercules in pre-Columbian America : The prehistoric voyage of the greatest Greek hero in the American continent
Heracles (Glory/Pride of Hēra, "Hera"), born Alcaeus or Alcides (power man) was a divine hero in Greek mythology, the son of Zeus and Alcmene, foster son of Amphitryon and great-grandson and half-brother (both sired by the god Zeus) of Perseus. He was the greatest of the Greek heroes, a paragon of masculinity, the ancestor of royal clans who claimed to be Heracleidae, and a champion of the Olympian order against chthonic monsters. In Rome and West, he is known as Hercules, with whom the later Roman emperors, in particular Commodus and Maximian, often identified themselves. The Romans adopted the Greek version of his life and works essentially unchanged, but added anecdotal detail of their own, some of it linking the hero with the geography of the Central Mediterranean. Details of his cult were adapted to Rome as well. Many popular stories were told of his life, the most famous being The Twelve Labours of Heracles; Alexandrian poets of the Hellenistic age drew his mythology into a high poetic and tragic atmosphere. Heracles was the greatest of Hellenic chthonic heroes, but unlike other Greek heroes, no tomb was identified as his. Heracles was both hero and god, as Pindar says heroes theos; at the same festival sacrifice was made to him, first as a hero, with a chthonic libation, and then as a god, upon an altar: thus he embodies the closest Greek approach to a "demi-god". The ancient Greeks celebrated the festival of the Heracleia, which commemorated the death of Heracles, on the second day of the month of Metageitnion (which would fall in late July or early August). What is believed to be an Egyptian Temple of Heracles in the Bahariya Oasis dates to 21 BCE. A reassessment of Ptolemy's descriptions of the island of Malta attempted to link the site at Ras ir-Raħeb with a temple to Heracles, but the arguments are not conclusive. Several ancient cities were named Heracleain his honor. Extraordinary strength, courage, ingenuity, and sexual prowess with females were among the characteristics commonly attributed to him. Heracles used his wits on several occasions when his strength did not suffice, such as when laboring for the king Augeas of Elis, wrestling the giant Antaeus, or tricking Atlas into taking the sky back onto his shoulders. Together with Hermes he was the patron and protector of gymnasia and palaestrae. His iconographic attributes are the lion skinand the club. These qualities did not prevent him from being regarded as a playful figure who used games to relax from his labors and played a great deal with children. By conquering dangerous archaic forces he is said to have "made the world safe for mankind" and to be its benefactor. Heracles was an extremely passionate and emotional individual, capable of doing both great deeds for his friends (such as wrestling with Thanatos Death on behalf of Prince Admetus, who had regaled Heracles with his hospitality, or restoring his friend Tyndareus to the throne of Sparta after he was overthrown) and being a terrible enemy who would wreak horrible vengeance on those who crossed him, as Augeas, Neleus and Laomedon all found out to their cost. Hesiod's Theogony and Aeschylus' Prometheus Unbound both tell that Heracles shot and killed the eagle that tortured Prometheus (which was his punishment by Zeus for stealing fire from the gods and giving it to mortals). Heracles freed the Titan from his chains and his torments. Prometheus then made predictions regarding further deeds of Heracles. All of Heracles' marriages and almost all of his affairs resulted in births of a number of sons and at least four daughters. One of the most prominent is Hyllus, the son of Heracles and Deianeira or Melite. The term Heracleidae, although it could refer to all of Heracles' children and further descendants, is most commonly used to indicate the descendants of Hyllus, in the context of their lasting struggle for return to Peloponnesus, out of where Hyllus and his brothers the children of Heracles by Deianeira were thought to have been expelled by Eurystheus. The gateway to the Mediterranean Sea from the Atlantic Ocean, where the southernmost tip of Spain and the northernmost of Morocco face each other is, classically speaking, referred to as the Pillars of Hercules/Heracles, owing to the story that he set up two massive spires of stone to stabilise the area and ensure the safety of ships sailing between the two landmasses.
Oceanus (Ocean), also known as Ogenus or Ogen was a divine figure in classical antiquity, believed by the ancient Greeks and Romans to be the divine personification of the sea, an enormous river encircling the world. According to Homer, Oceanus was the ocean-stream at the margin of the habitable world (oikouménē), the father of everything, limiting it from the underworld and flowing around the Elysium. Hence Odysseus has to traverse it in order to arrive in the realm of the dead. In the Iliad, Hera mentions her intended journey to her foster parents, namely "Oceanus, from whom they all are sprung". In Greek mythology, this ocean-stream was personified as a Titan, the eldest son of Uranus and Gaia. Oceanus' consort is his sister Tethys, and from their union came the ocean nymphs, also referred to as the three-thousand Oceanids, and all the rivers of the world, fountains, and lakes. Oceanus appears as a representative of the archaic world that Heracles constantly threatened and bested. As such, the Suda identifies Oceanus and Tethys as the parents of the two Kerkopes, whom Heracles also bested. Heracles forced Helios to lend him his golden bowl, in order to cross the wide expanse of the Ocean on his trip to the Hesperides. When Oceanus tossed the bowl about, Heracles threatened him and stilled his waves. The journey of Heracles in the sun-bowl upon Oceanus became a favored theme among painters of Attic pottery. As geography became more accurate, Oceanus came to represent the stranger, more unknown waters of the Atlantic Ocean (also called the "Ocean Sea"), while the newcomer of a later generation, Poseidon, ruled over the Mediterranean Sea.
ERYTHEIA the "Red Isle" was an island located in the far western stream of the earth-encircling river Okeanos (Oceanus) which was bathed red by the light of the setting-sun. It was the home of the three-bodied giant Geryon and his fabulous herd of red-hided cattle. Herakles was sent to fetch these as one of his twelve labours and sailed to the island in the cauldron-boat of the sun-god Helios. Menoites (Menoetes), who herded the cattle of Haides on the island, warned Geryon of the hero's approach. Erytheia was one of several mythical realms located in the far west. Its neighbours included Hesperia, garden of the Hesperides, Sarpedon, isle of the Gorgones, and Leuke the White, home of the blessed dead. Further west on the far shore of the river Okeanos lay the gloomy netherworld realm of Haides.
In Greek mythology, Geryon son of Chrysaor and Callirrhoe, the grandson of Medusa and the nephew of Pegasus, was a fearsome giant who dwelt on the island Erytheia of the mythic Hesperides in the far west of the Mediterranean. A more literal-minded later generation of Greeks associated the region with Tartessos in southern Iberia. Geryon was often described as a monster with human faces. According to Hesiod Geryon had one body and three heads, whereas the tradition followed by Aeschylus gave him three bodies. A lost description by Stesichoros said that he has six hands and six feet and is winged; there are some mid-sixth-century Chalcidian vases portraying Geryon as winged. Some accounts state that he had six legs as well while others state that the three bodies were joined to one pair of legs. Apart from these bizarre features, his appearance was that of a warrior. He owned a two-headed hound named Orthrus, which was the brother of Cerberus, and a herd of magnificent red cattle that were guarded by Orthrus, and a herder Eurytion, son of Erytheia. In the fullest account in the Bibliotheke of Pseudo-Apollodorus, Heracles was required to travel to Erytheia, in order to obtain the Cattle of Geryon (Γηρυόνου βόες) as his tenth labour. On the way there, he crossed the Libyan desert and became so frustrated at the heat that he shot an arrow at Helios, the Sun. Helios "in admiration of his courage" gave Heracles the golden chariot he used to sail across the sea from west to east each night. Heracles used it to reach Erytheia, a favorite motif of the vase-painters. Such a magical conveyance undercuts any literal geography for Erytheia, the "red island" of the sunset.
To accomplish his tenth labor, Hercules had to journey to the end of the world. Eurystheus ordered the hero to bring him the cattle of the monster Geryon. Geryon was the son of Chrysaor and Callirrhoe. Chrysaor had sprung from the body of the Gorgon Medusa after Perseus beheaded her, and Callirrhoe was the daughter of two Titans, Oceanus and Tethys. With such distinguished lineage, it is no surprise that Geryon himself was quite unique. It seems that Geryon had three heads and three sets of legs all joined at the waist. Geryon lived on an island called Erythia, which was near the boundary of Europe and Libya. On this island, Geryon kept a herd of red cattle guarded by Cerberus's brother, Orthus, a two-headed hound, and the herdsman Eurytion. Hercules set off on for Erythia, encountering and promptly killing many wild beasts along the way, and he came to the place where Libya met Europe. Here, Apollodorus tells us, Hercules built two massive mountains, one in Europe and one in Libya, to commemorate his extensive journey. Other accounts say that Hercules split one mountain into two. Either way, these mountains became known as the Gates or Pillars of Hercules. The strait Hercules made when he broke the mountain apart is now called the Strait of Gibraltar, between Spain and Morocco, the gateway from the Mediterranean Sea to the Atlantic Ocean. Sailing in a goblet which the Sun gave him in admiration, Hercules reached the island of Erythia. Not long after he arrived, Orthus, the two-headed dog, attacked Hercules, so Hercules bashed him with his club. Eurytion followed, with the same result. Another herdsman in the area reported these events to Geryon. Just as Hercules was escaping with the cattle, Geryon attacked him. Hercules fought with him and shot him dead with his arrows. The stealing of the cattle was not such a difficult task, compared to the trouble Hercules had bringing the herd back to Greece. In Liguria, two sons of Poseidon, the god of the sea, tried to steal the cattle, so he killed them. At Rhegium, a bull got loose and jumped into the sea. The bull swam to Sicily and then made its way to the neighboring country. The native word for bull was "italus," and so the country came to be named after the bull, and was called Italy. The escaped bull was found by a ruler named Eryx, another of Poseidon's sons, and Eryx put this bull into his own herd. Meanwhile, Hercules was searching for the runaway animal. He temporarily entrusted the rest of the herd to the god Hephaestus, and went after the bull. He found it in Eryx's herd, but the king would return it only if the hero could beat him in a wrestling contest. Never one to shy away from competition, Hercules beat Eryx three times in wrestling, killed the king, took back the bull, and returned it to the herd. Hercules made it to the edge of the Ionian Sea, with the end of his journey finally in sight. Hera, however, was not about to let the hero accomplish this labor. She sent a gadfly to attack the cattle, and the herd scattered far and wide. Now, Hercules had to run around Thrace gathering the escaped cows. Finally, he regrouped the herd and, blaming his troubles on the river Strymon in Thrace, he filled the river with rocks, making it unnavigable. Then, he brought the cattle of Geryon to Eurystheus, who sacrificed the herd to Hera. The ancients don't tell us how long either Hercules or Europe took to recover from this eventful jaunt.
It may sound unbelievable but a Greek-Canadian scientist is stating that the Ancient Greeks may have reached America years before the Spanish Seafarer Columbus did. Researcher of Aegean Scripts, Dr. Minas Tsikritsis, in the text by Plutarch “On the Apparent Face in the Orb of the Moon,” in paragraphs 941A-942, claims that he has identified and demonstrated through computer programs the restoration of a forgotten historical reality, which had until now eluded many researchers. In the study, he indicates that the prehistoric Greeks knew that “west of the three islands and northwest of Britain” there was a “great” continent. Two years ago, another academia, Professor I. Mariolakos, identified the great continent, surrounding the great Ocean, as today’s North America. Dr. Tsikritsis states that, “even before the time of Christopher Columbus, there was a communication which began during the Minoan era and continued until the Hellenistic times. The purpose of these travels during the Bronze Age was related to trade and the transportation of pure copper from Lake Superior of Canada.” According to his findings it seems that after the first Minoan merchants, the Mycenaeans continued the journey, and, as reported by Plutarch, they sent Hercules to revitalize the presence of the Greek element, which had been diminished by the continuous miscegenation with the locals. Later, during the Iron Age, the interest in the region declined and until the Hellenistic time, it remained only as a conventional ceremonial tradition. So every thirty years some ships were sent to the areas that followed the worship of Cronus in order to renew the priest personnel.
The first researcher, who questioned the prevailing theory that Ulysses wandered the Mediterranean Sea for years before the gods allowed him to set foot once again on his beloved Ithaca, was an American historian from Chicago, Henriette Mertz. In 1964, Mertz suggested with conviction in her book The Wine Dark Sea: Homer’s Heroic Epic of the North Atlantic that Ulysses, in many of the adventures described in Homer’s epic The Odyssey went outside the Mediterranean. Based on her research and explorations in North America, Mertz proposed that Ulysses had reached the shores of North America with the help of the sea currents. The study of Siegfried Petrides in 1994, Odyssey – a Naval Epic of the Greeks in America, came to strengthen Mertz’s findings and proposals. According to Petrides, the Greeks have a naval history that starts from at least 7250 B.C. as proved by the findings in Frachthi cave in Argolida. “… The uniqueness of the Greek geographical area, namely its location in the relatively small Aegean Sea with its hundreds of islands, allowed the prehistoric Greek inhabitants to develop the technology of sea communications very early. Over the years and with the accumulated experience of sea voyages, sailors from the Aegean became more brave and started sailing off to the North and the Black Sea, to the South in Egypt and Phoenicia, and to the West to Italy and the Iberian Peninsula. “They discovered that the sea they had been sailing was everywhere surrounded by land and had only one exit. They did not hesitate to leave the familiar waters and travel to the North in order to get precious metals, and they did the same westwards as well” he wrote. Petrides’ said his long experience as a sailor and his study findings allowed him to confirm and correct wherever necessary the conclusion of Mertz providing extra details on the wind direction, sea routes, description of the islands etc. He suggests in his book, unlike Mertz, that the ancient Greek sailors did not rely on mere chance to have reached the American shores but owned fast and flexible vessels that could easily navigate through the Atlantic. They also knew perfectly well how to take advantage of both the sails and the rows, which enabled them to cover long distances.
Viracocha is the great creator deity in the pre-Inca and Inca mythology in the Andes region of South America. Full name and some spelling alternatives are Wiracocha, Apu Qun Tiqsi Wiraqutra, and Con-Tici. Viracocha was one of the most important deities in the Inca pantheon and seen as the creator of all things, or the substance from which all things are created, and intimately associated with the sea. Spanish chroniclers from the 16th century claimed that when the conquistadors led by Francisco Pizarro first encountered the Incas they were greeted as gods, "Viracochas", because their lighter skin resembled their god Viracocha. This story was first reported by Pedro Cieza de León (1553) and later by Pedro Sarmiento de Gamboa. Similar accounts by Spanish chroniclers (e.g. Juan de Betanzos) describe Viracocha as a "white god", often with a beard. Similarly to the Incan god Viracocha, the Aztec god Quetzalcoatl and several other deities from Central and South American pantheons, like the Muisca god Bochica are described in legends as being bearded. The beard, once believed to be a mark of a prehistoric European influence and quickly fueled and embellished by spirits of the colonial era, had its single significance in the continentally insular culture of Mesoamerica. While descriptions of Viracocha's physical appearance are open to interpretation, it should be noted that men with beards were frequently depicted by the Peruvian Moche culture in its famous pottery, long before the arrival of the Spanish. Modern advocates of fringe theories however such as a pre-Columbian European migration to Peru continue to cite these bearded ceramics and Viracocha's beard as being evidence for an early presence of non-Amerindians in Peru.Although most Indians do not have heavy beards, there are groups who do, such as the Aché people of Paraguay, who also have light skin but who show no evidence of admixture with Europeans and Africans. When the Southern Paiute were first contacted by Europeans in 1776, the report by fathers Silvestre Vélez de Escalanteand Francisco Atanasio Domínguez noted that "Some of the men had thick beards and were thought to look more in appearance like Spanish men than native Americans".
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Heracles
http://www.perseus.tufts.edu/Herakles/cattle.html
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Oceanus
http://www.theoi.com/Kosmos/Erytheia.html
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Geryon
http://canada.greekreporter.com/2012/04/21/researcher-claims-ancient-greeks-made-it-to-america-before-columbus/
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Viracocha
http://greece.greekreporter.com/2012/11/22/u-s-historian-says-ulysses-reached-america/
Οι τρείς αξιότεροι διάδοχοι του Μέγα Αλέξανδρου : Ευμένης ο Καρδιανός, Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής και Πύρρος της Ηπείρου
Ο Αντίγονος δολοφόνησε την αμφιθαλή αδελφή του Αλέξανδρου Κλεοπάτρα, γιατί ήταν έτοιμη να πλεύσει στον Πτολεμαίο. Ο Αντίγονος και ο Δημήτριος ανακηρύχθηκαν βασιλείς και σε ανάμνηση αυτής της νίκης τους εξέδωσαν το τετράδραχμο που στην πίσω όψη απεικονίζεται ο Δίας με την επιγραφή «Βασιλέως Αντιγόνου.» Μόλις έγινε γνωστή η νίκη στην Σαλαμίνα της Κύπρου ο Αντίγονος ανευφημήθηκε βασιλιάς και δέχτηκε το διάδημα. Την άλλη μέρα έγραψε «στον βασιλιά Δημήτριο» στέλνοντας και σ’ αυτόν το διάδημα. Αμέσως μετά οι Πτολεμαίος, Λυσίμαχος, Κάσσανδρος και Σέλευκος αναγορεύτηκαν κι αυτοί βασιλείς. Έτσι επικυρώθηκε και τυπικά η διάλυση της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου. Οι Διάδοχοι, αφού κράτησαν για λίγα χρόνια τα προσχήματα της νομιμότητας, μοίρασαν τελικά το κράτος μεταξύ τους, έχοντας εξοντώσει εν τω μεταξύ τους νομίμους κληρονόμους, την μητέρα, τις συζύγους και τα παιδιά του Μέγα Αλέξανδρου. Ό,τι είχε αγωνιστεί ν’ αποτρέψει ο Ευμένης, αγωνιζόμενος για την ενότητα του κράτους και τα δικαιώματα του βασιλικού οίκου, πραγματοποιήθηκε τώρα. Η μάχη της Ιψού ήταν το τέλος για τα όνειρα και την ζωή του Αντίγονου, ενώ στα πλαίσια της διαμάχης των Διαδόχων εξοντώθηκε ολόκληρη η βασιλική οικογένεια. Αυτός που πλησίασε περισσότερο από κάθε άλλον το όραμα της μονοκρατορίας ήταν ο Σέλευκοςπου, όντας ο κύριος συντελεστής της νίκης της Ιψού, κατέλυσε το κράτος του Λυσίμαχου της Θράκης και αναμενόταν να επικρατήσει επί της πτολεμαϊκής Αιγύπτου, της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδος. Δολοφονήθηκε όμως και από το σημείο εκείνο η κατάσταση σταθεροποιήθηκε. Τα τέσσερα ελληνιστικά βασίλεια που δημιουργήθηκαν κυριάρχησαν στην Μακεδονία, Μικρά Ασία, Συρία και Αίγυπτο, μέχρι την βαθμιαία υποταγή τους στους Ρωμαίους. Από το 281 π.Χ., από την νίκη δηλαδή του Σέλευκου επί του Λυσίμαχου, οι γενικευμένοι πόλεμοι έπαψαν και από την ανάρρηση του Αντίγονου στον θρόνο της Μακεδονίας η κατάσταση σταθεροποιήθηκε. Διαμορφώθηκαν τέσσερα ανεξάρτητα ελληνιστικά βασίλεια, κυβερνώμενα, μέχρι την υποταγή τους στους Ρωμαίους, από τους απογόνους των Διαδόχων (πλην αυτού της Περγάμου). Εκτός αυτών ελληνιστικά βασίλεια, παραφυάδες του κράτους των Σελευκιδών, ήταν και το Ελληνο-Βακτριανό βασίλειοτο Ινδοελληνικό βασίλειο. Τελευταίος μονάρχης, απόγονος των Διαδόχων, ήταν η Κλεοπάτρα Ζ' της Αιγύπτου.
Οι τρείς πιο άξιοι στρατηγοί και οι ηγέτες των Ελλήνων την εποχή των διαδόχων του Μέγα Αλέξανδρου ήταν κατά χρονολογική σειρά : Ο Ευμένης ο Καρδιανός, ο Δημήτριος ο Πολιορκητης και ο Πύρρος της Ηπείρου. Μια Τριανδρία εξαιρετικών ταλαντούχων ανθρώπων με θαυμάσια στρατηγική, τακτικές και ευφυΐα που ξεχώρισαν και το ξεχωριστό τους χαρακτήρα και την ηγετική προσωπικότητα τους σε μια εποχή που σημαδεύτηκε από τον εμφύλιο πόλεμο των Μακεδόνων, την εξόντωση της οικογένειας του Μέγα Αλέξανδρου και την κατασπατάληση πολύτιμων ανθρωπίνων και υλικών πόρων που οδήγησε στις καταστροφικές εισβολές των Γαλατων στην Ευρώπη και την Μικρά Ασία, στην κατάκτηση της ελληνιστικής Ινδίας από τους Ινδούς της κοιλάδας του Γάγγη, την δημιουργία από τους Παρθους ανεξάρτητου βασιλείου στην ελληνιστική Περσία, την εισβολή των νομάδων Τοχαρων στην Κεντρική Ασία και την κατάκτηση των ελληνιστικών βασιλείων της Βακριανης και της Ινδίας και το χειρότερο την αγνόηση του Ρωμαϊκού κινδύνου που εξαπλωνονταν στην Ιταλία και οδήγησε στην εξαφάνιση όλων των ελληνιστικών βασιλείων και ελληνικών κρατών στην Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο. Μέσα σε 3 αιώνες από τον θάνατο του Μέγα Αλέξανδρου οι Έλληνες λόγω του συνεχούς εμφυλίου πολεμου δεν έχασαν μόνο την αυτοκρατορία - κοσμοκρατορία τους αλλά για πρώτη φορά στην ιστορία τους έχασαν την πολύτιμη ελευθερία τους, κατακτήθηκαν και υποτάχθηκαν σε βαρβάρους (Ρωμαίους στην Μεσόγειο και Παρθους - Τοχαρους στην Ανατολή). Ακολουθεί καταλόγων των τριών πιο άξιων διαδόχων του Μέγα Αλέξανδρου.
1) Ο Ευμένης ο Καρδιανός (362 π.Χ. - 316 π.Χ.) ήταν στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου, από τους ικανότερους μεταξύ των Διαδόχων. Πήρε μέρος στις εκστρατείες του Μακεδόνα στρατηλάτη και στους πολέμους που ακολούθησαν το θάνατό του. Θεωρήθηκε ο στρατηγικότερος νους της μετ' Αλέξανδρον εποχής και αγωνίστηκε (μάταια) για την νομιμότητα της εξουσίας και την ενότητα του αχανούς κράτους. Αρχιγραμματέας του Φίλιππου Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ίππαρχος, και, μετά τον θάνατο του βασιλιά, σατράπης της Καππαδοκίας και της Παφλαγονίας, συντάχθηκε με τον Περδίκκα και την βασιλική οικογένεια. Μετά τον βίαιο θάνατο του Περδίκκα αντιμετώπισε μόνος για ένα διάστημα τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο, επανέκτησε την εμπιστοσύνη της κεντρικής μακεδονικής διοίκησης και συνέχισε τον αγώνα κατά του Αντίγονου και των φυγόκεντρων δυνάμεων μέχρι τον θάνατό του. Στους σατράπες, περήφανους για την μακεδονική καταγωγή τους και τ’ αξιώματα που είχαν κοντά στον Αλέξανδρο, έπρεπε να επιβληθεί ο Ευμένης έχοντας οριστεί αρχιστράτηγός τους από τον Πολυπέρχοντα και την Ολυμπιάδα. Αλλά ήταν ένας ξένος, ένας γραμματικός, ένας καταδικασμένος σε θάνατο. Δεν μπορούσαν να το ανεχθούν αλλά από την άλλη μεριά ήξεραν ότι ήταν ο μόνος που μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει τον Αντίγονο και δεν τολμούσαν ν’ αγνοήσουν τις διαταγές της Πέλλας. Ο Ευμένης είχε πλήρη επίγνωση της θέσης του. Του την είχαν μάθει η περιφρόνηση του Ηφαιστίωνα, οι χλευασμοί του Νεοπτόλεμου κ’ η αλαζονία τώρα του Πευκέστα. Οι καλύτεροι φίλοι του, ο Κρατερός κι ο Αντίγονος, ήταν πάντα στο αντίπαλο στρατόπεδο κι αυτός ήταν απελπιστικά μόνος. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Ευμένης επεδίωκε πάντοτε την κάλυψη της νομιμότητας. Ήταν πάντα με το μέρος της βασιλικής οικογένειας και των Επιμελητών, πολεμούσε εν ονόματί τους ενάντια σε ξακουστά ονόματα και φρόντιζε να μη δίνει την παραμικρή ένδειξη προσωπικής φιλοδοξίας. Η δράση του αποσκοπούσε συνεπώς στην διατήρηση της συνοχής της αυτοκρατορίας υπό την δυναστεία του Αλέξανδρου, πράγμα που δεν ίσχυε για την δράση των υπολοίπων πρωταγωνιστών. Ήταν βέβαια αδιανόητο, και σ’ αυτόν και στους άλλους, πως θα μπορούσε να έχει τις βλέψεις του Περδίκκα, του Αντίγονου ή αργότερα του Σέλευκου. Κι έτσι ήταν αναγκασμένος να καταφεύγει σε τεχνάσματα. Για να μη ταπεινώνονται οι σατράπες πηγαίνοντας στη σκηνή του και παίρνοντας διαταγές απ’ αυτόν, έστησε μια σκηνή με θρόνο μέσα κι ανακοίνωσε ότι εμφανίστηκε στον ύπνο του ο Αλέξανδρος κι έτσι του είπε να κάνει και κάθε απόφαση να παιρνόταν στ’ όνομά του. Οι σατράπες το δέχτηκαν μετά χαράς αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτός αποφάσιζε. Άλλο του τέχνασμα ήταν να ζητήσει δανεικά απ’ όσους υποπτευόταν περισσότερο. Αιφνιδιασμένοι αυτοί του έδωσαν κι έτσι αντί να τον υποβλέπουν, φρόντιζαν μη πάθει κάτι και χάσουν μαζί και τα τάλαντά τους. Οι δύο στρατοί (του Ευμένη και του Αντιγονου) τραβήχτηκαν για να ξεχειμωνιάσουν, μετά από μια σειρά έξοχων ελιγμών και παραπλανητικών κινήσεων και των δύο στρατηγών, που είχαν τον ίδιο προορισμό, τον οχυρό και πλούσιο τόπο της Γαβιηνής. Νικητής και στον πόλεμο αυτό των τεχνασμάτων αναδείχθηκε ο Ευμένης. Παρ’ όλο που είχε μπει πια ο χειμώνας, ο Αντίγονος δεν ησύχαζε. Ήθελε με κάθε τρόπο να συντρίψει το συντομότερο τους αντιπάλους του σατράπες και να προσεταιριστεί ή να εξοντώσει επί τέλους τον Ευμένη. Ο Ευμένης ετοιμάστηκε, κάνοντας την διαθήκη του. Είχε μάθει ότι οι διοικητές των Αργυράσπιδων, του επιλέκτου εκείνου τμήματος, είχαν αποφασίσει να τον σκοτώσουν αμέσως μετά την μάχη που θα κέρδιζε εκείνος για λογαριασμό τους, αφού δηλαδή πρώτα τους απήλλασσε από τον Αντίγονο. Την συνωμοσία του αποκάλυψαν στρατηγοί που είχαν δανείσει στον Ευμένη και φοβόταν μη χάσουν τα χρήματά τους. Ο Αντίγονος έφτασε κ’ η μάχη έγινε και κράτησε όλη τη μέρα. Ο Ευμένης ρίχτηκε στη φυλακή υπό αυστηρή φρούρηση, αλλά ο Αντίγονος δεν ήθελε τον θάνατό του. Ήτανε φίλοι από παλιά και τον ήθελε δίπλα του, συμπαραστάτη του. Ύστερα από λίγες μέρες διέταξε κι ελάφρωσαν τα δεσμά του κι επέτρεψε τις επισκέψεις. Φίλοι κι εχθροί και περίεργοι πήγαν να δουν τον περίφημο αιχμάλωτο. Ο Αντίγονος συγκάλεσε συμβούλιο ν’ αποφασίσει για την τύχη του Ευμένη. Οι στρατηγοί του ζήτησαν θάνατο κι απείλησαν να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο αν δεν εισακούονταν. Μόνο ο γιος του Αντίγονου Δημήτριος ο Πολιορκητής κι ναύαρχος Νέαρχος προσπάθησαν να σώσουν τον Ευμένη. Δόθηκε η διαταγή της αναχώρησης. Οι επισκέψεις στον φυλακισμένο απαγορεύτηκαν, οι φρουρά του ενισχύθηκε κι έπαψαν να του δίνουν φαγητό. Ύστερα από τρεις ακόμα μέρες, την ώρα που σήκωναν το στρατόπεδο, μπήκαν εκτελεστές στην φυλακή του και τον σκότωσαν (316 π.Χ.). Ο Αντίγονος έδωσε το σώμα του στους φίλους κι επέτρεψε να κηδευτεί με τιμές. Ύστερα θανάτωσε με θάνατο φρικτό τους προδότες στρατηγούς που τον εξυπηρέτησαν. Όσο για τους Αργυράσπιδες τους έδωσε μεν την αποσκευή τους αλλά φρόντισε μετά από λίγο καιρό να τους εξοντώσει κι αυτούς. Τους έστειλε στην μακρινή Αραχωσία στην Ασία, σιγά-σιγά ν’ αφανιστούν σ’ απελπισμένες εκστρατείες, έτσι που κανένας τους να μη γυρίσει στην Μακεδονία ούτε ποτέ του να ξαναντικρίσει την Ελληνική θάλασσα.
Ο Ευμένης ήταν ο στρατηγικότερος των Διαδόχων ο πραγματικός κληρονόμος της στρατηγικής μεγαλοφυίας του Αλέξανδρου, πιστός στις αρχές του, στις επιλογές του, στην ιδέα της ενότητος της αυτοκρατορίας. Κανείς από τους Διαδόχους δεν τόλμησε ν’ αναγορευτεί βασιλιάς όσο ζούσε ο Ευμένης. Ξένος κι από άσημη γενιά, σάρωνε σαν ανεμοστρόβιλος την Ασία, νικούσε τους περιφημότερους στρατηγούς του Αλέξανδρου -έχοντας στρατηγούς και σατράπες του Αλέξανδρου υπό τας διαταγάς του- και οδηγούσε τους Μακεδόνες σε νίκες, σκορπίζοντας τον όλεθρο σε Μακεδόνες. Οι αρχαίοι συγγραφείς του αφιερώνουν λαμπρές σελίδες. Ο Πλούταρχος μόνο του Ευμένη και του Δημήτριου τους βίους έγραψε απ’ όλη την χορεία των Διαδόχων. Κατά τον Droysen «Η εύνοια των δυο βασιλιάδων και τα εξαιρετικά του προσόντα κάναν τους επιφανείς Μακεδόνες να τον ζηλεύουν και να τον φθονούν… Οι συνθήκες τον ανάγκασαν να ταχτή ολότελα στην υπόθεση της βασιλείας, όπου κι έμεινε πιστός ως το τέλος του… Μ’ απίθανη δεξιοσύνη και τόλμη καταφέρνοντας να καθυποτάζη τις περιστάσεις στη θέλησή του, γίνεται το κέντρο της γενικώτερης εξέλιξης». Κατά τον Παπαρρηγόπουλο «υπήρξε βεβαίως ο επιτηδειότατος των στρατηγών όσοι εξήλθον από της σχολής του μεγάλου Αλεξάνδρου…απέτυχε διότι ηθέλησε να φανή πιστός εις την ενότητα του κράτους… ουδείς των λεγομένων διαδόχων απέβη εκείνου ενδοξότερος και χρηστότερος».
2) Ο Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής (337 π.Χ. - 283 π.Χ.) ήταν ένας από τους διαδόχους
του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κεντρικό πρόσωπο κατά τους αιματηρούς πολέμους που ξέσπασαν γύρω από την επικράτηση στα εδάφη της ανατολικής Μεσογείουμετά το θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη. Υπήρξε γιος του επιφανούς στρατηγού του Αλεξάνδρου, Αντίγονου του Μονόφθαλμου, στρατεύματα του οποίου διοίκησε με μεγάλη ικανότητα και την ασιατική αυτοκρατορία του οποίου αποπειράθηκε να επανακτήσει. Σαρωτικός όταν πραγματοποιούσε επιθέσεις και εξαιρετικά ικανός στην κατασκευή πολιορκητικών μηχανών, ο Δημήτριος έμεινε στην ιστορία για τις εντυπωσιακού μεγέθους και φιλοδοξίας εκστρατείες που διεξήγαγε, για την σκανδαλώδη προσωπική του ζωή και για τη μοναδική του ικανότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, γυρίζοντας την τύχη του σε κάθε καταστροφή που του επεφύλαξε ποτέ η Μοίρα. Δημήτριος και Αντίγονος διατηρούσαν πάντοτε άριστες σχέσεις, κάτι το οποίο ο τελευταίος καμάρωνε πολύ, δεδομένου πως σε καιρούς αστάθειας και καχυποψίας οι δολοφονίες ανάμεσα σε στενούς συγγενείς ήταν σύνηθες φαινόμενο. Αντίθετα ο Αντίγονος επέτρεπε στο γιο του να διατηρεί κατά την παρουσία του τον οπλισμό του χωρίς φόβο. Η παράδοση αυτή καλών σχέσεων μεταδόθηκε σε όλους τους μετέπειτα βασιλείς της Δυναστείας και μόνον ο Φίλιππος Ε' διέταξε κάποτε την εκτέλεση ενός από τους γιους του. Οι αρχαίες πηγές επισημαίνουν ότι καμία φιλολογική ή εικαστική του αναπαράσταση δεν αποδίδει ικανοποιητικά την ξεχωριστή φυσική ομορφιά του Δημητρίου, που αποτελούσε κράμα ηρωικής επιφάνειας, σπάνιας για τη νεαρή ηλικία του, και βασιλικής σεμνότητας, και που συνδύαζε «χάρη και βαρύτητα, επιβλητικότητα και ομορφιά». Ο Δημήτριος κατά τα νεανικά του χρόνια ήταν προσηνής και προσιτός· η πρωτεϊκή του ικανότητα του επέτρεπε να ελίσσεται σε δύσκολες καταστάσεις, συχνά ωστόσο με κίνδυνο να τις αντιμετωπίζει με παρορμητισμό, καιροσκοπισμό, αστάθεια και απερισκεψία. Ο τρόπος του ενέπνεε ταυτόχρονα φόβο και επιδοκιμασία. Υπήρξε πολύ ευχάριστος ως σύντροφος στις απολαύσεις της ειρηνικής ζωής, αλλά και τρομερά ενεργητικός και δραστήριος όταν τον καλούσε το καθήκον. Υπήρξε πολύ καλύτερος στο να προετοιμάζει εκστρατείες παρά να τις διεξάγει, καθώς φρόντιζε στο μέγιστο βαθμό για την επάρκεια των προμηθειών, και ποτέ δεν ένιωθε απόλυτα ικανοποιημένος από το μέγεθος και τη φιλοδοξία των σχεδίων του. Αφιέρωνε το χρόνο και τη μεγάλη του εφευρετικότητα, όχι σε άχρηστες απολαύσεις, αλλά σε έργα «βασιλικής αξίας», που μαρτυρούσαν μεγαλοπρέπεια, κομψότητα και ευφυΐα. Κατά τον Ντρόυζεν "Κανείς από τους Διαδόχους ή του Επιγόνους δεν είναι η εικόνα της εποχής του τόσο πιστή όσο ο Δημήτριος ο Πολιορκητής...κανείς δεν ξέρει τί να πρωτοθαυμάση: την ενεργητικότητα, την μεγαλοφυΐα ή την ελαφρότητά του ;" Είναι δύσκολο να δώσει κανείς συνοπτικά το στίγμα της ζωής του Δημητρίου του Πολιορκητή, που αναντίρρητα παρουσίασε πολλές διακυμάνσεις. Οι στρατηγικές του ικανότητες αναδείχθηκαν και αξιοποιήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο υπό την στιβαρή καθοδήγηση του πατέρα του, Αντιγόνου του Μονοφθάλμου. Καινοτομίες όπως η χρήση νέων πολιορκητικών μηχανών ή η κατασκευή πεντηκοντόρων πλοίων τού επέτρεψαν να πετύχει ικανοποιητικά αποτελέσματα στις πολεμικές αναμετρήσεις με τους εκάστοτε αντιπάλους του. Σε πολιτικό επίπεδο, το μεγαλύτερο επίτευγμα του Δημητρίου είναι ότι κατόρθωσε να μετατρέψει τη ναυτική του δύναμη σε ηπειρωτική.
3) Ο Πύρρος Α΄ ή Πύρρος της Ηπείρου (318 π.Χ. – 272 π.Χ.) ήταν Έλληνας βασιλιάς των Μολοσσών, ελληνικού φύλου που κατοικούσε στην Ήπειρο, καθώς κι ένας από τους σπουδαιότερους ηγεμόνες της πρώιμης ελληνιστικής περιόδου. Ήταν γιος του βασιλιά Αιακίδη, ο οποίος κυβέρνησε κατά την περίοδο 330 έως 313 π.Χ., και της Φθίας Β'. Θεωρείται κορυφαίος στρατηγικός νους, ένας από τους λαμπρότερους της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Υπήρξε δε συγγενικό πρόσωπο του έτερου περίφημου στρατηλάτη της αρχαιότητας, Αλεξάνδρου του Μεγάλου, καθώς η γιαγιά του πρώτου, Τρωάδα Α', ήταν αδερφή της μητέρας του δεύτερου, Ολυμπιάδας. Ο Πύρρος, άνδρας μεγάλης μόρφωσης και ονομαστής γενναιότητας, αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς της εποχής του. Η στρατιωτική του κατάρτιση ήταν αξιολογότατη, όπως μαρτυρούν τα αποσπάσματα των «Υπομνημάτων» του, ενός έργου το οποίο αναφέρεται στην πολεμική τέχνη και μνημονεύτηκε από αρχαίους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Κικέρων. Παρά το γεγονός ότι απέτυχε να εδραιώσει την εξουσία του στην Ιταλία, ο Πύρρος επέκτεινε και εδραίωσε το κράτος του στην Ελλάδα, καθιστώντας το υπολογίσιμη δύναμη της περιοχής για 35 περίπου χρόνια. Μετά το θάνατό του, ο σύντομος ρόλος της Ηπείρου στο προσκήνιο της ελληνικής ιστορίας τελείωσε. Ήταν ο πρώτος που κατάλαβε τον μεγάλο κίνδυνο που είχε εμφανιστεί στην Ιταλία με τις κατακτήσεις της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Ο Πύρρος παντρεύτηκε τέσσερις γυναίκες. Τους μεγάλωσε τους γιούς όλους με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνουν γενναίοι και ικανοί στα όπλα και ακόνιζε τη φιλοδοξία τους από την παιδική ηλικία. Σύμφωνα με μια αφήγηση που μας μεταφέρει ο ιστορικός Πλούταρχος, κάποτε ένα από τα αγόρια τον ρώτησε σε ποιον επρόκειτο να αφήσει το βασίλειο. Τότε εκείνος απάντησε: «Σε εκείνον θα έχει το πιο κοφτερό σπαθί». Όταν κάποτε ο Αντίγονος ρωτήθηκε ποιος είναι ο καλύτερος από τους στρατηγούς, απάντησε «Ο Πύρρος, αν γεράσει». Ο δε Αννίβας κατέτασσε πρώτο τον Πύρρο ως προς την εμπειρία και επιδεξιότητα, δεύτερο τον Σκιπίωνα και τρίτο τον εαυτό του.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Διάδοχοι_του_Μεγάλου_Αλεξάνδρου
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δημήτριος_ο_Πολιορκητής
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ευμένης_ο_Καρδιανός
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πύρρος_της_Ηπείρου
Τετάρτη 30 Μαΐου 2018
Ancient Greeks in China : The unknown history of the Greeks in Far East
The Tocharians or Tokharians were Indo-European peoples who inhabited the medieval oasis city-states on the northern edge of the Tarim Basin (Xinjiang, China) in ancient times. The Taklamakan Desert is roughly oval in shape, about 1,000 km long and 400 km wide, surrounded on three sides by high mountains. The main part of the desert is sandy, surrounded by a belt of gravel desert. The desert is barren, but in the late spring the melting snows of the surrounding mountains feed streams, which have been altered by human activity to create oases with mild microclimates and supporting intensive agriculture. On the northern edge of the basin, these oases occur in small valleys before the gravels. On the southern edge, they occur in alluvial fans on the edge of the sand zone. Isolated alluvial fan oases also occur in the gravel deserts of the Turpan Depression to the east of the Taklamakan. The Tocharian languages, a branch of the Indo-European family, are known from manuscripts from the 6th to 8th centuries AD. The name "Tocharian" was given to them by modern scholars, who identified their speakers with a people who inhabited hellenistic Bactria from the 2nd century BC, and were known in ancient Greek sources as the Tókharoi (Tochari). The name "Tocharian" remains the most common term for the languages and their speakers. Agricultural communities first appeared in the oases of the northern Tarim circa 2000 BC. (The earliest Tarim mummies, which may not be connected to the Tocharians, date from c. 1800 BC.) Some scholars have linked these communities to the Afanasevo culture found earlier (c. 3500–2500 BC) in Siberia, north of the Tarim. By the 2nd century BC, these hellenistic settlements had developed into hellenistic city states, overshadowed by Turkic nomadic peoples to the north and Chinese empires to the east. These cities, the largest of which was Kucha, also served as way stations on the branch of the Silk Road that ran along the northern edge of the Taklamakan desert. From the 8th century AD, the Uyghurs speakers of a Turkic language from the Kingdom of Qocho (Mongolia) settled in the region. The peoples of the Tarim city states intermixed with the Uyghurs, whose Old Uyghur language spread through the region. The Tocharian languages are believed to have become extinct during the 9th century AD. The Tókharoi are often identified by modern scholars with the Yuezhi of Chinese historical accounts, who founded the Kushan Empire. The name of Kucha in Tocharian B was Kuśi, with adjectival form kuśiññe. The word may be derived from Proto-Indo-European *keuk "shining, white". The Tocharian B word akeññe may have referred to people of Agni, with a derivation meaning "borderers, marchers". One of the Tocharian A texts has ārśi-käntwā as a name for their own language, so that ārśi may have meant "Agnean", though "monk" is also possible.
The Greco-Bactrian Kingdom was along with the Indo-Greek Kingdom the easternmost part of the Hellenistic world, covering Bactria and Sogdiana in Central Asia from 250 to 125 BC. It was centered on the north of present-day Afghanistan. The expansion of the Greco-Bactrians into present-day eastern Afghanistan and Pakistan from 180 BC established the Indo-Greek Kingdom, which was to last until around 10 AD. Diodotus, the satrap of Bactria (and probably the surrounding provinces) founded the Greco-Bactrian Kingdom when he seceded from the Seleucid Empire around 250 BC and became King Diodotus I of Bactria. "Diodotus, the governor of the thousand cities of Bactria, defected and proclaimed himself king; all the other people of the Orient followed his example and seceded from the Macedonians." (Justin) The new kingdom, highly urbanized and considered as one of the richest of the Orient. "The Greeks who caused Bactria to revolt grew so powerful on account of the fertility of the country that they became masters, not only of Ariana, but also of India, as Apollodorus of Artemita says: and more tribes were subdued by them than by Alexander... Their cities were Bactra (also called Zariaspa, through which flows a river bearing the same name and emptying into the Oxus), and Darapsa, and several others. Among these was Eucratidia, which was named after its ruler." (Strabo) Euthydemus, a Magnesian Greek according to Polybius and possibly satrap of Sogdiana, overthrew the dynasty of Diodotus I around 230-220 BC and started his own dynasty. Euthydemus's control extended to Sogdiana, going beyond the city of Alexandria Eschate founded by Alexander the Great in Ferghana: "And they also held Sogdiana, situated above Bactriana towards the east between the Oxus River, which forms the boundary between the Bactrians and the Sogdians, and the Iaxartes River. And the Iaxartes forms also the boundary between the Sogdians and the nomads." (Strabo). Classical accounts also relate that Euthydemus negotiated peace with Antiochus III by suggesting that he deserved credit for overthrowing the original rebel Diodotus, and that he was protecting Central Asia from nomadic invasions thanks to his defensive efforts:"...for if he did not yield to this demand, neither of them would be safe: seeing that great hordes of Nomads were close at hand, who were a danger to both; and that if they admitted them into the country, it would certainly be utterly barbarised." (Polybius). Following the departure of the Seleucid army, the Bactrian kingdom seems to have expanded. In the west, areas in north-eastern Iran have been absorbed, as far as into Parthia, whose ruler had been defeated by Antiochus the Great. These territories are identical with the Bactrian satrapies of Tapuria and Traxiane. To the north, Euthydemus also ruled Sogdiana and Ferghana, and there are indications that from Alexandria Eschate the Greco-Bactrians have led expeditions as far as Kashgar and Ürümqi in Xinjiang, leading to the first known contacts between China and the West around 220 BC. The Greek historian Strabo too writes that: "they extended their empire even as far as the Seres(Chinese) and the Phryni". (Strabo). Several statuettes and representations of Greek soldiers have been found north of the Tien Shan, on the doorstep to China, and are today on display in the Xinjiang museum at Urumqi (Boardman). Middle Eastern or Greek influences on Chinese art have also been suggested (Hirth, Rostovtzeff). Designs with rosette flowers, geometric lines, and glass inlays, suggestive of Egyptian, Persian, and/or Hellenistic influences, can be found on some early Han dynasty bronze mirrors. Some speculate that Greek influence is found in the artworks of the burial site of China's first Emperor Qin Shi Huang, dating back to the 3rd century BC, including in the manufacture of the famous Terracotta army. This idea suggested that Greek artists may have come to China at that time to train local artisans in making sculptures. Numismatics suggest that some technology exchanges may have occurred on these occasions: the Greco-Bactrians were the first in the world to issue cupro-nickel coins, an alloy technology only known by the Chinese at the time under the name "White copper". The practice of exporting Chinese metals, in particular iron, for trade is attested around that period. Kings Euthydemus, Euthydemus II, Agathocles and Pantaleon made these coin issues around 170 BC and a nickeliferous copper ore was the source from mines at Anarak. Copper-nickel would not be used again in coinage until the 19th century.
The Sampul tapestry is an ancient woolen wall-hanging found at the Tarim Basin settlement of Shanpula also known as Sampul, in Lop County, Xinjiang, China, close to ancient city of Khotan. The object has many Hellenistic features, linking it to the Greek settlements of Central Asia, which existed from 180 BC until the 1st century AD. The full tapestry is 48 cm wide and 230 cm long. The centaur fragment is 45 cm by 55 cm, warrior's face fragment is 48 cm by 52 cm. The recovered tapestry only constitutes the left decorative border of what would be a much bigger wall hanging. Made of wool, it comprises 24 threads of various colours. The tapestry depicts a man with Caucasoid features, including blue eyes, and a centaur. If lost fabric is accounted for, the soldier would be about six times as tall as the centaur. The subject is identified as a warrior by the spear he is holding in his hand as well as a dagger tucked on his waist. He wears a tunic with rosette motifs. His headband could be a diadem, a symbol of kingship in the Hellenistic world and represented on Macedonian and other Greek coins. The centaur is playing a horn while wearing a cape and a hood. Surrounding him is a diamond-shaped floral ornament. Due to heavy looting at the location, the dating of the material is uncertain. It has been assigned dates from the 3rd century BC to the 4th century AD.
Serica was one of the easternmost countries of Asia known to the Ancient Greek and Roman geographers. It is generally taken as referring to North China during its Zhou, Qin, and Han dynasties, as it was reached via the overland Silk Road in contrast to the Sinae, who were reached via the maritime routes. A similar distinction was later observed during the Middle Agesbetween "Cathay" (north) and "Mangi" or "China" (south). The people of Serica were the Seres, whose name was also used for their region. Access to Serica was eased following the Han conquest of the Tarim Basin (Xinjiang) but largely blocked when the Parthian Empire fell to the Sassanids. Yule summarized the classical geographers: " If we fuse into one the ancient notices of the Seres and their country, omitting anomalous statements and manifest fables, the result will be something like the following: “The region of the Seres is a vast and populous country, touching on the east the Ocean (Pacific) and the limits of the habitable world, and extending west to Imaus (Himalayas) and the confines of Bactria. The people are civilized, mild, just, and frugal, eschewing collisions with their neighbours, and even shy of close intercourse, but not averse to dispose of their own products, of which raw silk is the staple, but which include also silk-stuffs, fine furs, and iron of remarkable quality.” That is manifestly a definition of the Chinese."
The Phryni were an ancient people of eastern Central Asia, probably located in the eastern part of the Tarim Basin, in an area connected to that of the Seres and the Tocharians. They are mentioned several times in Classical sources. Strabo, speaking of the Greco-Bactrian kingdom explains that: "they extended their empire even as far as the Seres and the Phryni". Later, Pliny the Elder includes the Phryni (which he names "Phruri" Phruroi in Greek means Guardians) in his description of the people of the Far East: "...After leaving these, we again come to a nation of the Scythians, and then again to desert tracts tenanted by wild beasts, until we reach a chain of mountains which runs up to the sea, and bears the name of Tabis (ie. Tibet). It is not, however, before we have traversed very nearly one half of the coast that looks towards the north-east, that we find it occupied by inhabitants. The first people that are known of here are the Seres, so famous for the wool that is found in their forests (...) and the nation of the Attacori on the gulf of that name, a people protected by their sunny hills from all noxious blasts (...)After the Attacori, we find the nations of the Phruri and the Tochari, and, in the interior, the Casiri, a people of India, who look toward the Scythians, and feed on human flesh."
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Sampul_tapestry
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Dionysiaca
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Tocharians
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Phryni
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Seres
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Greco-Bactrian_Kingdom
Μονεμβασιά : Η νησιωτική καστροπολιτεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η εντυπωσιακή ιστορία της
Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας. Είναι περισσότερο γνωστή από το μεσαιωνικό φρούριο, επί του ομώνυμου "Βράχου της Μονεμβασιάς", που αποτελεί στην κυριολεξία μικρή νησίδα που συνδέεται με γέφυρα σε σχηματιζόμενο λαιμό συνολικού μήκους 400 μέτρων με τη σημερινή παράλια κατ΄ έναντι πόλη επί της λακωνικής ακτής. Στα διασωθέντα κτήρια και τις δομές στο κάστρο περιλαμβάνονται αμυντικές κατασκευές του εξωτερικού κάστρου και αρκετές μικρές βυζαντινές εκκλησίες. Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη, που προέρχεται από τις δύο ελληνικές λέξεις Μόνη και Έμβασις. Πολλές από τις οδούς είναι στενές και κατάλληλες μόνο για τους πεζούς. Ο κόλπος της Παλαιάς Μονεμβασιάς βρίσκεται στο Βορρά. Το παρωνύμιο της Μονεμβασιάς είναι «Γιβραλτάρ της ανατολής», επειδή τυγχάνει να είναι σε σμίκρυνση πανομοιότυπη με τον βράχο του Γιβραλτάρ. Μπαίνοντας στην πόλη ο κεντρικός δρόμος με το βυζαντινό καλντερίμι οδηγεί στη Κεντρική Πλατεία με το παλαιό κανόνι και την Εκκλησία του Ελκομένου Χριστού. Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος καταγόταν από τη Μονεμβασιά, όπου και βρίσκεται σήμερα ο τάφος του. Η Μονεμβασία είναι κτισμένη πάνω σε ασβεστολιθικό βράχο στη νοτιοανατολική ακτή της Πελοποννήσου, περίπου 20 ναυτικά μίλια από το ακρωτήριο Μαλέας. Ο βράχος έχει μήκος 1,5 χιλιόμετρο, μέγιστο πλάτος 600 μέτρα και μέγιστο ύψος 198,5 μέτρα. Γύρω από τους γκρεμούς υπάρχει λωρίδα ξηράς. Η κορυφή του βράχου είναι σχετικά ομαλή και κεκλιμένη. Αν και δεν περιγράφεται ως νησί από αρχαίους περιηγητές όπως ο Στράβων και ο Παυσανίας, περιγράφουν ότι είχε μορφή παρόμοια με τη σημερινή. Οι γεωλογικές μεταβολές τις τελευταίες τρεις χιλιετίες ήταν μικρές και αποτελούσαν κυρίως βύθιση ή ανύψωση εκτάσεων γης, όπως αυτές που προκλήθηκαν από ισχυρό σεισμό το 365 Μ.Χ.. Σήμερα η Μονεμβασιά συνδέεται με τη ξηρά με γέφυρα, στην οποία υπάρχει άνοιγμα για να περνούν βάρκες. Στο παρελθόν, εκατέρωθεν της γέφυρας υπήρχε λιμάνι. Στην κορυφή του βράχου βρίσκεται η Πάνω Πόλη και η Κάτω Πόλη βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του βράχου.
Η Μονεμβασιά ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ. από την μετεγκατάσταση σε αυτή των κατοίκων της Αρχαίας Σπάρτης, η οποία τότε ήταν γνωστή ως Λακεδαίμονα. Η Σπάρτη, συνέχισε να κατοικείται μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ., παρά τους σεισμούς, τις επιδρομές Γότθων το 395 Μ.Χ. υπό τον Αλάριχο και Βανδάλων το 468 Μ.Χ. υπό τον Γιζέριχο και την επιδημία πανώλης το 541-43 Μ.Χ.. Τα αρχαιολογικά ευρήματα τοποθετούν την ίδρυση της Μονεμβασιάς στην βασιλεία του Ιουστινιανού. Από τότε χρονολογείται το πρώτο στάδιο βασιλικής του Χριστού Ελκόμενου στο κέντρο της Κάτω Πόλης. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού, λόγω διαφόρων καταστροφών, είτε φυσικών είτε λόγω επιδρομών, οι πόλεις γνώρισαν κάμψη. Ο Ιουστινιανός προχώρησε σε οικιστική αναδιαμόρφωση, μετακινώντας ολόκληρο των πληθυσμό πόλεων σε νέες τοποθεσίες και συχνά άλλαζε το όνομα της πόλης. Τέτοιες μετακινήσεις αναφέρονται από τον Προκόπιο στο Περί κτισμάτων, αν και οι αναφορές του για την Πελοπόννησο είναι σπάνιες. Το κείμενο του 15ου αιώνα Αναφορά προς τον Πατριάρχη, γραμμένο από τον μητροπολίτη Μονεμβασίας Ισίδωρο, αναφέρει ότι η μετακίνηση του πληθυσμού έγινε επί Ιουστινιανού. Μια άλλη πόλη που μετακινήθηκε στην ίδια περίοδο ήταν η Αιπεία Μεσσηνίας, η οποία μετακινήθηκε στην Κορώνη. Παρομοίως, η τοποθεσία της Σπάρτης κρίθηκε ανεπαρκώς οχυρή και επιρρεπής σε μακροχρόνιους αποκλεισμούς λόγω της μεγάλης απόστασής της από το λιμάνι, ενώ με την μετακίνηση της πρωτεύουσας στη Κωνσταντινούπολη, τα πλοία από το Γύθειο έπρεπε να παραπλέουν πλέον το ακρωτήριο Μαλέας. Οι αρχές της πόλης προχώρησαν όχι μόνο σε μετακίνηση του πληθυσμού της Σπάρτης, ιδρύοντας τη Μονεμβασιά, αλλά και αναδιοργάνωση των οικισμών της νοτιοανατολικής Λακωνίας. Η αναδιοργάνωση περιλάμβανε την εγκατάσταση στα ορεινά περάσματα του Πάρνωνα και στη μετανάστευση από το Γύθειο. Το Χρονικό της Μονεμβασιάς αναφέρει ότι μέρους του πληθυσμού μετεγκαταστάθηκε στη Σικελία. Επειδή η ανοικοδόμηση, μετακίνηση και εγκατάσταση του πληθυσμού στη νέα θέση πρέπει να ολοκληρώθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, είναι πιθανόν οι δύο πόλεις να συνυπήρχαν για κάποιο χρονικό διάστημα. Μαζί με τους κατοίκους, μετακινήθηκε και η έδρα της επισκοπής Λακεδαιμονίας, αν και διατήρησε το παλιό της όνομα.
Η Μονεμβασιά λόγω της θέσης πάνω σε σημαντικούς θαλάσσιους δρόμους, όπως αυτός που τη συνέδεε με τη Σικελία, αναπτύχθηκε σε εμπορικό και καλλιτεχνικό κέντρο. Στην Κάτω Πόλη βρέθηκε χάλκινο νόμισμα κομμένο στη Σικελία του Φιλιππικού Βαρδάνη. Η παλαιότερη γνωστή μνεία στη Μονεμβασία χρονολογείται από την τρίτη δεκαετία του 8ου αιώνα, και γίνεται από τον προσκυνητή Βιλιβάλδο, ο οποίος ταξίδευσε από τη Σικελίαστους Άγιους Τόπους με ενδιάμεση στάση στη Μονεμβασιά. Η Μονεμβασιά αναφέρεται επίσης από τον Θεοφάνη Ομολογητή, ο οποίος περιγράφει την άφιξη της πανούκλας στο Βυζάντιο το 746-747. Η καίρια θέση της Μονεμβασιάς στο θαλάσσιο δρόμο προς την ανατολική Μεσόγειο υπήρξε στόχος πειρατικών επιδρομών στους επόμενους αιώνες, καθώς και επιδρομών ηγεμόνων της Δύσης. Οι επιδρομές Αράβων αρχίζουν τον 9ο αιώνα και μετά την εγκατάστασή τους στην Κρήτη, οι επιδρομές πολλαπλασιάζονται. Στις αρχές του 10ου αιώνα, η εκκλησιαστική έδρα της Μονεμβασιάς μεταφέρθηκε από την δικαιοδοσία της εκκλησίας της Ρώμης στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, όπου υποβαθμίστηκε σε επισκοπή της Κορίνθου. Παρόλα αυτά, η Μονεμβασιά συνέχισε να αναπτύσσεται, ενώ παράλληλα διατηρούσε προνόμια, ανάμεσα στα οποία ήταν και η αυτοδιοίκηση. Κατά τη διάρκεια του 11ου και 12ου αιώνα, η Μονεμβασιά γνώρισε εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη. Εκείνη την περίοδο, ο οικισμός εξαπλώθηκε σε όλο το βράχο και όχι μόνο στην αθέατα πλευρά του και σε ανοικοδομήθηκαν σημαντικά μνημεία, όπως ο ναός της αγίας Σοφίας στην πάνω πόλη και ο ναός του Ελκόμενου Χριστού, ο οποίος ανακατασκευάστηκε εκείνη την περίοδο, πιθανόν λόγω της τοποθέτησης της εικόνας του Χριστού Ελκόμενου στο ναό. Την εποχή των Κομνηνών, η Μονεμβασία είχε εξελιχθεί σε φύλακα της δυτικής εισόδου του Αιγαίου. Το 1147 πλοία του Νορμανδου βασιλιά της Σικελίας Ρογήρου Β' προσπάθησαν να την καταλάβουν χωρίς επιτυχία και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν με σοβαρές απώλειες. Ο άρχων της Μονεμβασιάς κατά τη διάρκεια της επίθεσης Θεόδωρος Μαυροζώμης στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην αυτοκρατορική αυλή και μετά τη Μάχη του Μυριοκέφαλου ετέθη επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας του στρατού και εν συνέχεια του δόθηκε το αξίωμα του μεσάζοντα. Ο Μανουήλ Μαυροζώμης ήταν γιος του Θεόδωρου. Επίσης, Μονεμβασιώτες είχαν αναλάβει τη διοίκηση των Κυθήρων, αρχικά ο Γεώργιος Παχής και ύστερα οι Ευδαιμογιάννηδες, οι οποίοι διοικούσαν το νησί μέχρι το 1204. Οι Λατίνοι πολιόρκησαν ανεπιτυχώς τη Μονεμβασιά το 1222. Το 1252, ύστερα από πολιορκία τριών χρόνων, ο γιος του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου Γουλιέλμος Β', πρίγκιπας της Αχαΐας, κατέλαβε τη Μονεμβασία. Όσοι κάτοικοι της Μονεμβασιάς δεν επιθυμούσαν να παραμείνουν στην υπό λατινική κατοχή πόλη αναχώρησαν για τις Πηγές στη Βιθυνία, οι οποίες απέκτησαν τα ίδια εμπορικά προνόμια με τη Μονεμβασιά. Η ίδια η Μονεμβασία διατήρησε τα προνόμια που είχε, με μόνη υποχρέωση της αγγαρεία στα καράβια, και έγινε έδρα Λατίνου επισκόπου. Όταν ο Γουλιέλμος αιχμαλωτίστηκε από τους Βυζαντινούς στη μάχη της Πελαγονίας στην Μακεδονία το 1259 και αρνήθηκε να παραχωρήσει τις Φραγκικες κτήσεις του στην Πελοπόννησο με αντάλλαγμα την απελευθέρωσή του, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ τον κράτησε αιχμάλωτο μέχρι το 1262, οπότε δέχθηκε να παραδώσει στους Βυζαντινούς τα κάστρα της Μονεμβασιάς, του Μυστρά, της Μαΐνης και του Γερακίου. Η Μονεμβασία ορίστηκε έδρα Βυζαντινού στρατηγού και έδρα Ορθόδοξου μητροπολίτη, ενώ παράλληλα παραχωρήθηκαν στους κατοίκους σημαντικά προνόμια, που ανανεώθηκαν και διευρύνθηκαν από τον Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο (1282-1328). Η ακμή της πόλης υπήρξε ραγδαία: εκτός από την αύξηση του πληθυσμού, που κύρια επίδοσή του ήταν το εμπόριο και η ναυτιλία, δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις για την πνευματική και εκκλησιαστική ανάπτυξη, σε βαθμό που η ως το 1460 περίοδος να θεωρείται «χρυσή εποχή» της πόλης. Την ειρηνική ζωή της Μονεμβασίας κατά τον 14ο και το α' μισό του 15ου αιώνα τάραξαν πειρατικές επιδρομές και εσωτερικές συγκρούσεις, που δεν επηρέασαν εν τούτοις την ιστορική της πορεία στα πλαίσια του δεσποτάτου του Μορέως. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους και η κατάλυση του δεσποτάτου υπήρξαν αφετηρία για την προϊούσα παρακμή της πόλης, παρά τις ελάχιστες περιόδους ανάκαμψης. Ήδη από το 1395 τουρκική φρουρά αναφέρεται στη Μονεμβασία, σε μια προσωρινή κατάληψή της και το 1460 ο Μωάμεθ Β' έφθασε στην Κόρινθο, προχώρησε προς τη Λακωνία, κατέλαβε τα φρούρια της Αχαΐας και της Ηλείας και τον Ιούλιο του 1461 παραδόθηκε το Σαλμενίκο, τελευταίο κάστρο του ελληνικού δεσποτάτου. Έτσι, εκτός από τις βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου και τη Μονεμβασία, που είχε παραχωρηθεί με σύμφωνη γνώμη του Θωμά Παλαιολόγου στον πάπα Πίο Β', η τουρκική κατάκτηση της νευραλγικής αυτής για το Βυζάντιο περιοχής είχε ολοκληρωθεί. Στα τέλη του 1463 η Μονεμβασία περιήλθε στους Βενετούς, στους οποίους παρέμεινε ως το 1540, όταν με τη Βενετοτουρκική συνθήκη ειρήνης της 2ας Οκτωβρίου παραδόθηκε στους Τούρκους. Οι περισσότεροι κάτοικοί της τότε την εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στα βενετοκρατούμενα νησιά, κυρίως στην Κέρκυρα και στην Κρήτη.
Το φρούριο της Μονεμβασίας πολιορκήθηκε κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης από ξηρά και θάλασσα και ύστερα από τετράμηνη πολιορκία παραδόθηκε στους Έλληνες στις 23 Ιουλίου 1821. Ακολούθησαν διαμάχες για την διανομή των λαφύρων και τη διοίκηση, οι οποίες οδήγησαν στην αναρχία. Τον Ιανουάριο του 1827 έφτασε στο φρούριο ο Δημήτριος Πλαπούτας με 200 στρατιώτες και οι κάτοικοι και οι έφοροι της Μονεμβασιάς συμφώνησαν να παραδοθεί σε αυτόν η διοίκηση του κάστρου, ώστε να απελευθερωθεί το φρούριο, όπως και εγένετο με απόφαση της Εθνικής Συνέλευσης την 1η Μαρτίου 1827. Όμως, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης συνέχισε να προσπαθεί να κατακτήσει το φρούριο, με αποτέλεσμα ο Πλαπούτας να αποχωρήσει, μη αποδεχόμενος αυτή τη συμπεριφορά, και τελικά ο Μαυρομιχάλης να τεθεί επικεφαλής του κάστρου. Οι συνεχείς αυτές έριδες απέτρεψαν τη Μονεμβασιά από τη δυνατότητα να μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις σχετικά με τη ίδρυση του ελληνικού κράτους και να μην καταφέρει να αποκτήσει την παλιά της αίγλη. Στην στατιστική περιγραφή της Μονεμβασιάς το 1828, η Μονεμβασιά είχε 659 κατοίκους, ενώ τα περισσότερα από τα σπίτια ήταν κατεστραμμένα. Νέος φρούραρχος της Μονεμβασιάς ορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης. Ανάμεσα στα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ήταν η φύλαξη του φρουρίου και η επισκευή των κτιρίων, καθώς δεν επαρκούσαν ούτε για τη στέγαση των δημόσιων υπηρεσιών. Η Μονεμβασιά συνέχισε να βρίσκεται σε δεινή κατάσταση για πολλά ακόμη χρόνια, αλλά παρέμεινε το μεγαλύτερο χωριό της και κατά τη διοικητική αναδιάταξη του 1833, η Μονεμβασιά παρέμεινε έδρα της επαρχίας, η οποία όμως από επαρχεία Μονεμβασιάς μετονομάζεται σε επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς. Η Μονεμβασιά παρέμεινε έδρα της επαρχίας Μονεμβασιάς μέχρι το 1864, όταν η έδρα μεταφέρθηκε στους Μολάους, αλλά παρέμεινε έδρα δήμου, μέχρι την κατάργησή του το 1913. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ήταν έδρα ειρωνοδικείου, τελωνείου, τηλεγραφείου, αστυνομίας και σχολαρχείου. Σύμφωνα με τις απογραφές, υπήρχε μείωση του πληθυσμού μέχρι τη δεκαετία του 1970. Οι κάτοικοι της Μονεμβασιάς είτε μετανάστευσαν στην Αθήνα είτε μετοίκησαν στη Γέφυρα, απέναντι από τη Μονεμβασιά. Στην απογραφή του 1951, από τους 522 κατοίκους της κοινότητας, στη Γέφυρα ζούσαν οι 261, στην παλιά πόλη οι 178 και στην Αγία Κυριακή 83. Ο πληθυσμός της παλιάς πόλης συνέχισε να μειώνεται και το 1971 σε αυτήν ζούσαν μόλις 32 κάτοικοι. Η Μονεμβασιά συνέχισε να βασίζεται για την ύδρευσή της στις στέρνες μέχρι το 1964 και ο ηλεκτρισμός έφτασε το 1972. Το εμπόριο γινόταν ακτοπλοϊκώς, όπου τα προϊόντα μεταφέρονταν στο κοντινότερο μεγάλο λιμάνι, τον Πειραιά. Από τη δεκαετία του 1970 η Μονεμβασιά άρχισε να ακμάζει ξανά, αυτή τη φορά ως τουριστικός προορισμός. Οι Μονεμβασιώτες πούλησαν τα σπίτια τους σε ανθρώπους που επισκέπτονταν την Μονεμβασιά και τα αναστήλωσαν. Στις αναστηλώσεις κύριο λόγο έπαιξαν ο Αλέξανδρος και η Χάρις Καλλιγά. Παράλληλα, έντονη ανάπτυξη γνώρισε και η Γέφυρα. Η Μονεμβασιά έχει ακόμη να δείξει πλούσιο πολιτισμό. Ποικίλα πολιτιστικά ευρήματα θα βρεις στην Αρχαιολογική Συλλογή της Μονεμβασιάς, ενώ υπάρχουν και δυο λαογραφικά μουσεία, των Βελιών και της Ρειχιάς. Παράλληλα, το μέρος χαρακτηρίζεται και από επιλογές θρησκευτικού τουρισμού, καθώς διαθέτει δεκάδες μοναστήρια και εκκλησίες. Αν δε, βρεθείς το καλοκαίρι εκεί, αξίζει να παρευρεθείς στα Ρίτσεια, μεγάλο Φεστιβάλ, αφιερωμένο στο Γιάννη Ρίτσο. Αφεθείτε στη μαγεία του ταξιδιού στα σοκάκια της. Περπατήστε στην Κάτω Πόλη, δίπλα στο θαλασσινό τείχος, πλάι σε ερείπια μισογκρεμισμένων εκκλησιών. Κοιτάξτε ψηλά τα αρχοντικά της Πάνω Πόλης και από την κεντρική Τάπια τη θάλασσα να ησυχάζει. Καθώς το φως χάνεται και η σκιά της ιστορίας πέφτει στα σοκάκια, θα δείτε τα τείχη, όπως τα είδαν οι Ενετοί, οι Οθωμανοί και οι Βυζαντινοί χρόνια πριν. Και τότε θα νιώσετε και εσείς κάτοικος του κάστρου. Ανηφορίστε στην Πάνω Πόλη, για να θαυμάσετε τα αρχοντικά της ενετικής ελίτ. Η ανάσα κόβεται στη θέα της Αγίας Σοφίας που κρέμεται στην απότομη πλαγιά πάνω από τη θάλασσα. Μοιάζει με την Αγια-Σοφιά στην Πόλη και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα στη Μονεμβασιά. Περάστε στο εσωτερικό της και υψώστε το βλέμμα: οι διαστάσεις του τρούλου προκαλούν δέος. Συνεχίστε την ανάβαση. Από την ακρόπολη της μεσαιωνικής Πάνω Πόλης, όπου οι περιηγητές του 17ου αιώνα είδαν 500 καλοκτισμένα σπίτια, η θέα σε όλη την περιοχή είναι πανοραμική.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μονεμβασιά
https://www.huffingtonpost.gr/mylandingrunwaycom/-_5094_b_9701286.html
https://www.discovergreece.com/el/mainland/peloponnese/monemvasia