Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

Οι 10 κορυφαίοι Έλληνες ηγέτες του 20ου - 21ου αιώνα Μέρος 2ο

6) Ο Στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος (9 Δεκεμβρίου 1883 – 4 Οκτωβρίου 1955) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός. Διετέλεσε Αρχιστράτηγος κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο (1940-1941) και την περίοδο 1949 - 1951 και μετέπειτα Πρωθυπουργός της χώρας (1952 - 1955). Επίσης, ήταν 1 από τους 2 μοναδικούς κατόχους του βαθμού του Στρατάρχη (ο άλλος ήταν ο Θεόδωρος Γρίβας). Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 1883 και γονείς του ήταν ο τότε προσωπάρχης του Υπουργείου Στρατιωτικών, αντιστράτηγος Λεωνίδας Παπάγος και η Μαρία το γένος Αυγερινού Αβέρωφ, ανηψιά του εθνικού ευεργέτη εκ Μετσόβου Ιωαννίνων Γεωργίου Αβέρωφ. Ο δε παππούς του υπήρξε δάσκαλος των Δηλιγιανναίων και δικαστής. Ο πατέρας του Λεωνίδας, που είχε γεννηθεί το 1844 στη Σύρο - όπου η οικογένειά του, καταγόμενη από τις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας είχε εγκατασταθεί πριν από το 1821- σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων, εξήλθε ως αξιωματικός του Πυροβολικού και υπηρέτησε σε πολλές θέσεις, μεταξύ των οποίων και Προσωπάρχης στο Υπουργείο Στρατιωτικών μέχρι το1906, όταν και αποστρατεύθηκε με το βαθμό του Υποστράτηγου. Πέθανε το 1914. Το 1910 ορίστηκε υπασπιστής του Υπουργού των Στρατιωτικών Ε. Βενιζέλου και παρέμεινε μέχρι τις παραμονές του Α΄ Βαλκανικού πολέμου. Το 1911 νυμφεύτηκε τη Μαρία Καλίνσκυ, εγγονή του στρατηγού Τιμολέοντα Βάσσου, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, την Ειρήνη και το Λεωνίδα. Συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους ως Υπίλαρχος και Διαγγελέας του Αρχιστράτηγου διαδόχου Κωνσταντίνου λαμβάνοντας μέρος στις επιχειρήσεις για την κατάληψη των Ιωαννίνων και πολέμησε στη Μακεδονία. Ιδιαίτερα στη μάχη του Μπιζανίου (Φεβρουάριος 1913) προκειμένου να μεταφέρει διαταγή του Κωνσταντίνου διέδραμε έφιππος εχθρικό έδαφος επί 8ωρο. Για τις σπουδαίες υπηρεσίες του της περιόδου 1912-1913 τιμήθηκε με τον αργυρό σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους επέτυχε σε διαγωνισμό και εισήλθε στο «Σχολείο Ανωτέρων Σπουδών», (Ανωτάτης Σχολής Πολέμου) που είχε δημιουργηθεί από το Γάλλο συνταγματάρχη Μπουσκέ της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής, από το οποίο αποφοίτησε με σειρά επιτυχίας πρώτος. Ακόλουθα υπηρέτησε στο Α’ Σύνταγμα Ιππικού στη Θεσσαλονίκη ως Ίλαρχος και στο Γ' Σώμα Στρατού ως Επιτελής. Το 1916 με το βαθμό του Επίλαρχου υπηρέτησε ως Επιτελάρχης της Ταξιαρχίας Ιππικού. Μετά την επικράτηση του Βενιζέλου το 1917, θεωρούμενος δεδηλωμένος οπαδός του Κωνσταντίνου, αν και υπέβαλε παραίτηση στις 8 Αυγούστου του 1917 για πολιτικούς λόγους η νέα κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου τον εξόρισε διαδοχικά στα νησιά Ίο, Θήρα, Μήλο και Κρήτη. Μετά την εκλογές του 1920 και την μεταπολίτευση που ακολούθησε ο Α. Παπάγος ανακλήθηκε στο στράτευμα με αναδρομική απόδοση του βαθμού του αντισυνταγματάρχη (από 12-1-1918). Συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία στην αρχή ως Επιτελάρχης της Ταξιαρχίας Ιππικού και μετά Μεραρχίας Ιππικού όπου και παρέμεινε μέχρι την κατάρρευση του Μετώπου τον Αύγουστο του 1922. Για τις υπηρεσίες του στη Μικρά Ασία τιμήθηκε με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας. Μετά το Κίνημα Λεοναρδοπούλου - Γαργαλίδη τον Οκτώβριο του 1923 τέθηκε σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία. Επανήλθε για δεύτερη φορά στις τάξεις του στρατού το 1926 επί οικουμενικής κυβέρνησης (1926-1927) βάσει ειδικού νόμου και προήχθη αναδρομικά σε συνταγματάρχη. Φοίτησε στην Ανώτερη Σχολή Στρατηγικών Σπουδών που τελούσε υπό τη διοίκηση του Γάλλου στρατηγού Γιράρντ και στη συνέχεια υπηρέτησε στις ακόλουθες θέσεις: 1927- 1931 Διοικητής της Ταξιαρχίας Ιππικού Λάρισας. Το 1930 προάχθηκε σε Υποστράτηγο.1931- 1933 ανέλαβε Υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού.1933- 1935 τοποθετήθηκε Επιθεωρητής Ιππικού του Γ.Ε.Σ. και το 1935 ονομάστηκε αναδρομικά Αντιστράτηγος και διοίκησε τα Α΄ και Γ΄ Σώματα Στρατού. Μετά την πρωθυπουργοποίηση του Ι. Μεταξά από το Γεώργιο Β’ τοποθετήθηκε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού την 1η Αυγούστου 1936 με σκοπό τον απόλυτο έλεγχο του στρατεύματος κατά το επερχόμενο πραξικόπημα. Παρέμεινε στη θέση αυτή και κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου συμβάλλοντας στην αναδιοργάνωση και τον επανεξοπλισμό του ελληνικού στρατού υπό το πρίσμα του διαφαινόμενου πολέμου. Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ανέλαβε Αρχιστράτηγος των δυνάμεων του στρατού ξηράς καταφέρνοντας, παρά τις υλικές αδυναμίες και τον αρχικό αιφνιδιασμό, να οργανώσει την αποτελεσματική άμυνα της χώρας και την απώθηση των Ιταλικώνστρατευμάτων στην αλβανική ενδοχώρα. Παρέμεινε στην ηγεσία του στρατεύματος έως τις23 Απριλίου 1941 οπότε παραιτήθηκε προκειμένου να μη συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις της συνθηκολόγησης μετά τη ναζιστική εισβολή και προέλαση ενώ επέκρινε το στρατηγό Τσολάκογλου για το σχηματισμό δοσιλογικής κυβέρνησης. Στη διάρκεια της Κατοχής δημιούργησε μία πατριωτική οργάνωση, τη Στρατιωτική Ιεραρχία, στην οποία συμμετείχαν Έλληνες αξιωματικοί. Η αποκάλυψη της δράσης τους τον Ιούλιο 1943 συνοδεύτηκε από την αποστολή του, μαζί με τέσσερις αντιστράτηγους Κ.Μπακόπουλο, Ιωάννη Πιτσίκα, Π.Δέδε, και Γ.Κοσμά , σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, (στο Νταχάου, μεταξύ άλλων), στα οποία παρέμεινε μέχρι τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1945 και τον Ιούλιο του 1947 του απονεμήθηκε ο βαθμός του Στρατηγού εν αποστρατεία. Αρχικά ο Βασιλιάς Παύλος τον διόρισε Μεγάλο Αυλάρχη και στις 19 Ιανουαρίου του 1949 ανέλαβε τη Γενική Αρχηγία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, με στόχο την οριστική επικράτηση του εθνικού στρατού έναντι του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος. Η επιτυχής έκβαση του εμφυλίου πολέμου για τις εθνικές δυνάμεις οδήγησε τη Βουλή των Ελλήνων να ανακηρύξει με ΝΔ στις 17 Οκτωβρίου του 1949 τον Α. Παπάγο σε Στρατάρχη, τίτλος που απονεμήθηκε για πρώτη φορά σε Έλληνα στρατιωτικό.
7) Ο Ιωάννης Μεταξάς (Ιθάκη, 12 Απριλίου 1871 - Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1941) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και στη συνέχεια πρωθυπουργός και δικτάτορας (1936-1941). Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους. Επίσης, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στον Εθνικό διχασμό και το 1917 εξορίστηκε στην Κορσική. Με την επιστροφή του ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο κατάφερε πολλές φορές να εισέλθει στη Βουλή συγκεντρώνοντας όμως χαμηλά ποσοστά. Το 1936, κατόπιν διαφόρων συγκυριών, διορίστηκε Πρωθυπουργός της Ελλάδας, στη θέση του αποβιώσαντος Δεμερτζή και στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, κυβερνώντας έως το θάνατό του το 1941. Έμεινε στην ιστορία για την απόρριψη του Ιταλικού τελεσιγράφου της 28ης Οκτωβρίου 1940 και για την ταχεία πολεμική προπαρασκευή της Ελλάδας ενόψει του ελληνοϊταλικού πολέμου και της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα. Ο Μεταξάς δημιούργησε και διέδωσε την ιδεολογία του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού», στην οποία στηρίχτηκε το κράτος της 4ης Αυγούστου, και η οποία εμπνεόταν από την ιδεολογία του «Γ΄ Ράιχ» αλλά είχε πιο παραδοσιακά στοιχεία, όπως την θρησκευτική πίστη. Οι οπαδοί του καθεστώτος θεωρούσαν ότι οι σύγχρονοι Έλληνες οφείλουν να είναι οι συνεχιστές τουΑρχαίου (Α΄) και Βυζαντινού (Β΄) Πολιτισμού και να έχουν ως σκοπό τη φυλετική ενότητα του έθνους, καθώς και τη διατήρηση των παραδόσεων. Το ιδανικό πολίτευμα κατά τον Μεταξά δεν ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία, αλλά η στρατοκρατική Σπάρτη και η αρχαία Μακεδονία η οποία ενοποίησε πολιτικά την αρχαία Ελλάδα. Ο Μεταξάς προσπαθούσε να προβάλει τον εαυτό του ως τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας σε ένα διαιρεμένο έθνος, ενώ στρεφόταν εχθρικά απέναντι στον "παλαιοκομματισμό" και τις κοινοβουλευτικές τακτικές του παρελθόντος. Το καθεστώς Μεταξά δεν εφάρμοσε και δεν πίστευε σε μια ιμπεριαλιστική πολιτική και η ιδεολογία περί «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού» δε βρήκε πλατιά απήχηση στην Ελλάδα όσο βρήκε η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία στη Γερμανία. Προσπαθώντας να προσεταιριστεί τις τάξεις των αγροτών και των εργατών, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου έλαβε πρωτοβουλίες όπως η ρύθμιση των αγροτικών χρεών το 1937, η ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης, η καθιέρωση του θεσμού της υποχρεωτικής διαιτησίας μεταξύ εργατοϋπαλλήλων και εργοδοσίας και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και κυρίως η εφαρμογή αποφάσεων της περιόδου της αβασίλευτης δημοκρατίας για τη λειτουργία του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων το 1937, η οποία ωστόσο είχε δυνητική αξία, εξαιτίας της έλλειψης πόρων για τη χρηματοδότησή του και του αργού ρυθμού ασφάλισης των εργαζομένων. Τα αγροτικά προϊόντα άρχισαν να πωλούνται ακριβότερα, ενώ από πλευράς επενδύσεων η περίοδος της 4ης Αυγούστου μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή, αφού την περίοδο 1936-1938 ιδρύθηκαν 567 εργοστάσια. Ο προϋπολογισμός επίσης έδινε βάση στην στρατιωτική οργάνωση γι' αυτό ήταν και ιδιαίτερα αυξημένος. Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Μεταξάς προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Αγγλίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά και της Γερμανίας, με το ολοκληρωτικό καθεστώς της οποίας υπήρχε ιδεολογική συνάφεια, αλλά και στενότατοι οικονομικοί δεσμοί, αφού εκτός των άλλων η γερμανική κυβέρνηση είχε αγοράσει το 40% των ελληνικών καπνών. Γραμμή Μεταξά ονομάζεται η σειρά οχυρωματικών έργων, υπόγειων και επίγειων, κατά μήκος των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, που κατασκευάστηκαν με σκοπό την άμυνα τηςΕλλάδας σε περίπτωση εισβολής κατά τον επικείμενο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στον οποίο και απετέλεσε τελικά τον κύριο προμαχώνα της. Η Γραμμή Μεταξά αποτελεί το μεγαλύτερο ελληνικό οχυρωματικό έργο στην νεότερη ιστορία. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 3 π.μ., ο Ιταλός πρέσβης επισκέφθηκε τον Μεταξά και του έδωσε τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσε να επιτραπεί η είσοδος των ιταλικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Ο Μεταξάς αρνήθηκε να υπακούσει στο ιταλικό τελεσίγραφο για ελεύθερη είσοδο των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα.Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ' άλλους προσωπική ενέργεια και απόφαση. Σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων. Η Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1940 υπήρξε αποδέκτης προτάσεων εκ μέρους της Γερμανίας για παρέμβασή της προς ειρήνευση με την Ιταλία, τις οποίες ο Μεταξάς απέρριψε συνεπής με τη στρατηγική της ευθυγράμμισης με τη Μεγάλη Βρετανία. Με την άρνησή του να υποκύψει στους Ιταλούς απέκτησε, έστω και προσωρινά, τη γενική αποδοχή, γεγονός που υποβοήθησε σημαντικά στην πανεθνική προσπάθεια για απόκρουση και απώθηση των Ιταλών. Τον Ιανουάριο του 1941 οι Άγγλοι έκαναν πρόταση στον Μεταξά προκειμένου να φέρουν δυνάμεις στο μέτωπο της Ηπείρου. Ο Μεταξάς ζήτησε από τους Άγγλους 10 μεραρχίες μαζί με την ανάλογη αεροπορία. Οι Άγγλοι ανταπάντησαν ότι μπορούν να προσφέρουν 2 μεραρχίες με μικρή μόνο αεροπορική δύναμη. Τότε ο Μεταξάς απάντησε "Καλύτερα να μη μας στείλετε τίποτα. Το μόνο που θα καταφέρετε να κάνετε σε αυτή την περίπτωση είναι να προκαλέσετε επίθεση των Γερμανών." Ο Ιωάννης Μεταξάς απεβίωσε αιφνιδίως από βαριά φλεγμονή του φάρυγγος στις 29 Ιανουαρίου του 1941 και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής. Η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 31 Ιανουαρίου. Από πολλούς έχει υποστηριχθεί ότι ο θάνατός του οφείλεται σε επέμβαση των Άγγλων που δεν ήθελαν να επιτευχθεί συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τη Γερμανία. 
8) Ο Ναπολέων Ζέρβας (Άρτα, 17 Μαΐου 1891 -Αθήνα, 10 Δεκεμβρίου 1957) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, κινηματίας, ιδρυτής του ΕΔΕΣ και πολιτικός. Γεννήθηκε στην Άρτα στις 17 Μαΐου του 1891, Καταγόταν από την ιστορική σουλιώτικη φάρα των Ζερβαίων. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του κατατάχθηκε στον στρατό εθελοντικά και συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους. Δεν είχε κατορθώσει να αποφοιτήσει από τη Σχολή Ευελπίδων αλλά από τη Σχολή Υπαξιωματικών το 1914 Από το 1916 είχε συνταχθεί με τους Βενιζελικούς στη Θεσσαλονίκη διακρινόμενος ως επιτελάρχης του στρατηγού Ιωάννου στην ταξιαρχία Αρχιπελάγους. Την περίοδο αυτήν, σύμφωνα με τους Βρετανούς είχε αποκτήσει τάσεις επιδειξιομανίας. Το 1920 φτάνει στο βαθμό του ταγματάρχη προαγόμενος πάντοτε επ' ανδραγαθία. Όταν ηττήθηκαν οι Βενιζελικοί στις εκλογές του ίδιου έτους κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε μέλος της εκεί βενιζελικής Πολιτικής Επιτροπής. Το 1922 έλαβε μέρος στην επανάσταση του Πλαστήρα ενώ μετά συνδέθηκε με τον δικτάτορα Πάγκαλο και έγινε διοικητής τάγματος των σωματοφυλάκων του. Χρημάτισε από το 1925-26 φρούραρχος Αθηνών, ενώ το 1926 υπασπιστής του Προέδρου της Δημοκρατίας Παύλου Κουντουριώτη.Το 1926 ανατράπηκε ο Πάγκαλος και ο Ζέρβας ως ένας εκ των επίδοξων ανατροπέων του εκδιώχθηκε από τον στρατό. Ο Γεώργιος Κονδύλης τον Σεπτέμβριο του 1926 εξώθησε μεταξύ άλλων και τον Ζέρβα να κινηθεί εναντίον του, αλλά στη συνέχεια κατέπνιξε την κίνησή του. Αν και αρχικά καταδικάστηκε από στρατοδικείο, αργότερα αμνηστεύτηκε. Το 1928 συμμετείχε σε ένα νέο αποτυχημένο παγκαλικό πραξικόπημα. Το 1932 οι Βρετανικές υπηρεσίες διαθέτουν πληροφορίες πως ο Ζέρβας με χρήματα του βασιλόφρονα Πέτρου Μαυρομιχάλη σχεδίαζε να οργανώσει νέο πραξικόπημα κατά των Βενιζελικών, που όμως δεν πραγματοποίησε , αν και σύμφωνα με πληροφορίες είχε εμπλακεί και στην απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου. Τα δημοκρατικά πολιτικά φρονήματα του Ζέρβα στον μεσοπόλεμο είναι ρευστά. Άγγλος αξιωματικός αναφέρει πως σε συζήτηση που είχε με τον Ζέρβα, ο τελευταίος του παραδέχθηκε πως έγινε αντιμοναρχικός ύστερα από μια επιθεώρηση του διαδόχου Κωνσταντίνου το 1912 στη στρατιωτική σχολή όπου φοιτούσε , κατά την οποία ο διάδοχος είχε προσβάλει τα μέλη της σχολής και όταν ο Ζέρβας διαμαρτυρήθηκε, τιμωρήθηκε. Ο Ζέρβας σχεδίασε την εκδήλωση ενός κινήματος το καλοκαίρι του 1934 αλλά αποσοβήθηκε και ήταν ένας εκ των αξιωματικών που συμμετείχε στο κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Όμως απέτυχε μεταξύ άλλων και λόγω μη συντονισμένων ενεργειών, όπως της με έγκαιρης μετάβασης του Ζέρβα στα θωρακισμένα οχήματα. Στους πρώτους μήνες του 1937 ο Ζέρβας έρχεται σε επαφή με το απότακτο βενιζελικό αξιωματικό Λεωνίδα Σπάη και σχηματίζει αντιδικτατορικό πυρήνα που οδήγησε στο σχηματισμό της οργάνωσης Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος με σκοπό την ανατροπή του Μεταξικού καθεστώτος. Το Μεταξικό καθεστώς τον φυλακίζει επειδή τον υποπτεύεται για συνωμοσία με γερμανόφιλους κύκλους.Ανακτά την ελευθερία του λίγο μετά τη γερμανική εισβολή. Μετά την απελευθέρωσή του από τη φυλακή αρχίζει να θέτει τα θεμέλια ίδρυσης Εθνικής Οργάνωσης, αλλά συλλαμβάνεται από τους Ιταλούς,για να απελευθερωθεί χάρις στην μεσολάβηση του Νικόλαο Λούβαρη και στις 9 Σεπτεμβρίου ιδρύει τον ΕΔΕΣ. Τον Μάρτιο του 1943 ο Ζέρβας συμβιβάστηκε με τη μοναρχία και αργότερα, το ίδιο έτος, αποκαταστάθηκε στον ελληνικό στρατό. Τον Αύγουστο του 1944 προάγεται τιμητικά από την κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου σε υποστράτηγο. Κατά το τέλος της Κατοχής, ο Ζέρβας με το ΕΔΕΣ ήταν υπεύθυνοι για την απέλαση των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας, που αριθμούσαν περ. 20.000. Οι Τσάμηδες, αλβανόφωνη μουσουλμανική κοινότητα, ελάχιστα ενσωματωμένη στην ελληνική κοινωνία, υποστήριξαν τον αλβανικό αλυτρωτισμό και είχαν τη στήριξη της ιταλικής φασιστικής προπαγάνδας. Ένα μεγάλο τμήμα των Τσάμηδων συνεργάστηκε με τις κατοχικές δυνάμεις του Άξονα και ήταν υπεύθυνο για εγκληματικές πράξεις κατά του τοπικού ελληνικού πληθυσμού. Ένα μικρό τμήμα συνεργάστηκε αργότερα με τον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όμως παρ' όλα αυτά η πλειοψηφία προτίμησε τον δωσιλογισμό και τη συμμαχία με τις κατοχικές δυνάμεις.Στις 18 Ιουνίου 1944, ο ΕΔΕΣ εξαπέλυσε επίθεση κατά της Παραμυθιάς στη Θεσπρωτία. Ύστερα από σύντομη συμπλοκή με τα συνασπισμένα τμήματα Γερμανών και Τσάμηδων, η πόλη απελευθερώθηκε. Σύντομα ξεκίνησαν πράξεις αντεκδικήσεων κατά των Τσάμηδων. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού συνεχίστηκαν οι επιθέσεις και οι βίαιες πράξεις που είχαν ως επακόλουθο τη φυγή τους προς τα αλβανικά σύνορα, από το φόβο γενίκευσης της βίας ως αποτέλεσμα της προηγούμενης συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις. Στα Δεκεμβριανά ο Ζέρβας και οι άνδρες του δέχθηκαν επίθεση υπέρτερων αριθμητικά δυνάμεων του ΕΛΑΣ οπότε αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν στην Κέρκυρα. Τον Μάρτιο του 1945 αποστρατεύεται με αίτησή του για να κατέλθει στην πολιτική και ιδρύει το κεντροδεξιό Εθνικό Κόμμα Ελλάδος. Λαμβάνει μέρος στις εκλογές του 1946, ζητώντας να διεξαχθούν με το πλειοψηφικό σύστημα, χωρίς όμως να εισακουσθεί- κατακτώντας 20 έδρες και ποσοστό 5, 96%. Στην κυβέρνηση Μαξίμου ανέλαβε αρχικά Άνευ Χαρτοφυλακίου. Στη συνέχεια ανέλαβε το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως (23 Φεβρουαρίου 1947), στο οποίο παρέμεινε μέχρι τις 29 Αυγούστου 1947. Στις εκλογές του 1950 περιορίζεται στις 7 έδρες. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1950 ανέλαβε το υπουργείο Δημοσίων Έργων στην κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου. Στη συνέχεια εκτίθεται με συνδυασμό του Κόμματος των Φιλελευθέρων στις εκλογές του 1951 και το 1952 εκθέτει ανεξάρτητη υποψηφιότητα στην εκλογική περιφέρεια Άρτης. Πέθανε το 1957.
9) Στις 25 Οκτωβρίου 1880 (ή 1885) γεννήθηκε στη Σάντα του Πόντου ο Γιάννης Πασσαλίδης, μία από τις πλέον εμβληματικές φυσιογνωμίες του αριστερού κινήματος στη χώρα μας. Η πορεία ζωής του Πασσαλίδη ήταν η πορεία ενός ανθρώπου ο οποίος αντελήφθη από νωρίς την αναγκαιότητα επίλυσης του κοινωνικού ζητήματος. Η επιλογή αυτή καθόρισε την κοινωνική, πολιτική και επαγγελματική του δράση. Ο Πασσαλίδης ήταν από εκείνες τις συναρπαστικές προσωπικότητες που ξεπήδησαν μέσα από τις μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις, συμπύκνωσαν το πνεύμα της εποχής τους και διαμόρφωσαν τις εξελίξεις. Η παρουσία του ήταν καταλυτική σε συγκεκριμένες περιόδους της ελληνικής Ιστορίας, λειτουργώντας πάντα ενισχυτικά για την προώθηση της υπόθεσης της Αριστεράς. Η πολιτική δραστηριότητα του Πασσαλίδη εκκινεί από τα φοιτητικά του χρόνια μέσα από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Ρωσίας, κάτι που του κοστίζει τη διαγραφή του από την Ιατρική Σχολή της Οδησσού. Με σημαντικές οικονομικές θυσίες της οικογένειάς του και κυρίως του αδελφού του Γαβριήλ, ολοκληρώνει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας το 1910 και εν συνεχεία ασκείται στις ειδικότητες του γενικού χειρουργού και μαιευτήρα. Η δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα τον βρίσκει χειρουργό - μαιευτήρα στο Σοχούμι της Γεωργίας, όπου το επιστημονικό του κύρος και κυρίως η προσωπικότητά του εξασφαλίζουν ιδιαίτερη κοινωνική προβολή και αναγνώριση. Εξακολουθεί να δραστηριοποιείται πολιτικά με το γεωργιανό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και μάλιστα με την ώς τότε κυρίαρχη τάση των μενσεβίκων. Μετά την κήρυξη της ανεξαρτησίας της Δημοκρατίας της Γεωργίας το 1918, εκλέγεται βουλευτής (1919) με το κόμμα των σοσιαλδημοκρατών και το 1920 ορκίζεται υπουργός Εξωτερικών Υποθέσεων, θέση που κατέχει μέχρι και την κατάλυση της εν λόγω πολιτειακής διευθέτησης από τους μπολσεβίκους το 1921. Ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα στο αγώνα της δημιουργίας ανεξάρτητης ελληνικής Ποντιακής Δημοκρατίας. Την ίδια χρονιά καταφεύγει στο Βερολίνο μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Γεωργίας και τον Οκτώβριο του 1922 εγκαταλείπει τη Γερμανία και φθάνει στη Θεσσαλονίκη όπου εγκαθίσταται στη συνοικία Χαριλάου, πολλοί κάτοικοι της οποίας προέρχονταν από τον Πόντο και τη Ρωσία. Από το 1923 έως το 1930 υπηρετεί ως διευθυντής του «Ρωσικού Νοσοκομείου» της Θεσσαλονίκης - το οποίο είχε μετονομαστεί το 1925 σε «Μακεδονική Μαιευτική Κλινική». Την ίδια περίοδο λειτουργεί και τη δική του μαιευτική κλινική. Η φήμη του στην πόλη και την ευρύτερη περιοχή εξαπλώνεται τόσο λόγω των ιατρικών του ικανοτήτων όσο και λόγω των δωρεάν υπηρεσιών που προσφέρει σε φτωχές οικογένειες, κάτι που τον αναδεικνύει σε «γιατρό των φτωχών». Το 1923 εκλέγεται βουλευτής Θεσσαλονίκης με τον συνδυασμό της Δημοκρατικής Ένωσης του Αλέξανδρου Παπαναστασίου και τίθεται επικεφαλής μίας άτυπης ομάδας επτά σοσιαλιστών βουλευτών κατά τη διάρκεια της Δ' Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης. Στις εκλογές του 1926 κατέρχεται στη Θεσσαλονίκη ως επικεφαλής δικού του συνδυασμού (Σοσιαλιστική Εργατοαγροτική και Προσφυγική Παράταξις), όπου και λαμβάνει ένα ποσοστό 0,18%. Στο επόμενο διάστημα συνεργάζεται με τους αγροτιστές του φίλου του Κώστα Γαβριηλίδη, αλλά και με άλλες σοσιαλιστικές ομάδες. Το 1931, ως εκπρόσωπος του Σοσιαλιστικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, συνιδρύει, με εκπρόσωπους σοσιαλιστικών οργανώσεων από όλη τη χώρα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος (ΣΚΕ). Κατά τη διάρκεια της Κατοχής φυλακίζεται για μία εβδομάδα στις φυλακές του Επταπυργίου, ενώ μετά την απελευθέρωση γίνεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Πολιτικού Συνασπισμού Κομμάτων του ΕΑΜ. Η απόπειρα κατά της ζωής του (28 Αυγούστου 1945) δεν τον πτοεί και παραμένει στον πολιτικό συνασπισμό ως επικεφαλής του (νέου) Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος, ακόμη και μετά τη δημιουργία του ΣΚΕΛΔ στις αρχές του 1946. Ως εκπρόσωπος του ΣΚΕ μετέχει στη συγκρότηση της ΕΔΑ το 1951 και αναδεικνύεται πρόεδρός της. Η ανάδειξη του Πασσαλίδη στην προεδρία της ΕΔΑ πρέπει να αποδοθεί τόσο στον χαρακτήρα και στην προσωπικότητά του όσο και στην κοινωνική του δράση. Ο Πασσαλίδης εκλέγεται βουλευτής συνεχώς από το 1951 έως το 1964 -με εξαίρεση το 1952, που η ΕΔΑ έμεινε εκτός Βουλής- και είναι επικεφαλής της μεγάλης κοινοβουλευτικής ομάδας της ΕΔΑ μετά τις εκλογές του 1958. Στις 14 Μαρτίου 1968 πεθαίνει στη Θεσσαλονίκη, ευρισκόμενος σε κατ' οίκον περιορισμό από το απριλιανό καθεστώς.
10) Ο Ιων Δραγουμης ήταν διπλωμάτης, πολιτικός και συγγραφέας. Aνάλωσε τη ζωή του στην προάσπιση των εθνικών υποθέσεων, μέχρις ότου πέσει και ο ίδιος θύμα του Εθνικού Διχασμού το 1920. Μαζί με τους φίλους του Περικλή Γιαννόπουλο και Αθανάσιο Σουλιώτη - Νικολαΐδη, υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του ελληνικού ρομαντικού εθνικισμού των αρχών του 20ου αιώνα. Με καταγωγή από το Βογατσικό της Καστοριάς, ο Ίων Δραγούμης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Σεπτεμβρίου του 1878. Ήταν ο πέμπτος γιος του δικαστικού και μετέπειτα πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη και της Ελισάβετ Κοντογιαννάκη. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1897 κατατάχτηκε εθελοντής στον άτυχο για τα ελληνικά όπλα ελληνοτουρκικό πόλεμο. Το 1899 εισήλθε στο διπλωματικό σώμα και το 1902 τοποθετήθηκε ως υποπρόξενος στο Γενικό Προξενείο του Μοναστηρίου. Από τη θέση αυτή και με τη συνεργασία του πατέρα του και του γαμπρού του Παύλου Μελά εργάστηκε επίμονα για την οργάνωση των ορθοδόξων κοινοτήτων της Μακεδονίας κατά των Βούλγαρων σχισματικών, γνωστών και ως κομιτατζήδων. Τα επόμενα χρόνια υπηρέτησε ως πρόξενος στις Σέρρες (1903), στον Πύργο Βουλγαρίας, στη Φιλιππούπολη (1904), στην Αλεξανδρούπολη (τότε Δεδέαγατς) και στην Αλεξάνδρεια, όπου γνώρισε τους δύο έρωτες της ζωής του: την Πηνελόπη Δέλτα και τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Το 1907 τοποθετήθηκε στο προξενείο της Κωνσταντινούπολης με τον βαθμό του γραμματέα. Η παραμονή του εκεί συνέπεσε με την Επανάσταση των Νεοτούρκων. Οι επαγγελίες των επαναστατών «περί ισοπολιτείας των διαφόρων εθνοτήτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία» φάνηκαν να δικαιώνουν ορισμένες απόψεις του, που θεωρούσαν ότι η λύση του ελληνικού ζητήματος θα μπορούσε να αναζητηθεί όχι με την ενσωμάτωση των αλύτρωτων πατρίδων στο Ελληνικό Κράτος, αλλά με τη «δημιουργία των συνθηκών που θα επέτρεπαν την ελεύθερη οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ανάπτυξη των Ελλήνων στην ανατολική τους κοιτίδα». Ο Δραγούμης πίστευε στην ελληνοτουρκική συνεννόηση και φοβόταν τον από βορρά σλαβικό κίνδυνο. Από το 1909 υπηρέτησε διαδοχικά στις πρεσβείες της Ρώμης και Λονδίνου, αναμίχθηκε στο Επαναστατικό Κίνημα του Γουδή (1909), ενώ το 1911 οργάνωσε στην Πάτμο συνέδριο για την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε στο επιτελείο του Αρχιστρατήγου Διαδόχου Κωνσταντίνου και τον Οκτώβριο του 1912 διαπραγματεύτηκε με τους Τούρκους την παράδοση της Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια διορίσθηκε διαδοχικά επιτετραμμένος στις πρεσβείες της Πετρούπολης, της Βιέννης, του Βερολίνου και το 1914 πρεσβευτής στην Πετρούπολη. Οι συχνές μεταθέσεις όλα αυτά τα χρόνια οφείλονταν στην άκαμπτη στάση του στα ευαίσθητα εθνικά θέματα και στις απρόβλεπτες πρωτοβουλίες που ανέπτυσσε. Τον Μάιο του 1915 παραιτήθηκε από τη διπλωματική υπηρεσία για να πολιτευθεί. Πήρε μέρος στις εκλογές της 31ης Μαΐου και εκλέχθηκε ανεξάρτητος βουλευτής Φλώρινας. Υποστηρικτής αρχικά του Ελευθέριου Βενιζέλου ήλθε σε ρήξη μαζί του, καθώς διέκρινε σημάδια αυταρχισμού και εθνικής υποτέλειας στην πολιτική του. Ο αντιβενιζελισμός του Δραγούμη δεν προερχόταν από κάποια τυφλή πίστη στη Μοναρχία, αλλά αντίθετα από την πίστη στην εθνική αυτοδιάθεση. Τον Ιανουάριο του 1916 εξέδωσε το περιοδικό Πολιτική Επιθεώρησις, που συμμεριζόταν τις επιλογές της αντιβενιζελικής παράταξης. Μετά την επιτυχία του βενιζελικού κινήματος το 1917 εξορίσθηκε με άλλους αντιβενιζελικούς πολιτικούς στην Κορσική, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος του πολέμου (1918). Επανήλθε στην Ελλάδα για να εξοριστεί αυτή τη φορά στη Σκόπελο. Απελευθερώθηκε στα τέλη του 1919 και ανέπτυξε δράση υπέρ της «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως», η οποία συσπείρωνε τους αντιβενιζελικούς. Ο Ίων Δραγούμης ήταν ένας από τους ηγέτες της, καθώς ξεχώριζε τόσο για τις πολιτικές και διπλωματικές του ικανότητες, όσο και για την πνευματικότητα και την αγνή φιλοπατρία του. Την επομένη της απόπειρας δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι (30 Ιουλίου 1920), ο Ίων Δραγούμης δολοφονήθηκε από βενιζελικούς αξιωματικούς στη διασταύρωση των οδών Βασιλίσσης Σοφίας (τότε Κηφισίας) και Παπαδιαμαντοπούλου. Η άσκοπη και άδικη δολοφονία του συγκίνησε το Πανελλήνιο και τον πολιτικό κόσμο. Το συγγραφικό του έργο, αποτελούμενο από πολιτικές μελέτες, άρθρα κοινωνικού προβληματισμού και λογοτεχνήματα, συντονίζεται με την εθνική και πολιτική του δράση. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες του δημοτικισμού στην Ελλάδα και συχνά υπέγραφε με το ψευδώνυμο Ίδας. Το πολιτικό του μανιφέστο εμπεριέχεται στο κείμενα Ελληνικός Πολιτισμός (1914) και Μονοπάτι, στο οποίο αναλύει τους σκοπούς της ύπαρξης του ελληνικού έθνους και το περιεχόμενο της εθνικής ιδεολογίας. Ο Ίων Δραγούμης πίστευε βαθιά στην κοινοτική ιδέα και όχι στην αυταπάτη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που μας «σαπίζει», όπως έλεγε.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ναπολέων_Ζέρβας
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Παπάγος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Μεταξάς
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γραμμή_Μεταξά
http://www.avgi.gr/article/4561959/giannis-passalidis-ena-protupo-aristerou-politikou
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Πασαλίδης
http://www.sansimera.gr/biographies/178

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου