Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Η πολύπλοκη και μεταβαλλόμενη σταση των Μεγάλων Δυνάμεων πρός την Ελληνική επανάσταση του 1821

H Ελληνική Επανάσταση εξερράγη υπό τους δυσμενέστερους οιωνούς: εφτά χρόνια μετά το Βατερλό, από την Ιβηρική Χερσόνησο ως την Ιταλία η Ευρώπη σείεται με εξεγέρσεις που απειλούν τα μοναρχικά καθεστώτα της. Ακριβώς την ίδια περίοδο (Ιανουάριος - Μάρτιος 1821) η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης βρήκε τους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων να συνεδριάζουν στο Λάιμπαχ για το πώς η Ιερά Συμμαχία θα καταστείλει τα απελευθερωτικά κινήματα στη Νεάπολη και στο Πεδεμόντιο. Και ενώ η καταστολή δεν έμοιαζε δύσκολη για τις πανίσχυρες ευρωπαϊκές απολυταρχίες, η ελληνική περίπτωση τις γέμιζε ανησυχίες γιατί απειλούσε την πολυπόθητη ισορροπία για την ευρωπαϊκή ήπειρο μετά τη συντριβή του Ναπολέοντα και απαιτούσε νέα στρατηγική και διπλωματία για τη διατήρηση της τάξης. Ο λόγος που η Ελλάδα αποτελούσε ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στα επαναστατικά κινήματα της εποχής ήταν όχι ένας, αλλά δύο: πρώτον, η Ελλάδα αποτελούσε γέφυρα ανάμεσα στις δύο ηπείρους και, δεύτερον, η ανατροπή του status quo με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δημιουργούσε νέες και απρόβλεπτες δυναμικές στην περιοχή. H τύχη του μεγάλου ασθενούς, όπως αποκαλείται η εξουσία που εκπροσωπούσε η Υψηλή Πύλη, βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής των Μεγάλων Δυνάμεων. Το Ανατολικό Ζήτημα έγινε διεθνές. Ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, εθνικά συμφέροντα και περίπλοκοι διπλωματικοί υπολογισμοί, που κάθε ανακτοβούλιο και κυβέρνηση της Ευρώπης διατηρούσε για τον εαυτό της, συσπείρωσαν τις Μεγάλες Δυνάμεις ενάντια στην ελληνική υπόθεση. Υπήρχαν λόγοι στρατηγικού ενδιαφέροντος και αυτοί ήταν πάλι δύο: η προστασία των μεγάλων δρόμων που οδηγούσαν στην Ασία και η παρεμπόδιση της καθόδου των Ρώσων στη Μεσόγειο. Το τελευταίο ανησυχούσε ιδιαιτέρως την Αγγλία και τη Γαλλία που έβλεπαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως τη μόνη ικανή δύναμη περιορισμού της ρωσικής επιρροής και κάθε απόπειρας εξόδου της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες της Μεσογείου. H υπόνοια ότι την Ελληνική Επανάσταση είχαν υποκινήσει οι Ρώσοι, υπουργός Εξωτερικών του τσάρου την ίδια εποχή ήταν ο Καποδίστριας, προκαλούσε ισχυρότερα ανακλαστικά, της Αγγλίας που έβλεπε ότι μια ανεξάρτητη και ελεύθερη Ελλάδα θα ήταν ανταγωνιστική ναυτική δύναμη για τα αγγλικά συμφέροντα. Ετσι εξηγείται ο αγγλικός φιλοτουρκισμός στις αρχές του Αγώνα. Ξένοι με τη θάλασσα οι Τούρκοι, χρησιμοποιούσαν άγγλους αξιωματικούς στα πληρώματα, αναφέρεται μάλιστα ότι πάνω από ογδόντα βρήκαν τον θάνατο τη στιγμή της πυρπόλησης της τουρκικής ναυαρχίδας στη Χίο από τον Κανάρη. Γνωστή είναι και η βοήθεια που προσέφεραν στον ανεφοδιασμό των Τούρκων σε διάφορες πολιορκίες οι Αγγλοι πρόξενοι που μετατρέπονταν άλλοτε σε κατασκόπους και άλλοτε σε αντιπροσώπους εμπορικών εταιρειών εφοδιάζοντας με αγαθά και πολεμικό υλικό την Υψηλή Πύλη. Κατά τον ιστορικό C.W. Crawley οι Αγγλοι υπήρξαν επί τρεις γενεές φιλότουρκοι απλώς και μόνο επειδή μισούσαν τους Ρώσους. Την ίδια στιγμή φοβόντουσαν μήπως αναβιώσει ο γαλλικός κίνδυνος και επιδίδονταν σε περίπλοκους διπλωματικούς ελιγμούς προκειμένου να εξασφαλίσουν ρυθμιστικό ρόλο στη μεταβατική περίοδο που θα ακολουθούσε μια ενδεχόμενη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο γάλλος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Cousinιry το 1822 αναφέρει λεπτομερώς σε υπόμνημά του προς το γαλλικό υπουργείο των Εξωτερικών τους λόγους που οδήγησαν την Αγγλία στο να υιοθετήσει τη συγκεκριμένη και χωρίς προσχήματα εχθρική στάση απέναντι στην ελληνική εξέγερση. Στο αναγεννώμενο ελληνικό έθνος η Αγγλία αναγνώρισε μια ναυτική δύναμη, έναν αντίπαλο που έπρεπε να πνιγεί στο λίκνο του. Αλλά και η Γαλλία, καίτοι αντίπαλος της Αγγλίας, δεν κράτησε εξαρχής ευνοϊκή στάση απέναντι στους εξεγερμένους Ελληνες. Από τη μια το κοινό της δέος με την Αγγλία σε ό,τι αφορούσε πιθανή κάθοδο των Ρώσων στη Μεσόγειο και από την άλλη η εμπορική της ανταγωνιστικότητα με το ελληνικό ναυτικό που έφερνε τους έλληνες εμπόρους σε κάθε γωνιά και αγορά της οθωμανικής Ανατολής, συνιστούσαν, αμφότεροι, ισχυρούς λόγους αντιπάθειας σε κάθε ελληνική προσπάθεια για ανεξαρτησία. Χώρια που οι Γάλλοι τον Αγώνα των Ελλήνων δεν τον είδαν ως απελευθερωτικό, αλλά ως μια ανταρσία, μια απείθεια κατά της καθεστηκυίας τάξης που άξιζε γι' αυτό να τιμωρηθεί και να περιορισθεί εν τη γενέσει της. H γαλλική μοναρχία είχε πολύ νωπή στη μνήμη της ακόμη την πληγή της γαλλικής Επανάστασης και ανησυχούσε «για την τρομακτική πρόοδο των νέων ιδεών που εκδηλώνονταν κάθε φορά υπό τον μανδύα του ανθρωπισμού». Εκείνη που πάντως δεν επρόκειτο να προκαλέσει έκπληξη με τη στάση της ήταν η Αυστρία. Για την εσωτερική και εξωτερική πολιτική του καγκελαρίου Μέτερνιχ που επιθυμούσε να πνίξει κάθε ιδέα φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος διακυβέρνησης της χώρας και καταδυνάστευσης των λαών, η ελληνική υπόθεση αποτελούσε επικίνδυνο παράδειγμα γιατί μπορούσε να προκαλέσει την εξέγερση και άλλων υποδούλων, χωρίς να εξαιρούνται ακόμη και οι δικοί της. H ωμή διατύπωση του ίδιου: «Εξω από τα ανατολικά μας σύνορα τριακόσιες ή τετρακόσιες χιλιάδες κρεμασμένοι, στραγγαλισμένοι ή παλουκωμένοι δεν είναι δα και σπουδαίο πράγμα», συνόψιζε τη σκληρότητα του σκοταδιστή Μέτερνιχ που ακόμη και οι ομόγλωσσοί του, γερμανοί φιλελεύθεροι, τον αποκαλούσαν κατ' εκτροπήν εκφώνησης του ονόματός του Mitternacht («μεσονύκτιο»). Φυσικά τον φόβο από μια πιθανή ρωσική επέκταση στον Νότο συμμεριζόταν και η Αυστρία. Γι' αυτό, ακόμη και όταν το 1825 η Βιέννη υποχρεωνόταν να αναγνωρίσει την ελληνική ανεξαρτησία, ο λόγος ήταν ένας: η εξουδετέρωση της ρωσικής επιρροής. H απομάκρυνση του Καποδίστρια δύο χρόνια νωρίτερα από τη θέση του στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, έργο συστηματικής υπόσκαψής του από τον Μέτερνιχ, διευκόλυνε εξίσου τα αυστριακά όσο και τα τουρκικά συμφέροντα, γεγονός που αναγνωρίστηκε από την Υψηλή Πύλη. Σε συνομιλία του Χοσρέφ πασά με τον πρεσβευτή της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη Franz Xavier Freiherr von Otenfels-Gswind διερμηνευόταν η ευγνωμοσύνη του σουλτάνου για τη συγκεκριμένη και άλλες σημαντικές εκδουλεύσεις της αυστριακής αυτοκρατορικής Αυλής προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και τώρα ερχόμαστε στην περίπτωση της Ρωσίας που, ως ομόθρησκη χώρα, φαινόταν ο φυσικός προστάτης των Ελλήνων. Φαινόταν, αλλά δεν ήταν, ανεξάρτητα από τον ρόλο που της απέδωσαν και τη στάση τελικά που υιοθέτησε η ρωσική εξωτερική πολιτική κατά του σταθερού εχθρού της, των Τούρκων. Οι τσάροι στην πραγματικότητα είχαν από τη μια να αντιμετωπίσουν μια εχθρική Τουρκία και από την άλλη έναν συνασπισμό αγγλογαλλικών συμφερόντων που απειλούσε να εισέλθει στη Βαλκανική μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βέβαια, η εξέλιξη των πραγμάτων στη συνέχεια προσέλαβε νέα δυναμική και παρά το ότι η Ρωσία, επηρεασμένη από τον Μέτερνιχ, αποκήρυξε το κίνημα του Υψηλάντη, ο απαγχονισμός του Πατριάρχη και οι σφαγές στην Πόλη μετέβαλαν τη ρωσική πολιτική, αν και όχι δραστικά στην αρχή. Εκείνο πάντως το οποίο ως γεγονός αποτέλεσε σταθερό παράγοντα ενθάρρυνσης των βαλκανικών λαών ήταν η μόνιμη ρωσοτουρκική αντιδικία που, με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης, παρέσυρε τη Ρωσία σε πόλεμο κατά της Τουρκίας ενώπιον μιας Ευρώπης έκπληκτης μπροστά στις απροσδόκητες, γι' αυτήν, εξελίξεις. Φιλοτουρκική τέλος υπήρξε και η πολιτική της Αμερικής που, προσηλωμένη στο δόγμα Μονρόε, παρά τις επίσημες υπέρ της ελληνικής ανεξαρτησίας διακηρύξεις, προσδοκούσε, απαθής και αμέτοχη σε βοήθεια προς τους επαναστατημένους Ελληνες, την εύνοια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προκειμένου επιτέλους να υπογράψει την πολυπόθητη γι' αυτήν εμπορική συμφωνία με την Τουρκία και να εκτοπίσει έτσι τα αγγλικά συμφέροντα. Βεβαίως αμερικανικός φιλελληνισμός υπήρξε και τεκμηριώνεται και από τις πηγές. Ωστόσο η αμερικανική συμπαράσταση είχε μόνο λαϊκή έκφραση και όχι κρατική. H πρώτη επίσημη ανάμειξη των ξένων στα ελληνικά πράγματα ήταν η ναυμαχία του Ναυαρίνου, που καθόρισε οριστικά τις σχέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων με την Υψηλή Πύλη. «Ατυχές συμβάν» το χαρακτήρισε η αγγλική κυβέρνηση. Πράγματι, απρόοπτα και τυχαία περιστατικά έκαναν τα κανόνια του ενωμένου στόλου των τριών Δυνάμεων να ηχήσουν. Στους Ελληνες δόθηκε ακόμη μία φορά η ευκαιρία να ηρωοποιήσουν την έξωθεν βοήθεια. Το Ναυαρίνο όμως ουσιαστικά νομιμοποιούσε τις ξένες επεμβάσεις στα εσωτερικά της χώρας. Πάντως η απόφαση της Υψηλής Πύλης να διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις της με τις τρεις Δυνάμεις και να κηρύξει ιερό πόλεμο μαζί τους ευνόησε τους επαναστατημένους, αφού διεθνοποίησε τη σύγκρουση. Στο μεταξύ, είκοσι ημέρες μετά την αποχώρηση των πρεσβευτών των τριών Δυνάμεων από την Κωνσταντινούπολη στην ελληνική διπλωματική σκηνή εμφανίζεται ο Καποδίστριας (Δεκέμβριος του 1827), ο οποίος ξεκινά τη μεγάλη μάχη, αφενός προκειμένου να διασφαλισθεί το διεθνές καθεστώς αυτονομίας της χώρας, και αφετέρου να εξασφαλισθεί η προς Βορρά συνοριακή γραμμή στο ύψος του Παγασητικού και Αμβρακικού. H συντριβή των Τούρκων στη διάρκεια του δεύτερου ρωσοτουρκικού πολέμου και η υπογραφή της Συνθήκης της Αδριανουπόλεως (1829) υποχρέωσαν την Τουρκία να δεχθεί όλους τους όρους που οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις θα έθεταν για την Ελλάδα. Το 1832 υπογράφηκε στην Κωνσταντινούπολη ο τελικός Διακανονισμός. H δράση των ξένων υπηρεσιών Οι στρατιωτικές κινήσεις των εμπολέμων στην επαναστατημένη Ελλάδα τράβηξαν αμέσως το ενδιαφέρον των ξένων κυβερνήσεων που έσπευσαν να στείλουν μυστικούς πράκτορές τους στην περιοχή. Οι Αγγλοι μάλιστα έστησαν στα Επτάνησα ως και παράρτημα ελέγχου της διακινούμενης αλληλογραφίας που διηύθυνε στο Λονδίνο η αρμόδια υπηρεσία της Lombard Street. Με τον τρόπο αυτόν η Αγγλία ήταν η καλύτερα ενημερωμένη, και λόγω παράδοσης στην οργάνωση των μυστικών της υπηρεσιών, ευρωπαϊκή δύναμη, χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι και η Γαλλία υστερούσε στον συγκεκριμένο τομέα. Ο ανταγωνισμός μάλιστα μεταξύ των δύο ήταν τέτοιος που, ενώ επίσημα είχαν χαρακτηρίσει την Ελληνική Επανάσταση ως ανταρσία, έφθασαν ακόμη και να διευκολύνουν ταξιδιώτες και εθελοντές που ζητούσαν να φθάσουν στην Ελλάδα, επιλέγοντάς τους μάλιστα, προκειμένου να τους ελέγχουν και να πληροφορούνται για το τι συνέβαινε τόσα μίλια μακριά, στην επαναστατημένη χώρα. Ετσι, ενώ κατά τον αγγλικό νόμο που χαρακτήριζε έγκλημα την κατάταξη βρετανού υπηκόου σε ξένο στρατό ο Gordon και ο Byron έπρεπε να συλληφθούν, όχι μόνο δεν εκρατήθησαν, αλλά ο τελευταίος βρέθηκε ακόμη και να φιλοξενείται από τον αγγλικό στρατό μετά την άφιξή του στην Κεφαλλονιά. H Γαλλία, πάλι, ενώ εφοδίαζε τον Μεχμέτ Αλή με πολεμικά σκάφη, την ίδια στιγμή άφηνε ανοιχτό το λιμάνι της Μασσαλίας για τις αποστολές εθελοντών πολεμικού υλικού ενώ δεν εμπόδιζε τη διεξαγωγή εράνων υπέρ του Ελληνικού Αγώνα. Ωστόσο είχε στήσει ειδική υπηρεσία για την επιλογή εθελοντών στους οποίους δίνονταν αυστηρές συστάσεις και οδηγίες για το είδος των πληροφοριών που ενδιέφεραν τον γάλλο μονάρχη. Από αυτούς οι πιο δυσαρεστημένοι στέλνονταν στον Μέτερνιχ ως απόδειξη εκδούλευσης στους κοινούς στόχους της Ιεράς Συμμαχίας.
Η στάση των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων μέχρι το συνέδριο της Βερόνας (1822) ήταν αρνητική απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση. Η στάση αυτή άρχισε να μεταβάλλεται και η μεταστροφή αυτή ξεκίνησε από την Αγγλία, η οποία ως ναυτική δύναμη είχε διαφορετικά συμφέροντα από τις άλλες ηπειρωτικές δυνάμεις. Στην Αγγλία κυριάρχησε η αντίληψη πως ένα μικρό ελληνικό κράτος, κάτω από την αγγλική επιρροή, θα μπορούσε να αντικαταστήσει το ρόλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως εμπόδιο της ρωσικής επέκτασης προς τη Μεσόγειο. Αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Αγγλίας σημειώθηκε όταν έγινε υπουργός των εξωτερικών ο Γεώργιος Κάνιγκ. Ο Κάνιγκ διέταξε τις βρετανικές αρχές της Επτανήσου να τηρούν ευνοϊκή στάση απέναντι στους `Ελληνες και στις 13/25 Μαρτίου 1823 αναγνώρισε το ναυτικό αποκλεισμό που είχαν επιβάλει οι `Ελληνες στις ελληνικές θάλασσες, αναγνωρίζοντας έτσι τους `Ελληνες ως έθνος εμπόλεμο. Αρχές του 1824, ο Τσάρος με υπόμνημα του πρότεινε ως λύση για το Ελληνικό Ζήτημα ένα σχέδιο που ονομάστηκε “σχέδιο των τριών τμημάτων”. Σύμφωνα μ’ αυτό θα δημιουργούνταν τρεις αυτόνομες ηγεμονίες στον ηπειρωτικό χώρο υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου, ενώ για τα νησιά του Αιγαίου προβλεπόταν ειδικό καθεστώς αυτονομίας. Οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις αποδέχθηκαν με επιφυλάξεις το σχέδιο, ενώ `Ελληνες και Τούρκοι το απέρριψαν. Η πρόταση του Τσάρου εξυπηρετούσε τα ρωσικά συμφέροντα, αποτελούσε όμως την πρώτη, έστω και μερική δικαίωση του Αγώνα. Ο ανταγωνισμός των Δυνάμεων θα τις οδηγήσει στην επέμβαση, όχι για την κατάπνιξη της επανάστασης, αλλά για να επιβάλλουν ειρήνευση στην περιοχή, αναγνωρίζοντας κρατική υπόσταση και για τους επαναστάτες. Η αγγλική κυβέρνηση γνώριζε πως με τη σύναψη των δανείων της ανεξαρτησίας ήταν σε θέση να ελέγχει τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Επιπλέον, προέτρεπε τους `Ελληνες να ζητήσουν επίσημα αγγλική προστασία. Το σχετικό υπόμνημα των Ελλήνων, που ονομάστηκε “ψήφισμα της υποτέλειας”, συντάχθηκε σε ώρες κρίσιμες για τον αγώνα. Επικρίθηκε όμως έντονα, ιδίως από το Δημήτριο Υψηλάντη. Η αγγλική πολιτική θριάμβευσε. Το αγγλόφιλο κόμμα ήταν στην κυβέρνηση τότε. Την περίοδο αυτή σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις στη Ρωσία: την 1η Δεκεμβρίου 1825 πεθαίνει ο Τσάρος Αλέξανδρος Α` και στο θρόνο ανεβαίνει ο Νικόλαος ο Α`, ο οποίος, με τελεσίγραφο του (17 Μαρτίου) 1826), ζητούσε από την Τουρκία μέσα σε 6 ημέρες να ικανοποιήσει παλιές διαφορές, που εκκρεμούσαν από το 1812 και 1821, αλλιώς ο ρώσος επιτετραμμένος Μινκιάκυ (Minciaky) θα εγκατέλειπε την Κωνσταντινούπολη. `Ετσι, υπογράφτηκε η συνθήκη του `Ακερμαν (Οκτώβριος 1826) με την οποία η Τουρκία ικανοποιούσε τα ρωσικά αιτήματα. `Επειτα από συζητήσεις που είχαν στην Πετρούπολη, ο `Αγγλος διπλωμάτης Ουέλιγκτον με το Ρώσο υπουργό των εξωτερικών Νέσελφοντ, υπέγραψαν το πρωτόκολλο της Πετρούπολης, σύμφωνα με το οποίο ιδρυόταν αυτόνομο ενιαίο ελληνικό κράτος υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου. Το πρωτόκολλο αυτό ουσιαστικά κατέλυε την Ιερή Συμμαχία και αναγνώριζε πολιτική ύπαρξη στην Ελλάδα. Η Γαλλία, παρά τον αρχικό δισταγμό της, στη συνέχεια μετά από τη συνθήκη του `Ακερμαν και την επίμονη άρνηση της Πύλης να δεχτεί ειρηνική λύση του Ελληνικού Ζητήματος, προσχωρεί και αυτή στην τριμερή τώρα Ιουλιανή Σύμβαση, μεταξύ Αγγλίας, Ρωσίας, Γαλλίας, που έγινε στο Λονδίνο, μεταξύ 24 Ιουνίου και 6 Ιουλίου 1827. Οι όροι της σύμβασης ήταν ουσιαστικά οι όροι του πρωτοκόλλου της Πετρούπολης μαζί με μια ρήτρα εξαναγκασμού των αντιμαχόμενων πλευρών σε ειρήνευση. Επίσης, οι τρεις Δυνάμεις αποφάσισαν το διορισμό προξένων στην Ελλάδα και τη σύναψη εμπορικών σχέσεων μαζί της. Η άρνηση του Ιμπραήμ να συμμορφωθεί ήταν η αφορμή για τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (8-20 Οκτωβρίου 1827). Η νίκη του συμμαχικού στόλου στο Ναβαρίνο έγινε δεκτή από τους `Ελληνες με ενθουσιασμό. Αντίθετα, στους Τούρκους προκάλεσε οργή και φόβο. Η αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων δεν ήταν ομοιόμορφη. Ο βασιλιάς της Αγγλίας χαρακτήρισε το γεγονός ατυχές, ενώ ο Τσάρος προβίβασε το ναύαρχο του. Η Αγγλία και η Γαλλία ικανοποιήθηκαν γιατί έβγαλαν από τη Μεσόγειο τον τουρκο-αιγυπτιακό στόλο. Ο Σουλτάνος αρνιόταν κάθε διαπραγμάτευση γιατί θεωρούσε τη ναυμαχία του Ναβαρίνου ως επέμβαση των Ευρωπαίων στα εσωτερικά του κράτους του. Η άκαμπτη στάση του Σουλτάνου οδήγησε σε νέο ρωσοτουρκικό πόλεμο. Ο ρωσικός στρατός προέλασε νικηφόρα ως την Ανδριανούπολη, όπου υπογράφτηκε η ομώνυμη συνθήκη.
Κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου αποφασίστηκε η αποστολή γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο για να συμβάλει στην εκκαθάριση της περιοχής από τα υπολείμματα των τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων και για να αποτραπεί μια ενδεχόμενη μονόπλευρη επίλυση του Ελληνικού Ζητήματος από τους Ρώσους. Το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα, από 14.000 άνδρες υπό τον στρατηγό Μαιζόν (Maizon) αποβιβάστηκε στη δυτική Πελοπόννησο, τέλη Αυγούστου 1828. Ταυτόχρονα, οι Μεγάλες Δυνάμεις υπέγραψαν το πρωτόκολλο του Λονδίνου, αναγνωρίζοντας αυτόνομο ελληνικό κράτος με σύνορα τη νοητή γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού. Η προέλαση των Ρώσων μέχρι την Ανδριανούπολη έπεισε την Τουρκία να αποδεχτεί τα γεγονότα. Το άρθρο 10 της συνθήκης της Ανδριανούπολης (14 Σεπτεμβρίου 1829) ορίζει ότι η Τουρκία αποδέχεται την Ιουλιανή Σύμβαση του Λονδίνου (1827) και το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1829), που αναγνώριζαν Ελληνικό κράτος, έστω αυτόνομο και όχι εντελώς ανεξάρτητο και de facto αναγνώριση του δικαιώματος των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων να επεμβαίνουν στα εσωτερικά της Τουρκίας. Για την Ελλάδα παρέμειναν εκκρεμή δύο σοβαρά θέματα: α) η διαπραγμάτευση των ευρύτερων δυνατών συνόρων στον ηπειρωτικό και νησιώτικο χώρο με την έγκαιρη εκκαθάριση από τα εχθρικά στρατεύματα και β) η μετάβαση από το καθεστώς της αυτονομίας στην πλήρη ανεξαρτησία. Τις εκκρεμότητες αυτές επιχείρησε να ρυθμίσει ο Καποδίστριας που έφτασε στην Ελλάδα, τον Ιανουάριο του 1828.
Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με το πρωτόκολλο της 18ης Νοεμβρίου 1828 που έθετε το Μοριά και τις Κυκλάδες υπό την προσωρινή εγγύηση των συμμάχων. Με τον φόβο ότι οι Άγγλοι θα περιόριζαν την Ελλάδα σε αυτά τα σύνορα, οργάνωσε τακτικό στρατό συνεχίζοντας τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όσον αφορά στην επιλογή του ηγεμόνα, ο Ιωάννης Καποδίστριας πρότεινε τον Λεοπόλδο του Σαξ-Κόμπουργκ (Saxe-Coburg), ο οποίος όμως παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του θρόνου λόγω διαφωνιών για τα σύνορα. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι ο Καποδίστριας επίτηδες απομάκρυνε τον Λεοπόλδο από τον θρόνο, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν αντιτάχθηκε στον ερχομό του. Γεγονός όμως είναι ότι όσοι ζητούσαν να έλθει ο Λεοπόλδος αντιμετώπισαν έντονη κυβερνητική δυσμένεια. Παράλληλα οι ελληνικές επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα συνεχίζονταν, καθώς και η προέλαση των Ρώσων προς την Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχη από τις επιτυχίες της Ελλάδας και της Ρωσίας η Μεγάλη Βρετανία έσπευσε να συμφωνήσει στη συνοριακή γραμμή Άρτας - Βόλου. Μετά από διαπραγματεύσεις υπογράφηκε το πρωτόκολλο του Λονδίνου , με το οποίο αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, ο Καποδίστριας λόγω της ισχνής οικονομικής κατάστασης του κράτους επιχείρησε να συνάψει δάνειο με τράπεζες του εξωτερικού, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε λόγω των αντιδράσεων της Μεγάλης Βρετανίας. Παρόλα αυτά η Ρωσία και η Γαλλία ανέλαβαν να ενισχύσουν οικονομικά την Ελλάδα, ενώ ιδιαίτερη φροντίδα επέδειξε ο Τσάρος, αποστέλλοντας 3.750.000 γαλλικά φράγκα. Ως κυβερνήτης ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχθεί μισθό, όπως επίσης αρνήθηκε χρηματική αποζημίωση από τον Τσάρο για να μην κατηγορηθεί από τους αντιπάλους του για μεροληψία απέναντι στη Ρωσία, ενώ διέθεσε όλη του την περιουσία για τους σκοπούς του κράτους.
Η συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (1832) είναι γραπτή συμφωνία που συνήφθη για τον τελικό διακανονισμό μεταξύ της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και με την οποία η δεύτερη αποδεχόταν τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους με συγκεκριμένη οριοθεσία, ως αποτέλεσμα του ένοπλου ελληνικού αγώνα της ανεξαρτησίας των ετών 1821 - 1829, που είχε προηγηθεί. Η Ελλάδα είχε ήδη πετύχει την υπογραφή διαφόρων διεθνών συνθηκών, με τις οποίες αποκτούσε κρατική υπόσταση. Πρώτη από αυτές, δια της οποίας είχε καταστεί αυτόνομη υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου, ήταν το δεύτερο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1828), η οποία προέβλεπε σύνορα έως και του Ισθμού της Κορίνθου, μαζί της Πελοποννήσου, των παρακείμενων νησιών του Σαρωνικού και των Κυκλάδων. Ακολούθησε το τρίτο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1829), όπου τα σύνορα προβλέπονταν να επεκταθούν έως την οριοθετική γραμμή Παγασητικού έως Αμβρακικού με ενσωμάτωση ολόκληρης της Στερεάς και το τέταρτο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830) όταν η συνοριακή γραμμή συμφωνήθηκε στο μέσο της κοίτης των ποταμών Αχελώου και Σπερχειού, στην ελληνική δε επικράτεια εντάσσονταν οι Σποράδες και η Αμοργός. Έπειτα από διαπραγματεύσεις περίπου έξι μηνών, τον Ιούλιο του 1832 υπογράφτηκε στην Πόλη ο τελικός διακανονισμός με τον οποίο η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποδέχτηκε απο κοινού μαζί με τις τρεις «εγγυήτριες δυνάμεις» (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) και αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Ελλάδας, αλλά και την γραμμή συνόρων Παγασητικού έως Αμβρακικού. Με το 6ο και τελευταίο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1832) η περιοχή της Λαμίας («Ζητούνι») την οποία διεκδικούσε η Τουρκία καθώς δεν είχε ελευθερωθεί από ελληνικά όπλα, επιδικάσθηκε στην Ελλάδα. Παράλληλα, οι τρεις εγγυήτριες χώρες εξέδωσαν διακήρυξη δια της οποίας ανακοινώθηκε η "αποπεράτωση του ελληνικού ζητήματος". Το Σεπτέμβριο έως και Νοέμβριο του ιδίου έτους, μια επιτροπή οριοθετών χάραξε τα τελικά και οριστικά έως τότε, σύνορα των δυο κρατών. Το ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο το Φεβρουάριο του 1833, με την έλευση του Όθωνα, εκτεινόταν σε 47.516 τετραγωνικά χιλιόμετρα (και της Εύβοιας) και αριθμούσε 750.000 κατοίκους.
Πηγή: http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=172175

http://www.odyssey.com.cy/main/default.aspx?tabID=147&itemID=2710&mid=1927

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Καποδίστριας

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Συνθήκη_Κωνσταντινούπολης_(1832)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου