Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Η ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας στην διάρκειά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Παρά το γεγονός ότι τον 5ο μ.Χ. αιώνα η Ακαδημία των Αθηνών είχε χάσει την παλαιά της αίγλη, εν τούτοις συνέχιζε να θεωρείται ο πνευματικός ομφαλός της γης. Μπορεί να μην είχε στη διάθεσή της καθηγητές του ύψους ενός Πλάτωνα ή ενός Αριστοτέλη, διακρίνουμε όμως μορφές που προσδίδουν ιδιαίτερο μεγαλείο στις τελευταίες στιγμές της ζωής της μεγάλης σχολής. Περί τα μέσα του 5ου αιώνα ανέλαβε τη σχολαρχία ο περιβόητος Πρόκλος. Η Νεοπλατωνική σχολή υπό τη νέα διεύθυνση γνωρίζει τη μεγαλύτερή της ίσως ακμή. Ο καθηγητής Πρόκλος ήταν από κάθε άποψη ο ενδεδειγμένος για να ανορθώσει την Αθηναϊκή πνευματική δόξα. Μεγαλοπρεπής στην εμφάνιση, καθαρός, ευπρεπής και κόσμιος, προκαλούσε τη συγκίνηση και το θαυμασμό στα πλήθη των Ελλήνων. Χειριζόταν άνετα τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Ευκλείδη και το Πτολεμαίο. Εκφωνούσε περίπου 5 λόγους ημερησίως και στο ίδιο χρονικό διάστημα έγραφε περί τις 700 σειρές δύσκολων φιλοσοφικών εννοιών. Ζούσε μοναχικά σαν ασκητής, θιασώτης της Πυθαγόρειας εκπαίδευσης. Η μεγαλύτερη όμως αξία του επικεντρωνόταν στο γεγονός ότι ήταν υπέρμαχος του αρχαίου πολυθεϊσμού. Διακατεχόμενος από βαθειά πίστη είχε συλλέξει όλες τις ιερές παραδόσεις της Ανατολής μη εξαιρουμένων και των χρησμών των Χαλδαίων. Φαίνεται παράδοξο, αλλά είναι βέβαιο πως ο Πρόκλος υπήρξε ο μεγαλύτερος και πλέον επικινδυνότερος πολέμιος του Χριστιανισμού, όταν κατά τη διαμάχη του μονοφυσιτισμού έγινε το μεταφυσικό αντίβαρο δίδοντας διέξοδο στα θρησκευτικά ερωτηματικά της εποχής του. Το 485 μ.Χ. και μετά από βαριά ασθένεια ο Πρόκλος πέθανε και ενταφιάστηκε σε ανατολικό προάστιο των Αθηνών κοντά στο Λυκαβηττό δίπλα στο δάσκαλό του Συριανό. Μετά το θάνατό του το Πανεπιστήμιο Αθηνών αρχίζει να δείχνει τα πρώτα δείγματα παρακμής. Η αρχηγία της σχολής μεταφέρθηκε στον Μαρίνο από την Παλαιστίνη που ήταν πολύ αγαπητός στο δάσκαλό του Πρόκλου, τον βίο του οποίου συνέγραψε κι όλοι τον θεωρούσαν μέγα διάδοχό του. Σε καμία όμως περίπτωση και εξαιτίας της μη ασφαλούς υγείας του, δεν μπόρεσε να σταθεί στο ύψος του δασκάλου του Πρόκλου και να αντιμετωπίσει τις δυσχέρειες της θέσης του και έτσι η Αλεξάνδρεια άρχισε να παίρνει τα πρωτεία έναντι της Αθήνας. Καθηγητές διακεκριμένοι που είχαν σπουδάσει κοντά στο Πρόκλο, όπως ο Αμμώνιος, ο ιατρός Ιακώβου ο υδροψυκτικός που θεράπευσε τον αυτοκράτορα Ζήνωνα και ο Ασκληπιόδοτος, προσέλκυσαν πάρα πολλούς μαθητές στην Αλεξάνδρεια. Όσο ο Πρόκλος ήταν εν ζωή, εμπόδιζε με το ηθικό του ανάστημα τους Αθηναίους να συνδιαλλαγούν με την κυβέρνηση του κράτους και να εγκαταλείψουν την εθνική τους θρησκεία. Με το θάνατό του όμως όλα άλλαξαν. Οι χριστιανοί άρχισαν να ασκούν τρομερή πίεση στον Μαρίνο ο οποίος και αναγκάστηκε να διαφύγει στην Επίδαυρο προκειμένου να σώσει την ζωή του. Εξαιτίας της έλλειψης ανδρών με το ανάστημα του Πρόκλου η νέα γενιά Εθνικών βάδιζε προς την εξαφάνιση. Δεν έμενε τίποτα άλλο στον Μαρίνο από το να παραδώσει τη σχολαρχία της Ακαδημία στον φίλο του και φιλόσοφο Ισίδωρο από την Αλεξάνδρεια. Κι αυτός όμως κάτω από τις συνεχείς πιέσεις, στις αρχές του 6ου αιώνα επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια και τη θέση του στη σχολή παίρνει ένας φιλόσοφος με αυστηρή αφοσίωση στην εθνική λατρεία. Επρόκειτο για τον Δαμάσκιο από τη Δαμασκό της Συρίας, ο οποίος όπως και ο Πρόκλος διέθετε πολυμερή μόρφωση. Ο Δαμάσκιος αγωνίστηκε να αναδείξει την διδασκαλία και τα πιστεύω του Πρόκλου και οδήγησε τον Ελληνισμό να πρωταγωνιστεί ξανά στη σκηνή του παγκόσμιου θεάτρου, προσελκύοντας πολλά από τα λαμπρά μυαλά της εποχής. Αυτό δημιούργησε το μένος της θρησκόληπτης αυτοκρατορικής αυλής η οποία απαίτησε από τους δασκάλους της σχολής να εγκαταλείψουν τα θεολογικά και να καταστήσουν το ίδρυμα μια απλή φιλοσοφική σχολή, πράγμα που όπως ήταν φυσικό δεν έγινε αποδεκτό. Στις αρχές του 528 μ.Χ. ο Ιουστινιανός που είχε πάρει την αυτοκρατορική θέση στο Βυζάντιο, επέβαλε την κωδικοποίηση όλων των νόμων και διατάξεων του Ρωμαϊκού δικαίου που κατά περίπτωση είχαν θεσπιστεί. Έτσι νόμοι παλιοί, νόμοι αντιπαγανιστικοί και λόγω παρελθόντος του χρόνου ανενεργοί, έγιναν ξαφνικά επίκαιροι. Στις αρχές της άνοιξης του 529 μ.Χ. τα αποτελέσματα αυτής της εργασίας άρχισαν να γίνονται ορατά. Εντός 14 μηνών η δεκαμελής νομική επιτροπή υπό τον υπουργό Τριβωνιανό (υπουργός παιδείας) εκτέλεσε την αποστολή της και παρουσίασε τη πρώτη έκδοση του Ιουστινιάνειου κώδικα ο οποίος επικυρώθηκε από τον αυτοκράτορα τον Απρίλιο του 529 μ.Χ. Κι ενώ ο αυτοκράτορας προετοιμαζόταν να εισηγηθεί στην επιτροπή την επεξεργασία των Πανδεκτών, έδωσε εντολή να σταλούν αντίγραφα του κώδικα σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας και φυσικά και στην Αθήνα. Γρήγορα η Αθήνα κατάλαβε πως αυτό σήμαινε κάτι πολύ περισσότερο από μία τιμητική διάκριση και μια αναγκαία κυβερνητική πράξη. Πολύ σύντομα εκδόθηκε, με βάση το κώδικα, το πρώτο βασιλικό διάταγμα που έκοβε και αφαιρούσε το πλέον ζωτικό νεύρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, απαγόρευσε δηλαδή τη διδασκαλία της Νομικής. Ακολούθησε τον Νοέμβριο του 534 μ.Χ. η νέα βελτιωμένη έκδοση του κώδικά κατά την οποία μόνο στην Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη και την Βηρυτό επιτρεπόταν να υπάρχουν νομικές σχολές. Η πράξη αυτή είχε σαν στόχο την ολοκληρωτική αφομοίωση των διατάξεων του κώδικα στην Αθήνα και συγχρόνως την κατάργηση των ειδικών νόμων και του εθιμικού δικαίου που διδάσκονταν και ίσχυαν στη πόλη των Αθηνών έτσι ώστε να διασφαλισθεί το απόλυτο του Ρωμαϊκού δικαίου. Αλλά το Πανεπιστήμιο της Αθήνας δέχθηκε μεγάλο πλήγμα όταν συγχρόνως με το περί νομικής διάταγμα εκδόθηκε κι άλλο εναντίον των τελευταίων καθηγητών του πανεπιστημίου. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που ο Ιουστινιανός ανέβηκε στο θρόνο όταν με σαφήνεια εκδηλώθηκε η τρομερή του σκέψη να οδηγήσει τα εκατομμύρια των υπηκόων του, με το καλό ή με το άγριο, στον Χριστιανισμό. Αυτό το αίσθημα ελευθερίας και ανεξιθρησκίας που υπήρχε στην Αθήνα ήταν που δεν μπορούσε να ανεχθεί ο Ιουστινιανός. Η Εθνική λατρεία είχε απαγορευθεί από την εποχή του Θεοδόσιου, αλλά μέχρι τότε δεν είχε επιβληθεί στο λαό η υποχρέωση θέλουν δεν θέλουν να γίνουν Χριστιανοί. Κάποιος ασήμαντος επίσκοπος με το όνομα Ιωάννης, το 528 μ.Χ. με εντολή του αυτοκράτορα ανέλαβε μια έρευνα, όπου ανακάλυψε ότι στην Κωνσταντινούπολη και στα ευγενή στρώματα της κοινωνίας υπήρχαν αρκετοί οπαδοί του θρησκευτικού ελληνισμού. Αργότερα το 552 μ.Χ. ο ίδιος επίσκοπος εστάλη στην Μικρά Ασία σαν ιεραπόστολος εφοδιασμένος με αυτοκρατορικά διατάγματα και εντός 2 μηνών οδήγησε βίαια στο βάφτισμα 70.000 ανθρώπους. Εξαιτίας αυτής της έρευνας του επισκόπου Ιωάννη εξαπολύθηκε ένας φοβερός κι ανελέητος διωγμός κατά των Ελλήνων εθνικών. Ειδοποιήθηκαν όλες οι αυτοκρατορικές αρχές να βρουν και να τιμωρήσουν τα ασεβήματα της Ελληνικής θρησκείας σύμφωνα με το νόμο. Κάθε δωρεά σε Εθνικό, κάθε διαθήκη βάση της οποίας κληρονομούσε περιουσία ένας Εθνικός θεωρούνταν άκυρη και το κληροδότημα δημευόταν υπέρ του βασιλικού ταμείου. Οι θυσίες προς τους θεούς τιμωρούνταν με θάνατο. Διατάχθηκαν όσοι δεν έχουν βαπτισθεί να προσέλθουν στο Χριστιανισμό, ενώ όλοι οι αιρετικοί και οι Εθνικοί αποκλείονταν από κάθε αξίωμα και στρατιωτική θέση. Τέλος δε απαγορεύθηκε να διδάσκουν οποιαδήποτε επιστήμη “οι νοσούντες την Ελληνική μανία”. Μεταξύ της 1ης Σεπτεμβρίου και της 31ης Δεκεμβρίου του 529 μ.Χ. φθάνει στην Αθήνα το αυτοκρατορικό διάταγμα βάσει του οποίου αποκλείονταν οι Μούσες από την πατρίδα του Πλάτωνα και του Δημοσθένη, έως την τέταρτη δεκαετία του δεκάτου ένατου αιώνα (1840) όταν η Ελλάδα, ελεύθερο πλέον κράτος, έφτιαξε στην Αθήνα δικό της Πανεπιστήμιο. Το διάταγμα αυτό όχι μόνο απαγόρευε την οποιαδήποτε μορφή διδασκαλίας της φιλοσοφίας, αλλά για να γίνει πιο ισχυρό, διέτασσε να δημευθεί όλη η περιουσία της Πλατωνικής σχολής, περιουσία που προέρχονταν από αφιερώματα όσων εκτιμούσαν το έργο της. Έτσι το Πανεπιστήμιο Αθηνών πραγματικά τελείωσε το βίο του και από το πλήγμα αυτό περισσότερο πόνεσαν οι 7 σοφοί καθηγητές της Ακαδημίας οι οποίοι μη μπορώντας να διανοηθούν ότι θα συνεχίσουν τη ζωή του βαπτιζόμενοι Χριστιανοί, μετακόμισαν στην Περσία. Εκεί βασίλευε ο βασιλιάς Χοσρόης ο Α’ ο οποίος μελετούσε τα αρχαία Ελληνικά κείμενα και υπόγραφε ως “Χοσρόης ο Έλλην”. Όταν διαπραγματεύτηκε τη σύναψη ειρήνης με τους Βυζαντινούς το 532.μ.Χ., αξίωσε να τεθεί σαν όρος στη συνθήκη ειρήνης, η επιστροφή των 7 σοφών στην πατρίδα τους και η προστασία τους μέχρι το τέλος της ζωής τους, και ορισμένοι από αυτούς συνέγραψαν σημαντικά έργα. Έτσι κλείνει και η τελευταία σελίδα στην ένδοξη ιστορία της Πλατωνικής Ακαδημίας.
Υπό τον όρο Βυζαντινή  Φιλοσοφία συνήθως καταλαβαίνει κανείς εκείνον τον φιλοσοφικής υφής στοχασμό που αναπτύχθηκε στο Βυζάντιο ως θεραπαινίδα  της θεολογίας. Και τούτο μέσα σε ένα γενικότερο πνεύμα που θεωρεί τη μεσαιωνική σκέψη της Δύσης ως μια τέτοια θεραπαινίδα της θεολογίας. Η εν λόγω φιλοσοφία, όπως και η συνολική μεσαιωνική φιλοσοφία, δεν στάθηκε στο ιστορικό προσκήνιο ερήμην της θεολογικής σκέψης, που αυτούς τους χρόνους έπαιζε έναν κυρίαρχο ρόλο: απηχούσε το πνεύμα της εποχής. Ο όρος Βυζαντινή Φιλοσοφία παραπέμπει σε κάτι πιο φιλοσοφικό, με σχετική αυτονομία από τη θεολογία, και θεμελιωδώς σημαντικό ή αναγκαίο για την περαιτέρω ιστορική ανάπτυξη του φιλοσοφικού στοχασμού. Ιστορικά ιδωμένη, η θεωρητική φιλοσοφική δημιουργία στο Βυζάντιο μπορεί να χαρακτηριστεί ως η μεσαιωνική περίοδος της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Πρόκειται, την περίοδο, όπου βρίσκονται σε παράλληλη ανάπτυξη η ύστατη φάση της Αρχαίας φιλοσοφίας και η Πατερική θεολογία. Η Βυζαντινή φιλοσοφία καλλιεργεί έναν στοχασμό κριτικής-Λογικής αυτοσυνείδησης σε σχέση πάντοτε με την ιστορικά-Λογικά πραγματωμένη ως τότε αρχαία φιλοσοφική σκέψη. Η θεματική αυτού του στοχασμού κινείται σε μια περιοχή, σχετιζόμενη με τη Θεολογία: θέματα, ας πούμε, είναι ο θεός στις πολλαπλές του ερωτηματικές  σημασιακές σχέσεις, όπως το ερώτημα για την προσωπική του ύπαρξη, για το κατά πόσο είναι η ύψιστη αρχή της ύπαρξης και της ουσίας, για την περατότητα και την απειρότητα κ.α.  Η αυθεντικότητα και η πρωτοτυπία του εν λόγω φιλοσοφικού στοχασμού έναντι της Θεολογίας έγκειται κυρίως στην επιστημονική του εκδίπλωση: ακολούθησε τη δική του Λογική, γνωσιοθεωρητική μέθοδο ή μεθόδευση, την οποία η Θεολογία δεν διέθετε με κανένα τρόπο και σε κανένα σημείο. Μέσα από τέτοια μεθοδολογική πορεία αναδύθηκαν θεμελιώδη πνευματικά στοιχεία ή φαινόμενα της οντολογικής αγωνίας του ανθρώπου, όπως ο ανθρωπισμός, ο διαφωτισμός κ.λπ., τα οποία συνιστούσαν σπέρματα ή στοιχειακές ενοράσεις για ό,τι έμελλε να μας προσφέρει το μετέπειτα συμπαντικό πνευματικό κίνημα της Δύσης. Οι διάφοροι Λόγιοι, που εντάσσονται στη χορεία των Βυζαντινών φιλοσόφων, πέραν των φιλοσοφικών εγχειριδίων, έχουν αφήσει σημαντικό ερμηνευτικό, σχολιαστικό έργο επί κειμένων της κλασσικής φιλοσοφίας των Ελλήνων, όπως του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη. Αυτή η συμβολή είναι μοναδική στο είδος της και τότε αλλά και διαχρονικά γιατί η αληθινή φιλοσοφία διέρχεται πρωτίστως μέσα από τη βαθιά και συγκεκριμένη κατανόηση των φιλοσοφικών πηγών της ανθρώπινης σκέψης και όχι από ένα παραφραστικό πλησίασμά τους. Το τελευταίο συμβαίνει στη σημερινή νεοελληνική πραγματικότητα: εντός κυρίως των «μορφωτικών» μας ιδρυμάτων, αλλά και ορισμένως εκτός,  συμβαίνει ο καθηγητεύων να μην γνωρίζει ούτε τι χρώμα έχει το εξώφυλλο από το ένα ή το άλλο έργο ενός αρχαίου φιλοσόφου ή ενός Χέγκελ, Νίτσε, Χάιντεγκερ, Μαρξ κ.λπ. και όμως να αποφαίνεται με «μεγάλη κατάνυξη» για  την πεμπτουσία της σκέψης τους. Να γιατί η πιο πάνω συμβολή των φιλοσόφων στοχαστών του Βυζαντίου αποτέλεσε μια σαφώς οριοθετημένη περιοχή, μια εύκρατη ζώνη, εντός της οποίας κατόρθωσε να αναπτυχθεί η μεσαιωνική φάση της δυτικής σκέψης. Χωρίς τον πολυσχιδή φιλοσοφικό μόχθο του Βυζαντίου δεν θα γινόταν δεόντως αισθητός σήμερα ο ζωτικός πλούτος των φιλοσοφικών κειμένων της αρχαίας φιλοσοφίας. Η φυσική συνέχεια του αρχαίου Ελληνικού στοχασμού συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής γλώσσας ως έκφρασης και σκέψη συνέβη στο Βυζάντιο και όχι στη Λατινική Δύση. Ακόμη και το κλείσιμο της Πλατωνικής Ακαδημίας στην Αθήνα το 529 από τον Ιουστινιανό δεν μπόρεσε να ανακόψει την κινηματική πορεία της ελληνικής σκέψης και ενός αντίστοιχου Λόγου. Αυτός ακριβώς ο κινηματικός χαρακτήρας του Λόγου επέτρεψε στον Χριστιανισμό να αναζητήσει μέσα στον συγκεκριμένο Λόγο και δι’ αυτού τη δική του αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία. Αυτός ο βυζαντινός Χριστιανισμός αποτέλεσε την αφετηρία, κυριολεκτικά το γλυκοχάραμα, για τον δυτικό Χριστιανισμό και τις περαιτέρω μετεξελίξεις του. Το εννοιολογικό οπλοστάσιο του Χριστιανισμού, όπως π.χ. άγιο Πνεύμα, θεία ουσία ή υπόσταση κ.λπ., ανάγει τις ρίζες του ή τις θεωρητικές του επανερμηνείες, σε γενικές γραμμές, στον παραπάνω φιλοσοφικό στοχασμό ή μέσω αυτού του Βυζαντινού στοχασμού στον αρχαίο ελληνικό στοχασμό. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να συνοψίσει πως η Βυζαντινή Φιλοσοφία νομιμοποιεί την παρουσία της μέσα στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ως εκείνη τη μορφή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, που ανταποκρινόταν στο πνεύμα της εποχής, όπως ετούτη η εποχή εκφράστηκε πολιτικά κρατικά με το μόρφωμα της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Ο Βυζαντινός λόγιος Λέων, ήταν γνωστός ως Λέων ο φιλόσοφος ή μαθηματικός. Γεννήθηκε κάπου στη Θεσσαλία, γύρω στο 790 μ.Χ. Τη στοιχειώδη εκπαίδευση την έλαβε στην Άνδρο, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Σπούδασε γραμματική στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και φιλοσοφία. Η μεγάλη του αγάπη όμως ήταν οι θετικές επιστήμες. Γι’ αυτό ξαναγύρισε στην Άνδρο και, υπό την καθοδήγηση σοφού δασκάλου μοναχού, άρχισε την αναζήτηση σπάνιων χειρογράφων μαθηματικών και αστρονομίας. Ένας χρονογράφος της εποχής αναφέρει τα εξής για τη δίψα του Λέοντος για γνώση: «Ενώ τον θαύμαζαν πολλοί για τη σοφία του και τον τρόπο κατά τον οποίο έφθασε στο ύψιστο σημείο όλων των επιστημών, λέγεται ότι είπε (ο Λέων) σε κάποιο φίλο του, πως τη γραμματική και την ποιητική την έμαθε όταν έμενε στην Κωνσταντινούπολη, τη δε ρητορική και τη (φυσική) φιλοσοφία και τη γνώση των αριθμών, την απέκτησε όταν ήρθε στην Άνδρο. Διότι εκεί, αφού συνάντησε κάποιον σοφό άνθρωπο και διδάχθηκε απ’ αυτόν κάποιες θεμελιώδεις γνώσεις, επειδή η ποσότητα της γνώσης που βρήκε δεν τον ικανοποίησε, άρχισε να τριγυρίζει στα μοναστήρια και ερευνούσε τα βιβλία που υπήρχαν και προσπαθούσε να τα αποκτήσει. Ανέβαινε κατόπιν στις κορυφές των βουνών και, με μεγάλη προσοχή, αφού εμβάθυνε στη μελέτη των βιβλίων, ανυψωνόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο στο ύψος της γνώσης. Όταν χόρτασε πλέον να μαθαίνει, επέστρεψε στη Βασιλεύουσα και άρχισε να σπέρνει τα σπέρματα των επιστημών στη σκέψη όσων επιθυμούσαν». Από το παραπάνω απόσπασμα συμπεραίνεται το ότι πολλές μονές, ακόμη και απομακρυσμένων από την πρωτεύουσα περιοχών, φύλασσαν σπάνια επιστημονικά συγγράμματα στις βιβλιοθήκες τους και γίνονταν πόλοι έλξης και σημεία συνάντησης διαφόρων μορφωμένων Ελλήνων, κληρικών και λαϊκών. Μετά την επιστροφή του στην Πόλη το 835, ο λέων εργάστηκε ως ιδιωτικός δάσκαλος, «μαϊστωρ» των θετικών επιστημών. Ζούσε μία πολύ ταπεινή και φτωχική ζωή μέχρι τη γνωριμία του με τον τότε εικονομάχο αυτοκράτορα Θεόφιλο (829 - 843 μ.χ.). Ο Λέων έγινε διάσημος χάρη σε τυχαίο περιστατικό. Ένας μαθητής του που ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία, σε συμπλοκή με Άραβες στρατιώτες, αιχμαλωτίστηκε και οδηγήθηκε στις φυλακές της Βαγδάτης, της περίφημης πρωτεύουσας του Χαλιφάτου των Αββασιδών. Εκεί κατόρθωσε να γίνει δεκτός από τον φιλομαθή χαλίφη Αλ Μαμούν. Ο χαλίφης εντυπωσιάστηκε από τις μαθηματικές γνώσεις του νεαρού Έλληνα που αποστόμωσε τους Άραβες μαθηματικούς. Αφού ελευθέρωσε αμέσως το νεαρό στρατιώτη και τον έκανε καθηγητή στο πανεπιστήμιο των ανακτόρων της Βαγδάτης, ζήτησε πληροφορίες για το επιστημονικό επίπεδο των Βυζαντινών. Ο Έλληνας, αφού τον διαβεβαίωσε ότι στη Ρωμανία υπήρχαν χιλιάδες νέοι που ασχολούνταν με τις επιστήμες (η γνώση στο Βυζάντιο ήταν προσιτή σε μεγάλο αριθμό λαϊκών άσχετα από την κοινωνική τους θέση πράγμα αδιανόητο ακόμα στη Δύση), του μίλησε για το Λέοντα. Τότε ο Αλ Μαμούν εντυπωσιασμένος, στέλνει με το νεαρό μαθηματικό μία επιστολή στο Λέοντα θέτοντάς του διάφορα μαθηματικά προβλήματα. Ο Λέων τα επιλύει χωρίς δυσκολία. Κατενθουσιασμένος τότε ο χαλίφης στέλνει δύο ακόμα επιστολές, μία στο Λέοντα ζητώντας του να έρθει να διδάξει στη Βαγδάτη και μία στο Θεόφιλο ζητώντας του να επιτρέψει να έρθει ο σοφός δάσκαλος στο Χαλιφάτο, τάζοντας 2.000 λίτρες χρυσού και αιώνια ειρήνη! Και καταλήγει με τα εξής : «Αν γίνει αυτό (δηλαδή η αποστολή του Λέοντα στη Βαγδάτη), όλο το γένος των Σαρακηνών θα υποκλιθεί μπροστά σου και πλούτου θα αξιωθείς τόσου, όσον δεν είδαν μάτια ανθρώπου!». Ο Θεόφιλος, όμως, αρνήθηκε. Από τότε ξεκινά για το Λέοντα μία λαμπρή σταδιοδρομία. Ο Θεόφιλος τον χρηματοδοτεί και του παραχωρεί το ναό των Αγίων Σαράντα μαρτύρων για να διδάσκει. Οι διαλέξεις του παραδίδονταν δωρεάν. Το 840 μ.Χ., κατόπιν ταχείας, αντικανονικής ανάβασης στις βαθμίδες της ιεροσύνης, ο Λέων χειροτονείται μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Γρήγορα, όμως, καθαιρείται, ως εικονομάχος επίσκοπος από τη θρόνο του το 843 μετά την οριστική αναστήλωση των εικόνων και επιστρέφει στην Βασιλεύουσα. Εκεί, με την αμέριστη συμπαράσταση της αυτοκράτειρας  αγίας Θεοδώρας, του γιου της αυτοκράτορα Μιχαήλ ΄Γ (του Μέθυσου) και του Καίσαρα Βάρδα, ανασυγκροτεί το «Πανδιδακτήριον» της Μαγναύρας και το 855 μ.Χ. αναγορεύεται σε «Ύπατο των φιλοσόφων», δηλαδή σε πρύτανη. Στο νέο κρατικό «παιδευτήριον της σοφίας» συρρέουν χιλιάδες φοιτητές δωρεάν και παρακολουθούν τα μαθήματα που παραδίδει ο Λέων (μαθηματικά, άλγεβρα και γεωμετρία, αστρονομία και μουσική), η «τετρακτίς» των Βυζαντινών και εν συνεχεία το “quadrivium” των Δυτικών). Μαθητές του ήταν μεγάλα ονόματα της «Μακεδονικής Αναγέννησης» (867 – 1081), όπως ο Μέγας Φώτιος. Ο Αρέθας Πατρών, οι Κύριλλος και Μεθόδιος, ο αστρονόμος Θεοδήγιος που τον διαδέχθηκε στην «πρυτανεία» κ.α.). Το έργο του Λέοντος ως μαθηματικού αστρονόμου και μηχανικού ήταν πολυτιμότατο. Πρώτος παγκοσμίως εισήγαγε τα γράμματα αντί των αριθμών τόσο στη θεωρητική αριθμητική όσο και στην άλγεβρα (π.χ. στις εξισώσεις) και όχι οι Άραβες (οι οποίοι εισήγαγαν ως αριθμητικά σημεία τους ινδικούς αριθμούς που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα). Διέσωσε όλα τα συγγράμματα μεγάλων Ελλήνων επιστημόνων όπως του Απολλωνίου, του Περγαίου, του Θεωνά του Αλεξανδρέως, του μεγάλου Ευκλείδη με ερμηνευτικά σχόλια του ιδίου, χρησιμοποιημένα κατόπιν κατά κόρον στη Δύση του Αρχιμήδη και του Πτολεμαίου και φρόντισε για τη μεταφορά πολλών εξ αυτών των έργων στην αυλή του χαλίφη. Επίσης, συνέταξε αστρονομικούς πίνακες και διόρθωσε ένα λάθος του αστρονόμου Πορφυρίου σχετικά με την κίνηση των πλανητών. Δυστυχώς από το μεγάλο συγγραφικό του έργο δεν σώζεται τίποτα, με την εξαίρεση των σχολίων του Ευκλείδη, λόγω του χρόνου και, κυρίως, του θρησκευτικού φανατισμού κάποιων εικονολατρών, που μετά τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας και την επικράτηση της λατρείας των εικόνων, «εξαφάνισαν» τα έργα του εικονομάχου επιστήμονα, μετά το θάνατό του. Πιο γνωστός ,όμως, κατέστη για την τελειοποίηση του αρχαίου συστήματος τηλεπικοινωνίας, του οπτικού τηλέγραφου. Ως γνωστόν φρυκτωρικούς πύργους χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι από την αρχαιότητα για να προειδοποιούν για επικείμενες επιδρομές. Οι «αλυσίδες», όμως, των φρυκτωριών είχαν μήκος μόνο μερικών δεκάδων χιλιομέτρων. Ο Λέων δημιούργησε μία αλυσίδα μόλις επτά φρυκτωρικών πύργων σταθμών, μήκους περίπου δύο χιλιάδων χιλιομέτρων (!) από την Κωνσταντινούπολη ως την Ταρσό της Κιλικίας, τους οποίους και έκτισε στις ψηλότερες κορυφές των οροσειρών που μεσολαβούσαν μεταξύ των δύο πόλεων, ώστε η φωτιά τους να είναι ορατή από εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Το σύστημα μετέδιδε όχι ένα αλλά δώδεκα διαφορετικά μηνύματα (όπως επιδρομή, νίκη ή ήττα, υποχώρηση, πυρκαγιά, σεισμό ή πλημμύρα κ.α.). αυτό ήταν δυνατό χάρη σε δύο τέλεια συγχρονισμένα μηχανικά ρολόγια (τα πρώτα στην ιστορία!) τοποθετημένα στα δύο άκρα της φρυκτωρικής αλυσίδας, που λειτουργούσαν με βάση μία διαίρεση της ημέρας σε σταθερές ώρες με αντίστοιχα συμφωνημένα 12 μηνύματα. Με το παραπάνω σύστημα, το αυτοκρατορικό επιτελείο στην Κωνσταντινούπολη μπορούσε να πληροφορηθεί για το τι συνέβαινε στο καίριας σημασίας ανατολικό μεθοριακό μέτωπο από μία έως το πολύ έντεκα ώρες! Αυτή η ταχύτητα μετάδοσης μηνυμάτων σε μεγάλες αποστάσεις ξεπεράστηκε μόλις το 19ο αιώνα με την ανακάλυψη του τηλέγραφου! Δυστυχώς, το σύστημα λειτούργησε για πολύ λίγο γιατί, όταν οι Άραβες κατέλαβαν την Ταρσό μερικές δεκαετίες αργότερα, κατέστρεψαν και το μηχανικό ρολόι της πόλης. Τέλος, ο Λέων, βαθύς γνώστης της αλεξανδρινής τεχνολογίας, δημιούργησε διάφορα «αυτόματα» μεταλλικά αντικείμενα για τα βυζαντινά ανάκτορα, αξιοποιώντας την υδροστατική και αεροστατική πίεση. Έτσι, κατασκεύασε και τοποθέτησε στην αίθουσα του θρόνου, στον «Χρυσοτρίκλινο» (ανάκτορο του 6ου αι.), έναν επιχρυσωμένο πλάτανο που στα κλαδιά του κουνούσαν τα φτερά τους και κελαηδούσαν χρυσά πουλιά, ενώ στην κορυφή του ένας αυτόματος χρυσός άγγελος έπαιζε σάλπιγγα. Κάτω το δένδρο ολόχρυσοι αυτόματοι οινοχόοι κερνούσαν κρασί τους καλεσμένους του αυτοκράτορα! Στη μαρμάρινη βάση του θρόνου, ορειχάλκινα επιχρυσωμένα λιοντάρια, όποτε κάποιος πλησίαζε το θρόνο, σηκώνονταν όρθια, άνοιγαν το στόμα και βρυχιόνταν! Παρόμοια μηχανήματα είχε κατασκευάσει ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς για τους Πτολεμαίους, ενώ άλλα αυτόματα προϋπήρχαν στα βυζαντινά ανάκτορα και στην αυλή του Άραβα χαλίφη για τον εντυπωσιασμό των ξένων. Το πιο εντυπωσιακό επίτευγμα του Λέοντος στον τομέα του αυτοματισμού υπήρξε κατά το «Περί βασιλείου τάξεως», έργο του Κωνσταντίνου ΄Ζ  Πορφυρογέννητου (912 – 949) το «μηχανικόν σάρωθρον», δηλαδή μια μηχανική χελώνη που καθάριζε τους δρόμους της Βασιλεύουσας, ίσως χρήσιμη και για τους σύγχρονους οδοκαθαριστές! Όλα αυτά τα εντυπωσιακά μηχανήματα, σύμφωνα με τις πηγές αχρηστεύτηκαν από τους ίδιους τους Βυζαντινούς σε εποχές οικονομικής δυσπραγίας, οπότε  είτε τα έλιωναν για να κόψουν χρυσά και χάλκινα νομίσματα, είτε επειδή δεν μπορούσαν να τα συντηρήσουν, τα πετούσαν.
Η ελληνική παιδεία υπήρξε πάντα ζωντανή μέσα στα 1100 χρόνια της Αυτοκρατορίας. Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς διδάσκονταν, μελετούνταν και αντιγράφονταν αδιαλείπτως στα Βυζαντινά σχολεία και Πανεπιστήμια ενώ από τον 8ο αιώνα ο πολιτισμικός ανταγωνισμός με το επελαύνον Ισλάμ και η προσπάθεια διατήρησης του κέντρου μελέτης και αναπαραγωγής της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στο Χριστιανικό κόσμο, πυροδότησε έναν οργασμό πνευματικής δημιουργίας και φιλοσοφικής μελέτης, αναδεικνύοντας μεγάλες μορφές του πνεύματος. Η Ευρώπη δεν χρωστά την επαφή της με την αρχαία ελληνική γραμματεία στο Ισλάμ αλλά στο Βυζάντιο και πρέπει να ανιχνεύσουμε τα φιλοσοφικά διδάγματα αυτής της ξεχασμένης Ευρωπαϊκής “Αναγέννησης” και το κατά πόσον οι παραδοσιοκράτες Βυζαντινοί φιλόσοφοι έχουν να δώσουν πνευματικά ερείσματα στα σύγχρονα κινήματα του Ταυτοτισμού, της παραδοσιοκρατίας ή στην αναζήτηση της Τέταρτης Πολιτικής Θεωρίας. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αντιλήψεις του Πατριάρχη Φωτίου, ο οποίος τόσο ως φιλόσοφος όσο και ως θεολόγος ασχολήθηκε επιμελώς με την έρευνα πάνω στα αρχαία φιλοσοφικά ρεύματα. Η ευρυμάθειά του ήταν ξακουστή, σε μία εποχή που ένας καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης μπορούσε να έχει πρόσβαση σε τουλάχιστον διπλάσια κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, από αυτά τα οποία έχουν σωθεί μέχρι σήμερα. Οι φιλοσοφικές του απόψεις αλιεύονται διάσπαρτες στο τεράστιο συγγραφικό του έργο, όμως το βιβλίο στο οποίο συγκεντρώνονται σε μεγαλύτερο βαθμό είναι τα “Αμφιλόχια”. Εκεί αναλύει θέματα που αφορούν στην Αγία Γραφή αλλά και φιλοσοφικά, ιατρικά, φυσικά και ιστορικά ζητήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η προτίμησή του σε φιλοσοφικά ζητήματα που αφορούν στο γένος, στο είδος και στις κατηγορίες των όντων. Ο Φώτιος θέτει το δυσεπίλυτο φιλοσοφικό πρόβλημα ονοματοκρατίας και πραγματοκρατίας (νομιναλισμού και ρεαλισμού) που θα τεθεί δύο αιώνες αργότερα στην Δύση από τους Σαμπώ και Ροσκελίνο και θα ταλαιπωρήσει ιδιαίτερα τους σχολαστικούς φιλοσόφους. Οι μεταφυσικές του αντιλήψεις τον έφεραν κάποιες φορές σε αντιπαράθεση με την εκκλησία, της οποίας επικεφαλής ως Πατριάρχης ήταν ο φίλος του και πρώην πρύτανης της Νομικής σχολής της Κωνσταντινούπολης Ιωάννης Ξιφιλίνος, που τον κατηγόρησε οτι εισάγει εσφαλμένα αρχαίες φιλοσοφικές θεωρήσεις στον Χριστιανισμό. Οι επιστολές αμφοτέρων γύρω απο τα φιλοσοφικά και θεολογικά ζητήματα που προκύπτουν από την επαφή των δοξασιών του Πλάτωνος και του Στωικού Χρυσίππου με το Χριστιανικό δόγμα, καταδεικνύουν το βάθος της φιλοσοφικής και θεολογικής γνώσης αλλά και το ελεύθερο πνεύμα έρευνας και αντιπαράθεσης που χαρακτήριζε τον πνευματικό κόσμο -λόγιο και εκκλησιαστικό- της εποχής. Σημαντικότατη είναι η προσφορά του Ψελλού στην καταδίκη των αποκρυφιστικών παραδόσεων (αστρολογία, πρακτική μαγεία, Καμπάλα κ.α.) που επιβίωναν στην εποχή αυτή και προσπαθούσαν να ενδυθούν επιστημονικό, ακόμα και θεολογικό ένδυμα. Η συστηματική και εμπεριστατωμένη μελέτη και καταδίκη των διασωζόμενων τάσεων αποκρυφισμού, έδωσε τεράστια ώθηση στην επιστημονική και φιλοσοφική πρόοδο του Βυζαντίου αλλά και στην τεκμηρίωση της ξεχωριστής ταυτότητας του Ορθόδοξου μυστικισμού από τους ησυχαστές φιλοσόφους και θεολόγους. 
Ο Γεωργιος Γεμιστος η Πληθων ήταν Έλληνας φιλόσοφος και πολιτικός άνδρας των αρχών του 15ου αιώνα, μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του υστεροβυζαντινού πνευματικού βίου, βαθύς γνώστης του Πλατωνισμού, πολυθεϊστής και ένθερμος υπερασπιστής της φυσικής και πολιτισμικής συνέχειας του Ελληνισμού («εσμέν Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί»), η σκέψη του οποίου επηρέασε έντονα την ιταλική διανόηση της εποχής και συνέβαλε στην τελική διαμόρφωση του ρεύματος που ονομάστηκε «Αναγέννηση». Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από επιφανή οικογένεια, απέκτησε πολύ καλή γενική παιδεία και το 1380 εγκαταστάθηκε στην τότε πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους Αδριανούπολη, όπου μαθήτευσε δίπλα σε έναν ελληνιστή Εβραίο, πολυθεϊστή ή οπαδό του Ζωροαστρισμού, τον Ελισσαίο, με αποτέλεσμα να κατανοήσει έγκαιρα τόσο την αθλιότητα της βυζαντινής θεοκρατίας όσο και την φιλοσοφική και θεολογική ανεπάρκεια του Χριστιανισμού. Δίπλα στον Ελισσαίο μελέτησε ιδιαίτερα τον Πλάτωνα, ενθουσιάστηκε από το έργο του και πρόσθεσε στο βυζαντινό επώνυμό του «Γεμιστός» το ελληνικό «Πλήθων». Όταν όμως επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, οι νέες ιδέες του άρχισαν να ενοχλούν τους θεοκράτες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με αποτέλεσμα το 1393 (ή το 1400 ή το 1414) να εγκατασταθεί οικογενειακώς στο υπό τον Θεόδωρο Παλαιολόγο Δεσποτάτο του Μυστρά στην Λακωνία, με την ανοχή του φίλου του αυτοκράτορα Μανουήλ Β του Παλαιολόγου.  Η «δραπέτευση» του «αποστάτη» Πλήθωνος στην Ελλάδα εξόργισε τον προσωπικό εχθρό του μετέπειτα υπότουρκο (1454 - 1464) πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, ο οποίος ήθελε να τον δει να εξορίζεται «σε χώρα βαρβάρων» ή να εξουδετερώνεται «με κάποιον άλλον τρόπο» (…), ωστόσο ο ίδιος εγκαταστάθηκε με ιδιαίτερη χαρά στην Πελοπόννησο, την οποία, όπως και την υπόλοιπη Ελλάδα θεωρούσε κοιτίδα του ανθρώπινου πολιτισμού: «Εσμέν γαρ ουν ων ηγείσθε τε και βασιλεύετε Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί. Έλλησι δε ουκ έστιν ευρείν ήτις άλλη οικειοτέρα χώρα, ουδέν μάλλον προσήκουσα η Πελοπόννησος τε και όση δη ταύτη της Ευρώπης προσεχής των τε αυ νήσων επικείμεναι. Ταύτην γαρ δη φαίνονται την χώραν Έλληνες αεί οικούντες οι αυτοί εξ ότουπερ άνθρωποι διαμνημονεύουσιν, ουδενών άλλων προενωκηκότων…» γράφει απευθυνόμενος προς τον Παλαιολόγο, δηλαδή «…εμείς πάνω στους οποίους είστε ηγεμόνας και βασιλεύς, είμαστε Έλληνες κατά την καταγωγή, όπως μαρτυρεί η γλώσσα και η πατροπαράδοτος παιδεία. Είναι αδύνατον δε να βρει κανείς μίαν άλλη χώρα που να είναι περισσότερο οικεία  και συγγενική στους Έλληνες από την Πελοπόννησο, καθώς και από το τμήμα της Ευρώπης που γειτονεύει με την Πελοπόννησο και από τα νησιά που γειτονεύουν προς αυτή. Γιατί είναι φανερό ότι οι Έλληνες κατοικούσαν πάντοτε σε αυτήν τη χώρα, από τον καιρό που αρχίζει η μνήμη των ανθρώπων, χωρίς προηγουμένως κανένας άλλος να έχει κατοικήσει πάνω σε αυτήν…». Στον Μυστρά ο Πλήθων έλαβε το αξίωμα του ανώτατου δικαστικού, το οποίο χρησιμοποίησε με υποδειγματική αμεροληψία, καθώς επίσης είχε και την κηδεμονία δύο γειτονικών πόλεων, του Φαναρίου και των Βρυσών, η οποία κηδεμονία του εξασφάλιζε οικονομική άνεση. Συγκρότησε τον φιλοσοφικο-λατρευτικό «Κύκλο» του Μυστρά, συνέθεσε πολλούς ύμνους προς τους Έλληνες Θεούς, συνέγραψε τα βιβλία «Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται» και «Περί Νόμων» και προέβαλε δυναμικά ένα αίτημα για άμεση επανελλήνιση. Στο 16ο κεφάλαιο του βιβλίου του, ο Μανδηλάς γράφει: «από την καρδιά της Πελοποννήσου άρχισε λοιπόν ο σοφός Πλήθων να βάζει τα θεμέλια μίας νέας μεταρρύθμισης, όχι για την ανάκαμψη της πάλαι ποτέ ‘‘κραταιάς’’ αυτοκρατορίας των Βυζαντινών, αλλά μόνο για την δημιουργία των προϋποθέσεων ενός εντελώς καινούργιου ξεκινήματος του Ελληνισμού μέσα στον ίδιο τον γεωγραφικό χώρο της Κλασικής Ελλάδος. Ο φιλοσοφικός του λόγος φιλοδοξούσε ν’ αντικαταστήσει τον κυρίαρχο Χριστιανισμό και να οδηγήσει στην ανάσταση του παλιού, αρχαίου, εθνικού μεγαλείου των Ελλήνων. Απογοητευμένος από την ησυχαστική τάση του ανατολικού Χριστιανισμού που εκείνη την εποχή ήταν κυρίαρχη σε όλα τα επίπεδα, ο Πλήθων αναζήτησε, συνέλαβε και πρότεινε μία περισσότερο πολιτική θρησκεία, ικανή να ανασυντάξει τον κατεστραμμένο ιστό στην προετοιμασία για ένα νέο ευνομούμενο Κράτος των Ελλήνων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νέου κόσμου που τότε διαμορφωνόταν. Η ανάδειξη της σημασίας του Φυσικού Κόσμου, η θέληση για ζωή μέσα σε αυτόν και όχι στους νεφελώδεις υπερβατικούς ουρανούς, τού ήταν γνωστό ότι θα γεννούσε στις ψυχές των ανθρώπων την ανάγκη για μία διαφορετική, πολύ πιο ανθρώπινη και ελπιδοφόρα οργάνωση της επίγειας ζωής τους. Η πραγμάτωση της περίφημης Πολιτείας του Πλάτωνος στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας και στην ασφαλή σχετικά χώρα των αρχαίων Λακεδαιμονίων έγινε το μεγάλο όραμα του Γεωργίου Γεμιστού». Το «Περί Νόμων» βιβλίο του, ένα πλήρες σχέδιο για επανελληνοποίηση της Πελοποννήσου, κάηκε δημόσια μετά τον θάνατό του από τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, καθώς θεωρήθηκε «ειδωλολατρικό» και «σατανικό» βιβλίο, το οποίο έβριθε από τα… «σαπρά των Ελλήνων ληρήματα». Όταν κατά την περίοδο 1438 - 1439 συνόδευσε τον αυτοκράτορα Ιωάννη τον Η και τον πατριάρχη Ιωσήφ στην εκκλησιαστική Σύνοδο της Φεράρας Φλωρεντίας, ο Πλήθων έδωσε διαλέξεις και άφησε άριστες εντυπώσεις στους κύκλους των Ιταλών ουμανιστών, κερδίζοντας ιδιαιτέρως τον θαυμασμό του μετέπειτα ιδρυτή της «Πλατωνικής Ακαδημίας της Φλωρεντίας» Κόζιμο Μέδικο. Ο μεγάλος ουμανιστής και πρώτος διευθυντής της «Ακαδημίας» Μαρσίλιο Φιτσίνο απεκάλεσε αργότερα τον μεγάλο διδάσκαλο Πλήθωνα «δεύτερο Πλάτωνα».  Ο Πλήθων πέθανε υπέργηρος από φυσικά αίτια το 1450 στην «Λακεδαίμονα». Μετά από λίγο έπεσε η «Νέα Ρώμη» του Βοσπόρου και έφθασαν στην περιοχή οι Οθωμανοί Τούρκοι, υποχρεώνοντας εκ των πραγμάτων τους Ελληνιστές του «Κύκλου» του Πλήθωνος να φύγουν στην Δύση, στην Ιταλία, συμβάλλοντας σημαντικά στην λεγόμενη «Αναγέννηση». Γνωστοί μαθητές του ήσαν οι Ιωάννης Αργυρόπουλος, Μιχαήλ Αποστόλης, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, Γεώργιος Ερμητιανός, καθώς και ο ουμανιστής Βησσαρίων, ο οποίος όμως αργότερα προσχώρησε στον Ρωμαιοκαθολικισμό και έγινε καρδινάλιος. Δεκαέξι χρόνια μετά τον θάνατό του, το έτος 1466, και ενώ ήδη το όνομά του αποτελούσε έναν θρύλο για όλους τους καλλιεργημένους Ιταλούς, μία ένοπλη ομάδα θαυμαστών του με αρχηγό τον, κατά τον πάπα «αντίθεο λύκο του Ρίμινι», Σιγισμούνδο Μαλατέστα εισέβαλαν στην Λακεδαίμονα, πήραν τα οστά του και τα μετέφεραν στο Ρίμινι, στον γνωστό «Ναό των Μαλατέστα», όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα, «για να αναπαύεται ο μεγάλος διδάσκαλος μεταξύ ελευθέρων ανθρώπων». 
Πηγή: http://www.metafysiko.gr/forum/archive/index.php/t-1797.html
http://antifono.gr/portal/κατηγορίες/φιλοσοφία-επιστημολογία/άρθρα/4463-ti-einai-i-vyzantini-filosofia.html
http://www.ideapolis.info/2015/02/blog-post_10.html
http://enneaetifotos.blogspot.gr/2013/09/1355-1452.html
http://www.antibaro.gr/article/255

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου