Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

Οι Γοτθοι στο Βυζάντιο : Ο γερμανικός κίνδυνος στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η εκδίωξη των Γερμανών προσφύγων-μεταναστων μισθοφόρων από τους Έλληνες

Οι Γότθοι ήταν μια ομάδα λαών που μιλούσαν την ανατολική γερμανική γλώσσα και μαρτυρούνται κατά τη Ρωμαϊκή Αρχαιότητα και τον πρώιμο Μεσαίωνα. Οι Γότθοι κατάγονται από τη Σκανδιναβία. Κατά τη διάρκεια του 3ου αιώνα οι Γότθοι εγκαθίστανται στο έδαφος της Ουκρανίας, Μολδαβίας και Ρουμανίας, σε γειτνίαση με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι Γότθοι χωρίζονται σε δύο παρακλάδια: τους Οστρογότθους-Greutungi, υπό τη διοίκηση της δυναστείας των Αμαλών (του Θεοδωρίχου) και τους Βησιγότθους-Tervingi, με επικεφαλής δικούς τους αρχηγούς, οι οποίοι υπάγονταν στους Αμαλούς. Οι πρώτοι καταλαμβάνουν τα εδάφη στην Aνατολή, ανάμεσα στο Δνείστερο και τον Ντόνετς· οι δεύτεροι στη Δύση, ανάμεσα στο Δνείστερο και το Δούναβη. Το 375-376 οι Γότθοι υφίστανται την εισβολή των Ούννων. Οι Βησιγότθοι απωθούνται στα νότια του Δούναβη, ενώ οι Οστρογότθοι παραμένουν υπό την κυριαρχία των Ούννων στην Ουκρανία. Η μετακίνηση των Ούνων μέσα στον ευρωπαϊκό χώρο είχε ως φυσική συνέπεια τις αλυσιδωτές μεταναστεύσεις των γερμανικών φύλων προς τα δυτικά, στα εδάφη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι μετακινήσεις αυτές έμειναν γνωστές στην ιστορία ως η μεγάλη μετανάστευση των λαών. Όταν άρχισε η προέλαση των Ούνων προς το Δούναβη, ένα μεγάλο μέρος των Βησιγότθων, που η γραπτή παράδοση το υπολογίζει σε διακόσιες χιλιάδες, ζήτησε από τον αυτοκράτορα του ανατολικού τμήματος να τους επιτρέψει την είσοδο και την εγκατάσταση σε εδάφη της αυτοκρατορίας (376 μ.Χ.). Το αίτημά τους έγινε δεκτό. Τους δόθηκε η άδεια να περάσουν το Δούναβη και να εγκατασταθούν στην περιοχή της σημερινής Β. Βουλγαρίας. Οι πρώτες επιδρομές των Γότθων πραγματοποιήθηκαν στην πόλη της Μαρκιανούπολης. Οι Ρωμαίοι δεν κατάφεραν να αντιδράσουν. Ο αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Ουάλης, αντιμετώπιζε τους Πέρσες στην Ανατολή. Ο κόμης της Θράκης Λουπικίνιος προσκάλεσε τους Γότθους πολέμαρχους στη Μαρκιανούπολη για μια διπλωματική συνάντηση, με σκοπό να τους δολοφονήσει. Το σχέδιό του όμως κατέληξε σε αποτυχία και από αυτή την απόπειρα δολοφονίας διέφυγε ο Φριτίγερνος, ηγέτης των Βησιγότθων. Ακολούθησε η μάχη της Μαρκιανούπολης με τους Ρωμαίους να ηττώνται κατά κράτος από τους Γότθους. Η Μάχη της Αδριανούπολης (378 μ.χ.) διεξήχθη μεταξύ ενός ρωμαϊκού στρατού, υπό την ηγεσία του Ρωμαίου αυτοκράτορα Ουάλη, και Γότθων επαναστατών με επικεφαλής τον Φριτίγερνο. Η μάχη διεξήχθη κοντά στην Αδριανούπολη της Θράκης, κατά τους Γοτθικούς πολέμους. Τελικώς οι Γότθοι περικύκλωσαν τους καταδικασμένους Ρωμαίους. Η μάχη έληξε με μεγάλη νίκη των Γότθων ενώ ο ίδιος ο Ρωμαίος αυτοκράτορας σκοτώθηκε. Οι απώλειες των Ρωμαίων ήταν πολύ μεγάλες.
Ο νέος αυτοκράτορας του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, Θεοδόσιος Α', μετά από αποτυχημένες προσπάθειες να αντιμετωπίσει τους εισβολείς, ήρθε σε συνδιαλλαγή μαζί τους, επιτρέποντάς τους να εγκατασταθούν, αυτόνομοι, στα βαλκανικά εδάφη της αυτοκρατορίας, με την υποχρέωση να παρέχουν στρατιωτικά τμήματα κατά τους πολέμους των Ρωμαίων. Αυτή η κατάληξη ενέτεινε ήδη υπάρχουσα διαδικασία γερμανοποίησης/βαρβαροποίησης του Ρωμαϊκού στρατού σε Ανατολή και Δύση όπου η στρατιωτική εξουσία μεταφέρθηκε σιγά σιγά στα χέρια «μιξοβαρβάρων». Όταν το 394 μ.Χ. ο ανατολικός αυτοκράτορας, ο χριστιανός Θεοδόσιος Α΄ συγκρούστηκε με τον δυτικό διεκδικητή ειδωλολάτρη Ευγένιο στην μάχη του ποταμού Frigidus  οι πλειοψηφία των στρατιωτών και από τα δύο στρατεύματα ήταν Γερμανικής καταγωγής (Γότθοι, Φράγκοι κλπ.), όπως και οι σημαντικότεροι αξιωματικοί που τους διέταζαν. Στην Ανατολή, ο πρώτος που μίλησε για ανάγκη «αποσκυθοποίησης» του Ρωμαϊκού στρατού ήταν ο Συνέσιος ο Κυρηναίος στην ομιλία του προς τον αυτοκράτορα Αρκάδιο. Στην ομιλία αυτή μιλάει για ανάγκη «εκκαθαρισμού του Ρωμαϊκού στρατού» και εκδίωξης των «σισυροφόρων κοκκινοτρίχιδων βαρβάρων» πέρα από το Δούναβη, ώστε να πουν στους άλλους υπερδουνάβιους βαρβάρους ότι οι Ρωμαίοι δεν θα είναι πια φιλικοί προς αυτούς. Ο Συνεσιος γραφεί για τον γοτθικό κίνδυνο : Θα πρέπει, αντί να δεχόμαστε να οπλοφορούν οι Σκύθες (οι Γότθοι), να αναζητήσουμε στρατιώτες από την τάξη των γεωργών, που θα πολεμήσουν για να υπερασπιστούν τη γη τους. Αυτούς να εντάξουμε στο στρατό για αρκετό χρόνο. Παράλληλα να ξεσηκώσουμε τους φιλόσοφους, που ασχολούνται με τις μελέτες τους, και τους βιοτέχνες, που δε σηκώνουν κεφάλι από την καθημερινή δουλειά, και το νωθρό λαό, που, επειδή δεν έχει τι να κάνει, περνάει την ώρα του στα θέατρα. Όλους αυτούς να τους πείσουμε, πριν οδηγηθούν από το γέλιο στο κλάμα, να φροντίσουν να περάσει η στρατιωτική δύναμη στα χέρια των Ρωμαίων, χωρίς να έχουν κανένα δισταγμό, είτε είναι άνθρωποι ασήμαντοι είτε σημαντικοί. Γιατί στις πολιτείες συμβαίνει ό,τι ακριβώς και στα σπίτια· οι άντρες αναλαμβάνουν την υπεράσπιση τους και οι γυναίκες ασχολούνται με τις δουλειές του σπιτιού. Πώς λοιπόν είναι δυνατό να ανεχθείτε το ρόλο του άνδρα να τον έχουν οι ξένοι; Δεν είναι μεγάλη ντροπή ν' αφήνετε την πιο μεγάλη ανδρική αρετή, τη φιλοτιμία στους πολέμους, σε άλλους; Εγώ τουλάχιστον, αν οι ξένοι μισθοφόροι κέρδιζαν πολλές νίκες για δικό μου όφελος, θα ντρεπόμουν γι' αυτό. Και σκέπτομαι κάτι που βρίσκεται πολύ κοντά σε όσους έχουν μυαλό. Αν οι άντρες και οι γυναίκες που αναφέραμε σαν παράδειγμα δεν ανήκουν στο ίδιο έθνος, ούτε σε έθνη συγγενικά, τότε θα είναι αρκετή μια μικρή πρόφαση, για να θελήσουν αυτοί που οπλοφορούν, να επιβάλουν την κυριαρχία τους στους πολίτες. Τότε όμως θα χρειαστεί ν' αγωνιστούν άνθρωποι απόλεμοι, οι πολίτες, εναντίον εκείνων που είναι εξασκημένοι στον πόλεμο, δηλαδή των ξένων μισθοφόρων. Πριν λοιπόν η κατάσταση φτάσει προς τα εκεί που βαδίζει, πρέπει εμείς να αποκτήσουμε πάλι το υψηλό ρωμαϊκό φρόνημα και να συνηθίσουμε να κερδίζουμε τις νίκες οι ίδιοι. Όσο για τους βαρβάρους, να μην τους δεχόμαστε ανάμεσά μας και να τους απομακρύνουμε από παντού. (Συνέσιος, Λόγος περί Βασιλείας). Εκείνο που υποστήριζε ο Συνέσιος, αντιμετωπίζοντας τη γερμανική απειλή, ήταν η απέλαση των Γότθων από το στρατό, ο σχηματισμός ενός εγχώριου στρατού και η εγκατάσταση των Γότθων ως απλών καλλιεργητών της γης. Για την περίπτωση που οι βάρβαροι δε δέχονταν το σχέδιο αυτό, ο Συνέσιος προτείνει να διωχθούν οι Γότθοι από την αυτοκρατορία και να σταλούν εκεί από όπου ήρθαν. Υπήρξε τότε πολιτικό κόμμα με εχθρικές διαθέσεις τόσο για τους Γερμανούς, όσο και για τον Ευτρόπιο και με μέλη συγκλητικούς, υπουργούς και την πλειονότητα του κλήρου. Το κόμμα αυτό αντιπροσώπευε την εθνικιστική και θρησκευτική ιδεολογία, η οποία ήταν αντίθετη προς τη συνεχώς αυξανόμενη επιρροή των ξένων και των βαρβάρων. Φυσικά η κίνηση αυτή, που αρχηγός της ήταν ο Αυρηλιανός, αρνήθηκε να δώσει την υποστήριξή της στον τραχύ αριβίστα Ευτρόπιο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη ο Συνέσιος διαπίστωσε πολύ καλά τη γερμανική απειλή και συνέταξε τη διατριβή του, η οποία, όπως τονίζει ένας ιστορικός, μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντιγερμανικό μανιφέστο του Εθνικού κόμματος του Αυρηλιανού.
Ο Γαϊνάς (; – περ. 400 μ.Χ.). Γότθος στρατηγός του Βυζαντίου. Ήταν αρχηγός των Γότθων που κατέκλυσαν στο τέλος του 4ου αι. μ.Χ. το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, και πιο συγκεκριμένα αυτών που είχαν εγκατασταθεί στη Θράκη. Πήρε μέρος στην εκστρατεία του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α’ στη δυτική Ευρώπη (394) και στη συνέχεια πολέμησε μαζί με τον επίτροπο του Ονωρίου Στιλίχωνα εναντίον του βασιλιά των Βησιγότθων Αλάριχου. Εκτελώντας την επιθυμία του φίλου του, Στιλίχωνα, υποκίνησε τη δολοφονία (395) του αντιπάλου του, Ρουφίνου, που ήταν σύμβουλος του νέου αυτοκράτορα Αρκάδιου, και απέκτησε έτσι μεγάλη δύναμη. Λίγο αργότερα ενίσχυσε την εξουσία του πείθοντας τον Αρκάδιο να καθαιρέσει τον Ευτρόπιο, και να τον εξορίσει στην Κύπρο (399). Στη συνέχεια συμμάχησε με τον εχθρό του αυτοκράτορα, Τριβιγίλδη, και απαίτησε την καθαίρεση των υπάτων Αυρηλιανού και Ιωάννη. Πράγματι, ο Αρκάδιος έσπευσε να δεχτεί και αυτή την αξίωση, ανήμπορος να αντιδράσει στη δύναμη του Γότθου αρχηγού, ο οποίος εισέβαλε τελικά πανίσχυρος στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον στρατό του. Ο αυτοκράτορας Αρκάδιος και οι Έλληνες κάτοικοι της πρωτεύουσας είχαν πλήρη επίγνωση του κινδύνου, αλλά ο Γαϊνάς, παρά τις επιτυχίες του, αποδείχθηκε ανίκανος να κρατήσει την κυριαρχική του θέση στην πρωτεύουσα. Ενώ έλλειπε μακριά από αυτήν ξέσπασε μια ξαφνική επανάσταση, στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν πολλοί Γότθοι, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η επιστροφή του Γαϊνά στην πρωτεύουσα. Ο Αρκάδιος, παίρνοντας θάρρος από τη νέα εξέλιξη των πραγμάτων, έστειλε εναντίον του Γαϊνά τον πιστό του Γότθο Φραβίττα, ο οποίος νίκησε τον επαναστάτη τη στιγμή που προσπαθούσε να πάει στη Μικρά Ασία. Ο Γαϊνάς προσπάθησε να ξεφύγει στη Θράκη, αλλά εκεί έπεσε στα χέρια του βασιλιά των Ούννων, ο οποίος του έκοψε το κεφάλι και το έστειλε για δώρο στον Αρκάδιο. Έτσι αποκρούστηκε η απειλή χάρη στις προσπάθειες ενός Γερμανού, ο οποίος τιμήθηκε, όπως έπρεπε, για τη μεγάλη του υπηρεσία προς την αυτοκρατορία. Η σκληρή τακτική του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Ιωάννη του Χρυσοστόμου εναντίον των Αρειανών Γότθων, της οποίας παράδειγμα είναι η άρνησή του να τους παραχωρηθεί μια από τις εκκλησίες της πρωτεύουσας, δημιουργούσε κι αυτή εχθρούς. Ο Χρυσόστομος σεβόταν πολύ τους Ορθόδοξους Γότθους, στους οποίους έδωσε μια από τις εκκλησίες της πόλης.
Το πρώτο βήμα ήταν η δολοφονία του Άσπαρ του Αλανού που προκάλεσε την εξέγερση των Θρακών Γότθων. Ο Φλαβιος Αρδαβουριος Ασπαρ (π. 400 - 471) ήταν Γερμανός πατρίκιος της ανατολικής αυτοκρατορίας και, ως στρατηγός Γερμανών μισθοφόρων σε Ρωμαϊκή υπηρεσία, είχε σημαντική επιρροή στις αποφάσεις τριών αυτοκρατόρων (Θεοδόσιο Β΄, Μαρκιανό, Λέων Α΄). Ο ίδιος μάλιστα ανέβασε τον τελευταίο στο θρόνο ελπίζοντας ότι θα συνέχιζε να επηρεάζει της εξέλιξής εντός και εκτός της αυτοκρατορίας καθώς επειδή ήταν Αρειανός και «βάρβαρος» δεν μπορούσε να γίνει ο ίδιος αυτοκράτορας. Συμμετείχε στην εκστρατεία των Ρωμαίων στην Αφρική κατά των Βανδάλων που κατέληξε σε αποτυχία. Η Στάση του Άσπαρ ήταν μία εξέγερση που έγινε στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 470, ο Άσπαρ ήταν Αλανός στην καταγωγή και μάγιστρος. Με την βοήθεια του γιου του Αρνατμπούρ, έκαναν εξέγερση του στρατού στην Θράκη με σκοπό ο γιος του Αρνατμπούρ να γίνει αυτοκράτορας, η οποία όμως απέτυχε. Ο Άσπαρ δολοφονήθηκε στην Κωνσταντινούπολη αφού προσπάθησε να εκθρονίσει τον Λέοντα για να βάλει στην θέση του τον γιο του Αρνατμπούρ, ο οποίος επίσης δολοφονήθηκε. Με τον θάνατό του έφτασε το τέλος της γερμανικής κυριαρχίας στην πολιτική της ανατολικής αυτοκρατορίας. Το 471 με εντολή του αυτοκράτορα Λέων Α΄ του Θραξ οι Άσπαρ και ο γιος του Αρνατμπούρ θανατώθηκαν από ευνούχους στην Κωνσταντινούπολη, δολοφονήθηκε ή τραυματίστηκε και ο άλλος του γιος Ιούλιος Πατρίκιος. Το πρόβλημα της «εκκαθάρισης του Ρωμαϊκού στρατού» ήταν ότι δεν υπήρχαν εκείνη την στιγμή «ιθαγενή» Ρωμαϊκά στρατεύματα. Το κενό καλύφθηκε μέσα από την στρατολόγηση των Ισαύρων, ορεινής κτηνοτροφικής φυλής των ειδωλολατρών της Μικράς Ασίας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι στα μέσα του 5ου αιώνα, η αυτοκρατορία ήταν τυχερή και κατάφερε να στρατολογήσει Ισαύρους που σιγά σιγά αντιστάθμισαν και εξαφάνισαν την «γερμανοκρατία» από τον στρατό. Στην Δύση, ο αυτοκράτορας Ονώριος το 408 οργάνωσε τη σφαγή/εξορία 30.000 Γερμανών foederati και των οικογενειών τους. Οι επιζήσαντες ενώθηκαν με τους Γότθους του Αλάριχου στην Παννονία, ο οποίος λίγο αργότερα (410 μ.Χ.) πολιόρκησε και εκπόρθησε την Ρώμη ως αντίποινο. Ή Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαλύθηκε από γερμανούς μισθοφόρους το 476 μ.χ. ύστερα από εισβολές, εμφυλιους πολέμους και επαναστάσεις.
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-A102/45/335,1360/
http://blacksea.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=11871
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-A102/45/335,1361/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μάχη_της_Αδριανούπολης
https://smerdaleos.wordpress.com/2014/11/14/γιατί-επιβίωσε-η-ανατολική-ρωμαϊκή-αυ/
http://byzantin-history.blogspot.gr/2009/11/395-408.html
http://www.ygeiaonline.gr/component/k2/item/20539-gainas
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Στάση_του_Άσπαρ_(470)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Άσπαρ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου