Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Μεσαιωνική Θεσσαλια : Από την Ρωμαϊκή κατάκτηση εως την Βυζαντινη εποχή και την Οθωμανική κατάκτηση

 Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, θέλησαν να απαλλαγούν από τους Μακεδόνες αλλά νικήθηκαν κι έμειναν υπήκοοι της Μακεδονίας ως το 197 π.Χ. Τη χρονιά εκείνη, οι Μακεδόνες νικήθηκαν από τους Ρωμαίους στις Κυνός Κεφαλές. Οι Θεσσαλοί έμειναν μισό αιώνα ελεύθεροι, ιδρύοντας ομοσπονδίες («κοινά»). Στα 146 π.Χ., η Θεσσαλία συγχωνεύτηκε στη ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας. Στα 27 π.Χ., οι Ρωμαίοι την ενέταξαν στην Αχαΐα. Οι Θεσσαλοί βρήκαν την ησυχία τους και μπόρεσαν να ευημερήσουν. Στα χρόνια του Πλίνιου (Α’ μ.Χ. αιώνας) η Θεσσαλία αριθμούσε 75 πόλεις με τη Λάρισα και τον Φάρσαλο να διατηρούν τα παλιά τους μεγαλεία και με την Δημητριάδα να τις συναγωνίζεται.
Τον Δ’ αιώνα, η Θεσσαλία βρέθηκε στον δρόμο των επιδρομέων Γότθων και Ούννων και λεηλατήθηκε άγρια. Τον Ε’, ξέσπασαν διωγμοί εναντίον των εβραίων κατοίκων της περιοχής, ενώ, από το 540, ενέσκηψαν οι Σλάβοι. Οι συνεχείς επιδρομές τους κατάφεραν οδυνηρά πλήγματα στους Θεσσαλούς αλλά τον επόμενο αιώνα, όσοι από τους Σλάβους είχαν εγκατασταθεί σε χωριστές κοινότητες, είχαν αφομοιωθεί όπως μαρτυρούν επεισόδια που έχουν να κάνουν με πολιορκία της Θεσσαλονίκης (κάτοικοι σλαβικών κοινοτήτων έσπευσαν σε βοήθεια των πολιορκημένων). Το διάλειμμα ηρεμίας που ακολούθησε, επέτρεψε στους κατοίκους της Θεσσαλίας να ζήσουν ειρηνικά και να ευημερήσουν. Οι πηγές αναφέρουν τεράστια ακμή της Λάρισας και μεγάλη άνθιση της Τρίκκης (Τρικάλων), των Σταγών, της Ελασσόνας και του Φάρσαλου, ενώ σε ακμή (μικρότερη των προηγουμένων) βρίσκονταν η Καρδίτσα, το Βελεστίνο, ο Αλμυρός, ο Πλάτανος και η Δημητριάδα. Η τελευταία, γνώρισε τη φρίκη των Σαρακηνών πειρατών, όταν το 896 πολιορκήθηκε και υπέκυψε σ’ αυτούς. Οι Σαρακηνοί έσφαξαν, λεηλάτησαν, άρπαξαν κι αποχώρησαν. Μετά, ήρθε η σειρά των Βουλγάρων να εισβάλουν στα εδάφη της Θεσσαλίας. Ο Ι’ αιώνας πέρασε με συνεχείς βουλγαρικές επιδρομές και διαλείμματα ησυχίας. Σε μια από αυτές, ο τσάρος Σαμουήλ πήρε τη Λάρισα, ανάγκασε πολλούς κατοίκους της να μετοικήσουν στη Βουλγαρία και ενέταξε στον στρατό του εκείνους που θεώρησε ότι μπορούσαν να φέρουν όπλα. Ακολούθησαν μερικές ειρηνικές δεκαετίες ώσπου, στα 1081, στη Θεσσαλία επέπεσαν οι Νορμανδοί. Ο υπερασπιστής της Λάρισας, Λέων Κεφαλάς, άντεξε την στενή πολιορκία του Νορμανδού Βοημούνδου ώσπου, μετά από έξι μήνες, εδέησαν να εμφανιστούν τα βυζαντινά στρατεύματα και να λύσουν την πολιορκία (1084). Είναι η εποχή που η Θεσσαλία διέθετε μόνο ορθόδοξες ελληνικές εκκλησίες, οι Θεσσαλοί μιλούσαν ελληνικά και αυτοπροσδιορίζονταν Έλληνες. Είναι όμως και η εποχή που η Θεσσαλία άρχισε να αποκαλείται Μεγάλη Βλαχία. Με τους Βλάχους να νιώθουν και να είναι Έλληνες. Στα 1084, κατοικούσαν στα ορεινά της Βόρειας Θεσσαλίας. Τον επόμενο αιώνα, σε όλα τα θεσσαλικά βουνά. Τον μεθεπόμενο, γύρω από την Όθρη. Με τη Θεσσαλία να έχει διανεμηθεί σε φέουδα (πολλά ως προσωπικές περιουσίες αυτοκρατορικών συζύγων), ανάμεσα στα οποία και της κραταιάς οικογένειας των Μελισσηνών. Μετά, ήρθαν οι Φράγκοι.
Κατά την Βυζαντινή περίοδο αυτή στάλθηκαν από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ευγενείς, οι λεγόμενοι Κεφαλάδες, για να διοικήσουν την περιοχή. Από εκείνα τα χρόνια αρχίζει και ο κερματισμός της Θεσσαλικής γης σε μεγάλα φέουδα υπό τη διοίκηση ισχυρών οικογενειών. Η περιοχή της Θεσσαλίας χαρακτηριζόταν και ως Βλαχία ή Μεγαλοβλαχία. Ύστερα από την Δ' Σταυροφορία (1204) τμήματα της Θεσσαλίας έλαβαν ως φέουδα σταυροφόροι, όπως ο Γουλιέλμος ντι Λάρσα (τη Λάρισα) και ο Βερθόλδος (τις Φερές). Αργότερα, βρέθηκε στη διοίκηση του Δεσποτάτου της Ηπείρου, αλλά μετά τον θάνατο του Μιχαήλ Β΄ (1268) ιδρύθηκε ανεξάρτητο θεσσαλικό κρατίδιο που έφτανε στην ακμή του μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο, με πρωτεύουσα την Υπάτη και διοικητή τον Ιωάννη Α' Δούκα, νόθο γιο του Μιχαήλ, ο οποίος το διοίκησε από το 1263 ως το 1289-90. Έπειτα τον διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος Δούκας και αυτόν ο Ιωάννης Β'. Από το 1320 μέχρι το 1390 σημαντικό ρόλο παίζει στην περιοχή της Θεσσαλίας το Δουκάτο των Νέων Πατρών, με αρχικό διοικητή τον Αλφόνσο Φαντρίκ, αρχηγό της Καταλανικής Εταιρείας, ο οποίος μετά το θάνατο του Ιωάννη Β΄ Δούκα το 1318, εισέβαλε στη Θεσσαλία και κατέκτησε το Λιδωρίκι, το Σιδηρόκαστρο, το Ζητούνι, το Γαρδίκι, το Γαλαξίδι και τη Βιτρινίτζα και έγινε «γενικός Βικάριος» των δουκάτων των Αθηνών και Νέων Πατρών το 1319.
Το Δουκάτο Νέων Πατρών ιδρύθηκε στην Ελλάδα μετά την κατάκτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά την Δ' Σταυροφορία (Φραγκοκρατία), με κέντρο την πόλη των Νέων Πατρών, τη σημερινή Υπάτη, στην κοιλάδα του Σπερχειού, δυτικά της Λαμίας. Το 1318-1319 οι Αλμογάβαροι της Καταλανικής εταιρείας, αφού είχαν κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος του Δουκάτου των Αθηνών, επεκτάθηκαν στα εδάφη της αυτόνομης ηγεμονίας της Θεσσαλίας, όπου επικρατούσε αναρχία μετά τον θάνατο του ηγεμόνα Ιωάννη Β΄ Δούκα. Υπό την ηγεσία του Αλφόνσο Φαντρίκε, γιου του Βασιλιά του Βασιλείου της Σικελίας, κατέλαβαν τμήματα της νότιας Θεσσαλίας. Τα νέα εδάφη ενώθηκαν με το Δουκάτο των Αθηνών με το όνομα Δουκάτο Αθηνών και Νέων Πατρών. Το Δουκάτο χωρίστηκε στα καπετανάτα Σιδηροκάστρου, Νέων Πατρών και Σαλώνων (Άμφισσας). Μεγαλο μέρος των κτήσεων του Δουκάτου στη Θεσσαλία κατακτήθηκε από τους Σέρβους του Στεφάνου Δουσάν το 1337. Το 1377, τον τίτλο του Δούκα Νέων Πατρών πήρε ο Πέτρος Δ΄ της Αραγωνίας. Ο τίτλος διατηρήθηκε από τους διαδόχους του και είναι ακόμη μέρος του πλήρους τίτλου των μοναρχών της Ισπανίας. Οι επιθέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σταδιακά μείωσαν τα εδάφη του Δουκάτου μέχρις ότου ό,τι απέμεινε από αυτό, έπεσε στα χέρια της Δημοκρατίας της Φλωρεντίας το 1390. Η Υπάτη από το 1180 μέχρι το 1824 είχε επίσκοπο με τον τίτλο «Επίσκοπος Νέων Πατρών» και για αποφυγή σύγχυσης ο Μητροπολίτης Πατρών λεγόταν «Παλαιών Πατρών».
Η πρώτη οθωμανική εισβολή στη Θεσσαλία έλαβε χώρα το 1386. Κατά τη διάρκειά της κατελήφθησαν κατά σειρά το κάστρο του Πλαταμώνα, το κάστρο της Ωριάς στα Τέμπη και η Λάρισα. Ο Στρατηγός των Οθωμανών, ένας από τους κορυφαίους του σουλτάνου, ο Εβρενός μπέης, ο ονομαζόμενος και πορθητής της Λάρισας, που ήταν Έλληνας αρνησίθρησκος, έχοντας μαζί του τον στρατιωτικό αρχηγό Χαϊρεντίν πασά κατέλαβαν τη Θεσσαλία επί Μουράτ Β΄, το 1386/7. Ο Εβρενός πέθανε το 1417 και θάφτηκε στη νέα οθωμανική πόλη της Δ. Μακεδονίας, τα Γιαννιτσά. Την ίδια περίοδο ο Αλέξιος Φιλανθρωπινός, ο λεγόμενος Καίσαρ της Μεγάλης Βλαχίας, παρέμενε οχυρωμένος στα Τρίκαλα μέχρι και το θάνατό του, που μάλλον συνέβη το 1388. Συνεπώς αυτή η πρώτη φάση της οθωμανικής εισβολής στη Θεσσαλία τερματίστηκε στην περιοχή της Λάρισας. Έξι χρόνια αργότερα, το 1392/3, άρχισε η δεύτερη φάση της οθωμανικής εξάπλωσης στη Θεσσαλία άρχισε υπό την ηγεσία και πάλι του Εβρενός και κατέληξε το 1394 υπό την αρχιστρατηγία του ίδιου του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄. Ο Εβρενός επικεφαλής ισχυρού στρατού, πέρασε το 1392 τα Τέμπη.
Η παράδοση έχει διασώσει  τραγούδια και θρύλους για το λεγόμενο Κάστρο της Ωριάς των Τεμπών, το οποίο βρισκόταν σε απόκρημνο σημείο της ομώνυμης κοιλάδας από την πλευρά της Όσσας, απέναντι από την Αγία Παρασκευή, ίχνη του οποίου σώζονται ως τις μέρες μας. Σύμφωνα με το θρύλο, κάποιος Οθωμανός εξαπάτησε την κόρη του άρχοντα του κάστρου υποδυόμενος ορθόδοξο μοναχό που ζητούσε καταφύγιο στο κάστρο. Έτσι η οχυρή θέση έπεσε στα χέρια των γαζήδων. Αφού οι Οθωμανοί κατέλαβαν και πάλι το κάστρο της Ωριάς, αντιμετώπισαν με άνεση στην έξοδο της κοιλάδας το στρατό του νέου Καίσαρα της Μεγαλοβλαχίας Μανουήλ Άγγελου Φιλανθρωπινού, που ήταν αδελφός του νεκρού Αλέξιου. Έτσι ο οθωμανικός στρατός, χωρίς καμιά άλλη αντίσταση, κατάλαβε ξανά τη Λάρισα. Την ίδια χρονιά έπεσαν προσωρινά (1403) στα χέρια των Οθωμανών η Σκιάθος και η Σκόπελος.  Το 1394 την αρχιστρατηγία του οθωμ. στρατού ανέλαβε ο Βαγιαζήτ ο οποίος και υπέταξε την ίδια χρονιά κατά σειρά τα Φάρσαλα, το Δομοκό, το Ζητούνι, τις Θερμοπύλες και την παλιά πρωτεύουσα του θεσσαλικού κράτους Υπάτη (Νέες Πάτρες), η οποία μετονομάστηκε από τους Οθωμανούς σε Πατρατζίκ. Μετά τη λήξη των επιχειρήσεων παραχώρησε μεγάλο μέρος της Θεσσαλίας, ως φέουδο, στον Εβρενός, τιμώντας τον κατ’ αυτόν τον τρόπο για την προσφορά του. Το 1396/7, ο Εβρενός συνέχισε το καταστροφικό του έργο, λεηλατώντας περιοχές της Στερεάς και της Πελοποννήσου, ενώ ο Βαγιαζήτ συνέχισε τις κατακτήσεις του στο θεσσαλικό έδαφος (Τρίκαλα, Βαθύρρεμα, Φανάρι, Γόλος [Βόλος] κ. ά.). Χρονιά σταθμός ήταν το 798 μετά Εγίραν, σύμφωνα με τις τουρκικές πηγές, (1395-6), διότι τότε έπεσε η πιο οχυρή θεσσαλική πόλη, τα Τρίκαλα, τα οποία στη συνέχεια απετέλεσαν έδρα του πρώτου Οθωμανού πασά (διοικητή) της Θεσσαλίας, Τουραχάν (ή Τουρχάν).
Κατόπιν της συμφωνίας του 1403, που συνήφθηκε μεταξύ του γιου του σουλτάνου Βαγιαζήτ, Σουλεϊμάν Α΄ και του Μανουήλ Παλαιολόγου, αρκετά από τα κατακτημένα εδάφη επιστράφηκαν στο βυζαντινό κράτος, μεταξύ των οποίων και η Ανατολική Θεσσαλία μέχρι τη Λάμία. Ο νέος σουλτάνος Μεχμέτ (Μωάμεθ) Α΄ (1423-1421) ανανέωσε τη συνθήκη του 1403 παραχωρώντας επιπλέον και άλλα φρούρια και χωριά της Θεσσαλίας στους Βυζαντινούς. Οι Βενετοί μ’ αυτή τη συνθήκη ήλεγχαν το κάστρο του Πτελεού και των Λεχωνίων έχοντας τη νομή των καλλιεργειών του κάμπου των Λεχωνίων. Μετά το θάνατο του Μεχμέτ (1421) ο Μανουήλ συνεργάστηκε με τους εμίρηδες κατά του νέου σουλτάνου Μουράτ Β΄. Ο Μουράτ αφού αντιμετώπισε με επιτυχία τους στασιαστές, ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Θεσσαλίας, σχεδόν αναίμακτα, με στρατηγό τον Τουραχάν μπέη. Η κατάκτηση τη φορά αυτή συνοδεύτηκε από οργανωμένη εγκατάσταση πολυάριθμων μουσουλμάνων από την Ανατολία. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν αγροτικές οικογένειες από το Ικόνιο της Καππαδοκίας. Αυτοί συνοικίστηκαν σε χωριά της βορειοανατολικής Θεσσαλικής πεδιάδας και ονομάζονταν Κονιαρέοι ή Κόνιαροι από τον τόπο καταγωγής τους (Ικόνιο). Μια άλλη ομάδα μουσουλμάνων εποίκων, που έφθασαν λίγο αργότερα στη Θεσσαλία (1463), ήταν οι Γιουρούκοι οι οποίοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και εγκαταστάθηκαν στις παρυφές του Ολύμπου. Στη συνέχεια ο Τουραχάν διαμοίρασε το θεσσαλικό κάμπο, σε ντόπιους εκούσια εξισλαμισθέντες φεουδάρχες και σε δικούς του αξιωματούχους, υπό τη μορφή φέουδων. Ο λόγος της διανομής ήταν η επιβράβευση αυτών για τη συμβολή τους στην κατάκτηση της Θεσσαλίας. Η ίδια η Λάρισα άλλαξε όνομα και μετονομάστηκε από τους Οθωμανούς «Γενή Χεσίρ», δηλαδή Νέα Πόλη, χωρίς όμως να καταφέρουν να εκτοπίσουν το παλιό της όνομα.
Το 1423 ολοκληρώθηκε και η τρίτη φάση της οθωμανικής κατάκτησης της Θεσσαλίας. Η τελευταία προσπάθεια των Βυζαντινών εναντίον της οθωμανικής επέκτασης στη Θεσσαλία ήταν μια παράτολμη ενέργεια του Δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. O Κων/νος, επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, το 1445 προέλασε στη Στερεά και εισήλθε στη Θεσσαλία περνώντας από το Φανάρι και έφτασε στα ορεινά των Αγράφων. Επειδή όμως ότι ισχυρές τουρκικές δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στο Βελεστίνο (1446), αναγκάστηκε να υποχωρήσει νοτιότερα. Η αντίσταση των Ελλήνων που ήταν περιορισμένη στα ορεινά της Θεσσαλίας εγκαταλείφθηκε μετά την άλωση της Πόλης (1453). Τότε φαίνεται πως έπεσε οριστικά και το Φανάρι στα χέρια των εισβολέων. Το 1454 υπογράφηκε συνθήκη μεταξύ του Μωάμεθ Β΄ (Πορθητή) και των Βενετών, οι Τούρκοι αποκτούσαν τον έλεγχο των τελευταίων δυο οχυρών της Θεσσαλίας: των κάστρων του Πτελεού και του Γαρδικίου. Όμως η συμφωνία έμελλε να γίνει πράξη το 1470, μετά την πτώση της Εύβοιας (1470). Τα τελευταία οχυρά εκπορθήθηκαν, ενώ οι Βενετοί υπερασπιστές των σκοτώθηκαν μέχρι ενός από τους Τούρκους, και οι Έλληνες κάτοικοι αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν σιδηροδέσμιοι στην Κων/λη.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δουκάτο_Νέων_Πατρών
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θεσσαλία
http://aktines.blogspot.gr/2014/06/blog-post_5007.html
http://aktines.blogspot.gr/2016/01/1470.html
http://historyreport.gr/index.php/Πατριδογνωσία/Θεσσαλία/1540--4-------

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου