Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Μεσαιωνική Στερεά Ελλάδα - Απο την Ρωμαϊκή διοίκηση και την Βυζαντινή κυριαρχία εως την Φραγκοκρατια και την Οθωμανική κατάκτηση

Η Αχαΐα ήταν μια επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία περιελάμβανε εδαφικά την Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα. Βόρεια συνόρευε με τις επαρχίες της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Η περιοχή προσαρτήθηκε στα εδάφη της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας το 146 π.Χ. μετά από μια βάναυση εκστρατεία, κατά τη διάρκεια της οποίας καταστράφηκε συθέμελα η Κόρινθος από το Ρωμαίο στρατηγό Λεύκιο Μόμμιο. Οι κάτοικοι της πόλης σφαγιάστηκαν ή πουλήθηκανσκλάβοι, ενώ οι ναοί απογυμνώθηκαν από τα έργα τέχνης τους τα οποία στόλισαν ρωμαϊκές βίλες. Ο Μούμμιος έλαβε το προσωνύμιο «Αχαϊκός» για την εκστρατεία του αυτή. Για 60 χρόνια, η Ελλάδα διοικούταν από τους Ρωμαίους με τη μορφή μιας επαρχίας που ανήκε στη Σύγκλητο. Ορισμένες πόλεις, όπως η Αθήνα και η Σπάρτη, κράτησαν σχετική αυτονομία στα εδάφη τους. Το 88 π.Χ., ωστόσο, ο Μιθριδάτης Στ' Ευπάτωρ, βασιλιάς του Πόντου, ξεκίνησε μια εκστρατεία κατά της Ρώμης κερδίζοντας την υποστήριξη αρκετών πόλεων-κρατών της Ελλάδας. Οι ρωμαϊκές λεγεώνες υπό τη διοίκηση του Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα έδιωξαν το Μιθριδάτη από τον ελλαδικό χώρο και κατέπνιξαν την επανάσταση, λεηλατώντας την Αθήνα το 86 π.Χ. και τη Θήβα την επόμενη χρονιά. Διαβόητη είναι η αρπαγή έργων τέχνης στην οποία προχώρησε ο Σύλλας. Η τιμωρία για τις επαναστατημένες πόλεις ήταν βαριά και οι αψιμαχίες επί ελληνικού εδάφους μετέτρεψαν την καρδιά της κεντρικής Ελλάδας σε ερείπια. Το εμπόριο της Αχαΐας έπαψε να συναγωνίζεται το ρωμαϊκό. Η Αθήνα εξακολούθησε μονάχα να θεωρείται σεβαστό κέντρο πολιτισμού και γραμμάτων, αν και τη λάμψη της έκλεβε η Αλεξάνδρεια. Μετά την ήττα του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, το 31 π.Χ., ο Αυτοκράτορας Αύγουστος διαχώρισε τη Μακεδονία από την Αχαΐα. Τον επόμενο ενάμιση αιώνα η Ελλάδα σταδιακά ανοικοδομήθηκε και πάλι, μεσουρανώντας κατά τη βασιλεία του ελληνόφιλου Αυτοκράτορα Αδριανού. Από κοινού με το λόγιο Ηρώδη τον Αττικό, ο Αδριανός προχώρησε σε εκτεταμένα έργα ανοικοδόμησης. Καλλώπισε την Αθήνα και επισκεύασε πολλές από τις ερειπωμένες και καταπτοημένες ελληνικές πόλεις.
Χαλκός, μολύβι και μεταλλεύματα πήγαζαν από την Αχαΐα, αν και η παραγωγή δεν ήταν τόσο θεαματική όσο σε άλλες κατακτημένες περιοχές, όπως το Νόρικουμ, η Βρετανία και οι επαρχίες της Ισπανίας. Το μάρμαρο από τα ελληνικά λατομεία πολύτιμο αγαθό. Μορφωμένοι σκλάβοι ελληνικής καταγωγής ήταν περιζήτητοι στη Ρώμη ως γιατροί και παιδαγωγοί. Η Αχαΐα επίσης παρήγαγε πολυτελή είδη σπιτιού όπως έπιπλα, κεραμεικά, καλλυντικά και λινά υφάσματα. Τέλος, ελληνικές ελιές και λάδι αποτελούσαν κύριο εξαγώγιμο προϊόν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Το 395 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α' πέθανε και όρισε στη διαθήκη του τη διαίρεση της αυτοκρατορίας σε δύο τμήματα, ανατολικό και δυτικό. Το δυτικό κομμάτι της (οι περιοχές από τη Βρετανία και την Ισπανία μέχρι το Ρήνο, την Ιλλυρία, την Μεγάλη Σύρτη και την ΒΔ Αφρικη) θα διοικούνταν από τον μικρότερο γιο του, τον Ονώριο, ενώ το ανατολικό κομμάτι της, δηλαδή οι περιοχές από την Ιλλυρία και τοΔούναβη ως την Αρμενία τη Συρία και την Αίγυπτο) από τον μεγαλύτερο γιο του, Αρκάδιο. Αυτός ήταν και ο τελευταίος διαχωρισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ο Αλάριχος αρχικά υπηρετούσε υπό τις διαταγές διαφόρων Ρωμαίων στρατηγών. Ήταν Χριστιανός και ανήκε στην αίρεση του Αρείου. To 395 ανέλαβε ηγέτης των Βησιγότθων οι οποίοι ήταν δυσαρεστημενοι από την κατάσταση, ιδιαίτερα μετά τις μεγάλες απώλειες που είχαν στον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Θεοδοσίου και Ευγενίου.
Έτσι ο Αλάριχος ξεκίνησε σειρά λεηλασιών κατά της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Βαλκανική χερσόνησο, φτάνοντας νότια ως και την Πελοπόννησο. Στην αρχή βάδισε προς την Κωνσταντινούπολη, αλλά, ευρισκόμενος σε αδυναμία να προβεί σε πολιορκία, ανασχεδίασε τα βήματά του προς τα δυτικά και, στη συνέχεια, βάδισε νότια μέσω της Θεσσαλίας και του αφύλακτου περάσματος των Θερμοπυλών στην Ελλάδα. Οι στρατοί της ανατολικής αυτοκρατορίας ασχολούνταν με επιδρομές των Ούννων στη Μικρά Ασία και τη Συρία. Από την άλλη, ο Ρουφίνος προσπάθησε να διαπραγματευτεί με τον Αλάριχο. Αυτό ήγειρε υποψίες στην Κωνσταντινούπολη ότι ο Ρουφίνος βρισκόταν σε συνεννόηση με τους Γότθους. Τότε ο ισχυρός άνδρας του δυτικού ρωμαϊκού κράτους, Στιλίχων, βάδισε ανατολικά εναντίον του Αλάριχου. Ο Στιλίχων ήταν σε θέση να καταστρέψει τους Γότθους, όταν διατάχτηκε από τον Αρκάδιο να φύγει από το Ιλλυρικό. Ο Ρουφίνος κατακρεουργήθηκε η πραγματική εξουσία στην Κωνσταντινούπολη πλέον πέρασε στον ευνούχο Ευτρόπιο. Ο θάνατος του Ρουφίνου και η αναχώρηση του Στιλίχωνος έδωσε απόλυτη ελευθερία στις κινήσεις για τον Αλάριχο· λεηλάτησε την Αττική αλλά απέφυγε την Αθήνα, η οποία συνθηκολόγησε αμέσως με τον επιδρομέα. Το 396, εξάλειψε τα τελευταία απομεινάρια των Μυστηρίων στην Ελευσίνα, θέτοντας τέλος στην παράδοση των απόκρυφων θρησκευτικών τελετών. Στη συνέχεια εισέβαλε στην Πελοπόννησο και κατέλαβε τις πιο διάσημες πόλεις -Κόρινθο, Άργος, και Σπάρτη- πουλώντας πολλούς από τους κατοίκους τους ως δούλους. Εδώ, όμως, η νικηφόρα καριέρα του υπέστη σοβαρό πλήγμα. Το 397 ο Στιλίχων διέσχισε τη θάλασσα προς την Ελλάδα και πέτυχε την παγίδευση των Γότθων στα βουνά της Φολόης, στα σύνορα της Ηλείας και Αρκαδίας. Από εκεί ο Αλάριχος δραπέτευσε με δυσκολία, και όχι χωρίς κάποια υποψία για ανοχή από τον Στιλίχωνα.
Ο Αλάριχος στη συνέχεια διέσχισε τον Ισθμό της Κορίνθου και βάδισε βόρεια μέχρι την Ήπειρο λεηλατώντας. Οι επιδρομές του συνεχίστηκαν μέχρι που η ανατολική αυτοκρατορία τον διόρισε αρχιστράτηγο (magister per militum) του Ιλλυρικού, δίνοντάς του τη ρωμαϊκή διοίκηση που είχε επιθυμήσει, καθώς και την εξουσία για να ανεφοδιάσει τους άντρες του από τα αυτοκρατορικά οπλοστάσια.
Το θέμα Ελλάδος ήταν στρατιωτική-διοικητική περιφέρεια («θέμα») της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στη σημερινή νότια Ελλάδα. Το θέμα περιλάμβανε την Στερεά, την Θεσσαλία και, μέχρι περίπου το 800, την Πελοποννήσο. Ιδρύθηκε τον ύστερο 7ο αιώνα και επέζησε μέχρι τον ύστερο 12ο αιώνα. Ο όρος "Ελλάς" βρισκόταν ήδη σε χρήση τον 6ο αιώνα για να περιγράψει τη σημερινή νότια Ελλάδα, χρησιμοποιούμενος στο Συνέκδημο ως εναλλακτική ονομασία για τη Ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας. Κατά τον 7ο αιώνα, η η οριστική κατάρρευση του συνόρου στο Δούναβη επέτρεψε τη διενέργεια μεγάλης κλίμακας Σλαβικών εισβολών και εποικισμών σε ολόκληρη τη Βαλκανική χερσόνησο. Στην Ελλάδα τα σλαβικά φύλα επέδραμαν και εγκαταστάθηκαν βοηθούμενα από την ενασχόληση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με την αντιμετώπιση των Αραβικών κατακτήσεων στην Ανατολή. Μέρος του ντόπιου πληθυσμού κατέφυγε στις οχυρωμένες πόλεις, σε νησιά μακριά από την ακτή ή στην Ιταλία. Η δημιουργία του θέματος της Ελλάδας χρονολογείται μεταξύ του 687 και του 695, κατά την πρώτη βασιλεία του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Β΄ (685-695 και 705-711) , πιθανώς ως άμεση συνέπεια της εκστρατείας του εναντίον των Σλάβων το 688/689. Ο πρώτος στρατηγός της Ελλάδας μαρτυρείται το 695: ο Λεόντιος, πρώην στρατηγός του θέματος Ανατολικών, που είχε πέσει σε δυσμένεια μετά την ήττα του στη μάχη της Σεβαστουπόλεως. Αν και οι σύγχρονες πηγές δε χρησιμοποιούν τον όρο "θέμα" για την Ελλάδα πριν τον 8ο αιώνα, χρησιμοποιώντας αντ' αυτού τον όρο στρατηγία, είναι βέβαιο ότι δημιουργήθηκε εξ αρχής ως πλήρης διοικητική οντότητα, που ήλεγχε τα εδάφη της παλιάς επαρχίας της Αχαΐας. Η αρχική έκταση του θέματος  περιελάμβανε την ανατολική ακτή της ηπειρωτικής χώρας (ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέρη της Θεσσαλίας), περιλαμβάνοντας και την ανατολική Πελοπόννησο, καθώς και νησιά του Αιγαίου, όπως η Σκύρος και η Κέα. Δεν είναι σαφές αν αρχική πρωτεύουσα ήταν η Αθήνα ή η Θήβα· πιθανότερα ήταν η Θήβα, καθώς σίγουρα εκπλήρωνε αυτό το ρόλο στον πρώιμο 10ο αιώνα. Το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα, ωστόσο, η έδρα του στρατηγού μεταφέρθηκε στη Λάρισα. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄ εγκατέστησε εκεί αρκετές χιλιάδες Μαρδαΐτες, Ελληνόφωνους χριστιανούς της Συρίας που επάνδρωναν φρουρές και πληρώματα σε τοπικές ναυτικές μοίρες. Το πλήθος των χερσαίων στρατευμάτων, από την άλλη, παρέμεινε  χαμηλό καθόλη την ύπαρξη του θέματος, αριθμώντας ίσως 2.000. Ο στόλος της Ελλάδος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εικονοφιλική εξέγερση του 726. Κατά τον 8ο αιώνα, ωστόσο, η αυτοκρατορική εξουσία σταδιακά επεκτάθηκε και στο εσωτερικό. Οι ντόπιοι Σλάβοι κάτοικοι εκχριστιανίστηκαν και υποτάχθηκαν στη Βυζαντινή εξουσία, συχνά σε αυτόνομες περιφέρειες υπό δικούς τους άρχοντες. Η διαδικασία αυτή δε σταμάτησε από ένα επόμενο κύμα Σλαβικών εποικισμών τη δεκαετία του 740. Η εκστρατεία εναντίον των Σλάβων του αξιωματούχου Σταυράκιου το 783 αποκατέστησε και επέκτεινε ξανα τον αυτοκρατορικό έλεγχο, στην Πελοπόννησο και τη σημερινή βόρεια Ελλάδα. Αυτό οδήγησε στο διαχωρισμό της Πελοποννήσου ώστε να αποτελέσει χωριστό θέμα γύρω στο 800. Κατά τον 9ο και τον πρώιμο 10ο αιώνα, η Ελλάδα υπέφερε από επιδρομές Σαρακηνών, ιδίως μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Άραβες τη δεκαετίας του 820, και από Βουλγαρικές επιδρομές υπό τον Τσάρο Συμεών (893–927) που έφτασαν στην Πελοπόννησο. Ωστόσο, από τον ύστερο 9ο αιώνα και εξής η Ελλάδα, μαζί με την υπόλοιπη επικράτεια της σημερινής Ελλάδας, εμφανίζει σημάδια αυξημένης ευημερίας, όπως η ίδρυση νέων πόλων και η δημιουργία νέων βιοτεχνιών (κυρίως μεταξουργίας στη Θήβα). Η βουλγαρική απειλή επανεμφανίστηκε με τον Τσάρο Σαμουήλ, που κατέλαβε τη Θεσσαλία το 987 και εξαπέλυσε διαδοχικές καταστροφικές επιδρομές στη Στερεά και την Πελοπόννησο μέχρι την ήττα του στη μάχη του Σπερχειού το 997. Η περιοχή απήλαυσε μακρά περίοδο ειρήνης στο εξής, που διαταράχθηκε μόνο από επιδρομές κατά την Εξέγερση του Πέτρου Δελεάνου (1040–1041) και τις αποτυχημένες Νορμανδικές επιδρομέςστη Θεσσαλία το 1082–1083. Κατά τον 10ο και τον 11ο αιώνα, η Ελλάδα διοικήθηκε μαζί με την Πελοπόννησο από ένανστρατηγό και καθώς η πολιτική διοίκηση απέκτησε μεγαλύτερη σημασία, η ίδια πρακτική υιοθετηθηκε και εκεί, καθώς διοριζόταν ένας πρωτονοτάριος, πραίτορας και κριτής και για τα δύο θέματα. Η Θεσσαλία φαίνεται ότι είχε αποσπαστεί από την Ελλάδα και προστέθηκε στο θέμα Θεσσαλονίκης από τον πρώιμο 11ο αιώνα μέχρι κάποιο σημείο στον πρώιμο 12ο αιώνα. Μέχρι το τέλος του 11ου αιώνα, το ενωμένο θέμα Ελλάδος-Πελοποννήσου περιήλθε υπό τον έλεγχο του Μεγάλου Δούκα, διοικητή του Βυζαντινού ναυτικού. Εξαιτίας της απουσίας του από την περιοχή, ωστόσο, η τοπική διοίκηση ακούνταν από τον τοπικό πραίτορα, θέση που συχνά κατείχαν ανώτεροι και διακεκριμένοι αξιωματούχοι όπως οι νομομαθείς Αλέξιος Αριστηνός και Νικόλαος Αγιοθεοδωρίτης. Εμφανίστηκαν, ωστόσο, εμφανίστηκαν μικρότερες δικαιοδοσίες εντός των ορίων και των δύο θεμάτων. Αυτές τελικά εξελίχθηκαν σε μικρότερες φορολογικές περιφέρειες που ονομάζονταν όρια, χαρτουλαράτα και επισκέψεις το 12ο αιώνα, ενώ τα παλιά θέματα της Ελλάδας και της Πελοποννήσου σταδιακά εξαφανίστηκαν ως διοικητικές οντότητες. Η επικράτεια της Ελλάδας έμεινε υπό Βυζαντινό έλεγχο μέχρι τον πρώιμο 13ο αιώνα (1204–1205), όταν, μετά την Τέταρτη Σταυροφορία, περιήλθε υπό τον έλεγχο των Λατινικών κρατών της Θεσσαλονίκης και τηςΑθήνας.
Λατινοκρατία ή Φραγκοκρατία ονομάζεται η χρονική περίοδος της λατινικής κυριαρχίας στο Βυζάντιο και στην Ελληνική ανατολή. Σε αντίθεση με άλλες περιόδους ξενικής κυριαρχίας, όπως η Ρωμαιοκρατία ή Τουρκοκρατία, δεν παρουσιάζει καθολικότητα και πληρότητα, επειδή δεν είναι σταθερά για όλες τις περιοχές τα χρονολογικά όρια της έναρξης και του τέλους της, ενώ διαφορετική είναι και η καταγωγή των εγκατεστημένων ξένων στον ελληνικό χώρο. Οι δυτικοί κατακτητές της Κωνσταντινούπολης προχώρησαν στον διαμερισμό των προηγούμενων εδαφών της Αυτοκρατορίας μεταξύ τους με μαθηματική ακρίβεια: Ένα τέταρτο κατανεμήθηκε στον Αυτοκράτορα, τρία όγδοα δόθηκαν στη Βενετία ως αμοιβή για τη μεταφορά, τις προμήθειες και τη ναυτική υποστήριξη και τα υπόλοιπα τρία όγδοα επρόκειτο να διανεμηθούν μεταξύ των Λατίνων ιπποτών ως τιμάρια. Η ίδια η Κωνσταντινούπολη μοιράστηκε εξίσου μεταξύ του Αυτοκράτορα και των Βενετών. Στην πραγματικότητα οι Λατίνοι δεν ήλεγχαν ολόκληρη την περιοχή που διεκδικούσαν επειδή υπήρχαν θύλακες αντίστασης με επικεφαλής βυζαντινούς ή τοπικούς αξιωματούχους.
Το Δυνατό των Αθηνών περιλάμβανε αρχικά την Αθήνα και τη Θήβα, πιθανόν και το Άργος. Ήταν από τις περιοχές που ο Βονιφάτιος έπρεπε να δώσει μάχη για να κυριεύσει, όπως ήταν και η Εύβοια και η Πελοπόννησος. Επειδή στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του τον είχε βοηθήσει ο Φράγκος σταυροφόρος Όθων ντε Λα Ρος, ως ανταμοιβή του έδωσε τον τίτλο του δούκα ή του κυρίου ο ίδιος συστηνόταν ως Μέγας Κύρης των Αθηνών. Το δουκάτο των Αθηνών αρχικά υπαγόταν στο Βασίλειο της Θεσσαλονίκης αλλά μετά την κατάλυση αυτού, "μεταφέρθηκε" στη δικαιοδοσία του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Το 1311 Καταλανοί μισθοφόροι νίκησαν τους Φράγκους δούκες των Αθηνών και ίδρυσαν καταλανικό κράτος που επιβίωσε περίπου 80 χρόνια -μέχρι το 1387. Τότε οι Καταλανοί νικήθηκαν από τους Ατσαγιόλι της Φλωρεντίας. Οι τελευταίοι κράτησαν το δουκάτο 70 χρόνια μέχρι την Τουρκοκρατία, ως το 1460.
Η Κομητεία των Σαλώνων  ήταν φράγκικη ηγεμονία ιδρυθείσα στην περιοχή της Φωκίδας της σημερινής Ελλάδας στις αρχές του 13ου αιώνα, με το πέρας της Δ΄ Σταυροφορίας. Η τοποθεσία των Σαλώνων ευρισκόταν στην θέση της Άμφισσας της Φωκίδας, σε σχετικά κοντινή απόσταση από τους Δελφούς. Η πόλη κατακτήθηκε κατά την περίοδο μεταξύ 1204-1205 από τον Τομά ντ' Ωτρεμανκούρ, καταγόμενο από την Πικαρδία ευγενή και έμπιστο του Βονιφάτιου του Μομφερρατικού, Βασιλέα της Θεσσαλονίκης. Οι Ωτρεμανκούρ ανήγειραν κάστρο στην συγκεκριμένη τοποθεσία, το Φρούριον, επάνω στα ερείπια της αρχαίας ακρόπολης.
Ο Τομά ντ'Ωτρεμανκούρ ηττήθηκε και σκοτώθηκε προς το 1211 από τον Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Α΄ Δούκα, κάτι που, ωστόσο, δεν επηρέασε την φραγκική παρουσία στην περιοχή. Ή πίστη των Κόμητων των Σαλώνων εναλλασσόταν μεταξύ των Πριγκίπων της Αχαΐας και των Δουκών των Αθηνών. Ήταν, στην υπηρεσία του Δούκα των Αθηνών, Γκωτιέ Ε΄ ντε Μπριέν, που ο Τομά Γ΄ ντ'Ωτρεμανκούρ βρήκε τον θάνατο το 1311 στην διάρκεια της Μάχης του Αλμυρού, όπου ήρθε αντιμέτωπος με την Καταλανική Εταιρεία των Αλμογάβαρων.
Μετά τον θάνατο του Τομά Γ΄ ντ' Ωτρεμανκούρ, ο Καταλανός Ροζέ Ντελόρ,  στην υπηρεσία του Δούκα των Αθηνών, νυμφεύθηκε την χήρα του και εγκαταστάθηκε στα Σάλωνα. Από το 1318, το φέουδο πέρασε στα χέρια του Αλφόνσο Φαντρίκ, νόθου υιού του Βασιλέα της Σικελίας, Φρειδερίκου Β΄, γενικού βικάριου του Δουκάτου των Αθηνών, το οποίο ευρισκόταν στα χέρια των Καταλανών και το οποίο κληρονόμησαν οι απόγονοί του. Η κομητεία κατελήφθη στα τέλη του 1393 ή στις αρχές του 1394 από τον Σουλτάνο Βαγιαζίτ Α΄, ο οποίος αιχμαλώτισε την χηρεύουσα κόμισσα Ελένη και νυμφεύθηκε την κόρη της και κληρονόμο Μαρία Φαντρίκ. Τα εδάφη της κομητείας επανακτήθηκα από τον Δεσπότη του Μωριά, Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο, ο οποίος και τα πούλησε το 1407 στους Ιππότες της Ρόδου. Το 1410, η κομητεία κατελήφθη από τους Τούρκους.
Η Κομητεία των Σαλώνων διέθετε δύο οδούς επικοινωνίας με την θάλασσα, μέσω των λιμένων της Ιτέας και της Βιτρινίτσας, επί του Κορινθιακού Κόλπου. Η κοπή δικού της νομίσματος επιβεβαιώνεται για την περίοδο διακυβέρνησης των Ωτρεμανκούρ. Η πόλη των Σαλώνων φιλοξενούσε Καθολικό επίσκοπο ο οποίος υπαγόταν στην Αρχιεπισκοπή των Αθηνών, ενώ διέθετε και εβραϊκή κοινότητα. Οι Φαντρίκ έθεσαν σε εφαρμογή τις Usatges της Βαρκελώνης ως νομικό καθεστώς και τα καταλανικά ως γλώσσα διοίκησης. Η φύλαξη του κάστρου της πόλης ανατέθηκε σε έναν castlà ή φρούραρχο και διοικητή. Κατά την περίοδο εξουσίας της κόμισσας Ελένης Καντακουζηνής, ο Καθολικός επίσκοπος αντικαταστάθηκε με έναν Ορθόδοξο.
Το Κάστρο της Μενδενίτσας ανεγέρθηκε από τον Μαρκήσιο της Βοδονίτσας, τον Λομβαρδό ιππότη Guido Pallavicini στα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας.
Θεμελιώθηκε πάνω στα ερείπια του εξωτερικού οχυρωματικού περιβόλου της αρχαίας πόλης των Αυγειών ή Φορυγών που διαδέχτηκε την ομηρική Τάρφη. Ο φράγκικος τίτλος του «μαρκησίου» αρχικά ήταν αντίστοιχος του βυζαντινού «ακρίτα». Οι μαρκήσιοι, ήταν άρχοντες στους οποίους είχαν παραχωρηθεί παραμεθόριες περιοχές με το δικαίωμα να τις εκμεταλλεύονται και με την υποχρέωση να αναχαιτίζουν ξένες εισβολές. Το παραμεθόριο φέουδο των μαρκησίων λεγόταν, γενικώς, margraviate ήmarquisate και στα Ελληνικά Μαρκιωνία ή Μαρκιζάτον. Η Μαρκωνία της Μενδενίτσας, λοιπόν, ήταν πάντα το βορειοανατολικό σύνορο της φραγκοκρατούμενης Στερεάς Ελλάδας προστατεύοντας τα στενά των Θερμοπυλών και έχοντας να αποκρούσει τις επεκτατικές διαθέσεις του Δεσποτάτου της Ηπείρου, αρχικά, και διαφόρων άλλων αργότερα, όπως Σέρβων, Βλάχων κλπ. Μετά την άλωση του 1204 και τη μοιρασιά που επακολούθησε μεταξύ των «Σταυροφόρων», η περιοχή της Μενδενίτσας υπήχθη στο «Βασίλειο της Θεσσαλονίκης», το οποίο είχε αναλάβει ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός ένας από τους ηγέτες της Δ’ Σταυροφορίας. Ο Βονιφάτιος παραχώρησε τη Μενδενίτσα (όπου ίδρυσε έδρα Λατίνου επισκόπου) σαν φέουδο στον Λομβαρδό ιππότη Guido Pallavicini ο οποίος έγινε ο πρώτος μαρκήσιος της Βοδονίτσας και έκτισε το κάστρο. Σημειωτέον ότι οι Έλληνες αποκαλούσαν τον Pallavicini «Μαρκεζόπουλο». Για τα επόμενα 210 χρόνια παρά το μικρό της μέγεθος, η Μενδενίτσα υπήρξε από τα πιο σταθερά και ανθεκτικά φράγκικα κρατίδια στην Ελλάδα. Ήταν μια από τις ελάχιστες περιοχές του Βασιλείου της Θεσσαλονίκης που παρέμεινε στους Φράγκους μετά την κατάλυση του Βασιλείου το 1224 από τους Βυζαντινούς του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Παρέμεινε σαν ένα ουσιαστικά αυτόνομο κρατίδιο, αν και βαθμιαία αναγκάστηκε να δεχθεί την επικυριαρχία του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Ο Pallavicini πέθανε το 1237 και τον διαδέχθηκε ο γιος του. Όταν το 1311 οι Καταλανοί έγιναν αφέντες του Δουκάτου των Αθηνών και της Στερεάς Ελλάδας, το κρατίδιο της Μενδενίτσας επιβίωσε και προσαρμόστηκε στη νέα κατάσταση αναγνωρίζοντας τη εξουσία της Καταλανικής Εταιρείας. Το 1335, μετά από μια επεισοδιακή διαμάχη για τη διαδοχή, άρχοντας της Μενδενίτσας έγινε ο Βενετός Niccolo I Zorzi, ο οποίος είχε παντρευτεί την τελευταία απόγονο των Pallavicini, την Guglielma, την «Κυρά των Θερμοπυλών». Σε ένα έγγραφο του 1381 αναφέρεται ότι από τα 18 φέουδα του Δουκάτου των Αθηνών, ο άρχοντας της Βοδονίτσας είναι ο τρίτος στην ιεραρχία μετά τον κόμη των Σαλώνων και τον κόμη της Θεσσαλίας. Το 1410, το κάστρο κατελήφθη για πρώτη φορά από τους Τούρκους μετά από πολύμηνη πολιορκία. Την περίοδο εκείνη οι Οθωμανοί ενδιαφέρονταν περισσότερο για ληστρικές επιδρομές παρά για μόνιμες κατακτήσεις και έτσι αποσύρθηκαν αφού συμφωνήθηκε να τους καταβληθεί φόρος υποτελείας. Μάλιστα είχαν κρατήσει για λίγο τον νεαρό μαρκήσιο Niccolo IΙ ως όμηρο στην Αδριανούπολη. Τον ελευθέρωσαν μετά από παρέμβαση της Βενετίας. Η Μενδενίτσα κατακτήθηκε οριστικά από τους Οθωμανούς στις 20 Ιουνίου του 1414. Ο τελευταίος ηγεμόνας, ο Niccolo IΙ Zorzi  κατέφυγε στη Βενετία αναζητώντας μάταια βοήθεια. Τελικά ανέλαβε το φέουδο του Πτελεού στη Μαγνησία όπου και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του. Κράτησε για λίγο τον τυπικό -πλέον- τίτλο του Μαρκησίου της Βοδονίτσας και αργότερα τον παραχώρησε στο θείο του Niccolo IΙI, ο οποίος από το 1406 ήταν ηγεμόνας και στο νότιο τριτημόριο της Εύβοιας (της Καρύστου) και ο οποίος παρέμεινε τιτουλάριος μαρκήσιος μέχρι την οριστική κατάκτηση του Δουκάτου των Αθηνών από τους Τούρκους το 1456.
Το Αγγελόκαστρο, στην Αιτωλια, είχε χρησιμοποιηθεί ως έδρα των ηγεμόνων του Δεσποτάτου της Ηπείρου, μετά την ίδρυσή του, το 1204. Μαζί με άλλες πόλεις της περιοχής, δόθηκε το 1294, από τον Νικηφόρο Α’ (1271-96), στον Φίλιππο του Τάραντος ως «προίκα» για τον γάμο του με την θυγατέρα του. Το Αγγελόκαστρο ονομαζόταν Gello Castro. Γύρω στο 1335, όμως, πέρασε ξανά στα χέρια των Βυζαντινών για να προστατευθεί από τις επιθέσεις των Αρβανιτων, αν και αυτή η κυριαρχία κράτησε λίγο διότι, μετά από μερικά χρόνια, κατακτήθηκε από τους Σέρβους (1341). Ο αρχηγός τους, Στέφανος Δουσάν, ώρισε ως διοικητή τον ετεροθαλή αδελφό του, Συμεών Ούρεση, ο οποίος πήρε τον τίτλο του δεσπότη της περιοχής. Ο Νικηφόρος Β’, διοικητής τότε της Θρακικής επαρχίας του Αίνου, ανακατέλαβε την Αιτωλία με την Ακαρνανία και τις κράτησε μέχρι το 1358, οπότε σκοτώθηκε στην μάχη του Αχελώου, κατά των Αρβανιτων. Στη συνέχεια, το Δεσποτάτο της Ηπείρου καταλύθηκε και, όλη η περιοχή περιήλθε στα, υπό τους Γκίνο Μπούα και Πέτρο Λεώσα, νεοσυσταθέντα αρβανίτικα κρατίδια, από το 1362 έως το 1405. Στη συνέχεια, την περιοχή κατέλαβε ο Δούκας της Κεφαλληνίας και οι Αρβανίτες εκδιώχθηκαν προς την Πελοπόννησο. Το 1450, όλη η Αιτωλία και Ακαρνανία περιήλθε στην Οθωμανική αυτοκρατορία και, η περιοχή αποτέλεσε το σαντζάκιο του Αγγελοκάστρου, ή σαντζάκιο του Κάρλελι. Το Αγγελόκαστρο χάλασε το 1640, μετά την επιδρομή των Βενετών στην περιοχή.
Οι τριτημόριοι της Εύβοιας (terzieri) ήταν τρεις βαρώνοι που ανέλαβαν τη διοίκηση της Εύβοιας το 1204 ή το 1205. Κατάγονταν από τη Λομβαρδία της Ιταλίας (τόπο του Βονιφάτιου του Μομφερρατικού). Το όνομα terzieri (τριτημόριοι) σημαίνει ότι ο καθένας τους πήρε από ένα τρίτο της Εύβοιας. Στη λατινοκρατούμενη Εύβοια, μετά το 1204, οπότε καταλύθηκε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας και δημιουργήθηκε η Λατινική αυτοκρατορία, τη διοίκηση καταρχήν ανέλαβε ο Ιάκωβος ντ' Αβέν, ένας Σταυροφόρος από το Αινώ της Γαλλιας και στη συνέχεια ανέλαβαν οι τρεις βαρώνοι. Η περίοδος αυτή της τριαρχίας κράτησε από το 1205, με αλλαγές των διοικήσεων από τους Λομβαρδούς, σταδιακά στους Βενετούς, μέχρι την κατάληψη των ελλαδικών εδαφών από τους Τούρκους και άμεσων εχθροπραξιών με τις κτήσεις της Βενετίας το 1470.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αχαΐα_(Ρωμαϊκή_επαρχία)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ρωμαϊκή_Αυτοκρατορία
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θέμα_Ελλάδος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αλάριχος_Α΄
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λατινοκρατία
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κομητεία_των_Σαλώνων
http://www.kastra.eu/castlegr.php?kastro=mendenitsa
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αγγελόκαστρο_Αιτωλοακαρνανίας
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Τριτημόριοι_της_Εύβοιας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου