Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Η εκστρατεία της Καταλανικής Εταιρείας στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία

Η Καταλανική Εταιρεία ή Μεγάλη Καταλανική Κομπανία (Companyia Catalana d'Orient, Societate Catallanorum) ήταν ένα μισθοφορικό σώμα Καταλανών που έδρασε τον 14ο αιώνα στη Σικελία, στις μικρασιατικές και ευρωπαϊκές περιοχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και στις φραγκοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας.Η Κομπανία δημιουργήθηκε από τον Ροζέ ντε Φλορ (Roger de Flor, Rutger von Blum) γιο Γερμανού στρατιώτη και Ιταλίδας από το Μπρίντεζι. Ο Ροζέ ντε Φλορ αρχικά ήταν μέλος του τάγματος των Ναϊτών αλλά κατηγορήθηκε από αυτούς για υπεξαίρεση και, αφού διέφυγε, έφτιαξε μισθοφορικό σώμα από Καταλανούς και Αραγωνέζους (Αλμογάβαρους), προσφέροντας τις υπηρεσίες του στον βασιλιά της Σικελίας, Φρειδερίκο Β'. Όμως , μετά την ειρήνη της Καλταμπελότα (31 Αυγούστου 1302), ο Ροζέ και οι μισθοφόροι του έμειναν χωρίς αντικείμενο, ενώ οι Ναΐτες συνέχιζαν να τον καταζητούν. Οι Αλμογάβαροι κατά τον Γεώργιο Παχυμέρη ήσαν επίλεκτα τμήματα στρατού στην υπηρεσία του στέμματος της Αραγώνας.
Τα τμήματα αυτά είχαν σαν αρχηγούς Καταλάνους και Αραγωνέζους, αλλά ο κύριος όγκος ήσαν χωρικοί και βοσκοί προερχόμενοι από την περιοχή των Πυρηναίων (από την Βαλένθια, την Ναβάρρα). Οι Αλμογάβαροι είχαν χάσει τις περιουσίες τους από τις συνεχείς Αραβικές επιδρομές και εξ αιτίας αυτού υπηρετούσαν ως μισθοφόροι τον Βασιλιά της Αραγωνίας. Χαρακτηρίζονταν ως επίλεκτες μονάδες πεζικού, με ελαφρά όπλα και ελαφρές αποσκευές. Έδρασαν στην περιοχή της Μεσογείου κατά τους 13ο και 14ο αιώνες. Με το τέλος της Ανακατάληψης της Ιβηρικής Χερσονήσου, αλλά και της Σικελίας, εκστρατεύσανε στην Ανατολή, κυρίως στο Βυζάντιο του 14ου αιώνα. Η εκστρατεία των Αλμογάβαρων στο Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι αποτέλεσμα τριών παραγόντων: Του Φρειδερίκου Β΄ της Σικελίας που ήθελε να ξεφορτωθεί τους Αλμογάβαρους, οι οποίοι μετά την σύναψη ειρήνης της Καλταμπελότα (1302) (αφήνοντας την Ιταλία για τον Κάρολο Β΄ των Ανζού και την Σικελία για τον Φρειδερίκο) είχαν μείνει άνεργοι προξενώντας καταστροφές στο νησί. Του βετεράνου Ναΐτη Ροζέ ντε Φλορ (Roger de Flor, 1266-1305). Φοβόταν εξαιτίας των παραπάνω εξελίξεων να μη τον παραδώσουν στην Αγία Έδρα ( ανήκε στο Τάγμα των Ναϊτών).Του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, που χρειαζόταν επειγόντως στρατό για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους που κατέφθαναν από την Μικρά Ασία. Το εκστρατευτικό σώμα των Αλμογάβαρων που συστήθηκε για να παρέχει τις έμμισθες υπηρεσίες του στον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου υπό την ηγεσία του Ροζέ ντε Φλoρ ονομάστηκε Καταλανική Εταιρεία (Companyia Catalana d'Orient). Ο Ροζέ ντε Φλορ ήρθε σε συννενόηση με τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο που υπέφερε από έλλειψη αποτελεσματικού στρατού για την αντιμετώπιση της ολοένα διογκούμενης απειλής των Τούρκων στη Μικρά Ασία, ιδιαίτερα μετά την ήττα των Βυζαντινών στη μάχη του Βαφέως. Για να αντιμετωπίσει την απειλή για τη Νικομήδεια, ο πατέρας του Μιχαήλ, Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος (1282-1328), έστειλε μια βυζαντινή δύναμη από 2.000 άνδρες (Βυζαντινοί και Αλανοί μισθοφόροι), υπό τις διαταγές του Μέγα Εταιρειάρχη Γεώργιου Μουζάλωνα, με σκοπό να διασχίσει τον Βόσπορο και να βοηθήσει την πολιορκημένη πόλη. Στο πεδίο του Βαφέως (ανατολικά της Νικομηδείας) στις 27 Ιουλίου 1302, οι Βυζαντινοί συνάντησαν 5.000 ιππείς του ελαφρού ιππικού υπό τη διοίκηση του Οσμάν Α', καθώς επίσης και συμμαχικές δυνάμεις από τις τουρκικές φυλές της Παφλαγονίας και του ποταμού Μαίανδρου. Το τουρκικό ιππικό επιτέθηκε στους Βυζαντινούς, με το απόσπασμα των Αλανών να μη συμμετέχει στη μάχη. Οι Τούρκοι έσπασαν τη γραμμή των Βυζαντινών, αναγκάζοντας τον Μουζάλων να υποχωρήσει στη Νικομήδεια υπό την κάλυψη της δύναμης των Αλανών. Ο Βαφεύς ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μελλοντική επέκταση της: οι Βυζαντικοί έχαναν τον έλεγχο της Βιθυνίας, υποχωρούσαν στα οχυρά τους, τα οποία απομονώθηκαν και καταλήφθηκαν. Η ήττα των Βυζαντινών σήμανε την επικράτηση των Τούρκων και το εξισλαμισμό της Βιθυνίας. Σε συνδυασμό με την ήττα στη Μαγνησία, η οποία επέτρεψε στους Τούρκους να φθάσουν και να σταθεροποιηθούν στις ακτές του Αιγαίου, ο Βαφεύς σήμανε την οριστική απώλεια της Μικράς Ασίας για τους Βυζαντινούς. Σύμφωνα με τον ιστορικό Χαλίλ Ινάλτσικ, η μάχη επέτρεψε στους Οθωμανούς να ιδρύσουν το κράτος τους. Έτσι, παρ' όλο που το θησαυροφυλάκιο της αυτοκρατορίας δεν διέθετε τους πόρους για την πληρωμή των μισθοφόρων Καταλανών, η απελπιστική θέση του Ανδρόνικου τον ανάγκασε να έρθει σε συμφωνία μαζί τους. Ταυτόχρονα, ο Φρειδερίκος, ικανοποιημένος που έφευγαν, τους παρείχε ναυτικά μέσα για να φτάσουν στον νέο προορισμό τους. Η Κομπανία, αποπλέοντας το καλοκαίρι του 1303 από τη Σικελία, αριθμούσε, σύμφωνα με τον Καταλανό χρονογράφο της Ραμόν Μουντανέρ, 1.500 ιππότες, 4.000 ελαφρά οπλισμένους πεζούς και άλλους 1.000 πεζούς στρατιώτες με τους ακολούθους τους. Ο στρατός αυτός αποτελούνταν από Καταλανούς, Αραγωνέζους, Ιταλούς και Σικελούς. Τον Σεπτέμβριο του 1303 κατέπλευσαν στην Κωνσταντινούπολη. Επικεφαλής των Αλμογαβάρων ο Ροζέ ντε Φλορ παρήλασε μπροστά από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα και λίγο αργότερα επιτέθηκε κατά των Γενοβέζων της Πόλης, τους οποίους σχεδόν εκμηδένισε, προς μεγάλη τέρψη του Βυζαντινού αυτοκράτορα, που δεν μπορούσε να υποφέρει τις παρεμβάσεις τους. Ακολούθως οι Καταλανοί πέρασαν στη μικρασιατική όχθη, στρατοπεδεύοντας στην Κύζικο της Προποντίδας. επικεφαλής ενός εκστρατευτικού σώματος που αριθμούσε 4.000 Αλμογάβαρους, 1.500 ιππείς και 39 πλοία. Στη Μικρά Ασία κατέλαβε την Φιλαδέλφεια, την Μαγνησία και την Έφεσο, απωθώντας τους Τούρκους μέχρι την Κιλικία και τονΤαύρο (1304), πάντα υστερώντας αριθμητικά στις μάχες. Την άνοιξη του 1304 συγκρούσθηκαν οι Αλμογάβαροι με τους Σκύθες (Αλανούς)που προέρχονταν από τον Καύκασο και τους νίκησε. Για τις υπηρεσίες του προς την αυτοκρατορία, ο Ανδρόνικος τον έχρισε Μεγαδούκα και τον νύμφευσε με την Μαρία Ασένινα, την ανιψιά του και κόρη του Τσάρου Ιβάν Ασέν Γ' της Βουλγαρίας. Οι μάχες που είχαν διεξαχθεί μέχρι τότε ήσαν μικρής κλίμακας και τα θύματα ήσαν πολλά, από την πλευρά πάντοτε των Τούρκων. Δεν μπορούν όμως να συγκριθούν με αυτό που συνέβη κοντά στην Σιδηρά Πύλη της Κιλικίας. Ο Ροζέ ντε Φλορ επικεφαλής 8.000 Αλμογάβαρων νίκησε ένα τουρκικό στρατό 30.000 ανδρών σκοτώνοντας 18.000 εχθρούς. Μετά την οδυνηρή αυτή ήττα οι Τούρκοι δεν επιτέθηκαν στην Αυτοκρατορία για πολλά χρόνια. Ο Ροζέ ονομάστηκε «Καίσαρας» της Αυτοκρατορίας και του παραχωρήθηκε το Βυζαντινό φέουδο της Μικράς Ασίας, με την εξαίρεση των πόλεων. Κατά την μάχη αυτή ξεχώρισε ο Μπερενγκέρ ντε Εντένθα ( Berenguer de Entença) που είχε συνεισφέρει με 1.000 Αλμογάβαρους. Ο Pοζέ ζήτησε από τον αυτοκράτορα να του δοθεί ο τίτλος του Μεγαδούκα. Ωστόσο, από τη μια οι Αλμογάβαροι επέδραμαν στην ύπαιθρο χωρίς να ξεχωρίζουν τους φίλους από τους εχθρούς, από την άλλη οι προσδοκίες του Ροζέ ήσαν μεγάλες. Οι αυξανόμενη φιλοδοξία του προκάλεσε τον φθόνο του Μιχαήλ Παλαιολόγου, υιού του Ανδρόνικου Β'. Έτσι αφού προσκάλεσε τον Ροζέ στην Αδριανούπολη και τον δολοφόνησε μετά από ένα γεύμα μαζί με Αλμογάβαρους αξιωματούχους στις 5 Απριλίου του 1305. Αμέσως μετά επιτέθηκε στους ακέφαλους Αλμογάβαρους. Οι τελευταίοι όμως, όχι μόνο τους απώθησαν αλλά υπό τις διαταγές του Μπερενγκέρ ντε Εντένθα, αντεπιτέθηκαν δίνοντας το έναυσμα για την περίφημη «Καταλανική εκδίκηση» λεηλατώντας τα πάντα στο πέρασμά τους από τη Θράκη και την Μακεδονία. Το 1305, οι Καταλανοί επέδραμαν στην περιοχή της Καλλίπολης όπου είχαν ήδη εγκατασταθεί, προκειμένου να αναγκάσουν τον Ανδρόνικο να καταβάλει τους μισθούς που τους όφειλε. Ο Ανδρόνικος απένειμε στον Ροζέ ντε Φλορ τον τίτλο του Καίσαρα ο οποίος μάλιστα παντρεύτηκε Ελληνίδα, τη Μαρία. Στις 30 Απριλίου 1305, ο Ροζέ ντε Φλορ δολοφονήθηκε στο στρατόπεδο του Μιχαήλ Θ' Παλαιολόγου, από Αλανούς μισθοφόρους του Ανδρόνικου. Πάντως σήμερα η επικρατέστερη άποψη για το κίνητρο της δολοφονίας θεωρείται πως ήταν η ζήλεια και όχι η εξουδετέρωση του αρχηγού της Εταιρείας με σκοπό την αποδυνάμωσή της. Οι Καταλανοί προέβησαν σε λεηλασίες και βιαιότητες σε βάρος των υπηκόων της αυτοκρατορίας, καθώς ο Ανδρόνικος αδυνατούσε να εκπληρώσει τους οικονομικούς όρους της συμφωνίας με την Εταιρεία. Κατά τον ίδιο χρόνο, αυξήθηκαν οι υποψίες των Γενοβέζων της συνοικίας του Πέραν, μέσω των οποίων επηρεάστηκε και η βυζαντινή αυτοκρατορική αυλή, για πιθανή συμμετοχή των Καταλανών σε σχεδιαζόμενη εκστρατεία ανάκτησης της Κωνσταντινούπολης από τον Φρειδερίκο Γ' της Σικελίας. Μετά από αυτό το γεγονός, οι Καταλανοί άρχισαν τη λεγόμενη «καταλανική εκδίκηση», με επιδρομές στη Θράκη (Μακεδονία και Θεσσαλία). Επιτέθηκαν μάλιστα και εναντίον των μοναστηριών στον Άθω. Συγκεκριμένα κατά της Μονής Χιλανδαρίου. Το γεγονός έχει καταγραφεί από τους Ραμόν Μουντανέρ και Νικηφόρο Γρηγορά, τον μοναχό Σάββα τον Β' από τη Μονή Βατοπεδίου και τον μοναχό Δανιήλ τον Β' από τη Μονή Χιλανδαρίου. Με τη Θράκη ερημωμένη, αποφάσισαν να επιτεθούν στη Θεσσαλονίκη αλλά απέτυχαν. Την Θεσσαλονίκη υπερασπιζόταν ο Βυζαντινός δούκας και στρατηγός Χανδρηνός που απομάκρυνε τους Καταλανούς από τα εδάφη της Μακεδονίας. Μετά τη σύγκρουσή της με τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο και σημαντικές επιδρομές και καταστροφές στη Μακεδονία, τη Θράκη και το Άγιο Όρος, η Καταλανική Εταιρεία νικήθηκε από τον βυζαντινό αυτοκρατορικό αρχιστράτηγο Χανδρηνό και αναγκάστηκε να περάσει στη Θεσσαλία. Οι εκεί κάτοικοι ζήτησαν τη βοήθεια του αυτοκράτορα ο οποίος έστειλε πάλι τον Χανδρηνό. Αυτός, με τη βοήθεια των κατοίκων του Λιδωρικίου και Γαλαξειδίου, ξανανίκησε τους Καταλανούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να περάσουν στη Λαμία. Εκεί η Καταλανική Εταιρεία κλήθηκε από τον Δούκα των Αθηνών Γκωτιέ Ντε Μπριέν, έναντι υπόσχεσης μεγάλης αμοιβής, για να τον βοηθήσει στην προσάρτηση περιοχών του Δεσποτάτου της Ηπείρου, το οποίο κατέρρεε. Πράγματι, οι Καταλανοί λεηλάτησαν πάλι τη Θεσσαλία, πέτυχαν να καταλάβουν περισσότερα από 30 κάστρα, συμπεριλαμβανομένου του Δομοκού, αναγκάζοντας τους Βυζαντινούς και το Δεσποτάτο να ζητήσουν ειρήνη από τον Δούκα των Αθηνών. Όμως ο Δούκας δεν θέλησε να ξεπληρώσει το χρέος του προς τους Καταλανούς. Διάλεξε 200 ιππείς και 300 πεζούς από αυτούς, τους μίσθωσε στην υπηρεσία του και ζήτησε από τους υπόλοιπους να φύγουν, αφού πρώτα του επιστρέψουν τα κάστρα που κατέλαβαν και τα λάφυρα. Οι Καταλανοί της Εταιρείας δεν δέχτηκαν και αντιπρότειναν να κρατήσουν τα κάστρα, υπό την επικυριαρχία του. Ο Γκωτιέ τότε απάντησε αλαζονικά ότι θα τους έδιωχνε με τη βία και έστειλε αγγελιοφόρους σε όλη τη φραγκοκρατούμενη Ελλάδα, ζητώντας στρατιωτική βοήθεια. Όλοι οι μεγάλοι φεουδάρχες της Ελλάδας, από την Πελοπόννησο, την Εύβοια, τη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου, απάντησαν θετικά στην πρόσκλησή του και κατέφθασαν με τους Φράγκους ιππότες τους και πολυάριθμο ελληνικό πεζικό. Η θέση των Καταλανών ήταν πολύ δύσκολη γιατί, αν υποχωρούσαν θα δέχονταν επίθεση από τον βυζαντινό στρατό ενώ ούτε και η Βενετία ήθελε να τους βοηθήσει, λόγω του ότι ήταν δεσμευμένη από συνθήκη με το Βυζάντιο, η οποία δεν της επέτρεπε να έχει σχέσεις με αυτούς. Η Μάχη του Κηφισού Βοιωτίας ή Μάχη του Αλμυρού Θεσσαλίας έλαβε χώρα στις 15 Μαρτίου 1311. Αντίπαλοι ήταν, από τη μια πλευρά το φραγκικό Δουκάτο των Αθηνών με επικεφαλής τον "Μέγα Κύρη" ΔούκαΓκωτιέ Ε΄ ντε Μπριέν και από την άλλη, η Καταλανική Εταιρεία τωνΚαταλανών και Αραγωνέζων μισθοφόρων, γνωστών και με την ονομασία Αλμογάβαροι, οι οποίοι κατευθύνονταν προς τη Νότια Ελλάδα. Όταν οι Καταλανοί της Εταιρείας πληροφορήθηκαν την άφιξη του φραγκικού στρατού, έλαβαν θέση κοντά σε βάλτο και στη συνέχεια διοχέτευσαν νερό από τον ποταμό μέσα στα χωράφια που εκτείνονταν ανάμεσα σε αυτούς και στο σημείο από όπου θα περνούσε ο στρατός του Δούκα. Τα χόρτα στο σημείο εκείνο ήταν αρκετά ψηλά με αποτέλεσμα να μην φαίνονται τα πλημμυρισμένα χωράφια. Προνόησαν όμως να αφήσουν στεγνούς διαδρόμους έτσι ώστε το Καταλανικό πεζικό να μπορέσει να διασχίσει τις πλημμυρισμένες περιοχές. Οι Τούρκοι που τους συνόδευαν οχυρώθηκαν με καχυποψία ξεχωριστά, πιστεύοντας ότι ίσως επρόκειτο για παγίδα στημένη από τους δύο αντιπάλους για να τους εξαφανίσουν.Ο Δούκας των Αθηνών παρέταξε το ιππικό του -θεωρούμενο ως η αφρόκρεμα του γαλλόφωνου κόσμου της εποχής του- "με ολόχρυσα σπηρούνια" μπροστά από τους πεζούς. Στη συνέχεια, επικεφαλής του ιππικού, όρμησε κατά του πεζικού της Κομπανίας, με το φλάμπουρο με το λιοντάρι των Μπριέν να ανεμίζει από πάνω τους. Όμως τα άλογα κόλλησαν στο βάλτο και, από την ορμή της εφόδου και το βάρος τους, τα πόδια τους βυθίζονταν όλο και πιο πολύ μέσα στο τέλμα. Γύρω τους, οι κραυγές "Αραγωνία! Αραγωνία!" των Καταλάνων, μεγάλωναν τον τρόμο των παγιδευμένων ιπποτών. Μερικά άλογα κυλιόνταν, μαζί με τους καβαλλάρηδες, πάνω στο βούρκο ενώ άλλοι, κατά το βυζαντινό ιστορικό Γρηγορά, είχαν κολλήσει τόσο πολύ μέσα στο τέλμα που στέκονταν ακίνητοι σαν αγάλματα. Παρά τη δύσκολη θέση τους, οι απελπισμένοι Φράγκοι πολέμησαν γενναία αλλά οι Καταλανοί τους χτυπούσαν με τα βέλη τους, ενώ σύντομα και οι Τούρκοι μπήκαν στη μάχη και συμμετείχαν στην εξόντωσή τους.Σύμφωνα με τον Ραμόν Μουντανέρ, μόνο 2 από τους 700 ιππείς επέζησαν της καταστροφής: ο Ροζέ Ντελόρ (Roger Deslaur) και ο Βονιφάτιος της Βερόνα, οι οποίοι από πριν είχαν καλές σχέσεις με την Εταιρεία. Πάντως και ο Νικόλαος Σανούδος, ο μετέπειτα Δούκας του Αρχιπελάγους επέζησε της μάχης και μερικοί ακόμα, και είναι πιθανόν να ανταλλάχτηκαν με λύτρα. Ο Μουντανέρ διατείνεται ακόμη ότι σκοτώθηκαν 20.000 άντρες από το φραγκικό πεζικό. Νεκροί έπεσαν και ο Δούκας της Αθήνας Γκωτιέ ντε Μπριέν, ο Μαρκήσιος της Βοδονίτσας και άλλοι γνωστοί ευγενείς. Ουσιαστικά, σχεδόν όλοι οι αρχηγοί της φραγκοκρατούμενης Ελλάδας, δηλαδή οι επίγονοι των παλιών οικογενειών που κατάκτησαν την Ελλάδα το 1204, έχασαν τη ζωή τους σε αυτή τη μάχη. Στο άκουσμα της φοβερής ήττας, οι κάτοικοι της πλούσιας Θήβας την εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στο Νεγρεπόντε (Χαλκίδα). Οι άξεστοι, όπως τους αποκαλεί ο ιστορικός William Miller, Καταλανοί λεηλάτησαν άγρια τη Θήβα κι έπειτα έφυγαν για την Αθήνα. Το Δουκάτο των Αθηνών διαλύθηκε και το Πριγκηπάτο της Αχαΐας υπέστη σοβαρή κρίση. Μαζί τους τελείωσε και ο λεγόμενος «χρυσός αιώνας» των Φράγκων στην Νότια Ελλάδα ενώ οι νικητές Καταλανοί μοιράστηκαν τη γη, τις γυναίκες και τους πύργους των ιπποτών του Δουκάτου. Χαρακτηριστικά, ο Μουντανέρ αναφέρει πως πολλοί άξεστοι πολεμιστές έγιναν άντρες ευγενών γυναικών "για τις οποίες δεν ήταν άξιοι ούτε το νιπτήρα τους να κρατήσουν". Οι Τούρκοι σύμμαχοί τους ζήτησαν και πέτυχαν να επιστρέψουν στην Καλλίπολη, λεηλατώντας την ανυπεράσπιστη ύπαιθρο στο δρόμο τους. Παρά τη μεγάλη νίκη τους, οι Καταλανοί της Εταιρείας δεν είχαν ακόμη αρχηγό. Ο αρχικός αρχηγός τους, Ροζέ ντε Φλορ, είχε δολοφονηθεί από τους Βυζαντινούς το 1305. Ο επόμενος, Μπερεγκάρ ντε Ροκαφόρ, είχε απαχθεί και φυλακιστεί από τους Φράγκους το 1308 και από τότε την προσωρινή διοίκηση της Εταιρείας είχε αναλάβει τετραμελής επιτροπή. Καθώς οι Καταλανοί ένιωθαν την ανάγκη να βρουν νέο αρχηγό, και μάλιστα ευγενή, πρόσφεραν την αρχηγία στον αιχμάλωτο Βονιφάτιο της Βερόνας ο οποίος την αρνήθηκε. Στη συνέχεια την πρόσφεραν στον άλλο αιχμάλωτό τους, τον Ροζέ Ντελόρ, ο οποίος δέχτηκε. Επιζητώντας επιπλέον νομιμοποίηση και προστασία, πρόσφεραν την επικυριαρχία του δουκάτου στο βασιλιά Φρειδερίκο Β' της Σικελίας και αργότερα στο βασιλιά της Αραγωνίας. Έτσι εκείνοι ονομάστηκαν δούκες της Αθήνας και ασκούσαν τη διοίκηση μέσω επιτρόπου. Πρωτεύουσα του δουκάτου ορίστηκε η Θήβα, η καταλανική καθιερώθηκε ως επίσημη γλώσσα του κράτους μαζί με τα λατινικά και η νομοθεσία που καθόρισε τις σχέσεις ανάμεσα στους κατακτητές και τον γηγενή πληθυσμό στηρίχθηκε στο δίκαιο της Βαρκελώνης. Το μόνο δημόσιο αξίωμα που μπορούσαν να ασκήσουν αυτόχθονες ήταν εκείνο του νοταρίου (συμβολαιογράφου), όπως και επί Φράγκων, ενώ τους απαγορευόταν να αγοράζουν, πουλούν ή διαθέτουν την περιουσία τους όπως ήθελαν ή να συνάπτουν μεικτούς γάμους. Ο Πάπας τους ζήτησε να επιστρέψουν τα εδάφη που κατέλαβαν αλλά αυτοί αρνήθηκαν και έτσι το 1318 τους αφόρισε. Κατά την περίοδο που ακολούθησε, οι Καταλανοί κατέλαβαν και το Δουκάτο Νέων Πατρών (Neopatria, δηλαδή τα θεσσαλικά εδάφη που άφησε πεθαίνοντας ο βυζαντινός ηγεμόνας της Θεσσαλίας, δίχως να αφήσει απογόνους). Η Εταιρεία ζήτησε τελικά να υπαχθεί στην επικυριαρχία του Βασιλείου της Αραγωνίας. Μέχρι και σήμερα, ο ο βασιλιάς της Ισπανίας Χουάν Κάρλος Α΄ έχει τον εθιμικό τίτλο «Δούκας της Αθήνας και Νέων Πατρών». Η αρχή του τέλους για το καταλανικό δουκάτο ήρθε το 1379-1380, όταν η Εταιρεία των Ναβαρέζων μισθοφόρων κατέλαβε τη Θήβα και την Λιβαδειά. Το δουκάτο καταλύθηκε οριστικά το 1388, όταν πέρασε στα χέρια του Ιταλού Νέριο Ατσαγιόλι. Η επικυριαρχία του Στέμματος της Αραγωνίας πάνω στα εδάφη αυτά κράτησε μέχρι το 1391.
Πηγή:https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%92%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%89%CF%82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%B9
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%BF%CE%B6%CE%AD_%CE%BD%CF%84%CE%B5_%CE%A6%CE%BB%CE%BF%CF%81
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CE%B7%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%BF%CF%8D

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου