Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Οι Αρβανίτες της Αττικής και η απελευθέρωση της Ακρόπολης των Αθηνών από τους Τούρκους

Στην Αττική οι Αρβανίτες κατοικούσαν στο μεγαλύτερο μέρος της υπαίθρου. Ουσιαστικά την ελληνική γλώσσα την διατηρήσαν οι κλειστές ελληνικές κοινωνίες των Αθηνών και των Μεγάρων, και μάλιστα σε μια μορφή που αποτελεί ξεχωριστή διάλεκτο μαζί μ’αυτή της Αίγινας. Στο βραβευμένο από την Ακαδημία «Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος,τομ.Α-Γ,των Μιχάλη Σταματελάτου και Φωτεινής Βάμβας-Σταματελάτου» αναφέρεται ότι το 1671 η Αθήνα είχε 2.053 σπίτια από τα οποία: 1.300 Ελληνικά, 600 Τούρκικα,150 Αρβανίτικα(στην περιοχή της Πλάκας, εκεί που στεκόταν η Αρβανίτικη Πόρτα των τειχών της Αθήνας) και 3 διάφορων ξένων. Το 1800 η Αθήνα κατοικείτο από 12.500 από τους οποίους οι 8.000 ήταν Έλληνες(πολλοί από αυτούς παλαιότατων ντόπιων οικογενειών),3.500 Τούρκοι και οι υπόλοιποι Αρβανίτες κυρίως αλλά και λίγοι Τουρκόγυφτοι και Αιθίοπες. Όταν την επισκέφθηκε ο Γάλλος Jacob Spon τo 1678 η Αθήνα είχε 9 χιλιάδες κατοίκους απο τους οποίους οι περίπου 7.000 ήταν Έλληνες και οι υπόλοιποι Τούρκοι. Την ίδια άποψη έχει και ο Henry Holland τo 1812 και ο John Galt. Τα Μέγαρα ήταν εξίσου μια μεγάλη πόλη, όχι όσο η Αθήνα βέβαια, και σύμφωνα με τονHobhouse υπήρχαν 1.000 σπίτια από τα οποία μόνο τα 600 κατοικούνταν που σημαίνει περίπου 3.000 Έλληνες(ελληνόφωνους) κατοίκους. Σύμφωνα με τον Thomas Gordon ο πληθυσμός της Αττικής, στις αρχές του 19ου αιώνα, είναι 22.000 και σημειώνει ότι ζουν Έλληνες και Τούρκοι στις πόλεις(κυρίως στην Αθήνα οι Τούρκοι) και στα χωριά Αρβανίτες. Ο Jacob Spon το 1678 αναφέρει οτι οι κάτοικοι των Μεγάρων είναι όλοι Έλληνες. Ο Αμερικάνος πρόξενος(με ελληνική καταγωγή) G. A. Perdicaris το 1845 μας αφήνει μια ωραία περιγραφή των Μεγαρέων. «Ενδιαφερόμαστε περισσότερο για την τύχη των Μεγαρέων, καθώς οι κάτοικοι των Μεγάρων, αντίθετα με αυτούς που κατοικούν στα χωριά της Αττικής, είναι ελληνικής καταγωγής. Τα σπίτια τους δεν μοιάζουν με αυτά των Αρβανιτών, και διαφέρουν τόσο στους τρόπους και την εμφάνιση όσο και στη γλώσσα τους. Οι άνδρες είναι αξιοσημείωτοι για την ευγενή και γεμάτη χάρη εμφάνιση τους, ενώ οι γυναίκες, αν και θέλουν εκπαίδευση για να γίνουν κυρίες της αυλής του Όθωνα, έχουν τα τέλεια χαρακτηριστικά και το “καθυποταγμένο αέρα” που παρατηρούμε σε κάποια μνημειώδη ανάγλυφα. Οι ευγενείς τους μορφές, οι καλές αναλογίες τους, και τα μεγάλα μαύρα μάτια τους αξίζουν την μελέτη του καλλιτέχνη.» Δίνοντας μια εικόνα για την αναλογία του πληθυσμού, λέω συνοψίζοντας ότι οι ελληνόφωνοι της Αττικής το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα σε Αθήνα και Μέγαρα σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσα ήταν περίπου 11.000, Τούρκοι και άλλοι 4.000 ,και Αρβανίτες 7.000, φυσικά μιλάμε για αριθμούς ενδεικτικούς. Επίσης σημαντικό είναι να τονίσουμε την ύπαρξη ελληνόφωνων στα χωριά που θεωρούμε ως αμιγή αρβανίτικα γεγονός που δείχνει την ανάμιξη των εποίκων Αρβανιτών με τους Έλληνες που βρήκαν στις περιοχές όπου καλέστηκαν να κατοικήσουν, κάτι που υποστήριξε έντονα ο Μπίρης. Να κάποια παραδείγματα: «Με την αποχώρηση μας από την κρήνη ο δρόμος περικλειόταν από αμπέλια και ελαιώνες, και προχωρώντας μέσα από κάτι χωράφια βαμβακιού, καπνού και “Indian” καλαμποκιού, φτάσαμε στην Κερατέα, ένα μεγάλο χωριό, δύο ώρες από το Πόρτο-Ράφτη και οχτώ από την Αθήνα. Βρίσκεται κοντά στους ανατολικούς πρόποδες του Υμηττού. Οι κάτοικοι είναι Έλληνες, Αρβανίτες και Τούρκοι,και η γύρω περιοχή είναι εύφορη και καλά καλλιεργημένη.»  Το ότι οι Αρβανίτες ήταν δίγλωσσοι, τουλάχιστον στη συντριπτική τους πλειοψηφία, είναι αυτονόητο. Ο Hobhouse μιλώντας για τους Δερβενοχωρίτες(της Μεγαρίδος, εκτός των Μεγαρέων): «Το μεγαλύτερο μέρος από αυτούς είναι το αποτέλεσμα Αρβανιτών εποίκων, αλλά όλοι είναι εξοικειωμένοι με τα Ρωμαίικα, και λόγω της μακράς παραμονής τους στη χώρα υιοθέτησαν όλα τα συναισθήματα και προκαταλήψεις των Ελλήνων.» Ο C. Wordsworth γράφει για κάποιο χωριό της Αττικής: «Εκεί μένουν Έλληνες χωριάτες, που σταμάτησαν να δώσουν νερό στα άλογα τους… Ρωτήσαμε τους χωριάτες ποιο είναι το όνομα του χωριού που είμαστε: λέγεται Βλίκη(από την λέξη Αυλίκη)» Σύμφωνα με τον Σουρμελή παράγοντες όπως η διοίκηση της Αττικής κυρίως από Τουρκαλβανούς μπέηδες οδήγησαν ελληνόφωνους κατοίκους ορισμένων χωριών της Αττικής να υιοθετήσουν τη γλώσσα των γειτόνων τους Αρβανιτών λόγω της κατά κάποιον τρόπο «συμπάθειας»-εύνοιας που έδειχναν οι μπέηδες στους ομόγλωσσούς τους. Όπως αναφέρει ο Σουρμελής «…Και οι τελευταίοι των αλβανισθέντων είναι οι κάτοικοι των Αχαρνών(Μενίδι),Κουκουβάουνες, Αμαρουσίου οίτινες παρεδέχθησαν τον Αλβανισμόν μετά τα μέσα της ΙΗ’ εκατονταετηρίδος. Και μέχρι της σήμερον σώζονται γέροντες τινές εις Αχαρνάς, ενθυμούμενοι την μεταβολή,και διηγούμενοι τα περιστατικα….»** Μια επίσης ενδιαφέρουσα πληροφορία μπορούμε να διαβάσουμε στην εφημερίδα «Εμπρός» στο άρθρο με τίτλο «Παλαιά Αττική» για τον Ωρωπό: «Και η μορφή, η έκφρασις, η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων του Ωρωπού διαφέρουν από τα των λοιπών εννέα χωρίων του πρώην δήμου Ωρωπού. Νησί ελληνοφώνων εν μέσω αλβανόφωνου εκτάσεως…» ** Η ελληνοφωνία του Ωρωπού τεκμηριώνεται και απο τον Γάλλο περιηγητή-αρχαιολόγο Jacob Spon o οποίος αναφέρει οτι το μεγάλο χωριό του Ωρωπού είχε πάνω από 200 σπίτια και οι κάτοικοί του ήταν Έλληνες.  Προς επιβεβαίωση έρχονται τα γραφόμενα του Σουλιώτη Λάμπρου Κουτσονίκα, ο οποίος θεωρώ οτι είναι αξιόλογη πηγή όσον αφορά το θέμα μας, αφού στη Γενική Ιστορία του αναφέρει οτι η Αττική και Μεγαρίδα κατοικείται απο Αρβανίτες με εξαίρεση τις πρωτεύουσές τους. Μετά την πρώτη  ελληνική εξέγερση το 1821 στην περιοχή της Πάρνηθας από τον Μελέτη Βασιλείου, ο οπλαρχηγός αυτός έστειλε μήνυμα στην Λειβαδιά ζητώντας τους έναν ικανό αρχηγό που να αντιπροσωπεύει την Φιλική Εταιρεία. Οι άρχοντες της Λειβαδιάς όρισαν τον Δήμο Αντωνίου, τον οποίο υποδέχτηκαν οι Αθηναιοι και οι Αρβανίτες της Αττικής με μεγάλο ενθουσιασμό και αφοσίωση. Οι κάτοικοι Τούρκοι της Αθήνας τότε ήταν περίπου 400 οικογένειες. Βρίσκονταν και 60 Αλβανοί ένοπλοι για την ασφάλειά τους. Οι Τούρκοι και Αλβανοί βλέποντας την εξέγερση των χριστιανών ανέβαιναν στην ακρόπολη και κλείνονταν μέσα κάθε βράδυ. Στις 11 Απριλίου συνέλαβαν τους προεστούς μαζί με άλλους δέκα τυχαίους πολίτες και τους φυλάκισαν στην ακρόπολη για ομήρους. Τη νύχτα της 25ης Απριλίου, οι χριστιανοί που είχαν μαζευτεί στο στρατόπεδο στο Μενίδι, οπλισμένοι άλλοι με όπλα, άλλοι με λόγχες, και άλλοι με ρόπαλα ξεκίνησαν για την Αθήνα. Τα χαράματα έφθασαν ήσυχα μεταξύ των πυλών των αγίων Αποστόλων και το τείχος της Μπουμπουνίστρας, και μπήκαν μέσα στην πόλη τουφεκίζοντας και αλαλάζοντας. Λίγοι Τούρκοι που δεν είχαν ανέβει στην ακρόπολη σκοτώθηκαν, ενώ 36 άνδρες, γυναίκες και παιδιά κατέφυγαν στα προξενεία και διασώθηκαν. Οι χριστιανοί κυρίευσαν την πόλη και ύψωσαν την σημαία στις 28 Απριλίου. Στην Αττική περί την 25η Απριλίου οι κάτοικοι της επαρχίας αυτής με επικεφαλής τον καπετάνιο Μελέτιο Βασιλείου από την Χασιά, τον καπετάν Θανάση Σκουρτανιώτη απ' τα Δερβενοχώρια και με 600 περίπου άνδρες(οι περισσότεροι ντοπιοι Αρβανίτες) μπήκαν στην Αθήνα και την απελευθέρωσαν, ενώ οι Τούρκοι κάτοικοι έμειναν κλεισμένοι στην ακρόπολη. Στο μεταξύ ήλθαν και άλλοι Αιγινήτες, Κείοι (Θερμιώτες), Υδραίοι και Κεφαλλονίτες, γύρω στις τρεις χιλιάδες όλοι μαζί και διατήρησαν την πολιορκία. Μερικοί Τούρκοι όμως κατάφεραν να διασπάσουν την πολιορκία και να ξεφύγουν στην Εύβοια, όπου βρίσκονταν ο Ομέρ Βρυώνης και ο Καρύστιος Ομέρ Βέης. Ο τελευταίος είχε καταστρέψει τους Έλληνες στην επαρχία Καρύστου και είχε πυρπολήσει την Κύμη. Μετά την απελευθέρωση της Αθήνας, άρχισαν να λειτουργούν πυριτόμυλοι, φτιάχτηκαν βόλια, ενώ σε διάφορα σημεία της Πνύκας, του Μουσείου και προς το ναό του Ολυμπίου Διός στήθηκαν επτά κανόνια. Ένα άλλο πλοίο από την Ύδρα έφερε στον Πειραιά άλλα 11 κανόνια που έστειλαν οι αδελφοί Κουντουριώτες και ο Γεώργης Νέγκας. Στην Αθήνα μαζεύτηκε γρήγορα μεγάλος αριθμός οπλισμένων Ελλήνων μαχητών από την Αίγινα, Κέα, Ύδρα και αλλού, γύρω στις τρεις χιλιάδες. Οι Τούρκοι που είχαν κλειστεί στην Ακρόπολη πολιορκήθηκαν για καιρό χωρίς σημαντικές αψιμαχίες. Πολιορκητές και πολιορκημένοι έριχναν επεισοδιακά κανονιές και βόλια χωρίς να βλάπτουν ή να βλάπτονται. Οι Ομέρ Βρυώνης και Ομέρ Βέης, αν και αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην Εύβοια με τους επαναστατημένους Έλληνες, έφτασαν στην Αττική και ενίσχυσαν τους πολιορκημένους. Οι Έλληνες αμέσως διαλύθηκαν, καταφεύγοντας στον Πειραιά, την Ελευσίνα και Αίγινα. Οι Τούρκοι, γύρω στις 20 Ιουλίου, στρατοπέδευσαν στα Πατήσια, και μετά μπήκαν στην Αθήνα, έλυσαν την πολιορκία και έδωσαν τροφές στους πολιορκημένους. Ο Ομέρ Βρυώνης παρέμεινε στην Αττική, καταστρέφοντας και αφανίζοντας τους Έλληνες χωρίς διαλογή, ενώ ο Ομέρ Βέης με τετρακόσιους Καρυστινούς Τούρκους επέστρεψε στην Χαλκίδα. Μετά την απελευθέρωση της Αθήνας στις 28 Απριλίου του 1821, οι Τούρκοι κάτοικοι είχαν καταφύγει στην Ακρόπολη μαζί με τους ομήρους προεστούς και δέκα πολίτες. Οι Έλληνες συνέχισαν την πολιορκία για πολύ καιρό, χωρίς σημαντικές πολεμικές αψιμαχίες. Τελικά, στις 10 Ιουνίου, ο Ομέρ Βρυώνης έλυσε την πολιορκία, και ανακατέλαβε την Αθήνα. Περί τα μέσα Ιουνίου σκοτώθηκε ο Δήμος Αντωνίου που είχε την γενική αρχηγεία και λόγω ασυμφωνίας μεταξύ γκαγκαραίων και ξωτάρηδων ο Δημ. Υψηλάντης διόρισε αρχηγό των Αθηνών τον εκ Ρωσίας Λιβέριο Λιβερόπουλο, ο οποίος όμως δεν είχε στρατιωτική πείρα. Ο Λιβερόπουλος έφτασε στην Αθήνα ντυμένος με τη στενή μαύρη στολή του Ιερολοχίτου. Οι Τούρκοι βλέποντας αρκετούς από τους πολιορκητές να φορούν τα "στενά" (ευρωπαϊκές στολές) πείσθηκαν ότι οι επαναστάτες είχαν υποστήριξη από ευρωπαϊκές δυνάμεις και απελπίστηκαν. Στα μέσα Ιουλίου 1821 τουρκικός στρατός με επικεφαλής τον Ομέρ Βρυώνη και τον Ομέρ μπέη της Καρύστου κατέβηκε προς την Ανατολική Στερεά. Οι Αθηναίοι φοβηθέντες έλυσαν την πολιορκία της Ακρόπολης και εγκατέλειψαν την πόλη. Όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν, έφυγαν για την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, ακόμα και στο ελληνικό στρατόπεδο του Ισθμού. Έτσι, οι Τούρκοι διέλυσαν τη πρώτη πολιορκία των Αθηνών. Ο Ομέρ Βρυώνης έδειξε ότι ήθελε να παραμείνει στην στην Αθήνα και μάλιστα τέλεσε τον γάμο του με την κόρη ενός Τούρκου ιερωμένου. Όμως γύρω στα μέσα Οκτωβρίου του 1821 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, για να βοηθήσει τον Χουρσίτ Πασά στην Ήπειρο. Αλλά και ο Ομέρ μπέης αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στην Εύβοια. Έτσι η Αθήνα έμεινε και πάλι, μόνο με τη φρουρά της Ακρόπολης. Όλο αυτό το διάστημα οι Έλληνες συνέχιζαν να παρενοχλούν τα τουρκικά στρατεύματα, και μόλις έμαθαν οτι ο Βρυώνης έφυγε, άρχισαν πάλι να μαζεύονται στη πόλη, για να πολιορκήσουν και πάλι την Ακρόπολη. Γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι ο Λιβερόπουλος δεν μπορούσε να έχει την αρχηγία των Αθηνών. Μεταξύ διαφόρων διεκδικητών τελικώς η αρχηγία ανετέθη στον Ηλία Μαυρομιχάλη, γιό του Πετρόμπεη. Την 3η Νοεμβρίου 1821 οι Έλληνες ανακατέλαβαν την πόλη και πολιόρκησαν και πάλι την Ακρόπολη ενώ επανήλθαν από τα νησιά οι οικογένειες που είχαν φύγει. Οι πολιορκητές αρχικά στέρησαν από τους Τούρκους το νερό που έπαιρναν από ένα πηγάδι κοντά στο Ηρώδειο θέατρο, το λεγόμενο "Σκερπετζέ". Την 13η Νοεμβρίου, εορτή του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οπλαρχηγός Παναγής Κτενάς μετά τον αγιασμό των όπλων κάλεσε τους άνδρες του να πολεμήσουν με ανδρεία, φωνάζοντας προς αυτούς "Βρωμόσκυλα, θα τη βγάλουμε με καθαρό πρόσωπο "(χρησιμοποιώντας την ύβρι με την οποία οι Τούρκοι αποκαλούσαν τους Έλληνες). Επιτέθηκαν εναντίον των τουρκαλβανών που φρουρούσαν το πηγάδι και τους απώθησαν στα βράχια της Ακρόπολης. Η πολιορκία αργότερα ενισχύθηκε με κανόνι που έβαλε από τον Άρειο Πάγο, ενώ ειδικός στην κατασκευή υπονόμων κατόρθωσε ανατινάξει μέρος των τειχών της Ακρόπολης. Τελικά, οι Τούρκοι παρέδωσαν την Ακρόπολη την 9η Ιουνίου 1822. Ο Διονύσιος έστειλε ανθρώπους να δώσουν νερό στους διψασμένους Τούρκους, πολλοί των οποίων όμως πέθαναν πίνοντας αχόρταγα μεγάλη ποσότητα. Οι Τούρκοι εγκατέλειψαν με ασφάλεια την Ακρόπολη, παρουσία των Αυστριακών πρέσβεων, την 10η Ιουνίου 1822 αφού παρέδωσαν τα κλειδιά του φρουρίου στον Παναγιώτη Κτενά. Ο Κτενάς ατυχώς σκοτώθηκε όταν εξερράγη το κανόνι που πυροδότησε για να πανηγυρίσει την κατάληψη της Ακρόπολης. Έτσι οι Αθηναίοι ελευθερώθηκαν για πρώτη φορά.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πολιορκία_των_Αθηνών_(1821)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μάχη_της_Αθήνας_(1821)
http://kleftouria.blogspot.gr/2008/04/1821-2.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αθήνα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου