Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Οι αυτοκράτορες της Νικαιας : Η βυζαντινή αυτοκρατορία στην εξορία και η εμφάνιση του Νεότερου Ελληνισμού εκεί

Ο Θεόδωρος Λάσκαρης ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας της Νίκαιας (1205-1222). Ο Θεόδωρος Α' ήταν υιός του Μανουήλ Λάσκαρη (γεν.π.1140) και της Ιωάννας Καράτζαινας (1148). Ήταν στρατιωτικός και γαμπρός του αυτοκράτορα Αλεξίου Γ΄ Αγγέλου (1195-1203). Γεννήθηκε γύρω στα 1175 και όντας μέλος επιφανούς οικογένειας του Βυζαντίου προωθήθηκε γρήγορα σε υψηλά στρατιωτικά αξιώματα, στα οποία και διακρίθηκε για την γενναιότητα και τις ικανότητές του. Το 1204, την παραμονή της πτώσης της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους κατά τηΔ΄ Σταυροφορία και ενώ ο Αλέξιος Ε΄ Μούρτζουφλος είχε εγκαταλείψει την Πόλη, ο λαός εξέλεξε ως αυτοκράτορα τον αδελφό του Κωνσταντίνο Λάσκαρη. Οι συνθήκες όμως οδήγησαν στη φυγή των Λασκαριδών από την Πόλη και τη διαφυγή τους στη Μικρά Ασία. Εκεί την ηγεσία της αντίστασης ανέλαβε ο Θεόδωρος, ο οποίος αφού κατάφερε να επιβληθεί στους Μικρασιάτες μεγιστάνες άρχισε τον πόλεμο κατά των Σταυροφόρων, των συμμάχων τους Σελτζούκων Τούρκων και των Κομνηνων των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας. Μεταξύ των προσφύγων από την Πόλη ήταν και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως με πολλούς κληρικούς, έτσι γύρω στο 1208 στέφθηκε αυτοκράτορας. Οι επιτυχίες του, καθώς και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Λατίνοι στα Βαλκάνια από τους Βουλγάρους οδήγησαν τελικά στην υπογραφή συνθήκης ειρήνης το 1214 στο Nυμφαίο, με βάση την οποία οι Λατίνοι περιορίζονταν σε μια στενή παραλιακή λωρίδα στη βορειοδυτική Μικρά Ασία. Τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε με την οργάνωση του κράτους του, την ενίσχυση της οικονομίας και του στρατού πάνω σε υγιείς βάσεις και την προετοιμασία της επιστροφής(ανάκτησης) στην Κωνσταντινούπολη. Πέθανε το 1222 αφήνοντας ως διάδοχό του τον γαμπρό του, Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη. Ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης (Διδυμότειχο1193  Νυμφαίο Μικράς Ασίας 3 Νοεμβρίου1254) ήταν δεύτερος αυτοκράτορας της Νικαίας (1222-1254), διάδοχος και γαμπρός του  Θεοδώρου Α΄ Λάσκαρη. Συνετός κυβερνήτης και ικανός στρατιωτικός, υπήρξε συνεχιστής του έργου του προκατόχου του πετυχαίνοντας να υπερδιπλασιάσει τις κτήσεις που παρέλαβε και να ανορθώσει κοινωνικά και οικονομικά το κράτος, θέτοντας τις βάσεις για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Η 32χρονη βασιλεία του χαρακτηρίζεται από συνεχή πρόοδο σε όλους τους τομείς της ζωής τής εξόριστης αυτοκρατορίας. Αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του αναγνωρίστηκε ως Άγιος και η μνήμη του ετιμάτο με ιδιαίτερη ευλάβεια από τους μικρασιατικούς πληθυσμούς μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Ιωάννης Βατάτζης υπήρξε κατά κοινή ομολογία όλων των ιστορικών ένας από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Στην περίπτωσή του επαληθεύεται η ρήση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του τελευταίου Αυτοκράτορα, ο οποίος απευθυνόμενος προς τον αδερφό του, Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο, είπε τα εξής: «Από την ιστορία μας έχουμε το δίδαγμα πως όσο κυβερνούσαν βασιλιάδες στρατιώτες, το Βυζάντιο δοξαζόταν, ενώ μόλις έπαιρναν την αρχή οι ευνούχοι, το κράτος διαλυόταν». Ο Ιωάννης Βατάτζης ανήκει στην πρώτη κατηγορία, μόνο που δεν τον διέκρινε η ιμπεριαλιστική νοοτροπία και η επιθυμία για αποκόμιση πλούτου και δόξας. Αντίθετα πρώτιστο μέλημα του Ιωάννου ήταν ο λαός του. Για αυτό έμεινε στην ιστορία γνωστός ως πατέρας των Ρωμαίων(Ελλήνων). Τα επιτεύγματά του μπορούν να εκτιμηθούν καλύτερα εάν ληφθεί υπόψιν το ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου έδρασε. Ο βυζαντινός κόσμος, μετά το 1204, βρισκόταν σε πλήρη αποσύνθεση, με τοπικιστικά και αυτονομιστικά κινήματα να διαδέχονται το ένα το άλλο. Οι ιταλικές δημοκρατίες μονοπωλούσαν το εμπόριο της ανατολικής Μεσογείου, ενώ παράλληλα αποτελούσαν σημαντικό αποσταθεροποιητικό παράγοντα εξαιτίας των πειρατικών επιχειρήσεων στις οποίες επιδίδονταν. Τα Βαλκάνια ήταν κατακερματισμένα μεταξύ Σλάβων, Βυζαντινών και  Φράγκων που πολεμούσαν αδιάκοπα μεταξύ τους. Παρόμοια κατάσταση επικρατούσε και στην Μικρά Ασία με τις νομαδικές τουρκομανικές φυλές να αποτελούν μόνιμο κίνδυνο για κάθε οργανωμένη κοινωνία (ακόμα και για τους Σελτζούκους). Η εμφάνιση των Μογγόλων έκανε την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη και πολύπλοκη, αν και τελικά απέβη θετική για το κράτος της Νίκαιας. Τέλος, μολονότι η λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης γρήγορα έπαψε να παίρνει επιθετικές πρωτοβουλίες, αποτελούσε πάντα μια δυνητική αιτία μίας ακόμα σταυροφορίας την οποία οι πάπες εκείνη της περιόδου ήταν πρόθυμοι να κηρύξουν. Μέσα σ’ αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό και ιστορικό πλαίσιο, ο Ιωάννης κατάφερε να υπερδιπλασιάσει τις κτήσεις του κράτους του με μακρόχρονους και πολυμέτωπους αγώνες σε Μ. Ασία, Βαλκάνια και Αιγαίο. Οι αγώνες αυτοί τροφοδοτήθηκαν από μια στιβαρή και ανθούσα οικονομία, που ήταν το αποτέλεσμα συνετής και συνεπούς εσωτερικής πολιτικής. Δεν συμμεριζόταν την οπτική της κωνσταντινουπολίτικης αριστοκρατίας, η οποία ήθελε το κράτος της Νίκαιας ως απλό μέσο για την επάνοδο στην Βασιλεύουσα. Η οπτική αυτή είχε δημιουργήσει προστριβές μεταξύ των αριστοκρατών προσφύγων από την Πόλη και των ντόπιων μικρασιατικών πληθυσμών, ιδίως κατά τη βασιλεία του Θεοδώρου Α΄. Παλαιότερα, παρόμοια οπτική (και πρακτική) αδιαφορίας για τις επαρχίες από μέρους της κεντρικής διοίκησης είχε οδηγήσει στην αποξένωση της πρωτεύουσας από τις επαρχίες, με συνέπεια οι τελευταίες να αδιαφορήσουν με την σειρά τους για την τύχη της Βασιλεύουσας το 1204. Για να αποφευχθεί κάτι παρόμοιο, ο αυτοκράτορας δόμησε και οργάνωσε την επικράτειά του σε υγιείς βάσεις ώστε η ευημερία να απλωθεί και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (απ’ όπου αντλούσε μεγάλο ποσοστό των στρατιωτών του). Όλα αυτά είχαν ως άμεση συνέπεια η αυτοκρατορία της Νίκαιας να καταστεί σημαντική δύναμη στον Βαλκανικό και Μικρασιατικό χώρο και να επιτύχει, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Ιωάννη, την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Ο Θεόδωρος Β' Λάσκαρης Βατάτζης (1222 - 18 Αυγούστου 1258) ήταν αυτοκράτορας της Νίκαιας από το 1254 έως τις 18 Αυγούστου 1258, οπότε και πέθανε. Κληρονόμησε μια πολύ δυνατή αυτοκρατορία, και το ίδιο δυνατή την παρέδωσε στους διαδόχους του. Ήταν πολύ μορφωμένος, και είχε πλούσια φιλοσοφική και θεολογική κατάρτιση, όχι όμως και πολιτικές ικανότητες. Δάσκαλοί του ήσαν οι Νικηφόρος Βλεμμύδης και Γεώργιος Ακροπολίτης. Ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για το θέμα της εκπαίδευσης, και ίδρυσε βιβλιοθήκες και σχολεία. Από στρατιωτικής απόψεως, έκανε δυο δύσκολες αλλά νικηφόρες εκστρατείες κατά των Βουλγάρων, οι οποίοι μετά το θάνατο του Βατάτζη προσπάθησαν να ανακαταλάβουν περιοχές της Μακεδονίας και Θράκης που είχε απελευθερώσει από αυτούς ο Βατάτζης. Φρόντιζε να κλείνει τα ανοιχτά μέτωπα με διπλωματικές μεθόδους. Παντρεύτηκε την Εlena Asen, κόρη του Ivan II Asen ηγεμόνα των Βουλγάρων και της Anna Maria Arpad. Παιδιά τους ήταν ο Ιωάννης, η Ειρήνη, η Μαρία, η Θεοδώρα, η Ευδοξία και ακόμη μία κόρη. Όταν πάντρεψε την κόρη του Μαρία με τον Νικηφόρο Άγγελο, γιο του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β' Κομνηνού Δούκα του παραχωρήθηκαν το Δυρράχιο και τα  Σέρβια. Επίσης βοήθησε το σουλτάνο του Ικονίου, τον οποίο απειλούσαν οι Μογγόλοι, και παράλληλα δέχθηκε μογγολική πρεσβεία στην Αυλή του με μεγάλες τιμές. Καθώς επεδίωκε τη βοήθεια του Πάπα Ρώμης για ν' ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη, επανέλαβε τις διαπραγματεύσεις για την ένωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την Ρωμαιοκαθολική, όμως αργότερα τις διέκοψε. Στον κοινωνικό τομέα, υποστήριξε ιδιαίτερα τους χωρικούς και τους αστούς, και προώθησε ικανά άτομα από αυτές τις τάξεις σε ανώτερα αξιώματα, προκαλώντας έτσι την αντίδραση των μελών της αριστοκρατίας, η οποία σταδιακά στοιχίστηκε γύρω από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο. Υπήρξε ιδιαίτερα ευσεβής και θρησκευόμενος. Πάσχοντας από επιληψία βαριάς μορφής αδυνατούσε να ασκεί τακτικά τα καθήκοντά του και με το πέρασμα του χρόνου η επιδείνωση της υγείας του, του προκαλούσε έντονες εμμονές, στρέφοντας πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους εναντίον του. Πέθανε στο Νυμφαίο το 1258 σε ηλικία 36 ετών από βαριά ασθένεια. Πεθαίνοντας άφησε διάδοχο τον μόλις 7 ετών γιο του Ιωάννη Δ΄ Δούκα Βατάτζη. Σαν κηδεμόνα άφησε τον πρωτοβεστιάριο Γεώργιο Μουζάλωνα, άτομο ταπεινής καταγωγής, προκαλώντας την αντίδραση της αριστοκρατίας.  Έγραψε διάφορα έργα, που άλλα εκδόθηκαν και άλλα όχι (όπως μια κωμωδία «εις τον βαγιούλον αυτού, κάκιστο και χείριστο όντα»). Υπήρξε ο ποιητής του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα που χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία, και δημιουργός διάφορων άλλων θεολογικών έργων, όπως ο «Λόγος εις τε το Μέγα Σάββατο και εις το Πάθος του Κυρίου και εις την Αγίαν Ανάστασιν» που εκφωνήθηκε προς το τέλος της ζωής του. Από τα πιο γνωστά θεολογικά έργα του είναι τα θεωνύμια.  Έγραψε επίσης και πολλές επιστολές.  Ήταν συστηματικός υποστηρικτής της χρήσης της ονομασίας «Έλληνες» για το συλλογικό αυτοπροσδιορισμό των Βυζαντινών Ρωμαίων, ο μόνος ανάμεσα στους Βυζαντινους συγγραφείς του 13ου αιώνα που τη χρησιμοποιούν. Η επιλογή αυτή έχει ερμηνευτεί ως ανάπτυξη ενδιαφέροντος για την αρχαία Ελλάδα και ως προσπάθεια αποσύνδεσης από τις δυτικές συμπαραδηλώσεις του όρου «Ρωμαίοι» μετά την λατινική κατάκτηση.  «Απασών γλωσσών το ελληνικόν υπέρκειται γένος». «Πάσα τοίνυν φιλοσοφία και γνώσις Ελλήνων εύρεμα... Συ δε, ω Ιταλέ, τίνος ένεκεν εγκαυχά;». Ο Ιωάννης Δ΄ Λάσκαρης Βατάτζης (25 Δεκεμβρίου 1250 - 1305) ήταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων, γιος του αυτοκράτορα της ΝίκαιαςΘεόδωρου Β΄ Λάσκαρη Βατάτζη. Ο Θεόδωρος Β' Λάσκαρης Βατάτζης πέθανε τον Αύγουστο του 1258. Ο Ιωάννης ήταν τότε μόλις οκτώ ετών. Για τον λόγο αυτό ο πατέρας του είχε φροντίσει να αναθέσει την επιμέλεια του κράτους και την φροντίδα του ανήλικου γιου του στον πατριάρχη Αρσένιο Αυτωρειανό και τον πρωτοβεστιάριο Γεώργιο Μουζάλωνα. Η απόφαση αυτή του Θεόδωρου B' είχε δυσαρεστήσει τον στρατηγό Μιχαήλ Παλαιολόγο ο οποίος είχε την υποστήριξη του στρατού και πολλών ευγενών. Εννέα ημέρες μετά τον θάνατο του Θεόδωρου B', ο Μουζάλων δολοφονήθηκε από τους στρατιωτικούς και ο Παλαιολόγος έλαβε τον τίτλο του δούκα, ως κηδεμόνας του ανήλικου Ιωάννη. Μέσα σε τέσσερις μήνες ο Παλαιολόγος κατόρθωσε να προαχθεί σε δεσπότη και τέλος τιτλοφορήθηκε συμβασιλέας του Ιωάννη. Η στέψη έγινε την 1η Ιανουαρίου 1260. Με απαίτηση του Παλαιολόγου στέφθηκε μόνον αυτός αυτοκράτορας, ο δε Ιωάννης αποφασίστηκε να στεφθεί αργότερα όταν θα ενηλικιωνόταν. Στις 26 Ιουλίου του 1261 όμως ο καίσαρας Αλέξιος Στρατηγόπουλος ελευθέρωσε την Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους, και στις 15 Αυγούστου ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος στέφτηκε στην Αγία Σοφία αυτοκράτορας, αγνοώντας εντελώς τον Ιωάννη Δ΄. Αργότερα, στις 25 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, στην επέτειο των ενδέκατων γενεθλίων του, ο Μιχαήλ Η' διέταξε να τυφλώσουν τον Ιωάννη Δ' ώστε να μην μπορέσει ποτέ να απειλήσει την δυναστεία των Παλαιολόγων. Γι'αυτήν την ενέργεια ο Μιχαήλ Η' αφορίστηκε από τον Πατριάρχη Αρσένιο, ενώ αργότερα προκλήθηκε επανάσταση από τον Ψευδοιωάννη κοντά στην Νίκαια. Ο Ιωάννης Δ' πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ως μοναχός έως τον θάνατό του στα 1305. Κατά την μοναστική του ζωή τον επισκέφθηκε ο γιος και διάδοχος του Μιχαήλ H', Ανδρόνικος Β', ζητώντας με ταπεινοσύνη συγγνώμη για το έγκλημα που είχε διαπράξει ο πατέρας του.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θεόδωρος_Α΄_Λάσκαρης
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Γ´_Δούκας_Βατάτζης
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θεόδωρος_Β΄_Λάσκαρης
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Δ΄_Λάσκαρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου