Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Η ηρωική σουλιώτικη οικογένεια των Τζαβελλαίων της Ηπείρου

Οι Τζαβελαίοι ήταν παλιά και μεγάλη οικογένεια αγωνιστών από το ηρωικό Σούλι.Ο Λάμπρος Τζαβέλας (1745-1792). Γεννήθηκε στο Σούλι κι αναδείχτηκε αρχηγός της φάρας των Τζαβελαίων. Το 1792 τον κάλεσε ο διαβόητος πασάς των Ιωαννίνων για να τον βοηθήσει δήθεν στην εκστρατεία του, κατά του Αργυροκάστρου. Ο Λάμπρος και το παιδί του ο Φώτος και 70 άλλοι Σουλιώτες, παρά τη γνώμη των άλλων Σουλιωτών, πήγαν να βοηθήσουν τον Αλή, αλλά κοντά στην Ζίτσα τους έπιασαν όλους και τους οδήγησαν στα Γιάννενα. Ο Αλής νόμισε πως αν δεν ήταν αρχηγός στο Σούλι ο Λάμπρος Τζαβέλας, θα μπορούσε να το καταλάβει. Τις επιθέσεις του όμως τις απόκρουσαν με ηρωισμό και τόλμη οι άλλοι Σουλιώτες κι έτσι κατάφυγε στο δόλο. Ελευθέρωσε από τα Γιάννενα το Λάμπρο, κρατώντας για όμηρο τον Φώτο και τον έστειλε για να του παραδώσει το Σούλι. Μα όταν εκείνος έφτασε στο Σούλι του έγραψε το παρακάτω ιστορικό γράμμα: «Χαίρομαι που γέλασα έναν δόλιο σαν και σένα. Είμαι δω για να διαφεντέψω το Σούλι. Αν ο γιος μου δεν είναι πρόθυμος να πεθάνει για την πατρίδα, δεν είναι άξιος να ζήσει και να γνωρίζεται για γιος μου». Ο Αλής γεμάτος θυμό και λύσσα ρίχτηκε τον Ιούλιο του 1792 ενάντια στο Σούλι με μεγάλες δυνάμεις. Νικήθηκε όμως πάλι και ντροπιασμένος δέχτηκε ειρήνη κι άφησε ελεύθερους τους 70 Σουλιώτες και το Φώτο. Στη μάχη αυτή όμως ο Λάμπρος πέθανε από τις πληγές του. Ο Φώτος Τζαβέλας (1770-1809). Γιος του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως. Ύστερα από την απελευθέρωσή του και το θάνατο του πατέρα του, έγινε αρχηγός, των Σουλιωτών. Οι αγώνες του κατά του Αλή Πασά υπήρξαν περίφημοι. Αναδείχτηκε μεγάλος πολέμαρχος κι έδειξε τόση ανδρεία που οι Σουλιώτες ορκίζονταν «στο σπαθί του Φώτου». Ατυχώς το Σούλι κατά το 1803 παραδόθηκε, ο Φώτος με 2.000 Σουλιώτες κατόρθωσε να περάσει στην Πάργα κι από εκεί στην Κέρκυρα, που την είχαν στην κατοχή τους οι Γάλλοι. Ο Φώτος κατατάχτηκε στο γαλλικό στρατό ως εκατόνταρχος της ελληνικής λεγεώνας. Κατά το 1809 φονεύτηκε στην Κέρκυρα από πράκτορες του Αλή Πασά και θάφτηκε στο μοναστήρι της Πλατυτέρας, όπου σώζεται ο τάφος του μέχρι σήμερα. Ή Μόσχω Τζαβέλα (1760-1803) ήταν γυναίκα του Λάμπρου Τζαβέλα και μητέρα του Φώτου, στο σπαθί των οποίων ορκίζονταν οι Σουλιώτες επί δεκαετίες και σε τίποτα δεν υστερούσε από τον άντρα της και το γιο της στους μακροχρόνιους πολέμους με τον Αλή πασά. Γεννήθηκε το 1760 και αγωνίστηκε το 1792 εναντίον του Αλή Πασά ως αρχηγός 400 Σουλιωτισσών. Χάρη στη Μόσχω οι Σουλιώτες κέρδισαν την περίφημη μάχη της Κιάφας, συντρίβοντας κι εξοντώνοντας (αυτοί, μια χούφτα άνθρωποι) τον πανίσχυρο στρατό του Αλή. Η επιχείρηση αυτή κόστισε στο στρατό του Αλή 2.000 περίπου νεκρούς (μερικοί τους υπολόγιζαν σε 3.000) και 207 αιχμαλώτους, ενώ οι Σουλιώτες είχαν 74 νεκρούς κι 97 τραυματίες. Ανάμεσα στους νεκρούς ο Κίτσος Τζαβέλλας, ανάμεσα στους τραυματίες ο Λάμπρος Τζαβέλλας. Από τις γυναίκες μόνο δύο τραυματίστηκαν. Η Μόσχω μετά την καταστροφή του Σουλίου ακολούθησε το δρόμο προς την Πάργα και από κει στα Επτάνησα. Άνθρωποι που τη συνάντησαν στη Κέρκυρα, μετά την καταστροφή του Σουλίου, την περιγράφουν σα γυναίκα μάλλον μικρόσωμη, με όμορφο πρόσωπο, με μάτια σπιθάτα και με μια φωνή που μπορούσε να την υψώσει, όταν ήθελε, με ένταση βροντής. Πέθανε το 1803. «Κατά την πρώτη εκστρατεία κατά του Σουλίου, τον Ιούνιο του 1792, ο Αλή Πασάς ήταν βέβαιος ότι θα καθυποτάξη τους Σουλιώτες καταλαμβάνων αυτούς ανυπόπτους και απαρασκεύους. Διότι, προσποιηθείς ότι εκστρατεύει κατά του Αργυροκάστρου, εζήτησεν την συνδρομή των Σουλιωτών, οίτινες παρεπλανήθησαν μεν εκ των λόγων του, αλλά δε τω απέστειλαν ειμή 70 επιλέκτους υπό τον Λάμπρον Τζαβέλαν. Τούτους αφοπλίσας και φυλακίσας ο άπιστος Αλής, εστράφη κατά του Σουλίου, μετά δυνάμεως δωδεκάκισχιλίων περίπου πεζών και ιππέων. (Στην εκστρατεία συμμετείχε ο γιός του Μουχτάρ πασάς, ο Αλβανός οπλάρχηγός του στρατού του Σιλιχτάρ Πόττας και ο Αλβανός Μιστομπόνος). Αλλ’ εις των Σουλιωτών κατορθώσας να διαφύγη, εμήνυσε το πράγμα στους συμπολίτας του, οίτινες υπό την οδηγίαν του Γεώργη Μπότσαρη (του πατρός του Μάρκου) ωργάνωσαν κρατεράν άμυναν. Ο στρατός του Αλή συνετρίβη εις τας κλεισωρίας του Σουλίου την 20ην Ιουλίου 1792, ο δε Αλής διεσώθη φυγών εις Ιωάννινα. Εις την νίκην συνετέλεσαν μεγάλως αι Σουλιώτισσαι, διότι τετρακόσιαι περίπου υπό την αρχηγίαν της Μόσκως Τζαβέλαινας (της γυναικός του Λάμπρου) οπλισθείσαι μετέχον της μάχης. Εκ του αδιαλείπτου πυρός επί τετράωρον τα όπλα των εκ κλεισωρίας ενεδρευόντων Σουλιωτών κατέστησαν άχρηστα και προς ώραν έπαυσαν οι τουφεκισμοί, έπαυσαν δε δια τον αυτόν λόγον πυροβολούντες και οι Αλβανοί. Αλλ’ αι γυναίκες των Σουλιωτών, αι καταφυγούσαι εις την Κιάφαν, ιδούσαι μεν εκ των βράχων προχωρούντας τους εχθρούς, μετ’ ου πολύ δε μη ακούουσαι τον κρότον της μάχης υπέλαβον ότι κατετροπώθησαν οι άνδρες τους. Τότε η σύζυγος του Λάμπρου Τζαβέλα, Μόσκω, παρώρμησε τας άλλας γυναίκας να λάβουν όπλα και να τρέξουν κατά των Αλβανών, όπως συναποθάνουν μετά των ανδρών, αφήνουσαι τας γραίας και τα παιδιά ν’ αποθάνουν κρημνιζόμενα εκ των βράχων, όταν καταλάβουν την Κιάφαν οι εχθροί. Φθάσασαι εις τον τόπον της μάχης είδον ότι οι Σουλιώται δεν είχον νικηθή, και μετά μείζονος θάρρους επετέθησαν κατά των Αλβανών πυροβολούσαι και κυλίουσαι ογκώδεις λίθους. Εκ της απροόπτου επιθέσεως των γυναικών πτοηθέντες οι Αλβανοί ετράπησαν εις φυγήν, οι δε Σουλιώται ορμήσαντες ξιφήρεις κατέκοπτον αυτούς. Μετά την ήτταν ο Αλής ηναγκάσθη να συνθηκολογήση προς τους Σουλιώτας». Ο Ζυγούρης Τζαβέλας ήταν αδελφός του Φώτου Τζαβέλα. Όταν γύρισε από την Κέρκυρα το 1820 πολέμησε μαζί με τον Αλή Πασά κατά των στρατευμάτων του Χουρσίτ Πασά. Ύστερα από τη συντριβή του Αλή και τη νέα πτώση του Σουλίου κατέβηκε στη Στερεά Ελλάδα και πήρε μέρος στην Επανάσταση επικεφαλής των Σουλιωτών. Σκοτώθηκε στη μάχη της Καλιακούδας στην Ευρυτανία το 1823 πολεμώντας ενάντια στους Τούρκους. Ο Κίτσος Τζαβέλας, (1800-1855) ήταν γιόςτου Φώτου Τζαβέλα. Μεγάλωσε στην Κέρκυρα και το 1820 γύρισε μαζί με τους Σουλιώτες στο Σούλι, όπου ανακηρύχτηκε καπετάνιος σε ηλικία μόλις 19 χρονών. Πήγε στην Πίζα της Ιταλίας για να συνεννοηθεί με τους Φιλικούς για την Επανάσταση. Το 1822 γύρισε και πήρε μέρος στις μάχες του Κεφαλόβρυσου μαζί με το Μάρκο Μπότσαρη. Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη στη νίκη της Άμπλιανης το 1824. Πολέμησε στο Δίστομο και στο Κρεμμύδι. Διέσπασε τα στρατεύματα του Κιουταχή τον Ιούνιο του 1825 στο Μεσολόγγι και μπήκε στην πόλη. Κατά την ηρωική έξοδο των Μεσολογγιτών αρχηγός 2.500 ανθρώπων έσπασε τις γραμμές των Τούρκων και πήγε στα Σάλωνα με 1.300 άνδρες. Πήρε μέρος μαζί με τον Καραϊσκάκη στις μάχες τις Αττικής και, μετά το θάνατο του συνεργάτη του, ανατέθηκε σ’ αυτόν η αρχιστρατηγία προσωρινά. Ο Καποδίστριας τον έκανε χιλίαρχο. Μαζί με τον Κολοκοτρώνη, στα χρόνια της Αντιβασιλείας, ρίχτηκε στη φυλακή. Ο Όθωνας τον έκανε υποστράτηγο κι αργότερα αντιστράτηγο και υπασπιστή του. Το 1844 αναδείχτηκε Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, το 1847-1848 πρωθυπουργός και το 1849 Υπουργός των Στρατιωτικών πάλι.Πέθανε στις 9 Μαρτίου 1855 στο Μεσολόγγι. Ο Γιώργος Τζαβέλας ήταν αδελφός του Κίτσου Τζαβέλα. Πήρε μέρος σε πάρα πολλές μάχες και τραυματίστηκε στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου. Στην έξοδο των Μεσολογγιτών σώθηκε μαζί με τον αδελφό του Κίτσο. Σκοτώθηκε όμως στις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ακρόπολη το 1827.
Τρία μπαϊράκια φαίνονται 'ποκάτω από το Σούλι. Το' να' ναι του Μουχτάρ πασά, τ' άλλο του Σελιχτάρη, Το τρίτο το καλύτερο είναι του Μιτσομπόνου. Μια παπαδιά τ' αγνάντεψεν από ψηλή ραχούλα:
«Που 'στε του Λάμπρου τα παιδιά, που 'στεν οι Μποτσαραίοι; Αρβανιτιά μας πλάκωσε, θέλει να μας σκλαβώσει». «Ας έρτουν οι παλιότουρκοι, τίποτε δε μας κάνουν! Ας έρτουν πόλεμο να ιδούν και Σουλιωτών τουφέκια, να μάθουν Λάμπρου το σπαθί, Μπότσαρη το τουφέκι,
τ' άρματα των Σουλιώτισσων, της ξακουσμένης Χάιδως». Κι ο Κουτσονίκας φώναξεν από το μετερίζι: «Παιδιά, σταθείτε στέρεα, σταθείτε αντρειωμένα, Γιατ' έρχεται ο Μουχτάρ πασας με δώδεκα χιλιάδες». Ο πόλεμος αρχίνησε κι άναψαν τα τουφέκια. Τον Ζέρβα και τον Μπότσαρη εφώναξε ο Τζαβέλας: «Παιδιά μ' ήρθ' η ώρα του σπαθιού κι ας πάψει το τουφέκι». Κι όλοι έπιασαν και σπάσανε τις θήκες τω σπαθιώ τους. Τους Τούρκους βάνουνε μπροστά, τους βάνουν σαν κριάρια.
Αλλοι έφευγαν κι άλλοι έλεγαν «Πασά μου, ανάθεμά σε! Μέγα κακό μας έφερες τούτο το καλοκαίρι,εχάλασες τόση Τουρκιά, σπαήδες κι Αρβανίτες. Δεν είν' εδώ το Χόρμοβο, δεν είν' η Λαμποβίτσα, εδώ είν΄ το Σούλι το κακό,εδώ είν' το Κακοσούλι, που πολέμουν μικρά παιδιά, γυναίκες σαν τους άντρες, που πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν άξιο παλικάρι». Κι ο Μπότσαρης εφώναξε με το σπαθί στο χέρι: «Ελα, πασά, τι κάκιωσες καί φεύγεις με μενζίλι; Γύρισ' εδώ στον τόπο μας, στην έρημη την Κιάφα, Εδώ να στήσεις το θρονί, να γένεις καί σουλτάνος».
Πηγή: http://olympia.gr/2010/05/29/επέτειος-του-ολοκαυτώματος-στο-σούλι/
http://www.mathima.gr/education/yliko/files_yliko/25h_Martiou_poihmata.html#souliotiko

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου